ΚΑΛΑΘΙ ΑΓΟΡΩΝ
Έχετε 0 προιόντα - 0,00 €

Βουλευτική ασυλία, δικαίωμα συλλήψεως και εισαγγελική παρέμβαση

Ι. Η προσεκτική ανάγνωση της δημοσιευόμενης σ’ αυτό το τεύχος [1] με αριθμό 4/2012 Εγκυκλίου του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κ. Ιωάννη Τέντε δείχνει ότι τούτη αντιμετωπίζει, με τρόπο δογματικά τεκμηριωμένο και δικαιοκρατικά ισορροπημένο, σειρά ζητημάτων ουσιαστικού και δικονομικού ποινικού δικαίου, από τα οποία ούτε οι Συνταγματικές διαστάσεις, ούτε η πολιτική αντανάκλαση λείπει. Αποκωδικοποιώντας τα σχηματικά, θα μπορούσε να καταγράψει κανείς ως προεχόντως προσεγγιζόμενα προβλήματα εκείνα που αφορούν: το καθ’ άρθρο 175 ΠΚ έγκλημα της αντιποιήσεως (: προσβαλλόμενο έννομο αγαθό – έκταση αξιοποίνου) – το κατ’ άρθρο 275 ΚΠΔ δικαίωμα συλλήψεως και τα όρια της κατά τα άρθρα 62 Συντ. και 54 ΚΠΔ όρια της βουλευτικής ασυλίας. Ειδικότερα:

ΙΙ. α) Στη νομολογία των ποινικών μας δικαστηρίων και σε τμήμα της (παλαιότερης κυρίως) θεωρίας υποστηρίζεται η άποψη ότι η διάταξη του άρθρου 175 ΠΚ προστατεύει την οργάνωση της κρατικής εξουσίας [2]- την αυθεντική άσκηση της δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής υπηρεσίας [3]- το κύρος της κρατικής εξουσίας που εκφράζεται από τους δημόσιους υπαλλήλους [4]- την αυθεντία του κράτους και όχι την εμπιστοσύνη των πολιτών [5]. Πρόκειται για σύλληψη που, ενόψει της αοριστίας του σημείου αναφοράς της, δεν επιτρέπει την ακριβή οριοθέτηση του εύρους του αξιοποίνου και, συνακόλουθα, την επίτευξη στοιχειώδους επιπέδου ασφάλειας δικαίου.

Σε διαφορετική, ωστόσο, κατεύθυνση κινείται η (εκφρασθείσα από τον καθηγητή Ι. Μανωλεδάκη [6]) κυρίαρχη πια στη σύγχρονη επιστήμη αντίληψη, η οποία θεωρεί ως προσβαλλόμενο από τα εγκλήματα του Ε΄ Κεφαλαίου του Ειδικού Μέρους του Ποινικού Κώδικα (: άρθρα 167-182 ΠΚ) έννομο αγαθό την «πολιτειακή εξουσία [7]». Η τελευταία (= «πολιτειακή εξουσία») ως «αυτοτελώς» προστατευόμενο έννομο αγαθό στον Ποινικό μας Κώδικα νοείται με τη στενή έννοια του όρου. Όχι, δηλαδή, ως το αναγκαίο στοιχείο (εξουσία) της κρατικής υποστάσεως [8] , αλλά ως ικανότητα επιβολής του κράτους [9] μέσα στα χωρικά του όρια – ως αποτελεσματικότητα του μηχανισμού επιβολής της κρατικής βουλήσεως [10] εντός των ορίων του κράτους. Εκφραστές της ικανότητας επιβολής είναι τα εκτελεστικά όργανα του κράτους, που είναι όργανα έμμεσα, με την έννοια ότι επιβάλλουν υλικά (= υλοποιούν) τη βούληση των άμεσων οργάνων [11]. Με την έννοια αυτή, η «πολιτειακή εξουσία» αποτελεί ένα μέσο του κράτους για την αποτελεσματική επιβολή του. Είναι, κατά συνέπεια, κάτι λιγότερο σε σχέση με την ίδια την πολιτική υπόσταση του κράτους, την οποία λογικά προϋποθέτει – όπως ακριβώς οι προσβολές κατά της «πολιτειακής εξουσίας» αποτελούν ένα «minus» σε σχέση με εκείνες κατά της «πολιτικής υποστάσεως του κράτους» [12]. Το ίδιο ισχύει και με το έννομο αγαθό της δημόσιας τάξεως, της ευταξίας, δηλαδή, που επικρατεί μέσα στον κοινωνικό χώρο σε ορισμένο τόπο και χρόνο που συνεπάγεται την απρόσκοπτη (= αποτελεσματική) επιβολή σ’ αυτόν της κρατικής βουλήσεως [13]. Καταληκτικά: Πολιτειακή εξουσία, ως υποκειμενικός για το κράτος παράγοντας, και δημόσια τάξη, ως αντικειμενικός παράγοντας της ακώλυτης κρατικής επιβολής, «υπηρετούν», συνθέτοντας το έννομο αγαθό της εσωτερικής ασφάλειας του κράτους, την πολιτική του υπόσταση [14].

Με σημείο αναφοράς την ως άνω εννοιολογική οριοθέτηση, τα προβλεπόμενα στο Ε΄ Κεφάλαιο του Ειδικού Μέρους του Ποινικού Κώδικα εγκλήματα κατά της πολιτειακής εξουσίας κατατάσσονται στις ακόλουθες τέσσερις κατηγορίες [15] : (i) Στις προσβολές της πολιτειακής εξουσίας κατά την εκδήλωσή της σε συγκεκριμένη περίπτωση· μ’ αυτές δοκιμάζεται η ικανότητα του εκτελεστικού μηχανισμού του κράτους να επιβάλλει την κρατική θέληση στη συγκεκριμένη περίπτωση. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν τέσσερα εγκλήματα: η αντίσταση (: άρθρο 167 ΠΚ), η απείθεια (: άρθρο 169 ΠΚ), η στάση (: άρθρο 170 ΠΚ) και η θρασύτητα κατά της αρχής (: άρθρο 171 ΠΚ). (ii) Στις προσβολές της πολιτειακής εξουσίας που έχει ήδη επιβληθεί [16] πάνω σε συγκεκριμένο πρόσωπο· μ’ αυτές επιδιώκεται η ανατροπή της καταστάσεως που προέκυψε από την επιβολή – η ανατροπή του αποτελέσματος της επιβολής, ώστε ο εκτελεστικός μηχανισμός του κράτους να καταστεί, έστω και «εκ των υστέρων», (τελικά) αναποτελεσματικός. Εδώ εντάσσονται τέσσερα εγκλήματα: η ελευθέρωση φυλακισμένου (: άρθρου 172 ΠΚ), η απόδραση κρατουμένου (: άρθρου 173 ΠΚ), η στάση κρατουμένων (: άρθρο 174 ΠΚ) και η παραβίαση περιορισμών διαμονής (: άρθρο 182 ΠΚ). (iii) Στις προσβολές κατά της πολιτειακής εξουσίας που έχει ήδη επιβληθεί πάνω σε συγκεκριμένο πράγμα. αυτές έχουν τον ίδιο στόχο απέναντι στο έννομο τούτο αγαθό με τις αξιόποινες συμπεριφορές της προηγούμενης κατηγορίας. Και εδώ ανήκουν τέσσερα εγκλήματα: η παραβίαση κατασχέσεως (: άρθρο 177 ΠΚ), η παραβίαση σφραγίδων που έθεσε η αρχή (: άρθρο 178 ΠΚ), η παραβίαση φυλάξεως της αρχής (: άρθρο 179) και η βλάβη επίσημων κοινοποιήσεων (: άρθρο 180 ΠΚ). (iv) Στις προσβολές κατά του κύρους της πολιτειακής εξουσίας [17] – κατά της ηθικής και όχι υλικής δυνάμεως επιβολής του εκτελεστικού μηχανισμού του κράτους με την πλατιά του όρου έννοια. Σωστά διευκρινίζεται από τον Ι. Μανωλεδάκη [18] ότι η συγκεκριμένη κατηγορία προσβολών μπορεί να κλονίσει την «εκτίμηση» των πολιτών απέναντι στα όργανα της πολιτειακής εξουσίας, μια ψυχολογική στάση ιδιαίτερα πολύτιμη για την απρόσκοπτη επιβολή της κρατικής βουλήσεως. Έτσι, το «κύρος» της εξουσίας είναι επικουρική αξία απέναντι στην αποτελεσματικότητά της. Εξάλλου, η «εκτίμηση» τούτη αποτελεί την ισχυρότερη μορφή συναινέσεως των πολιτών απέναντι στην κρατική εξουσία και συνεπώς βασικό στοιχείο νομιμοποιήσεως της τελευταίας. Σε τούτη την ομάδα ανήκουν επίσης τέσσερα εγκλήματα: οι προσβολές κατά του Προέδρου της Δημοκρατίας (: άρθρο 168 ΠΚ), η αντιποίηση (: άρθρο 175 ΠΚ), η αντιποίηση στολής, διακριτικών ή τίτλου (: άρθρο 176 ΠΚ) και η προσβολή συμβόλων του ελληνικού κράτους (: άρθρο 181 ΠΚ, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 33 1 του Ν 2172/1993).

Το συμπέρασμα από τα παραπάνω είναι τούτο: Προστατευόμενο από τη διάταξη του άρθρου 175 ΠΚ και, αντίστοιχα, προσβαλλόμενο με το έγκλημα της αντιποιήσεως έννομο αγαθό είναι το κύρος της πολιτειακής εξουσίας υπό την προεκτεθείσα έννοια αυτής. Συλλαμβάνοντας διαλεκτικά το συγκεκριμένο έννομο αγαθό, ο Ι. Μανωλεδάκης [19] αποσαφηνίζει: Αντικείμενο τελέσεως του εγκλήματος είναι όλα εκείνα τα πρόσωπα που ασκούν (= μπορούν να ασκήσουν) την υπηρεσία που αντιποιήθηκε ο ατομικά ορισμένος κάθε φορά δράστης. Αυτά ενσαρκώνουν την πολιτειακή εξουσία τη στιγμή της προσβολής και αυτών το κύρος (= την αυξημένη τιμή – παράσταση που έχουν εξαιτίας του λειτουργήματός του μέσα στον κοινωνικό σχηματισμό) θίγεται με την πράξη της αντιποιήσεως: έχουμε, δηλαδή, ένα είδος «συλλογικής προσβολής της τιμής» που περνά στο συγκεκριμένο λειτούργημα και καταλήγει στην πολιτειακή εξουσία ως δύναμη επιβολής. Ατομική – εμπορική όψη του εννόμου αγαθού είναι τα πιο πάνω πρόσωπα που νόμιμα μπορούν να ασκήσουν το λειτούργημα, το οποίο προσβλήθηκε με την αντιποίηση. Μερική – συγκεκριμένη όψη του εννόμου αγαθού αποτελεί το προσβαλλόμενο λειτούργημα. Καθολική – αφηρημένη όψη (του εννόμου αγαθού) συνιστά, τέλος, η πολιτειακή εξουσία ως ηθική – ψυχολογική – ιδεολογική δύναμη επιβολής μέσα στο κράτος [20]. Ουσιαστικά, δηλαδή, η αντιποίηση είναι ένα είδος μιμήσεως αυτού που είναι από κάποιον που δεν είναι αυτό που μιμείται. Το πραγματικό «είναι» θίγεται από αυτή την απομίμηση, αφού έχει δικαίωμα αποκλειστικότητας από το νόμο στην έκφραση της ιδιότητάς του, αλλά και η εμπιστοσύνη των κοινωνών μπορεί να κλονιστεί απέναντί του από αυτή την ενέργεια, όπως κλονίζεται η εμπιστοσύνη των πολιτών προς ένα χαρτονόμισμα, όταν κυκλοφορούν στην αγορά πλαστές απομιμήσεις του, ή προς ένα τυποποιημένο προϊόν που και αυτό γίνεται αντικείμενο απομιμήσεως. Ωστόσο, δεν είναι η εμπιστοσύνη των πολιτών το έννομο αγαθό που προσβάλλεται σ’ αυτές τις περιπτώσεις, αλλά το κύρος του αντικειμένου της μιμήσεως. Ο κλονισμός της εμπιστοσύνης αποτελεί απλώς μια ενδεχόμενη συνέπεια της προσβολής του κύρους [21].

