50 ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΕΙΔΙΚΟΥ ΕΝΟΧΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
από 22,00 €
Έως 44,00 €
- Έκδοση: 3η 2026
- Σχήμα: 17x24
- Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
- Σελίδες: 160
- ISBN: 978-618-08-0944-2
Στο ανά χείρας βιβλίο περιλαμβάνονται 50 πρακτικά θέματα, τα οποία έχουν δοθεί σε τμηματικές εξετάσεις και φροντιστηριακές ασκήσεις στο πλαίσιο της διδασκαλίας του Ειδικού Ενοχικού ∆ικαίου στο Τμήμα Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Σκοπός του είναι, αφενός να βοηθήσει τον φοιτητή της Νομικής στην κατανόηση και την εμπέδωση της ύλης του Ειδικού Ενοχικού ∆ικαίου, ιδιαίτερα δε του δικαίου των «επώνυμων» συμβάσεων, των αδικοπραξιών και του αδικαιολόγητου πλουτισμού, και αφετέρου να τον εξοικειώσει µε την επίλυση των πρακτικών θεμάτων. Οι απαντήσεις που περιέχονται δεν αποτελούν αναλυτικές και μονοσήμαντες «λύσεις» των ερωτημάτων, αλλά αποσκοπούν, κατά κύριο λόγο, στο να επισημάνουν τα επί µέρους προβλήματα που τίθενται ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων του ΑΚ, που είναι κρίσιμες για τα εκάστοτε συγκεκριμένα ζητήματα του Ειδικού Ενοχικού ∆ικαίου. Για τον λόγο αυτό, το βιβλίο παραμένει ιδιαίτερα χρήσιμο για κάθε μελετητή και εφαρμοστή του αστικού δικαίου. Η παρούσα, 3η έκδοση, είναι ανανεωμένη και επικαιροποιηµένη, ιδίως στο δίκαιο της πώλησης.
ΠΡΟΛΟΓΟΣ 3ης ΕΚΔΟΣΗΣ VII
ΠΡΟΛΟΓΟΣ 2ης ΕΚΔΟΣΗΣ IX
ΠΡΟΛΟΓΟΣ 1ης ΕΚΔΟΣΗΣ XI
ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ XVII
Πρακτικά
[1] Δωρεά ακινήτου • Ανάκληση 1
[2] Πώληση • Αδικοπραξία 4
[3] Πώληση • Διοίκηση αλλοτρίων • Αδικοπραξία 9
[4] Πώληση • Nομικό ελάττωμα • Έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας 15
[5] Πώληση πράγματος ορισμένου κατά γένος • Πραγματικό ελάττωμα • Έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας 18
[6] Πώληση • Κίνδυνος 22
[7] Πώληση με συμφωνία αποστολής 26
[8] Πώληση • Όρος διατήρησης της κυριότητας 29
[9] Μίσθωση πράγματος • Έλλειψη συμφωνημένων ιδιοτήτων 32
[10] Μίσθωση πράγματος • Πραγματικά ελαττώματα 35
[11] Μίσθωση πράγματος • Τύπος • Κακή χρήση του μισθίου 38
[12] Μίσθωση πράγματος • Yπομίσθωση 41
[13] Μίσθωση πράγματος • Υπομίσθωση 44
[14] Μίσθωση πράγματος • Πραγματικά ελαττώματα 46
[15] Μίσθωση πράγματος • Έλλειψη συμφωνημένων ιδιοτήτων • Κίνδυνος 48
[16] Μίσθωση • Υπομίσθωση • Χρησιδάνειο • Δωρεά 50
[17] Μίσθωση • Μη γνήσια διοίκηση αλλοτρίων • Αδικαιολόγητος
πλουτισμός 54
[18] Σύμβαση έργου • Έλλειψη συμφωνημένων ιδιοτήτων 57
[19] Σύμβαση έργου • Κίνδυνος 60
[20] Σύμβαση έργου • Μίσθωση πράγματος 62
[21] Σύμβαση έργου • Μίσθωση πράγματος • Αδικοπραξία 65
[22] Σύμβαση έργου • Σύμβαση εργασίας 67
[23] Σύμβαση έργου • Εντολή • Αδικοπραξία • Δωρεά 70
[24] Σύμβαση έργου (σύμβαση κατασκευής τεχνικού έργου) • Ευθύνη
για ελαττώματα του έργου 73
[25] Σύμβαση έργου • Αδικοπραξία • Ν. ΓϡΝ/1911 76
[26] Σύμβαση έργου • Αδικοπραξία • Ευθύνη από πτώση κτίσματος 79
[27] Σύμβαση έργου • Αδικοπραξία • Συρροή συμβατικής
και αδικοπρακτικής ευθύνης 82
[28] Μεσιτεία • Μίσθωση πράγματος 85
[29] Προκήρυξη • Καταδολίευση δανειστών 89
[30] Εντολή • Αδικαιολόγητος πλουτισμός 92
[31] Διοίκηση αλλοτρίων • Εντολή • Αδικοπραξία • Αδικαιολόγητος πλουτισμός 94
[32] Διοίκηση αλλοτρίων • Αδικοπραξία 96
[33] Διοίκηση αλλοτρίων • Αδικοπραξία • Αδικαιολόγητος πλουτισμός 98
[34] Διοίκηση αλλοτρίων • Αδικοπραξία • Αδικαιολόγητος πλουτισμός • Σύμβαση εργασίας • Παρακαταθήκη 101
[35] Αστική εταιρία • Κοινοπραξία • Σύμβαση έργου 104
[36] Κοινωνία • Μίσθωση • Αδικοπραξία • Διοίκηση αλλοτρίων 107
[37] Κοινωνία • Δικαιώματα κοινωνού 110
[38] Δάνειο • Εγγύηση 112
[39] Δάνειο • Αδικαιολόγητος πλουτισμός 114
[40] Χρησιδάνειο • Αδικοπραξία 116
[41] Παρακαταθήκη • Εντολή • Διοίκηση αλλοτρίων 119
[42] Ευθύνη ξενοδόχων • Αδικοπραξία 121
[43] Στοίχημα • Εντολή 123
[44] Απαίτηση από λαχείο • Αδικαιολόγητος πλουτισμός 125
[45] Εγγύηση • Καταδολίευση δανειστών 127
[46] Αναγνώριση χρέους • Αδικοπραξία 129
[47] Αδικαιολόγητος πλουτισμός 132
[48] Αδικοπραξία • Διοίκηση αλλοτρίων 134
[49] Αδικοπραξία • Προσβολή των χρηστών ηθών 137
[50] Αδικοπραξία • Καταδολίευση δανειστών 139
Σελ. 1
ΠΡΑΚΤΙΚΟ 1
Δωρεά ακινήτου • Ανάκληση
α) Η μη παροχή διατροφής ως λόγος ανακλήσεως της δωρεάς
Η ανάκληση της δωρεάς είναι δυνατή σύμφωνα με τους όρους των άρθρων 505 επ. ΑΚ. Οι διατάξεις αυτές δίνουν τη δυνατότητα στον δωρητή, εδώ στον Α, να ανακαλέσει τη δωρεά, μεταξύ άλλων, λόγω αχαριστίας του δωρεοδόχου είτε προς τον ίδιο το δωρητή είτε προς τον σύζυγο ή στενό συγγενή αυτού. Ως ενδεικτική περίπτωση αχαριστίας ο νόμος αναφέρει την παράβαση υποχρεώσεως του δωρεοδόχου για διατροφή του δωρητή (505 ΑΚ). Μη διακρίνοντος σχετικώς του νόμου, η αναφερομένη στο άρθρο 505 ΑΚ υποχρέωση διατροφής μπορεί να θεμελιώνεται είτε στον νόμο είτε σε σχετική συμβατική ρύθμιση (Γεωργιάδης, Εγχ. Ειδ. Ενοχ., § 5,
Σελ. 2
αρ. 8∙ Φίλιος, Ειδ. Ενοχ., § 23α, Δ). Στην προκείμενη περίπτωση, η υποχρέωση του Β για διατροφή του Α θεμελιώνεται στη μεταξύ τους σύμβαση δωρεάς που περιέχει τη σχετική ρήτρα. Και αν ακόμη η εν λόγω σύμβαση ήθελε χαρακτηρισθεί ως ισόβια πρόσοδος με την έννοια του άρθρου 840 ΑΚ, η αιτία της ισοβίου προσόδου είναι η δωρεά, πράγμα που επιβάλει την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 499 επ. ΑΚ (Κοσμάς, στον ΑΚ Γεωργιάδη/Σταθόπουλου, άρθρο 840, αρ. 36). Σύμφωνα με το ιστορικό δεν φαίνεται να προσδιορίσθηκε στη συμφωνία ορισμένο ποσό διατροφής που θα κατέβαλε ο Β. Η έλλειψη αυτή δεν επηρεάζει την ισχύ της συμφωνίας, αλλά υπάρχει κενό, το οποίο θα καλυφθεί με βάση τη βούληση των συμβαλλομένων, όπως αυτή εκφράζεται τόσο στο συγκεκριμένο συμβόλαιο δωρεάς όσο και σε διάφορα άλλα γεγονότα από τη μεταξύ τους σχέση. Αν τυχόν με τον τρόπο αυτό δεν καταστεί δυνατός ο ερμηνευτικός προσδιορισμός του ποσού της διατροφής, τότε το κενό στη συμφωνία θα καλυφθεί με την εφαρμογή των κριτηρίων του άρθρου 200 ΑΚ με τη συνδρομή και του προβλεπόμενου στο άρθρο 1493 ΑΚ μέτρου της ανάλογης διατροφής.
