ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΚΑΙ ΠΟΛΛΑΠΛΟΤΗΤΑ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΧΕΣΕΩΝ ΣΤΟ ΝΕΟ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
Δικαιομεθοδολογική συμβολή στην ερμηνεία των άρθρων 958, 997 και 1019 ΚΠολΔ καθώς και των σχετικών διατάξεων ΝΔ 1923, ΚΙΝΔ και ΚΕΔΕ - Τελολογικές σταθμίσεις
από 27,20 €
Έως 59,20 €
- Έκδοση: 2025
- Σχήμα: 17x24
- Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
- Σελίδες: 208
- ISBN: 978-618-08-0574-1
Η παρούσα μονογραφία απευθύνεται πρωτίστως στους επί το έργον νομικούς επιστήμονες της καθημερινής δικονομικής πράξης, ήτοι Δικαστές, Δικηγόρους και Συμβολαιογράφους, καθώς δίδει άμεσες και πρακτικές απαντήσεις σε πλήθος εριζόμενων ερμηνευτικών ερωτημάτων που δύνανται να ανακύψουν στο πεδίο της αναγκαστικής εκτέλεσης με βάση το νέο δίκαιο του ΚΠολΔ και των λοιπών ειδικών εκτελεστικών δικαίων (ΚΕΔΕ, ΚΙΝΔ, ν.δ. 1923). Απευθύνεται όμως, επιπροσθέτως και ουκ έλαττον, και στους θεωρητικούς του Δικαίου, ακαδημαϊκούς και εν γένει νομικούς ερευνητές οι οποίοι επιθυμούν, ειδικότερα, να εντρυφήσουν σε ακανθώδη και αμφίρρηστα ζητήματα Ερμηνείας και Μεθοδολογίας του καθ' όλου Δικαίου καθώς και στη Νομική Διαλεκτική. Στο πλαίσιο αυτό η συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, η Λογική του Δικαίου, η θεμελιώδης ερμηνευτική αρχή της σύμφωνης με το Σύνταγμα ερμηνείας του νόμου, η ενότητα της ερμηνείας του Δικαίου, οι λεπτές μεθοδολογικοδικαιικές διαφορές μεταξύ ανάλογης και αναλογικής εφαρμογής των κανόνων του Δικαίου συνιστούν μερικά μόνο από τα διαλαμβανόμενα στην εν θέματι μονογραφία.
Αξιολογούνται διαλεκτικώς διιστάμενες θέσεις και επιχειρήματα, εντοπίζονται αποδεικτικές πλημμέλειες, λογικές αντινομίες, διαλληλίες κλπ., αναπτύσσονται επαγωγικοί δικανικοί συλλογισμοί, ενώ ταυτοχρόνως μείζονες νομοθετικές επιλογές αλλά και κρίσιμα νομολογιακά πορίσματα ελέγχονται ab initio και τίθενται υπό αυστηρή βάσανο επισταμένης νομικολογικής ερεύνης. Τα τοιουτοτρόπως συναγόμενα συμπεράσματα υποβάλλονται περαιτέρω σε κριτική ερμηνευτική θεώρηση και σε προεχόντως τελολογικές σταθμίσεις. Δεν παραλείπεται βεβαίως σε κανένα σημείο η διατύπωση ιδίας θέσεως του συγγραφέως.
ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ
Α΄ ΜΕΡΟΣ
Η ΔΥΝΑΤΟΤΗΣ ΑΝΑΤΡΟΠΗΣ ΚΑΤ΄ ΑΡΘΡΟΝ 1019 ΚΠολΔ
ΚΑΤΑΣΧΕΣΕΩΣ ΠΟΥ ΕΠΙΒΑΛΛΕΤΑΙ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ
ΤΟΥ ΚΠολΔ, ΤΟΥ ΚΕΔΕ, ΤΟΥ ΚΙΝΔ και του Ν.Δ. 17.7/13.8.1923
Ι. Γενική επισκόπηση και θέση του ζητήματος – Κρίσιμες
Μεθοδολογικές Επισημάνσεις 1
II. Η κρατούσα θέση και η θεμελίωσή της. Κριτική και
αντεπιχειρήματα. Επιχειρήματα της μη κρατούσας θέσης – Ερμηνευτική Αξιολόγηση 7
1. Οι δύο αποδεικτικές βάσεις 7
2. Το γραμματικό επιχείρημα της κρατούσας θέσης -
Ερμηνευτική Αξιολόγηση 8
3. Μεθοδολογική κατίσχυση τελολογικής ερμηνείας – Κρατούσα θέση – Ανασκευή μειονοψηφούσας θέσεως (alterae partis) 13
α) Συρροή πλειόνων λόγων ως δικαιολογητική βάση της ανάγκης
κατίσχυσης τελολογικών επιχειρημάτων έναντι μίας «γραμματικής» ερμηνείας 13
β) Η (διαχρονική) τελολογική και δικαιοπολιτική υπόσταση του θεσμού
της ανατροπής κατασχέσεως 16
γ) Η altera pars και τα ειδικά της επιχειρήματα – Η παλαιά
και η νεότερη εκδοχή – Ερμηνευτική αξιολόγηση 33
Η (ούτως αποκαλουμένη) εκδοχή Μπρίνια 33
Η νεότερη ερμηνευτική εκδοχή Ορφανίδη 44
δ) Το (a posteriori) επιχείρημα Μάζη εκ του ν. 4335 / 2015
προς επίρρωσιν της κρατούσης θέσεως 82
III. Ιδία θέση 90
Β΄ ΜΕΡΟΣ
Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΠΟΛΛΑΠΛΟΤΗΤΟΣ ΤΩΝ ΚΑΤΑΣΧΕΣΕΩΝ
