Όλες οι λέξεις
Ακριβής φράση
Καλάθι αγορών
Έχετε 0 προιόντα - 0,00 €
Τηλεφωνικό Κέντρο
210 3678800
(30 γραμμές)

Υποκαταστήματα

Πείτε μας τη γνώμη σας

4 ΚΩΔΙΚΕΣ ΣΥΝ 37
4 ΚΩΔΙΚΕΣ ΣΥΝ 37Τιμή:40€ φ.π. 50€ ν.π.
Κατάλογος εκδόσεων


Αλφαβητικό/Χρονολογικό Ευρετήριο Καταλόγου

Πληροφορίες

Ασφάλεια Συναλλαγών
Με την εγγύηση της Νομικής Βιβλιοθήκης.



Μεταφορικά
Δωρεάν σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Πάτρα



Αμεση παράδοση
Εγγύηση άμεσης παράδοσης εντός 24 ωρών.



Τρόποι πληρωμής
Διαθέσιμοι τρόποι πληρωμής


Πανεπιστημιακά Συγγράμματα

ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΟΜΟΣ 2009

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΝΟΜΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ

Περιοδική έκδοση της Ελληνικής Εταιρείας Τραπεζικού Δικαίου & Δικαίου της Κεφαλαιαγοράς



Έκδοση 2010
ISBN: 1791-9366
Τιμή: 102€ φ.π., 142€ ν.π.