Η ρήτρα του συμβολαίου περί παραιτήσεως του Α από το δικαίωμα της ανακλήσεως της δωρεάς δεν είναι ισχυρή, αφού το άρθρο 511 ΑΚ ρητώς απαγορεύει την εκ των προτέρων σύναψη τέτοιων συμφωνιών, δηλαδή συμφωνιών παραιτήσεως που καταρτίζονται είτε ταυτόχρονα με τη σύμβαση της δωρεάς είτε γενικώς πριν από το χρονικό σημείο, κατά το οποίο συνέτρεξε ο λόγος ανακλήσεως (π.χ. αχάριστη συμπεριφορά του δωρεοδόχου κ.λπ.). Επομένως, ο Α έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά προς τον Β, δεδομένου ότι οι όροι του άρθρου 505 ΑΚ για την ανάκληση συντρέχουν εν προκειμένω.
Η ανάκληση θα γίνει με τη διαδικασία και τις διατυπώσεις που προβλέπει το άρθρο 509 ΑΚ. Απαιτείται και αρκεί η μονομερής άτυπη και απευθυντέα δήλωση ανακλήσεως του δωρητή, εδώ δηλ. του Α, απευθυνομένη προς τον δωρεοδόχο, με την οποία ο πρώτος ανακαλεί τη δωρεά, εδώ του συγκεκριμένου διαμερίσματος. Η δήλωση αυτή είναι άτυπη, δεν απαιτείται η υποβολή της στο συμβολαιογραφικό τύπο, έστω και αν η δωρεά, όπως εδώ, αφορά ακίνητο (Βλ. ενδεικτικά ΑΠ 500/2019, 291/2018, 1758/2011 Νόμος, ΑΠ 840/1994 ΕλλΔνη 1996, 100∙ Πελλένη-Παπαγεωργίου, Ανάκληση δωρεάς εν ζωή λόγω αχαριστίας, σε τιμ. τομ. Σταθόπουλου II, 2010, 2147 επ.). Συνεπώς, η ανάκληση της δωρεάς συντελείται με την κοινοποίηση στον δωρεοδόχο της ως άνω άτυπης δήλωσης ανακλήσεως του δωρητή.
β) Συνέπειες ανακλήσεως δωρεάς
Συνεπεία της ανακλήσεως ο δωρητής μπορεί να ζητήσει την απόδοση του πράγματος με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού και ειδικότερα λόγω
Σελ. 3
λήξεως της αιτίας, για την οποία είχε δοθεί το πράγμα (βλ. και ΑΠ 500/2019 Νόμος, 840/1994 ΕλλΔνη 1996, 100). Η αξίωση για απόδοση του πράγματος κατά το άρθρο 904 ΑΚ είναι ενοχική και οδηγεί, σε περίπτωση δικαστικής ευδοκιμήσεώς της, σε υποχρέωση του δωρεοδόχου να αποδώσει το πράγμα. Αν αυτός αρνείται να συμμορφωθεί προς την υποχρέωσή του αυτή, τότε μπορεί να ζητηθεί η καταδίκη του σε αντίστοιχη δήλωση βουλήσεως και στη συνέχεια να μεταγραφεί η σχετική καταδικαστική απόφαση (ΑΚ 1192 αρ. 4).
γ) Τύχη μισθώσεως μετά την ανάκληση της δωρεάς ακινήτου μισθωθέντος από τον δωρεοδόχο
Σύμφωνα με όσα ήδη αναπτύχθηκαν για τις συνέπειες ανακλήσεως της δωρεάς, η καταρτισθείσα από τον δωρεοδόχο (Β) μίσθωση δεν ανατρέπεται. Η ανάκληση όμως της δωρεάς οδηγεί σε μεταβολή του προσώπου του κυρίου του μισθωμένου ακινήτου υπό τους ήδη αναλυθέντες όρους, οπότε ο νέος κύριος, εδώ ο δωρητής Α, θα υπεισέλθει στη μισθωτική σχέση του διαμερίσματος υπό τους όρους των άρθρων 614 επ. ΑΚ.
Σελ. 4
ΠΡΑΚΤΙΚΟ 2
Πώληση • Αδικοπραξία


α) Αξιώσεις αγοραστή λόγω ελαττωματικότητας του πράγματος (κινητού)
αα) Από τη σύμβαση της πωλήσεως και ειδικότερα από τα άρθρα 534, 535, 535 Α, 535 Β, 539 και 542-548 ΑΚ ενδέχεται να θεμελιώνεται αξίωση του Α κατά του Π για διόρθωση ή αντικατάσταση του αυτοκινήτου με άλλο (καλούμενη πλέον ως «αποκατάσταση της ανταπόκρισης του πράγματος»), εκτός αν μια τέτοια ενέργεια είναι αδύνατη ή απαιτεί δυσανάλογες δαπάνες, ή για μείωση του τιμήματος, ή για υπαναχώρηση από τη σύμβαση πωλήσεως του εν λόγω αυτοκινήτου. Σημειωτέον ότι μετά την τροποποίηση των άρθρων 542-548 ΑΚ με τα άρθρα 44-50 του ν. 4967/2022 (με τον οποίο επιδιώχθηκε η πλήρης εναρμόνιση της εθνικής νομοθεσίας για το δίκαιο της πώλησης με την Ευρωπαϊκή Οδηγία 2019/770 σχετικά με ορισμένες πτυχές που αφορούν τις συμβάσεις για την προμήθεια ψηφιακού περιεχομένου και ψηφια
Σελ. 5
κών υπηρεσιών, καθώς και με την Ευρωπαϊκή Οδηγία 2019/771 σχετικά με ορισμένες πτυχές που αφορούν τις συμβάσεις για τις πωλήσεις αγαθών) καθιερώθηκε η ex lege ιεραρχική διαβάθμιση των δικαιωμάτων του αγοραστή, όπως συνάγεται σαφώς από την ρητή γραμματική διατύπωση του άρθρου 545 ΑΚ, με αποτέλεσμα να προτάσσεται το δικαίωμα διόρθωσης ή αντικατάστασης του πράγματος και μόνο επί αδυναμίας ικανοποίησης του αγοραστή να γίνεται δεκτή η ευθεία προσφυγή στα δικαιώματα της μείωσης του τιμήματος και της υπαναχώρησης. Συνεπώς, υπό το ισχύον νομοθετικό καθεστώς δεν έχει πλέον ο αγοραστής την ευχέρεια που του χορηγείτο υπό τον ν. 3043/2002 να ασκήσει κατ’ αρέσκειαν όποιο εκ των δικαιωμάτων επιθυμεί (η καλούμενη και «ως εκλεκτική συρροή» - βλ. Καραμπατζό/Τίτσια, σε Απ. Γεωργιάδη, ΣΕΑΚ Ι, άρθρ. 542, αρ. 8-10∙ Απ. Γεωργιάδη, Εγχ. Ειδ. Ενοχ., § 10α, αρ. 2∙ Π. Κορνηλάκη, Ειδ. Ενοχ., § 43, αρ. 5∙ Ζ. Τσολακίδη, Η ευθύνη του πωλητή για την έλλειψη ανταποκρίσεως του πράγματος στην σύμβαση, 2026, σελ. 263-269). Από την περιγραφή του ιστορικού είναι αναμφίβολο, ότι το σύστημα διευθύνσεως του αυτοκινήτου είναι ελαττωματικό και άρα υπάρχει πραγματικό ελάττωμα του πωληθέντος πράγματος με την έννοια του άρθρου 535 ΑΚ. Μάλιστα, εν προκειμένω, προκύπτει από τα δεδομένα του πρακτικού ότι το πωληθέν αντικείμενο δεν ανταποκρίνεται ούτε στις υποκειμενικές (βλ. άρθρο 535 Α ΑΚ) ούτε στις αντικειμενικές απαιτήσεις ανταπόκρισης (βλ. άρθρο 535 Β ΑΚ).