ΚΑΙ Η ΣΥΝΑΦΗΣ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΥΤΟΤΕΛΕΙΑΣ –
ΜΕΙΖΟΝΑ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ
I. Η πολλαπλότητα των αναγκαστικών κατασχέσεων στο ν.δ.
του 1923 (άρθρο 58 παρ. 1 και 2) - Ερμηνευτικά ζητήματα
υπό δικαιοσυγκριτικό πλαίσιο (ΚΙΝΔ, ΚΕΔΕ, ΚΠολΔ ιδίως
μετά το ν. 4335/2015) 101
1. Η ρύθμιση στο άρθρο 58 παρ. 1 και 2 του ν.δ. του 1923
και οι συναφείς ρυθμίσεις στα άλλα εκτελεστικά συστήματα 101
2. Ειδικότερα ερμηνευτικά ζητήματα εκ του άρθρου 58 παρ. 1
και 2 του ν.δ. του 1923 106
α. Υποκείμενα των πολλαπλών κατασχέσεων: Μόνον άλλοι δανειστές
ή και ο ίδιος ο (πρώτος) κατασχών; 107
β. Η αναγγελία και η υποκατάσταση σε αναγκαστική εκτέλεση που επισπεύδεται (και) με τις ειδικές διατάξεις του ν.δ. του 1923 131
II. Η αυτοτέλεια των πλειόνων κατασχέσεων στο ν.δ. του 1923
(άρθρο 58 παρ. 3, 4 και 5) - Ερμηνευτικά ζητήματα στο πλαίσιο
και των λοιπών εκτελεστικών δικαίων (ΚΙΝΔ, ΚΕΔΕ και ΚΠολΔ
μετά το ν. 4335/2015) 148
III. Το ζήτημα εφαρμογής ή μη των διατάξεων αναγκαστικής
εκτέλεσης του ν.δ. του 1923 επί πλοίων σε συνδυασμό
και με τις σχετικές διατάξεις ΚΙΝΔ και ΚΠολΔ 155
ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ (ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΙ ΞΕΝΟΓΛΩΣΣΗ) ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΗ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ 177
ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΟ ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ 185
Σελ. 1
Α΄ ΜΕΡΟΣ
Η ΔΥΝΑΤΟΤΗΣ ΑΝΑΤΡΟΠΗΣ ΚΑΤ΄ ΑΡΘΡΟΝ 1019 ΚΠολΔ ΚΑΤΑΣΧΕΣΕΩΣ ΠΟΥ ΕΠΙΒΑΛΛΕΤΑΙ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΟΥ ΚΠολΔ, ΤΟΥ ΚΕΔΕ, ΤΟΥ ΚΙΝΔ και του Ν.Δ. 17.7/13.8.1923
Ι. Γενική επισκόπηση και θέση του ζητήματος –
Κρίσιμες Μεθοδολογικές Επισημάνσεις
Κομβική και εξαιρετικά κρίσιμη φρονούμε ότι θα αναδειχθεί εν προκειμένω η απάντηση στο ερώτημα κατά πόσον δύναται να τύχει εφαρμογής το άρθρο 1019 ΚΠολΔ περί ανατροπής κατασχέσεως (lex generalis) στο πλαίσιο προεχόντως της ειδικής εκτελεστικής διαδικασίας του ν.δ. του 1923. Και τούτο ακριβώς για πλείονες μεθοδολογικούς λόγους: Πρώτον, διότι η πραγμάτευση όλων των σχετικών ερμηνευτικών ζητημάτων στις αναπτύξεις που θα ακολουθήσουν αναφορικά με το εν θέματι ν.δ., δεν θα περιχαρακωθεί, υπό δικαιομεθοδολογική έποψη, στο στενό πλαίσιο της ούτω αποκαλουμένης «εταιρειακής εκτελέσεως», τουναντίον θα λάβει χώρα σε μία διαρκή και αδιάλειπτη διαλεκτική αλληλεξάρτηση (και) με τα υπόλοιπα νομοθετικά καθεστώτα αναγκαστικής εκτελέσεως, πρωτίστως μεν με το γενικό εκτελεστικό δίκαιο του ΚΠολΔ όσο βεβαίως και με τα λοιπά, πλην του ν.δ. 1923, ειδικά εκτελεστικά δίκαια του ΚΙΝΔ και του ΚΕΔΕ. Αλλά και για έναν ακόμα επιπρόσθετο λόγο θεωρούμε ότι θα αποβεί εξαιρετικά κρίσιμη η ενδελεχής εξέταση τυχόν δυνατότητος ανατροπής κατασχέσεως στο πλαίσιο πρωτίστως της ειδικής εκτελεστικής διαδικασίας του ν.δ. του 1923:
Σελ. 2
Διότι το εν θέματι εξεταζόμενο κεντρικό ζήτημα του ανά χείρας μελετήματος, ήγουν η εφαρμογή ή μη του θεσμού της ανατροπής κατασχέσεως (1019 ΚΠολΔ) υπό την ισχύ νομοθετικών καθεστώτων που επιτρέπουν πολλαπλές αναγκαστικές κατάσχεσεις, ανέκυψε το πρώτον και μάλιστα με ιδιαίτερη ένταση, προξενώντας έκτοτε σημαντικές έριδες σε θεωρία και νομολογία, κατά κύριο λόγο στα πλαίσια των «εταιρειακών εκτελέσεων» οι οποίες επισπεύδονταν δυνάμει των ειδικών διατάξεων του ν.δ. του 1923. Από την άλλη δε μεριά, στις διοικητικές εκτελέσεις που επισπεύδονταν με βάση τον ΚΕΔΕ, δεν ετύγχανε ποτέ ούτε και τυγχάνει βεβαίως εφαρμογής ο θεσμός της ανατροπής κατασχέσεως ακριβώς διότι ο νομοθέτης είχε εξυπαρχής και έκπαλαι θεσπίσει ειδική απαγορευτική ad hoc διάταξη που ρητώς απέκλειε στις εκτελέσεις αυτές την δυνατότητα ανατροπής της αναγκαστικής κατασχέσεως [βλ. προϊσχύσαντα άρθρα 19 παρ. 4 και 41 παρ. 7 του ν.δ. 356/1974 (πρώην ΚΕΔΕ), και σήμερα πλέον βλ. τις σχετικές διατάξεις των (νέων) άρθρων 19 παρ. 3 και 43 παρ. 10 του νέου ΚΕΔΕ (ν. 4978/2022)] και, ένεκα ακριβώς τούτου, το σχετικό ερμηνευτικό ζήτημα δεν απασχόλησε τόσο έντονα τη νομική θεωρία λόγω της προρρηθείσης σαφούς νομοθετικής εξαιρέσεως. Ως προς δε το πεδίο του Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου (ΚΙΝΔ) το υπό ανάλυσιν ζήτημα εξακολουθεί (διαχρονικώς) να αναδίδει σημαντικές πρακτικές συνέπειες οι οποίες βεβαίως διαφοροποιούνται αναλόγως της υιοθετουμένης κάθε φορά θετικής ή αρνητικής αποφάνσεως επ΄ αυτού. Σε κάθε περίπτωση όμως το ενταύθα εξεταζόμενο ζήτημα προσέλαβε νέες, πολύ πιο επίκαιρες και μείζονες (θεωρητικές και πρακτικές) διαστάσεις λόγω της καινοφανούς και ρηξικέλευθης νομοθετικής εισαγωγής του συστήματος των πολλαπλών αναγκαστικών κατασχέσεων στο γενικό εκτελεστικό δίκαιο του ΚΠολΔ δυνάμει του ν. 4335/2015 (άρθρα 958 παρ. 2 και 997 παρ. 5 ΚΠολΔ). Στο πλαίσιο αυτό, όπως θα καταδειχθεί, άλλα μεν από τα παλαιότερα ερμηνευτικά επιχειρήματα αναβαπτίσθηκαν και ενισχύθηκαν, άλλα αποδυναμώθηκαν, ενώ κάποια άλλα αναδιατυπώθηκαν και «εκσυγχρονίστηκαν».
Αυτήν ακριβώς την διαλεκτική σχέση και την δυναμική ερμηνευτική αντιπαράθεση των σχετικών (αντ)επιχειρημάτων εντός του καθ΄ όλου δικαίου της αναγκαστικής εκτελέσεως θα επιχειρήσει να επισκοπήσει και να εξετάσει το ανά χείρας πόνημα. Υπό την ανωτέρω ακριβώς έννοια και με δεδομένο πάντως ότι το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των διαλεκτικώς αντιμαχομένων ερμηνευτικών αυτών επιχειρημάτων επιστρατεύθηκε από θεωρία και νομολογία πρωτίστως και προεχόντως επί του ειδικού πεδίου της εταιρειακής εκτέλεσης του ν.δ.
Σελ. 3
1923, η τελική κατάφαση (ή μη) της εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 1019 ΚΠολΔ ειδικώς επί αναγκαστικής εκτελέσεως επισπευδομένης δυνάμει των διατάξεων του ν.δ. του 1923 θα αναγορευθεί, ούτως ειπείν, σε θεμελιώδη «πιλοτική» ερμηνευτική διαδικασία, το πόρισμα (conclusio) της οποίας, με βάση τα όσα θα αναπτυχθούν κατωτέρω, θα είναι κατά τη γνώμη μας απολύτως πρόσφορο προς επαγωγική συναγωγή γενικότερης ερμηνευτικής αρχής περί της δυνατότητος εφαρμογής του κομβικού τούτου θεσμού της ανατροπής κατασχέσεως (1019 ΚΠολΔ) σε όλα εν τέλει τα νομοθετικά εκτελεστικά καθεστώτα που επιτρέπουν πολλαπλές αναγκαστικές κατάσχεσεις (ΚΠολΔ, ΚΙΝΔ, ν.δ. 1923). Και τούτο διότι, όπως θα καταδειχθεί, το ειδικότερο νομοθετικό καθεστώς με το οποίο επισπεύδεται ad hoc η εκάστοτε εκτελεστική διαδικασία αποβαίνει, σε τελική ανάλυση, ερμηνευτικώς αδιάφορο ως προς την κατάφαση της εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 1019 ΚΠολΔ.