Περιεχόμενα

ΑΓΡΟΤΙΚΕΣ ΟΦΕΙΛΕΣ  
Άρθρο 39 παρ. 5 Ν 3259/2004. Προϋποθέσεις εφαρμογής. Δανειολήπτης κατΑ επάγγελμα αγρότης και οφειλή σχετική με την επαγγελματική αγροτική δραστηριότητα. Κρίσιμος χρόνος συνδρομής των προϋποθέσεων. Χρόνος σύναψης των επίδικων δανειστικών συμβάσεων. Δεν απαιτείται η συνεχής άσκηση αγροτικού επαγγέλματος. ΑΠ 1325/2009, σελ. 482  
ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ  
Ουσιαστικό προνόμιο ΑΤΕ περί σύστασης υποθήκης με βάση το άρθρ. 12 Ν 4332/1929. Διατήρηση σε ισχύ προνομίου ΑΤΕ και μετά τη μετατροπή της σε ανώνυμη εταιρεία και την υπαγωγή της στο Ν 2076/1992. Συνδρομή κοινωφελούς σκοπού παρά την διεύρυνση των καταστατικών δραστηριοτήτων του πιστωτικού ιδρύματος. Μη παραβίαση της αρχής της ισότητας του άρθρ. 4 παρ. 1 Συντ. Συνδρομή ειδικών περιστάσεων. Προστασία συμφερόντων δανείστριας τράπεζας και οφειλέτη. ΠΠρΚαβάλας 13/2009 (παρατ. Δ. Ρούσσης), σελ. 139.  
ΑΓΩΓΗ  
Αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής. Διάγνωση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μερών. Δεν χωρεί αναγνωριστική αγωγή με αίτημα την αξιολόγηση πραγματικών γεγονότων αναφορικά με εξόφληση χρέους. Απαράδεκτη αγωγή του οφειλέτη κατά πιστωτικού ιδρύματος με βάση την ΚΠολΔ 70 και την παρ. 5 άρθρ. 39 Ν 3259/2004 με συναφές αίτημα. Παρεμπίπτοντα πραγματικά ζητήματα διαδικασίας. ΕιρΑθ 4197/2008, σελ. 158.  
ΑΔΙΚΟΠΡΑΞΙΑ  
Αγωγή ναυτικής εταιρείας κατά πιστωτικού ιδρύματος λόγω καθυστέρησης έγκρισης χρηματοδότησης και άρνησης κατάρτισης νέων πιστωτικών συμβάσεων. Επίκληση αδικοπρακτικής ευθύνης τραπέζης κατά τα άρθρα 914 και 919 ΑΚ και θεμελίωση παρανόμου στην παραβίαση του 281 ΑΚ. ΠΠρΠειρ 4350/2007 (παρατ. Δ. Ρούσσης), σελ. 133.  
Αδικοπραξία του προστηθέντος, για την οποία ευθύνεται η προστήσασα αυτόν εφεσίβλητη, καθόσον εκείνος ενήργησε επΑ ευκαιρία της ιδιότητός του ως αντιπροσώπου της στη διάθεση των μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου και αντίθετα προς τις εντολές της, ως προς τον τρόπο καταβολής της αξίας τους, που ήταν γνωστός σΑ αυτόν και τον απέκρυψε από τον εκκαλούντα, μεταξύ δε της απατηλής συμπεριφοράς του και της παρακράτησης των χρημάτων, υπάρχει εσωτερική συνάφεια, αφού η παρακράτηση αυτή δεν θα γινόταν χωρίς την ιδιότητά του ως προστηθέντος αντιπροσώπου στη διάθεση των εν λόγω μεριδίων. ΑΠ 924/2007 (παρατ. Ζ. Τσολακίδης), σελ. 150.  
Δικαιούχος κατΑ άρθρο 914 ΑΚ αποζημίωσης είναι αυτός που προσβλήθηκε με την αδικοπραξία άμεσα στα δικαιώματα, έννομα αγαθά ή προστατευόμενα συμφέροντά του. Στην περίπτωση που προξενήθηκε ζημία στην ΕΠΕ, η άσκηση της σχετικής αγωγής επιτρέπεται στην εταιρία και όχι στους μετόχους της. ΑΠ 895/2008, σελ. 126.  
ΑΛΛΗΛΟΧΡΕΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ  
Ακυρωσία δικαιοπραξίας. Έλλειψη ουσιώδους πλάνης. Απο-σβεστική προθεσμία. Συμπεριφορά αντίθετη στα χρηστά ήθη. Καταχρηστικοί γενικοί όροι συναλλαγών. Συμφωνία εκτοκισμού ανά τρίμηνο πριν από την εφαρμογή του Ν 2601/1998. Δικαιοπρακτικός καθορισμός επιτοκίων πιστωτικών συμβάσεων. Έλεγχος ορίων επιτοκίων με βάση τις γενικές διατάξεις ΑΚ. Λειτουργία σύμβασης εγγυητικής επιστολής. Υποχρεώσεις πιστωτικού ιδρύματος. ΕφΘράκης 261/2009, σελ.439  
Άνοιγμα πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό. Παροχή στα μέρη δυνατότητας αμοιβαίων χρεοπιστώσεων. Δεν είναι ανάγκη ο λογαριασμός να έγινε πιστωτικός διαδοχικά και για τα δύο μέρη. Εφαρμογή των προ του Ν 2601/1998 διατάξεων για τον ανατοκισμό. Βραχυπρόθεσμα δάνεια με τήρηση αλληλόχρεου λογαριασμού. Βάση υπολογισμού το λογιστικό κατάλοιπο του λογαριασμού και όχι το ληφθέν κεφάλαιο. Μη εφαρμογή του εδαφ. α΄ της παρ. 5 του άρθρου 39 Ν 3259/2004. ΠΠρΑθ 7203/2008, σελ. 298.  
ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ  
Αδικοπραξία του προστηθέντος, για την οποία ευθύνεται η προστήσασα αυτόν εφεσίβλητη, καθόσον εκείνος ενήργησε επΑ ευκαιρία της ιδιότητός του ως αντιπροσώπου της στη διάθεση των μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου και αντίθετα προς τις εντολές της, ως προς τον τρόπο καταβολής της αξίας τους, που ήταν γνωστός σΑ αυτόν και τον απέκρυψε από τον εκκαλούντα, μεταξύ δε της απατηλής συμπεριφοράς του και της παρακράτησης των χρημάτων, υπάρχει εσωτερική συνάφεια, αφού η παρακράτηση αυτή δεν θα γινόταν χωρίς την ιδιότητά του ως προστηθέντος αντιπροσώπου στη διάθεση των εν λόγω μεριδίων. ΑΠ 924/2007 (παρατ. Ζ. Τσολακίδης), σελ. 150.  
ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ  
Είναι δυνατή η κατάσχεση στα χέρια τρίτου και χρηματικών απαιτήσεων κατΑ αυτού του καθΑ ου η εκτέλεση εφόσον δεν εξαρτώνται από αντιπαροχή. Σύσταση ενεχύρου απαιτήσεως. Ενέχυρο των άρθρων 36 και 39 του ΝΔ 17.7/13.8.1923. ΑΠ 1065/2009, σελ. 338.  
Κατάσχεση εις χείρας τρίτου. Ρητή ή σιωπηρή αρνητική δήλωση τράπεζας. Έννοια ανακριβούς δήλωσης τρίτου. Αγωγή τρίτου κατασχόντος. Προϋποθέσεις σώρευσης αναγνωριστικού αιτήματος περί ανακριβούς δήλωσης και αξίωσης αποζημίωσης λόγω ζημίας του τρίτου. Κρίση περί της ακρίβειας της δήλωσης της τράπεζας. Δέσμευση ενεχυριασμένης χρηματικής κατάθεσης και ορθή μη περίληψή της στη δήλωση του τρίτου. ΕιρΑρναίας 51/2008, σελ. 162.  
ΑΝΑΙΡΕΣΗ  
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη ένορκη βεβαίωση που ο αναιρεσείων προσκόμισε και επικαλέστηκε, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό αυτό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του και η νόμιμη λήψη αυτού, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό της και το παραδεκτό της προσαγωγής της στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου το αποδεικτικό αυτό μέσο προσκομίστηκε. ΑΠ 1551/2008 (παρατ. Δ. Χατζής), σελ. 120.  
ΑΡΧΗ ΥΠΕΥΘΥΝΟΥ ΔΑΝΕΙΣΜΟΥ  
Η αρχή του «υπεύθυνου δανεισμού» και η πρόσφατη κοινοτική Οδηγία για την καταναλωτική πίστη. Μελέτη Ε. Περάκης, σελ. 352  
ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ  
Απαγόρευση συμπράξεων. Αγορά τραπεζικών υπηρεσιών. Έρευνα Επιτροπής Ανταγωνισμού για τα διατραπεζικά συστήματα Diasdebit, Diasatm και Diastransfer. Ανάληψη δεσμεύσεων εκ μέρους των τραπεζών. ΕπΑνταγ Ολ 408/V/2008, σελ. 172.  
Απαγόρευση συμπράξεων. Αγορά τραπεζικών υπηρεσιών. Σύμβαση διατραπεζικής είσπραξης εργοδοτικών εισφορών. ΕπΑνταγ Ολ 376/V/2008, σελ. 190.  
ΔΑΝΕΙΟ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΟ  
Η σύναψη της δανειακής συμβάσεως και η λήψη του στεγαστικού δανείου δεν είχε ως άμεση και αυτοδίκαιη συνέπεια την υπαγωγή του δανειολήπτη στην επίμαχη, σύμβαση ομαδικής ασφαλίσεως άνευ άλλου τινός, αλλά τελούσε υπό τον όρο αποδοχής της από την τράπεζα, με την έκδοση σχετικής πρόσθετης πράξης επί του ομαδικού ασφαλιστηρίου. Η μη έκδοση τέτοιας πρόσθετης πράξης και παράδοσής της από την τράπεζα στον αποβιώσαντα είχε ως συνέπεια την μη υπαγωγή του τελευταίου στη σύμβαση ομαδικής ασφαλίσεως. Μη υποχρέωση της τράπεζας να αποδεχθεί την αίτηση ασφαλίσεως ή να γνωστοποιήσει στο δανειολήπτη τη μη αποδοχή του προς ασφάλιση εκ μέρους της. ΜΠρΑθ 3756/2008, σελ. 114.  
ΔΗΜΟΣΙΑ ΠΡΟΤΑΣΗ  
H κατάρτιση συμβάσεων ανταλλαγής επί μετοχών (equity swaps) ως καταστρατήγηση της υποχρέωσης υποβολής δημόσιας πρότασης. Γνωμοδότηση Δ. Κ. Αυγητίδης, σελ. 239.  
Προαιρετικές δημόσιες προτάσεις, το αντάλλαγμα κατά την άσκηση του δικαιώματος εξαγοράς ("squeeze out") και η έννοια του συμβούλου του προτείνοντος. Γνωμοδότηση Π. Σταϊκούρας, σελ. 382  
ΔΗΜΟΣΙΟ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ  
Το μέτρο της αναγκαίας αναπροσαρμογής του δημοσίου χρηματοπιστωτικού δικαίου ως συνέπεια της τρέχουσας χρηματοπιστωτικής κρίσης. Μελέτη Χ. Γκόρτσος, σελ. 215.  
ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗ ΠΕΙΘΑΡΧΙΑ  
Το ισχύον ευρωπαϊκό οικονομικό δίκαιο αναφορικά με τη δημοσιονομική πειθαρχία και οι προϋποθέσεις τροποποίησής του. Σχόλιο Χ. Γκόρτσος, σελ. 213.  
ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΕΞΑΓΟΡΑΣ (SQUEEZE OUT)  
Προαιρετικές δημόσιες προτάσεις, το αντάλλαγμα κατά την άσκηση του δικαιώματος εξαγοράς ("squeeze out") και η έννοια του συμβούλου του προτείνοντος. Γνωμοδότηση Π. Σταϊκούρας, σελ. 382  
ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΥΠΟΘΗΚΟΦΥΛΑΚΩΝ  