Η αντικειμενική ευθύνη του πωλητή κατ’ ΑΚ 539 (ευθύνη για μη ανταπόκριση του πράγματος στις απαιτήσεις της σύμβασης πώλησης) προϋποθέτει, ότι το ελάττωμα προϋπήρχε του χρόνου, κατά τον οποίο μετατίθεται ο κίνδυνος στον αγοραστή. Ο χρόνος δε αυτός είναι συνήθως ο χρόνος παραδόσεως του πράγματος (ΑΚ 522). Από τη διατύπωση του ιστορικού φαίνεται ως δεδομένο, ότι το ελάττωμα ούτε σε αδέξιο χειρισμό του Α ή της Φ οφείλεται ούτε προέκυψε από άλλο γεγονός μετά την παράδοσή του (π.χ. επενέργεια καιρικών συνθηκών ή άλλου φυσικού γεγονότος, επενέργεια τρίτου κ.λπ.). Κατά συνέπεια, φαίνεται τουλάχιστον να προκύπτει, ότι, εκτός από την ελαττωματικότητα του αυτοκινήτου, συντρέχουν και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις των ΑΚ 534-535 Β για την ευθύνη του πωλητή λόγω πραγματικού ελαττώματος.
Η χειροτέρευση του πράγματος (αυτοκινήτου) εξαιτίας του ελαττώματος δεν επηρεάζει την άσκηση των δικαιωμάτων της αντικατάστασης, της υπαναχώρησης ή μείωσης του τιμήματος από τον αγοραστή Α (ΑΚ 548).
Κατά συνέπεια, ο Α φαίνεται κατ’ αρχάς ότι δικαιούται να αξιώσει είτε τη διόρθωση του αυτοκινήτου είτε την αντικατάστασή του με άλλο χωρίς επιβάρυνσή του, επιστρέφοντας στον Π το αυτοκίνητο ελεύθερο από κάθε βάρος, καθώς και τα ωφελήματα που τυχόν αποκόμισε από αυτό. Η αξίωση αυτή αποτελεί την αρχική αξίωση
Σελ. 6
του αγοραστή για εκπλήρωση από τον πωλητή των υποχρεώσεών του από τη σύμβαση, πρόκειται δε για αξίωση εκπλήρωσης in natura, η οποία στοχεύει στη συμμόρφωση του πράγματος προς τους όρους της σύμβασης (πρβλ. ΑΚ 534 και 535 σε συνδ. με ΑΚ 542).
Ωστόσο, δοθέντος ότι το δικαίωμα του αγοραστή για αντικατάσταση δεν ισχύει κατά κανόνα για τα μεταχειρισμένα αγαθά (πωλήσεις είδους), ο Α στερείται του εν λόγω δικαιώματος καθώς αντικείμενο της πώλησης ήταν το συγκεκριμένο μεταχειρισμένο αυτοκίνητο (βλ. Γεωργιάδη, Εγχ. Ειδ. Ενοχ., § 10α, αρ. 22∙ Κορνηλάκη, Ειδ. Ενοχ., § 44, αρ. 9). Υποστηρίζεται βέβαια και η άποψη ότι η αντικατάσταση μπορεί να ζητηθεί και στην πώληση είδους, εφόσον ο πωλητής έχει στη διάθεσή του πράγμα ουσιωδώς όμοιο με το πωληθέν, ώστε να ικανοποιείται το συμφέρον του αγοραστή (βλ. Καραμπατζό/Τίτσια, σε Γεωργιάδη, ΣΕΑΚ Ι, άρθρο 543, αρ. 8∙ ΑΠ 202/2007 ΔΕΕ 2008, 233).
Σε κάθε περίπτωση πάντως δύναται να αξιώσει το δικαίωμα για διόρθωση του αυτοκινήτου. Η διόρθωση γίνεται χωρίς επιβάρυνση του αγοραστή, με την έννοια ότι ο πωλητής είναι αυτός που βαρύνεται με τα απαραίτητα έξοδα που συνεπάγεται η αποκατάσταση της συμμόρφωσης του αυτοκινήτου (π.χ. δαπάνες αποστολής, εργατικό κόστος, κόστος υλικών). Έτσι εάν εν προκειμένω δύναται να ασκηθεί το δικαίωμα της διόρθωσης του αυτοκινήτου, ο Π θα επιβαρυνθεί με τη δαπάνη των 1.300 ευρώ για την επισκευή του. Σε διαφορετική περίπτωση, εφόσον συντρέχει ένας εκ των λόγων που απαριθμούνται περιοριστικά στην διάταξη του άρθρου 545 αρ. 1-5 ΑΚ, ο αγοραστής αντί του δικαιώματος αποκαταστάσεως της ελλείψεως ανταποκρίσεως μπορεί να προσφύγει στην ενάσκηση του δικαιώματος μείωσης του τιμήματος αιτούμενος την επιστροφή μέρους του καταβληθέντος τιμήματος κατά τον λόγο που το συμφωνηθέν τίμημα υπερβαίνει το τίμημα που θα συνεφωνείτο, αν ελαμβάνετο υπόψη η ελαττωματικότητα του αυτοκινήτου και μάλιστα εντόκως από την καταβολή του (ΑΚ 546 εδ. α΄).
Τέλος, και δεδομένου ότι το ελάττωμα στο σύστημα διευθύνσεως είναι ουσιώδες, καθώς επηρεάζει καθοριστικά τη λειτουργία του αυτοκινήτου ο Α μπορεί να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση πωλήσεως προσφέροντας στον Π το μεταχειρισμένο αυτοκίνητο στην κατάσταση που αυτό ευρίσκεται και ζητώντας την επιστροφή του καταβληθέντος τιμήματος εντόκως από την καταβολή του, πλέον των λοιπών δαπανών, στις οποίες είχε υποβληθεί για την κατάρτιση της πωλήσεως (ΑΚ 545).
Σε περίπτωση δε που δεχθούμε ότι υπάρχει πταίσμα του πωλητή για το πραγματικό ελάττωμα, ο Α θα δικαιούται, αντί για τα ως άνω δικαιώματα της ΑΚ 542, να απαιτήσει αποζημίωση για μη εκτέλεση της σύμβασης ή, σωρευτικά με τα δικαιώματα αυτά, να απαιτήσει αποζημίωση για τη ζημία που δεν καλύπτεται από την άσκη-
Σελ. 7
σή τους, όπως συνάγεται από την ίδια τυην γραμματική διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 547 παρ. 1 ΑΚ. Εν προκειμένω λόγος για πταισματική ευθύνη του Π μπορεί να γίνει αν το ελάττωμα προκλήθηκε υπαιτίως από αυτόν ή αν αυτός γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει το ελάττωμα του αυτοκινήτου, οπότε ο Α θα επιλέξει ένα από τα εξής δικαιώματα: α) Να επιστρέψει το αυτοκίνητο και να απαιτήσει αποζημίωση για μη εκπλήρωση της σύμβασης, η οποία καλύπτει τόσο τη θετική ζημία όσο και το διαφυγόν κέρδος (μεγάλη αποζημίωση). β) Να κρατήσει το αυτοκίνητο και να απαιτήσει την αποκατάσταση της ζημίας που έχει άμεση σχέση με την έλλειψη του πράγματος και οφείλεται σε αυτήν (μικρή αποζημίωση). Η αποζημίωση καλύπτει τη θετική ζημία (π.χ. διαφορά αξίας του ελαττωματικού από το μη ελαττωματικό πράγμα, ζημία από τη σύμβαση καλύψεως που αναγκάσθηκε να συνάψει ο αγορασής με τρίτον, δαπάνες για αυτοδύναμη άρση-διόρθωση του ελαττώματος) και το διαφυγόν κέρδος (π.χ. απωλεσθέντα έσοδα από την αδυναμία χρήσης ή εκμίσθωσης ή μεταπώλησης του πράγματος). γ) Να ασκήσει ένα από τα δικαιώματα της ΑΚ 542 και σωρευτικά να επιδιώξει την καταβολή σ’ αυτόν αποζημίωσης, η οποία σε αυτή την περίπτωση θα καλύπτει τις τυχόν «περαιτέρω ζημίες» που δεν δύναται να καλυφθούν από την άσκηση των προηγούμενων δικαιωμάτων (ΑΚ 547 παρ. 1). Και σε αυτή την περίπτωση η αποζημίωση περιλαμβάνει τη θετική ζημία και το διαφυγόν κέρδος.
