Newsletter

Δικηγορικές εταιρίες: Βιώνοντας το “Kodak moment”;

12 Απρ 2017 12:31:14 μ.μ.

Tο University Law Center Executive Institute κέντρο μελετών νομικών ανακοίνωσε και επαγγελμάτων τηςταThomson Reuters Legal αποτελέσματα του Georgetown της έκθεσης 2017 για την κατάσταση που βρίσκεται η παροχή νομικών υπηρεσιών στις ΗΠΑ.

Η έκθεση, γνωστή και ως Georgetown Report, επιβεβαιώνει για μια ακόμη φορά ότι οι αγοραστές των νομικών υπηρεσιών (legal buyers) απομακρύνονται όλο και περισσότερο από τις μεγάλες παραδοσιακές δικηγορικές εταιρίες επιλέγοντας να κατευθύνουν μέρος των νομικών εργασιών είτε προς τα εσωτερικά νομικά τμήματα των επιχειρήσεών τους είτε προς τρίτους παρόχους νομικών υπηρεσιών που δεν έχουν τη μορφή των δικηγορικών εταιριών.

Ένα μεγάλο φάσμα δεδομένων που έχουν συλλεγεί και επεξεργαστεί επιβεβαιώνουν την αδυναμία του παραδοσιακού επιχειρηματικού μοντέλου των δικηγορικών εταιριών να ανταποκριθεί σε μια σειρά δεδομένων όπως η σταθερή ζήτηση για νομικές υπηρεσίες σε μια αγορά με αυξανόμενες ανάγκες, μειωμένη ρευστότητα και έντονο ανταγωνισμό.

Εντύπωση προκαλεί στην έκθεση 2017 ο κατακερματισμός της άλλοτε συμπαγούς ομάδας των AmLaw 100, όπως είναι συνηθισμένο να ονομάζονται οι μεγαλύτερες 100 δικηγορικές εταιρίες των ΗΠΑ, με την απόσυρση τουλάχιστον 20 εξ αυτών από τη λίστα, η οποία σημειωτέον ξεκίνησε ως AmLaw 200. Αυτό αποτελεί ακόμα μια ένδειξη ότι πολλοί μεγάλοι πελάτες κατευθύνουν νομικές εργασίες προς μικρότερες και πιο ευέλικτες δικηγορικές εταιρίες με μεγάλη εξειδίκευση και χαμηλότερες αμοιβές.

Η έκθεση 2017, που παρεπιπτόντως τιτλοφορείται ως «Το ηλιοβασίλεμα του παραδοσιακού μοντέλου δικηγορικών εταιρειών» (The sunset of the traditional Law firm model), θα μπορούσε μεταξύ άλλων να χαρακτηριστεί ως η ταφόπλακα του κάποτε κραταιού μοντέλου της χρονοχρέωσης χάριν νέων μοντέλων χρεώσης με επικρατέστερο αυτό του κλειστού προϋπολογισμού με ανώτατο όριο αμοιβής (caps).

Η παγκόσμια τάση να ανατίθενται νομικές εργασίες με κλειστούς προϋπολογισμούς έχει έναν επιπλέον αντίκτυπο στα έσοδα των μεγάλων δικηγορικών εταιριών που δεν μπορούν να προσαρμοστούν στους μειωμένους αυτούς προυπολογισμούς: κατευθύνει άφθονη δικηγορική ύλη στα νομικά τμήματα των επιχειρήσεων, όπως για παράδειγμα η Shell Oil η οποία πρόσφατα δημιούργησε μια παγκόσμια in house νομική ομάδα για το σύνολο των δικαστικών υποθέσεων της εταιρίας ενώ πρόσφατα η ίδια ομάδα χειρίστηκε με επιτυχία εκ των έσω μια εταιρική υπόθεση αξίας δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Ένα ακόμα από τα συμπεράσματα της έκθεσης είναι ότι ο δείκτης PPP (profit per partner), ο οποίος παραδοσιακά αποτελούσε ένα σημείο αναφοράς για τη νομική κοινότητα, φαίνεται ότι δημιουργεί μια μάλλον παραποιημένη εικόνα των οικονομικών μεγεθών της δικηγορικής εταιρίας καθότι οι υψηλοί PPP δείκτες δεν είναι πάντα αποτέλεσμα υγιούς κερδοφορίας αλλά και μεγάλων αναπροσαρμογών κόστους που αφορούν σε μειώσεις ανθρωπίνου δυναμικού, αποεπενδύσεις ακινήτων, αλλά και λιγότερο χρόνο ενασχόλησης των partners με νομικές εργασίες -κάτι που δεν αρέσει καθόλου στους πελάτες, αντιθέτως εκτιμούν ιδιαίτερα την ενεργό ανάμιξη των λεγόμενων aging partners στις υποθέσεις που τους αναθέτουν.