Από την ερμηνεία του άρθρου 14 Ν 3156/2003 προκύπτει ότι στο πεδίο εφαρμογής του νόμου αυτού εμπίπτουν και τα κοινά ομολογιακά δάνεια. Η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 εισάγει επιτρεπτό περιορισμό της κατοχυρωμένης με το άρθρο 5 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος οικονομικής και επαγγελματικής ελευθερίας των υποθηκοφυλάκων, καθώς υπαγορεύεται από το γενικότερο δημόσιο συμφέρον, και δεν είναι αντίθετος στην αρχή της αναλογικότητας. ΜΠρΛαρ 178/2009, σελ. 296.  
ΕΓΓΥΗΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ  
Ακυρωσία δικαιοπραξίας. Έλλειψη ουσιώδους πλάνης. Απο-σβεστική προθεσμία. Συμπεριφορά αντίθετη στα χρηστά ήθη. Καταχρηστικοί γενικοί όροι συναλλαγών. Συμφωνία εκτοκισμού ανά τρίμηνο πριν από την εφαρμογή του Ν 2601/1998. Δικαιοπρακτικός καθορισμός επιτοκίων πιστωτικών συμβάσεων. Έλεγχος ορίων επιτοκίων με βάση τις γενικές διατάξεις ΑΚ. Λειτουργία σύμβασης εγγυητικής επιστολής. Υποχρεώσεις πιστωτικού ιδρύματος. ΕφΘράκης 261/2009, σελ.439  
ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ  
Συμφωνία πιστωτών επιχείρησης του άρθρου 44 Ν 1892/1990. Νομική φύση του συμβιβασμού. Αυτοδίκαιη ανατροπή της συμφωνίας λόγω της πλήρωσης διαλυτικής αίρεσης περί μη έγκαιρης αποπληρωμής των χρεών του οφειλέτη σύμφωνα με τα συνομολογηθέντα. Επίκληση συνδρομής περιστάσεων και λόγων αναπροσαρμογής των όρων της συμφωνίας και αδικαιολόγητου πλουτισμού των πιστωτών του οφειλέτη. ΠΠρΑθ 7501/2008, σελ. 169.  
ΕΚΤΟΚΙΣΜΟΣ  
Ακυρωσία δικαιοπραξίας. Έλλειψη ουσιώδους πλάνης. Απο-σβεστική προθεσμία. Συμπεριφορά αντίθετη στα χρηστά ήθη. Καταχρηστικοί γενικοί όροι συναλλαγών. Συμφωνία εκτοκισμού ανά τρίμηνο πριν από την εφαρμογή του Ν 2601/1998. Δικαιοπρακτικός καθορισμός επιτοκίων πιστωτικών συμβάσεων. Έλεγχος ορίων επιτοκίων με βάση τις γενικές διατάξεις ΑΚ. Λειτουργία σύμβασης εγγυητικής επιστολής. Υποχρεώσεις πιστωτικού ιδρύματος. ΕφΘράκης 261/2009, σελ. 439  
Αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής. Διάγνωση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μερών. Δεν χωρεί αναγνωριστική αγωγή με αίτημα την αξιολόγηση πραγματικών γεγονότων αναφορικά με εξόφληση χρέους. Απαράδεκτη αγωγή του οφειλέτη κατά πιστωτικού ιδρύματος με βάση την ΚΠολΔ 70 και την παρ. 5 άρθρ. 39 Ν 3259/2004 με συναφές αίτημα. Παρεμπίπτοντα πραγματικά ζητήματα διαδικασίας. ΕιρΑθ 4197/2008, σελ. 158.  
Η διάταξη του άρθρου 30 παρ. 2 εδ. β΄ του Ν 2789/2000, που αφορά τον ανατοκισμό επί δανειακών συμβάσεων που έκλεισαν οριστικά, με την οποία αποκλείεται η αναζήτηση, πλην άλλων, και των εκουσίως καταβληθέντων ποσών, δεν αντίκειται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και το άρθρο 17 παρ. 1 του Συντ. ΑΠ 1277/2008, σελ. 156.  
Επανακαθορισμός νόμιμης τελικής συνολικής οφειλής προς το πιστωτικό ίδρυμα σε περίπτωση συμβάσεως πιστώσεως αλληλόχρεου λογαριασμού, που κλείστηκε οριστικά έως την 31.12.2000. ΑΠ 1561/2008, σελ. 155.  
ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑ  
Η τριχοτόμηση του δικαίου της καταπιστευτικής μεταβίβασης κινητών και απαιτήσεων και η ανάγκη τελολογικής και συστηματικής εναρμόνισης των Ν 2844/2000 και 3301/2004 εντός του πλαισίου των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων περί εμπράγματης ασφάλειας. Μελέτη Δ. Κ. Ρούσσης, σελ. 359  
ΕΝΕΧΥΡΑΣΗ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ  
Από τις διατάξεις των άρθρων 39 και 44 του ΝΔ της 17 Ιουλίου/13 Αυγούστου 1923 προκύπτει ότι η ενεχύραση από τον καταθέτη στην τράπεζα της απαιτήσεώς του επί υπάρχουσας σε αυτήν καταθέσεώς του είναι μεν έγκυρη, αλλά η τυχόν σε αυτήν (τράπεζα) εκχώρηση της εν λόγω ενεχυριασμένης απαιτήσεως δεν αποτελεί εκχώρηση κατά την έννοια της ΑΚ 455, αλλά συνιστά πλασματική εκχώρηση και απλώς παρέχει στην ενεχυρούχο τράπεζα το δικαίωμα εισπράξεως της (σε αυτήν) ενεχυριασμένης απαιτήσεως. Δικαιούχος της βεβαρημένης με το ενέχυρο απαιτήσεως, μη αποξενούμενος απολύτως από αυτήν, εξακολουθεί να παραμένει ο καταθέτης (ενεχυραστής). Περαιτέρω, οι δανειστές του ενεχυραστή δεν παρεμποδίζονται να επιβάλουν κατάσχεση στην ενεχυρασμένη αυτήν απαίτηση και να ικανοποιηθούν από αυτή μετά την προνομιακή ικανοποίηση της ενεχυρούχου δανείστριας τράπεζας, η οποία δικαιούται να εισπράξει μόνη της («ως εκδοχέας») την ενεχυρασμένη απαίτηση και συγκεκριμένα, είτε πριν, είτε μετά τη λήξη του ενεχυρασμένου χρέους και να αποδώσει στον οφειλέτη το εναπομένον μέρος της απαιτήσεως, μετά την εξόφλησή της.ΕφΑθ 1050/2008 (παρατ. Ζ. Τσολακίδης), σελ.446  
ΕΝΟΡΚΕΣ ΒΕΒΑΙΩΣΕΙΣ  
Βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια των άρθρων 339 και 342 ΚΠολΔ, αλλά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο. ΑΠ 1551/2008 (παρατ. Δ. Χατζής), σελ. 120.  
ΕΠΑΝΑΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΟΦΕΙΛΩΝ  
Άρθρο 39 παρ. 5 Ν 3259/2004. Προϋποθέσεις εφαρμογής. Δανειολήπτης κατΑ επάγγελμα αγρότης και οφειλή σχετική με την επαγγελματική αγροτική δραστηριότητα. Κρίσιμος χρόνος συνδρομής των προϋποθέσεων. Χρόνος σύναψης των επίδικων δανειστικών συμβάσεων. Δεν απαιτείται η συνεχής άσκηση αγροτικού επαγγέλματος. ΑΠ 1325/2009, σελ. 482  
ΕΠΙΤΑΓΗ  
Αναιτιώδες της ενοχής από την επιταγή. ΚατΑ εξαίρεση μόνο επιτρέπεται η προβολή ενστάσεων από το εναγόμενο εξ επιταγής πρόσωπο κατά του κομιστή, αν ο κομιστής κατά το χρόνο κτήσεως της επιταγής αφενός τελούσε σε γνώση της υπάρξεως των ενστάσεων αυτών κατά του εκδότη ή των πριν απΑ αυτόν κομιστών του τίτλου και αφετέρου ενήργησε αυτός προς βλάβη του οφειλέτη. ΑΠ 1551/2008 (παρατ. Δ. Χατζής), σελ. 120.  
Δικαιούχος κατΑ άρθρο 914 ΑΚ αποζημίωσης είναι αυτός που προσβλήθηκε με την αδικοπραξία άμεσα στα δικαιώματα, έννομα αγαθά ή προστατευόμενα συμφέροντά του. Αντανακλαστικές συνέπειες της αδικοπραξίας στην περιουσία τρίτου, δεν καθιστούν αυτόν δικαιούχο αποζημιώσεως, εκτός από τις εξαιρέσεις των άρθρων 928-929 ΑΚ. Στην περίπτωση που προξενήθηκε ζημία στην ΕΠΕ, η άσκηση της σχετικής αγωγής επιτρέπεται στην εταιρία και όχι στους μετόχους της. ΑΠ 895/2008, σελ. 126.  
Απαράδεκτο ένστασης πλαστότητας λόγω μη επίκλησης αποδεικτικών εγγράφων, μαρτύρων και λόγω έλλειψης ειδικής πληρεξουσιότητας δικηγόρου. Αρχή του μη ανακλητού της επιταγής και στη μεταχρονολογημένη επιταγή. Περιστατικά της κακής πίστεως του πιστωτικού ιδρύματος ως τρίτου κομιστή και η διΑ οπισθογραφήσεως αποδοχή, εκ μέρους του, της μεταβιβάσεως της επιταγής, πρέπει να εκτίθενται στο δικόγραφο της ανακοπής. Έννοια και λειτουργία της λευκής επιταγής. Κριτήρια διάγνωσης περιστατικών νόθευσης στοιχείων επιταγής. ΕιρΠειρ 26/2009, σελ. 303.  
Μεταβίβαση επιταγής με οπισθογράφηση και με ρήτρα αξίας ενεχύρου. Εγκυρότητα μεταβίβασης επιταγής λόγω ενεχύρου και δικαιώματα αποκτώντος πιστωτικού ιδρύματος. Αδυναμία περαιτέρω μεταβίβασης της επιταγής. Ενστάσεις οφειλέτη κατά τρίτου κομιστή της επιταγής. Δεν αρκεί η υπαίτια άγνοια, αλλά απαιτείται θετική γνώση του τρίτου κομιστή για την ύπαρξη ενστάσεων του οφειλέτη και αποδοχή της επιταγής με πρόθεση βλάβης και ματαίωσης των ενστάσεων του οφειλέτη. ΜΠρΑθ 222/2009, σελ. 301.  
ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΗ  
Η αναπροσαρμογή του πλαισίου άσκησης εποπτείας στο ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα σύμφωνα με την «έκθεση de Larosiere». Μελέτη Χ. Γκόρτσος, σελ. 5.  
Η τρέχουσα χρηματοπιστωτική κρίση: Ρυθμιστικές παρεμβάσεις σε διεθνές, ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο. Επικαιρότητα Χ. Γκόρτσος / Χ. Λιβαδά, σελ. 70.  
Ο μαύρος κύκνος και η μεταρρύθμιση της διεθνούς χρηματοπιστωτικής εποπτείας. Μελέτη Γ. Αυγερινός, σελ. 28.  
ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ  
Δικαιούχος κατΑ άρθρο 914 ΑΚ αποζημίωσης είναι αυτός που προσβλήθηκε με την αδικοπραξία άμεσα στα δικαιώματα, έννομα αγαθά ή προστατευόμενα συμφέροντά του. Στην περίπτωση που προξενήθηκε ζημία στην ΕΠΕ, η άσκηση της σχετικής αγωγής επιτρέπεται στην εταιρία και όχι στους μετόχους της. ΑΠ 895/2008, σελ. 126.  
ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ  
Το ισχύον ευρωπαϊκό οικονομικό δίκαιο αναφορικά με τη δημοσιονομική πειθαρχία και οι προϋποθέσεις τροποποίησής του. Σχόλιο Χ. Γκόρτσος, σελ. 213.  
ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΗ ΠΙΣΤΗ  
Η αρχή του «υπεύθυνου δανεισμού» και η πρόσφατη κοινοτική Οδηγία για την καταναλωτική πίστη. Μελέτη Ε. Περάκης, σελ. 352  
ΚΑΤΑΠΙΣΤΕΥΤΙΚΗ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΚΙΝΗΤΩΝ  
Η τριχοτόμηση του δικαίου της καταπιστευτικής μεταβίβασης κινητών και απαιτήσεων και η ανάγκη τελολογικής και συστηματικής εναρμόνισης των Ν 2844/2000 και 3301/2004 εντός του πλαισίου των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων περί εμπράγματης ασφάλειας. Μελέτη Δ. Κ. Ρούσσης, σελ. 359  
ΚΟΙΝΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ  
Στην περίπτωση αναλήψεως ολόκληρου του ποσού της χρηματικής καταθέσεως από τον ένα μόνο δικαιούχο και αποσβέσεως έτσι, της έναντι του δέκτου της καταθέσεως απαιτήσεως εις ολόκληρον και ως προς τον άλλο, μη αναλαβόντα δανειστή, αποκτά ο δανειστής αυτός απαίτηση εκ του νόμου, έναντι του αναλαβόντος για καταβολή σΑ αυτόν, ποσού ίσου προς το μισό του αναληφθέντος ισοπόσου της καταθέσεως, εκτός αν από την μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα στο σύνολο του ποσού της καταθέσεως ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής του μη αναλαβόντος, της οποίας το βάρος επικλήσεως και αποδείξεως υπέχει ο διά­δικος που υποβάλλει αίτημα. ΑΠ 2058/2007, σελ. 119.  
Σε περίπτωση χρηματικής καταθέσεως στο όνομα του ίδιου του καταθέτη και τρίτου ή τρίτων σε κοινό λογαριασμό, και ανεξαρτήτως του αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκαν σε όλους υπέρ των οποίων έγινε η κατάθεση ή σε μερικούς από αυτούς, παράγεται, μεταξύ του καταθέτη και του τρίτου αφενός και του δέκτη της καταθέσεως (τράπεζας) αφετέρου, ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή. Η ανάληψη των χρημάτων της κατάθεσης (ολικώς ή μερικώς) από έναν από τους δικαιούχους γίνεται εξ ιδίου δικαίου, εάν δε αναληφθεί ολόκληρο το ποσό της χρηματικής καταθέσεως από ένα μόνο δικαιούχο, επέρχεται απόσβεση της απαιτήσεως καθολοκληρίαν έναντι της τράπεζας και ως προς τον άλλο, ήτοι το δικαιούχο, που δεν προέβη σε ανάληψη, ο οποίος ωστόσο αποκτά εκ του νόμου απαίτηση έναντι εκείνου, που ανέλαβε ολόκληρη την κατάθεση, για την καταβολή ποσού ίσου προς το μισό της καταθέσεως, εκτός εάν από τη μεταξύ τους εσωτερική σχέση προκύπτει άλλη αναλογία ή δικαίωμα επί ολοκλήρου του ποσού ή έλλειψη δικαιώματος αναγωγής εκ μέρους αυτού, ο οποίος δεν έκανε ανάληψη του ποσού. ΑΠ 877/2008, σελ. 115.  
MiFID  
Η αγορά κρατικών ομολόγων στην Ελλάδα μετά τη MiFID: Ζητήματα που ανακύπτουν σχετικά με τη δομή, διαφάνεια, ρευστότητα και αποτελεσματικότητα εκτέλεσης. Μελέτη Αθ. Στ. Κουλορίδας, σελ. 251.  
ΝΟΜΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΟ  
Κατά τη διάταξη του άρθρου 71 του ΑΚ το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου ευθύνεται για τις πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης, το δε υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επί πλέον εις ολόκληρον. ΑΠ 1071/2009, σελ.460  
ΟΜΟΛΟΓΑ ΚΡΑΤΙΚΑ  
Η αγορά κρατικών ομολόγων στην Ελλάδα μετά τη MiFID: Ζητήματα που ανακύπτουν σχετικά με τη δομή, διαφάνεια, ρευστότητα και αποτελεσματικότητα εκτέλεσης. Μελέτη Αθ. Στ. Κουλορίδας, σελ. 251.  
ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΟ ΔΑΝΕΙΟ  
Ομολογιακά δάνεια που καλύπτονται από έναν ομολογιούχο δανειστή και εφαρμογή των διατάξεων του Ν 3156/2003. Γνωμοδότηση Γ. Δ. Καλλιμόπουλος, σελ. 372  
Από την λογική ακολουθία, τη γραμματική διατύπωση, αλλά και τη συστηματική ένταξη και τελολογική ερμηνεία της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 14 του Ν 3156/2003, προκύπτει ότι αυτή τυγχάνει εφαρμογής τόσο στα ομολογιακά δάνεια όσο και στις τιτλοποιήσεις απαιτήσεων (από ακίνητα). Τούτο, διότι η υπαγωγή της εγγραφής εμπράγματου δικαιώματος προς ασφάλεια απαιτήσεων από ομολογιακό δάνειο του Ν 3156/2003, σε αναλογικά δικαιώματα υποθηκοφυλάκων επί της εγγραπτέας πράξης θα αντιστρατευόταν ευθέως τον σκοπό της θέσπισης του Ν 3156/2003, αλλά και τον ειδικό σκοπό της διάταξης του ιδίου του άρθρου 14 του ως άνω νόμου. Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 1 του Ν 2844/2000 έχει διπλό περιεχόμενο: αφενός μεν θεσπίζει την ουσιαστικού δικαίου υποχρέωση απαντήσεως του προσώπου που τηρεί δημόσια βιβλία στις σχετικές αιτήσεις των ενδιαφερομένων και αφετέρου καθορίζει τη διαδικασία άρσεως κάθε σχετικής εκκρεμότητας. Η διαδικασία μάλιστα αυτή είναι αποκλειστική, καθώς η άρνηση του υποθηκοφύλακα δεν αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη και συνεπώς δεν προσβάλλεται με αίτηση ακυρώσεως. ΜΠρΑθ 423/2010, σελ. 426  
Ενόψει του ότι ο περιορισμός του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν 3156/2003 δεν αφορά μόνο τα εισπραττόμενα από την καθΑ ης η αίτηση υποθηκοφύλακα δικαιώματα υπέρ τρίτων, αλλά και τα δικά της δικαιώματα δηλαδή την αμοιβή της, καθώς και ότι η προσημείωση υποθήκης περιλαμβάνεται στην εν λόγω διάταξη, ως εμπράγματο δικαίωμα, η εγγραφή της, εφόσον ασφαλίζει απαιτήσεις που απορρέουν από ομολογιακό δάνειο του Ν 3156/2003, υπόκειται μόνο σε πάγια δικαιώματα υποθηκοφυλάκων (εμμίσθων ή αμίσθων) ποσού 100 ευρώ και όχι στα προβλεπόμενα από Ν 325/1976 αναλογικά δικαιώματα. Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 του Ν 3156/2003 περιορισμός της αμοιβής του υποθηκοφύλακα, που αφορά σε εμπράγματες ασφάλειες, μεταξύ των οποίων και στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, προς εξασφάλιση ειδικών μορφών χρηματοδότησης που ρυθμίστηκαν με το νόμο αυτό και όχι βέβαια η κατάργηση αυτής (αμοιβής), υπαγορεύεται από το γενικότερο δημόσιο συμφέρον και δεν είναι αντίθετος στην αρχή της αναλογικότητας. ΕφΑθ 6959/2008, σελ. 432  
Η προσημείωση υποθήκης, όπως ακριβώς και η πλήρης υποθήκη, συνιστά μορφή εμπράγματης ασφάλειας, που κατατείνει στην προνομιακή ικανοποίηση του δανειστή από το προϊόν της ρευστοποίησης του υπέγγυου πράγματος, ενώ αποτελεί, ταυτόχρονα, και θεσμό του δικονομικού δικαίου και συγκεκριμένα ασφαλιστικό μέτρο. Ως ασφαλιστικό μέτρο η προσημείωση υποθήκης συνίσταται στη δέσμευση του ακινήτου του οφειλέτη για την εξασφάλιση χρηματικής απαίτησης του δανειστή όταν κινδυνεύει η μελλοντική ικανοποίησή της. Για την εγγραφή της προσημείωσης υποθήκης στο κτηματολόγιο ή στο υποθηκοφυλακείο, εφόσον με αυτήν εξασφαλίζεται απαίτηση από ομολογιακό δάνειο που υπάγεται στο Ν 3156/2003, απαιτείται η καταβολή μόνον παγίων δικαιωμάτων 100 ευρώ αποκλειόμενης άλλης επιβάρυνσης ή τέλους. Και τούτο διότι το άρθρο 14 του ως άνω νόμου που προβλέπει την ως άνω καταβολή αναφέρεται σε κάθε εγγραφή σύστασης ή μεταβίβασης ή άρση ή διαγραφή εμπραγμάτων δικαιωμάτων, και επομένως, αν και η προσημείωση υποθήκης είναι μεν εμπράγματο δικαίωμα, αλλά υπό αναβλητική αίρεση, σε κάθε περίπτωση όμως, με την τελεσίδικη επιδίκαση της απαίτησης, τρέπεται σε υποθήκη και ανατρέχει στον χρόνο εγγραφής της προσημείωσης. ΕφΚρ 194/2009, σελ. 429  
Πρόσωπα, τα οποία μετέχουν στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Έκδοση κοινού ενυπόθηκου ομολογιακού δανείου σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν 3156/2003. Σύμβαση κάλυψης κοινού ενυπόθηκου ομολογιακού δανείου από δύο τράπεζες. Απόρριψη των αιτήσεων για την εγγραφή προσημείωσης σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν 3156/2003 από την υποθηκοφύλακα με την αιτιολογία ότι η μια εκ των δύο τραπεζών που αποτελεί παράρτημα της πρώτης δεν αποτελεί ομολογιούχο δανειστή με την έννοια που έχει η ουσία του ομολογιακού δανειστή, ότι δηλαδή οι ομολογίες διατίθενται σε ένα ευρύ κοινό αγοραστών, για την αποτροπή του κινδύνου συγκεντρώσεως των δικαιωμάτων των ομολογιών στα χέρια ενός και ότι συνεπώς, το δάνειο που συνήφθη μεταξύ των δύο τραπεζών δεν είναι ομολογιακό, σύμφωνα με το Ν 3156/2003, αλλά υποκρύπτει άλλη δανειακή σύμβαση, οπότε και δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής το άρθρο 14 του Ν 3156/2003. Οι δυο ομολογιούχοι δανειστές είναι δύο τραπεζικές εταιρίες, καθεμία από τις οποίες αποτελεί αυτοτελές νομικό πρόσωπο. Σε κάθε, ωστόσο, περίπτωση, ακόμη και αν η μια τράπεζα αποτελούσε παράρτημα της άλλης και συνακόλουθα, όλες οι ομολογίες, που εκδόθηκαν στη συγκεκριμένη περίπτωση, είχαν περιέλθει σε έναν μόνο ομολογιούχο δανειστή, η νομική φύση του ομολογιακού δανείου, όπως αυτή προσδιορίζεται από τις διατάξεις του Ν 3156/2003, δεν κάμπτεται και ως εκ τούτου, μπορούν να τύχουν εφαρμογής οι φορολογικές απαλλαγές του Ν 3156/2003. ΜΠρΘεσ 11802/2008, σελ. 435  
ΠΛΑΝΗ  