ββ) Επίσης, θα μπορούσαν να θεμελιωθούν αδικοπρακτικές αξιώσεις του αγοραστή κατά του Π, αν η ύπαρξη του ελαττώματος του αυτοκινήτου μπορεί να αποδοθεί ταυτόχρονα και σε παράνομη και υπαίτια πράξη του Π με την έννοια της ΑΚ 914. Στη διάταξη όμως αυτή ο Α μπορεί να θεμελιώσει μόνο τις αξιώσεις εκείνες, οι οποίες πηγάζουν από την προσβολή εννόμων αγαθών ή συμφερόντων, τα οποία δεν καταλαμβάνονται από το αντικείμενο της συμβάσεως πωλήσεως (σχετ. ΟλΑΠ 17/1993 ΝοΒ 1994, 975 επ. με σχόλιο Πελλένη-Παπαγεωργίου, ΕφΑθ 3695/2011, ΕλλΔνη 2012, 546). Το έννομο συμφέρον του αγοραστή για παράδοση πράγματος απηλλαγμένου ελαττωμάτων προστατεύεται επαρκώς στις οικείες διατάξεις του δικαίου της πωλήσεως που ρυθμίζουν την ευθύνη του πωλητή παρέχοντας στον αγοραστή το δικαίωμα να ζητήσει διόρθωση ή αντικατάσταση του πράγματος με άλλο, μείωση του τιμήματος, υπαναχώρηση από τη σύμβαση ή αποζημίωση κατά τους ορισμούς των άρθρων 542-548 ΑΚ. Οι διατάξεις της αδικοπραξίας μπορούν όμως να εφαρμοσθούν για την αποκατάσταση της ζημίας, την οποία υφίσταται ο αγοραστής από την καταστροφή ή από τη χειροτέρευση ή γενικά από τη μείωση της αξίας του πωληθέντος πράγματος λόγω του ελαττώματος που οφείλεται σε υπαιτιότητα του πωλητή. Έτσι, με την αξίωση αποζημίωσης της ΑΚ 914 σε συνάρτηση με το πωληθέν πράγμα μπορεί να ζητηθούν εκτός από την αποκατάσταση της μείωσης της αξίας του πράγματος, και άλλα κονδύλια, όπως π.χ. οι δαπάνες για τη μίσθωση
Σελ. 8
άλλου αυτοκινήτου μέχρι την επισκευή του βλαβέντος, διαφυγόντα κέρδη από τη χρήση του βλαβέντος αυτοκινήτου, ενδεχομένως η αξία επισκευαστικών ή ανακαινιστικών μέτρων που είχαν γίνει πριν από το ατύχημα και η αποκτηθείσα αξία τους δεν απεικονίζεται στον υπολογισμό της μείωσης της αξίας του αυτοκινήτου κ.λπ,
Στο παρόν ιστορικό δεν υπάρχουν ενδείξεις για παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του πωλητή Π με την έννοια της ΑΚ 914. Είναι δυνατόν ο πωλητής να υποχρεούται συμβατικώς ή με βάση την καλή πίστη να ελέγξει την άρτια τεχνική λειτουργία του οχήματος πριν να το παραδώσει στον αγοραστή και να το θέσει έτσι σε κυκλοφορία. Η παράβαση όμως της υποχρεώσεως αυτής, που συνίσταται στην παράλειψη λήψεως των απαιτούμενων μέτρων ποιοτικού και τεχνικού ελέγχου, πρέπει να θεμελιώνεται σε συγκεκριμένα γεγονότα προς αξιολόγηση.
γγ) Αξιώσεις τρίτου τραυματισθέντος κατά του πωλητή: Για τους λόγους που αναπτύχθηκαν ήδη, δεν φαίνεται να υπάρχει αξίωση της Φ κατά του Π με βάση τις διατάξεις της αδικοπραξίας. Ευθύνη του πωλητή με βάση τον ειδικό νόμο για την ευθύνη του παραγωγού ελαττωματικών πραγμάτων δεν συντρέχει επίσης, αφού δεν πρόκειται για πώληση καινούριου πράγματος, όπως απαιτεί ο νόμος 2251/1994.
β) Ευθύνη του αγοραστή ελαττωματικού πράγματος (κινητού) έναντι τρίτων
Αδικοπρακτική ευθύνη του αγοραστή Α έναντι της τραυματισθείσας Φ δεν υπάρχει, αφού δεν υπάρχουν στοιχεία, βάσει των οποίων η πρόκληση του ατυχήματος να μπορεί να καταλογισθεί σε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του Α, όπως π.χ. έγκαιρη διάγνωση του ελαττώματος και παράλειψη αντιμετωπίσεώς του.
Με βάση τον ειδικό νόμο για την ευθύνη από αυτοκινητιστικά ατυχήματα (ΓϡΝ/1911), ο Α ευθύνεται για τη ζημία της Φ αντικειμενικώς, ανεξαρτήτως δηλ. υπαιτιότητας του.
Σελ. 9
ΠΡΑΚΤΙΚΟ 3
Πώληση • Διοίκηση αλλοτρίων • Αδικοπραξία


α) Εισαγωγικά
Η Α και η Π συνδέονται συμβατικά, συγκεκριμένα με σύμβαση πωλήσεως κινητού πράγματος κατ’ είδος ορισμένου (λεωφορείου), οπότε τα δικαιώματα της Α θα αναζητηθούν κατ’ αρχάς στις περί πωλήσεως διατάξεις (ΑΚ 513 επ.). Αντίθετα, ο Η δεν συνδέεται συμβατικά με κάποιο από τα άλλα πρόσωπα, οπότε θα αναζητηθεί η δυνατότητα θεμελίωσης εξωδικαιοπρακτικής ευθύνης αυτών (Α, Π και Ε) έναντι του Η.
