ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

Κυκλοφορεί σύντομα

Δωρεάν μεταφορικά σε όλη την Ελλάδα για αγορές άνω των 30€
credit-card

Πληρώστε σε έως άτοκες δόσεις των /μήνα με πιστωτική κάρτα.

Σε απόθεμα

Τιμή: 58,00 €

Βιβλίο (έντυπο)   + 58,00 €

* Απαιτούμενα πεδία

Κωδικός Προϊόντος: 21000
Σινανιώτη - Μαρούδη Α.
  • Εκδοση: 3η 2024
  • Σχήμα: 17x24
  • Βιβλιοδεσία: Σκληρόδετη
  • Σελίδες: 456
  • ISBN: 978-618-08-0318-1
Το παρόν σύγγραμμα «Ασφαλιστικό Δίκαιο» περιλαμβάνει τις σύγχρονες νομοθετικές, νομολογιακές και βιβλιογραφικές τάσεις και εξελίξεις του δικαίου της Ιδιωτικής Ασφάλισης σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Φιλοδοξεί να συμβάλει στην κατανόηση των διατάξεων του Ν. 2496/1997 (ΑσφΝ), καθώς και του Ν. 4364/2016 που ενσωμάτωσε την Οδηγία 2009/138/ΕΚ-SOLVENCY II.
Εκτεταμένη αναφορά γίνεται στις διατάξεις του Ν. 4583/2018, με τον οποίο εναρμονίσθηκε η ελληνική ασφαλιστική νομοθεσία προς την Οδηγία (ΕΕ) 2016/97 (IDD). Με την εν λόγω νομοθετική παρέμβαση σκοπείται η επίτευξη αυξημένης ομοιομορφίας της ρυθμιστικής αντιμετώπισης ως προς τη διανομή (αντ)ασφαλιστικών προϊόντων, προκειμένου να διασφαλίζεται επαρκές επίπεδο προστασίας των καταναλωτών σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Εν συνεχεία, η παρούσα έκδοση εμβαθύνει στις σημαντικές μεταβολές που επήλθαν  στον τομέα της θαλάσσιας ασφάλισης, με την εισαγωγή του νέου ΚΙΝΔ (Ν. 5020/2023).  Ακόμη, εκτεταμένη αναφορά γίνεται στην πρόσφατη αναμόρφωση του Ευρωπαϊκού πλαισίου για την υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης εξ αυτοκινητικών ατυχημάτων, με έμφαση στις περιπτώσεις αφερεγγυότητας ασφαλιστικών επιχειρήσεων του εν λόγω κλάδου ασφάλισης, με τη θέσπιση της Οδηγίας (ΕΕ) 2021/2118.
Κατά τα λοιπά, γίνεται μνεία περαιτέρω νομοθετημάτων που αφορούν, άμεσα ή έμμεσα, στο Ασφαλιστικό Δίκαιο, όπως  ο Ν. 4680/2020 για τους παρόχους επαγγελματικών συντάξεων, η νέα ειδική διάταξη του άρθρου 2α Ν. 2251/1994 για την αναπροσαρμογή των ασφαλίστρων κλπ. Ακόμη, εξετάζονται σύγχρονα ζητήματα, όπως η ασφάλιση κυβερνοκινδύνων, η ασφάλιση κινδύνων από φυσικές καταστροφές και από την κλιματική αλλαγή,  τα cat bonds,  η επίδραση της πανδημίας του Covid-19 και της κλιματικής αλλαγής  στην ασφαλιστική σχέση και ιδίως στην παροχή ασφαλιστικής κάλυψης της διακοπής λειτουργίας επιχείρησης.
Το σύγγραμμα συμπληρώνεται με την Πράξη για την Τεχνητή Νοημοσύνη (ΑΙ act), η οποία αποτελεί  το πρώτο ολοκληρωμένο νομοθετικό κείμενο στον κόσμο για την ΑΙ, καθώς και την υπεύθυνη χρήση της στην ασφαλιστική αγορά.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ 3ης ΕΚΔΟΣΗΣ VII

ΠΡΟΛΟΓΟΣ 2ης ΕΚΔΟΣΗΣ IX

ΠΡΟΛΟΓΟΣ 1ης ΕΚΔΟΣΗΣ XI

ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ

α. Ελληνικές XXIX

β. Ξενόγλωσσες XXX

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

ΓΕΝΙΚΟ ΜΕΡΟΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

I. Έννοια και περιεχόμενο του Ασφαλιστικού Δικαίου 3

ΙΙ. Ιστορία της ασφάλισης 4

ΙΙI. Βασικές Έννοιες του Ασφαλιστικού Δικαίου 10

1. Ασφάλιση 10

2. Ασφαλιστικός Κίνδυνος 10

2.1. Έννοια 10

2.2. Μορφές κινδύνου κατά τον ν. 4364/2016 11

2.3. Η κοινωνία κινδύνου 13

2.3.1. Αλληλασφαλιστικοί συνεταιρισμοί 14

2.3.2. Η εξαιρούμενη λόγω μεγέθους ασφαλιστική επιχείρηση 15

2.4. Η ομοιότητα κινδύνων 16

3. Αξίωση για ασφαλιστική κάλυψη 17

4. Αντασφάλιση 17

4.1. Νομική Φύση 17

4.2. Λήψη άδειας 19

5. Συνασφάλιση 19

ΙV. Διακρίσεις της Ασφάλισης 19

1. Ιδιωτική και Κοινωνική Ασφάλιση 19

1.1. Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης (Τ.Ε.Α.) 20

1.2. Ιδρύματα Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών (Ι.Ε.Σ.Π.) 21

1.3. Η αναμόρφωση της επαγγελματικής ασφάλισης με τον ν. 5078/2023 21

1.3.1. Γενικά χαρακτηριστικά της πρωτοβουλίας 21

1.3.2. Στόχοι των νέων ρυθμίσεων 22

2. Διάκριση με βάση το είδος του ασφαλισμένου κινδύνου 22

3. Διάκριση με βάση τη μορφή της ασφαλιστικής κάλυψης 23

4. Διάκριση με βάση τον λειτουργικό σκοπό της ασφάλισης 24

5. Διάκριση με βάση την ελευθερία σύναψης της ασφάλισης 24

6. Διάκριση με βάση τον αριθμό των δημιουργημένων ασφαλιστικών σχέσεων 25

V. Πηγές Ιδιωτικού Ασφαλιστικού Δικαίου 25

1. Ιδιωτική Ασφάλιση 25

2. Συμπληρωματικώς εφαρμοστέες διατάξεις στην ασφαλιστική σύμβαση 28

3. Νομοθεσία περί ασφαλιστικών επιχειρήσεων 28

4. Ασφαλιστικοί Διαμεσολαβητές 29

5. Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο της ιδιωτικής ασφάλισης 30

5.1. Ο Κανονισμός 593/2008 («Ρώμη Ι») 30

5.2. Ζητήματα εφαρμοστέου δικαίου κατά τον Κανονισμό 864/2007 («Ρώμη ΙΙ»)
στο πεδίο της αστικής ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα 33

5.3. Ασφαλιστικές συμβάσεις και διεθνής δικαιοδοσία 35

6. Εθνικό Δικονομικό Δίκαιο 36

7. Ενωσιακό Δίκαιο Ασφαλίσεων 38

7.1. Οδηγίες πρώτης γενιάς 38

7.2 . Οδηγίες δεύτερης γενιάς 39

7.3. Οδηγίες τρίτης γενιάς 40

7.4. Ειδικά Οδηγίες σχετικά με την υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης
εξ αυτοκινητικών ατυχημάτων 40

7.5. Λοιπές Οδηγίες 42

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ

Ι. Έννοια 43

ΙΙ. Νομική Φύση 44

III. Εμπορικός χαρακτήρας της ασφαλιστικής σύμβασης 46

IV. Συμβαλλόμενα Μέρη 47

1. Ασφαλιστής 47

1.1. Βοηθητικά πρόσωπα ασφαλιστή 48

1.1.1. Γενικά για τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές 48

1.1.2. Το προϊσχύσαν νομοθετικό πλαίσιο 49

1.1.3. Το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο 50

1.1.3.1. Πεδίο εφαρμογής 51

1.1.3.2. Ασφαλιστικός διαμεσολαβητής δευτερεύουσας δραστηριότητας 53

1.1.3.3. Ειδικό Μητρώο του άρθρου 19 ν. 4583/2018 54

1.1.3.4. Δικαιολογητικά εγγραφής στο μητρώο του άρθρου 19 ν. 4583/2018 55

1.1.3.5. Υποχρεώσεις εσωτερικής οργάνωσης 56

1.1.3.6.Υποχρεώσεις δεοντολογικής λειτουργίας 58

1.1.3.7. Επαγγελματική εκπαίδευση ασφαλιστικών διαμεσολαβητών 59

1.1.4. Κατηγορίες ασφαλιστικών διαμεσολαβητών 62

1.1.4.1. Ασφαλιστικός πράκτορας 63

1.1.4.2. Συντοντιστής ασφαλιστικών πρακτόρων 67

1.1.4.3. Μεσίτης ασφαλίσεων 68

1.1.5. Ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές που ασκούν τη διαμεσολάβηση
ως δευτερεύουσα δραστηριότητα (άρθρα 4 παρ. 7 και 5 παρ. 6 ν. 4583/2018) 70

1.1.6. Βοηθητικά πρόσωπα του ασφαλιστή που δεν φέρουν την ιδιότητα
του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή 71

1.1.6.1.Υπάλληλος ασφαλιστικής επιχείρησης 71

1.1.6.2. Πραγματογνώμονες 72

1.1.7. Bankassurance 72

2. Λήπτης της ασφάλισης 73

3. Δικαιούχος του ασφαλίσματος 73

4. Ασφαλισμένος 73

V. Η διενέργεια της ασφαλιστικής επιχείρησης 74

1. Εισαγωγικές Παρατηρήσεις 74

2. Έννοια της ασφαλιστικής επιχείρησης 74

3. Χορήγηση άδειας και ανάκλησή της 75

3.1. Εισαγωγικές Παρατηρήσεις 75

3.2. Προϋποθέσεις για τη χορήγηση της άδειας 76

3.3. Ανάκληση της άδειας και συνέπειες 78

3.3.1. Δυνητική ανάκληση 78

3.3.2. Υποχρεωτική ανάκληση 79

3.3.3. Η ανακλητική απόφαση και οι συνέπειές της - Η κατ’ εξαίρεση ”διάσωση’’
της επιχείρησης ως νομικού προσώπου 79

4. Εποπτεία στις Ασφαλιστικές Επιχειρήσεις 80

4.1. Εισαγωγικά 80

4.2. Σκοπός και Γενικές Αρχές Εποπτείας 81

4.2.1. Σκοπός 81

4.2.2. Εφαρμοστέες Αρχές 82

4.3. Το περιεχόμενο της εποπτείας 83

4.3.1. Επί ημεδαπής ασφαλιστικής επιχείρησης 83

4.3.2. Επί αλλοδαπής ασφαλιστικής επιχείρησης 84

4.4. Τρόπος διενέργειας της εποπτείας 85

4.4.1. Γενικές εποπτικές εξουσίες 85

4.4.2. Επιμέρους εξουσίες 86

4.5. Πληροφόρηση για εποπτικούς σκοπούς και διαφάνεια λειτουργίας
των εποπτευομένων 87

4.5.1. Το περιεχόμενο της υποχρέωσης 87

4.5.2. Περιορισμοί της υποχρέωσης παροχής πληροφοριών για την άσκηση
εποπτείας και την εποπτική αξιολόγηση 88

4.5.3. Περιορισμοί της υποχρέωσης παροχής πληροφοριών για συγκεκριμένο
περιουσιακό στοιχείο 89

4.6. Δημόσια πληροφόρηση 90

4.6.1. Έκθεση σχετικά με τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση:
Περιεχόμενα 90

4.6.2. Πληροφορίες προς την Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων
και Επαγγελματικών Συντάξεων 91

4.6.3. Έκθεση σχετικά με τη φερεγγυότητα και τη χρηματοοικονομική κατάσταση:
Εφαρμοστέες αρχές 93

4.6.4. Επικαιροποιήσεις και εκούσια παροχή πρόσθετων πληροφοριών 93

4.6.5. Πολιτική και έγκριση 94

4.7. Περιορισμοί στο εποπτικό έργο της ΤτΕ 94

4.8. Μεταβίβαση Χαρτοφυλακίου 95

5. Εταιρική Διακυβέρνηση 97

5.1. Προϋποθέσεις διακυβέρνησης – Ευθύνη διοικητικού συμβουλίου 97

5.2. Σύστημα διακυβέρνησης 97

5.3. Διαχείριση κινδύνων 100

5.4. Ίδια αξιολόγηση κινδύνου και φερεγγυότητας 102

5.5. Σύστημα Εσωτερικού Ελέγχου 102

5.6. Αναλογιστική λειτουργία 103

5.7. Εξωτερική ανάθεση (Εξωπορισμός) 104

6. Κανόνες για την αποτίμηση των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού 104