Υπό το προειρημένο κατά ταύτα επαγωγικό πρίσμα αυτής της τρόπον τινά «πιλοτικής» εταιρειακής εκτέλεσης του ν.δ. 1923 και, συνεπώς, επί του συγκεκριμένου, λίαν κρισίμου κατά τα ανωτέρω, ερωτήματος της εφαρμογής ή μη της διατάξεως του άρθρου 1019 παρ. 1 ΚΠολΔ και συνακολούθως της ερμηνευτικής κατάφασης τυχόν δυνατότητος ανατροπής κατασχέσεως η οποία επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων 57 και 58 ν.δ. του 1923, ήτοι στο πλαίσιο της ειδικής αυτής εκτελεστικής διαδικασίας, η κρατούσα σήμερον θέση τόσο σε επίπεδο θεωρίας όσο και σε επίπεδο νομολογίας (Αρείου Πάγου τε και δικαστηρίων
Σελ. 4
ουσίας) αποφαίνεται αναφανδόν και άνευ οιασδήποτε επιφυλάξεως θετικώς. Αξίζει ωστόσο στο σημείο αυτό, χάριν και των αναπτύξεων που θα ακολουθήσουν, να επισημάνουμε ότι υπό το καθεστώς της Πολιτικής Δικονομίας του Maurer (ΠολΔ/1834) η κρατούσα τόσο επιστημονικώς όσο και νομολογιακώς θέση ήταν η ακριβώς αντίθετη (αρνητική δηλ. ως προς την εφαρμογή τής περί ανατροπής κατασχέσεως διατάξεως του άρθρου 997 ΠολΔ/1834 - νυν άρθρου 1019 ΚΠολΔ - επί της ειδικής εκτελεστικής διαδικασίας του ν.δ. του 1923). Από την εισαγωγή όμως του ΚΠολΔ το 1968 και εντεύθεν, η ως άνω (κρατούσα πάντως ακόμα κατά το χρονικό αυτό σημείο σε θεωρία και νομολογία ) αρνητική αυτή θέση ολοένα και εξασθενούσε, ενώ ταυτοχρόνως οι θιασώτες της θε-
Σελ. 5
τικής επί του εν λόγω ερωτήματος απόφανσης διαρκώς αυξάνονταν. Δεν θα ήτο αυθαίρετο να υποστηριχθεί σχετικώς, με βάση και την γενόμενη έρευνά μας επί του εν θέματι ζητήματος, ότι από τη δεκαετία του 1980 σε επίπεδο θεωρίας και μάλλον από τη δεκαετία του 1990 σε επίπεδο νομολογίας η αρχικώς κρατήσασα (αρνητική) αυτή θέση είχε πλέον ολοσχερώς αντιστραφεί σε αναφανδόν θετική, θέση τελικώς η οποία βαθμηδόν αποκρυσταλλώθηκε και, ως ήδη προεξετέθη, παραμένει πλέον έως και σήμερον απολύτως κραταιά σε θεωρία και νομολογία. Πάντως και κατά τη δεκαετία του 1990 η αρνητική θέση εξακολούθησε να υποστηρίζεται, μεμονωμένα πάντως, στη νομολογία. Έκτοτε, εξ επόψεως νομολογίας, εγκαταλείφθηκε τελείως. Ακόμα και σήμερα όμως, η θέση περί μη εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 1019 ΚΠολΔ επί της ειδικής εκτελεστικής διαδικασίας του ν.δ. του 1923 και γενικώς η μείζων σύστοιχη θέση (altera pars) ότι ο θεσμός ανατροπής της κατάσχεσης προσήκει μόνο σε εκείνα τα συστήματα αναγκαστικής εκτέλεσης που καθιερώνουν την αρχή της απαγόρευσης δεύτερης αναγκαστικής κατάσχεσης στο ίδιο πράγμα, εξακολουθούν να υποστηρίζονται σθεναρώς από εκπρόσωπο της θεωρίας. Πάντως, η εν τω μεταξύ θέση σε ισχύ του νόμου 4335/2015 (φαίνεται ότι) έδωσε στην ως άνω κρατούσα άποψη (που ανεπιφυλάκτως καταφάσκει την εφαρμογή του άρθρου 1019 ΚΠολΔ επί της ειδικής εκτελεστικής διαδικασίας του ν.δ. του 1923) και ένα ακόμα επιπρόσθετο ερμηνευτικό επιχείρημα υπέρ αυτής. Ή τουλάχιστον έτσι το εκλαμβάνουν οι υποστηρικτές της κρατούσας σήμερον θέσης. Το εν θέματι argumentum θα αξιολογηθεί αυτοτελώς κατωτέρω.
Σελ. 6
Σκοπός βεβαίως του παρόντος κεφαλαίου δεν είναι σε καμία περίπτωση να μεταπέσει σε μία ιστορικοδικαιικού χαρακτήρος αναφορά και ως εκ τούτου να περιορισθεί σε μία, ακριβώς γι΄ αυτό το λόγο, επιστημονικώς άγονη και εντελώς ανούσια και στείρα επανάληψη και δη με τρόπο στατικό των εκατέρωθεν επιχειρημάτων. Αντιθέτως, η εν θέματι ανάπτυξη σκοπεί προεχόντως, και εντός πάντοτε ενός δυναμικού πλαισίου ερμηνευτικής διαλεκτικής, να επιχειρήσει να θέσει την ως άνω απολύτως κρατούσα πλέον άποψη υπό αυστηρή βάσανο νομικοσυστηματικής ερεύνης και συνακολούθως να εντοπίσει τυχόν ερμηνευτικές πλημμέλειες ως προς τη θεμελίωσή της, ταυτοχρόνως όμως και να αναδείξει τα (ισχυρά) επιχειρήματα της alterae partis και να ελέγξει εάν τα τελευταία αυτά είναι εις θέσιν να αναιρέσουν την κρατούσα σήμερον θέση. Δεν αποκλείεται, άλλωστε, αυτή (η κρατούσα σήμερον θέση), ακόμα και αν ερείδεται επί εσφαλμένου αιτιολογικού, να είναι όμως ως προς το τελικό της πόρισμα ορθή. Επιπροσθέτως, δέον όπως επισημανθεί στο σημείο αυτό ότι η πραγμάτευση του εν θέματι ζητήματος (εφαρμογή ή μη της διατάξεως του άρθρου 1019 ΚΠολΔ επί της ειδικής εκτελεστικής διαδικασίας του ν.δ. του 1923) οφείλει ένεκα αυτονοήτων λόγων λυσιτελείας και επιστημονικής συνεισφοράς του παρόντος μελετήματος να έχει ως απαρέγκλιτο ερμηνευτικό σημείο αναφοράς το σήμερον ισχύον γενικό δίκαιο αναγκαστικής εκτελέσεως του ΚΠολΔ (lex generalis), όπως το δίκαιο αυτό ισχύει μετά τις (εν πολλοίς καινοτόμες) τροποποιήσεις που εισήχθησαν δυνάμει κατά κύριο λόγο των νόμων 4335/2015, 4512/2018 και 4842/2021 (βλ. κυρίως την καθιέρωση της πολλαπλότητος των αναγκαστικών κατασχέσεων καθώς και τον ex lege ορισμό αυστηρού χρονικού πλαισίου διενεργείας του πλειστηριασμού), καθώς επίσης (οφείλει) και να αξιολογεί τα εκατέρωθεν αντιμαχόμενα επιχειρήματα, ακόμα δε και αυτά που διατυπώθηκαν αρκετές δεκαετίες πριν και πάντως υπό πολύ διαφορετικό νομοθετικό καθεστώς, υπό το φως του ισχύοντος σήμερον γενικού δικαίου αναγκαστικής εκτελέσεως. Συνακολούθως δε, και η όποια τελικώς συναχθησομένη ιδία θέση του γράφοντος περί το άρθρο 1019 ΚΠολΔ δέον όπως και αυτή συστοιχείται ερμηνευτικώς προς το εν ισχύι σήμερον νομοθετικό καθεστώς.
Σελ. 7
II. Η κρατούσα θέση και η θεμελίωσή της. Κριτική και αντεπιχειρήματα. Επιχειρήματα της μη κρατούσας θέσης – Ερμηνευτική Αξιολόγηση
1. Οι δύο αποδεικτικές βάσεις
Κατόπιν όλων των προαναφερθέντων, δυνάμεθα πλέον να εισέλθουμε στον ερμηνευτικό έλεγχο της κρατούσης σήμερον θέσεως περί της δυνατότητος ανατροπής της κατασχέσεως κατ΄ άρθρον 1019 ΚΠολΔ στο πλαίσιο της ειδικής εκτελεστικής διαδικασίας του ν.δ. του 1923. Ως ήδη προεξετέθη, η κρατούσα εδώ και πολλά πλέον έτη σε θεωρία και νομολογία θέση ανεπιφυλάκτως καταφάσκει την εφαρμογή της εν θέματι διατάξεως (1019 ΚΠολΔ) και εντός του πεδίου εφαρμογής του προμνησθέντος νομοθετικού διατάγματος. Σε ερμηνευτικό όμως έλεγχο θα υποβληθεί ομοίως και η αντίθετη (μη κρατούσα) θέση, όπως αυτή εκφράζεται ως altera pars κατά κύριο λόγο σήμερα πλέον από τον Ορφανίδη ο οποίος με ειδική επιχειρηματολογία επιχειρεί να αντικρούσει την κρατούσα σε θεωρία και νομολογία ερμηνευτική εκδοχή. Επισημαίνουμε για μία ακόμα φορά ενταύθα ότι ο ερμηνευτικός έλεγχος στον οποίο και θα υποβάλουμε αμφότερες τις διιστάμενες αυτές θεωρήσεις θα λάβει χώρα εντός ενός πλαισίου, ως ήδη προαναφέραμε, ερμηνευτικής διαλεκτικής κατά το πρότυπο, ας μας επιτραπεί η παρομοίωση, του σωκρατικού ελέγχου.