Κυρίαρχο στοιχείο της έρευνας πάντως, είναι η επιβεβαιωμένη διάβρωση του παραδοσιακού μοντέλου αναθέσης του 100% του πακέτου μιας νομικής εργασίας σε μια δικηγορική εταιρία με το «σπάσιμο» των νομικών εργασιών σε περισσότερους από έναν νομικούς παρόχους.

Η τάση αυτή των πελατών, η οποία φυσικά εκπορεύεται από την ανάγκη μείωσης του κόστους των νομικών υπηρεσιών, έχει φέρει τις παραδοσιακές δικηγορικές εταιρίες σε πολύ δύσκολη θέση καθότι αυτό το «σπάσιμο» των νομικών εργασιών τις αποστερεί από πολύτιμη κερδοφορία, την οποία έχουν ανάγκη για την επιβίωσή τους. Είναι τόσο έντονος ο εκνευρισμός της παραδοσιακής νομικής αγοράς λόγω αυτού του φαινομένου της διάσπασης, που κάποιοι αναλυτές της αγοράς θεωρούν ότι όλος ο νομικός κλάδος βρίσκεται ενώπιον μιας συλλογικής κατάρρευσης του μοντέλου πάνω στο οποίο βασίστηκε επί χρόνια η κερδοφορία του, χωρίς ωστόσο να φαίνεται ότι διαθέτουν τα αντανακλαστικά να αντιδράσουν. Βιώνουν δηλαδή αυτό που έχει μείνει γνωστό ως «Kodak moment», όταν η κραταιά αυτή επιχείρηση παρατηρούσε τον θάνατο των films και τον μετασχηματισμό των φωτογραφικών μηχανών επιμένοντας μέχρι το οριστικό τέλος της επιχείρησης στο παραδοσιακό επιχειρηματικό μοντέλο της.

Οι καταναλωτές νομικών υπηρεσιών δεν είχαν ποτέ στο παρελθόν τη δυνατότητα να αγοράσουν νομικές υπηρεσίες από εναλλακτικές πηγές άλλες πλην των δικηγορικών εταιριών. Την τελευταία 10ετία αυτό έχει αλλάξει με αποτέλεσμα η προσφορά νομικών υπηρεσιών να στηρίζεται σε τρεις και όχι έναν πυλώνα: το νομικό κομμάτι, που αποτελεί ακόμα προνομιακό πεδίο των αμιγώς δικηγορικών εταιριών, το κομμάτι της τεχνολογίας (legal stat’s reports, legal risk assessment κ.ά.), που προσφέρεται από τρίτους παρόχους τεχνολογίας, και ένα τρίτο κομμάτι, άγνωστο εν πολλοίς τα προηγούμενα χρόνια, που αφορά σε τυποποιημένες διαδικασίες παροχής υπηρεσιών που αναλαμβάνεται από τρίτους χωρίς νομική εξειδίκευση και με πολύ μικρότερο κόστος από των δικηγορικών εταιριών.

Γεγονός είναι, λοιπόν, ότι αν και οι παραδοσιακές δικηγορικές εταιρίες συνεχίζουν να κρατούν τα σκήπτρα του νομικού expertise αυτό πλέον είναι μόνο ένα από τα τρία κομμάτια της εξίσωσης και όχι όλη η εξίσωση.