Σελ. 10
αα) Πραγματικό ελάττωμα σε πώληση πράγματος κατ’ είδος ορισμένου, δικαιώματα αγοραστή, παραγραφή, συρρέουσα αδικοπρακτική ευθύνη
Ως προς τα δικαιώματα της Α κατά της Π:
Η διάταξη ΑΚ 534 θεσπίζει τον «πρωτεύοντα κανόνα», δηλαδή την υποχρέωση του πωλητή να παραδώσει πράγμα που ανταποκρίνεται στη σύμβαση κατά την έννοια των επόμενων άρθρων 535-538 ΑΚ. Κατά το άρθρο 535 ΑΚ, το πράγμα ανταποκρίνεται στη σύμβαση, όταν παραδίδεται χωρίς πραγματικά ελαττώματα, όπως η υποχρέωση αυτή προσδιορίζεται ειδικότερα με τα κριτήρια των υποκειμενικών και των αντικειμενικών απαιτήσεων ανταπόκρισης (βλ. ΑΚ 535Α-535Β). Συγκεκριμένα, κατά το άρθρο 535Α ΑΚ, το πράγμα ανταποκρίνεται στις υποκειμενικές απαιτήσεις της σύμβασης όταν έχει τις ιδιότητες που έχουν συμφωνήσει τα μέρη και ιδίως, μεταξύ άλλων, αντιστοιχεί στην περιγραφή, το είδος, την ποσότητα και την ποιότητα και διαθέτει τη λειτουργικότητα και τα λοιπά χαρακτηριστικά που προβλέπονται στη σύμβαση (βλ. ΑΚ 535Α αρ. 1), καθώς επίσης είναι κατάλληλο για την ειδική χρήση που προβλέπεται στη σύμβαση (βλ. ΑΚ 535Α αρ. 2). Εξάλλου, κατά το άρθρο 535Β ΑΚ, το πράγμα ανταποκρίνεται στις αντικειμενικές απαιτήσεις της σύμβασης όταν, μεταξύ άλλων, είναι κατάλληλο για τους σκοπούς για τους οποίους χρησιμοποιούνται συνήθως πράγματα της ίδιας κατηγορίας (βλ. ΑΚ 535Β αρ. 1), διαθέτει την ικανότητα να διατηρεί τις απαιτούμενες λειτουργίες και επιδόσεις του στο πλαίσιο της συνήθους χρήσης (ανθεκτικότητα), την οποία είναι εύλογο να αναμένει ο αγοραστής (βλ. ΑΚ 535Β αρ. 4), καθώς επίσης διαθέτει τα ποιοτικά και άλλα χαρακτηριστικά, αναλόγως της φύσης του που είναι συνήθη για πράγματα της ίδιας κατηγορίας και που είναι εύλογο να αναμένει ο αγοραστής (βλ. ΑΚ 535Α αρ. 5).
Η ευθύνη του πωλητή για μη ανταπόκριση του πράγματος στη σύμβαση αποτελεί ευθύνη για μη εκπλήρωση της σύμβασης και είναι ανεξάρτητη από πταίσμα του πωλητή (αντικειμενική – βλ. ΑΚ 539). Κατά την ΑΚ 542 στις περιπτώσεις ευθύνης για έλλειψη ανταπόκρισης ο αγοραστής έχει δικαίωμα, σύμφωνα με τους όρους των επόμενων άρθρων, (1) να απαιτήσει αποκατάσταση της ανταπόκρισης του πράγματος (με διόρθωση ή αντικατάσταση – βλ. ΑΚ 543-544), (2) να μειώσει το τίμημα, (3) να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, (4) να απαιτήσει αποζημίωση. Ειδικότερα, ως προς το δικαίωμα αποζημίωσης, σύμφωνα με την ΑΚ 547, αν κατά τον χρόνο που ο κίνδυνος μεταβαίνει στον αγοραστή (βλ. σχετικά ΑΚ 522 επ.) το πράγμα δεν ανταποκρίνεται στη σύμβαση από πταίσμα του πωλητή, ο αγοραστής δικαιούται να απαιτήσει αποζημίωση σωρευτικά με τα λοιπά δικαιώματα του άρθρου 542 για τη ζημία που δεν καλύπτεται από την άσκησή τους ή, αντί για αυτά, αποζημίωση για μη εκτέλεση της σύμβασης (βλ. ΑΚ 547 § 1). Δηλ. η ευθύνη για αποζημίωση είναι υποκειμενι-
Σελ. 11
κή, εκτός αν πρόκειται για έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας, οπότε η ευθύνη είναι αντικειμενική (βλ. ΑΚ 547 § 2).
Τα προαναφερόμενα δικαιώματα παρέχονται με μία ιεραρχική διαβάθμιση, ως προς την οποία προβλέπονται όμως και εξαιρέσεις («ευέλικτη ιεράρχηση» - βλ. Καραμπατζό/Τίτσια, σε Γεωργιάδη, ΣΕΑΚ Ι, άρθρο 542, αρ. 10). Στην πρώτη βαθμίδα παρέχεται η αξίωση αποκατάστασης της ανταπόκρισης του πράγματος (με διόρθωση ή αντικατάσταση – βλ. ΑΚ 543-544). Στη δεύτερη βαθμίδα παρέχονται τα δικαιώματα μείωσης του τιμήματος, ή υπαναχώρησης από τη σύμβαση. Η αξίωση αποζημίωσης, όταν ασκείται σωρευτικά με τα λοιπά δικαιώματα, ακολουθεί τη βαθμίδα του δικαιώματος με το οποίο ασκείται σωρευτικά. Όταν όμως ασκείται αντί για τα λοιπά δικαιώματα, ορθότερη θα πρέπει να θεωρηθεί η άποψη ότι διατηρεί και στην περίπτωση αυτή προβάδισμα η αξίωση αποκατάστασης της συμμόρφωσης (με διόρθωση ή αντικατάσταση – πρβλ. και ΑΚ 383 επ. βλ. και Καραμπατζό/Τίτσια, ό.π., άρθρο 547, αρ. 11).
Τα παραπάνω δικαιώματα του αγοραστή παραγράφονται σύμφωνα με τις ΑΚ 554 και 555 μετά την πάροδο δύο ετών για τα κινητά από την παράδοση του πράγματος στον αγοραστή, ακόμη κι αν ανακαλύφθηκε αργότερα η έλλειψη ανταπόκρισης. Την παραγραφή όμως αυτή δεν μπορεί να επικαλεστεί ο πωλητής, αν απέκρυψε (ή αποσιώπησε) ή με δόλο την έλλειψη ανταπόκρισης (ΑΚ 557).
Στην προκείμενη περίπτωση το λεωφορείο που πωλήθηκε από την Π στην Α είχε κατά τα ανωτέρω ουσιώδη έλλειψη ανταπόκρισης (πραγματικό ελάττωμα), δηλ. κακοτεχνία στην κατασκευή του ηλεκτρικού συστήματος, το οποίο ήταν η αιτία τής πυρκαγιάς που το κατέστρεψε. Το ελάττωμα ήταν κεκρυμμένο, αφού δεν ανακαλύφθηκε παρά μόνο λόγω της πυρκαγιάς. Η Α έχει συνεπώς τα δικαιώματα: 1) αποκατάστασης της ανταπόκρισης με διόρθωση ή αντικατάσταση του λεωφορείου, εφόσον, λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές περιστάσεις, ο επιλεγόμενος τρόπος αποκατάστασης είναι δυνατός και δεν απαιτεί δυσανάλογες δαπάνες (βλ. ΑΚ 543-544), 2) μείωσης του τιμήματος, 3) υπαναχώρησης από την πώληση, αφού το πράγμα καταστράφηκε εξαιτίας του ελαττώματος (ΑΚ 548), το οποίο αναμφισβήτητα ήταν ουσιώδες και 4) αποζημίωσης, αφού από τα πραγματικά περιστατικά προκύπτει πταίσμα της Π, η οποία, ενώ γνώριζε την κακοτεχνία, παρουσίασε ως επαρκείς τις τεχνικές προδιαγραφές του οχήματος. Επισημαίνεται ότι κατά μία άποψη το δικαίωμα της αντικατάστασης αποκλείεται, καθώς αντικείμενο της πώλησης ήταν το συγκεκριμένο μεταχειρισμένο λεωφορείο (πώληση είδους). Υποστηρίζεται βέβαια και η άποψη ότι η αντικατάσταση μπορεί να ζητηθεί και στην πώληση είδους, εφόσον ο πωλητής έχει στη διάθεσή του πράγμα ουσιωδώς όμοιο με το πωληθέν, ώστε να
Σελ. 12
ικανοποιείται το συμφέρον του αγοραστή (βλ. Καραμπατζό/Τίτσια, ό.π., άρθρο 543, αρ. 7-8, ΑΠ 202/2007 ΔΕΕ 2008, 233).
Τα προαναφερόμενα δικαιώματα αυτά, σύμφωνα με όσα έχουν ήδη αναφερθεί, παρέχονται στην Α με μία ιεραρχική διαβάθμιση, ως προς την οποία προβλέπονται όμως και εξαιρέσεις («ευέλικτη ιεράρχηση» - βλ. και παραπάνω).