Με βάση την γενόμενη έρευνά μας επί του εν θέματι ζητήματος διαπιστώσαμε ότι η κρατούσα θέση ερείδεται κατά κύριο λόγο και κατά συνισταμένη επί δύο αυτοτελών αποδεικτικών βάσεων: Μίας γραμματικής και μίας τελολογικής. Οι δύο αυτές βάσεις επαναλαμβάνονται μάλιστα, στην πλειονοψηφία τουλάχιστον των δικαστικών αποφάσεων, και με απαράλλακτη γλωσσική διατύπωση. Ας τις παρακολουθήσουμε: «Κατά την κρατούσα και ορθή άποψη, το άρθρο 1019 του ΚΠολΔ εφαρμόζεται και στην αναγκαστική εκτέλεση που επισπεύδεται σύμφωνα με το ΝΔ της 17-07/13-08-1923 περί ειδικών διατάξεων επί Ανωνύμων
Σελ. 8
Εταιρειών. Υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορούν όχι μόνον το άρθρο 53 παρ. 2 του παραπάνω Νομοθετικού Διατάγματος, που επιβάλλει την εφαρμογή στην αναγκαστική εκτέλεση των διατάξεων του Κοινού Δικαίου, εφόσον δεν τροποποιούνται ή αποκλείονται απ’ τις διατάξεις του παραπάνω Νομοθετικού Διατάγματος, αλλά και η τελολογική προσέγγιση του ίδιου του άρθρου 1019 του ΚΠολΔ. Σκοπός του θεσμού της ανατροπής που εισάγεται με τη διάταξη αυτή είναι η επίσπευση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης και η αποφυγή μακροχρόνιας δέσμευσης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη προς όφελος όχι μόνον του ιδίου αλλά και της κοινωνικής οικονομίας. Οταν βραδύνει η διεξαγωγή του πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού, το συμφέρον του οφειλέτη αλλά και η αρχή της οικονομικής αξιοποίησης των αγαθών που διατρέχει το Δίκαιο, επιβάλλουν την αποδέσμευση του αντικειμένου της κατάσχεσης και την επανένταξή του στον κύκλο των συναλλαγών. Το αίτημα αυτό ισχύει όμως αδιάφορα αν η αναγκαστική κατάσχεση επισπεύδεται κατά το Κοινό Δίκαιο ή κατά το ΝΔ της 17-07/13-08-1923 «Περί ειδικών διατάξεων επί Ανωνύμων Εταιρειών». Σημειωτέον ότι όλα ακριβώς τα ως άνω επιχειρήματα (οι δύο αποδεικτικές βάσεις για τις οποίες κάναμε λόγο ανωτέρω), που επί λέξει αποτυπώνονται σε πληθώρα δικαστικών αποφάσεων, συνιστούν πιστή (λεκτική, κυρίως όμως ουσιαστική) απόδοση της θέσεως την οποία ήδη από το 1986 είχε διατυπώσει σε δημοσιευμένη γνωμοδότησή του ο καθηγητής Απόστολος Γεωργιάδης, θέση που ο ίδιος αυτολεξεί επανέλαβε και σε μεταγενέστερο χρόνο.
2. Το γραμματικό επιχείρημα της κρατούσας θέσης - Ερμηνευτική Αξιολόγηση
Ειδικότερον, ως προς την προπαρατεθείσα πρώτη βάση (γραμματικό argumentum) έχουμε να σχολιάσουμε τα ακόλουθα:
Η κρατούσα γνώμη επικαλείται, προς θεμελίωσίν της, την αξιωματική θέση ότι επί αναγκαστικής εκτελέσεως που επισπεύδεται δυνάμει του νομοθετι-
Σελ. 9
κού διατάγματος του 1923 εφαρμόζονται οι διατάξεις του (κοινού) δικαίου της αναγκαστικής εκτελέσεως του ΚΠολΔ, άρα και αυτή του άρθρου 1019 ΚΠολΔ, στο βαθμό που το νομοθετικό αυτό διάταγμα δεν προβλέπει αντίθετη διάταξη (γραμματικό argumentum εκ του άρθρου 53 παρ. 2 του ν.δ.). Αφήνοντας προς το παρόν στην άκρη το γεγονός ότι η ως άνω αξιωματική θέση εκκινεί από μία εντελώς λανθασμένη ανάγνωση της διατάξεως του άρθρου 53 παρ. 2 του ν.δ. του 1923, γεγονός το οποίο θα σχολιάσουμε κατωτέρω, ακόμα δηλαδή και αν υποτεθεί ορθή η εν θέματι αφετηριακή θέση, ότι δηλαδή επί αναγκαστικής εκτελέσεως διενεργουμένης υπό της ανωνύμου εταιρείας εφαρμόζονται αι διατάξεις της κοινής εκτελέσεως εν αις και αι του άρθρου 997 ΠολΔ (νυν 1019 ΚΠολΔ) εφ΄ όσον συμφώνως προς το άρθρον 53 § 2 του ν.δ. του 1923 δεν υφίσταται αντίθετος διάταξις εν τω διατάγματι τούτω (ΑΠ 98/1961 και διά ρητής παραπομπής ΑΠ 478/1973 και 75/2001), το σχετικό argumentum ορθώς χαρακτηρίζεται από τον Ορφανίδη ως μάλλον τυπικό και πάντως σχετικής πειστικότητας, αν ληφθεί ακριβώς υπόψιν ότι ο εν θέματι θεσμός της ανατροπής κατασχέσεως καθιερώθηκε το πρώτον (ότε και προσετέθη ως παράγραφος 4 στο άρθρο 997 της Πολιτικής Δικονομίας του Maurer) με το άρθρο 3 του α.ν. 1139/1938 «περί τροποποιήσεως άρθρων τινών της Πολιτικής Δικονομίας», ήτοι 15 ολόκληρα χρόνια μετά τη θέση σε ισχύ τού υπό ανάλυσιν ν.δ. του 1923. Συνεπώς, το να αναζητείται εντός του εν θέματι νομοθετικού διατάγματος διάταξη η οποία να απαγορεύει ρητώς την δυνατότητα ανατροπής της κατασχέσεως που επιβάλλεται από την ανώνυμη εταιρεία δυνάμει του ειδικού αυτού εκτελεστικού δικαίου, δυνατότητα ανατροπής όμως η οποία εν έτει 1923 δεν προβλεπόταν καν στο γε-
Σελ. 10
νικό δίκαιο της ΠολΔ/1834, είναι απολύτως ουτοπικό και σε κάθε περίπτωση εξ ερμηνευτικής επόψεως είναι και λίαν επισφαλές.