Παρότι το κενό που δημιουργήθηκε έγινε προσπάθεια να καλυφθεί από τα νομικά τμήματα των εταιριών και τους τρίτους παρόχους νομικών υπηρεσιών (μη δικηγορικές εταιρίες) έχοντας το επιπλέον πλεονέκτημα ότι αμφότεροι μοιάζουν πολύ περισσότερο στους εντολείς τους ως προς τον τρόπο με τον οποίο εργάζονται και τα εργαλεία που χρησιμοποιούν, ωστόσο δεν μπορούν να καλύψουν απόλυτα το κενό που αφήνει η νομική εξειδίκευση των δικηγορικών εταιριών. Επιπλέον, τα μεν νομικά τμήματα των εταιριών καθίστανται όλο και πιο ακριβά στη λειτουργία τους, οι δε τρίτοι πάροχοι υπηρεσιών βρίσκονται αντιμέτωποι με το θεσμικό πλαίσιο που επικρατεί στις ΗΠΑ που τους απαγορεύει να προσφέρουν αμιγώς νομικές υπηρεσίες χωρίς νομικούς στη μετοχική τους σύνθεση. Περαιτέρω, φαίνεται ότι τα μεγάλα δικηγορικά ονόματα είναι απρόθυμα να εγκαταλείψουν τον ασφαλή περίγυρο της δικηγορικής εταιρίας παραιτούμενοι της ιδιότητάς τους ως εταίροι για να ακολουθήσουν άλλα επιχειρηματικά σχήματα παροχής υπηρεσιών που τους αφήνουν -επί του παρόντος- ένα στίγμα ανάμεσα στους κόλπους της νομικής κοινότητας.

Ένα εύλογο ερώτημα που ανακύπτει από την έρευνα του Georgetown είναι γιατί οι δικηγορικές εταιρίες, εφόσον διαβλέπουν ότι το μοντέλο στο οποίο έχουν στηριχτεί μέχρι σήμερα κλονίζεται, δεν αντιδρούν δημιουργώντας οι ίδιες νέα μοντέλα και νέες συνθήκες πιο προσαρμοσμένες στις ανάγκες των πελατών. Η απάντηση βρίσκεται στην απροθυμία των μεγαλύτερων σε ηλικία partners, οι οποίοι σε μια τέτοια περίπτωση θα κληθούν να βάλουν βαθιά το χέρι στην τσέπη χωρίς τη βεβαιότητα ότι θα έχουν την ευκαιρία να καρπωθούν τα οφέλη αυτής της μεταστροφής και να πάρουν τα χρήματα της επένδυσής τους πίσω. Η σταθερότητα αλλά και βιωσιμότητα της μετοχικής αξίας των δικηγορικών εταιριών έναντι των εμπορικών εταιριών αποτελεί τροχοπέδη για πειραματισμούς, παρά το γεγονός ότι η νεότερη γενιά των partners ανησυχεί βλέποντας τον κόσμο γύρω της να αλλάζει ραγδαία και τους ίδιους απλώς να τον παρατηρούν.

Η παγκόσμια αγορά νομικών υπηρεσιών, ωστόσο, πειραματίζεται με πολλούς συνδυασμούς επιχειρηματικών μοντέλων, με το επικρατέστερο να είναι μάλλον ένα διττό μοντέλο προσφοράς υπηρεσιών, όπου η δικηγορική εταιρία προσφέρει ένα σύνολο υπηρεσιών στον πελάτη μέρος του οποίου αναθέτει σε τρίτους υπεργολάβους που προσφέρουν ανταγωνιστικές τιμές υψηλής ποιότητας.

Αυτό που είναι αναμφίβολο είναι ότι η παροχή νομικής υπηρεσίας έχει σταματήσει πλέον να αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο του δικηγόρου, ο οποίος πρέπει να μάθει να μοιράζεται την παροχή αυτή με άλλους επαγγελματίες και ειδικούς, ο καθένας εκ των οποίων αποκτά όλο και μεγαλύτερο μερίδιο από τα έσοδα που φέρνει ο πελάτης.

Πηγές:
- The 2017 Georgetown Report And The Sunset Of The Traditional Law Firm
Model, Contributor Mark A. Coen
- Forbes.com, Feb 6, 2017

Αντώνης Καρατζάς, Δικηγόρος, ΜΒΑ
adonik@nb.org