ΚΑΛΑΘΙ ΑΓΟΡΩΝ
Έχετε 0 προιόντα - 0,00 €

Ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής – Ακύρωση αυτής

ΕφΑθ 2558/2011 [Ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής - Ακύρωση αυτής, με παράτ. Η. Ηλιακόπουλου]

Πηγή: ΕφΑΔ 10/2012, 883

(ΠΕΡΙΛΗΨΗ) Έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο. Εάν η απαίτηση ή το ποσόν της δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, εάν δε εκδοθεί, ακυρώνεται, μετά από ανακοπή του οφειλέτη και αποδοχή του λόγου ανακοπής, περί μη αποδείξεως της απαιτήσεως εκ των επισυναφθέντων εγγράφων. Η ακύρωση για το λόγο αυτό απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου. Το αίτημα της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής είναι διαπλαστικό, συνιστάμενο στην ακύρωση της διαταγής πληρωμής για κάποιο λόγο. Τέτοιο λόγο συνιστά είτε η έλλειψη τυπικών προϋποθέσεων για την έγκυρη έκδοσή της είτε η επίκληση ουσιαστικής ενστάσεως, εξαιτίας της οποίας, όταν εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, είχε καταλυθεί η οφειλή, την οποία αυτή αφορά.

Διατάξεις: άρθρα 583, 585, 623, 628, 624-634 ΚΠολΔ

[...] Ο ανακόπτων και ήδη εκκαλών, με την, από 30.8.2007 και με αρ. έκθ. κατ. 188276/31.8.2007, ανακοπή του, την οποία άσκησε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ζήτησε για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτήν, να ακυρωθεί η, με αρ. 8689/2007, διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκε αυτός να καταβάλει στην καθ’ ης η ανακοπή, το συνολικό ποσό των 321.560,65 ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων, προερχόμενο από σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, της οποίας το οφειλόμενο κατάλοιπο εκχωρήθηκε από την καθολική διάδοχο της αρχικής δανείστριας στην καθ’ ης η ανακοπή. Επί της ανακοπής αυτής, εκδόθηκε η εκκαλουμένη, με αρ. 7739/2008, οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή, ως ουσιαστικά αβάσιμη και επικυρώθηκε η ένδικη διαταγή πληρωμής. Ήδη, κατά της παραπάνω απόφασης, παραπονείται ο ανακόπτων, με την κρινόμενη έφεσή του και με τους αναφερόμενους σ’ αυτήν λόγους του, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνισή της και την αποδοχή της ανακοπής του.

Κατά το άρθρο 623 του ΚΠολΔ κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, κατά δε το άρθρο 626 παρ. 3 του ιδίου Κώδικα, στην αίτηση του δικαιούχου για την έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα, από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της. Η διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί και με το συνδυασμό περισσοτέρων εγγράφων, εφόσον με αυτά αποδεικνύεται η χρηματική απαίτηση ή η παροχή χρεογράφων (ΕφΔωδ 102/2002, ΕφΘεσ 861/2000, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ»).