Τα παραπάνω δικαιώματα της Α δεν έχουν παραγραφεί, διότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της ΑΚ 557, αφού η Π γνώριζε το ελάττωμα και δεν το αποκάλυψε, προέβη μάλιστα και σε θετική πράξη παρουσιάζοντας ως επαρκείς τις τεχνικές προδιαγραφές του οχήματος, παρά το γεγονός ότι είχε υποχρέωση κατά τις επιταγές της καλής πίστης λόγω της φύσης και σοβαρότητας αυτού (δυνατότητα πρόκλησης πυρκαγιάς) να το αποκαλύψει. Τέλος, δεν συντρέχει κάποιος απαλλακτικός λόγος (ΑΚ 537 § 1).
Επίσης, θα μπορούσε να γίνει δεκτό ότι, αφού η Π παρουσίασε ως επαρκείς τις προδιαγραφές του οχήματος, πρόκειται για συνομολογημένη ιδιότητα. Στην περίπτωση αυτή η μόνη διαφορά από τα παραπάνω θα ήταν ότι δεν θα χρειαζόταν υπαιτιότητα για να θεμελιωθεί η αξίωση αποζημίωσης (ΑΚ 547 § 2), η οποία όμως ούτως ή άλλως υπάρχει κατά τα πραγματικά περιστατικά.
Τέλος, δυνατή θα ήταν και η θεμελίωση συρρέουσας αδικοπρακτικής ευθύνης, οι προϋποθέσεις της οποίας πληρούνται. Παράνομη πράξη υπάρχει, αφού κατά παράβαση των υποχρεώσεων ασφάλειας και πρόνοιας στις συναλλαγές, χωρίς επισκευή της κακοτεχνίας ή ενημέρωση του αγοραστή, μεταβιβάζεται η κυριότητα του λεωφορείου (βλ. και παρακ. γγ΄).
Υπαιτιότητα υπάρχει τουλάχιστον στον βαθμό της αμέλειας, εφόσον η Π, ενώ γνώριζε την κακοτεχνία, παρουσίασε ως επαρκείς τις τεχνικές προδιαγραφές του οχήματος.
Υπάρχει επίσης ζημία που συνίσταται στην καταστροφή του λεωφορείου και στις συνδεόμενες με αυτήν άλλες θετικές ζημίες και διαφυγόντα κέρδη, καθώς και πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ παράνομης (και υπαίτιας) συμπεριφοράς και ζημίας.
ββ) Γνήσια επιτρεπόμενη διοίκηση αλλοτρίων, ευθύνη με βάση τον νόμο ΓϡΝ/1911
Ως προς τα δικαιώματα του Η κατά της Α και του Ε:
Σύμφωνα με τις ΑΚ 730, 732 και 736, όποιος διοικεί χωρίς εντολή ξένη υπόθεση έχει υποχρέωση να τη διεξαγάγει προς το συμφέρον του κυρίου των υποθέσεων και σύμφωνα με την πραγματική ή εικαζόμενη θέληση αυτού, ευθύνεται μόνο για δόλο και βαριά αμέλεια, αν ενήργησε για να αποτρέψει κίνδυνο που απειλούσε τον κύριο
Σελ. 13
και έχει δικαίωμα να ζητήσει τις δαπάνες της διοίκησης και την ανόρθωση των ζημιών κατ’ ανάλογη εφαρμογή των περί εντολής διατάξεων (ΑΚ 722 και 723).
Η επέμβαση του Η συνιστά γνήσια επιτρεπόμενη διοίκηση αλλοτρίων κατά τα ανωτέρω, αφού αυτός επενέβη για να σώσει την ζωή του επιβάτη Ε και την περιουσία της Α (λεωφορείο) από την πυρκαγιά. Έχει συνεπώς το δικαίωμα να ζητήσει την ανόρθωση των ζημιών ύψους 3.000 ευρώ, που υπέστη χωρίς πταίσμα του κατά τη διοίκηση της υπόθεσης. Οι Ε και Α ευθύνονται εις ολόκληρον κατ’ αναλογική εφαρμογή των ΑΚ 926-927, αφού πρόκειται περί εξωδικαιοπρακτικής ευθύνης, ενώ κατά την αναγωγή το μέτρο της ευθύνης καθενός προσδιορίζεται από την φύση και αξία του διασωθέντος αγαθού (εδώ ζωή ή σωματική ακεραιότητα για τον Ε και αξία λεωφορείου για την Α).
Ζήτημα γεννάται, αν μπορεί ο Η να θεμελιώσει αξίωση αποζημίωσης κατά της Α με βάση το νόμο ΓϡΝ/1911, στον οποίο ρυθμίζεται η ευθύνη από αυτοκίνητα ως ευθύνη από διακινδύνευση, και θεσπίζεται ευθύνη του ιδιοκτήτη για ζημίες τρίτων από το αυτοκίνητο κατά τη λειτουργία του (άρθρο 4). Μια τέτοια κατ’ αρχήν δυνατή θεμελίωση θα ήταν δεκτική προβολής ενστάσεων, όπως ότι υπάρχει λόγος απαλλαγής κατά το άρθρο 5 του ίδιου νόμου, και συγκεκριμένα το πταίσμα τρίτου προσώπου (της Π), και ότι η αυτόβουλη επέμβαση του Η διακόπτει τον αιτιώδη σύνδεσμο ή ότι υπάρχει συνυπαιτιότητα αυτού (ΑΚ 300).
γγ) Αδικοπραξία, αιτιώδης σύνδεσμος
Ως προς τα δικαιώματα του Η κατά της Π:
Ο Η θα μπορούσε να στραφεί με βάση τις περί αδικοπραξίας διατάξεις κατά της Π, θεμελιώνοντας την αξίωση του στην ΑΚ 914, οι προϋποθέσεις της οποίας είναι παράνομη πράξη, υπαιτιότητα, ζημία και (πρόσφορος) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ παράνομης (και υπαίτιας) συμπεριφοράς και ζημίας. Παράνομη πράξη της Π συνιστά η παράλειψή της να διορθώσει το ελάττωμα στο ηλεκτρικό σύστημα ή να ενημερώσει γι’ αυτό την αγοράστρια του λεωφορείου Α, μολονότι το γνώριζε, υπό την έννοια ότι υπάρχει παραβίαση υποχρεώσεων ασφάλειας και πρόνοιας κατά τις συναλλαγές, αφού τέτοιου είδους βλάβες είναι επικίνδυνες για την πρόκληση πυρκαγιάς και η προσβολή απόλυτου δικαιώματος (προσωπικότητα, υγεία του Η). Υπαιτιότητα της Π υπάρχει, αφού γνώριζε το ελάττωμα και όφειλε να προβλέψει τις συνέπειές του.
Ζήτημα γεννάται ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου εξαιτίας της αυτόβουλης επέμβασης του Η, υπό την έννοια ότι, αν δεν επενέβαινε αυτοδιακινδυνεύοντας, δεν θα υφίσταντο ζημίες. Ορθότερη φαίνεται η γνώμη ότι πρόσφορη αιτιότητα υπάρχει και στην περίπτωση ζημίας σε πρόσωπα που συντρέχουν στην
Σελ. 14
αντιμετώπιση κινδύνων που προκαλούνται από τις παράνομες πράξεις. Στη στάθμιση συγκρουόμενων συμφερόντων το συμφέρον του ζημιωθέντος αυτοδιακινδυνεύσαντος προς αποτροπή κινδύνου βαρύνει αξιολογικά περισσότερο από αυτό του δημιουργήσαντος τον κίνδυνο, επιφυλασσομένης κατά τα λοιπά της εφαρμογής της ΑΚ 300 περί οικείου πταίσματος (πρβλ. και Παπανικολάου, στον ΑΚ Γεωργιάδη/Σταθόπουλου, άρθρο 736, αρ. 7 επ., 11).
β) Κίνδυνος από τυχαία καταστροφή σε περίπτωση πραγματικών ελαττωμάτων
Στην περίπτωση της καταστροφής από τυχαίο γεγονός ανεξάρτητο από την υφιστάμενη κακοτεχνία, η Α κατά της Π έχει δικαίωμα μόνο σε μείωση του τιμήματος σύμφωνα με την ΑΚ 549. Κατ’ ουσίαν δεν χωρεί εδώ υπαναχώρηση (ούτε ασφαλώς διόρθωση ή αντικατάσταση του πράγματος), επειδή δεν είναι δυνατό να αποδοθεί το πράγμα, οπότε δεν μπορεί να αναπτύξει ενέργεια η ΑΚ 546 εδ. 2. Επίσης τα δικαιώματα του Η κατά της Α και του Ε από τη διοίκηση αλλοτρίων παραμένουν ίδια, ενώ δεν υπάρχουν δικαιώματα του Η ή της Α κατά της Π λόγω αδικοπραξίας, αφού η ζημία δεν συνδέεται αιτιωδώς με την υφιστάμενη κακοτεχνία.