6.1. Εισαγωγικές Παρατηρήσεις 104

6.2. Υπολογισμός των τεχνικών προβλέψεων 105

6.3. Ασφαλιστική τοποθέτηση 108

7. Εξυγίανση ασφαλιστικών επιχειρήσεων 108

7.1. Η μη εφαρμογή των Κανονισμών 1215/2012 και 1346/2000
στην εξυγίανση των ασφαλιστικών επιχειρήσεων 109

7.2. Το εσωτερικό δίκαιο της εξυγίανσης των ασφαλιστικών επιχειρήσεων 109

7.2.1. Το εφαρμοστέο ουσιαστικό και δικονομικό δίκαιο για τη λήψη
των μέτρων εξυγίανσης 109

7.2.2. Το εφαρμοστέο δίκαιο ως προς τα αποτελέσματα των μέτρων εξυγίανσης 110

7.2.3. Προϋποθέσεις ενεργοποίησης των μέτρων εξυγίανσης 111

7.3. Ασφαλιστικός Διαχειριστής 112

7.3.1. Έννοια και απόφαση περί διορισμού του Ασφαλιστικού Διαχειριστή 112

7.3.2. Καθήκοντα και υποχρεώσεις του ασφαλιστικού διαχειριστή 115

7.3.3. Δικαιώματα 116

7.3.4. Ευθύνη 117

7.3.5. Άσκηση αρμοδιοτήτων εντός άλλων κρατών-μελών 117

7.3.6. Λήξη της θητείας ή παύση του ασφαλιστικού διαχειριστή 117

8. Εκκαθάριση ασφαλιστικών επιχειρήσεων 118

8.1. Εφαρμοστέες διατάξεις 118

8.2. Η απόφαση για τη θέση σε ασφαλιστική εκκαθάριση 119

8.3. Η διαδικασία της ασφαλιστικής εκκαθάρισης 120

8.4. Περάτωση και λήξη της ασφαλιστικής εκκαθάρισης 126

8.5. Ασφαλιστικός εκκαθαριστής 128

8.5.1. Έννοια 128

8.5.2. Διαδικασία διορισμού ασφαλιστικού εκκαθαριστή 128

8.5.3. Καθήκοντα 129

8.5.4. Ευθύνη 129

VΙ. Κατάρτιση ασφαλιστικής σύμβασης 129

1. Εισαγωγή 129

2. Πρόταση του λήπτη της ασφάλισης 130

3. Αποδοχή της πρότασης 132

4. Συμφωνία συμβαλλομένων μερών 132

5. Το Ασφαλιστήριο 132

5.1. Εισαγωγικά 132

5.2. Υποχρέωση παράδοσης του ασφαλιστηρίου 133

5.3. Απαραίτητο περιεχόμενο του ασφαλιστηρίου 133

5.4. Το δικαίωμα εναντίωσης του λήπτη της ασφάλισης λόγω παρεκκλίσεων 134

5.5. Το δικαίωμα εναντίωσης του λήπτη λόγω μη παράδοσης πληροφοριών
και ασφαλιστικών όρων 136

5.5.1. Γενικά 136

5.5.2. Περιεχόμενο της πληροφόρησης 136

5.5.3.Προθεσμία εναντίωσης 138

5.5.4. Αποτελέσματα εναντίωσης 138

5.6. Νομική φύση του δικαιώματος εναντίωσης 138

6. Ασφαλιστικοί όροι 139

6.1. Γενικοί και ειδικοί όροι της ασφαλιστικής σύμβασης 139

6.2. Η ειδική ρύθμιση του άρθρου 2 ΑσφΝ 139

6.3. Η νομική αντιμετώπιση των ΓΟΣ κατά τη γενική διάταξη
του άρθρου 2 ν. 2251/1994 141

6.3.1. Διεύρυνση της έννοιας του καταναλωτή 141

6.3.2. Το στάδιο της ένταξης των ΓΟΣ στη σύμβαση 142

6.3.3. Το στάδιο της ερμηνείας 142

6.3.4. Το στάδιο ελέγχου του περιεχομένου 143

6.4. Η αναπροσαρμογή ασφαλίστρων κατά την ειδική διάταξη
του άρθρου 2α ν. 2251/1994 144

6.4.1. Γενικά 144

6.4.2. Παράγοντες και δείκτες αναπροσαρμογής των ασφαλίστρων
σε μακροχρόνιες συμβάσεις ασφάλισης υγείας (π.δ. 13/2022) 144

6.4.3. Δικαιώματα λήπτη της ασφάλισης σε περίπτωση υπέρβασης
των προβλεπόμενων παραγόντων και δεικτών 145

7. Προστασία προσωπικών δεδομένων 146

7.1. Γενικά 146

7.2. Ο ν. 2472/1997 146

7.3. Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων Προσωπικού
Χαρακτήρα 2016/679 147

7.4. Η νέα εθνική ρύθμιση για τα προσωπικά δεδομένα - ν. 4624/2019 149

8. Αρχή της Διαφάνειας 150

9. Ο χαρακτήρας των διατάξεων του ΑσφΝ 151

9.1. Κανόνες αναγκαστικού δικαίου υπέρ του αντισυμβαλλομένου του ασφαλιστή 151

9.2. Η νομική φύση των διατάξεων του ΑσφΝ και οι ρήτρες claims made policy 153

10. Εξαιρέσεις από την ασφαλιστική κάλυψη 157

11. Κατάρτιση ασφαλιστικής σύμβασης από απόσταση 159

12. Έναρξη της ασφαλιστικής σύμβασης 166

13. Διάρκεια της ασφαλιστικής σύμβασης 168

14. Λύση της ασφαλιστικής σύμβασης 168

14.1. Καταγγελία της ασφαλιστικής σύμβασης 168

14.1.1. Γενικές Εισαγωγικές Παρατηρήσεις 168

14.1.2. Ειδικοί νόμιμοι λόγοι καταγγελίας 169

14.1.3. Επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας 171

14.2. Δικαίωμα υπαναχώρησης από την ασφαλιστική σύμβαση 173

14.3. Άλλοι λόγοι λύσης 174

VII. Υποχρεώσεις των συμβαλλόμενων μερών στην ασφαλιστική σύμβαση 175

1. Υποχρεώσεις του λήπτη της ασφάλισης 175

1.1. Καταβολή του ασφαλίστρου 175

1.2. Ασφαλιστικά βάρη 179

1.2.1. Η έννοια του ασφαλιστικού βάρους 179

1.2.2. Η προσυμβατική δήλωση του κινδύνου ως ασφαλιστικό βάρος 180

1.2.2.1. Γενικά 180

1.2.2.2. Παράβαση της υποχρέωσης - Δικαιώματα του ασφαλιστή 181

1.2.2.3. Ουσιώδης επιρροή στην εκτίμηση του κινδύνου 184

1.2.3. Η επίταση του κινδύνου 185

1.2.4. Η μείωση του κινδύνου 187

1.2.5. Η έλλειψη κινδύνου 189

1.2.6. Αποφυγή ή μείωση ζημίας 189

1.2.7. Ειδοποίηση του ασφαλιστή για επέλευση ασφαλιστικής περίπτωσης 192

2. Υποχρεώσεις του ασφαλιστή 194

2.1. Υποχρεώσεις κατά το προσυμβατικό στάδιο 194

2.2. Έκδοση και παράδοση του ασφαλιστηρίου 196

2.3. Καταβολή του ασφαλίσματος 197

VIII. Εκχώρηση της ασφαλιστικής αξίωσης 197

1. Εκχώρηση του ασφαλίσματος 197

2. Διαδοχή στην ασφαλιστική σχέση 200

IX. Παραγραφή 200

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ

ΠΡΟΣ ΕΝΑ ΝΕΟ ΔΙΚΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ

I. Ενωσιακές Πρωτοβουλίες 203

1. Η Οδηγία 2009/138/ΕΚ και η Ελληνική Πράξη Προσαρμογής (ν. 4364/2016) 203

2. Η Οδηγία 2016/97/ΕΕ σχετικά με τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων 204

3. Κανονισμός (ΕΕ) 2016/2340 (PRIIPs) 207

4. Οδηγία (ΕΕ) 2016/2341 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου
(IORPs II) 208

5. Κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμός 2017/2359
της Επιτροπής (IBIPs) 209

6. Κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμός 2017/2358 της Επιτροπής (POG) 211

7. Εκτελεστικός Κανονισμός 2017/1469 της Επιτροπής (IPID) 213

8. Οδηγία 2023/2673 για τις διαδικτυακές ασφαλίσεις χρηματοοικονομικών
υπηρεσιών 213

9. Πρόταση Οδηγίας COM (2021) 582 για τη θέσπιση πλαισίου ανάκαμψης
και εξυγίανσης ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και
την τροποποίηση των Οδηγιών 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2009/138/ΕΚ,
(ΕΕ) 2017/1132 και των Κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και (ΕΕ)
αριθ. 648/2012 [Insurance Recovery and Resolution Directive (I.R.R.D)] 214

9.1. Διαβουλεύσεις με τους αρμόδιους φορείς 214

9.2. Στόχος της Πρότασης Οδηγίας 215

9.3. Προληπτικός σχεδιασμός ανάκαμψης 215

9.4. Σχεδιασμός και σχέδια εξυγίανσης 216

9.5. Δυνατότητα εξυγίανσης 217

9.5.1. Εκτίμηση της δυνατότητας εξυγίανσης 217

9.5.2. Εκτίμηση της δυνατότητας εξυγίανσης ομίλων 218

ΙΙ. Κώδικες Δεοντολογίας στην Ιδιωτική Ασφάλιση 218

1. Ο δικαιολογητικός λόγος ύπαρξης των Κωδίκων Δεοντολογίας 218

2. Οι Κώδικες Δεοντολογίας ως πεδίο ανάπτυξης του soft law 220

3. Νομική φύση 221

4. Ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές - Κανόνες επαγγελματικής δεοντολογίας
και απαιτήσεις παροχής πληροφοριών ν. 4583/2018 221

ΙII. Αρχές Ευρωπαϊκού Δικαίου της Ασφαλιστικής Σύμβασης
(Principles of European Insurance Contract Law, PEICL) 226

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΕΙΔΙΚΟ ΜΕΡΟΣ

Α. Ασφάλιση περιουσιακών κινδύνων

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΖΗΜΙΩΝ

I. Έννοια της ασφάλισης ζημιών 231

II. Ουσιώδη στοιχεία της ασφάλισης ζημιών 232

III. Διακρίσεις ασφάλισης ζημιών 233

ΙV. Ασφαλιστικό ποσό 234

1. Έννοια 234

2. Ασφαλιστικό ποσό και έκταση ευθύνης του ασφαλιστή 235

2.1. Πλήρης ασφάλιση 235

2.2. Υπασφάλιση 235

2.3. Υπερασφάλιση 236

2.4. Συνασφάλιση 237

2.5. Πολλαπλή ή διπλή ασφάλιση 238

2.6. Ανοικτή ή τρέχουσα ασφάλιση 240

2.7. Ομαδική Ασφάλιση 241

V. Ασφαλιστικό συμφέρον 242

1. Γενικά 242

2. Προϋποθέσεις του ασφαλιστικού συμφέροντος 244

2.1. Οικονομική αξία ή σε κάθε περίπτωση χρηματική αποτίμηση 244

2.2. Νομιμότητα 245

3. Διακρίσεις του ασφαλιστικού συμφέροντος 245

3.1. Ασφάλιση ιδίου και ξένου συμφέροντος 245

3.2. Συμφέρον ουσίας, συμφέρον ευθύνης, συμφέρον καρπώσεως
και συμφέρον χρήσεως 247

3.3. Συμφέρον παρελθόν, παρόν και μέλλον 247

3.4. Πολλαπλά συμφέροντα 248

VΙ. Διαδοχή στην ασφαλιστική σχέση 248

VΙI. Εξαιρέσεις της κάλυψης 249

VIII. Αρχή απαγόρευσης πλουτισμού 250

ΙΧ. Υποκατάσταση ασφαλιστή 251

1. Έννοια 251

2. Βασικά χαρακτηριστικά της υποκατάστασης ασφαλιστή 252

X. Υπολογισμός του ασφαλίσματος 255

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΕΙΔΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΖΗΜΙΩΝ

Ι. Χερσαία ασφάλιση ζημιών 257

1. Ασφάλιση πυρκαγιάς 257

2. Ασφάλιση μεταφοράς πραγμάτων 263

2.1. Η sedes materiae του άρθρου 20 AσφΝ 263

2.2. Αρχή της καθολικότητας των ασφαλιζόμενων κινδύνων 264

2.3. Χρονική ισχύς της ασφαλιστικής κάλυψης 265

2.4. Επέκταση ισχύος της ασφαλιστικής κάλυψης όταν ο κίνδυνος
επήλθε από πταίσμα του μεταφορέα ή των προστηθέντων του 266

2.5. Διατήρηση της ασφαλιστικής κάλυψης και επί παρεκκλίσεων,
διακοπών και αλλαγών στη διαδρομή ή στο μεταφορικό μέσο 266

2.6. Φορέας της αξίωσης για το ασφάλισμα 267

2.7. Ο υπολογισμός του ασφαλίσματος στην ασφάλιση μεταφοράς 268

2.8. H ασφάλιση μεταφοράς πραγμάτων κατά τη CMR 268

3. Ασφάλιση εσοδείας 269

4. Ασφάλιση πιστώσεων και εγγυήσεων 270

5. Άλλες μορφές ζημιών 273

5.1. Ασφάλιση περιβαλλοντικών ζημιών 273

5.2. Ασφάλιση διακοπής λειτουργίας επιχείρησης 276

5.2.1 Η ρύθμιση του άρθρου 24 ΑσφΝ 276

5.2.2. Η επίδραση της πανδημίας του Covid 19 και της κλιματικής αλλαγής
στην παροχή της ασφαλιστικής κάλυψης της διακοπής λειτουργίας επιχείρησης 277

5.3. Αντασφάλιση 278

5.4. Ασφάλιση βοήθειας 279

5.5. Ασφάλιση νομικής προστασίας 280

6. Ασφάλιση Κυβερνοκινδύνων 281

7. Ασφάλιση κινδύνων από τις φυσικές καταστροφές και την κλιματική αλλαγή
(ν. 4797/2021) - Κριτήρια Βιωσιμότητας (E.S.G.) 282

7.1. Γενικά 282

7.2. Ειδικά ο ν. 4797/2021 283

7.3. Η Ενωσιακή πολιτική για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής 283

7.4. Εναλλακτικοί τρόποι μεταφοράς κινδύνου (Alternative Risk Transfer,’’ART’’) 284

7.4.1. Γενικά 284

7.4.2. Cat Bonds (Ομόλογα Καταστροφών) 284

7.4.3. Επέκταση υποχρεωτικής ασφάλισης σε φυσικές καταστροφές 285

8. Ασφάλιση συστημάτων μη επανδρωμένων αεροσκαφών (ΣμηΕΑ)
και τηλεκατευθυνόμενων αερομοντέλων (drones) 286

ΙΙ. Θαλάσσια ασφάλιση ζημιών 286

1. Η ριζική αναμόρφωση του ΚΙΝΔ με τη θέσπιση του ν. 5020/2023 286

2. Εισαγωγή 288

3. Τα ασφαλιστήρια συμβόλαια στη θαλάσσια ασφάλιση 289

4. Οι καλυπτόμενοι κίνδυνοι στη θαλάσσια ασφάλιση 290

4.1. Η αρχή της καθολικότητας στη θαλάσσια ασφάλιση 290

4.2. Είδη θαλάσσιων κινδύνων 291

4.3. Μη καλυπτόμενοι θαλάσσιοι κίνδυνοι 291

5. Το ασφαλιστικό συμφέρον στη θαλάσσια ασφάλιση 292

6. Ασφάλιση πλοίου 293

7. Ασφάλιση φορτίου 295

7.1. Έννοια 295

7.2. Μορφές 296

8. Ασφάλιση ναύλου και ελπιζόμενου κέρδους 296

9. Υποχρεωτικές θαλάσσιες ασφαλίσεις 297

10. Υπαγωγή της θαλάσσιας ασφάλισης στο αγγλικό δίκαιο 299

10.1. Marine Insurance Act (MIA του 1906) 299

10.2. Insurance Act του 2015 303

10.3. Φορείς θαλάσσιας ασφάλισης στη Μ. Βρετανία 311

10.4. Η δημιουργία του Ινστιτούτου Ασφαλιστών του Λονδίνου (I.U.A.) 312

10.5. Οι αλληλασφαλιστικοί συνεταιρισμοί 313

III. Αεροπορική ασφάλιση ζημιών 314

Β. Ασφάλιση προσωπικών κινδύνων

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΠΡΟΣΩΠΩΝ 317

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΕΙΔΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΠΡΟΣΩΠΩΝ

Ι. Ασφάλιση ζωής 323

ΙΙ. Ασφάλιση ατυχήματος 330

ΙΙΙ. Ασφάλιση ασθενείας 332

1. Γενικά 332

2. Η νόσος Covid 19 και η υπαγωγή της στην έννοια της ασθένειας 334

2.1. Συνιστά η πανδημία Covid 19 ασφαλιστικό κίνδυνο; 334

2.2. Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Μεγάλης Βρετανίας της 15.01.2021 336

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ

ΕΓΓΥΗΤΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΖΩΗΣ

I. Εισαγωγή 337

II. Συγκριτική Επισκόπηση των Εγγυητικών Κεφαλαίων
στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στις Ηνωμένες Πολιτείες 339

IΙI. Σκοπός 340

IV. Μέλη 340

V. Κάλυψη - Εξαιρέσεις 341

VI. Χρηματοδότηση 343

VII. Διοίκηση 344

VIII. Λύση 345

Γ. Ασφάλιση αστικής ευθύνης -
Ασφάλιση αστικής ευθύνης από ατυχήματα

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΑΣΤΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ

Ι. Έννοια ασφάλισης αστικής ευθύνης 347

1. Η ασφάλιση της γενικής αστικής ευθύνης 347

1.1. Γενικά 347

1.2. Η διάρκεια της ασφαλιστικής κάλυψης 349

ΙΙ. Ειδικές Περιπτώσεις Ασφάλισης Αστικής Ευθύνης 350

1. Ασφάλιση ευθύνης διοικητών και διευθυντικών στελεχών επιχειρήσεων
(Directors & Officers) 351

2. Ασφάλιση ιατρικής ευθύνης 352

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡO

ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΑΣΤΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ

Ι. Γενικά 357

ΙΙ. Κατ’ ιδίαν περιπτώσεις υποχρεωτικής ασφάλισης από αστική ευθύνη 358

1. Οδικός, σιδηροδρομικός και αεροπορικός μεταφορέας 358

2. Διοργανωτές ταξιδίων 360

3. Εταιρίες επενδυτικών υπηρεσιών 360

4. Ερευνητές φαρμακευτικών προϊόντων 360

ΙΙΙ. Ασφάλιση αστικής ευθύνης από τροχαία ατυχήματα 361

1. Εισαγωγή - Πρόσφατες νομοθετικές εξελίξεις - Η νέα Οδηγία (ΕΕ) 2021/2118 361

2. Ελληνική Νομοθετική ρύθμιση 362

2.1. Η έννοια του ασφαλισμένου, του ασφαλιστή και του ζημιωθέντος τρίτου 362

2.1.1. Ασφαλισμένος 362

2.1.2. Ασφαλιστής 364

2.1.3. Ζημιωθείς τρίτος 364

2.2. Η έννοια του αυτοκινήτου 366

2.3. Τα όρια της ευθύνης του ασφαλιστή 369

2.4. Οι εξαιρέσεις από την υποχρεωτικά καλυπτόμενη αστική ευθύνη 370

2.5. Σχέσεις ασφαλιστή και ασφαλισμένου 373

2.5.1. Το ασφαλιστήριο συμβόλαιο 373

2.5.2. Η ευθύνη του ασφαλιστή 375

2.5.2.1. Η Εγγυητική ευθύνη 376

2.5.2.2. Η Συμβατική ευθύνη 377

2.6. Επικουρικό Κεφάλαιο ευθύνης από τροχαία ατυχήματα 378

2.6.1. Γενικά 378

2.6.2. Ευθύνη του Επικουρικού Κεφαλαίου 379

2.6.3. Οι Αποφάσεις Αρείου Πάγου υπ’ αριθ. 3, 4 και 5 του 2017
σχετικά με το Επικουρικό Κεφάλαιο 380

2.7. Η υποχρέωση θέσπισης νέου εγγυητικής φύσεως αποζημιωτικού
οργανισμού-φορέα 382

2.8. Διακρατική κυκλοφορία αυτοκινήτων - Το Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης 384

Δ. Ζητήματα ποινικού δικαίου - απάτη σχετικά με τις ασφάλειες

Ι. Το προϊσχύσαν άρθρο 388 ΠΚ 387

1. Γενικά 387

2. Αντικειμενική υπόσταση 387

3. Υποκειμενική Υπόσταση 388

4. Τετελεσμένο έγκλημα - Απόπειρα 388

5. Συμμετοχή 388

6. Συρροές 389

7. Ποινική Κύρωση - Έμπρακτη Μετάνοια 389

II. Η απλουστευμένη ρύθμιση σύμφωνα με τον νέο Ποινικό Κώδικα 389

Ε. Τεχνητή νοημοσύνη και ασφαλιστικό δίκαιο

Ι. Γενικά 391

ΙΙ. Ζητήματα ευθύνης από προϊόντα και υπηρεσίες ΤΝ 393

ΙΙΙ. Ο Κανονισμός για την Τεχνητή Νοημοσύνη 395

IV. Εθνικό Νομικό Πλαίσιο 399

V. Η υπεύθυνη χρήση της ΤΝ στην ασφάλιση 400

ΣΤ. Ασφαλιστικό Δίκαιο και Δίκαιο Ανταγωνισμού 403


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

α. Ελληνική 405

β. Αλλοδαπή 414

γ. Ηλεκτρονική 416

ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΟ ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ

α. Ελληνικό 417

β. Ξενόγλωσσο 422

Σελ. 1

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

ΓΕΝΙΚΟ ΜΕΡΟΣ

Σελ. 3

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

I. Έννοια και περιεχόμενο του Ασφαλιστικού Δικαίου

Στην κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα η ασφάλιση διαδραματίζει κορυφαίο ρόλο, διότι αποσκοπεί στον καταμερισμό μεταξύ περισσοτέρων προσώπων των αναγκών, που ανακύπτουν από την επέλευση των επαπειλούντων πρόσωπα ή πράγματα κινδύνων.

Στη νομική επιστήμη το Ασφαλιστικό Δίκαιο κατατάσσεται μεταξύ των κλάδων του γνωστικού αντικειμένου του Εμπορικού Δικαίου. Αυτό οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι για τον ασφαλιστή η σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης συνιστά πάντοτε εμπορική πράξη (άρθρο 3 β.δ. 2/14.5.1835 «περί της αρμοδιότητος των εμποροδικείων», όσον αφορά στη θαλάσσια ασφάλιση, το δίκαιο της οποίας αναμορφώθηκε προσφάτως με τη θέσπιση του ν. 5020/2023, που αποτελεί τον μετά από 65 έτη εκσυγχρονισμένο ΚΙΝΔ). Στα ανακύπτοντα παρά ταύτα ζητήματα του Ασφαλιστικού Δικαίου, όπως θα καταδειχθεί σε επόμενα κεφάλαια, βρίσκουν εφαρμογή και διατάξεις άλλων κλάδων του Δικαίου, ιδιαίτερα του Ιδιωτικού Δικαίου της σύναψης των συμβάσεων, καθώς και του Ποινικού και του εν γένει Δημοσίου Δικαίου. Σημαντική συμβολή στον σχεδιασμό των ασφαλιστικών υπηρεσιών εισφέρουν επίσης η στατιστική, η ιατρική, η οικονομική επιστήμη, η φυσική και η επιστήμη των ηλεκτρονικών υπολογιστών.

Το Ασφαλιστικό Δίκαιο συγκροτούν οι κανόνες δικαίου που διέπουν την ασφαλιστική σχέση των φορέων κοινωνικής ή ιδιωτικής ασφάλισης με τους ασφαλισμένους καθώς και τη λειτουργία των ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Συστηματικά στη θεωρία, ανάλογα με τη ρυθμιζόμενη σχέση, το Ασφαλιστικό Δίκαιο διακρίνεται στο Ιδιωτικό Ασφαλιστικό Δίκαιο, που περιλαμβάνει τους κανόνες που διέπουν την ασφαλιστική σχέση ιδιωτικής ασφάλισης και στο Δίκαιο της Κοινωνικής Ασφάλισης, που περιλαμβάνει τους κανόνες της ασφαλιστικής σχέσης κοινωνικής ασφάλισης.