Εάν η απαίτηση ή το ποσό της δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει, κατ’ άρθρο 628 ΚΠολΔ να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, εάν δε, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ, μετ’ αποδοχή σχετικού λόγου ανακοπής, περί μη αποδείξεως της απαιτήσεως εκ των επισυναφθέντων εγγράφων και συνεπώς περί μη συνδρομής της νόμιμης αυτής προϋποθέσεως για έκδοση διαταγής πληρωμής, μετ’ επανεκτίμηση, από το δικαστήριο που δικάζει επί της ανακοπής μόνο των ως άνω, κατά την υποβολή της αίτησης, επισυναφθέντων εγγράφων, αφού δεν επιτρέπεται η απόδειξη της απαίτησης, για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, με νέα, το πρώτον επικαλούμενα και προσκομιζόμενα στη δίκη της ανακοπής αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 782/1994 ΕλλΔνη 95,838, ΑΠ 40/1994 ΕλλΔνη 95,337, ΕφΑθ 7531/2007 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ», ΕφΠειρ 378/1998 ΕΔΠ 98,380). Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για το λόγο αυτό απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξαρτήτως της ύπαρξης και της δυνατότητας απόδειξης της απαίτησης με άλλα αποδεικτικά μέσα (βλ. ΑΠ Ολ 43/2005 ΕλλΔνη 46,1649, ΑΠ Ολ 10/1997 ΕλλΔνη 38,768, ΑΠ 1053/2008 ΧρΙΔ 2009,414). Στην περίπτωση αυτή αντικείμενο της δίκης και κατά συνέπεια της δικαιοδοτικής κρίσης του δικαστηρίου που δικάζει την ανακοπή, δεν καθίσταται και το ζήτημα της ύπαρξης ή μη της απαίτησης, για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, αφού με μόνη τη διαπίστωση της βασιμότητας του τυπικού λόγου της ανακοπής γίνεται δεκτό το αίτημα αυτής και ακυρώνεται άνευ ετέρου η διαταγή πληρωμής. Η ύπαρξη της απαίτησης δεν αποτελεί στην περίπτωση αυτή προδικαστικό ζήτημα για την παραδοχή της ανακοπής, και ως εκ τούτου, δεν ερευνάται παρεμπιπτόντως αυτό, από το δικαστήριο της ανακοπής.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 633 παρ. 1, 583 και 585 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, διασφαλίζουσα το δικαίωμα ακροάσεως του καθ’ ου η διαταγή, κατά το άρθρο 20 του Συντ., αποτελεί ειδικά ρυθμισμένη μορφή της, κατά τα άρθρα 583 έως 585 ΚΠολΔ ανακοπής. Το αίτημα δε της εν λόγω ανακοπής είναι διαπλαστικό, συνιστάμενο στην ακύρωση (εξαφάνιση) της διαταγής πληρωμής, για κάποιο μνημονευόμενο νόμιμο λόγο. Λόγο δε ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής συνιστά τόσο η έλλειψη τυπικών προϋποθέσεων για την έγκυρη έκδοσή της (άρθρο 623 έως 630 ΚΠολΔ) και γενικότερα παραβιάσεις δικονομικών διατάξεων που επάγονται ως δικονομική έννομη συνέπεια τη, δια δικαστικής αποφάσεως, απαγγελλόμενη ακυρότητά της (ΑΠ Ολ 10/1997 ό.π.), είτε η επίκληση ουσιαστικής ενστάσεως (διακωλυτικής ή αποσβεστικής εν όλω ή εν μέρει) εξαιτίας της οποίας, όταν εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, είχε καταλυθεί η οφειλή, την οποία αυτή αφορά. Αν δε το δικαστήριο της ουσίας, που εκδικάζει την ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής δεν ακύρωσε εν όλω ή εν μέρει την προσβληθείσα διαταγή πληρωμής, αν και κατά την έκδοσή της εμφιλοχώρησαν παραβάσεις δικονομικών διατάξεων που δικαιολογούν κατά νόμο την ακύρωσή της, υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ, γιατί παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα (ΑΠ 1305/2009, ΑΠ 1378/2009, ΑΠ 1102/2008, ΕφΔωδ 391/2009 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ»).

Εξάλλου, κατά την ΑΚ 455, ο δανειστής μπορεί με σύμβαση να μεταβιβάσει σε άλλον την απαίτησή του, χωρίς τη συναίνεση του οφειλέτη (εκχώρηση), ενώ κατά την ΑΚ 462, ο οφειλέτης έχει προς τον εκδοχέα τις ίδιες υποχρεώσεις, που είχε προς τον εκχωρητή. Κατά δε, το άρθρο 463 παρ. 1 του ΑΚ, «Ο οφειλέτης μπορεί να αντιτάξει κατά του εκδοχέα όλες τις ενστάσεις, που είχε κατά του εκχωρητή, πριν από την αναγγελία», ενώ σύμφωνα και με το άρθρο 460 ΑΚ, «ο εκδοχέας δεν αποκτά δικαίωμα απέναντι στον οφειλέτη και στους τρίτους πριν ο ίδιος ή ο εκχωρητής αναγγείλει την εκχώρηση στον οφειλέτη ή στο νόμιμο αντιπρόσωπό του, επί δε νομικών προσώπων στον, κατά το νόμο ή το καταστατικό, εκπρόσωπό τους» (ΑΠ 667/2010, ΑΠ 480/2006, ΕφΑθ 395/2010 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ»).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τη δέουσα εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρα, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με επιμέλεια της καθ’ ης η ανακοπή, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφασή του, πρακτικά δημοσίας συνεδρίασής του, των εγγράφων που προσκομίστηκαν, με επίκληση, από τους διαδίκους, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και με επίκληση επαναπροσκομίζονται, στα πλαίσια της ισχύος των διαλαμβανομένων, στο άρθρο 240 ΚΠολΔ και στο παρόν δικαστήριο, προς συναγωγή και δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον από αυτά δεν συνάγεται πλήρης απόδειξη, χωρίς να παραλείπεται κανένα, για την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, έστω και αν δεν αναφέρονται όλα, με ειδική μνεία (ΑΠ 250/2000 ΕλλΔνη 41,980 και ΑΠ 587/1992 ΕλλΔνη 35,1278), αποδεικνύονται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Σύμφωνα, με τη, με αρ. 8689/2007, διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε με βάση την, από 19.2.1999, σύμβαση πίστωσης με ανοιχτό τρεχούμενο λογαριασμό, μεταξύ της Τράπεζας με την επωνυμία «G. S.A.» και της εταιρίας με την επωνυμία «Μ. ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ», ο ανακόπτων-εκκαλών, ως νόμιμος εκπρόσωπος της οφειλέτριας εταιρίας και εγγυητής στην παραπάνω σύμβαση, υποχρεώθηκε να καταβάλει στην καθ’ ης η ανακοπή-εφεσίβλητη, το χρεωστικό υπόλοιπο του παραπάνω λογαριασμού, ποσού 321.560,65 ευρώ, το οποίο προέκυψε μετά το οριστικό κλείσιμο αυτού, στις 15.3.2001, πλέον τόκων υπερημερίας και εξόδων.

