ΚΑΛΑΘΙ ΑΓΟΡΩΝ
Έχετε 0 προιόντα - 0,00 €

Ιστορία της Νομικής Σχολής Αθηνών, Α΄ Οθώνειο Πανεπιστήμιο (1837-1862) του Ιωάννη Καράκωστα

Αθήναι 2012, Νομική Βιβλιοθήκη

Παρουσίαση: Ιωάννης Σ. Σπυριδάκης, Ομ. Καθηγητής Παν/μίου Αθηνών

Ι.1. Από τον Εκδοτικό Οίκο «Νομική Βιβλιοθήκη» κυκλοφόρησε πρόσφατα το έργο του Ομότιμου Καθηγητή της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Ι.Κ. Καράκωστα για την Ιστορία της Νομικής Σχολής Αθηνών του «Οθώνειου Πανεπιστημίου» (1837-1862), με την οικονομική υποστήριξη του Ιδρύματος «Αχιλλέως Μπαλή».

2. Πρόκειται για ιστοριογραφία, συνδυαζόμενη με ιστορία, που φωτίζει από κάθε πλευρά τη δημιουργία, οργάνωση και λειτουργία της Νομικής Σχολής κατά την περίοδο της Βασιλείας του Όθωνος. Είναι αξιοσημείωτο ότι συγγραφέας του έργου (που αποτελεί στην κυριολεξία «πόνημα») είναι καθηγητής του Αστικού Δικαίου, γνωστός όμως και για τα ιστορικού περιεχομένου έργα του – προφανώς και λόγω της οικογενειακής προοδευτικής αλληλεπιδράσεως (Prozess), αφού η σύζυγός του, κ. Ι. Βελισσαροπούλου-Καράκωστα, είναι Καθηγήτρια της Ιστορίας του Δικαίου στη Σχολή μας.

Χαρακτηρίσθηκε παραπάνω πόνημα κατά κυριολεξία το έργο του συγγραφέα. Και αυτό, διότι πραγματικά αξιοθαύμαστος είναι ο μόχθος που καταβλήθηκε για τη συγκέντρωση, μελέτη και κριτική παρουσίαση του υλικού – και όχι μόνο από το αρχείο του Πανεπιστημίου, αλλά από εφημερίδες, περιοδικά, ειδικές μελέτες κλπ. Αν αναλογισθεί κανένας και την πανεπιστημιακή και δικηγορική απασχόληση, τη συγγραφή μελετών αστικού/ιδιωτικού δικαίου και την διεύθυνση νομικών περιοδικών από τον συγγραφέα, μπορεί κατά κάποιο τρόπο να καταλάβει πόσες θυσίες έγιναν από τον ίδιο και το οικογενειακό του περιβάλλον για την ολοκλήρωση του έργου/πονήματος. Οι εξηγήσεις που ο συγγραφέας δίνει στον πρόλογο (σελ. 11 επ.) μπορεί να δικαιολογούν/εξηγούν την ενασχόλησή του (και την από αυτή «ωφέλειά» του), δεν είναι όμως δυνατό να μειώσουν στο ελάχιστο τον προσήκοντα θαυμασμό για την θυσία χρόνου πολύτιμου και μόχθου ατέρμονος.

3. Στο έργο παρατίθενται: Βιογραφικά σημειώματα για τους διδάξαντες στη Σχολή, στοιχεία για την ανάμιξη καθηγητών στην πολιτική και την κατάληψη κυβερνητικών θέσεων, εικόνες συλλεγμένες με ιδιαίτερη προσοχή και ευαισθησία, φωτοτυπίες ιδιόγραφων σημειώσεων κλπ., ώστε το έργο να καθίσταται πιο ζωντανό και συγχρόνως να παρακινεί τον αναγνώστη στην συνέχιση της ανάγνωσης (που κάλλιστα θα μπορούσε να γίνει μελέτη και σπουδή).

4. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι αναπτύξεις για τους φοιτητές της Νομικής: για την καταγωγή τους, την οικονομική τους κατάσταση, τη διαβίωσή τους, τους αγώνες τους για μάθηση, την πολιτικοποίησή τους (ακόμη και «κομματικοποίηση»), την πειθαρχία, τις εξετάσεις, αλλά και την αταξία, την κατά περίπτωση αδιαφορία κ.ά.

Χαρακτηριστική είναι και η εκμετάλλευση από διαφόρους της παρεχόμενης τότε δυνατότητας να αποκτήσουν την ιδιότητα του δικηγόρου με μόνη την παρακολούθηση μαθημάτων ως «ακροατών», έως την καθιέρωση (1847, σελ. 320) των εξετάσεων για την λήψη της άδειας δικηγόρου.

ΙΙ. Το βιβλίο περιλαμβάνει:

• Εισαγωγή (σελ. 15 επ).