Τα όρια ανάμεσα στην κοινωνική και στην ιδιωτική ασφάλιση είναι πολλές φορές ρευστά και αυτό καθιστά δυσχερή τη διάκριση των δύο δικαιϊκών κλάδων. Το κριτήριο του ποιος ασκεί την ασφάλιση, με την έννοια ότι, όταν η ασφάλιση ασκείται από κρατικούς φορείς πρόκειται για κοινωνική ασφάλιση, ενώ όταν εκείνη ασκείται από ιδιωτικούς φορείς πρόκειται για ιδιωτική ασφάλιση, δεν είναι επαρκές, καθώς τίποτα δεν εμποδίζει, θε-

Σελ. 4

ωρητικά τουλάχιστον, κρατικούς φορείς να ασκήσουν ιδιωτική ασφάλιση και το αντίστροφο, δηλαδή ιδιωτικούς φορείς να ασκήσουν κοινωνική ασφάλιση.

Ορθότερο φαίνεται στη θεωρία το κριτήριο του πού βασίζεται η ασφαλιστική σχέση. Έτσι, αν η ασφαλιστική σχέση πηγάζει από σύμβαση, διαμορφωμένη κατά την ιδιωτική βούληση των μερών, πρόκειται για ιδιωτική ασφάλιση, ακόμη και αν η σύναψή της είναι υποχρεωτική, π.χ. ασφαλιστική σύμβαση αστικής ευθύνης, ενώ αν η ασφαλιστική σχέση δημιουργείται απευθείας από τον νόμο πρόκειται για κοινωνική ασφάλιση. Το παρόν σύγγραμμα πραγματεύεται το Ιδιωτικό Ασφαλιστικό Δίκαιο.

ΙΙ. Ιστορία της ασφάλισης

Ο θεσμός της ασφάλισης απαντάται τη 2η π.Χ. χιλιετία. Εμφανίστηκε με τη μορφή «αλληλοβοήθειας» μεταξύ ατόμων που εκτελούσαν ένα παρεμφερές είδος εργασίας. Στην αρχαία Αίγυπτο πολλά «εργατικά» ατυχήματα και πολλές ασθένειες μάστιζαν τους εργαζόμενους στις πυραμίδες. Έτσι, δημιουργήθηκε το πρώτο γνωστό «ταμείο αλληλοβοήθειας», όπως προκύπτει από πάπυρο που βρίσκεται στο μουσείο του Καΐρου.

Στην αρχαία Βαβυλωνία, το 1750 π.Χ. ο κώδικας του Χαμουραμπί αναφέρεται σε ταμείο αλληλοβοήθειας των εμπόρων-μεταφορέων. Διατάξεις προέβλεπαν ότι τα μέλη των καραβανιών όφειλαν να χρεωθούν από κοινού για τυχόν κλοπή, καταστροφή, απώλεια καμήλας, ή οποιαδήποτε άλλη ζημιά συνέβαινε στα καραβάνια, ακόμη και σε περιπτώσεις φυσικών καταστροφών. Στον ίδιο κώδικα, συναντώνται και διατάξεις για τη θαλάσσια ασφάλιση.

Στην αρχαία Ελλάδα, με νόμο του Σόλωνα τον 6ο π.Χ. αιώνα, θεσπίστηκε ο όρος των «ομοτάφων», ο πρώτος ασφαλιστικός νόμος που καθόριζε τη λειτουργία εταιριών που είχαν ως αντικείμενο την κάλυψη των εξόδων κηδείας. Τα διάφορα σωματεία και ενώσεις της εποχής διεύρυναν την έννοια της ασφάλισης, δημιουργώντας εταιρίες που είχαν ως αντικείμενο την αλληλοβοήθεια, την αμοιβαιότητα και τον καταμερισμό των κινδύνων και είχαν πλέον κερδοσκοπικό χαρακτήρα.

Στην Κύπρο τον 5ο π.Χ. αιώνα εμφανίστηκε το πρώτο νοσοκομειακό πρόγραμμα της ιστορίας, η σύμβαση μεταξύ του βασιλιά Ιδαλίου αφενός και του γιατρού Ονάσιλλου και των αδελφών του αφετέρου. Η συμφωνία αυτή όριζε ότι ο Ονάσιλλος και οι αδελφοί του θα αναλάμβαναν την περίθαλψη των στρατιωτών που θα τραυματίζονταν σε επερχόμενη μάχη. Ως αντιπαροχή, ο βασιλιάς Ιδάλιος πρόσφερε χρήματα και γη.

Τον 4ο π.Χ. αιώνα σε λόγους του Δημοσθένη, «Περί θαλασσίων πιστώσεων» περιγράφονται τα «θαλασσοδάνεια». Το εμπόριο, από αρχαιοτάτων χρόνων, είχε μεγάλα περιθώρια κέρδους, αλλά και πολύ υψηλό ρίσκο. Η πειρατεία και τα ναυτικά ατυχήματα ήταν σύνηθες φαινόμενο. Έτσι, αντί κάποιος έμπορος ή επενδυτής να δανείσει τα χρήματά του σε ένα

Σελ. 5

πλοίο, με ορατό τον κίνδυνο της οικονομικής καταστροφής σε περίπτωση που το πλοίο δεν επέστρεφε, απευθυνόταν σε ναυτομεσιτικό γραφείο, μέσω του οποίου μπορούσε να δανείσει χρήματα σε διάφορα πλοία, διασπείροντας έτσι τον κίνδυνο. Από τα κέρδη των πλοίων που επέστρεφαν, μπορούσε να αποσβέσει τη ζημία των πλοίων που δεν επέστρεφαν.

Σε κείμενα συγγραφέων της κλασσικής περιόδου, αναφέρεται η ασφάλιση απόδρασης δούλου. Συνηθιζόταν να γίνεται συμφωνία, με βάση την οποία ο ιδιοκτήτης του δούλου πλήρωνε περιοδικές καταβολές, ώστε να εισπράξει αποζημίωση στην περίπτωση απόδρασής του.

Τον 4ο π.Χ. αιώνα στο αρχαίο δίκαιο της Ρόδου θεσπίστηκε η έννοια της αβαρίας. Σύμφωνα με τον όρο αυτό, κάθε ηθελημένη θυσία εμπορευμάτων που πραγματοποιείται χάριν του πλοίου και του υπολοίπου φορτίου, επιβαρύνει αναλογικά όλα τα διασωθέντα συμφέροντα. Ο όρος της κοινής αβαρίας, διατηρείται αυτούσιος μέχρι σήμερα στις περισσότερες έννομες τάξεις, όπως και στην ελληνική, προβλέπεται δε στα άρθρα 211 επ. του νέου Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου (εφεξής: ΚΙΝΔ, ν. 5020/2023).

Στην αρχαία Ρώμη καθιερώθηκε από τους λεγεωνάριους το πρώτο συνταξιοδοτικό σύστημα της ανθρωπότητας. Σύμφωνα με αυτό, όποιος λεγεωνάριος αποχωρούσε από την υπηρεσία έπαιρνε χρηματική αποζημίωση, ή αν σκοτωνόταν σε κάποια μάχη, η αποζημίωση καταβαλλόταν στην οικογένειά του. Με την ανάπτυξη των Τεχνών και των Επιστημών, οι Ρωμαίοι δημιούργησαν πίνακες που καθόριζαν τις παροχές και τις συντάξεις, ανάλογα με τις εισφορές των ενδιαφερομένων. Η φιλοσοφία αυτής της οργάνωσης, δεν διαφέρει από το πνεύμα των σημερινών τιμολογίων των ασφαλιστικών εταιριών.

Οι «Περί θαλασσίων πιστώσεων» νόμοι της ρωμαϊκής νομοθεσίας, είχαν ως βάση το δίκαιο των Ροδίων και τα θαλασσοδάνεια των Αθηναίων. Με την ανάπτυξη της νομικής επιστήμης απαντώνται για πρώτη φορά συμβάσεις περί θαλασσίων κινδύνων που αποτελούν τον πρόδρομο των σημερινών ασφαλιστηρίων συμβολαίων.

Στο Βυζάντιο υπάρχουν πολλά ιστορικά στοιχεία που υποδηλώνουν την έννοια της ασφάλισης κατά κύριο λόγο στους «Πανδέκτες» του Ιουστινιανού. Ο τελευταίος, θέλοντας να εκσυγχρονίσει το ρωμαϊκό δίκαιο και να καθορίσει τους κανόνες δικαίου που έπρεπε να εφαρμόζουν οι δικαστές, ανέθεσε σε επιτροπή νομικών να κωδικοποιήσει τη νομοθεσία. Το νομοθέτημα αυτό είναι το θεμέλιο στο οποίο στηρίχθηκε το δίκαιο των ευρωπαϊκών κρατών κατά τον Μεσαίωνα και τους νεότερους χρόνους. Τμήμα αυτού του νομοθετήματος είναι οι «Πανδέκτες» που ολοκληρώθηκαν το 553 μ.Χ., και αποτελούνται από πενήντα βιβλία. Τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της ασφάλισης αναφέρονται στο 14ο βιβλίο που αφορά στην κοινή αβαρία των Ροδίων και στα ναυτοδάνεια των Αθηναίων και στο 15ο βιβλίο που προβλέπει τη δωρεά αιτία θανάτου, που είχε ως σκοπό την οικονομική εξασφάλιση της χήρας, κάτι ανάλογο με τη σημερινή ασφάλιση ζωής.

Κατά τον Μεσαίωνα, η ναυτική ασφάλιση και η κοινή αβαρία είχαν εξελιχθεί ιδιαίτερα. Επίσης, συστάθηκαν πολλές ασφαλιστικές ενώσεις, παρόμοιες με τις εταιρίες των αρχαίων Ελλήνων της εποχής του Σόλωνα. Το 1236 η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, με ρύθμιση

Σελ. 6

του Πάπα Γρηγορίου του ΙΧ, απαγόρευσε τον τόκο στο ναυτικό δάνειο, φέρνοντας μεγάλη αναστάτωση στη ναυσιπλοΐα. Για να αντιμετωπιστεί το ζήτημα, επινοήθηκαν άλλοι τρόποι χρηματοδότησης και ανάληψης του κινδύνου, δημιουργώντας τη σημερινή έννοια της ασφάλισης. Σε όλες τις παραθαλάσσιες πόλεις, έμποροι και τραπεζίτες συγκεντρώνονταν στις πλατείες και στις προβλήτες των λιμανιών, όπου μεταξύ των άλλων εμπορικών πράξεων ασκούσαν και θαλάσσιες ασφαλίσεις. Το πρώτο ασφαλιστήριο συμβόλαιο θαλάσσιας ασφάλισης εκδόθηκε στη Γένοβα στις 23 Οκτωβρίου 1347 και αναφέρεται στην κάλυψη του ιστιοφόρου Santa Clara για το ταξίδι από τη Γένοβα στη Μαγιόρκα.

Από τον 14ο μέχρι τον 17ο αιώνα, σημειώθηκαν ραγδαίες εξελίξεις στον θεσμό της ασφάλισης. Το 1435, στη Βαρκελώνη της Ισπανίας εκδόθηκε ο πρώτος νόμος που αφορούσε στη σύνταξη των ασφαλιστηρίων συμβολαίων. Έτσι, άρχισε να δημιουργείται το ασφαλιστικό δίκαιο.

Την περίοδο αυτή, η θαλάσσια ασφάλιση παρουσίαζε μεγάλη άνθηση, κυρίως στην Ισπανία και στην Ιταλία, όπου έκανε την εμφάνισή του το επάγγελμα του ασφαλιστή, ο οποίος με την προσωπική του περιουσία αποζημίωνε τους εμπόρους για τις καταστροφές. Τα καφενεία, κοντά στις αποβάθρες, ήταν το σημείο συνάντησης των εμπόρων με τους πλοιοκτήτες και τους ασφαλιστές όπου συμφωνούσαν για την ασφάλιση και τη μεταφορά των εμπορευμάτων. Η ασφάλιση γινόταν με εμπειρικό τρόπο και εξηρτάτο πολύ από τον παράγοντα της τύχης. Πολλοί ασφαλιστές καταστράφηκαν οικονομικά, γιατί δεν μπόρεσαν να αντέξουν την καταβολή αποζημιώσεων. Έτσι, γεννήθηκε η ιδέα του συνεταιρισμού. Οι ασφαλιστές άρχισαν να συνεταιρίζονται και να ευθύνονται για πολλούς κινδύνους, αλλά με συγκεκριμένο ποσοστό και όχι για ολόκληρο τον κίνδυνο. Με αυτό τον τρόπο άρχισε να εφαρμόζεται η θεωρία των μεγάλων αριθμών, να περιορίζεται ο παράγοντας της τύχης και να εξουδετερώνεται ο κίνδυνος της χρεοκοπίας του ασφαλιστή.