Την παραπάνω, σχετική με το προσβαλλόμενο έννομο αγαθό και το εννοιολογικό το περιεχόμενο, σύγχρονη αντίληψη υιοθετεί, απολύτως ορθά, η δημοσιευόμενη 4/2012 εγκύκλιος του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου· τούτο προκύπτει από τη βασική σκέψη ότι «η διάταξη του άρθρου 175 ΠΚ, καθώς και οι άλλες ποινικές διατάξεις του πέμπτου κεφαλαίου του ΠΚ με τον τίτλο «προσβολές κατά της πολιτειακής αξίας», θεσπίστηκε για την προστασία της εσωτερικής πολιτειακής εξουσίας και αποβλέπει στην εξασφάλιση της επιβολής της κρατικής βουλήσεως τόσο από την άποψη της ενεργητικής επιβολής της, όσο και από την άποψη της παθητικής αναγνωρίσεώς της». Είναι προφανές πως μια τέτοια σαφής ερμηνευτική παραδοχή έχει από μόνη της αυτονόητη αξία. Η αξία πολλαπλασιάζεται αυτονοήτως αν συνεκτιμηθούν παραπέρα τρία πράγματα, ήτοι ότι: προέρχεται από το νομολογιακό χώρο – διατυπώνεται για πρώτη φορά σ’ αυτόν το χώρο με τόση διαύγεια και καθαρότητα – φέρει τη σφραγίδα του κορυφαίου εισαγγελικού λειτουργού της χώρας μας (= Εισαγγελέας Αρείου Πάγου).

β) Πράξη του κατ’ άρθρο 175 ΠΚ εγκλήματος είναι τόσο η αντιποίηση της ασκήσεως υπηρεσίας (= δηλαδή η ενέργεια πράξεων που ανήκουν αποκλειστικά στην αρμοδιότητα δημόσιου ή δημοτικού ή κοινοτικού οργάνου, ή αποκλειστικά στην αρμοδιότητα άλλου ή άλλων τέτοιων οργάνων αν ο δράστης είναι πάντως δημόσιο όργανο) όσο και η αντιποίηση τελέσεως συγκεκριμένης πράξεως ανήκουσας αποκλειστικά στην αρμοδιότητα άλλου· στην πρώτη περίπτωση, η αντιποίηση έχει, αφορώσα την ιδιότητα του (νόμιμου) φορέα της υπηρεσίας, γενικό χαρακτήρα, ενώ στη δεύτερη έχει, υποκαθιστώντας σε ατομικά ορισμένη ενέργεια κρατικό όργανο, ειδικό χαρακτήρα [22].

Τέσσερις μερικότερες, άμεσα συναπτόμενες με την αμέσως παραπάνω καθολικότερη, επισημάνσεις κρίνονται αναγκαίες εδώ: Πρώτον, ότι η κατάφαση του κατ’ άρθρο 175 ΠΚ αξιοποίνου προϋποθέτει οπωσδήποτε τέλεση από μέρους του δράστη υπηρεσιακής ενέργειας, κάτι που δεν συνάγεται απλώς ερμηνευτικά αλλά επιβάλλεται από το ίδιο το γράμμα του νόμου· μόνη η αντιποίηση της ιδιότητας χωρίς την ενέργεια πράξεων δεν είναι αξιόποινη [23] ή το πολύ (: αν με βεβαιότητα επρόκειτο να ενεργήσει ο δράστης, αλλά διακόπηκε η προσπάθειά του πριν ολοκληρωθεί η ενέργεια) να συνιστά απόπειρα [24] . Δεύτερον, ότι το επίμαχο έγκλημα είναι διαρκές, στην περίπτωση αντιποιήσεως ιδιότητας και πραγματώσεως στα πλαίσια αυτής σειράς από υπηρεσιακές ενέργειες· αντίθετα, όταν η αντιποίηση αφορά μόνο συγκεκριμένη ενέργεια, το έγκλημα είναι στιγμιαίο με διαρκούσα απλώς συμπεριφορά [25] . Τρίτον, ότι το έγκλημα της αντιποιήσεως, ως τυπικό [26] , τελείται πάντοτε με κίνηση και όχι με παράλειψη· αντιποίηση «διά παραλείψεως» δεν είναι νοητή ούτε και στην περίπτωση που κάποιος δημόσιος υπάλληλος «αφήσει» με πρόθεση έναν ιδιώτη να ενεργήσει στη θέση του (= θα πρόκειται εδώ για άμεση συνέργεια) [27] . Τέταρτον, ότι η συρροή της αντιποιήσεως με την απάτη (= καθώς και την εκβίαση και την απατηλή πρόκληση βλάβης) είναι, ενόψει της ετερότητας των προσβαλλόμενων εννόμων αγαθών, αληθινή [28] .

Την ως άνω διφυή έκφραση της αξιόποινης αντιποιήσεως (: αντιποίηση ιδιότητας – επιχείρηση συγκεκριμένης ενέργειας) αποδέχεται, και σωστά, η εγκύκλιος του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, όπως αποδεικνύεται από την εκτίμησή της πως «περίπτωση αντιποίησης αποτελεί και εκείνη κατά την οποία ο δράστης χωρίς να αντιποιείται την ιδιότητα του φορέα δημόσιας υπηρεσίας επιχειρεί πράξη επιτρεπόμενη μόνον σε υπάλληλο». Κατά το σημείο τούτο, η εγκύκλιος εναρμονίζεται με την απολύτως κρατούσα στη θεωρία και τη νομολογία εκδοχή, την εγκατάλειψη της οποίας κανένας (δογματικός ή δικαιοπολιτικός) λόγος δεν φαίνεται να δικαιολογεί [29] .

III. α) Η διάταξη του άρθρου 275 παρ. 1 ΚΠΔ [30] ορίζει ότι «προκειμένου για αυτόφωρα κακουργήματα και πλημμελήματα… οποιοσδήποτε πολίτης έχει το δικαίωμα να συλλάβει το δράστη, τηρώντας τις διατάξεις του Συντάγματος και του άρθρου 279 του Κώδικα για την άμεση προσαγωγή του στον εισαγγελέα». Με τη διάταξη τούτη θεμελιώνεται το δικαίωμα των πολιτών για τη σύλληψη του δράστη στα αυτόφωρα εγκλήματα [31]. Τα σχετικά προβλήματα που εδώ ανακύπτουν είναι πολλά και δυσεπίλυτα· η υπέρβασή τους αποτελεί, ενόψει της ισχνής θεωρητικής και της σχεδόν ανύπαρκτης νομολογιακής επεξεργασίας που ως σήμερα υπάρχει [32], όχι ευχερή ερμηνευτική ενασχόληση.

β) Στο συγκεκριμένο πεδίο, οι επιμέρους θεματικές αφορούν: τη νομική φύση, το σκοπό, τις προϋποθέσεις και την έκτακτη φύση του δικαιώματος συλλήψεως. Προσεγγίζοντάς τις συνοπτικά, διατυπώνουμε τις ακόλουθες σκέψεις:

(i) Κυρίαρχη φαίνεται στην επιστήμη η αντίληψη ότι το δικαίωμα συλλήψεως είναι μέτρο δικονομικού χαρακτήρα – κατατασσόμενο στα μέτρα δικονομικού καταναγκασμού [33]. Την αντίληψη τούτη υιοθετεί ο ΚΠΔ, όπως προκύπτει από τη συστηματική – οργανική ένταξη του άρθρου 275 στο πέμπτο κεφάλαιο του δεύτερου τμήματος του τρίτου βιβλίου, όπου περιέχονται οι αφορώσες τα κυριότερα στερητικά της ελευθερίας μέτρα δικονομικού καταναγκασμού (: σύλληψη – προσωρινή κράτηση) ρυθμίσεις. Η διαφορά του συγκεκριμένου μέτρου από τα άλλα εντοπίζεται στη λήψη του όχι από την αρμόδια αρχή αλλά από τον πολίτη, τον οποίο η Πολιτεία κατ’ εξαίρεση εξουσιοδοτεί να εκτελέσει δημόσια λειτουργία [34]. Η τέτοια νομική φύση του μέτρου οριοθετεί το σκοπό του και αξιώνει την εφαρμογή και σ’ αυτό βασικών αρχών του δικονομικού καταναγκασμού (: αναλογικότητα – επικουρικότητα) [35]. Υποστήριξη, πάντως, έχουν βρει και δύο ακόμη απόψεις: η θεώρηση του δικαιώματος ως μέτρου αστυνομικής φύσεως [36] ή ως πράξεως περιέχουσας στοιχεία άμυνας υπέρ τρίτου· [37] ωστόσο, η μεν σύλληψη έχει, ως σηματοδοτούσα την έναρξη της ποινικής διαδικασίας, πάντοτε χαρακτήρα ποινικοδικονομικό, η δε άμυνα δεν ταυτίζεται με το δικαίωμα συλλήψεως. [38]

(ii) Ο σκοπός του μέτρου δεν μπορεί, ενόψει της φύσεώς του, παρά να είναι αποκλειστικά δικονομικής φύσεως· έτσι, γίνεται δεκτό ότι αυτό εξυπηρετεί πρωταρχικά το δημόσιο συμφέρον για μια αποτελεσματική ποινική δίωξη [39]. Στα πλαίσια τούτου του γενικότερου σκοπού επιδιώκονται, κατά την άποψη όσων ασχολήθηκαν με το ζήτημα, πολλοί ειδικότεροι, όπως: [40] η διακρίβωση της ταυτότητας του δράστη – η αποτροπή της φυγής του μετά την τέλεση της πράξεως – η διασφάλιση της παρουσίας του στη δίκη – η αποφυγή συσκοτίσεως της πράξεως από το δράστη, είτε με την εξαφάνιση των αποδεικτικών μέσων είτε με τον επηρεασμό των μαρτύρων – η αποτροπή της τελέσεως της αξιόποινης πράξεως από τον συλλαμβανόμενο, σε περιπτώσεις όπου το έγκλημα καταλαμβάνεται «εν τω πράττεσθαι» και η ικανοποίηση τόσο της «δημόσιας αγανακτήσεως», την οποία προκαλεί η τέλεση του εγκλήματος, όσο και του παθόντος και των οικείων του, η οποία επιτυγχάνεται με την άμεση αντίδραση στο έγκλημα και τη σύλληψη του δράστη. Μια παρατήρηση κρίνεται αναγκαία εδώ: Τα μέτρα δικονομικού καταναγκασμού σε μια δικαιοκρατούμενη έννομη τάξη δεν μπορεί παρά να εξυπηρετούν σκοπούς αμιγώς δικονομικούς· μέτρα που έχουν ανταποδοτικό (= οιονεί προ-ποινικό) χαρακτήρα δεν έχουν θέση σε ένα σύγχρονο δικονομικό σύστημα προσανατολισμένο στο τεκμήριο αθωότητας. Υπό την οπτική της τελευταίας παρατηρήσεως, προφανές είναι ότι η ικανοποίηση της δημόσιας αγανακτήσεως ή του παθόντος, η ιδιωτική τιμωρία και η αποκατάσταση της κοινωνικής ειρήνης με τη σύλληψη δεν επιτρέπεται να εντάσσονται στους σκοπούς του δικαιώματος [41].