Αλλά και περαιτέρω, το ως άνω γραμματικό αυτό argumentum της κρατούσας γνώμης εκ του άρθρου 53 παρ. 2 του ν.δ. χωλαίνει και υπό άλλη οπτική γωνία, αφού ναι μεν στο εν θέματι νομοθετικό διάταγμα δεν υπάρχει (και ούτε και θα μπορούσε ποτέ κατά τα προεκτεθέντα να υπάρξει εν έτει 1923) ρητή αντίθετη διάταξη (διάταξη δηλ. που να απαγορεύει ρητώς την ανατροπή της κατασχέσεως), ωστόσο κατά πολλούς θεωρητικούς εντοπίζεται πράγματι διάταξη του ν.δ. του 1923 η οποία ερμηνευτικώς αντιφάσκει per se προς την όλη τελολογία του θεσμού της ανατροπής κατασχέσεως και συνεπώς θα έλεγε κανείς (ακολουθώντας και την διατύπωση της ΑΠ 98/1961) ότι τελικώς υφίσταται αντίθετος διάταξις εν τω διατάγματι τούτω ή, ακόμα πιο ορθώς και με μείζονα νομική ακρίβεια, ότι τελικώς περιέχεται εν τω διατάγματι διάταξις τροποποιούσα ή άλλως καθιστώσα ανεφάρμοστον, ως μη συμβιβαζομένην προς ταύτην την προστεθείσαν διάταξιν του άρθρου 997 ΠολΔ. Αναφερόμαστε φυσικά στη διάταξη του άρθρου 58 του ν.δ. που καθιερώνει την αρχή της πολλαπλότητος των αναγκαστικών κατασχέσεων. Υποστηρίζεται δηλαδή συναφώς από μερίδα της θεωρίας (αλλά και της νομολογίας) ότι η εν λόγω πολλαπλότητα δεν αφήνει εν προκειμένω κανένα περιθώριο εφαρμογής του θεσμού της ανατροπής κατασχέσεως. Στο παρόν σημείο όμως δεν προτιθέμεθα να κρίνουμε την ορθότητα του εν λόγω
Σελ. 11
ισχυρισμού της μειονοψηφούσας θέσης, απλώς θέλουμε να επισημάνουμε, σε αντίκρουση πάντοτε του προειρημένου γραμματικού επιχειρήματος της κρατούσης θέσεως, ότι ενδεχομένως και να «υφίσταται αντίθετος διάταξις εν τω διατάγματι τούτω», αντίθετη διάταξη όχι βεβαίως ρητώς απαγορευτική (κάτι που ούτως ή άλλως λόγω της προεκτεθείσης χρονικής ακολουθίας δεν θα μπορούσε ποτέ να συμβεί), αλλά διάταξη του ν.δ. (άρθρο 58) ερμηνευτικώς αντιφάσκουσα in globo προς τη rationem τού (μεταγενεστέρως καθιερωθέντος) θεσμού της ανατροπής κατασχέσεως και συνεπώς, ενδεχομένως, να υφίσταται αντίθετος διάταξις αποκλείουσα ερμηνευτικώς την (μελλοντική) εφαρμογή του τροποποιηθησομένου εν έτει 1938 άρθρου 997 ΠολΔ/1834 και νυν άρθρου 1019 ΚΠολΔ. Τονίζουμε το ενδεχομένως, διότι, όπως ήδη επισημάναμε, το ζήτημα εάν η αρχή της πολλαπλότητος των αναγκαστικών κατασχέσεων κωλύει ή όχι τη δυνατότητα ανατροπής μιας εξ αυτών, καθώς και εάν εν τέλει ο θεσμός της ανατροπής κατασχέσεως συνέχεται per se με την απαγόρευση επιβολής δεύτερης αναγκαστικής κατασχέσεως στο ίδιο πράγμα είναι το τελικώς ζητούμενο και αποδεικτέο, με βάση κατά κύριο λόγο όμως τελολογικά επιχειρήματα και ευρύτερες δικαιοπολιτικές σταθμίσεις (βλ. κατωτέρω). Εμείς στο σημείο αυτό επιχειρούμε απλώς και μόνο να αξιολογήσουμε ερμηνευτικώς το γραμματικό argumentum της κρατούσας γνώμης εκ του άρθρου 53 παρ. 2 του ν.δ., το επιχείρημα δηλαδή ότι επί αναγκαστικής εκτελέσεως διενεργουμένης υπό της ανωνύμου εταιρείας εφαρμόζονται αι διατάξεις της κοινής εκτελέσεως εν αις και αι του άρθρου 997 ΠολΔ (νυν 1019 ΚΠολΔ) εφ΄ όσον συμφώνως προς το άρθρον 53 § 2 του ν.δ. του 1923 δεν υφίσταται αντίθετος διάταξις εν τω διατάγματι τούτω, χωρίς να υπεισερχόμαστε προς το παρόν στην τελολογική ουσία του ζητήματος.
Οφείλουμε, τέλος, εν σχέσει πάντα προς το εν θέματι γραμματικό argumentum της κρατούσας γνώμης να επισημάνουμε και κάτι ακόμα, το οποίο ήδη υπαινιχθήκαμε παραπάνω. Ειδικότερον, το επιχείρημα ότι επί αναγκαστικής εκτελέσεως που επισπεύδεται δυνάμει του νομοθετικού διατάγματος του 1923 εφαρμόζονται οι διατάξεις του (κοινού) δικαίου της αναγκαστικής εκτελέσεως του ΚΠολΔ, άρα και αυτή του άρθρου 1019 ΚΠολΔ, στο βαθμό που, βάσει ακριβώς του άρθρου 53 παρ. 2 του ν.δ., το νομοθετικό αυτό διάταγμα δεν προβλέπει αντίθετη διάταξη, εκκινεί από μία εντελώς λανθασμένη ανάγνωση της διατάξεως του άρθρου 53 παρ. 2 του ν.δ. Και τούτο ακριβώς διότι η εν θέματι διάταξη ουδόλως ορίζει ότι επί αναγκαστικής εκτελέσεως διενεργουμένης υπό της ανωνύμου εταιρείας εφαρμόζονται αι διατάξεις της κοινής εκτελέσεως, εφ΄ όσον δεν υφίσταται αντίθετος διάταξις εν τω διατάγματι τούτω, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο Άρειος Πάγος. Αντιθέτως, το άρθρο 53 παρ. 2 ορίζει ότι
Σελ. 12
(η μεσεγγύησις) και η αναγκαστική εκτέλεσις διέπονται υπό των διατάξεων του κοινού δικαίου, τροποποιουμένων υπό των επομένων άρθρων. Η διαφορά που εντοπίζεται μεταξύ των δύο αυτών λεκτικών (γραμματικών) διατυπώσεων μπορεί μεν να είναι ιδιαιτέρως λεπτή, είναι ωστόσο διαφορά σαφέστατα και αναμφίλεκτα υπαρκτή η οποία θα μας απασχολήσει ιδιαίτατα κατωτέρω, όπου και θα λάβει χώρα η διατύπωση προεχόντως τελολογικών επιχειρημάτων προς συναγωγή της καθ΄ ημάς ορθής θέσεως. Στο πλαίσιο αυτό σκοπείται όπως εν τέλει καταδειχθεί ότι γραμματική και τελολογική ερμηνεία συμπορεύονται αρμονικώς και αλληλοσυμπληρώνονται δικαιομεθοδολογικώς.
Συνελόντι ειπείν, στο σημείο αυτό περιοριζόμαστε απλώς και μόνο στο να επισημάνουμε μία (κατά τη γνώμη μας) διαστρέβλωση του αληθούς νοήματος της διατάξεως του άρθρου 53 παρ. 2 του ν.δ. του 1923 εκ μέρους της κρατούσης σε θεωρία και νομολογία θέσης, διαστρέβλωση μάλιστα η οποία δεν έχει και κανέναν απολύτως λόγο ύπαρξης, καθόσον ουδόλως επιρρωνύει, τουναντίον δίδει επαρκή και βάσιμη λαβή στην αντίθετη θέση (alteram partem) να αμφισβητήσει και να αποκρούσει επιτυχώς το εν θέματι γραμματικό επιχείρημα της κρατούσης τοιαύτης. Πράγματι, το argumentum της τελευταίας ότι στο συγκεκριμένο νομοθετικό διάταγμα δεν υφίσταται αντίθετη διάταξη (με την έννοια ακριβώς του ρητού νομοθετικού αποκλεισμού της εφαρμογής ad hoc του θεσμού της ανατροπής κατασχέσεως), αντί να επιρρωνύει, στην ουσία μάλλον αποδυναμώνει την κρατούσα θέση, αφού επιτρέπει στην alteram partem να αντιτείνει όλως βασίμως ότι α) αφενός μεν λόγω της προεκτεθείσης χρονικής ακολουθίας (βλ. ανωτ.) κάτι τέτοιο δεν θα ήτο δυνατό ποτέ να γίνει, β) αφετέρου δε ότι εν τέλει τέτοια αντίθετη διάταξη, όχι βέβαια ρητώς απαγορευτική αλλά πάντως εισάγουσα κανονιστική ρύθμιση ερμηνευτικώς ασύμβατη προς το θεσμό per se
Σελ. 13
της ανατροπής κατασχέσεως, (ενδεχομένως και να) υπάρχει και δεν είναι άλλη από το περιώνυμο άρθρο 58 του ν.δ. που καθιερώνει την πολλαπλότητα των αναγκαστικών κατασχέσεων.