Γύρω στο 1500, Ιταλοί μετανάστες κυρίως Λομβαρδοί, εγκαταστάθηκαν στις παραλιακές πόλεις της βόρειας Ευρώπης, μεταφέροντας την ασφαλιστική πείρα τους. Η σημερινή Lombard Street του Λονδίνου πήρε το όνομά της από αυτούς.

Το 1650 ο Lorento Tonti από τη Φλωρεντία ίδρυσε την πρώτη τοντίνα. Οι τοντίνες ήταν σωματεία, τα οποία συγκέντρωναν από τα μέλη εισφορές για τη δημιουργία κεφαλαίου. Η διάρκεια του σωματείου ήταν ορισμένη, οπότε με τη λήξη της το κεφάλαιο διανέμονταν στα μέλη που επιζούσαν, ή ήταν αόριστης διάρκειας και το κεφάλαιο το έπαιρνε ο τελευταίος επιζών.

Από τον θεσμό της τοντίνας ξεκίνησαν οι έρευνες για τη διάρκεια ζωής του ανθρώπου, οι οποίες βασίζονταν σε στατιστικές παρατηρήσεις, που με τον υπολογισμό της πιθανότητας ζωής για κάθε ηλικία, θεμελίωσαν τη σύγχρονη ασφάλιση ζωής.

Σελ. 7

Το 1654 ο μαθηματικός Pascal διατυπώνει τον νόμο των πιθανοτήτων, ο οποίος με τους συσχετισμούς του βοήθησε στη δημιουργία των τιμολογίων των ασφαλιστικών εταιριών και εφαρμόζεται ακόμη και σήμερα. Οι Άγγλοι αστρονόμοι Edmond Halley και James Dotson διαμόρφωσαν τον πρώτο επίσημο πίνακα θνησιμότητας το 1693. Σκοπός τους ήταν να καθορίσουν διαφορετικό ασφάλιστρο, ανάλογα με την ηλικία του ασφαλισμένου, και συνέλαβαν αυτή την ιδέα όταν μια ασφαλιστική εταιρία αρνήθηκε να ασφαλίσει τον Dotson, λόγω της προχωρημένης ηλικίας του. Ο νόμος των πιθανοτήτων του Pascal, σε συνδυασμό με τον πίνακα θνησιμότητας των Halley και Dotson, δημιούργησε μια νέα επιστήμη, την αναλογιστική, στην οποία στηρίζεται η σύγχρονη ασφάλιση.

Το 1666 σ’ ένα μικρό φούρνο στο Λονδίνο ξέσπασε πυρκαγιά, η οποία επεκτάθηκε πολύ γρήγορα, ξεφεύγοντας από κάθε έλεγχο. 13.000 σπίτια σε 400 δρόμους καταστράφηκαν ολοσχερώς. Το συνολικό κόστος των ζημιών ξεπέρασε τις 10.000.000 αγγλικές λίρες. Αυτός ο τραγικός απολογισμός είχε ως αποτέλεσμα ένα χρόνο αργότερα, το 1667, να ιδρυθεί η πρώτη «Υπηρεσία Πυρός», το Barron’s fire office, από τον Barron, έναν από τους μεγαλύτερους κατασκευαστές κτιρίων του Λονδίνου. Μέσα στην επόμενη δεκαετία ιδρύθηκαν πολλές άλλες ασφαλιστικές εταιρίες πυρός σε διάφορες πόλεις της Μεγάλης Βρετανίας και το 1676 μετά τη μεγάλη πυρκαγιά του Αμβούργου ιδρύθηκε η Hamburger Feuerkasse με αντικείμενο τις ασφαλίσεις πυρός. Πολλές φορές οι αποζημιώσεις ήταν τόσο μεγάλες, που οι περιουσίες των ασφαλιστών δεν ήταν αρκετές για να καλύψουν την αποζημίωση. Γι’ αυτό, τον 17ο αιώνα, άρχισε η σύσταση ανωνύμων εταιριών, που είχαν ως στόχο να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο της αφερεγγυότητας των ασφαλιστών. Οι ασφαλιστικές εταιρίες, με τα αποθεματικά που ήταν υποχρεωμένες από τον νόμο να διατηρούν, μπορούσαν να ικανοποιήσουν τους ασφαλισμένους.

Στα τέλη του 17ου αιώνα, οι έμποροι, οι πλοιοκτήτες και οι ασφαλιστές του Λονδίνου, συγκεντρώνονταν στο μικρό καφενείο του Edward Lloyd, κοντά στον Τάμεση, στην Tower Street και ρύθμιζαν την ασφάλιση και τις μεταφορές των εμπορευμάτων. Σύντομα, το καφενείο του Edward Lloyd καθιερώθηκε ως το κέντρο των ασφαλιστικών συναλλαγών του Λονδίνου. Όσοι ήθελαν να ασφαλιστούν, άφηναν ένα χαρτί με τα στοιχεία τους, το όνομα του πλοίου, την ποσότητα και το είδος των εμπορευμάτων που αυτό μετέφερε, καθώς και το δρομολόγιο του πλοίου. Εάν κάποιος ασφαλιστής ήθελε να αναλάβει τον κίνδυνο, σημείωνε στο αντίστοιχο χαρτί το ποσό των ασφαλίστρων που ήθελε να εισπράξει και υπέγραφε (Underwrite). Το 1871, οι ασφαλιστές που σύχναζαν στο καφενείο του Edward Lloyd απέκτησαν νομική προσωπικότητα με πράξη του Βρετανικού Κοινοβουλίου, σχηματίζοντας τη σωματειακή οργάνωση «Corporation of Lloyd’s» και πρόδρομο του πασίγνωστου τραπεζοασφαλιστικού οργανισμού Lloyd’s of London.

Σ΄ αυτό το χρονικό διάστημα (14ος - 17ος αιώνας), η ελληνική ναυτιλία ήταν περιορισμένη εξαιτίας τόσο της τουρκοκρατίας, όσο και της πειρατείας, η οποία μάστιζε τα πλοία που ταξίδευαν στο Αιγαίο πέλαγος. Σιγά σιγά, αρκετοί Κυκλαδίτες και Κρητικοί στράφηκαν στην πειρατεία που έγινε αναπόσπαστο κομμάτι της τοπικής οικονομίας. Ψαράδες, όπως οι αδελφοί Μπαρμπαρόσα από τις Κυκλάδες και ο Μανούσος Θεοτοκόπουλος

Σελ. 8

(αδελφός του Δομίνικου Θεοτοκόπουλου) από την Κρήτη, έγιναν πειρατές και με τα κεφάλαια που συγκέντρωσαν συνέβαλαν στον απελευθερωτικό αγώνα κατά των Τούρκων και μετέπειτα στην εμποροναυτιλιακή δραστηριότητα της λεκάνης της Μεσογείου.

Με τη σταδιακή παρακμή της οθωμανικής αυτοκρατορίας, η Ελληνική ναυτιλία ολοένα και περισσότερο εξελίσσονταν και σύντομα οι Έλληνες έγιναν οι κυριότεροι προμηθευτές των Βαλκανίων. Όμως δεν υπήρχαν Ελληνικές ασφαλιστικές εταιρίες και οι ασφαλιστικές εταιρίες του εξωτερικού δεν ασφάλιζαν τα Ελληνικά πλοία λόγω του μεγάλου κινδύνου της πειρατείας στο Αιγαίο. Έτσι, οι Έλληνες εφοπλιστές είχαν καταφύγει στο σύστημα κατάτμησης της κυριότητας κάθε πλοίου ανάμεσα σε πολλούς συνιδιοκτήτες, μοιράζοντας τον κίνδυνο. Αυτός ο θεσμός σύντομα επεκτάθηκε και γίνονταν μεριδιούχοι και οι άνδρες του πληρώματος. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το πλήρωμα είχε ενδιαφέρον και φυσικά μεγάλο κίνητρο να προστατεύσει το σκάφος και τα εμπορεύματα.

Στις αρχές του 18ου αιώνα, οι πλούσιοι Φαναριώτες επεξέτειναν τις τραπεζικές τους δραστηριότητες σε όλα τα σημαντικά εμπορικά κέντρα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, ανταγωνιζόμενοι τους Εβραίους και τους Αρμένιους τραπεζίτες. Συγχρόνως, οι Έλληνες έμποροι είχαν επεκτείνει τις δραστηριότητές τους πέρα από τα Βαλκάνια, στην Ιταλία, Αυστρία, Ουγγαρία, Ρωσία, Γαλλία, Ολλανδία, Γερμανία και Αγγλία. Έτσι, έθεσαν την οικονομική βάση για την εμφάνιση της Ελληνικής ιδιωτικής ασφαλιστικής επιχείρησης.

Η πρώτη ασφαλιστική εταιρία που συστάθηκε με Ελληνικά κεφάλαια, ιδρύθηκε στην Τεργέστη, το 1789, με την επωνυμία «Società Greca D’ Αssicurazione» και ακολούθησαν πολλές άλλες εταιρίες, τόσο στην Ιταλία, όσο και σε άλλες χώρες της Ευρώπης καθώς και στην Κωνσταντινούπολη, στην Οδησσό και στη Σμύρνη.

Τον 19ο αιώνα, οι εταιρίες έχουν πλέον εκτοπίσει τους μεμονωμένους ασφαλιστές. Η μεγάλη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία, με τις επιστημονικές βάσεις της, έχει αναλάβει πρωτεύοντα ρόλο. Η χρήση του ατμού στη ναυσιπλοΐα έφερε αναστάτωση και στην ασφαλιστική αγορά. Η τεχνολογία της εποχής δεν ήταν αρκετά αναπτυγμένη και σε συνδυασμό με την κακόπιστη τακτική αρκετών ασφαλισμένων, που προκαλούσαν την επέλευση ζημιών, οδήγησε πολλές εταιρίες σε συρρίκνωση και αφανισμό. Με τη συγκέντρωση των ασφαλιστικών εργασιών σε μεγάλες εταιρίες αναπτύχθηκε η οργάνωση των εταιριών και η συστηματική νομοθετική ρύθμιση της λειτουργίας τους. Ο πρώτος Ευρωπαϊκός ασφαλιστικός νόμος ψηφίστηκε το 1874 στο Βέλγιο. Ακολούθησαν η Ιταλία το 1882, η Αγγλία το 1906 και η Γερμανία και Ελβετία το 1908.

Η μετεπαναστατική περίοδος βρίσκει την Ελληνική ναυσιπλοΐα κατεστραμμένη. Σύντομα όμως η ναυτιλία και το εμπόριο έφεραν στην Ελλάδα τον πλούτο και την τεχνολογία που στερήθηκε από τον τουρκικό ζυγό. Με την αποκατάσταση της ειρήνης, δημιουργήθηκαν νέα ναυπηγεία σε πολλά νησιά και λιμάνια και σύντομα η Ελλάδα έγινε μια από τις μεγαλύτερες δυνάμεις στην παγκόσμια ναυσιπλοΐα. Μετά την επανάσταση, η Σύρος και αργότερα ο Πειραιάς κατέστησαν τα κύρια εμπορικά κέντρα.

Σελ. 9

Η πρώτη ασφαλιστική εταιρία που συστάθηκε στην Ελλάδα, δημιουργήθηκε στη Σύρο το 1828 με την επωνυμία «Ασφαλιστικόν Κατάστημα», και στη συνέχεια μετονομάστηκε σε «Ελληνικόν Ασφαλιστικόν Κατάστημα». Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Ιωάννης Καποδίστριας ήταν μέτοχός της κατά 8 %.

Μέχρι το 1910 δημιουργήθηκαν άλλες 60 περίπου ασφαλιστικές εταιρίες, ανάμεσά τους και η Εθνική Ασφαλιστική, η οποία ήταν η πρώτη και η μόνη ασφαλιστική εταιρία της εποχής στον Ελλαδικό χώρο που συνήπτε και ασφάλειες ζωής. Όλες οι άλλες εταιρίες συνήπταν κατά κύριο λόγο ασφάλειες μεταφορών και μερικές και ασφάλειες πυρός.