• Κεφάλαιο για τη Νομική Σχολή και το Διδακτικό Προσωπικό (σελ. 39 επ.), το οποίο διαιρείται σε τμήματα ως εξής:

- Α’ Περίοδος 1837 – 1843 (σελ. 41 επ.).

- Β’ Περίοδος 1843 – 1862 (σελ. 75 επ. – με διαίρεση σε ακαδημαϊκά έτη 1843 – 1850, 1850 – 1960 και 1860 – 1862).

- Καθηγητές Νομικής στη διοίκηση του Πανεπιστημίου (σελ. 109 επ.).

- Επιτροπές για σύνταξη Αστικού Κώδικα (σελ. 120 επ.).

- Καθηγητές Νομικής και Πολιτική (σελ. 128 επ.).

- Πάθη, αντιπαλότητες (σελ. 188 επ).

- Βιογραφικά σημειώματα (σελ. 199 επ.).

• Κεφάλαιο για τους Φοιτητές (σελ. 249 επ.), το οποίο διαιρείται σε τμήματα ως εξής:

- Α’ Περίοδος 1837 – 1843 (σελ. 251 επ., με διαίρεση σε ακαδημαϊκό έτος 1837 – 1838 και ακαδημαϊκά έτη 1838 – 1843).

- Β’ Περίοδος 1843 – 1862 (σελ. 310 επ., με διαίρεση σε ακαδημαϊκά έτη 1843 – 1849 και 1849 – 1862)

- Πρώτη 25ετία της Νομικής Σχολής (σελ. 335 επ.).

- Οι απόφοιτοι (σελ. 349 επ.).

• Προέλευση εικόνων (σελ. 361).

• Βιβλιογραφία (σελ. 363).

• Ευρετήριο ονομάτων (σελ. 371).

1. Στην Εισαγωγή γίνεται αναφορά στις εκπαιδευτικές προσπάθειες στην μεταεπαναστατική Ελλάδα, την εκπαιδευτική πολιτική επί Καποδίστρια και Όθωνα και το νομοθετικό έργο του Maurer (Ποινικός Νόμος, Ποινική Δικονομία, Πολιτική Δικονομία, Εμπορικός Κώδικας) και τις προσπάθειες για ίδρυση Πανεπιστημίου, που ευοδώθηκαν το 1837, με σχολές τη Θεολογική, τη Φιλοσοφική, στην οποία περιλαμβανόταν και η Φυσικομαθηματική, τη Νομική και την Ιατρική.

Το Πανεπιστήμιο έχει για την οργάνωσή του το γερμανικό πρότυπο (σελ. 33). Οι Καθηγητές είχαν γαλλική (κυρίως) ή γερμανική πανεπιστημιακή παιδεία. Πρώτος Πρύτανης διορίστηκε με το διάταγμα συστάσεως του Πανεπιστημίου ο Κ. Σχινάς.

Για τον πρώτο πρύτανη του Πανεπιστημίου που διορίστηκε με το διάταγμα συστάσεως του Ιδρύματος, υπήρχαν πολλές αντιδράσεις. Πρέπει όμως να παρατηρηθεί ότι ήταν σύζυγος της Bettina, θυγατέρας του μεγάλου Γερμανού νομικού v. Savigny (βλ. και το βιβλίο του Steffen Ruth, Βιβλιογραφία, σελ. 368) [μήπως η σχέση αυτή ήταν ο λόγος ορισμού του Σχινά ως πρυτάνεως;]

Με το διάταγμα του 1837 συστάθηκε το Οθώνειο Πανεπιστήμιο, στεγάσθηκε δε στην οικία του Κλεάνθη στην Πλάκα (κτίριο, το οποίο και σήμερα χρησιμοποιείται από το Πανεπιστήμιό μας).

2. Στην περίοδο των ετών 1837-1843 (σελ. 31 επ.) αναφέρονται τα ονόματα των πρώτων Καθηγητών, τα διδασκόμενα μαθήματα και η κατεύθυνση που έπρεπε να πάρει η νομική παιδεία.

Σχετικά με την κατεύθυνση αυτή γίνονται (σελ. 56 επ.) αναφορές στο Γαλλικό και στο Γερμανικό Δίκαιο. Στη Γαλλία, εκτός από τον Εμπορικό Κώδικα, υπήρχε και ο Ναπολεόντειος Αστικός Κώδικας, που ενοποίησαν το δίκαιο της χώρας και παραμέρισαν οριστικά το Ρωμαϊκό Δίκαιο. Στη Γερμανία κυριαρχούσε σε μεγάλο βαθμό το Ρωμαϊκό Δίκαιο.

Στη χώρα μας, εκτός από τους βασικούς Κώδικες του Maurer, το δίκαιο ανευρίσκετο με αναγωγή στην Εξάβιβλο του Αρμενόπουλου.