Αντιθέτως, όπως θα καταδειχθεί και κατωτέρω, εμείς φρονούμε ότι το αληθές νόημα της διατάξεως του άρθρου 53 παρ. 2 του ν.δ. του 1923, όπως το νόημα αυτό αριδήλως, άλλωστε, συνάγεται και από τη σαφή γραμματική διατύπωση τής εν θέματι διατάξεως, μπορεί ως γραμματικό argumentum να αποτελέσει κάλλιστα μία δευτερεύουσα μεν, επιπρόσθετη όμως και πάντως αυτοτελή αποδεικτική βάση, ενισχυτική τής κύριας (και προεχόντως τελολογικής) θεμελιώσεως της καθ΄ ημάς ορθής θέσεως. Με αυτό όμως το αληθές (και κατά ταύτα απηλλαγμένο από την προρρηθείσα εσφαλμένη θεώρηση της κρατούσης θέσεως) νόημα της διατάξεως του άρθρου 53 παρ. 2 του ν.δ. και με τη συνακόλουθη αγαστή, κατά τη γνώμη μας, συμπόρευση γραμματικής και τελολογικής ερμηνείας θα ασχοληθούμε εν συνεχεία.
3. Μεθοδολογική κατίσχυση τελολογικής ερμηνείας – Κρατούσα θέση – Ανασκευή μειονοψηφούσας θέσεως (alterae partis)
α) Συρροή πλειόνων λόγων ως δικαιολογητική βάση της ανάγκης κατίσχυσης τελολογικών επιχειρημάτων έναντι μίας «γραμματικής» ερμηνείας
Μετά και την προεκτεθείσα ερμηνευτική αξιολόγηση του γραμματικού επιχειρήματος της κρατούσης θέσεως επί τη βάσει ακριβώς του άρθρου 53 παρ. 2 του εν θέματι ν.δ. του 1923, δυνάμεθα κάλλιστα να εγκύψουμε ενδελεχώς επί των πλέον θεμελιωδών (τελολογικών) επιχειρημάτων τα οποία και κατά ταύτα συ-
Σελ. 14
γκροτούν το μείζον ερμηνευτικό οπλοστάσιο των δύο ούτω διισταμένων και κατ΄ ουσίαν αντιτιθεμένων θέσεων επί του ενταύθα επιδίκου ζητήματος (1019 ΚΠολΔ). Και τούτο διότι κατά τη γνώμη μας, όπως ήδη επισημάναμε άλλωστε και ανωτέρω, το εριζόμενο ζήτημα της εφαρμογής ή μη της διατάξεως του άρθρου 1019 ΚΠολΔ επί αναγκαστικής εκτελέσεως η οποία επισπεύδεται δυνάμει των διατάξεων του ν.δ. του 1923, συνέχεται προπάντων και προεχόντως με θεμελιώδεις τελολογικές εκτιμήσεις και ευρύτερα δικαιοπολιτικές σταθμίσεις και πάντως πολύ λιγότερο με απλοϊκά γραμματικά επιχειρήματα περί παραπεμπτικών διατάξεων, επιχειρήματα τα οποία, ως ήδη κατεδείχθη, είναι περιορισμένης ερμηνευτικής ισχύος και εύκολα καταρρίπτονται. Να επισημάνουμε δε ότι σκοπίμως και απολύτως συνειδητώς επιλέγουμε, ειδικά ως προς αυτό τούτο το υπό την παρούσαν εξέτασιν ζήτημα (1019 ΚΠολΔ), να δώσουμε ιδιαίτερη έμφαση και σαφές ερμηνευτικομεθοδολογικό προβάδισμα στην κατά ταύτα τελολογική ερμηνεία έναντι της τοιαύτης γραμματικής, όχι βεβαίως διότι αρνούμεθα ή αποκρούουμε γενικώς και a priori την τελευταία (δηλ. την γραμματική ερμηνεία) ως ασφαλή ερμηνευτικό γνώμονα, τουναντίον μάλιστα, όσο κυρίως διότι φρονούμε ότι μείζονα εξ επόψεως Μεθοδολογίας του Δικαίου σημασία έχει τελικώς η περίπυστος (και καθ΄ ημάς απολύτως ορθή) θεωρία περί ενότητος της ερμηνείας του Δικαίου, θεωρία την οποία ανεπιφυλάκτως ενστερνιζόμαστε και την οποία εν τέλει θα επιχειρήσουμε να πραγματώσουμε κατά τη διατύπωση της τελικής μας ιδίας θέσεως αναφορικώς με το ad hoc επίδικο ζήτημα.
Τούτων δοθέντων, η κατά ταύτα προκρινομένη προτεραιότητα των τελολογικών ερμηνευτικών κριτηρίων φρονούμε ότι ενδείκνυται απολύτως στην προκείμενη ειδική περίπτωσή μας ακριβώς διότι η ενταύθα εξεταζομένη διάταξη του άρθρου 1019 ΚΠολΔ (και παλαιότερα αυτή του άρθρου 997 παρ. 4 ΠολΔ/1834) και συνακολούθως ο επί των διατάξεων αυτών ερειδόμενος θεσμός της ανατροπής κατασχέσεως διαδραμάτιζαν όλα αυτά τα χρόνια και εξακολουθούν ακόμα και σήμερα, όπως θα αποδειχθεί κατωτέρω, να διαδραματίζουν λίαν κομβικό και κεφαλαιώδους σημασίας ρυθμιστικό ρόλο στην αρμονική εξισορρόπηση των αντιτιθέμενων συμφερόντων κατ΄ αρχήν μεν (αλλά και πρωτίστως) όλων των stricto sensu παραγόντων της εκτελεστικής διαδικασίας (οφειλέτη, επισπεύδοντος και λοιπών δανειστών). Μίας εκτελεστικής διαδικασίας η οποία, ως εκ της ιδιαιτέρας ακριβώς και λίαν δραστικής φύσεως της αναγκαστικής εκτελέσεως, χαρακτηρίζεται και κυριαρχείται, κατά την προσφυή διατύπωση του Γεωργίου Ράμμου (διατύπωση μάλιστα ρητορικώς ενθυμίζουσα τα περιώνυμα γοργίεια σχήματα του ομώνυμου αρχαίου σοφιστή), από «πολυειδή, πολλαπλή και πολύπλοκη σύγκρουση και εμπλοκή αντιθέτων συμφερόντων». Στην άρση ακριβώς των εν λόγω συγκρούσεων των πλειόνων αντιτιθεμένων συμφερόντων των εμπλεκομένων μερών ως παραγόντων της αναγκαστικής εκτελέσεως (συμπεριλαμβανομένης και αυτής που επισπεύδεται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.δ.
Σελ. 15
του 1923) συμβάλλει κατά την τελολογία του ο θεσμός της ανατροπής κατασχέσεως. Ταυτοχρόνως όμως, ο θεσμός αυτός θα λέγαμε ότι τρόπον τινά τριτενεργεί, τουτέστιν διασφαλίζει, επιπροσθέτως και πέραν των προαναφερθέντων, και ευρύτερα προστατευτέα υπερατομικά έννομα αγαθά με μείζονα κοινωνική σημασία (κοινωνική οικονομία). Αυτή λοιπόν ακριβώς η κατά την γλαφυρή διατύπωση του Κωνσταντίνου Κεραμέως «ευρεία τελολογική εμβέλεια του θεσμού της ανατροπής κατασχέσεως» είναι που εν τέλει επιτάσσει αναποδράστως και άνευ ετέρου τινός την αναμφίλεκτη μεθοδολογική κατίσχυση των τελολογικών ερμηνευτικών επιχειρημάτων τόσο μεν κατά την πραγμάτευση του εριζομένου εν προκειμένω stricto sensu ζητήματος της εφαρμογής ή μη της διατάξεως του άρθρου 1019 ΚΠολΔ επί αναγκαστικής εκτελέσεως η οποία επισπεύδεται δυνάμει των διατάξεων του ν.δ. του 1923, όσο δε και έτι γενικότερον, ήγουν κατά την επιστημονική έρευνα του αμφιρρήστου ζητήματος τής καθ΄ όλου συμβατότητος του θεσμού της ανατροπής κατασχέσεως προς όλα εκείνα τα συστήματα αναγκαστικής εκτελέσεως τα οποία διέπονται από την αρχή της πολλαπλότητος των αναγκαστικών κατασχέσεων. Διότι, όπως έχουμε ήδη σημειώσει, η (ειδικότερη) απάντηση στο οιονεί «πιλοτικό» ερώτημα της εφαρμογής ή μη του άρθρου 1019 ΚΠολΔ επί εταιρειακής αναγκαστικής εκτελέσεως του ν.δ. του 1923 είναι αρρήκτως και αυτόχρημα συνδεδεμένη με το προειρημένο γενικότερο ζήτημα της ως άνω συμβατότητος, με το σύστοιχο δηλαδή (γενικότερο) ζήτημα του εάν ο θεσμός της ανατροπής κατασχέσεως προσήκει περιοριστικώς μόνο σε εκείνα τα συστήματα αναγκαστικής εκτέλεσης που καθιερώνουν την αρχή της απαγόρευσης δεύτερης (ορθότερα πολλαπλής) αναγκαστικής κατάσχεσης στο ίδιο πράγμα, ή εάν, αντιθέτως, ο θεσμός αυτός (1019 ΚΠολΔ) δύναται κάλλιστα να τύχει εφαρμογής και επί των εκτελεστικών εκείνων συστημάτων που διαλαμβάνουν πολλαπλότητα αναγκαστικών κατασχέσεων.