Ακυρωσία δικαιοπραξίας. Έλλειψη ουσιώδους πλάνης. Απο-σβεστική προθεσμία. Συμπεριφορά αντίθετη στα χρηστά ήθη. Καταχρηστικοί γενικοί όροι συναλλαγών. Συμφωνία εκτοκισμού ανά τρίμηνο πριν από την εφαρμογή του Ν 2601/1998. Δικαιοπρακτικός καθορισμός επιτοκίων πιστωτικών συμβάσεων. Έλεγχος ορίων επιτοκίων με βάση τις γενικές διατάξεις ΑΚ. Λειτουργία σύμβασης εγγυητικής επιστολής. Υποχρεώσεις πιστωτικού ιδρύματος. ΕφΘράκης 261/2009, σελ. 439  
ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗ  
Ακυρωσία δικαιοπραξίας. Έλλειψη ουσιώδους πλάνης. Απο-σβεστική προθεσμία. Συμπεριφορά αντίθετη στα χρηστά ήθη. Καταχρηστικοί γενικοί όροι συναλλαγών. Συμφωνία εκτοκισμού ανά τρίμηνο πριν από την εφαρμογή του Ν 2601/1998. Δικαιοπρακτικός καθορισμός επιτοκίων πιστωτικών συμβάσεων. Έλεγχος ορίων επιτοκίων με βάση τις γενικές διατάξεις ΑΚ. Λειτουργία σύμβασης εγγυητικής επιστολής. Υποχρεώσεις πιστωτικού ιδρύματος. ΕφΘράκης 261/2009, σελ. 439  
Καταχρηστικοί οι ΓΟΣ βάσει των οποίων επιβάλλεται:  
o χρέωση για κάθε κίνηση λογαριασμού ταμιευτηρίου ή τρεχούμενου, που αφορά ανάληψη ή κατάθεση μετρητών ή κατάθεση επιταγής στα Ταμεία, όταν οι κινήσεις είναι περισσότερες από τέσσερις το μήνα και ανάλογα με το μέσο μηνιαίο υπόλοιπο του λογαριασμού,  
o χρέωση για κατάθεση από τρίτο (που δεν τηρεί καταθετικό λογαριασμό στην τράπεζα) χρημάτων σε λογαριασμό που διατηρεί στην τράπεζα πελάτης της, που κλιμακώνεται ανάλογα με το ποσό.  
o σταδιακή αποδέσμευση του εγκριθέντος ποσού στεγαστικού δανείου όταν το δάνειο βρίσκεται στο στάδιο της εκταμίευσης, σύμφωνα με την πρόοδο των υπολειπόμενων εργασιών στο ακίνητο.  
Δεν είναι καταχρηστικοί οι ΓΟΣ βάσει των οποίων επιβάλλονται στο πλαίσιο σύμβασης επιταγής οι ακόλουθες επιβαρύνσεις:  
o για ανάκληση πληρωμής επιταγών έκδοσης πελάτη της τράπεζας προμήθεια ύψους τριάντα (30) €, η οποία καταβάλλεται και όταν η ανάκληση αφορά κλαπείσες ή απωλεσθείσες επιταγές,  
o για επεξεργασία ακάλυπτων επιταγών έκδοσης πελάτη της τράπεζας, προμήθεια είκοσι πέντε (25) €,  
o για σφράγιση ακάλυπτων επιταγών έκδοσης πελάτη της τράπεζας, προμήθεια είκοσι (20) €, και  
o για διαγραφή δυσμενών στην ΤΕΙΡΕΣΙΑ Α.Ε στοιχείων, προμήθεια σαράντα (40) €. ΑΠ 2123/2009, σελ. 464  
Σύμβαση στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο. Ο όρος του κυμαινόμενου επιτοκίου, όπως διατυπώνεται στην αρχική σύμβαση δεν κρίνεται καταχρηστικός, αφού δεν αναφέρονταν μεν ρητά στοιχεία προσδιοριστικά των κριτηρίων που θα επηρέαζαν τη διακύμανσή του, αλλά είχε ως σημείο αναφοράς τις επικρατούσες χρηματοοικονομικές συνθήκες και την χρηματοδοτική πρακτική της τράπεζας. Έτσι δεν παρουσίασε απόκλιση από τις συναλλακτικά δικαιολογημένες προσδοκίες του δανειολήπτη. Δεν αποδείχθηκε δε ότι η αναπροσαρμογή του δεν ακολουθούσε τις διακυμάνσεις της αγοράς και δεν ήταν ανεκτή και αναμενόμενη, διατηρώντας την ισοδυναμία της παροχής και αντιπαροχής, δεδομένου ακόμη ότι σε διάφορα χρονικά διαστήματα, κατά τη διάρκεια της σύμβασης το επίδικο επιτόκιο σημείωσε μείωση. Δεν αποδείχθηκε ακόμη και ο συγκεκριμένος όρος παραβιάζει την αρχή της διαφάνειας, εφόσον έδινε το δικαίωμα στο δανειολήπτη να κατανοεί επαρκώς αν η συμπεριφορά της τράπεζας ήταν σύννομη και σύμφωνη με τα συμφωνηθέντα. ΕιρΑθ 4052/2009, σελ. 478  
Σύμβαση στεγαστικού δανείου. Αρχή της διαφάνειας. Αοριστία τιμήματος. Επαρκή κριτήρια προσδιορισμού. Έξοδα έγκρισης και νομικού-τεχνικού ελέγχου στεγαστικού δανείου. Ειδικώς καθορισμένα έξοδα δανείου. Προηγούμενη ενημέρωση καταναλωτή. Μη καταχρηστικότητα συμβατικών όρων. ΕιρΑθ 2282/2009, σελ. 480  
Η ενσωμάτωση στο εσωτερικό δίκαιο προστασίας του καταναλωτή του πεδίου εφαρμογής της Οδηγίας 2008/48/ΕΚ για την καταναλωτική πίστη υπό το πρίσμα του εναρμονιστικού της προτύπου. Μελέτη Α. Τασίκας, σελ. 52.  
Σύμβαση στεγαστικού δανείου. Γενικός συναλλακτικός όρος περί κυμαινόμενου επιτοκίου. Αρχή της διαφάνειας και του ορισμένου της σχέσης παροχής-αντιπαροχής. Εφαρμογή των παρ. 6 και 7 εδ. ε΄ και ια΄ Ν 2251/1994. Αναπροσαρμογή επιτοκίου σύμφωνα με τις διακυμάνσεις της αγοράς. Εφαρμογή της ΠΔ/ΤΕ 2501/2002 και τροποποίηση του αρχικού περί επιτοκίου όρου. Μη καταχρηστικότητα του αρχικού συναλλακτικού όρου λόγω διατήρησης της ισοδυναμίας παροχής και αντιπαροχής και τήρησης της αρχής της διαφάνειας. ΕιρΑθ 1335/2009, σελ. 336.  
Το ζήτημα της εφαρμογής του Ν 2251/1994 (όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον Ν 3587/2007) επί τραπεζικών συναλλαγών. Μελέτη Α. Πελλένη-Παπαγεωργίου, σελ. 224.  
ΠΤΩΧΕΥΣΗ  
Αίτηση εταιρείας υπαγωγής σε διαδικασία συνδιαλλαγής του άρθρου 99 ΠτΚ και λήψης προληπτικών μέτρων μέχρι την έκδοση της επικυρωτικής απόφασης της συμφωνίας πιστωτών με βάση το άρθρο 103 ΠτΚ. Περιεχόμενο και νομική βάση αιτήματος. Πρόσθετη παρέμβαση πιστωτών με αντίθετο αίτημα. ΠΠρΑθ 2/2009 (παρατ. Δ. Ρούσσης), σελ. 164.  
ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗΣ ΕΠΙ ΜΕΤΟΧΩΝ (EQUITY SWAPS)  
H κατάρτιση συμβάσεων ανταλλαγής επί μετοχών (equity swaps) ως καταστρατήγηση της υποχρέωσης υποβολής δημόσιας πρότασης (γνωμ.). Μελέτη Δ. Κ. Αυγητίδης, σελ. 239.  
ΣΥΜΒΑΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ  
Η σύναψη της δανειακής συμβάσεως και η λήψη του στεγαστικού δανείου δεν είχε ως άμεση και αυτοδίκαιη συνέπεια την υπαγωγή του δανειολήπτη στην επίμαχη, σύμβαση ομαδικής ασφαλίσεως άνευ άλλου τινός, αλλά τελούσε υπό τον όρο αποδοχής της από την τράπεζα, με την έκδοση σχετικής πρόσθετης πράξης επί του ομαδικού ασφαλιστηρίου. Η μη έκδοση τέτοιας πρόσθετης πράξης και παράδοσής της από την τράπεζα στον αποβιώσαντα είχε ως συνέπεια την μη υπαγωγή του τελευταίου στη σύμβαση ομαδικής ασφαλίσεως. Μη υποχρέωση της τράπεζας να αποδεχθεί την αίτηση ασφαλίσεως ή να γνωστοποιήσει στο δανειολήπτη τη μη αποδοχή του προς ασφάλιση εκ μέρους της. ΜΠρΑθ 3756/2008, σελ. 114.  
ΣΥΜΒΑΣΗ ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ  
Η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα φέρει τον χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης και εφαρμόζονται επΑ αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 830 παρ. 1 ΑΚ, αφενός η περί δανείου διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ, αφετέρου δε η διάταξη του άρθρου 827 ΑΚ. Αν τρίτος μετήλθε αξιόποινη πράξη και συνεπεία αυτής πέτυχε την απόδοση εις εκείνον του ποσού της καταθέσεως ή τούτο αναλήφθηκε από προστηθέντα από τον τραπεζικό οργανισμό υπάλληλο χωρίς εντολή του παρακαταθέτη, η αδικοπραξία τελείται σε βάρος της τράπεζας, η οποία είναι κυρία των χρημάτων και της οποίας η περιουσία βλάπτεται από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του τρίτου ή του προστηθέντος από εκείνον υπαλλήλου της, ενώ η εναντίον της ενοχική αξίωση του καταθέτη από τη σύμβαση ανώμαλης παρακαταθήκης παραμένει άθικτη, εφόσον δεν συντρέχει περίπτωση απαλλαγής της κατά το άρθρο 3 του ΝΔ 17.7/13.8.1923. ΑΠ 707/2009, σελ. 309.  
ΣΥΜΒΑΣΗ ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΟΥ ΔΑΝΕΙΟΥ  
Έννοια. Από την ερμηνεία του άρθρου 14 Ν 3156/2003 προκύπτει ότι στο πεδίο εφαρμογής του νόμου αυτού εμπίπτουν και τα κοινά ομολογιακά δάνεια. Η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 εισάγει επιτρεπτό περιορισμό της κατοχυρωμένης με το άρθρο 5 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος οικονομικής και επαγγελματικής ελευθερίας των υποθηκοφυλάκων, καθώς υπαγορεύεται από το γενικότερο δημόσιο συμφέρον, και δεν είναι αντίθετος στην αρχή της αναλογικότητας. ΜΠρΛαρ 178/2009, σελ. 296.  
Σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν 3156/2003, η παροχή ασφάλειας που καταχωρείται σε δημόσιο βιβλίο, όπως είναι και η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης για σύμβαση που προβλέπεται από αυτόν το νόμο απαλλάσσεται από κάθε άμεσο ή έμμεσο φόρο περιλαμβανομένου και του φόρου υπεραξίας, τέλος ανταποδοτικό ή μη, τέλος χαρτοσήμου, εισφορά του Ν 128/1975, προμήθεια, δικαίωμα ή άλλη επιβάρυνση υπέρ του Δημοσίου ή τρίτων. Για την εγγραφή δε της προσημείωσης υποθήκης στο κτηματολόγιο ή στο υποθηκοφυλακείο εφόσον με αυτή εξασφαλίζεται απαίτηση από ομολογιακό δάνειο που υπάγεται στο Ν 3156/2003 απαιτείται η καταβολή πάγιων μόνο δικαιωμάτων εκατό ευρώ, αποκλειόμενης άλλης επιβάρυνσης ή τέλους. Αυτό συνάγεται από την παράγραφο 2 του άρθρου 14 του Ν 3156/2003, η οποία αναφέρεται σε κάθε εγγραφή σύστασης εμπραγμάτων δικαιωμάτων, επομένως και της προσημείωσης υποθήκης, η οποία αποτελεί εμπράγματο δικαίωμα υποθήκης υπό την αναβλητική αίρεση της τελεσίδικης επιδίκασης της απαίτησης με αναδρομικά αποτελέσματα από την ημέρα της εγγραφής της προσημείωσης. ΕφΠατρών 799/2008, σελ. 295.  