(iii) Σε μια δικαιοκρατούμενη έννομη τάξη το κράτος έχει το μονοπώλιο της βίας, πράγμα που σημαίνει ότι το δικαίωμα του πολίτη για σύλληψη έχει χαρακτήρα εξαιρετικό και ταυτόχρονα επικουρικό: η σύλληψη επιτρέπεται μόνον όταν η αστυνομική, εισαγγελική ή προανακριτική αρχή δεν είναι παρούσα και μόνο για όσο χρονικό διάστημα αυτή δεν είναι παρούσα. Συνέπεια της επικουρικότητας του δικαιώματος συλλήψεως είναι ότι: αν οι αρχές είναι σε θέση να συλλάβουν το δράστη και δεν το κάνουν, τότε δεν έχουν το δικαίωμα να το κάνουν ούτε οι πολίτες· από τη διάταξη του άρθρου 275 ΚΠΔ δεν προκύπτει μια γενική εξουσιοδότηση προς τους πολίτες «να πάρουν το νόμο στα χέρια τους». [42]

(iv) Κεντρικό θέμα της παρούσας προβληματικής είναι το ακόλουθο ζήτημα: απαιτείται το άτομο που συλλαμβάνεται από τους πολίτες να έχει τω όντι διαπράξει αξιόποινη πράξη ή μήπως αρκεί η ύπαρξη ενδείξεων τελέσεως του συγκεκριμένου εγκλήματος έστω και αν αυτές εκ των υστέρων διαψευσθούν; Αναζητώντας απάντηση στο τελευταίο ερώτημα, διατυπώθηκαν και οι δύο εκδοχές:

Σύμφωνα με την πρώτη άποψη, η οποία αποκαλείται «λύση του ουσιαστικού δικαίου» ή «λύση της πράξεως» [43], το δικαίωμα συλλήψεως καταφάσκεται όταν πράγματι έχει τελεστεί μια αξιόποινη πράξη – στοιχείο που ερευνάται αντικειμενικά και ex post· βασικά επιχειρήματα της συγκεκριμένης κατευθύνσεως είναι: η φύση του κατ’ άρθρου 275 από δικαιώματος ως λόγου άρσεως του αδίκου (= στους λόγους άρσεως του αδίκου η λειτουργία τους προϋποθέτει πραγματική συνδρομή των προαπαιτούμενων της εφαρμογής τους) – η διαφορετικότητα του status ενός πολίτη και ενός αστυνομικού (: τα όργανα της τάξεως υποχρεούνται, ενώ οι πολίτες δικαιούνται να συλλάβουν το δράστη) – η υπεροχή, σε επίπεδο δυνατότητας έρευνας και αισθήματος ευθύνης, του αστυνομικού έναντι του ιδιώτη – το γράμμα του νόμου (: άρθρο 275 ΚΠΔ), το οποίο κάνει λόγο για «πράξαντα» και όχι «ύποπτο». Σύμφωνα με τη δεύτερη άποψη, η οποία αποκαλείται «λύση του δικονομικού δικαίου» ή «λύση της ενδείξεως» [44], το δικαίωμα συλλήψεως καταφάσκεται όχι μόνον όταν ο συλλαμβανόμενος είναι πράγματι δράστης του εγκλήματος αλλά και όταν αυτός είναι ύποπτος τελέσεως της πράξεως. Βασικό επιχείρημα της συγκεκριμένης κατευθύνσεως είναι ο (κατά τα ως άνω) χαρακτήρας του μέτρου ως τέτοιου δικονομικού καταναγκασμού αποσκοπούντος στην εξυπηρέτηση αμιγώς δικονομικών σκοπών. Προχωρώντας σε εξειδίκευση της επιχειρηματολογίας της και αντικρούοντας τις σκέψεις της πρώτης θεωρίας, τούτη η εκδοχή υποστηρίζει ότι: πρωτεύουσα είναι η λειτουργία του δικαιώματος συλλήψεως ως μέτρου δικονομικού καταναγκασμού και αντανακλαστική (: άρθρο 20 ΠΚ) – η λειτουργία του ως λόγου άρσεως του αδίκου – η άρση του αδίκου με βάση ενδείξεις δεν σημαίνει εγκατάλειψη της ex post θεωρήσεως των αντικειμενικών προϋποθέσεών του – η δικονομική λύση είναι εξίσου φιλελεύθερη με την ουσιαστική, αφού υπάρχουν εξασφαλιστικές, συνταγματικού χαρακτήρα (: άρθρο 6 παρ. 2 Συντ.), εγγυήσεις – παραβλέπεται με την ουσιαστική λύση το τεκμήριο αθωότητας, η αδυναμία διακριβώσεως της τελέσεως του εγκλήματος και η διαφορά συλλήψεως και άμυνας – η αναγκαιότητα ενθαρρύνσεως του πολίτη στην άσκηση του δικαιώματος επιβάλλει την αποδοχή της δικονομικής λύσεως – μικρή βαρύτητα έχει το επιχείρημα ότι ο αστυνομικός δρα συνετά εξαιτίας του επαπειλούμενου πειθαρχικού ελέγχου, αφού και για τους δύο (: αστυνομικό – πολίτη) επικρέμαται η απειλή της ποινικής ευθύνης.

Εκτιμάται πως το προβάδισμα ανήκει στην πρώτη από τις δύο παραπάνω θεωρίες – τη «λύση του ουσιαστικού δικαίου» ή «λύση της πράξεως» [45]. Όχι μόνον για τους λόγους που εκτέθηκαν, αλλά και για το ακόλουθο (βαρύνουσας σημασίας) δικαιοπολιτικό επιχείρημα: Μια δικαιοκρατούμενη έννομη τάξη δεν πρέπει να ανέχεται (ερμηνευτική ή κανονιστική) ενθάρρυνση του πολίτη στην ανάληψη δραστηριοτήτων αστυνομικής φύσεως· αν ο πολίτης δεν είναι βέβαιος ότι τελέστηκε αξιόποινη πράξη, υποχρεούται να αφήσει τη σύλληψη για τους αστυνομικούς. Διαφορετική προσέγγιση του ζητήματος, δεν φαίνεται να εναρμονίζεται με το γράμμα και το πνεύμα της διατάξεως του άρθρου 275 ΚΠΔ.

(v) Η διάταξη του άρθρου 275 ΚΠΔ αναγνωρίζει στον πολίτη δικαίωμα μόνο για σύλληψη του δράστη αυτόφωρου κακουργήματος ή πλημμελήματος· δικαίωμα για διενέργεια οποιασδήποτε άλλης, πέραν της συλλήψεως, (προ)ανακριτικής πράξεως (: έρευνας – κατασχέσεως) δεν αναγνωρίζεται. Το ερώτημα που εδώ τίθεται συνάπτεται με το επιτρεπτό των πέραν της συλλήψεως πράξεων στη βάση μιας αναλογικής εφαρμογής του άρθρου 275 ΚΠΔ. Η απάντηση στο τελευταίο ερώτημα οφείλει να είναι αρνητική. Οι εισάγουσες περιορισμούς των ατομικών δικαιωμάτων ρυθμίσεις, όπως αυτή του άρθρου 275 ΚΠΔ για την προσωπική ασφάλεια και ελευθερία, πρέπει να ερμηνεύονται στενά· σ’ αυτές, κατά βασική αρχή του Συνταγματικού Δικαίου, με την αναλογία μπορεί μόνον να διευρυνθεί και όχι να συσταλεί το ατομικό δικαίωμα. Το ίδιο γίνεται δεκτό και στο χώρο του ποινικού δικονομικού δικαίου, του οποίου ο χαρακτήρας ως «εφαρμοσμένου Συνταγματικού Δικαίου» παράγει κατεξοχήν εδώ τις συνέπειές του: οι δικονομικές προσβολές ατομικών δικαιωμάτων μπορούν να υλοποιηθούν μόνον στις ρητά προβλεπόμενες από το γράμμα του νόμου περιπτώσεις· αναλογική επέκταση των περιπτώσεων αυτών απαγορεύεται. [46]

γ) Η δημοσιευόμενη παραπάνω Εγκύκλιος του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αποδέχεται τόσο τη «λύση ουσιαστικού δικαίου» (: «λύση της πράξεως»), απαιτώντας τέλεση του εγκλήματος για την υλοποίηση του δικαιώματος, όσο και τη στενή (γραμματική) ερμηνεία του άρθρου 275 ΚΠΔ, περιορίζοντας το κύρος της αναγνωριζόμενης δυνατότητας αποκλειστικά και μόνο στη σύλληψη. Τούτο προκύπτει με σαφήνεια από τη φράση της Εγκυκλίου ότι «το κατ’ άρθρο 275 παρ. 1 ΚΠΔ δικαίωμα οποιουδήποτε πολίτη να συλλαμβάνει τον δράστη αυτόφωρου κακουργήματος ή πλημμελήματος αφενός προϋποθέτει βεβαιότητα για τη διάπραξη του εγκλήματος και αφετέρου δεν περιλαμβάνει το δικαίωμα διενέργειας ανακριτικών πράξεων, ήτοι ενεργειών που τείνουν στη βεβαίωση της τελέσεως του εγκλήματος, όπως είναι για παράδειγμα η απαίτηση επιδείξεως εγγράφων ή η διενέργεια πάσης φύσεως ερευνών». Μόλις χρειάζεται να τονιστεί ότι κατά το τμήμα αυτό, η Εγκύκλιος και δογματική στερεότητα διαθέτει και δικαιοκρατική ευαισθησία αποπνέει.

IV. α) Το άρθρο 61 παρ. 1 και 2 του Συντ. ορίζει: «παρ. 1. Ο βουλευτής δεν καταδιώκεται ούτε εξετάζεται με οποιονδήποτε τρόπο για γνώμη ή ψήφο που έδωσε κατά την άσκηση των βουλευτικών καθηκόντων. παρ. 2. Ο βουλευτής διώκεται μόνο για συκοφαντική δυσφήμηση, κατά νόμο, ύστερα από άδεια της Βουλής. Αρμόδιο για την εκδίκαση είναι το Εφετείο. Η άδεια θεωρείται ότι οριστικά δεν δόθηκε, αν η Βουλή δεν αποφανθεί μέσα σε σαράντα πέντε ημέρες αφότου η έγκληση περιήλθε στον Πρόεδρο της Βουλής. Αν η Βουλή αρνηθεί να δώσει την άδεια ή αν περάσει άπρακτη η προθεσμία, η πράξη θεωρείται ανέγκλητη». Εξάλλου, το άρθρο 62 του Συντ. ορίζει: «Όσο διαρκεί η βουλευτική περίοδος ο βουλευτής δεν διώκεται ούτε συλλαμβάνεται ούτε φυλακίζεται ούτε με άλλο τρόπο περιορίζεται χωρίς άδεια του Σώματος. Επίσης δεν διώκεται για πολιτικά εγκλήματα βουλευτής της Βουλής που διαλύθηκε, από τη διάλυσή της και έως την ανακήρυξη των βουλευτών της νέας Βουλής. Η άδεια θεωρείται ότι δεν δόθηκε, αν η Βουλή δεν αποφανθεί μέσα σε τρεις μήνες αφότου η αίτηση του εισαγγελέα για δίωξη διαβιβάστηκε στον Πρόεδρο της Βουλής. Η τρίμηνη προθεσμία αναστέλλεται κατά τη διάρκεια των διακοπών της Βουλής. Δεν απαιτείται άδεια για τα αυτόφωρα κακουργήματα».