Σελ. 15
ΠΡΑΚΤΙΚΟ 4
Πώληση • Nομικό ελάττωμα • Έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας


α) Ευθύνη πωλητή για έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας ακινήτου (ΑΚ 550)
αα) Η ελλείπουσα έκταση του οικοπέδου θεμελιώνει κατ’ άρθρο 550 ΑΚ την ειδική ευθύνη του πωλητή για έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας, εφόσον ο πωλητής έχει διαβεβαιώσει τον αγοραστή για ορισμένη έκταση του οικοπέδου. Η προϋπόθε
Σελ. 16
ση αυτή της διαβεβαιώσεως φαίνεται μεν καταρχήν να μην συντρέχει εν προκειμένω στο μέτρο που η πραγματική έκταση του οικοπέδου δεν υπολείπεται της δηλουμένης τόσο στο συμβολαιογραφικό έγγραφο όσο και στο συνημμένο τοπογραφικό διάγραμμα. Εντούτοις, τμήμα 200 τ.μ. από τη συνολική έκταση του οικοπέδου έχει ήδη περιέλθει λόγω εκτάκτου χρησικτησίας (ΑΚ 1045) στον γείτονα που το κατέλαβε. Επομένως, το πωληθέν ακίνητο έχει μεν την έκταση που δηλώνεται στο συμβόλαιο, πλην όμως ένα μέρος του δεν ανήκει στον πωλητή και ως εκ τούτου στο μέτρο αυτό είναι αδύνατη η μεταβίβασή του στον αγοραστή. Κατά συνέπεια, δεν έλκεται σε εφαρμογή η ειδική διάταξη του άρθρου 550 ΑΚ, το οποίο εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση που το πωληθέν και μεταβιβασθέν ακίνητο λόγω εσφαλμένης εμβαδομετρήσεως, κακοπιστίας ή εξ άλλου λόγου δεν έχει στην πραγματικότητα τη δηλουμένη από τον πωλητή έκταση.
ββ) Ευθύνη πωλητή για νομικά ελαττώματα: Όταν η κυριότητα του πωληθέντος πράγματος δεν ανήκει ή δεν ανήκει εξ ολοκλήρου στον πωλητή, τότε υπάρχει νομικό ελάττωμα με την έννοια του άρθρου 514 ΑΚ και αντίστοιχη ευθύνη του πωλητή. Ως προς τις προϋποθέσεις ευθύνης ζήτημα γεννάται, αν απαιτείται υπαιτιότητα του πωλητή (βλ. πρακτικό 6). Κατά την κρατούσα άποψη (Bλ. Καραμπατζό, σε Γεωργιάδη, ΣΕΑΚ Ι, άρθρα 514-515, αρ. 14, Π. Κορνηλάκη, Ειδ. Ενοχ., § 36, αρ. 15, Απ. Γεωργιάδη, Εγχ. Ειδ. Ενοχ., § 7, αρ. 16, ΕφΑθ 5316/2015 Νόμος, ΕφΛαρ 578/2014 Δικογραφία 2015, 131) εφόσον το νομικό ελάττωμα, όπως εν προκειμένω, υπάρχει ήδη κατά την κατάρτιση της πωλήσεως, η ευθύνη του πωλητή είναι αντικειμενική και επισύρει τις συνέπειες που προβλέπουν οι γενικές διατάξεις επί αμφοτεροβαρών συμβάσεων, ήτοι δικαίωμα του αγοραστή για αποζημίωση ή για υπαναχώρηση από τη σύμβαση, χωρίς να χρειάζεται επίκληση υπαιτιότητας του πωλητή ως προς την αδυναμία του να μεταβιβάσει (εν όλω ή εν μέρει) το πωληθέν.
Οι αξιώσεις του αγοραστή λόγω νομικών ελαττωμάτων υπόκεινται στη συνήθη 20ετή παραγραφή (Βερβενιώτης, στον ΑΚ Γεωργιάδη/Σταθόπουλου, άρθρο 516 αρ. 41, 45). Στην περίπτωση πωλήσεως πράγματος που δεν ανήκει ή δεν ανήκει εξ ολοκλήρου στον πωλητή, οι εν λόγω αξιώσεις του αγοραστή γεννώνται από τότε που αυτός έλαβε γνώση του νομικού ελαττώματος και όχι από την κατάρτιση της πωλήσεως. Ανεξάρτητα από τη διαφοροποίηση αυτή, εν προκειμένω είναι προφανές, ότι η άσκηση των αξιώσεων του αγοραστή δεν εμποδίζεται από τις διατάξεις της παραγραφής.
β) Το περιεχόμενο της κατ’ ΑΚ 514, 516 αξιώσεως αποζημιώσεως του αγοραστή
Το περιεχόμενο της αξιώσεως αποζημιώσεως μπορεί να περιλαμβάνει κατ’ επιλογή του αγοραστή είτε την καταβολή της αξίας, ως προς την οποία μειώθηκε η αξία του οι
Σελ. 17
κοπέδου λόγω της ελλείπουσας εκτάσεως, είτε την επιστροφή του καταβληθέντος τιμήματος με ταυτόχρονη προσφορά αποδόσεως του οικοπέδου με βάση την αρχή της πλήρους αποκαταστάσεως της ζημίας που επικρατεί στο δίκαιο της αποζημιώσεως και αποφυγής του πλουτισμού του ζημιωθέντος. Η αποζημίωση μπορεί και στις δύο περιπτώσεις να περιλαμβάνει και την αποκατάσταση είτε των επιπλέον δαπανών, που τυχόν θα χρειασθούν για να επιτευχθεί η οικοδομισιμότητα του ακινήτου είτε των δαπανών εκείνων, των οποίων ματαιώθηκε ο σκοπός ενόψει του νομικού ελαττώματος. Τέτοιες δαπάνες της πρώτης κατηγορίας μπορεί π.χ. να είναι το τίμημα που χρειάσθηκε να καταβληθεί στο γείτονα για την απόκτηση της ελλείπουσας εκτάσεως, της δεύτερης κατηγορίας μπορεί π.χ. να είναι η αμοιβή του μηχανικού, οι δαπάνες του συμβολαίου σε περίπτωση υπαναχωρήσεως του αγοραστή κ.λπ.
Σελ. 18
ΠΡΑΚΤΙΚΟ 5
Πώληση πράγματος ορισμένου κατά γένος • Πραγματικό ελάττωμα • Έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας


α) Ευθύνη του πωλητή για πραγματικά ελαττώματα του πράγματος στην πώληση γένους
Στη σύμβαση πώλησης αυτοκινήτου μεταξύ των Α και Π, με συγκεκριμένες προδιαγραφές αγωνιστικού αυτοκινήτου σύμφωνα με παραγγελία του Α, μπορεί να τεθεί το ζήτημα αν πρόκειται για πώληση είδους ή για πώληση πράγματος κατά γένος ορισμένου (αυτοκινήτου μάρκας Alfa Romeo) με συνομολογημένες ιδιότητες (βλ. και απάντηση στο β’ ερώτημα). Η σχετική διάκριση είχε πρακτική σημασία πριν από την τροποποίηση του ΑΚ με τον Ν 3043/2002 (βλ. παλαιές ΑΚ 543 επ., 559 επ.). Μετά την τροποποίηση των ΑΚ 534 επ. με τον Ν 3043/2002 η διάκριση μεταξύ πώλησης είδους και πώλησης πράγματος κατά γένος ορισμένου δεν έχει πλέον πρακτική σημασία λόγω της ενοποιημένης ρύθμισης περί ευθύνης του πωλητή για έλλειψη ανταπόκρισης και στα δύο αυτά είδη της πώλησης (βλ. νέες διατάξεις ΑΚ 534 επ., χωρίς να υπάρχει πλέον ειδική ρύθμιση για την πώληση πράγματος κατά γένος).