ΤΡΑΠΕΖΕΣ  
Ακυρωσία δικαιοπραξίας. Έλλειψη ουσιώδους πλάνης. Απο-σβεστική προθεσμία. Συμπεριφορά αντίθετη στα χρηστά ήθη. Καταχρηστικοί γενικοί όροι συναλλαγών. Συμφωνία εκτοκισμού ανά τρίμηνο πριν από την εφαρμογή του Ν 2601/1998. Δικαιοπρακτικός καθορισμός επιτοκίων πιστωτικών συμβάσεων. Έλεγχος ορίων επιτοκίων με βάση τις γενικές διατάξεις ΑΚ. Λειτουργία σύμβασης εγγυητικής επιστολής. Υποχρεώσεις πιστωτικού ιδρύματος. ΕφΘράκης 261/2009, σελ. 439  
ΤΡΑΠΕΖΙΚΕΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ  
Το ζήτημα της εφαρμογής του Ν 2251/1994 (όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον Ν 3587/2007) επί τραπεζικών συναλλαγών. Μελέτη Α. Πελλένη-Παπαγεωργίου, σελ. 224.  
ΥΠΟΘΗΚΗ  
Η προσημείωση υποθήκης, όπως ακριβώς και η πλήρης υποθήκη, συνιστά μορφή εμπράγματης ασφάλειας, που κατατείνει στην προνομιακή ικανοποίηση του δανειστή από το προϊόν της ρευστοποίησης του υπέγγυου πράγματος, ενώ αποτελεί, ταυτόχρονα, και θεσμό του δικονομικού δικαίου και συγκεκριμένα ασφαλιστικό μέτρο. Ως ασφαλιστικό μέτρο η προσημείωση υποθήκης συνίσταται στη δέσμευση του ακινήτου του οφειλέτη για την εξασφάλιση χρηματικής απαίτησης του δανειστή όταν κινδυνεύει η μελλοντική ικανοποίησή της. Για την εγγραφή της προσημείωσης υποθήκης στο κτηματολόγιο ή στο υποθηκοφυλακείο, εφόσον με αυτήν εξασφαλίζεται απαίτηση από ομολογιακό δάνειο που υπάγεται στο Ν 3156/2003, απαιτείται η καταβολή μόνον παγίων δικαιωμάτων 100 ευρώ αποκλειόμενης άλλης επιβάρυνσης ή τέλους. Και τούτο διότι το άρθρο 14 του ως άνω νόμου που προβλέπει την ως άνω καταβολή αναφέρεται σε κάθε εγγραφή σύστασης ή μεταβίβασης ή άρση ή διαγραφή εμπραγμάτων δικαιωμάτων, και επομένως, αν και η προσημείωση υποθήκης είναι μεν εμπράγματο δικαίωμα, αλλά υπό αναβλητική αίρεση, σε κάθε περίπτωση όμως, με την τελεσίδικη επιδίκαση της απαίτησης, τρέπεται σε υποθήκη και ανατρέχει στον χρόνο εγγραφής της προσημείωσης. ΕφΚρ 194/2009, σελ. 429  
Ουσιαστικό προνόμιο ΑΤΕ περί σύστασης υποθήκης με βάση το άρθρ. 12 Ν 4332/1929. Διατήρηση σε ισχύ προνομίου ΑΤΕ και μετά τη μετατροπή της σε ανώνυμη εταιρεία και την υπαγωγή της στο Ν 2076/1992. ΠΠρΚαβάλας 13/2009 (παρατ. Δ. Ρούσσης), σελ. 139.  
Σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν 3156/2003, η παροχή ασφάλειας που καταχωρείται σε δημόσιο βιβλίο, όπως είναι και η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης για σύμβαση που προβλέπεται από αυτόν το νόμο απαλλάσσεται από κάθε άμεσο ή έμμεσο φόρο περιλαμβανομένου και του φόρου υπεραξίας, τέλος ανταποδοτικό ή μη, τέλος χαρτοσήμου, εισφορά του Ν 128/1975, προμήθεια, δικαίωμα ή άλλη επιβάρυνση υπέρ του Δημοσίου ή τρίτων. Για την εγγραφή δε της προσημείωσης υποθήκης στο κτηματολόγιο ή στο υποθηκοφυλακείο εφόσον με αυτή εξασφαλίζεται απαίτηση από ομολογιακό δάνειο που υπάγεται στο Ν 3156/2003 απαιτείται η καταβολή πάγιων μόνο δικαιωμάτων εκατό ευρώ, αποκλειόμενης άλλης επιβάρυνσης ή τέλους. Αυτό συνάγεται από την παράγραφο 2 του άρθρου 14 του Ν 3156/2003, η οποία αναφέρεται σε κάθε εγγραφή σύστασης εμπραγμάτων δικαιωμάτων, επομένως και της προσημείωσης υποθήκης, η οποία αποτελεί εμπράγματο δικαίωμα υποθήκης υπό την αναβλητική αίρεση της τελεσίδικης επιδίκασης της απαίτησης με αναδρομικά αποτελέσματα από την ημέρα της εγγραφής της προσημείωσης. ΕφΠατρών 799/2008, σελ. 295.  
ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ  
Από το συνδυασμό των διατάξεων της χρηματιστηριακής νομοθεσίας και ιδιαίτερα το γεγονός ότι ο νομοθέτης, τόσο του Ν 3632/1928 όσο και του Ν 1806/1988, ρητά υπήγαγε στις χρηματιστηριακές συναλλαγές και «πάσα εν γένει παρεπόμενη δικαιοπραξία σχετιζόμενη», ο πρώτος και «κάθε δικαιοπραξία συναφή» ο δεύτερος, με τη διενέργεια των κυρίων χρηματιστηριακών συναλλαγών, συνάγεται ότι η διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 Ν 3632/1928 δεν αναφέρεται μόνο στις κύριες, αλλά και στις συναφείς ή παρεπόμενες των κυρίων χρηματιστηριακών συναλλαγών, όπως είναι και η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας. Ειδικός χαρακτήρας των εν λόγω διατάξεων σε σχέση με τις διατάξεις περί εντολής και της παραγραφής των αξιώσεων. Από το αντικείμενο της συμβάσεως χρηματιστηριακής παραγγελίας δεν νοείται αυτοτέλεια και ανεξαρτησία αυτής από την κύρια χρηματιστηριακή συναλλαγή. Θα αποτελούσε ανεπίτρεπτη διάσπαση του χρηματιστηριακού δικαίου, η εφαρμογή διαφορετικών διατάξεων για τις αξιώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας και για εκείνες που απορρέουν από τις κύριες χρηματιστηριακές συναλλαγές αξιώσεις. ΑΠ Ολ 16/2008, σελ. 146.  
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 15 αρ. 1 και 16 του Ν 3632/1928 και ενόψει της γενικότητας στη διατύπωση της διάταξης του άρθρου 15 παρ. 6 Ν 3632/1928 περί ετήσιας παραγραφής κάθε αξίωσης που πηγάζει από χρηματιστηριακή συναλλαγή μετά πάροδο έτους από τη λήξη του έτους κατά το οποίο έγινε η συναλλαγή, που δεν διακρίνει σε κύρια ή παρεπόμενη χρηματιστηριακή συναλλαγή, προκύπτει ότι η εν λόγω ετήσια παραγραφή ισχύει για τις αξιώσεις τόσο από τις κύριες χρηματιστηριακές συμβάσεις, όσο και από τις παρεπόμενες ή συναφείς, όπως είναι και εκείνη της χρηματιστηριακής παραγγελίας. Η διάταξη του άρθρου 15 παρ. 6 Ν 3632/1928 είναι ειδική έναντι των γενικών διατάξεων περί παραγραφής των άρθρων 249 επ. ΑΚ. Η ασφάλεια των χρηματιστηριακών συναλλαγών και η ανάγκη βεβαιότητας του δικαίου, με ταχύτατη εκκαθάριση των χρηματιστηριακών συμβάσεων, επέβαλαν την καθιέρωση της βραχυχρόνιας παραγραφής των αξιώσεων από χρηματιστηριακές συναλλαγές, μεταξύ των οποίων και εκείνη της χρηματιστηριακής παραγγελίας. ΑΠ 368/2008, σελ. 149.  
Κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματοπιστωτικών μέσων και οργανωμένες αγορές. Μελέτη Ν. Πιμπλής, σελ. 39.  
Αύξηση της τιμής της μετοχής εταιρίας και της εμπορευσιμότητας της μετοχής της. Εφόσον η συγκεκριμένη θετική πορεία της μετοχής που εξακολούθησε και μετά την παύση της διερευνώμενης συναλλακτικής συμπεριφοράς συγκεκριμένων προσώπων, δεν ήταν αποτέλεσμα τεχνητής ζητήσεως και παραπλανήσεως, διΑ αυτής, των επενδυτών, εξαιτίας της αυξημένης τιμής κλεισίματος που αποδίδεται στις επίμαχες συναλλαγές, αλλά οφειλόταν στα επιχειρηματικά νέα της εταιρίας, οι συναλλαγές αυτές που, κατά τα μη αμφισβητούμενα, ήταν πραγματικές και εκτελέστηκαν, πληρώθηκαν και εκκαθαρίστηκαν κανονικά χωρίς αντιστροφές ή άλλες παραπλανητικές ενέργειες, δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι συνιστούν από μόνες τους πράξεις χειραγωγήσεως της αγοράς. ΔΕφΑθ 1005/2009, σελ. 330.  
Οι πηγάζουσες από τη σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας αξιώσεις των συμβαλλομένων μερών, υπόκεινται στην ειδική ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 6 Ν 3632/1928 και όχι στη βραχυπρόθεσμη πενταετή ή τη γενική εικοσαετή παραγραφή του ΑΚ. ΑΠ 30/2009, σελ. 314.  
Οι πηγάζουσες από τη σύμβαση χρηματιστηριακής παραγγελίας αξιώσεις των συμβαλλομένων μερών, υπόκεινται στην ειδική ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 6 του Ν 3632/1928 και όχι στη βραχυπρόθεσμη πενταετή ή τη γενική εικοσαετή παραγραφή του ΑΚ. Χρόνος ενάρξεως της παραγραφής η στιγμή της καταρτίσεως της συμβάσεως παραγγελίας χρηματιστηριακής συναλλαγής. ΑΠ 264/2009, σελ. 316.  
Εντολή πώλησης, κατά τη διάρκεια συνεδρίασης του ΧΑΑ (εντός κύκλου) κοινών και προνομιούχων μετοχών. Πώληση αυθημερόν των κοινών μετοχών με το συμφωνηθέν τίμημα. Ρητή άρνηση της εντολής πώλησης των κοινών μετοχών λίγα λεπτά της ώρας μετά τη διαβίβασή της από την αγοράστρια εταιρεία, η οποία ζήτησε την ακύρωση της πωλήσεως, ενώ και οι φερόμενοι ως εντολείς δήλωσαν εγγράφως ότι δεν είχαν δώσει εντολή αγοράς των μετοχών αυτών. Οι προνομιούχες μετοχές του αναιρεσιβλήτου πωλήθηκαν αμέσως μετά περίπου τμηματικά σε έξι ανώνυμες εταιρείες. Λόγω της αγοράς των κοινών μετοχών χωρίς πληρεξουσιότητα και λαμβανομένου υπόψη ότι η χωρίς πληρεξουσιότητα εντολή αυτή αγοράς διασταυρώθηκε με αντίστοιχες εντολές πωλήσεων που είχαν εισαχθεί στο ηλεκτρονικό σύστημα του Χρηματιστηρίου από τα τερματικά άλλων μελών του, με συνέπεια τη σύναψη των σχετικών συμβάσεων αυτομάτως κατά τη διασταύρωση των εκατέρωθεν εντολών, αποφασίσθηκε, μετά από έγγραφη πρόταση όλων των εμπλεκομένων εταιρειών στις αγοραπωλησίες αυτές μετοχών να γίνει αντιλογισμός. Η σύναψη και εκτέλεση της σχετικής αντίστροφης συμφωνίας (επαναπωλήσεως ή επαναγοράς των πωληθέντων τίτλων) εκ μέρους του εντολοδόχου χρηματιστή χωρίς τη συναίνεση ή την έγκριση του εντολέα του που βλάπτεται από τη διενέργειά της, αφενός μεν συνιστά πράξη παράνομη, αφετέρου δε δεν επιδρά στη μεταξύ των μερών σχέση, και ειδικότερα δεν απαλλάσσει τον εντολοδόχο χρηματιστή από την υποχρέωση να αποκαταστήσει τη ζημία του εντολέα του, που προκλήθηκε από την υπαίτια παράλειψή του να εισπράξει για λογαριασμό του τελευταίου το τίμημα που επιτεύχθηκε. ΑΠ 1186/2009, σελ. 310.  