β) Από τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 61 και 62 Συντ. συνάγονται τα ακόλουθα: [47] α) Ο βουλευτής δεν καταδιώκεται, [48] ούτε εξετάζεται «για γνώμη ή ψήφο που έδωσε κατά την άσκηση των βουλευτικών καθηκόντων». Στην περίπτωση τούτη αν η πράξη του βουλευτή στοιχειοθετεί το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως η δίωξη είναι δυνατή, εφόσον υπάρχει άδεια της βουλής, και η εκδίκαση της υποθέσεως ανατίθεται στο Τριμελές Εφετείο. β) Στις υπόλοιπες – εκτός από τις παραπάνω περιπτώσεις η δίωξη είναι δυνατή, εφόσον υπάρχει άδεια της Βουλής. Εξαίρεση υπάρχει κι εδώ για τα αυτόφωρα κακουργήματα, όπου είναι δυνατή η δίωξη του βουλευτή χωρίς άδεια της Βουλής.

Η συνταγματική τούτη ρύθμιση θέτει από μόνη της το πρόβλημα του προσδιορισμού του ακριβούς νομικού χαρακτήρα δύο στοιχείων: του ακαταδίωκτου των βουλευτών και της άδειας της Βουλής. Το ακαταδίωκτο ουσιαστικά αποτελεί, εφόσον πρόκειται για έγκλημα, με εξαίρεση τη συκοφαντική δυσφήμηση, που τελείται κατά την έκφραση γνώμης ή ψήφου του βουλευτή στην άσκηση των βουλευτικών του καθηκόντων, λόγο άρσεως του άδικου χαρακτήρα της πράξεως και όχι προσωπικό ή εξαιρετικό λόγο απαλλαγής από την ποινή. Η ρύθμιση του Συντάγματος στο σημείο αυτό είναι ανάλογη με τη ρύθμιση που ο κοινός ποινικός νομοθέτης καθιερώνει με το άρθρο 367 ΠΚ, σύμφωνα με το οποίο δεν αποτελούν άδικη πράξη οι εκδηλώσεις που γίνονται «για εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον». [49] – [50]

Σχετικά με το νομικό χαρακτήρα της άδειας της Βουλής σωστή είναι η ακόλουθη διάκριση: α) Αν πρόκειται για έγκλημα συκοφαντικής δυσφημήσεως που τελέστηκε κατά την έκφραση γνώμης του βουλευτή στην άσκηση βουλευτικών του καθηκόντων, τότε η έλλειψη της άδειας της Βουλής άλλοτε είναι δικονομικό εμπόδιο και άλλοτε λόγος εξαλείψεως του αξιοποίνου. Δικονομικό εμπόδιο είναι, όταν η έλλειψη είναι προσωρινή. Λόγος εξαλείψεως του αξιοποίνου είναι, όταν η έλλειψη είναι οριστική· και είναι οριστική η έλλειψη, στην περίπτωση που περνούν 45 ημέρες «αφότου η έγκληση περιήλθε στον Πρόεδρο της Βουλής» χωρίς στο μεταξύ να έχει απαντήσει η Βουλή. Το ότι η έλλειψη της άδειας της Βουλής αποτελεί, όταν είναι οριστική, λόγο εξαλείψεως του αξιοποίνου, συνάγεται αβίαστα από την διάταξη του άρθρου 61 παρ. 2 Συντ. 1975 που ορίζει ότι στην περίπτωση αυτή η πράξη θεωρείται ανέγκλητη [51]. β) Σε κάθε άλλη περίπτωση η απαιτούμενη από τη Βουλή άδεια αποτελεί δικονομική προϋπόθεση. Η έλλειψή της εδώ –είτε προσωρινή είναι, είτε οριστική– αποτελεί δικονομικό εμπόδιο, με συνέπεια η μεν παραγραφή του εγκλήματος να αναστέλλεται, ο δε δράστης να μπορεί να διωχτεί όταν χάσει τη βουλευτική του ιδιότητα [52]. Η θεώρηση εδώ της ελλείψεως (προσωρινής ή οριστικής) της άδειας της Βουλής ως δικονομικού εμποδίου επιβάλλεται από το γεγονός ότι ο συνταγματικός νομοθέτης δεν καθιερώνει σε τούτη την περίπτωση το ανέγκλητο της πράξεως [53] .

γ) Για τις κατά τα ως άνω περιπτώσεις όπου απαιτείται για τη δίωξη του βουλευτή άδεια της Βουλής [54], εφαρμογή έχει η διάταξη του άρθρου 54 ΚΠΔ. Η τελευταία ορίζει ότι: «Ακόμα και στις περιπτώσεις που χρειάζεται άδεια για δίωξη, μπορεί να ενεργηθεί ανάκριση για τη βεβαίωση του εγκλήματος και πριν χορηγηθεί η άδεια. Δεν επιτρέπεται μόνο να ενεργηθούν ανακριτικές πράξεις που θίγουν το πρόσωπο για τη δίωξη του οποίου χρειάζεται η άδεια».

Από τη συνδυαστική εφαρμογή των άρθρων 61-62 Συντ. και 54 ΚΠΔ έχει συναχθεί (: νομολογιακά και θεωρητικά) το συμπέρασμα ότι δεν μπορούν να διενεργηθούν, ως θίγουσες το πρόσωπο του βουλευτή, προεχόντως, οι παρακάτω πράξεις [55]:

– Η in personam (= κατά του συγκεκριμένου προσώπου) άσκηση ποινικής διώξεως, της in rem ποινικής διώξεως μη εμποδιζόμενης [56].

– Η κλήση του προσώπου είτε για απολογία ως κατηγορουμένου κατά την προδικασία, είτε για παροχή εξηγήσεων ως υπόπτου στα πλαίσια προκαταρκτικής εξετάσεως, όπως αυτή είναι σήμερα κανονιστικά διαμορφωμένη [57].

– Η έκδοση (και εκτέλεση) εντάλματος συλλήψεως ή βίαιης προσαγωγής, καθώς και η επιβολή προσωρινής κρατήσεως ή περιοριστικών όρων ή η αντικατάσταση των περιοριστικών όρων με προσωρινή κράτηση [58].

– Η παραπομπή με βούλευμα ή απευθείας κλήση, καθώς η (με οποιοδήποτε τρόπο) κλήση στο ακροατήριο ως κατηγορουμένου [59].

– Η βίαιη προσαρμογή ως μάρτυρα για εξέταση, εφόσον προϋποθέτει εννοιολογικά τη σύλληψη [60].

– Η επιβολή ποινών λιπομαρτυρίας [61].

– Η με σκοπό τη σύλληψη κατ’ οίκον έρευνα, της αποσκοπούσας σε ανεύρεση αποδεικτικών για τη βεβαίωση του εγκλήματος έρευνας στοιχείων μη απογορευόμενης [62].

– Η σωματική έρευνα ή η πραγματογνωμοσύνη – ιατροδικαστική εξέταση στο σώμα του βουλευτή [63].

– Η απαλλαγή με βούλευμα λόγω μη επαρκών ενδείξεων [64] .

– Η εισαγωγή προς συζήτηση οποιουδήποτε ενδίκου μέσου εναντίον απαλλακτικού βουλεύματος ή αθωωτικής αποφάσεως [65].

Αντίθετα κρίθηκε ότι δεν θίγουν το πρόσωπο του βουλευτή και για το λόγο τούτο μπορούν να διενεργηθούν:

– Οι ανακριτικές πράξεις που είναι επιτακτικά αναγκαίες για τη διακρίβωση του εγκλήματος και την εξασφάλιση των σχετικών αποδείξεων (: μαρτυρικές καταθέσεις – κατάσχεση – αυτοψία – πραγματογνωμοσύνη – άρση απορρήτου) [66].

– Η κλήτευση ως μάρτυρα στην ίδια ή άλλη υπόθεση [67].

– Η μη καταλήγουσα σε στέρηση της ελευθερίας άσκηση και συζήτηση πολιτικής αγωγής, της προσωποκρατήσεως μη επιτρεπόμενης [68].

– Η κλήτευση ως αστικών υπεύθυνου [69].

– Η κλήση ως μάρτυρα στα πλαίσια προκαταρκτικής εξετάσεως [70].

– Η πειθαρχική δίωξη και τιμωρία [71].

– Η απόρριψη της εγκλήσεως ή η αρχειοθέτηση της μηνύσεως [72].

– Η έκδοση απαλλακτικού βουλεύματος λόγω παντελούς ελλείψεως ενδείξεων [73].

– Η επί επικίνδυνης οδηγήσεως διενέργεια αλκοτέστ καθώς και η διενέργεια οποιουδήποτε διοικητικού (: φορολογικού – τελωνειακού) ελέγχου [74].

δ) Στην ερμηνευτικά σωστή κατεύθυνση προσεγγίσεως των άρθρων 61-62 Συντ. και 54 ΚΠΔ κινείται η παρουσιαζόμενη εγκύκλιος του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Τούτο προκύπτει από την ακόλουθη θέση της: «Για τις πλημμεληματικές, έστω και αυτόφωρες, πράξεις του βουλευτή δεν επιτρέπεται η σύλληψή του καθώς και η ποινική δίωξή του χωρίς προηγούμενη άδεια της Βουλής. Επιτρέπεται όμως η χωρίς άδεια διενέργεια κάθε ανακριτικής πράξεως που είναι αναγκαία για τη βεβαίωση του εγκλήματος εκτός αυτών που θίγουν το πρόσωπο του βουλευτή (π.χ. δεν επιτρέπεται κλήση του για παροχή εξηγήσεων ή απολογία). Επιτρέπεται επίσης η φυσική παρεμπόδιση του επιτιθέμενου βουλευτή με τα συνήθη αποτρεπτικά μέσα, που εφαρμόζονται στους παρανομούντες κοινούς πολίτες, εκ μέρους των οργάνων της πολιτείας τα οποία έχουν την ευθύνη για την αποτροπή της διαταράξεως της δημόσιας τάξης και την πρόληψη των εγκλημάτων». Ιδιαίτερα αποδοτική σε εφαρμοστικό επίπεδο είναι η συντελούμενη από την Εγκύκλιο τριπλή διάκριση των πράξεων σε: απαγορευμένες – επιτρεπτές – αποτρεπτικές που εντάσσονται στις επιτρεπτές. Προφανές είναι πως ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται η οριοθέτηση των αποτρεπτικών επιτρεπτών ενεργειών για να αποφευχθεί η επέκτασή τους και στις απαγορευμένες ενέργειες. Ερμηνευτικό οδηγό μπορούν ν’ αποτελέσουν στο πεδίο τούτο από τη μια τα δεδομένα της συγκριμένης κάθε φορά περιπτώσεως και από την άλλη οι ρυθμίσεις του ΠΔ 141/1991 «Αρμοδιότητες οργάνων και υπηρεσιακές ενέργειες του προσωπικού του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και θέματα οργάνωσης Υπηρεσιών».

V. Ολοκληρώνοντας τη σύντομη παρέμβασή μας, αξίζει να σταθούμε σε ορισμένες γενικότερες αναφορές της Εισαγγελικής Εγκυκλίου, που αναδεικνύουν τη δικαιοκρατική ευαισθησία και τη δικαστική αξιοσύνη του συντάκτη της. Τέτοιες, μεταξύ άλλων, είναι οι αναφορές: στις συνταγματικά προστατευόμενες αρχές του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου και της προστασίας της ελευθερίας – στην ανάγκη τηρήσεως ίσου μέτρου κατά την εφαρμογή της αυτόφωρης διαδικασίας και στην καθολικότητα της ίδιας μεταχειρίσεως όλων των βουλευτών.