Τούτου δοθέντος, λόγω δηλ. της αυτόδηλης ερμηνευτικής διασύνδεσης των ως άνω δύο ζητημάτων και της υφισταμένης - μεταξύ των - ειδοποιού σχέσεως ειδικού προς γενικό, οι αναπτύξεις που θα ακολουθήσουν (καθώς και η ανασκευή της alterae partis) θα αφορούν, όπως έχουμε ήδη σημειώσει, στην γενικότερη ερμηνευτική αλληλεπίδραση του θεσμού της ανατροπής κατασχέσεως με την μείζονα αρχή της πολλαπλότητος των αναγκαστικών κατασχέσεων, όπου η αρχή αυτή κρατεί (πλέον και σε αυτό τούτο το γενικό εκτελεστικό δίκαιο του ΚΠολΔ). Ώστε οι τελολογικές και λοιπές επισημάνσεις και αναπτύξεις που θα ακολουθήσουν δεν περιορίζονται μονοσήμαντα στην εταιρειακή αναγκαστι-
Σελ. 16
κή εκτέλεση του ν.δ. του 1923 αλλά, χάριν νομικής πληρότητος και πρωτίστως χάριν της ήδη προεκτεθείσης κεντρικής σκοπεύσεως του γράφοντος, θα έχουν ευρύτερο δικαιοσυστηματικό χαρακτήρα. Εξάλλου, υπ΄ αυτό ακριβώς το ευρύτερο, πρωτίστως τελολογικό, ερευνητικό πρίσμα των αναπτύξεων που ακολουθούν αναφορικώς με τη διάταξη του άρθρου 1019 ΚΠολΔ, φαίνεται να επαληθεύεται a fortiori - και εξ αυτού του επιπροσθέτου λόγου - η αδήριτος ανάγκη της μεθοδολογικής κατίσχυσης προεχόντως τελολογικών επιχειρημάτων έναντι της υπαρκτής μεν αλλά γλίσχρου γραμματικοερμηνευτικής συμβολής τής (περιορισμένης άλλωστε και κατά το πεδίο εφαρμογής της) παραπεμπτικής διατάξεως του άρθρου 53 παρ. 2 του ν.δ. του 1923.
β) Η (διαχρονική) τελολογική και δικαιοπολιτική υπόσταση του θεσμού της ανατροπής κατασχέσεως
Όπως ήδη προαναφέρθηκε, ο θεσμός της ανατροπής κατασχέσεως εισήχθη το πρώτον στο γενικό εκτελεστικό δίκαιο της Πολιτικής Δικονομίας του Maurer (ΠολΔ/1834) εν έτει 1938, ότε και προσετέθη συναφώς - δυνάμει της διατάξεως του άρθρου 3 του α.ν. 1139/1938 - τέταρτη (4η) παράγραφος στο τότε ισχύον άρθρο 997 ΠολΔ. Ο νεοπαγής αυτός θεσμός εκλήθη από τη γένεσή του να θεραπεύσει μία κομβικής σημασίας αρρυθμία η οποία είχε από πολλών ετών διαγνωσθεί στο (γενικό) δίκαιο της αναγκαστικής εκτελέσεως και η οποία συχνά αποσυντόνιζε και διετάρασσε σε σημαντικό βαθμό την φυσιολογία της εκάστοτε επισπευδομένης εκτελεστικής διαδικασίας. Η, ούτως ειπείν, διαχρονική και λίαν σοβαρή αυτή αρρυθμία συνίστατο, ειδικότερα, στην - υπό προϋποθέσεις - ιδιότητα του άπαξ κατασχεθέντος πράγματος ως εσαεί κατασχεθέντος με όλες τις εντεύθεν επερχόμενες, άκρως δυσμενείς, συνέπειες. Πράγματι, η Πολιτική Δικονομία του Maurer (ΠολΔ/1834) δεν προέβλεπε κανέναν απολύτως χρονικό περιορισμό ως προς την διενέργεια του πλειστηριασμού, με (διττό) αποτέλεσμα αφενός μεν να καταλείπεται στον επισπεύδοντα σημαντικό περιθώριο παρέλκυσης της - εν εξελίξει - εκτελεστικής διαδικασίας, αφετέρου δε το ήδη κατασχεθέν να παραμένει, λόγω ακριβώς της κατασχέσεως και της συνακόλουθης ex lege απαγόρευσης διαθέσεως, νομικά δεσμευμένο επί όσο (κατ΄ ουσίαν απεριόριστο) χρονικό διάστημα επιθυμούσε ο επισπεύδων δανειστής, άπασες δε οι δυσμενείς συνέπειες εκ της επιβολής της κατασχέσεως διατηρούντο
Σελ. 17
ώσπου να ευδοκήσει ο τελευταίος να διενεργήσει τον πλειστηριασμό, ή τουλάχιστον μέχρις ότου ακυρωθεί η κατάσχεση, στην τυχόν περίπτωση βεβαίως που αυτή ήταν ελαττωματική.
Αυτές ακριβώς τις δύο σοβαρές αρρυθμίες και εν δυνάμει παθογένειες της αναγκαστικής εκτελέσεως (ήτοι τον κίνδυνο παρελκύσεως της διαδικασίας, συμπαιγνίας ή έστω ολιγωρίας εκ μέρους του επισπεύδοντος, καθώς και τον συναφή κίνδυνο διαιώνισης και αποτελμάτωσης της εκτελεστικής διαδικασίας) εκλήθη κατά την τελολογία του να θεραπεύσει ο εν έτει 1938 νεοπαγής αυτός θεσμός της ανατροπής κατασχέσεως (997 παρ. 4 ΠολΔ). Στο πλαίσιο ακριβώς αυτό, σύμφωνα και με την εισηγητική έκθεση του προειρημένου α.ν. 1139/1938, «εκρίθη σκόπιμον ίνα, μετά και τα νέα άρθρα 913 και 985 ΠολΔ δι΄ ών δεν επιβάλλεται η εντός ωρισμένης προθεσμίας συνέχισις του δι΄ οιονδήποτε λόγον ματαιωθέντος πλειστηριασμού, ορισθή ανώτατον χρονικόν διάστημα ενός έτους, καθ΄ ο δύναται να παραμείνει εκκρεμής η αναγκαστική εκτέλεσις εκουσίως υπό του δανειστού». Άλλως ειπείν, ο δικονομικός νομοθέτης θεώρησε ότι το εν λόγω χρονικό διάστημα του ενός έτους (και αντιστοίχως αυτό των έξι μηνών για τον αναπλειστηριασμό) παρέχει την εύλογη ευχέρεια ακώλυτης όσο και ταχείας αποπεράτωσης της - αρχομένης από την κατάσχεση και μέχρι του πλειστηριασμού - εκτελεστικής διαδικασίας, ορίζοντας ταυτοχρόνως το εν λόγω χρονικό διάστημα του ενός έτους από την κατάσχεση (και αντιστοίχως των έξι μηνών από τον πλειστηριασμό αναφορικώς με τον αναπλειστηριασμό) ως αυτοτελή προθεσμία για την τυχόν ανατροπή της επιβληθείσης κατασχέσεως. Κατ΄ αυτόν δε τον τρόπο γινόταν δεκτό ότι από και διά της ανατροπής η (ανατραπείσα) κατάσχεση έπαυε ex nunc να αποτελεί πλέον θεμέλιο έγκυρου πλειστηριασμού, ταυτοχρόνως η εκκρεμής και χρονίζουσα (κυριολεκτικώς τε και μεταφορικώς) αναγκαστική εκτέλεση τερματιζόταν, το δε αντικείμενο αυτής απεδέσμευετο νομικώς και επανήρχετο στην εξουσία διαθέσεως του οφειλέτου, προς όφελος τόσο του ιδίου όσο και γενικότερα της κοινωνικής οικονομίας.