Χαρακτηριστικό είναι ότι, υπό την επίδραση και των δύο αυτών χωρών, διδασκόταν το Γαλλικό Δίκαιο και το Ρωμαϊκό Δίκαιο, αλλά ακόμη και Φυσικό Δίκαιο και Φιλοσοφία και Μεθοδολογία, έστω και σποραδικά.

Προβλήματα υπήρχαν για το Συνταγματικό Δίκαιο, πρόδηλα και λόγω του τότε πολιτεύματος. Παρά ταύτα και Συνταγματικό Δίκαιο διδάχθηκε, στο Τμήμα του Δημόσιου Δικαίου, και αυτοτελώς επί Ν. Ι. Σαριπόλου. Προβλέφθηκε επίσης και ο θεσμός των υφηγητών που αποτέλεσαν τους μέλλοντες καθηγητές.

3. Κατά τη δεύτερη περίοδο (σελ. 75 επ.) συνεχίσθηκε η διδασκαλία με περισσότερους καθηγητές, υφηγητές και φοιτητές και καθιερώθηκε η αρχή ότι μόνο οι έχοντες την ελληνική ιθαγένεια μπορεί να είναι Καθηγητές.

Ενδιαφέρουσες είναι οι περιγραφές των εκλογών νέων Καθηγητών και υφηγητών, καθώς και των παρατηρούμενων επεμβάσεων της κεντρικής εξουσίας, των ενδεχόμενων συναλλαγών και των συναφών αντιδικιών.

Ιδιαίτερο Κεφάλαιο (σελ. 128) αφιερώνεται στην ανάμειξη των Καθηγητών στην πολιτική (εκλογή βουλευτή ως εκπροσώπου του Πανεπιστημίου και υπουργοποιήσεις Καθηγητών).

Στις σελ. 120 επ. γίνεται σύντομη περιγραφή των προσπαθειών για την σύνταξη Αστικού Κώδικα.

4. Οι φοιτητές και η κατάστασή τους ενδιαφέρουν ιδιαίτερα τον συγγραφέα.

Κατά την πρώτη περίοδο (1837-1843) οι περισσότεροι ήσαν μεγάλης σχετικά ηλικίας, κατά το πλείστον ημεδαποί αλλά και αλλοδαποί (ή ΄Ελληνες του εξωτερικού). Έπρεπε να έχουν απολυτήριο γυμνασίου, αν δε προέρχονταν από το εξωτερικό, έπρεπε να δώσουν εξετάσεις για την αναγνώριση ισοτιμίας των τίτλων τους.

Εκτός από τους φοιτητές, υπήρχαν (κατά το πρότυπο των γερμανικών Πανεπιστημίων) και οι «ακροατές», ιδίως δημόσιοι υπάλληλοι (με σκοπό την βελτίωση της θέσεώς τους στην ιεραρχία).

Προβλέπονταν δίδακτρα, αλλά και υποτροφίες, ενώ με τα Συντάγματα 1844 και 1864 καθιερώθηκε η δωρεάν εκπαίδευση (σελ. 262 επ.).

Υπήρχε πρόγραμμα σπουδών (βλ. σελ. 269 επ.), αλλά και έντονη η τάση για φιλελεύθερο σύστημα παρακολουθήσεως των μαθημάτων και εξετάσεων (κατά το γερμανικό πρότυπο).

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το φυλλάδιο οδηγιών προς τους φοιτητές που συνέταξε και εξέδωσε το 1838 ο Κ. Σχινάς (σελ. 270 επ.) και αργότερα η Σχολή και το 1861 ο Κ. Φρεαρίτης (σελ. 286 επ).

Χαρακτηριστικό είναι ότι, μεταξύ των μαθημάτων, περιλαμβάνονταν η Μεθοδολογία και η Φιλοσοφία του Δικαίου, ενώ ως βοηθητικές επιστήμες αναφέρονταν η Ιστορία, η Φιλοσοφία, η Φυσική, η Ρητορική, η Ιατροδικαστική κ.λπ.

Διδακτικά συγγράμματα δεν υπήρχαν και οι φοιτητές χρησιμοποιούσαν σημειώσεις (αντιγραφή των σημειώσεων των καθηγητών ή σημειώσεις κατά την ώρα των παραδόσεων).

Όσοι καθηγητές επιχείρησαν να εκδώσουν τις παραδόσεις τους ζημιώθηκαν οικονομικά, από το έτος όμως 1848 (σελ. 303) προβλέφθηκε οικονομικό βοήθημα για την έκδοση των βιβλίων τους.

Η οικονομική κατάσταση των φοιτητών ήταν ανάλογη προς αυτή των οικογενειών τους. Οι περισσότεροι είχαν οικονομικές δυσχέρειες, τις οποίες αντιμετώπιζαν είτε εργαζόμενοι είτε με υποτροφίες που είχαν θεσμοθετηθεί ήδη από το έτος 1836 (σελ. 322 επ.).