Το νομικό πλαίσιο της ασφάλισης στην Ελλάδα βασίστηκε στον Γαλλικό Εμπορικό Κώδικα του 1807, ο οποίος άρχισε να εφαρμόζεται στην Κωνσταντινούπολη το 1814, έγινε αποδεκτός από τις εθνικές συνελεύσεις (1821 και 1827) και διατηρήθηκε σε ισχύ κατά την κυβέρνηση του Καποδίστρια (1828-1832).

Όλες οι εταιρίες που δημιουργήθηκαν αυτό το χρονικό διάστημα, με εξαίρεση την Εθνική Ασφαλιστική, σταδιακά έπαψαν να λειτουργούν. Το γεγονός ότι οι ασφαλιστικές εταιρίες είχαν περιορισμένο ασφαλιστικό αντικείμενο, κατά κύριο λόγο μεταφορές, τις έκανε ευάλωτες στις εξελίξεις της εποχής. Όταν η Ελληνική ναυσιπλοΐα παρουσίασε μεγάλη κάμψη λόγω της χρήσης του ατμού στα πλοία, τα έσοδα των εταιριών συρρικνώθηκαν με αποτέλεσμα τον αφανισμό τους. Ένας άλλος λόγος, εξίσου σημαντικός, ήταν ο έντονος ανταγωνισμός των εταιριών, οι οποίες για μεγαλύτερη προσέλκυση των ασφαλιζομένων, προσέφεραν τις υπηρεσίες τους με πολύ χαμηλά ασφάλιστρα.

Το 1909 άρχισε ο κρατικός έλεγχος στα αποθεματικά των ασφαλιστικών εταιριών, με σκοπό οι εταιρίες, ανάλογα με τον τζίρο τους, να έχουν την απαραίτητη περιουσία για να μπορέσουν να αντεπεξέλθουν στις αποζημιώσεις.

Μετά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο, η συσσώρευση του πληθυσμού στα μεγάλα αστικά κέντρα οδήγησε στη συσσώρευση μεγάλων περιουσιών σε μικρή γεωγραφική έκταση. Έτσι, η ασφάλιση πυρός σημείωσε μεγάλη άνοδο. Παράλληλα, η ασφάλιση ζωής άρχισε να αναπτύσσεται ταχύτατα.

Τα δάνεια δεν θα μπορούσαν να βοηθήσουν την ανάκαμψη της εξερχόμενης από τους πολέμους Ελλάδας, αν δεν υπήρχε η ασφάλιση ώστε να εξασφαλισθεί η αποπληρωμή σε περιπτώσεις ζημιών.

Στις αρχές του 21ου αιώνα το τρομοκρατικό κτύπημα στους δίδυμους πύργους, καθώς και οι μεγάλες πλημμύρες στην Ευρώπη, δημιούργησαν σημαντικές οικονομικές υποχρεώσεις στις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές εταιρίες, αλλά οι τελευταίες κατάφεραν να ανταποκριθούν. Το γεγονός αυτό αποδεικνύει ότι η σύγχρονη οργάνωσή τους είναι επαρκής και μπορεί να αντέξει ζημίες μεγάλης οικονομικής έκτασης.

Ήδη, μόλις στην αρχή της τρίτης δεκαετίας του 21ου αιώνα, η κρίση της πανδημίας του covid-19 καθώς και τα πρώτα ισχυρά σημάδια της κλιματικής αλλαγής ήρθαν να δοκιμάσουν εκ νέου τις αντοχές της ασφαλιστικής αγοράς και του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου φερεγγυότητας που την διέπει (Solvency II), καθώς τα αναλογιστικά μοντέλα των ασφα-

Σελ. 10

λιστικών οργανισμών ανά τον κόσμο δεν διέθεταν σχετικές προβλέψεις, ως προς την πιθανότητα και τη συχνότητα εμφάνισης ζημιών από αυτούς τους κινδύνους, ιδιαίτερα δε αυτής της δυναμικότητας.

ΙΙI. Βασικές Έννοιες του Ασφαλιστικού Δικαίου

1. Ασφάλιση

Με τον όρο ασφάλιση νοείται γενικά η εξασφάλιση από διάφορους κινδύνους στους οποίους εκτίθεται ο άνθρωπος. Κύριο δηλαδή στοιχείο που απαιτείται για την έννοια της ασφάλισης είναι η κοινωνία κινδύνων, που συνδιαμορφώνεται από πρόσωπα, τα οποία υπόκεινται σε όμοιους κινδύνους. Η ασφάλιση, καλύπτει μια ανάγκη και έχει ανταποδοτικό χαρακτήρα, αφού ο ασφαλισμένος προκειμένου να επιδιώξει ασφάλιση πρέπει να παράσχει ένα αντίτιμο στον ασφαλιστή, το οποίο καλείται ασφάλιστρο.

Η ασφάλιση δεν ταυτίζεται με την ασφαλιστική σύμβαση (άρθρο 1 ΑσφΝ), η οποία είναι έννοια στενότερη της ασφάλισης αφού αποτελεί έναν από τους τρόπους που μπορεί να δημιουργηθεί ασφάλιση. Με βάση τα παραπάνω, ασφάλιση είναι η κοινωνία όμοιων κινδύνων που παρέχει στα μέλη της αξίωση για ασφαλιστική κάλυψη έναντι ανταλλάγματος.

Η ασφάλιση, τέλος, έχει αυτόνομο χαρακτήρα συγκριτικά με άλλες σχέσεις, γεννώμενες εκ του νόμου ή εκ συμβάσεως. Μάλιστα, η ιδιωτική ασφάλιση δεν τελεί σε σχέση εξάρτησης προς άλλη κύρια παροχή. Με βάση τα παραπάνω, ασφάλιση είναι η κοινωνία όμοιων κινδύνων που παρέχει στα μέλη της αυτόνομη αξίωση για ασφαλιστική κάλυψη έναντι ανταλλάγματος. Ως προς την ιδιωτική ασφάλιση, αυτή συνάπτεται πάντα με σύμβαση.

2. Ασφαλιστικός Κίνδυνος

2.1. Έννοια

Ο κίνδυνος είναι πολυσχιδής έννοια, η εξακρίβωση της οποίας είναι αναγκαία για την κατανόηση των κανόνων του Ασφαλιστικού Δικαίου. Γενικά, με τον όρο «κίνδυνος» στους διάφορους κλάδους του δικαίου νοείται η πιθανότητα επέλευσης ενός βλαπτικού περιστατικού. Στο Ασφαλιστικό Δίκαιο, ο κίνδυνος αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της ασφάλισης και είναι εκείνο που διαφοροποιεί τις ασφαλιστικές από τις υπόλοιπες χρηματοοικονομικές υπηρεσίες. Η ασφαλιστική επιχείρηση συνίσταται στην ανάληψη, οργάνωση και εκμετάλλευση των ασφαλίσιμων κινδύνων. Η ύπαρξη εξάλλου ασφαλιστικού συμφέροντος, και κατ’ επέκταση δικαιώματος του ασφαλισμένου να συνάψει μια σύμβαση ασφά-

Σελ. 11

λισης, εξαρτάται από το εάν μπορεί να υπάρξει ένα οικονομικό βάρος ή ανάγκη από την πραγματοποίηση του κινδύνου.

Δύο είναι τα βασικά χαρακτηριστικά που στοιχειοθετούν την έννοια του κινδύνου: η αβεβαιότητα και το τυχαίο. Το πρώτο σημαντικό χαρακτηριστικό του κινδύνου είναι η αβεβαιότητα, αν δηλαδή θα συμβεί ένα περιστατικό, πότε θα συμβεί και ποιές συνέπειες θα προκαλέσει. Αρκεί η αβεβαιότητα να είναι υποκειμενική, δηλαδή αρκεί να υπάρχει στα συμβαλλόμενα μέρη κατά τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης και δεν κρίνεται κατά την κοινή αντίληψη των συναλλαγών, δηλαδή αντικειμενικά. Για να υπάρχει όμως κίνδυνος πρέπει να πληροίται και το δεύτερο χαρακτηριστικό, δηλαδή πρέπει η επέλευση ή όχι του αβέβαιου περιστατικού να είναι τυχαία, να μην εξαρτάται από τον ίδιο τον ασφαλισμένο, από ηθελημένη συμπεριφορά του (πράξη ή παράλειψη), π.χ. δεν μπορεί να γίνει λόγος για αβεβαιότητα επέλευσης ενός περιστατικού όταν αυτή οφείλεται σε αναποφασιστικότητα του ατόμου.

Ένα τυχαίο και αβέβαιο περιστατικό είναι πιθανό να πλήξει αγαθά ενός ατόμου, όπως η ζωή, η υγεία, η περιουσία, κτλ., δημιουργώντας ένα οικονομικό κενό, μία οικονομική ανάγκη στο άτομο που πρέπει να αντιμετωπισθεί. Αυτό ακριβώς αποτελεί και το αντικείμενο της εμπορίας του ασφαλιστή. Ο ασφαλιστής αναλαμβάνει τον κίνδυνο, δηλαδή αναλαμβάνει να αποκαταστήσει τις δυσμενείς οικονομικές συνέπειες που δημιουργεί η επέλευση ενός περιστατικού. Ο ασφαλισμένος με την ασφάλιση δεν επιδιώκει να αποκλείσει την επέλευση του δυσμενούς περιστατικού, αλλά επιδιώκει την οικονομική αποκατάσταση της ζημίας του. Ο ασφαλιστικός κίνδυνος λοιπόν διαφοροποιείται από τους κοινούς κινδύνους που φέρει ένα άτομο, καθώς καθορίζεται με σύμβαση, είναι δηλαδή κίνδυνος συμβατικός.

2.2. Μορφές κινδύνου κατά τον ν. 4364/2016

Στον ν. 4364/2016 απαντούν ειδικότερες μορφές κινδύνου. Το περιεχόμενο των ειδικότερων μορφών κινδύνου προσδιορίζεται εννοιολογικά στο άρθρο 3 ν. 4364/2016:

- Μεγάλοι κίνδυνοι (άρθρο 3 παρ. 27 ν. 4364/2016). Ως τέτοιοι θεωρούνται:

α) οι κίνδυνοι που κατατάσσονται στους κλάδους ασφαλίσεων κατά ζημιών

• 4 «Σιδηροδρομικά οχήματα»,

• 5 «Αεροσκάφη»,

Σελ. 12

• 6 «Πλοία (θαλάσσια, λιμναία και ποτάμια σκάφη)»,

• 7 «Μεταφερόμενα εμπορεύματα»,

• 11 «Αστική ευθύνη από αεροσκάφη» και

• 12 «Αστική ευθύνη από θαλάσσια, λιμναία και ποτάμια σκάφη» της ταξινόμησης της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4364/2016.

β) οι κίνδυνοι που κατατάσσονται στους κλάδους ασφαλίσεων κατά ζημιών

• 14 «Πιστώσεις» και

• 15 «Εγγυήσεις» της ταξινόμησης της παρ. 1 του άρθρου 4 ν. 4364/2016, όταν ο αντισυμβαλλόμενος ασκεί κατ’ επάγγελμα βιομηχανική ή εμπορική δραστηριότητα ή ελεύθερο επάγγελμα και ο κίνδυνος σχετίζεται με τη δραστηριότητα αυτή,

γ) οι κίνδυνοι που κατατάσσονται στους κλάδους ασφαλίσεων κατά ζημιών

• 3 «Χερσαία οχήματα (εκτός σιδηροδρομικών)»,

• 8 «Πυρκαϊά και στοιχεία της φύσεως»,

• 9 «Λοιπές ζημίες αγαθών»,

• 10 «Αστική ευθύνη από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα»,

• 13 «Γενική Αστική Ευθύνη»,

• 16 «Διάφορες χρηματικές απώλειες» της ταξινόμησης παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4364/2016, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος πληροί δύο τουλάχιστον από τα ακόλουθα τρία αριθμητικά κριτήρια:

γα) διαθέτει σύνολο ισολογισμού άνω των έξι εκατομμυρίων διακοσίων χιλιάδων (6.200.000) ευρώ,

γβ) διαθέτει καθαρό ποσό κύκλου εργασιών, κατά την έννοια της Οδηγίας 78/660/ΕΟΚ ή του Παραρτήματος Α΄ του ν. 4308/2014 (ΦΕΚ Α΄ 251) άνω των δώδεκα εκατομμυρίων οκτακοσίων χιλιάδων (12.800.000) ευρώ,

γγ) απασχολεί, κατά μέσο όρο, πάνω από 250 άτομα κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους.

Εάν ο αντισυμβαλλόμενος μετέχει σε σύνολο επιχειρήσεων που καταρτίζουν ενοποιημένους λογαριασμούς σύμφωνα με την Οδηγία 83/349/ΕΟΚ ή του Παραρτήματος Α΄ του ν. 4308/2014, η συνδρομή των κριτηρίων της παραπάνω περίπτωσης γ΄ ελέγχεται βάσει των ενοποιημένων αυτών λογαριασμών.