Λάμπρος Χ. Μαργαρίτης,
Καθηγητής Ποινικού Δικαίου στο ΑΠΘ

[ 1 ]. Βλ. παραπάνω, σελ. 732.

[ 2 ]. Βλ. Γάφου, Ποινικόν Δίκαιον, Ειδικόν Μέρος, τεύχ. Α΄, 1957, σελ. 110, Καρανίκα, Εγχειρίδιον Ποινικού Δικαίου, τόμ. Β΄, Ειδικόν Μέρος, 1954, σελ. 175, του ίδιου, Αι προσβολαί κατά της πολιτειακής εξουσίας (άρθρα 167 επ. ΠΚ) Αρμ 1954, 1 επ., Κονταξή, Ποινικός Κώδικας, τόμ. Α΄, Γενικό Μέρος, 1991, σελ. 1122, Στάικου, Επίτομος Ερμηνεία Ελληνικού Ποινικού Κώδικος, τόμ. Β΄. 1955, σελ. 251 Τούση-Γεωργίου, Ποινικός Κώδιξ, 1967, σελ. 475, ΠλημΛαρ129/1973 ΠοινΧρ 1973, 839, όπου (δεκτή γενόμενη) πρόταση Γ. Αρβανίτη.

[ 3 ]. βλ. ΑΠ 944/1998 ΠοινΧρ 1999, 541.

[ 4 ]. Βλ. ΑΠ 1126/1988 ΝοΒ 1988, 1482, ΑΠ 1053/1998 ΠοινΧρ 1999, 582.

[ 5 ]. Βλ. Λαγού, σε Χαραλαμπάκη, ΠΚ, τόμ. Α΄, 2011, άρθρο 175, σελ. 1465, Χωραφά, Ποινικόν Δίκαιον, επ. Κ. Σταμάτη, εκδ. Θ΄, 1978, σελ. 150, ΠλημΑθ 1472/1990 Υπερ 1991, 50, όπου (δεκτή γενόμενη) πρόταση Γ. Κτιστάκη.

[ 6 ]. Βλ. Μανωλεδάκη, Η προστασία της πολιτειακής εξουσίας κατά τον Ελληνικόν Ποινικόν Κώδικα (διδακτορική διατριβή), 1967, σελ. 38 επ., του ίδιου, Προσβολές κατά της πολιτειακής εξουσίας, άρθρα 167-182 ΠΚ, έκδ. α΄, 1988 – έκδ. β΄. 1994, σελ. 16 επ.

[ 7 ]. Ο Ποινικός Νόμος που ίσχυσε στην Ελλάδα πριν από τον Ποινικό Κώδικα του 1950 είχε διασκορπισμένες σε διάφορα κεφάλαια τις αντίστοιχες διατάξεις, έτσι ώστε και δύσκολα να μπορεί να ανεξαρτητοποιηθεί από το έννομο αγαθό του κράτους το αγαθό της «πολιτειακής εξουσίας» (ως ιδιαίτερο έννομο αγαθό) και προβληματική να καθίσταται οποιαδήποτε προσπάθεια σαφούς οριοθετήσεως και προσδιορισμού του. Εξάλλου, οι σχετικές διατάξεις του Ποινικού Νόμου, όντας σε πολλές περιπτώσεις φλύαρες και με καταφανή προσπάθεια να αντιμετωπίσουν και τις παραμικρές λεπτομέρειες, δεν προσφέρονταν για ακριβείς διαχωρισμούς των αντικειμένων νομικής προστασίας. βλ. Μανωλεδάκη, ό.π., σελ. 2-3. – Σαφές είναι ότι συγκρίσεις με το «Απάνθισμα των εγκληματικών της Β’ Εθνικής Συνελεύσεως των Ελλήνων», τον πρώτον αυτόν Ελληνικό Ποινικό Κώδικα που ίσχυσε πριν από τον Ποινικό Νόμο, δεν μπορούν να γίνουν στο πεδίο της συστηματικής προστασίας της πολιτειακής εξουσίας. Διαφορετικά, άλλωστε, «λειτουργεί» το έννομο τούτο αγαθό σ’ ένα συγκροτημένο ήδη κράτος, όπως στην περίπτωση του Ποινικού Νόμου και του Ποινικού Κώδικα, και διαφορετικά σε μια υπό συγκρότηση Πολιτεία μέσα σ’ ένα επαναστατικό και πολεμικό κλίμα. βλ Φιλιππίδη, Η ποινική νομοθεσία κατά την εθνεγερσίαν, 1974, σελ. 11 επ., Μανωλεδάκη, Ιδεολογικοπολιτικοί προσανατολισμοί του ελληνικού ποινικού δικαίου κατά την ιστορική του εξέλιξη, ΜΝΗΜΗ Ι, τόμ. Α΄, 1986, σελ. 125 επ., του ίδιου, ό.π., σελ. 3.

[ 8 ]. Ως έννομο αγαθό, η «πολιτειακή εξουσία» αποτελεί τεχνικό όρο με στενή έννοια και διαφέρει φυσικά από την (ευρεία) έννοια της κρατικής εξουσίας γενικά. για την τελευταία βλ. ενδεικτικά: Μάνεση, Αι εγγυήσεις τηρήσεως του Συντάγματος, τόμ. Ι, 1956, σελ. 10 επ., του ίδιου, Συνταγματικόν Δίκαιον, Παραδόσεις, τόμ. Α΄, 1967, σελ. 40 επ., Πουλαντζά, Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός, ελληνική μετάφραση Γ. Κρατικού (εκδόσεις «Θεμέλιο»), σελ. 13 επ., 89 επ., 209 επ., του ίδιου, Πολιτική εξουσία και κοινωνικές τάξεις, τεύχ. Α΄, ελληνική μετάφραση Κ. Φιλίνη (εκδόσεις «Θεμέλιο»), σελ. 135 επ., Α. Σβώλου, Πολιτική εξουσία και κυριαρχία, Νομικαί Μελέται, τόμ. Α΄, σελ. 271 επ., Δ. Τσάτσου, Εισηγήσεις πολιτειολογίας, 1977, σελ. 84 επ., του ίδιου, Συνταγματικό Δίκαιο, τεύχ. Α΄, Θεωρητικό θεμέλιο, 1985, σελ. 69 επ.

[ 9 ]. Βλ. Μανωλεδάκη, ό.π., σελ. 14 επ., Φάκου, Πρόταση στο ΒουλΣυμβΕφΑθ 646/1984, ΠοινΧρ 1985, 174.

[ 10 ]. Βλ. Μανωλεδάκη, ό.π., σελ. 16, G. Ruhe, Widerstand gegen die Straatsgewalt?, 1958, σελ. 20 επ. – Σωστά ο Μανωλεδάκης (ό.π.) διευκρινίζει ότι ο μηχανισμός επιβολής, που διακρίνεται από τους μηχανισμούς παραγωγής «πρωτογενούς» κρατικής βουλήσεως (: άμεσα – βουλευόμενα και έμμεσα – εκτελούντα όργανα του κράτους), δεν περιλαμβάνει μόνον τους καθαρά «εκτελεστικούς» υπαλλήλους ούτε αφορά μόνον τις «ακραίες» εκτελεστικές πράξεις. αναφέρονται στο σύνολο των έμμεσων – εκτελεστικών οργάνων του κράτους και στο σύνολο των ενεργειών τους για την επιβολή της κρατικής θελήσεως.

[ 11 ]. Βλ. Μανωλεδάκη, ό.π., σελ. 16.

[ 12 ]. Βλ. Μανωλεδάκη, ό.π., σελ. 14, Maurach, Deutsches Strafrecht, BI, 1964, σελ. 586.

[ 13 ]. Βλ. Kaiafa-Gbandi, Begehung gemeingefahrlicher Delikte und Verletzung der offentliche Ordnung, Bemmann – Manoledakis, 1986, σελ. 39, Μανωλεδάκη, Η προστασία της δημοσίας τάξεως κατά του Ελληνικόν Ποινικόν Κώδικα, 1970, σελ. 17 επ., του ίδιου, ό.π., σελ. 14. Πρβλ. Κωστάρα, Χρήση και κατάχρηση μιας αυθεντίας, ΜΝΗΜΗ Ι, τόμ., Α΄, 1986, σελ. 97 επ.

[ 14 ]. Έτσι ακριβώς ο Μανωλεδάκης, ό.π., σελ. 14-15.

[ 15 ]. Βλ. Μανωλεδάκη, ό.π., σελ. 1-2 και 28 επ., ο οποίος παρατηρεί ότι το κεφάλαιο αυτό έχει μια αξιόποινη δομή και περιεκτικότητα, συγκρινόμενο με αντίστοιχα ευρωπαϊκά νομοθετήματα, μ’ αυτά του δέκατου ένατου και του εικοστού αιώνα. χάρη στη δομή και την εσωτερική του ισορροπία, γίνεται ευχερέστερος ο εννοιολογικός προσδιορισμός του προστατευόμενου σ’ αυτό ιδιαιτέρου εννόμου αγαθού.

[ 16 ]. Κατά τον Maurach (ό.π., σελ. 586), πρόκειται για την εκφρασμένη εδώ σε μια υπαλληλική ενέργεια, αποκομμένη πια από το όργανο που την επέβαλε, «πολιτειακή εξουσία», δηλαδή για συγκεκριμενοποιηθείσα μορφή εξουσίας (: «konkretisierte Form der Gewalt»). βλ. Μανωλεδάκη, ό.π., σελ. 28.