Την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, ζήτησε με την, από 8.3.2007, αίτησή της, η καθ’ ης η ανακοπή, τραπεζική εταιρία, με την επωνυμία «Π. ΑΕ», επικαλούμενη ότι η ίδια υπεισήλθε στα δικαιώματα της τραπεζικής εταιρίας, με την επωνυμία «Μ. ATE», καθολικής διαδόχου της ως άνω αρχικής δανείστριας τράπεζας, λόγω εκχωρήσεως σ’ αυτήν, της παραπάνω απαιτήσεώς της, από τον ένδικο αλληλόχρεο λογαριασμό, σε βάρος του ανακόπτοντος-εκκαλούντος.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, ανεξαρτήτως του ότι η αίτηση προς έκδοση της διαταγής πληρωμής, ήταν αόριστη, αφού δεν εκτίθετο σ’ αυτήν ο ακριβής τρόπος της διαδοχής της ως άνω εκχωρήτριας τράπεζας στα δικαιώματα της αρχικής δανείστριας τραπεζικής εταιρίας, πρωτίστως, ήταν απαράδεκτη, αφού δεν προσκομίστηκαν τα έγγραφα με βάση τα οποία αποδεικνύεται η ενεργητική νομιμοποίηση της καθ’ ης η ανακοπή και αιτούσας τη διαταγή πληρωμής και ειδικότερα τα έγγραφα με τα οποία αποδεικνύεται ο τρόπος με τον οποίο η εκχωρήτριά της, «Μ. ΑΤΕ», υπεισήλθε στα δικαιώματα της αρχικής δανείστριας τράπεζας με την επωνυμία «G. S.A.».

Η επίκληση και προσκόμιση στην πρωτόδικη δίκη, επί της κρινόμενης ανακοπής, των σχετικών ΦΕΚ, από τα οποία αποδεικνύεται ο τρόπος διαδοχής της αρχικής δανείστριας τράπεζας, από την ως άνω εκχωρήτρια τράπεζα, η οποία στη συνέχεια εκχώρησε την απαίτησή της, στην καθ’ ης η ανακοπή, δεν εξαλείφει την έλλειψη της απαραίτητης διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης για έκδοση της ένδικης διαταγής πληρωμής, αφού, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην αρχή της παραγράφου αυτής, δεν επιτρέπεται η απόδειξη της απαίτησης, για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, με νέα, το πρώτον, επικαλούμενα και προσκομιζόμενα στη δίκη της ανακοπής αποδεικτικά μέσα. Εξ άλλου η καθ’ ης η ανακοπή και αιτούσα τη διαταγή πληρωμής, παρότι προσκόμισε το έγγραφο της εκχώρησης σ’ αυτήν, της απαίτησης της ως άνω εκχωρήτριας τράπεζας, περαιτέρω δεν επικαλέστηκε ούτε προσκόμισε κατά την έκδοση της διαταγής πληρωμής, έγγραφη αναγγελία της εκχώρησης αυτής, προς την αρχική οφειλέτρια εταιρία και στον ανακόπτοντα, ως εγγυητή του χρέους αυτού.