Σελ. 13

- Κίνδυνος Ανάληψης Ασφαλίσεων (άρθρο 3 παρ. 30 ν. 4364/2016): είναι μορφή ασφαλιστικού κινδύνου ως κινδύνου ζημίας ή δυσμενούς μεταβολής στην αξία των ασφαλιστικών υποχρεώσεων, λόγω ακατάλληλων παραδοχών κατά την τιμολόγηση και τον σχηματισμό των προβλέψεων.

- Κίνδυνος Αγοράς (άρθρο 3 παρ. 31 ν. 4364/2016): ο κίνδυνος ζημίας ή δυσμενούς χρηματοοικονομικής μεταβολής που απορρέει, άμεσα ή έμμεσα, από τις διακυμάνσεις στο επίπεδο και στη μεταβλητότητα των τιμών της αγοράς των στοιχείων του ενεργητικού ή του παθητικού και των χρηματοπιστωτικών μέσων.

- Πιστωτικός Κίνδυνος (άρθρο 3 παρ. 32 ν. 4364/2016): ο κίνδυνος ζημίας ή δυσμενούς χρηματοοικονομικής μεταβολής, που απορρέει από διακυμάνσεις στην πιστοληπτική κατάσταση των εκδοτών των χρηματοπιστωτικών μέσων ως και των εν γένει αντισυμβαλλομένων και οφειλετών προς τους οποίους είναι εκτεθειμένες οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις. Ο εν λόγω κίνδυνος εκδηλώνεται είτε ως κίνδυνος μη εκπλήρωσης ή πλημμελούς εκπλήρωσης από αντισυμβαλλόμενο (κίνδυνος αθέτησης) είτε ως κίνδυνος πιστωτικού περιθωρίου, είτε ως κίνδυνος συγκέντρωσης κινδύνων αγοράς.

- Λειτουργικός Κίνδυνος (άρθρο 3 παρ. 34 ν. 4364/2016): ο κίνδυνος ζημίας, είτε λόγω ανεπαρκειών και ελλείψεων στις εσωτερικές διαδικασίες, στα μηχανογραφικά και στα λοιπά λειτουργικά συστήματα ή στο ανθρώπινο δυναμικό είτε λόγω δυσμενών εξωτερικών παραγόντων.

- Κίνδυνος Ρευστότητας (άρθρο 3 παρ. 35 ν. 4364/2016): ο κίνδυνος αδυναμίας της ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής επιχείρησης να εκποιήσει επενδύσεις και άλλα περιουσιακά στοιχεία προκειμένου να προβεί στον διακανονισμό των οικονομικών της υποχρεώσεων όταν αυτές καταστούν απαιτητές.

- Κίνδυνος Συγκέντρωσης (άρθρο 3 παρ. 36 ν. 4364/2016): όλες οι εκθέσεις στον κίνδυνο με ενδεχόμενη ζημία αρκετά σημαντική, σε βαθμό που να απειλείται η φερεγγυότητα ή η χρηματοοικονομική κατάσταση της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.

2.3. Η κοινωνία κινδύνου

Σημαντική είναι επίσης η έννοια της κοινωνίας κινδύνου. Κοινωνία κινδύνου υπάρχει όταν πολλά πρόσωπα εκτίθενται σε έναν κίνδυνο, αλλά λίγα πλήττονται από αυτόν, δηλαδή όταν τα αποτελέσματα της επέλευσης ενός κίνδυνου κατανέμονται μεταξύ περισσοτέρων προσώπων. Η κατανομή του κινδύνου επιτυγχάνεται με μία χρηματική αντιπαροχή, η οποία στην ιδιωτική ασφάλιση ονομάζεται ασφάλιστρο.

Σελ. 14

Σε αυτή την περίπτωση, σύμφωνα με το αξίωμα των μεγάλων αριθμών, όσο πιο μεγάλος είναι ο αριθμός των κοινωνών που συμμετέχουν σε μία κοινωνία κινδύνου, τόσο λιγότερο επαχθή θα είναι τα αποτελέσματα που θα επιφέρει σε περίπτωση επέλευσής του.

Στο Ιδιωτικό Ασφαλιστικό Δίκαιο, η κοινωνία κινδύνου εμφανίζεται:

- είτε κεφαλαιουχικά με τη μορφή της ΑΕ μέσω μιας ασφαλιστικής επιχείρησης πρωτασφάλισης ζωής ή κατά ζημιών, η οποία έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με τα άρθρα 7 ή 10 και 11 ν. 4364/2016 ή, εφόσον πρόκειται για ασφαλιστική επιχείρηση με έδρα σε άλλο κράτος-μέλος της ΕΕ, έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 14 ν. 4364/2016 (άρθρο 3 παρ. 1 σε συνδυασμό με άρθρο 11 ν. 4364/2016),

- είτε με τη μορφή αλληλασφαλιστικών συνεταιρισμών (άρθρο 7 παρ. 1 ν. 4364/2016),

- είτε με τη μορφή ασφαλιστικών επιχειρήσεων εξαιρούμενων λόγω μεγέθους (άρθρο 7 παρ. 2 ν. 4364/2016).

2.3.1. Αλληλασφαλιστικοί συνεταιρισμοί

Aλληλασφάλιση είναι η ασφάλιση που ασκείται απευθείας από τους ασφαλισμένους μέσω κεντρικού φορέα, δηλαδή ένωσης, οργανισμού, συνεταιρισμού. Διαφέρει από την ασφάλιση ως προς το ότι τα κέρδη του ασφαλιστή παραμένουν στους ασφαλισμένους. Στη χώρα μας ιδιωτική ασφάλιση επιτρέπεται να ασκείται με το σύστημα της αλληλασφάλισης μόνο από τις ειδικές εμπορικές εταιρίες των αλληλασφαλιστικών συνεταιρισμών.

Οι αλληλασφαλιστικοί συνεταιρισμοί που ασκούν δραστηριότητες ασφάλισης κατά ζημιών και έχουν συνάψει με άλλο αλληλασφαλιστικό συνεταιρισμό σύμβαση είτε για συνολική αντασφάλιση όλων των συναπτόμενων από αυτούς ασφαλίσεων είτε για υποκατάσταση του εκδοχέα συνεταιρισμού στον εκχωρητή συνεταιρισμό για την εκτέλεση των υποχρεώσεων που προκύπτουν από τις εν λόγω ασφαλίσεις, εμπίπτουν ως προς την αδειοδότησή τους στις διατάξεις του άρθρου 12 ν. 4364/2016 (άρθρο 7 παρ. 1 εδ. α΄ ν. 4364/2016).

Σελ. 15

Ο ανωτέρω αντασφαλίζων ή ο εκδοχέας αλληλασφαλιστικός συνεταιρισμός, καθώς και οι μη υπαγόμενοι στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 7 παρ. 1 εδ. α΄ ν. 4364/2016 αλληλασφαλιστικοί συνεταιρισμοί, εμπίπτουν στο σύνολο των διατάξεων του ν. 4364/2016 (άρθρο 7 παρ. 1 εδ. β΄ ν. 4364/2016).

2.3.2. Η εξαιρούμενη λόγω μεγέθους ασφαλιστική επιχείρηση

Η ασφαλιστική επιχείρηση, προκειμένου να υπαχθεί στην κατηγορία των καλούμενων «εξαιρούμενων λόγω μεγέθους» ασφαλιστικών επιχειρήσεων, πρέπει να πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) τα ακαθάριστα ετήσια εγγεγραμμένα ασφάλιστρά της δεν υπερβαίνουν τα πέντε εκατομμύρια 5.000.000 ευρώ,

β) οι συνολικές τεχνικές προβλέψεις της επιχείρησης, σύμφωνα με το άρθρο 51 ν. 4364/2016, μη λαμβανόμενων υπόψη των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και Φορείς Ειδικού Σκοπού, δεν υπερβαίνουν τα είκοσι πέντε εκατομμύρια (25.000.000) ευρώ,

γ) αν η επιχείρηση ανήκει σε Όμιλο, οι συνολικές τεχνικές προβλέψεις του Ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 51 του ν. 4364/2016, μη λαμβανόμενων υπόψη των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και Φορείς Ειδικού Σκοπού, δεν υπερβαίνουν τα είκοσι πέντε εκατομμύρια (25.000.000) ευρώ,

δ) οι δραστηριότητες της επιχείρησης δεν περιλαμβάνουν ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές δραστηριότητες που να καλύπτουν κινδύνους ασφάλισης αστικής ευθύνης ή πιστώσεων και εγγυήσεων, εκτός αν συνιστούν παρεπόμενους κινδύνους κατά την έννοια του άρθρου 13 παρ. 1 ν. 4364/2016,

Σελ. 16

ε) οι τυχόν αντασφαλιστικές εργασίες της επιχείρησης αντιστοιχούν σε ετήσιο έσοδο μικρότερο από 500.000 ευρώ σε όρους ακαθάριστων εγγεγραμμένων ασφαλίστρων και σε συνολική τεχνική πρόβλεψη μικρότερη των 500.000 ευρώ και σε ποσοστό μικρότερο του 10% των συνολικών ακαθάριστων εγγεγραμμένων ασφαλίστρων και σε ποσοστό μικρότερο του 10% του συνόλου των τεχνικών της προβλέψεων. Για τους υπολογισμούς της συγκεκριμένης περίπτωσης δεν λαμβάνονται υπόψη τα ανακτήσιμα ποσά από αντασφαλιστικές συμβάσεις και Φορείς Ειδικού Σκοπού,

στ) η ασφαλιστική επιχείρηση δεν παρέχει υπηρεσίες σε άλλα κράτη-μέλη, είτε υπό καθεστώς εγκατάστασης είτε υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κεφαλαίου Η΄ του Πρώτου Μέρους του ν. 4364/2016.

Εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι πιο πάνω όροι, η αδειοδότηση των ως άνω επιχειρήσεων διέπεται από την ειδική διάταξη του άρθρου 12 ν. 4364/2016 (έτσι συνολικά στο άρθρο 7 παρ. 2 του ν. 4364/2016).

2.4. Η ομοιότητα κινδύνων

Με βάση την ομοιότητα των κινδύνων η ασφάλιση διακρίνεται σε διάφορους ασφαλιστικούς κλάδους, π.χ. ασφάλιση πυρός, ασφάλιση ζωής κτλ. και περαιτέρω οι ασφαλιστικοί κλάδοι υποδιαιρούνται σε είδη. Ομοιότητα των κινδύνων δεν συνεπάγεται πλήρη ταύτιση αυτών.

Η ασφάλιση μεταθέτει τον κίνδυνο από αυτόν πού τον φέρει στον ασφαλιστή, ο οποίος «κατακερματίζει» τις συνέπειες του κινδύνου στα μέλη της ομάδας των ασφαλισμένων (διασπορά του κινδύνου).

Σελ. 17

3. Αξίωση για ασφαλιστική κάλυψη

Ουσιώδες στοιχείο της ασφάλισης είναι η αξίωση του ασφαλισμένου για ασφαλιστική κάλυψη. Σκοπός της κοινωνίας όμοιων κινδύνων είναι η ασφαλιστική κάλυψη των οικονομικών συνεπειών επέλευσης του κινδύνου. Η ασφαλιστική κάλυψη διακρίνεται στη συγκεκριμένη ασφαλιστική κάλυψη, η οποία συνίσταται στην αποκατάσταση της συγκεκριμένης ζημίας που προκάλεσε η επέλευση του κινδύνου, και στην αφηρημένη ασφαλιστική κάλυψη, η οποία συνίσταται στην καταβολή ορισμένου χρηματικού ποσού ανεξάρτητα από το αν επήλθε η ζημία ή όχι.

Περαιτέρω, η ασφάλιση δημιουργεί αξίωση ασφαλιστικής κάλυψης. Αυτό σημαίνει ότι σε περίπτωση επέλευσης του κινδύνου ο ασφαλιστής οφείλει να καταβάλει στον ασφαλισμένο την παροχή του, δηλαδή την ασφαλιστική κάλυψη, όπως αυτή είχε συμφωνηθεί, διαφορετικά ο ασφαλισμένος μπορεί να διεκδικήσει δικαστικά την καταβολή της.