[ 17 ]. Επιχειρώντας εννοιολογικό προσδιορισμό του όρου «κύρος» στα πλαίσια των κατά της πολιτειακής εξουσίας προσβολών ο Μανωλεδάκης (ό.π., σελ. 29 σημ. 4) σημειώνει τα εξής: «Το κύρος εδώ αποτελεί απλώς την «αυξημένη τιμή» των φορέων της πολιτειακής εξουσίας. Όπως λοιπόν η τιμή (ως έννομο αγαθό), δηλαδή η εξωτερική κοινωνική παράσταση του ανθρώπου (βλ. Μανωλεδάκη, Η διαλεκτική έννοια των εννόμων αγαθών, 1973, σελ. 111 επ.) αποτελεί απαραίτητο στοιχείο κοινωνικής αναγνώρισης και επιβολής, έτσι και η τιμή των φορέων της αρχής – ως ατόμων που έχουν όμως την ιδιότητα να είναι όργανα του κράτους – αποτελεί στοιχείο επιβολής, η οποία είναι δυσχερέστερη γι’ αυτούς στα πολιτεύματα εκείνα όπου η εξουσία (δηλαδή οι φορείς της) υπόκεινται σε συνεχή δημοσιότητα και αυξημένη κριτική. Στο μέτρο μόνο αυτό η «τιμή» του φορέα της αρχής είναι αυξημένη σε σχέση με την «τιμή» του κοινού πολίτη και καλείται ειδικότερα «κύρος». Αυτή είναι η διαλεκτική σύλληψη του φαινομένου που δεν την αντιλαμβάνεται η ιδεοκρατική νομική σκέψη, η οποία επιμένει στη φαντασίωση «άλλο αρχή αφηρημένα, άλλο φορέας»! Με την τελευταία νοοτροπία αυτή, κατασκευάζεται άλλο έννομο αγαθό για την «τιμή» της αρχής: η αυθεντία! Και αναζητείται η προσβολή που απευθείας (αν είναι δυνατόν!) πλήττει την αρχή (δηλαδή την αυθεντία της) χωρίς να περάσει από την «τιμή» του φορέα της. Το ωραίο είναι ότι η ιδεοκρατική αυτή άποψη που συντηρούσε (έστω και χωρίς να το θέλουν όλοι οι υποστηριχτές της) την ποινική προστασία της αυθεντίας (τη διατήρηση του άρθρου 181 ΠΚ) εμφανίστηκε ως «φιλελεύθερη λύση» στην ερμηνεία του άρθρου 181, ενώ η διαλεκτική σύλληψη που αξίωνε η προσβολή της αρχής να περνά μέσα από την προσβολή του φορέα της θεωρήθηκε «αυταρχική σύλληψη της εξουσίας»! Δεχόμενοι ωστόσο τη διαλεκτική άποψη, οδηγούμαστε απευθείας και φυσιολογικά στην κατάργηση των διατάξεων που προστατεύουν την (αφηρημένη) αυθεντία της αρχής, αφού η αφηρημένη προσβολή θεσμού, απογυμνωμένου από την υλική του υπόσταση, δηλαδή από τον ή τους φορείς του, είναι «πράξη» χωρίς κοινωνικό αντίκρισμα (χωρίς υπαρκτό αντικείμενο προσβολής), όπως συμβαίνει με την κακόβουλη βλασφημία (άρθρο 198 ΠΚ). Η τιμώρησή της αποτελεί συνεπώς τιμώρηση φρονήματος και η τιρωρούμενη «πράξη» συνιστά ψευδοέγκλημα». βλ. Ανδρουλάκη, Αυθεντία και περιύβριση, 1978, σελ. 49 επ., Δασκαλόπουλου, Τα όρια εφαρμογής του άρθρου 181 παρ. 1 ΠΚ, ΠοινΧρ 1966, 254 επ., Κουμάντου, «Θωρακισμένη εξουσία», εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» 5.11.1978 (: είχε χαρακτηρίσει τη διάταξη του άρθρου 181 ΠΚ «νομοθετικό τέρας» και «καμάρι της νεοελληνικής νομικής πονηρίας»), Κυλάκου, Πρόταση στο ΒουλΣυμβΕφΑθ 433/1965, ΠοινΧρ 1965, 365 επ., Κωστάρα, ό.π., Μανωλεδάκη, Η νομιμότητα των ενεργειών της αρχής ως προϋπόθεση για την ποινική προστασία της, ΠοινΧρ 1976, 782 επ., του ίδιου, ό.π., Μαργαρίτη, Παρατηρήσεις στην ΑναφΕισΠλημΘεσ 510/1978, Αρμ 1978, 851 επ., Παρασκευόπουλου, Η κριτική της ποινικής δικαιοσύνης από τον πολίτη και τον ειδικό, ΕπιστΕπετΔΣΘ 1982.57 επ., Συμεωνίδου-Καστανίδου, Η ποινική προστασία των πολιτικών σωμάτων στο ελληνικό δίκαιο, 1982, σελ. 163 επ.

[ 18 ]. Ό.π., σελ. 29-30.

[ 19 ]. Ό.π., σελ. 336.

[ 20 ]. Βλ. Μανωλεδάκη, ό.π.. πρβλ. Κωστή, Ερμηνεία Ποινικού Νόμου, τόμ. Β΄, 1928, σελ. 229, Μπουρόπουλου, Ερμηνεία Ποινικού Κώδικος, Ειδικόν Μέρος , τομ. Β΄, 1960, σελ. 118, Roxin, Taterschaft und Tatherrschaft, 1975, σελ. 408.

[ 21 ]. Έτσι ο Μανωλεδάκης, ό.π., σελ. 337.

[ 22 ]. Τούτη η διπλή κατεύθυνση του κατ’ άρθρο 175 ΠΚ αξιοποίνου γίνεται δεκτή σε θεωρία και νομολογία: Καρανίκας, ό.π., σελ. 175, Κονταξής, ό.π., σελ. 1123, Λαγού, ό.π., σελ. 1466-1467, Μανωλεδάκη, ό.π., Μπουρόπουλος, ό.π., Σακελλαρίου, Αγόρευση στην ΑΠ 456/1966, ΠοινΧρ 1967.101, Τούσης-Γεωργίου, ό.π., Χωραφάς, ό.π., σελ. 150, ΠλημΚαβ 412/1966 ΠοινΧρ 1966, 625, όπου και πρόταση Χ. Χόντζογλου.

[ 23 ]. Βλ. Κονταξή, ό.π., σελ. 1124, Κωστάρα, Ποινικό Δίκαιο – Επιτομή Ειδικού Μέρους, άρθρο 175, 2007, σελ. 183, Λαγού, ό.π., σελ. 1466, Μανωλεδάκη, ό.π., σελ. 339, Μπουρόπουλου, ό.π., σελ. 117, ΑΠ 1126/1998 ΠοινΧρ 1989, 87, ΑΠ 1053/1988 ΠοινΧρ 1999, 582, ΠλημΛαρ 139/2005 ΠΛογ 2006, 1055.

[ 24 ]. Βλ. Καρανίκα, ό.π., Κονταξή, ό.π., Μανωλεδάκη, ό.π., ΠλημΚοζ 166/1953 ΝοΒ 1953, 804.

[ 25 ]. Βλ. Μανωλεδάκη, ό.π., σελ. 343. για τη διάκριση βλ. Ανδρουλάκη, Επί του προσδιορισμού της εννοίας του διαρκούς εγκλήματος, ΠοινΧρ 1965, 326 επ.

[ 26 ]. Βλ. Λαγού, ό.π., σελ. 1465, Μανωλεδάκη, ό.π., σελ. 342.

[ 27 ]. Βλ. Μανωλεδάκη, ό.π., σελ. 340.

[ 28 ]. Βλ. Κονταξή, ό.π., σελ. 1137, Λαγού, ό.π., σελ. 1469, Μανωλεδάκη, ό.π., σελ. 346, Τούση-Γεωργίου, ό.π., σελ. 478.

[ 29 ]. Περισσότερες πληροφορίες για το κατ’ άρθρο 175 ΠΚ έγκλημα της αντιποιήσεως μπορεί κανείς ν’ αντλήσει από την ακόλουθη (παρατιθέμενη από τη Ν. Λαγού, ό.π., σελ. 1464-1465) ειδική βιβλιογραφία – αρθρογραφία: – Αργυρός Α.-Π., Η εγγραφή και διαγραφή από τα μητρώα των δικηγόρων, ΝοΒ 2002, 1399. – Βερβεσός Ν., Η ενσωμάτωση της Οδηγίας 2002/92/EK σχετικά με την ασφαλιστική διαμεσολάβηση στο ελληνικό δίκαιο, ΔΕΕ 2008, 417. – Δεμερτζής Κ., – Η πόρτα του νόμου: Η δικαστική προστασία του δικηγόρου σε πειθαρχική του υπόθεση, Δ 2007, 678. – Καρανίκας Δ., Αι προσβολαί κατά της πολιτειακής εξουσίας (άρθρο 167 επ. ΠΚ), Αρμ 1954, 1. – Κρίππας Γ., Συνεπές εκδόσεως ανυπόστατου (και άρα άκυρου, ανίσχυρου και ανύπαρκτου) διοικητικής πράξεως υπό των υπηρεσιών του Συνηγόρου του Πολίτου, ΕΔΔΔ 2007, 293. – Λιλαίος Γ., Η αντιποίηση ασκήσεως υπηρεσίας λειτουργού της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας κατά τους κανόνας και τον Ποινικόν Κώδικαν, 1976. – Μπιτζιλέκης Ν., σε Καϊάφα-Γκμπάντι Μ./Μπιτζιλέκη Ν./Συμεωνίδου-Καστανίδου Ελ., Δίκαιο των Ποινικών Κυρώσεων, 2008. – Παπαστυλιανός Χρ., Η ερμηνεία του όρου «Δημόσια Τάξη» ως περιορισμός των ατομικών ελευθεριών στην ΕΣΔΑ και το Σύνταγμα: Τα όρια της δικαιοδοτικής κρίσης του δικαστή κατά την εφαρμογή των περιορισμών των ατομικών ελευθεριών, ΤοΣ 2003, 403 επ. – Ίδιος, Η δημόσια τάξη ως συνταγματικά αποδεκτός περιορισμός της ελευθερίας του λόγου: Προϋποθέσεις μιας σύμφωνης με το Σύνταγμα ερμηνείας των σχετικών διατάξεων του ΠΚ, ΠοινΔικ 2005, 333.- Ίδιος, Η αντιποίηση θρησκευτικής αρχής και η προσαρμογή της νομολογίας του Αρείου Πάγου στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του ανθρώπου, ΝοΒ 2004, 534. – Παπαχαραλάμπους Χ., Εκλογή σε θέση καθηγητή ΑΕΙ με προβολή αναληθών ισχυρισμών από τον υποψήφιο – Το ζήτημα θεμελιώσεως αντιποιήσεως τίτλου, υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως και απόπειρας απάτης και η συναφής ευθύνη της διοικήσεως, Υπερ 1994, 717. – Πουλής Γ., Έννοια, ισχύς και συνταγματική κατοχύρωση των κανόνων της εκκλησίας, Αρμ 2005, 489. – Ίδιος, Η αντιποίηση στολής μοναχού της ορθόδοξης ανατολικής εκκλησίας, Αρμ 1983, 751. – Σακελλαρίου Β., Αντιποίηση υπηρεσίας εκκλησιαστικού λειτουργού, ΠοινΧρ 1967, 101. – Σοφουλάκης Λ., Η χρήση βίας από τα αστυνομικά όργανα ως υλικό μέτρο άσκησης αστυνομικής εξουσίας, ΠοινΔικ 2002, 647. – Σπινέλλης, Τα διαρκή και στιγμιαία εγκλήματα, ΠοινΧρ 1979, 1. – Τσαγκάρη Α., Νομικά ζητήματα θρησκευτικής ελευθερίας στις «ελληνικές υποθέσεις» του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, ΠοινΔικ 2007, 1019. – Χιονίδης Γ., Η αντιποίησις ασκήσεως της δικηγορίας, ΝοΒ 1968, 211. – Ψαρούδα-Μπενάκη Α., Τα αξιολογικά στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, 1971. – Ίδια, Η πολιτική αγωγή στην ποινική δίκη, 1982.