Το ότι η αναγγελία της εκχωρήσεως είναι άτυπη και δεν είναι επομένως αναγκαίο, κατά νόμο, να περιβληθεί τον έγγραφο τύπο (ΑΠ 658/1974 ΝοΒ 23,273, ΑΠ 477/1976 ΝοΒ 24,1053, ΕφΛαρ 502/2004 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ»), είναι χωρίς σημασία στην κρινόμενη υπόθεση, αφού σε περίπτωση άτυπης εκχώρησης ή άτυπης αναγγελίας αυτής, από την οποία και μόνον, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν επίσης στην αρχή της παραγράφου αυτής, ο εκδοχέας αποκτά δικαίωμα, απέναντι στον οφειλέτη και στους τρίτους, δεν είναι δυνατή η έκδοση διαταγής πληρωμής για την εκχωρούμενη απαίτηση, κατά τις διατάξεις των άρθρων 623, 626 παρ. 3 και 628 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ, από τις οποίες, όπως έχει προαναφερθεί, προκύπτει ότι αν η απαίτηση που επικαλείται εκείνος που ζητεί την έκδοση διαταγής πληρωμής δεν αποδεικνύεται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, που πρέπει να επισυνάπτεται στην αίτησή του, δεν γίνεται αυτή δεκτή (ΕφΔωδ 102/2002, ΕφΘεσ 861/2000 ό.π.).

Μετά από αυτά και αφού με διαφορετικό τρόπο έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αποφαινόμενο ότι παραδεκτά εκδόθηκε σε βάρος του ανακόπτοντος, η ένδικη διαταγή πληρωμής, δεν εφάρμοσε σωστά το νόμο και εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και ως εκ τούτου δεν αποφάνθηκε με ορθότητα. Πρέπει συνεπώς, να γίνουν δεκτοί οι σχετικοί, περί αυτών, λόγοι της κρινόμενης έφεσης και ως ουσιαστικά βάσιμα και ως εκ τούτου να γίνει δεκτή στο σύνολό της, η έφεση αυτή, ως ουσιαστικά βάσιμη και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση. Στη συνέχεια, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη ανακοπή και ως ουσιαστικά βάσιμη και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής. Τα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας βαρύνουν την καθ’ ης η ανακοπή, λόγω της ήττας της (άρθρο 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. [...]

Παρατηρήσεις

Η σχολιαζόμενη απόφαση, με τις αιτιολογίες που οδήγησαν στην εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και παραδοχή της σχετικής ανακοπής του άρθρου 632 ΚΠολΔ, οδηγεί στα ακόλουθα ερωτήματα:

1. Με δεδομένο πια, ότι κυρίαρχη είναι η αντίληψη πως η διαταγή πληρωμής δεν είναι δικαστική απόφαση, ποιο είναι το κύριο γνώρισμα που της στερεί τον χαρακτηρισμό “δικαστική απόφαση“, κάτι το οποίο αποτυπώνεται εμμέσως και στις αιτιολογίες της σχολιαζόμενης απόφασης;

2. Η μη προσκόμιση των κρίσιμων δημοσίων ή ιδιωτικών εγγράφων με την αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής, αποτελεί λόγο ανακοπής που προσβάλλει το παραδεκτό ή το νόμω βάσιμο της διαταγής πληρωμής;

3. Γιατί η αναγγελία της εκχώρησης της απαίτησης να μην μπορεί να περιέχεται μέσα στην αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής από τον αιτούντα- εκδοχέα προς τον οφειλέτη;

1α. Πράγματι, κυρίαρχη είναι η άποψη τόσο στην θεωρία [15] όσο και στην νομολογία [16] ότι η έκδοση διαταγής πληρωμής από τον αρμόδιο καθ’ ύλην και κατά τόπον δικαστή, δεν είναι δικαστική απόφαση [17] . Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι η διαταγή πληρωμής δεν εκδίδεται από δικαστήριο αλλά από δικαστή, ο οποίος κατά την έκδοσή της ενεργεί ως ανώτερος δικαστικός υπάλληλος και όχι ως ο φυσικός δικαστής ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου.

Εάν είστε συνδρομητής, για να δείτε το πλήρες κείμενο, υποσημειώσεις, παραπομπές σε νομολογία και άλλα, παρακαλώ συνδεθείτε στην βάση μας nbonline.gr πατώντας εδώ. Εάν δεν είστε συνδρομητής μας μπορείτε να εγγραφείτε στην βάση μας για να δείτε το πλήρες κείμενο. Αποκτήστε δωρεάν δοκιμαστική πρόσβαση στη βάση nbonline.gr διάρκειας τριών ημερών.
1740 Ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής   Ακύρωση αυτής

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