Υπήρχαν και φοιτητικές ταραχές (σελ. 328 επ.), είτε για καθαρά φοιτητικά θέματα είτε για πολιτικές αντιπαραθέσεις είτε για εθνικούς λόγους.

Γενικά η περιγραφή της καταστάσεως των φοιτητών αποτελεί συγχρόνως και απόδοση της εικόνας της ελληνικής κοινωνίας.

ΙΙΙ. 1. Παραπάνω (Ι αρ. 2) σημειώνεται πως στο έργο συνδυάζεται ιστοριογραφία και ιστορία. Πράγματι, ο συγγραφέας δεν περιορίζεται στην καταγραφή και περιγραφή της ιδρύσεως και λειτουργίας του Οθώνειου Πανεπιστημίου και της Νομικής Σχολής του, αλλά εντάσσει τη Νομική Σχολή ως ενιαία οντότητα στο κοινωνικό (εθνικό και διεθνές) πλαίσιο και ερευνά κριτικά τις αλληλεπιδράσεις – πάντοτε διατηρώντας την ενδεικνυόμενη αντικειμενικότητα και απόσταση.

Ο αναγνώστης μπορεί να πληροφορηθεί την ίδρυση και λειτουργία της Νομικής Σχολής και την εξέλιξή της κατά την περίοδο 1837-1862, όχι ως μεμονωμένο φαινόμενο, αλλά ως δρώσα κοινωνική οντότητα (διδασκόντων και διδασκομένων), με όλες τις ανθρώπινες αδυναμίες και δυνατότητες, και μάλιστα με την μορφή αιτίου και αιτιατού στην ελληνική (κυρίως) και τη διεθνή κοινωνία.

2. Πολλά από τα παρατιθέμενα στο έργο στοιχεία φαίνεται να απεικονίζουν τη σημερινή πραγματικότητα:

• Διασύνδεση Σχολής (καθηγητών) και πολιτικής (π.χ. σελ. 128 επ.).

• Τάση της κεντρικής εξουσίας να ελέγχει τη Σχολή (και το Πανεπιστήμιο, π.χ. σελ. 67).

• Αντιζηλίες (π.χ. 188 επ.), που έφθαναν στο σημείο να απασχολούν τον τύπο.

• Ακόμη και περιπτώσεις λογοκλοπής (σελ. 78).

• Πανεπιστημιακές σπουδές για αποφυγή στρατεύσεως (σελ. 261).

• Μη παρακολούθηση παραδόσεων (σελ. 289).

• Προβλήματα επαγγελματικής αποκαταστάσεως (σελ. 324).

• Γραφειοκρατία (σελ. 319).

• Φοιτητικές ταραχές (σελ. 328) κ.ά.

IV. 1. Το πόνημα του Ι. Καράκωστα είναι έργο που απευθύνεται όχι μόνο στους νομικούς, αλλά σε κάθε Έλληνα που ενδιαφέρεται για την Ιστορία της χώρας μας.

Έχει συγκεντρωμένο θησαυρό πληροφοριών για όλη την εξεταζόμενη περίοδο, όχι απλά για τη Νομική Σχολή, την οποία χρησιμοποιεί ως το επίκεντρο για την ανάπτυξη της έρευνας για την Ελλάδα εκείνης της εποχής. Με την παράθεση, μάλιστα, βιβλιογραφίας σε σημειώσεις και σε συγκεντρωτικό πίνακα παρέχει πλήρη τεκμηρίωση.

2. Στον Πρόλογο ο συγγραφέας απαντά σε σειρά ερωτημάτων για το «πώς» και το «γιατί» της ενασχόλησής του.

Στο έργο τεκμηριώνονται όλες οι απαντήσεις και μπορεί κανείς, διαβάζοντας το βιβλίο, να καταλάβει γιατί ο συγγραφέας του κατάφερε να έχει «ωραία» (βλ. σελ. 11) βιωματική σχέση με το Πανεπιστήμιο και τη Νομική Σχολή.

3. Αξιέπαινο το εκδοτικό εγχείρημα της «Νομικής Βιβλιοθήκης» και εξίσου αξιέπαινη η χειρονομία του Ιδρύματος Αχιλλέως Μπαλή.

Ευχή και ελπίδα σύντομα να κυκλοφορήσει και η συνέχεια του έργου.

4. Ο συγγραφέας θα πρέπει να αισθάνεται ικανοποίηση, γιατί με το έργο του καταφέρνει να μεταδώσει στον αναγνώστη τη δική του βιωματική σχέση με τη χώρα μας (βλ. το απόσπασμα από τον Ευριπίδη στην αρχή του προλόγου, σελ. 11).

Πηγή: EφΑΔ 12/2012, 1134