Προϋποθέσεις επιτρεπτού εξωχρηματιστηριακής μεταβίβασης μετοχών. Η συμφωνία εξωχρηματιστηριακής επαναγοράς μετοχών εισηγμένων στο χρηματιστήριο, που συνοδεύει την αρχική συμφωνία πώλησης, με τίμημα συμφωνημένο εκ των προτέρων και εκτός της τρέχουσας κατά το χρόνο της επαναγοράς επίσημης χρηματιστηριακής τιμής, ώστε να εξασφαλιστεί στον αγοραστή και δικαιούχο της επαναπώλησης συγκεκριμένη «απόδοση» του καταβληθέντος τιμήματος μεταξύ του χρόνου της αγοράς και εκείνου της επαναγοράς από τον αρχικό πωλητή είναι άκυρη, γιατί αποτελεί ανεπίτρεπτη εγγυητική ρήτρα εάν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θα καθιστούσαν επιτρεπτή την επαναγορά, ανεξάρτητα από το εάν η συμφωνία αυτή είναι μέρος πλέγματος εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων στο πλαίσιο μικτής σύμβασης. ΑΠ 343/2009, σελ. 318.  
Υποχρέωση των προσώπων που διαμεσολαβούν κατΑ επάγγελμα στην κατάρτιση συναλλαγών α) ειδοποίησης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, όταν υπάρχουν σοβαρές υπόνοιες, ότι οι συναλλαγές που έχουν καταρτισθεί θα μπορούσαν να συνιστούν κατάχρηση της αγοράς και β) καταγραφής και αρχειοθέτησης όλων των εντολών που δίνουν πελάτες τους για κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματοπιστωτικών μέσων. Από τη στιγμή που για τις επίμαχες συναλλαγές κρίθηκε ότι δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι συνιστούν από μόνες τους πράξεις χειραγωγήσεως της αγοράς, δεν τίθεται ζήτημα παράβασης της υποχρέωσης ενημέρωσης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς σχετικά με τον «ύποπτο» χαρακτήρα των εν λόγω συναλλαγών. ΔΕφΑθ 1008/2009, σελ. 333.  
Χρηματιστηριακή παραγγελία. Αντικείμενο. Η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής συναλλαγής αποτελεί σύμβαση εμπορικής παραγγελίας κατά τα άρθρα 90 επ. του ΕμπΝ, επί της οποίας έχουν ευθεία εφαρμογή οι περί εντολής διατάξεις των άρθρων 713 επ. του ΑΚ. ΑΠ 707/2009, σελ. 309.  
Ως προς την κατάρτιση σύμβασης χρηματιστηριακής παραγγελίας μεταξύ των διαδίκων με αντικείμενο νόμιμη χρηματιστηριακή συναλλαγή και την εκτέλεση αυτής, η απόδειξη μπορεί να γίνει με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο. Τόσο ο εντολέας επενδυτής όσο και η χρηματιστηριακή εταιρεία μπορούν να αποδείξουν την εντολή για την απόδειξη της απαίτησης της τελευταίας και με μάρτυρα. ΑΠ Ολ 5/2009, σελ. 307.  
Η διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 Ν 3632/1928 δεν αναφέρεται μόνο στις κύριες χρηματιστηριακές συναλλαγές, αλλά και στις συναφείς ή παρεπόμενες των κυρίων χρηματιστηριακών συναλλαγών, όπως είναι και η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας. Από την ειδικότητα δε των διατάξεων του χρηματιστηριακού δικαίου, σε σχέση με τις διατάξεις περί εντολής, προκύπτει ότι οι πηγάζουσες από τη σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας αξιώσεις των συμβαλλομένων μερών, υπόκεινται στην ειδική ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 6 Ν 3632/1928 και όχι στη βραχυπρόθεσμη πενταετή ή τη γενική εικοσαετή παραγραφή του ΑΚ. Ενώ εξ άλλου και από το αντικείμενο της σύμβασης χρηματιστηριακής παραγγελίας δεν νοείται αυτοτέλεια και ανεξαρτησία αυτής από την κύρια χρηματιστηριακή συναλλαγή, εξ αιτίας και με αφορμή την οποία συνάπτεται και της οποίας αποτελεί αναπόσπαστο παρακολούθημα. ΑΠ 1390/2009, σελ. 451  
Κατάρτιση άτυπης σύμβασης χρηματιστηριακής παραγγελίας. Παράνομη και υπαίτια πράξη υπαλλήλου της ΑΧΕ για την οποία συνευθύνεται και η ΑΧΕ διότι κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης αυτός ήταν υπάλληλός της και ενήργησεν ούτως κατά την εκτέλεσιν της υπηρεσίας του σε αυτήν, υπέχει δε ευθύνην και η εταιρία ως προστήσασα αυτόν. Η ιδιότητα του χρηματιστηριακού εκπροσώπου χρηματιστηριακής εταιρείας προβλέπεται από το άρθρο 6 Ν 1806/1988 και αποκτάται μετά από έγκριση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Δηλαδή δεν νοείται εν τοις πράγμασιν διορισμός ή εν τοις πράγμασιν άσκησις τοιούτων καθηκόντων. Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 922 ΑΚ προστήσας είναι εκείνος, ο οποίος με τη βούλησή του δέχεται τις υπηρεσίες του προστηθέντος, που απασχολείται διαρκώς ή παροδικά στη διεκπεραίωση της υποθέσεως και γενικά στην εξυπηρέτηση επαγγελματικών, οικονομικών ή κοινωνικών συμφερόντων του προστήσαντος και συνήθως υπόκειται στον έλεγχο ή απλώς στις γενικές οδηγίες και εντολές ή στην επίβλεψη του προστήσαντος. ΑΠ 1094/2009, σελ. 456  
Σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με αντικείμενο την εκτέλεση, έναντι προμήθειας, εντολών για αγοραπωλησίες μετοχών της αναιρεσείουσας, στο όνομα και για λογαριασμό της, με την υποχρέωση η τελευταία να προκαταβάλει το αντίτιμο των αξιών, των οποίων παραγγέλλει την αγορά μέσω της AXE, να καταθέτει τις προς πώληση αξίες πριν από την εκτέλεση της παραγγελίας και για κάθε άλλο ποσό ή αξία για την εκτέλεση εντολών, όπως ειδικότερα απαιτείται, υποχρεούμενη, αν δεν τηρήσει τις υποχρεώσεις της, σε άμεση κατάθεση του τιμήματος των αξιών (επί αγοράς) και παράδοση των αξιών (επί πωλήσεως) και σε καταβολή της προμήθειας, άλλως η επενδυτής (αναιρεσείουσα) καθίσταται την ημέρα εκείνη υπερήμερη, αυτοδικαίως και χωρίς να απαιτείται όχλησή της και ευθύνεται για κάθε ζημία της ΑΧΕ από την καθυστέρηση αυτή, συμπεριλαμβανομένου και του διαφυγόντος κέρδους, το πινακίδιο δε εκτελέσεως της εντολής συνιστά πλήρη απόδειξη ως προς τη διενέργεια της συναλλαγής, όχι όμως και της υποχρέωσης εκπλήρωσης των εκατέρωθεν υποχρεώσεων που πηγάζουν από τη συναλλαγή. ΑΠ 1179/2009, σελ. 453  
ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΗ ΜΙΣΘΩΣΗ  
Λειτουργία, νομική φύση και λήξη σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης. Όρος ότι σε περίπτωση υπερημερίας ως προς την πληρωμή του μισθώματος γίνονται απαιτητές όλες οι υπόλοιπες δόσεις του μισθώματος μέχρι το τέλος της συμφωνημένης διάρκειας της μισθώσεως πρέπει να κριθεί ως ποινική ρήτρα οπότε θα εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 409 ΑΚ. Αποκλεισμός εφαρμογής της διατάξεως αυτής με αντίθετη συμφωνία είναι άκυρος, γιατί πρόκειται για κανόνα δημοσίας τάξεως. Η ανάληψη ευθύνης της εταιρίας χρηματοδοτικής μισθώσεως για ελαττώματα δεν μπορεί να ανήκει στο πλέγμα των υποχρεώσεών της, που απορρέουν από την σύμβαση χρηματοδοτικής μισθώσεως, γιατί κάτι τέτοιο θα αντέκειτο στο δικαιοπρακτικό σκοπό των μερών. Τα ανωτέρω ισχύουν ακόμη και αν η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση δεν προβλέπει ρητώς την εκχώρηση των απαιτήσεων της εταιρίας χρηματοδοτικής μισθώσεως κατά του προμηθευτή προς τον αντισυμβαλλόμενό της, καθόσον από τη λειτουργία της συμβάσεως leasing προκύπτει ότι η υποχρέωση του εκμισθωτή για εκχώρηση ή εξουσιοδότηση προς άσκηση των δικαιωμάτων του από την πώληση αποτελεί, σε κάθε περίπτωση, παρεπόμενη υποχρέωση επιβαλλόμενη από την καλή πίστη (άρθρα 281 και 288 ΑΚ). ΠΠρΑθ 1997/2007, σελ. 130.  
ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ  
Διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση και χρηματοπιστωτικό δίκαιο: Επιδράσεις, τάσεις και προοπτικές. Μελέτη Γ. Δ. Καλλιμόπουλος, σελ. 349  
Το μέτρο της αναγκαίας αναπροσαρμογής του δημοσίου χρηματοπιστωτικού δικαίου ως συνέπεια της τρέχουσας χρηματοπιστωτικής κρίσης. Μελέτη Χ. Γκόρτσος, σελ. 215.  
ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ  
Διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση και χρηματοπιστωτικό δίκαιο: Επιδράσεις, τάσεις και προοπτικές. Μελέτη Γ. Δ. Καλλιμόπουλος, σελ. 349  
 