[ 30 ]. Η (αντίστοιχη) διάταξη του άρθρου 209 της (προϊσχύσασας) Ποινικής Δικονομίας όριζε: «Ουδέ εις την περίπτωσιν των άρθρων 207 και 208 δύναται τις κατά κανόνα να φυλακισθή χωρίς ένταλμα συλλήψεως. Τότε μόνον δεν είναι προς σύλληψιν αναγκαίον το ένταλμα της συλλήψεως, όταν ο κατηγορούμενος: -1. Ελήφθη επ’ αυτοφώρω. ή -2. συνελήφθη φεύγων ή προς το φεύγειν ορμώμενος. -3. συνελήφθη επί καταδιώξεως γενικής διαταχθείσης παρά της αρχής. ή -4. εμφανίζηται ο ίδιος. – Εις τοιαύτας περιπτώσεις έχει έκαστος επί της ανακρίσεως υπάλληλος το δικαίωμα να συλλάβη χωρίς ένταλμα συλλήψεως, και να ζητήση επί τούτου, χρείας καλούσης την ένοπλον δύναμιν.- Το αυτό δικαίωμα έχει και έκαστος πολίτης, αλλά μόνον εις την περίπτωσιν της επ’ αυτοφώρω συλλήψεως». – Στο αντίστοιχο άρθρο 230 παρ. 3 του ΣχΚΠΔ 1934 δεν υπήρχε σχετική πρόβλεψη, αφού οριζόταν: «Επί των επ’ αυτοφώρω κακουργημάτων και πλημμελημάτων οι επί της ανακρίσεως υπάλληλοι έχουσι το δικαίωμα να συλλαμβάνωσι τον πράξαντα, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 11 του Συντάγματος». στην Αιτιολογική Έκθεση του άρθρου (βλ. αυτή σε Ελληνική Ποινική Δικονομία, έκδοση Ζαχαρόπουλου, 1950, σελ. 488) αναφέρεται: «Εκ της συζητήσεως του άρθρου 230 εν τη Συντακτική Επιτροπή (28 Αυγούστου 1933) προκύπτει, ότι εκ παραδρομής δεν ετέθη εν τω άρθρω τούτω ή εν άλλω σχετικώ, διάταξις περί χορηγήσεως του δικαιώματος της συλλήψεως του δράστου εις πάντα πολίτην, όταν το κακούργημα ή το πλημμέλημα είναι αυτόφωρον».

[ 31 ]. Για μια πρώτη επαφή με το σύνολο της ύλης του άρθρου 275 ΚΠΔ βλ. ενδεικτικά: Αδάμπα, σε Μαργαρίτη, ΚΠΔ, Ι, 2011, άρθρο 275, σελ. 1013 επ., Κονταξή, Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, τόμ. Β΄, 2006, σελ. 1759 επ., Μ. Μαργαρίτη, Ερμηνεία Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, 2008, σελ. 541 επ.

[ 32 ]. Βλ. Βουγιούκα, Προβληματισμοί σχετικά με τη σύλληψη και κράτηση του ατόμου στο χώρο του Ελληνικού Ποινικού Δικονομικού Δικαίου, Υπερ 1994, 747 επ., Δημάκη, Το δικαίωμα των πολιτών για τη σύλληψη του δράστη στα αυτόφωρα εγκλήματα (άρθρο 275 παρ. 1 ΚΠΔ), ΠοινΧρ 1998, 545 επ., Καρρά, Το απαραβίαστον της προσωπικής ελευθερίας και η επιτετραμένη προσβολή αυτής (Συμβολή εις την ερμηνείαν των άρθρων 5 παρ. 3 και 6 του Συντάγματος και των αντίστοιχων ποινικών δικονομικών διατάξεων), ΕΕΝ 1976, 509 επ., Κονταξή Θρ., Αυτόφωρο: Δικαιικός Μεσαίωνας ή «βιομηχανία απονομής» δικαιοσύνης; ΠοινΔικ 2006, 221 επ., Λίβου, Η δικονομική θέση των καθ’ ων υφίστανται υπόνοιες περί τελέσεως εγκλήματος, ΠοινΧρ 1995, 1103 επ., Μπιτζιλέκη, Το δικαίωμα άμυνας και η κοινωνία της αδιαφορίας, ΠοινΧρ 2007, 874 επ., Μυγιάκη, Η συνταγματική και νομοθετική ρύθμισις της άνευ δικαστικού εντάλματος συλλήψεως και τύχης του συλληφθέντος κατά το από της συλλήψεως μέχρι της απολογίας αυτού χρονικόν διάστημα, ΝοΒ 1972, 696 επ., Σάμιτα, Ποινική ευθύνη των προβοκατόρων και δικαίωμα σύλληψης τούτων υπό των πολιτών, ΝοΒ 1975.123 επ., Τριανταφύλλου Γ., Η ρύθμιση και η λειτουργία των ερευνών κατά τον ΚΠΔ, 1993. βλ. ακόμη: Albrecht, Das Festnahme bei Jedermanns nach § 127 Abs. StPO, 1970, Karamuntzos, Die vorlaufige Festnahme bei Flagrantdelikten, 1954.- Σύντομη ιστορική και συγκριτική επισκόπηση του θέματος βλ. σε Δημάκη, ό.π.

[ 33 ]. Βλ. Δημάκη, ό.π., και εκεί παραπομπή στις θέσεις των: Albrecht, Borchert, Beulke, Kuhne, Ranft και Roxin.

[ 34 ]. Όπως λέγεται, ο πολίτης ενεργεί «pro magistratu». βλ. Δημάκη, ό.π., και εκεί παραπομπή σε: Hirsch, Jeschek και RGSt 17.127.

[ 35 ]. Βλ. ενδεικτικά: Ανδρουλάκη, Τα όρια της ανακριτικής δράσεως και η αρχή της αναγκαιότητος, ΠοινΧρ 1975, 3 επ., Δαλακούρα, Περί του σκοπού της ποινικής δίκης, ΠΛογ 2007, 1195 επ., του ίδιου, Αρχή της αναλογικότητας και μέτρα δικονομικού καταναγκασμού, 1993, Δέδε, Τα όρια της ανακριτικής δράσεως, ΠοινΧρ 1975, 257 επ., Δημάκη, ό.π., Ζαχαριάδη, Οι προληπτικές σωματικές έρευνες, η αρχή της αναγκαιότητας και η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, Υπερ 1995, 451 επ., Μπρακουμάτσου, Το επιτρεπτό ή μη των προληπτικών σωματικών ερευνών, ΠοινΧρ 1987, 124 επ., Τριανταφύλλου Γ., Η αρχή της αναλογικότητας στην ποινική δίκη, ΕλλΔνη 1990, 300 επ.

[ 36 ]. Βλ. Ζαγκαρόλα, Η σύλληψις και η προφυλάκισις του κατηγορουμένου, 1943, σελ. 31 επ.

[ 37 ]. Βλ. Karamuntzos, ό.π., σελ. 40 επ.

[ 38 ]. Βλ. Δημάκη, ό.π., Λίβου, ό.π., Τριανταφύλλου, ό.π., σελ. 49 επ.

[ 39 ]. Βλ. Δημάκη, ό.π., και εκεί παραπομπή σε Roxin.

[ 40 ]. Βλ. Δημάκη, ό.π. και εκεί παραπομπές.

[ 41 ]. Βλ. ενδεικτικά: Αναγνωστόπουλου, Δικονομικές εγγυήσεις και δημόσια αγανάκτηση, ΝοΒ 1983, 770 επ., Δαλακούρα, Προσωρινή κράτηση και περιοριστικοί όροι, 1998, σελ. 120 επ., Δημάκη, ό.π.

[ 42 ]. Βλ. Δημάκη, ό.π., και εκεί παραπομπές σε Boujong, Krause, Rudolphi και Wendissch.

[ 43 ]. Για τη θεωρία αυτή βλ. Δημάκη, ό.π., και εκεί παραπομπή στις θέσεις των: Beulke, Haft, Jescheck, Karamuntzos, Kleinknecht / Meyer – Gossner, Krey, Hirsch, Maurach, Otto, Ranft, Ruping, Schluchter, Schmidhauser, Eb. Schmidt, Lenckner, Welzel και Wiedenbrung.

[ 44 ]. Για τη θεωρία αυτή βλ. Δημάκη, ό.π., και εκεί παραπομπή στις θέσεις των: Krause, Arzt, Dreher / Trondle, Fezer, Boujong, Roxin, BGH NJW 1981.745, DLG Stuttgart, σε Paeffgen, NStZ 1991.425.

[ 45 ]. Πρβλ. Δημάκη, ό.π., Κονταξή, ο.π.

[ 46 ]. Βλ. Δημάκη, ό.π., και εκεί παραπομπή στις θέσεις των: Ανδρουλάκη, Δαγτόγλου, Μ. Κρανιδιώτη, Μάνεση, Γ. Τριανταφύλλου, Κ. Τσάτσου, Engisch, Larenz, Lοss, Peters και Rudolphi.

[ 47 ]. Για τα παρακάτω βλ. Μαργαρίτη, σε Μαργαρίτη-Παρασκευόπουλου, Ποινολογία, 2005, σελ. 176 επ.

[ 48 ]. Σύμφωνα με την άποψη του Κατσαντώνη (Ποινικόν Δίκαιον, Γενικόν Μέρος, ΙΙΙ, 1978, σελ. 156) το ακαταδίωκτο παρακωλύει μόνον την ποινική δίωξη και όχι την εναντίον του βουλευτή λήψη άλλων δικαστικών ή διοικητικών πειθαρχικών μέτρων. Για το θέμα αυτό βλ. Βενιζέλου, Η στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων ως λόγος έκπτωσης από το βουλευτικό αξίωμα και η δικαιοδοσία του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου (άρθρο 100 Συντ.), Γνωμοδότηση, Υπερ 1992, 481 επ., Τσάτσου, Η απομάκρυνση κατηγορούμενου βουλευτή από το ακροατήριο, Υπερ 1991, 1245, ΑνωτΕιδΔικ 1/1992, Υπερ 1992, 741 επ., Πρακτικά της Βουλής (Συνεδρίαση Ξ’ της 21/1/1991, σελ. 2968 επ.), Υπερ 1992, 469 επ. – Για το ποιες πράξεις μπορούν να γίνουν χωρίς άδεια της Βουλής βλ. ΣυμΒΠλημΘεσ 812/1990 Υπερ 1991, 70 (όπου πρόταση Ζαχαρή και παρατηρήσεις Μαργαρίτη). – Για το καθεστώς που διέπει τους βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου βλ. ΤρΠλημΘεσ 39/1990 Υπερ 1991, 37 (όπου πρόταση Βουρλιώτη και παρατηρήσεις Μαργαρίτη = αναγκαιότητα άδειας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η οποία επιτρέπει απλώς τη δίωξη χωρίς να εκφράζει επιθυμία προς τούτο).

[ 49 ]. Βλ. Μανωλεδάκη, Ποινικό Δίκαιο – Γενική Θεωρία, 2004, σελ. 1002, Μαργαρίτη, Παρατηρήσεις στις ΤρΕφΘεσ 1133-1134/1982, Αρμ 1982, 831 επ.

[ 50 ]. Το εξής πρέπει να τονιστεί εδώ: Αν το ακαταδίωκτο του βουλευτή θεωρηθεί μόνον προσωπικός λόγος απαλλαγής από την ποινή, τότε η πράξη του παραμένει άδικη, με συνέπεια και άμυνα να επιτρέπεται και συμμετοχή να είναι δυνατή. αν, αντίθετα θεωρηθεί ότι το ακαταδίωκτο υποδηλώνει άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, τότε ούτε άμυνα επιτρέπεται, ούτε συμμετοχή είναι δυνατή. Βλ. Μαργαρίτη, ό.π.

[ 51 ]. Βλ. Μανωλεδάκη, ό.π.

[ 52 ]. Βλ. Κατσαντώνη, ό.π., σελ. 157.

[ 53 ]. Αν η ποινική δίωξη είχε αρχίσει πριν αποκτήσει ο δράστης τη βουλευτική ιδιότητα, πάλι απαιτείται άδεια για τη συνέχιση της ποινικής διώξεως, γιατί ως ποινική δίωξη δεν νοείται μόνον η κίνηση αυτής, αλλά και η οποιαδήποτε άσκηση πράξεως στα πλαίσια της ποινικής διώξεως. βλ. Μανωλεδάκη, ό.π., Μαργαρίτη, ό.π., ΤρΕφΘεσ 1133-1134/1982 Αρμ 1982, 831. contra Κατσαντώνης, ό.π.