Σελ. 19
Στην πώληση πράγματος η παροχή ελαττωματικού πράγματος συνιστά μη εκπλήρωση (ή πλημμελή εκπλήρωση) της υποχρέωσης του πωλητή να παραδώσει στον αγοραστή πράγμα που ανταποκρίνεται στη σύμβαση (βλ. ΑΚ 534) και ειδικότερα χωρίς πραγματικά ελαττώματα (βλ. ΑΚ 535). Συνεπώς ο αγοραστής δικαιούται, μετά την παράδοση του πράγματος, να ασκήσει τα δικαιώματα της ΑΚ 542: 1) αποκατάσταση της ανταπόκρισης (με διόρθωση ή αντικατάσταση), 2) μείωση του τιμήματος, 3) υπαναχώρηση, 4) αποζημίωση.
Ως πραγματικό ελάττωμα νοείται η έλλειψη ανταπόκρισης του πράγματος προς τις υποκειμενικές και τις αντικειμενικές απαιτήσεις της σύμβασης (βλ. ΑΚ 535 σε συνδ. με ΑΚ 535Α και 535Β - βλ. και πρακτικό 3).
Στην προκείμενη περίπτωση, το αυτοκίνητο που πωλήθηκε από τον Π στον Α είχε ουσιώδες πραγματικό ελάττωμα, δηλαδή σοβαρή βλάβη στη μηχανή. Το ελάττωμα ήταν κρυμμένο, δηλαδή υπήρχε κατά τη μετάθεση του κινδύνου στον αγοραστή (βλ. ΑΚ 522 σε συνδ. με ΑΚ 534, 539), αφού εμφανίστηκε δύο μόλις μήνες μετά την παράδοση του αυτοκινήτου στον Ε.
Τα δικαιώματα του αγοραστή σε περίπτωση πώλησης ελαττωματικού πράγματος (ανεξαρτήτως αν πρόκειται για πώληση είδους ή πράγματος ορισμένου κατά γένος προβλέπονται στο άρθρο 542 ΑΚ, κατά το οποίο ο αγοραστής έχει δικαίωμα, σύμφωνα με τους όρους των επόμενων άρθρων, (1) να απαιτήσει αποκατάσταση της ανταπόκρισης του πράγματος (με διόρθωση ή αντικατάσταση – βλ. ΑΚ 543-544), (2) να μειώσει το τίμημα, (3) να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, (4) να απαιτήσει αποζημίωση (βλ. και πρακτικό 3).
Τα παραπάνω δικαιώματα παρέχονται με μία ιεραρχική διαβάθμιση, ως προς την οποία προβλέπονται όμως και εξαιρέσεις («ευέλικτη ιεράρχηση» - βλ. Καραμπατζό/Τίτσια, σε Γεωργιάδη, ΣΕΑΚ Ι, άρθρο 542, αρ. 10). Στην πρώτη βαθμίδα: παρέχεται η αξίωση αποκατάστασης της ανταπόκρισης του πράγματος (με διόρθωση ή αντικατάσταση – βλ. ΑΚ 543-544). Στη δεύτερη βαθμίδα παρέχονται τα δικαιώματα μείωσης του τιμήματος, ή υπαναχώρησης από τη σύμβαση. Η αξίωση αποζημίωσης, όταν ασκείται σωρευτικά με τα λοιπά δικαιώματα, ακολουθεί τη βαθμίδα του δικαιώματος με το οποίο ασκείται σωρευτικά. Όταν όμως ασκείται αντί για τα λοιπά δικαιώματα, ορθότερη θα πρέπει να θεωρηθεί η άποψη ότι διατηρεί και στην περίπτωση αυτή προβάδισμα η αξίωση αποκατάστασης της συμμόρφωσης (με διόρθωση ή αντικατάσταση – πρβλ. και ΑΚ 383 επ.· βλ. και Καραμπατζό/Τίτσια, ό.π., άρθρο 547, αρ. 11).
Από τα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι ο Π αρνείται να αντικαταστήσει το αυτοκίνητο και προτείνει την επισκευή του (διόρθωση του ελαττώματος). Σύμφωνα με την ΑΚ 543, ο αγοραστής έχει κατ’ αρχήν την ευχέρεια να επιλέξει μεταξύ αντι-
Σελ. 20
κατάστασης ή διόρθωσης, η επιλογή δε αυτή του αγοραστή είναι δεσμευτική τόσο για τον ίδιο όσο και για τον πωλητή, μόνο όμως κατά το μέτρο που η επιλεγείσα μορφή αποκατάστασης της ανταπόκρισης δεν είναι αδύνατη ή δεν συνεπάγεται δυσανάλογες δαπάνες.
Συνεπώς μπορεί να αναγνωριστεί στον Π η δυνατότητα να αρνηθεί την αντικατάσταση του αυτοκινήτου μόνο αν η ενέργεια αυτή αποδεικνύεται εν προκειμένω δυσανάλογη σε σύγκριση με την επισκευή του αυτοκινήτου, κάτι το οποίο δεν φαίνεται να συντρέχει από τα πραγματικά περιστατικά.
Περαιτέρω, σύμφωνα με την ΑΚ 547, αν το ελάττωμα προκλήθηκε από πταίσμα του Π, ή αν κατά τη σύναψη της πώλησης ο Π γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει το ελάττωμα του πράγματος, ο αγοραστής μπορεί να απαιτήσει, αντί για τα λοιπά δικαιώματα του άρθρου 542 ΑΚ, αποζημίωση για μη εκτέλεση της σύμβασης, η οποία θα περιλαμβάνει το θετικό διαφέρον (μεγάλη ή μικρή αποζημίωση ανάλογα με το αν θα επιλέξει να επιστρέψει ή κρατήσει το πράγμα) ή, σωρευτικά με τα δικαιώματα αυτά, να απαιτήσει αποζημίωση για τις «περαιτέρω ζημίες» που δεν καλύπτεται από την άσκησή τους (βλ. ΑΚ 547 § 1).
β) Ευθύνη του πωλητή για έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων
Ο πωλητής, σύμφωνα με την ΑΚ 534, υποχρεούται να παραδώσει πράγμα που ανταποκρίνεται στη σύμβαση κατά την έννοια των άρθρων 535-538, ενώ κατά την ΑΚ 539 ευθύνεται ανεξάρτητα από υπαιτιότητά του αν το πράγμα, κατά τον χρόνο που ο κίνδυνος μεταβαίνει στον αγοραστή, δεν ανταποκρίνεται στη σύμβαση (βλ. ΑΚ 539 εδ. 1). Σε περίπτωση ευθύνης του πωλητή για έλλειψη ανταπόκρισης παρέχονται τα προβλεπόμενα στην ΑΚ 542 δικαιώματα, ενώ ειδικά για το δικαίωμα αποζημίωσης απαιτείται πταίσμα του πωλητή (βλ. ΑΚ 547 § 1). Δεν απαιτείται όμως πταίσμα του πωλητή για το δικαίωμα αποζημίωσης «αν λείπει ιδιότητα του πράγματος, η οποία αποτέλεσε αντικείμενο συμφωνίας των μερών, εάν ο πωλητής ανέλαβε την ευθύνη για τις συνέπειες της έλλειψής της ανεξαρτήτως πταίσματός του (συνομολογημένη ιδιότητα)» (βλ. ΑΚ 547 § 2). Με τη ρύθμιση αυτή, στη διάταξη ΑΚ 547 αφενός αναδεικνύεται η σημαντικότερη πρακτική σημασία για τη διατήρηση της διάκρισης μεταξύ πραγματικού ελαττώματος και έλλειψης συνομολογημένης ιδιότητας και κατά το ισχύον δίκαιο, αφετέρου παρέχεται και νομοθετικός ορισμός της συνομολογημένης ιδιότητας (βλ. ΑΚ 547 § 2: «ιδιότητα του πράγματος, η οποία αποτέλεσε αντικείμενο συμφωνίας των μερών, εάν ο πωλητής ανέλαβε την ευθύνη για τις συνέπειες της έλλειψής της ανεξαρτήτως πταίσματός του» βλ. ΑΚ 547 § 2· βλ. και Καραμπατζό/Τίτσια, ό.π., άρθρο 547, αρ. 2).