Δείτε επίσης...

ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΕΥΧΟΣ
1/2014 |
ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΟΜΟΣ
2007 | 2008 | 2009 | 2010 | 2011 | 2012 | 2013 |
ΕΤΑΙΡΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ
Η Νομική Βιβλιοθήκη σας κάνει δώρο ένα απο τα παρακάτω έργα κάθε φορά
που κάνετε αγορές άνω των 60 €

 

Το κλητήριο θέσπισμα

 

Νομολογία Διοικητικού Εφετείου Αθηνών 2000 - 2007

 

Ποινική Νομολογία Αρείου Πάγου 1998
Ποινική Νομολογία Αρείου Πάγου 1999

 

 

Κώδικας Ποινικής Δικονομίας και ειδικοί δικονομικοί νόμοι

 

Το δίκαιο της Ανώνυμης Εταιρίας - τόμος 10ος Ειδικά Θέματα

 
 
 
Η Νομική Βιβλιοθήκη με την αγορά του έργου "ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ" σας κάνει δώρο
την προηγούμενη έκδοση του έργου (10 τόμοι).

 

ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ - ΤΟΜΟΣ 1 ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΜΕΡΟΣ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

 

ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ - ΤΟΜΟΣ 2Α ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

 

ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ - ΤΟΜΟΣ 2Β ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

 

 

ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ - ΤΟΜΟΣ 3 ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

 

ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ - ΤΟΜΟΣ 4 Η ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ

 

ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ - ΤΟΜΟΣ 5 ΕΛΕΓΚΤΕΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΜΕΙΟΨΗΦΙΑΣ

 

 

ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ - ΤΟΜΟΣ 6 ΛΟΓΙΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

 

ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ - ΤΟΜΟΣ 7 ΔΙΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ

 

ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ - ΤΟΜΟΣ 8 ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΙ ΕΤΑΙΡΙΩΝ

 

 

ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ - ΤΟΜΟΣ 9 ΔΙΕΘΝΗ ΛΟΓΙΣΤΙΚΑ ΠΡΟΤΥΠΑ

 

ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ - ΤΟΜΟΣ 10 ΕΙΔΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

 

ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ - ΤΟΜΟΣ 11

 

Η προσφορά ισχύει μόνο για 350 αντίτυπα


ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

Με την αγορά του βιβλίου Διαγράμματα Πολιτικής Δικονομίας, έκπτωση 50% στο βιβλίο ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ (2011).



ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ

Με την αγορά του βιβλίου Αναγκαστική Απαλλοτρίωση προσφέρεται ΔΩΡΕΑΝ και η νεότερη έκδοση 2014 ενημερωμένη μέχρι και το Ν 4170/2013
Τιμή : 80€ φ.π., 90€ ν.π.
Τιμή προσφοράς: 68€ φ.π., 68€ ν.π.




ΔΩΡΟ CD Rom αξίας 35 €

που περιέχει συνολικά 315 νομοθετήματα και 3 Παραρτήματα νομοθετικών κειμένων και είναι ενημερωμένο έως και την πρόσφατη ΥΑ 1958/13.1.2012 (ΦΕΚ Β΄ 21/13.1.2012).

Η Νομική Βιβλιοθήκη σας κάνει δώρο τη σειρά της Ποινικής Νομολογίας Αρείου Πάγου 1998 - 2002 (4 Τόμοι)
με κάθε νέα συνδρομή στο περιοδικό "Ποινική Δικαιοσύνη"

 

Ποινική Νομολογία Αρείου Πάγου, έτος 1998

 

Ποινική Νομολογία Αρείου Πάγου, έτος 2000

 

Ποινική Νομολογία Αρείου Πάγου, έτος 2001

 

 

Ποινική Νομολογία Αρείου Πάγου, έτος 2002

 
 
 
 
 
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ
Σύντμηση προθεσμίας στις φορολογικές και τελωνειακές προσφυγές

Με το άρθρο πέμπτο παρ. Β υποπαρ. 2α του Ν 4079/2012 (ΦΕΚ Α΄ 180/20.9.2012) τροποποιήθηκε η παρ. 2 του άρθρου 66 του ΚΔΔ (Ν 2717/1999) και έτσι η προθεσμία για τις φορολογικές και τελωνειακές προσφυγές εν γένει συντμήθηκε στις 30 ημέρες. Οι ρυθμίσεις της παραπάνω παραγράφου καταλαμβάνουν πράξεις που εκδίδονται ή παραλείψεις που συντελούνται μετά τη δημοσίευση του Ν 4079/2012 (άρθρο πέμπτο παρ. Β υποπαρ. 2α).

Πατήστε εδώ για να δείτε τους όρους χρήσης
Πατήστε εδώ για τους όρους χρήσης

Αγορά Δωροεπιταγής 20€
Αγορά Δωροεπιταγής 30€
Αγορά Δωροεπιταγής 50€

Η Νομική Βιβλιοθήκη σας παρέχει τη δυνατότητα να πληρώσετε τις αγορές σας σε 12 άτοκες μηνιαίες δόσεις μέσω της πιστωτικής σας κάρτας.

* Ελάχιστο ποσό δόσης είναι τα 30€