4. Αντασφάλιση

Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 7 ν. 4364/2016, αντασφάλιση είναι η δραστηριότητα που συνίσταται στην ανάληψη κινδύνων που εκχωρούνται από ασφαλιστική επιχείρηση ή ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας ή από μια άλλη αντασφαλιστική επιχείρηση ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας ή, στην περίπτωση της ένωσης ασφαλιστών, που είναι γνωστή ως Lloyd’s, η δραστηριότητα που συνίσταται στην ανάληψη κινδύνων που εκχωρούνται από οποιοδήποτε μέλος των Lloyd’s και αναλαμβάνονται από ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση άλλη από την ένωση ασφαλιστών Lloyd’s ή η παροχή κάλυψης από αντασφαλιστική επιχείρηση σε οντότητα που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341.

Από τον πιο πάνω ορισμό προκύπτει ότι η ratio της αντασφάλισης είναι η εκχώρηση κινδύνων. Η ως άνω δραστηριότητα της αντασφάλισης πραγματώνεται με σύμβαση, με την οποία ο πρωτασφαλιστής εκχωρεί στον αντασφαλιστή τους κινδύνους που έχει αναλάβει με ασφαλιστικές συμβάσεις. Η σύμβαση της αντασφάλισης συμβάλλει στη διασπορά των κινδύνων και συνεπώς στην καλύτερη αντιμετώπισή τους.

4.1. Νομική Φύση

Η αντασφάλιση, ύστερα από την προσαρμογή της Οδηγίας «Solvency II» μέσω του ν. 4364/2016, μετατράπηκε σε επώνυμη ή ρυθμισμένη σύμβαση, διότι τα ουσιώδη στοιχεία της (essentialia negotti) είναι τεθειμένα στον νόμο. Τα essentialia negotii πρέπει να καλύπτονται από το περιεχόμενο τόσο της πρότασης όσο και της αποδοχής της πρότασης προς κατάρτιση αντασφαλιστικής σύμβασης, προκειμένου δηλαδή να υπάρχει σύμβαση αντασφάλισης και να μην είναι η συγκεκριμένη σύμβαση ανυπόστατη ή ανύπαρκτη.

Σελ. 18

Παράλληλα, αυτή χαρακτηρίζεται ως σύμβαση επαχθής, διότι ο αντασφαλιστής κατά συνήθη πρακτική καταρτίζει μεγάλο αριθμό αντασφαλιστικών συμβάσεων της αυτής περίπου κατηγορίας, αναλαμβάνοντας την περιουσιακή κάλυψη της ζημίας των (πρωτ)ασφαλιστών που αντασφαλίζει έναντι αντασφαλίστρου. Τα περιουσιακά οφέλη και οι ζημίες που επέρχονται, αντιπαρατίθενται λογιστικώς και αντισταθμίζονται, κατά τρόπο που ορίζει η αντασφαλιστική επιχείρηση, έτσι ώστε να μην πληγεί η περιουσία του αντασφαλιστή σε μεγάλο βαθμό. Τα προαναφερθέντα εφαρμόζονται και από τις Ασφαλιστικές Επιχειρήσεις, όσον αφορά στις ασφαλιστικές συμβάσεις που καταρτίζουν.

Προ πάσης άλλης θεώρησης, είναι χρήσιμο να τονισθεί ο ενοχικός χαρακτήρας της αντασφαλιστικής σύβασης. Η αντασφαλιστική σύβαση είναι ενοχική, γιατί αποτελεί δικαιοπραξία, με την οποία δημιουργούνται ενοχικά δικαιώματα και υποχρεώσεις, καθώς τα συμβαλλόμενα μέρη υποχρεούνται μεταξύ τους σε αμοιβαίες παροχές που γεννούν και τις αντίστοιχες ενοχικές αξιώσεις. Αφενός ο (πρωτ)ασφαλιστής με την κατάρτιση της σύμβασης έχει ενοχική αξίωση έναντι του αντασφαλιστή για καταβολή του αντασφαλίσματος σε περίπτωση επέλευσης της αντασφαλιστικής περίπτωσης και αφετέρου ο αντασφαλιστής έχει την ενοχική αξίωση έναντι του (πρωτ)ασφαλιστή για καταβολή του αντασφαλίστρου. Ως ενοχική, η αντασφαλιστική σύμβαση διέπεται και από τις διατάξεις του γενικού μέρους του Ενοχικού Δικαίου του Αστικού Κώδικα (άρθρα 287 επ.).

Η αντασφαλιστική σύμβαση είναι μια σύμβαση αμφοτεροβαρής και ως εκ τούτου εφαρμόζονται σε αυτήν και τα άρθρα του ΑΚ για τις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις (374 επ. ΑΚ). Ο αμφοτεροβαρής χαρακτήρας της σύμβασης συνάγεται από το ότι με αυτήν δημιουργούνται μεταξύ των μερών ενοχικές υποχρεώσεις σε βάρος και των δύο συμβαλλομένων, με αντίστοιχα ενοχικά δικαιώματα υπέρ του καθενός από αυτούς και γεννάται μια σχέση παροχής-αντιπαροχής. Καίριο χαρακτηριστικό της αντασφαλιστικής σύμβασης είναι ο προκαταβολικός ενδότερος εσωτερικός σχεδιασμός για το μέλλον, ο οποίος αποτελεί το θεμέλιο κάθε αντασφαλιστικής δραστηριότητας.

Όπως και στην ασφαλιστική σύμβαση, έτσι και στην αντασφαλιστική σύμβαση αναπτύσσονται δύο βασικές θεωρίες ως προς την παροχή του ασφαλιστή και αντασφαλιστή αντίστοιχα: η θεωρία της ανάληψης κινδύνου και η θεωρία της χρηματικής παροχής. Οι παραπάνω θεωρίες αναπτύσσονται στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου περί της ασφαλιστικής σύμβασης.

Άλλο γνώρισμα της αντασφαλιστικής σύμβασης είναι ο διαρκής χαρακτήρας της, θεωρούμενος από την πλευρά του αντασφαλιστή, εφόσον η υποχρέωσή του διαρκεί όσο και η ίδια η ασφαλιστική σύμβαση. Αυτό προκύπτει σαφώς από τη θεωρία ανάληψης του κινδύνου, σύμφωνα με την οποία ο αντασφαλιστής πρέπει να είναι έτοιμος καθ’ όλη τη διάρκεια της σύμβασης να καταβάλει στον λήπτη το αντασφάλισμα. Από την πλευρά του

Σελ. 19

λήπτη της ασφάλισης,(πρωτ)ασφαλιστή μπορεί να συμφωνηθεί εφάπαξ ή και περιοδική καταβολή του αντασφαλίστρου.

4.2. Λήψη άδειας

Σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 1 ν. 4364/2016, με την επιφύλαξη των διατάξεων του Κεφαλαίου Η’ του Πρώτου Μέρους του ν. 4364/2016 με τίτλο «Ελευθερία Εγκατάστασης και ελεύθερη παροχή υπηρεσιών», η άσκηση δραστηριότητας πρωτασφάλισης ή αντασφάλισης υπόκειται σε προηγούμενη χορήγηση αδείας από την Εποπτική Αρχή η οποία ισχύει για το σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ενιαία άδεια) σε περίπτωση που η ενδιαφερόμενη επιχείρηση πρόκειται να ασκήσει τις δραστηριότητές της σε άλλο κράτος μέλος, είτε με καθεστώς εγκατάστασης, είτε με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Η, με οποιονδήποτε τρόπο, κατ’ επάγγελμα άσκηση εργασιών ασφάλισης ζωής ή κατά ζημιών ή αντασφάλισης στην Ελλάδα επιτρέπεται μόνο στις επιχειρήσεις του άρθρου 10 παρ. 1 και παρ. 2 ν. 4364/2016, κατά τις διακρίσεις που προβλέπονται στην κείμενη νομοθεσία και την άδεια λειτουργίας τους.

Για την άσκηση αντασφαλιστικών εργασιών, η άδεια χορηγείται, είτε μόνο για αντασφαλιστικές εργασίες κατά ζημιών, είτε μόνο για αντασφαλιστικές εργασίες ζωής, είτε ενιαία για όλα τα είδη αντασφαλιστικών εργασιών. Η επέκταση των εργασιών αντασφαλιστικής επιχείρησης που ασκεί αντασφαλιστικές εργασίες είτε μόνον κατά ζημιών είτε μόνον ζωής υπόκειται σε προηγούμενη χορήγηση αδείας από την Εποπτική Αρχή.

5. Συνασφάλιση

Συνασφάλιση υπάρχει, όταν περισσότεροι του ενός είναι ασφαλιστές του ίδιου συμφέροντος για την ίδια χρονική περίοδο κατά του ίδιου κινδύνου. Σε αυτή την περίπτωση κάθε ασφαλιστής ασφαλίζει, περιοριστικά, ένα ποσοστό ή μέρος του ασφαλιστικού συμφέροντος (άρθρο 15 παρ. 4 ΑσφΝ). Περαιτέρω, η συνασφάλιση κατηγοριοποιείται σε γνήσια και μη γνήσια. Γνήσια συνασφάλιση υφίσταται όταν έχει οριστεί συντονιστής συνασφάλισης και ο λήπτης συνάπτει ένα μόνο ασφαλιστήριο, με κοινούς ασφαλιστικούς όρους, όπου οι συνασφαλιστές ευθύνονται ανάλογα με το ποσοστό συμμετοχής τους και όχι εις ολόκληρον.

Αντίθετα, όταν δεν έχει οριστεί συντονιστής συνασφάλισης και κάθε συνασφαλιστής συμβάλλεται με τους δικούς του ασφαλιστικούς όρους και το δικό του ασφαλιστήριο, το οποίο αναφέρει το ποσοστό του κινδύνου που έχει αναλάβει, συντρέχει μη γνήσια συνασφάλιση.

ΙV. Διακρίσεις της Ασφάλισης

1. Ιδιωτική και Κοινωνική Ασφάλιση

Η βασικότερη διάκριση της ασφάλισης είναι η διάκριση ιδιωτικής και κοινωνικής ασφάλισης.

Σελ. 20

Ιδιωτική είναι η ασφάλιση που παρέχεται κατά κανόνα από ιδιωτικούς φορείς (ασφαλιστικές επιχειρήσεις) και διαμορφώνεται με βάση την ιδιωτική βούληση των μερών. Στην ιδιωτική ασφάλιση ο ασφαλιστής και ο ασφαλισμένος καταρτίζουν ασφαλιστική σύμβαση, η οποία ρυθμίζει τη μεταξύ τους σχέση.

Κατά κανόνα οι ιδιωτικές ασφαλίσεις διέπονται από την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, με μόνη εξαίρεση τις ειδικά προβλεπόμενες στον νόμο ασφαλίσεις ορισμένων κινδύνων ως υποχρεωτικές [π.χ. υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα (κ.ν. 489/76, π.δ. 237/86), υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης από περιβαλλοντικές ζημίες (Οδηγία 2004/35/ΕΚ για την περιβαλλοντική ευθύνη αναφορικά με την πρόληψη και αποκατάσταση περιβαλλοντικών ζημιών, που ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το π.δ. 148/2009), υποχρεωτική ασφάλιση σκαφών (ν. 4926/2022 περί πλοίων αναψυχής ή επαγγελματικών τουριστικών ημερόπλοιων, ολικής χωρητικότητας μικρότερης των 300 Ο.Χ, τα οποία υποχρεούνται να ασφαλίζονται για τη κάλυψη της αστικής ευθύνης για σωματικές βλάβες ή θάνατο, υλικές ζημιές και πρόκληση θαλάσσιας ρύπανσης από πρόσκρουση, σύγκρουση, ναυάγιο ή οποιαδήποτε άλλη αιτία συνιστά ναυτικό ατύχημα, σύμφωνα με τις ειδικότερες προϋποθέσεις του άρθρου 17 ν. 4926/2022).

Αντίθετα, η κοινωνική ασφάλιση ασκείται κατά κανόνα από ΝΠΔΔ και φορείς κοινωνικής ασφάλισης (όπως λ.χ ο Ε.Ο.Π.Π.Υ). Η σχέση ασφαλιστή και ασφαλισμένου γεννάται απευθείας από τον νόμο ανεξάρτητα από την ιδιωτική βούληση και είναι υποχρεωτική. Φορείς κοινωνικής ασφάλισης είναι οι εξής:

1.1. Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης (Τ.Ε.Α.)

Ως προς την κοινωνική ασφάλιση, σημαντικοί φορείς αυτής είναι τα Ταμεία Επαγγελματικής Ασφάλισης (Τ.Ε.Α.), τα οποία εισήχθησαν στην ελληνική έννομη τάξη με τον ν. 3029/2002 και ιδίως με το άρθρο 7 αυτού, όπως τροποποιήθηκε με τον ν. 4099/2012.

Back to Top