[ 54 ]. Σε ουσιαστικό επίπεδο, γίνεται δεκτό: Πρώτον, ότι η άδεια της Βουλής δεν είναι προσωπικό προνόμιο, αλλά συνταγματική κατοχύρωση της απρόσκοπτης ασκήσεως του έργου του βουλευτή, έτσι ώστε αυτός, ως εκπρόσωπος του λαού, να διαθέτει αξίωση για συμμετοχή (: λειτουργικό δικαίωμα) στις εργασίες της Βουλής (: Βενιζέλος, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, Ι, 1991, σελ. 395, Γεωργόπουλος, Επιτομή Συνταγματικού Δικαίου, 1990, σελ. 266, Καρράς, Αναμόρφωση του θεσμού της ασυλίας βουλευτών και του νόμου περί ευθύνης υπουργών, ΠοινΧρ 1994, 577 επ., Παραράς, Σύνταγμα 1975 – Corpus II, σελ. 152, Ράικος, Συνταγματικό Δίκαιο, τόμ. Α΄, τεύχ. Β΄, 1990, σελ. 42, Σαρίπολος, Ελληνικό Συνταγματικό Δίκαιο, τόμ. Α΄, 1923, σελ. 476 επ., Σγουρίτσας, Συνταγματικόν Δίκαιον, τόμ. Α΄, 1965, σελ. 290 επ., Φλογαΐτης, Εγχειρίδιον Συνταγματικού Δικαίου, 1895, σελ. 247 επ., ΑΠ 904/1980 ΠοινΧρ 1981, 39, ΕφΠειρ 32/1981 ΠοινΧρ 1981, 430)· δεύτερον, ότι με την άδεια της Βουλής προσπαθεί ο συντακτικός νομοθέτης να εξασφαλίσει την ομαλή και αποδοτική λειτουργία της με την ενεργό παρουσία όλων των μελών της (: Αντωνόπουλος, Συνταγματικόν Δίκαιον, τόμ. ΙΙ, τεύχ. Β΄, 1972, σελ. 167 επ., Γεωργόπουλος, ό.π., σελ. 270, Κατσαντώνης, ό.π., σελ. 158, Κονταξής, ό.π., τόμ. Α΄, 2006, σελ. 552, Παραράς, ό.π., σελ. 174, Ράικος, ό.π., σελ. 43, Σγουρίτσας, ό.π., σελ. 298).

[ 55 ]. Βλ. Μπουρμά, σε Μαργαρίτη, ΚΠΔ, Ι, άρθρο 54, σελ. 254.

[ 56 ]. Βλ. Αλιβιζάτου, Πειθαρχική δίωξη τραπεζοϋπαλλήλου βουλευτή, ΝοΒ 2003.1386 επ., Δέδε, Ποινική Δικονομία, 1991, σελ. 342, Ζησιάδη, Ποινική Δικονομία, τόμ., Α΄, 1976, σελ. 382, Καρρά, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο, 2011, σελ. 293 επ., Κωνσταντάρα, Ποινική Δικονομία, τόμ. Α΄, 1960, σελ. 299, Μαργαρίτη, Παρατηρήσεις στην ΤρΕφΘεσ 1133-1134/1982, Αρμ 1982, 382 επ., του ίδιου, Παρατηρήσεις στην ΠλημΘεσ 812/1990, Υπερ 1991, 71 επ., Μπουρόπουλου, ΕρμΚΠΔ, τόμ. Α΄, 1957, σελ. 87, Παραρά, ό.π., σελ. 165, Ράικου, ό.π., σελ. 53, Σαρίπολου, ό.π., σελ. 489, Σγουρίτσα, ό.π., σελ. 295, Τριανταφύλλου Γ., ό.π., σελ. 302, Χρυσόγονου, Συνταγματικό Δίκαιο, 2003, σελ. 473, ΑΠ 904/1980, ό.π., ΑΠ 10/1987 ΠοινΧρ 1987, 373, ΑΠ 1312/1997 ΠοινΧρ 1999, 756. πρβλ. Ζαγκαρόλα, Παρατηρήσεις στην ΠλημΑθ 1025/1958, ΠοινΧρ 1958, 502, Καίσαρη, ΚΠΔ, τόμ. Α΄, 1981, σελ. 578 επ., ΠλημΤριπ 445/1960 ΠοινΧρ 1961, 103, Σταμάτη, Η προκαταρκτική εξέταση στην ποινική διαδικασία και οι αρχές της νομιμότητας και της σκοπιμότητας, 1984, σελ. 246, Τσουκαλά, Ερμηνεία της Ποινικής Δικονομίας, το,. Β΄, 1947, σελ. 246, Στάικου, ΓνμδΕισΑΠ (Κόλλιας) 6/1954 ΠοινΧρ 1954, 203, ΠλημΜυτ 45/1960 ΠοινΧρ 1961, 155, Επίτομος Ερμηνεία Ελληνικής Ποινικής Δικονομίας, τόμ, Α΄, 1951, σελ. 200, ΔιατΕισΠλημΕδ 52/1983 ΠοινΧρ 1983, 635, ΔιατΕισΠλημΑθ 41/1984 ΠοινΧρ 1984, 330.

[ 57 ]. Βλ. Ζαγκαρόλα, Παρατηρήσεις στην ΠλημΑθ 1025/1958, ΠοινΧρ 1958, 502, Ζησιάδη, ό.π., σελ. 380, Παραρά, ό.π., σελ. 164, Σαρίπολου, ό.π., σελ. 491, Σγουρίτσα, ό.π., σελ. 293, Στάικου, ό.π., σελ. 200, ΓνμδΕισΑΠ (Κόλλιας) 10/1957 ΠοινΧρ 1957, 262, ΕφΠειρ 32/1981, ό.π.

[ 58 ]. Βλ. Βενιζέλου, ό.π., σελ. 395, Ζαγκαρόλα, ό.π., Ζησιάδη, ό.π., σελ. 383, Μπουρόπουλου, ό.π., σελ. 87, Ράικου, ό.π., σελ. 53, Σιφναίου-Τούση, Πανδέκτης της ισχυούσης Ποινικής Δικονομίας, τόμ. Α΄, 1957, σελ. 97, Χρυσόγονου, ό.π., σελ. 473.

[ 59 ]. Βλ. Ζησιάδη, ό.π., Μπουρμά, ό.π., σελ. 256, Μπουρόπουλου, ό.π., ΕφΘεσ 149/1980 ΠοινΧρ 1980, 367, όπου πρόταση Δ. Σιδέρη, ΠλημΘεσ 2424/1958 ΠοινΧρ 1958, 504.

[ 60 ]. Βλ. Αντωνόπουλου, ό.π., σελ. 164, Γεωργόπουλου, ό.π., σελ. 320, Καρρά, ό.π., Μπουρμά, ό.π., Ράικου, ό.π., σελ. 52, Σγουρίτσα, ό.π., σελ. 294, Σιφναίου-Τούση, ό.π., σελ. 99, ΓνμδΕισΑΠ 10/1957, ό.π.

[ 61 ]. Βλ. Ζησιάδη, ό.π., Μπουρμά, ό.π., Σαρίπολου, ό.π., σελ. 487, ΓνμδΕισΑΠ 10/1957, ό.π.

[ 62 ]. Βλ. Ζησιάδη, ό.π., σελ. 382-383, Μπουρόπουλου, ό.π., σελ. 88, Παραρά, ό.π., σελ. 165, Ράικου, ό.π., σελ. 198, Σγουρίτσα, ό.π., σελ. 294. πρβλ. Αλιβιζάτου, ό.π., Καρρά, ό.π., Μπάκα, Εφαρμογή της Ποινικής Δικονομίας, 1987, σελ. 141, Ντζιώρα, Σύστημα της Ελληνικής Ποινικής Δικονομίας, τόμ. Β΄, 1973, σελ. 150, Τριανταφύλλου, ό.π., σελ. 296.

[ 63 ]. Βλ. Ζησιάδη, ό.π., Καρρά, ό.π., Σαρίπολου, ό.π., σελ. 491, ΓνμΕισΑΠ (Χοϊδάς) 33/1931, Θέμις ΜΒ΄, 734 επ.

[ 64 ]. Βλ. Μπουρμά, ό.π., σελ. 257, ΕφΑθ 372/1956 ΠοινΧρ 1956, 439, ΕφΘεσ 149/1980, ό.π., ΠλημΜυτ 45/1960, ό.π.

[ 65 ]. Βλ. Κονταξή, ό.π., σελ. 553, Μπουρμά, ό.π.

[ 66 ]. Βλ. Ζησιάδη, ό.π., σελ. 385, Ράικου, ό.π., σελ. 52, Σαρίπολου, ό.π., σελ. 489.

[ 67 ]. Βλ. Κονταξή, ό.π., Μπουρμά, ό.π.

[ 68 ]. Βλ. Γεωργόπουλου, ό.π., σελ. 269, Ζησιάδη, ό.π., σελ. 386, Παραρά, ό.π., σελ. 165, Σγουρίτσα, ό.π., σελ. 296

[ 69 ]. Βλ. Ζησιάδη, ό.π., σελ. 385, Μπουρμά, ό.π., σελ. 258, Μπουρόπουλου, ό.π., σελ. 88.

[ 70 ]. Βλ. Καρρά, ό.π., Μπουρμά, ό.π., ΕγκΕισΑΠ (Λινός) 4/2003 ΠοινΧρ 2004, 555.

[ 71 ]. Βλ. Κωνσταντόπουλου, Ερμηνεία της Ποινικής Δικονομίας, τόμ. Α΄, 1925, σελ. 155, Παραρά, ό.π., σελ. 165, Ράικου, ό.π., σελ. 463, Σγουρίτσα, ό.π., σελ. 298, Φλογαΐτη, ό.π., σελ. 252, Χρυσόγονου, ό.π., σελ. 473, ΓνμδΕισΑΠ 2/1921 Θέμις ΛΓ΄, 607, ΓνμδΕισΑΠ 33/1931 Θέμις ΜΒ΄, 734. πρβλ. Αλιβιζάτου, ό.π., ΑΠ 122/1917 Θέμις ΚΗ΄, 388, ΑΠ 20/1921 Θέμις ΛΒ΄, 3.

[ 72 ]. Βλ. Ζησιάδη, ό.π., σελ. 383, Μπουρμά, ό.π., Μπουρόπουλου, ό.π., σελ. 87, Σταμάτη, ό.π., σελ. 247.

[ 73 ]. Βλ. Ζησιάδη, ό.π., Μπουρόπουλου, ό.π., ΑΠ 904/1980, ό.π., ΑΠ 799/1981 ΠοινΧρ 1982, 70, ΜΟΔΠατρ 23/1957 ΠοινΧρ 1958, 226, ΠλημΑθ 292/1992 Υπερ 1992, 1171, ΠλημΘεσ 600/1998 Υπερ 1999, 1209, ΠλημΑθ 4916/2000 ΠΛογ 2001, 2095.

[ 74 ]. Βλ. Κονταξή, ό.π., σελ. 554, Μπουρμά, ό.π., σελ. 259. – Για το ζήτημα της εκτελέσεως αμετάκλητης δικαστικής αποφάσεως σε βάρος βουλευτή βλ. Αντωνόπουλου, ό.π., Γεωργόπουλου, ό.π., Καρρά, ό.π., Ράικου, ό.π., Σγουρίτσα, ό.π., Χρυσόγονου, ό.π.

Πηγή: ΠοινΔικ 8-9/2012, 745

poinikos kodikas 2011 2 Βουλευτική ασυλία, δικαίωμα συλλήψεως και εισαγγελική παρέμβαση

ΠΟΙΝΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ - ΤΟΜΟΣ ΙΙ