Η προεκτεθείσα νομική κατάσταση, όπως αυτή είχε ήδη διαμορφωθεί υπό το νομοθετικό καθεστώς της Πολιτικής Δικονομίας του Maurer (ΠολΔ/1834), παρέμεινε ουσιωδώς αμετάβλητη ακόμα και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ/1968 αλλά και εν συνεχεία του ΚΠολΔ. Και τούτο ακριβώς διότι ούτε το νέο αυτό δίκαιο, τουλάχιστον στην πρώτη χρονική του φάση (και πάντως έως το νόμο
Σελ. 18
2298/1995), δεν προέβλεπε χρονικά όρια δεσμευτικά για τον επισπεύδοντα (υπό την νομοτεχνική έννοια των γνησίων – και χρονικώς δεσμευτικών - προθεσμιών ενεργείας), με τη χρονική μάλιστα οριοθέτηση της πραγματοποίησης του πλειστηριασμού να εξακολουθεί και υπό το νέο δίκαιο να επαφίεται στην απόλυτη πρωτοβουλία του επισπεύδοντος. Ως εκ τούτου, οι ίδιες ακριβώς αρρυθμίες που είχαν διαγνωσθεί κατά το μακρό χρονικό διάστημα ισχύος της Πολιτικής Δικονομίας του Maurer (ΠολΔ/1834) διαπιστώνονταν απαράλλακτες και υπό το νομοθετικό καθεστώς τόσο του βραχύβιου ΚΠολΔ/1968 όσο εν συνεχεία, κατά μείζονα δε λόγο, και υπό τον ΚΠολΔ. Υπό το πρίσμα τούτο, και ένεκα ακριβώς της ελλείψεως στο εν θέματι δίκαιο αναγκαστικής εκτελέσεως οιωνδήποτε άλλων άμεσων και πάντως δεσμευτικών για τον επισπεύδοντα χρονικών ορίων (προθεσμιών ενεργείας stricto sensu) ως προς τη διενέργεια του πλειστηριασμού, τον εν θέματι προειρημένο (και κατά ταύτα διαχρονικώς υπαρκτό) κίνδυνο παρελκύσεως, συμπαιγνίας ή έστω ολιγωρίας εκ μέρους του επισπεύδοντος, καθώς και τον συναφή κίνδυνο τυχόν διαιώνισης και εν τέλει αποτελμάτωσης της εκτελεστικής διαδικασίας με όλες τις εντεύθεν επερχόμενες, άκρως δυσμενείς για πλείονα μάλιστα πρόσωπα, νομικές συνέπειες [με κυριότερη εξ αυτών τη νομική δέσμευση του κατασχεθέντος και την συνακόλουθη οικονομική του απονέκρωση σε βάρος όχι μόνο του καθ΄ ου η εκτέλεση οφειλέτου καθώς έτι και των τυχόν συμβαλλομένων (ή συμβληθησομένων) με αυτόν, αλλά a fortiori επί ζημία και της μείζονος κοινωνικής οικονομίας] εκλήθησαν στο νέο δίκαιο (ΚΠολΔ) να αποσοβήσουν, εν τινί μέτρω βεβαίως και σε πρώτη τουλάχιστον χρονική φάση, κατ΄ αρχήν δύο διατάξεις: α) Αυτή του άρθρου 926 παρ. 2 ΚΠολΔ (περί δικονομικής αποδυνάμωσης της επιταγής προς εκτέλεση) και β) αυτή του άρθρου 1019 ΚΠολΔ (περί ανατροπής της κατασχέσεως). Μάλιστα, αξίζει να σημειωθεί ότι και οι δύο αυτές διατάξεις ορίζουν αμφότερες την προθεσμία του ενός έτους ως απώτατο χρονικό όριο της πρωτοβουλίας του επισπεύδοντος και εν ταυτώ θέτουν αυτήν ταύτην την ενιαύσια προθεσμία ως
Σελ. 19
πρωταρχική προϋπόθεση για την εφαρμογή των κατ΄ ιδίαν κανονιστικών τους ρυθμίσεων. Και καθώς μεν η διάταξη του άρθρου 926 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι σαφές ότι εκφεύγει του παρόντος, η προκείμενη ανάλυση θα επικεντρωθεί πλέον στην περί ανατροπής κατασχέσεως διάταξη του άρθρου 1019 ΚΠολΔ (πρώην άρθρου 997 παρ. 4 ΠολΔ/1834) και ειδικότερα στην διακρίβωση όσο και αποκρυστάλλωση του ακριβούς τελολογικού βεληνεκούς τού εν λόγω θεσμού λαμβανομένης σε κάθε περίπτωση υπ΄ όψιν και της συστηματικής του ένταξης εντός του ΚΠολΔ. Μόνο κατόπιν τούτων, θα είμαστε εν συνεχεία εις θέσιν να διατυπώσουμε και κυρίως να θεμελιώσουμε την τελική μας απάντηση (ιδία θέση) στο μείζον ερμηνευτικό ερώτημα που έχουμε θέσει.
Ώστε, συνελόντι ειπείν, ο σήμερον ερειδομένος επί της διατάξεως του άρθρου 1019 ΚΠολΔ θεσμός της ανατροπής κατασχέσεως λειτουργούσε από της γενέσεώς του (1938) και επί μακρότατο χρονικό διάστημα (βλ. ανωτ.) - και εξακολουθεί μάλιστα έως και σήμερον να λειτουργεί - ως οιονεί ποινή της αδρανείας του επισπεύδοντος για την παράλειψη αποπεράτωσης του πλειστηριασμού εντός έτους από της επιβολής της κατασχέσεως (και αντιστοίχως για την παράλειψη αποπεράτωσης του αναπλειστηριασμού εντός έξι μηνών από του πλειστηριασμού), αποτελώντας κατ΄ αυτόν τον τρόπο μία λυσιτελή, δόκιμη και διαχρονικώς αποδεδειγμένα πρόσφορη νομοθετική προτροπή προς τον επισπεύδοντα δανειστή να είναι εν εγρηγόρσει, να μην κωλυσιεργεί και να σκοπεί πάντοτε στην ταχεία αποπεράτωση της εκτελεστικής διαδικασίας. Και τούτο ακριβώς διότι (κατά την προσφυή διατύπωση του Κεραμέως) «όταν βραδύνει η διεξαγωγή του πλειστηριασμού ή του αναπλειστηριασμού, το συμφέρον του οφειλέτου αλλά και η αρχή της οικονομικής αξιοποιήσεως των αγαθών που διατρέχει το δίκαιο επιβάλλουν την αποδέσμευση του αντικειμένου της κατασχέσεως και την επανένταξή του στον κύκλο των συναλλαγών προς όφελος της κοινωνικής οι-
Σελ. 20
κονομίας» . Είναι δε κατά ταύτα απολύτως ορθή η σήμερον κρατούσα σε θεωρία και νομολογία θέση ότι «σκοπός του θεσμού της ανατροπής που εισάγεται με τη διάταξη αυτή (ενν. 1019 ΚΠολΔ) είναι η επίσπευση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης και η αποφυγή μακροχρόνιας δέσμευσης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη προς όφελος όχι μόνον του ιδίου αλλά και της κοινωνικής οικονομίας». Τούτων πάντων δοθέντων, είναι, συνεπώς, κάτι παραπάνω από εύλογη και πάντως με περισσή, φρονούμε, αποδεικτική (όσο και λογική) επάρκεια θεμελιωμένη η συναφής, κρατούσα σε θεωρία και νομολογία, σύστοιχη θέση η οποία, λόγω και επί τη βάσει ακριβώς αυτής ταύτης της προεκτεθείσης ευρείας τελολογικής και δικαιοπολιτικής εμβελείας του θεσμού της ανατροπής κατασχέσεως (εμβελείας που κατά ταύτα εκφεύγει κατά πολύ των ορίων του γενικού εκτελεστικού δικαίου του ΚΠολΔ), καταφάσκει αναμφιλέκτως την δυνατότητα εφαρμογής της εν θέματι διατάξεως του άρθρου 1019 ΚΠολΔ (και) επί αναγκαστικής εκτελέσεως που επισπεύδεται δυνάμει των διατάξεων του ν.δ. του 1923.

