ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΕΜΒΑΘΥΝΣΗΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

Συνδυάστε Βιβλίο (έντυπο) + e-book και κερδίστε 11.9€
Δωρεάν μεταφορικά σε όλη την Ελλάδα για αγορές άνω των 30€
credit-card

Πληρώστε σε έως άτοκες δόσεις των /μήνα με πιστωτική κάρτα.

Σε απόθεμα

Τιμή: 28,90 €

* Απαιτούμενα πεδία

Κωδικός Προϊόντος: 18889
Παντελίδου Κ., Κακατσάκης Σ., Κωνσταντινίδης Ν. -Π.
  • Έκδοση: 2024
  • Σχήμα: 17x24
  • Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
  • Σελίδες: 352
  • ISBN: 978-618-08-0116-3

Το βιβλίο «Ασκήσεις εμβάθυνσης Αστικού Δικαίου και Πολιτικής Δικονομίας» περιλαμβάνει 37 πρακτικά θέματα, τα οποία ομοι­άζουν με καθημερινές δικαστικές υποθέσεις που απαιτούν ωριμότητα και συνδυασμό τόσο του ουσιαστικού, όσο και του δικονομικού δικαίου. Είναι κατανεμημένα αναλόγως των τμημάτων του Αστικού Δικαίου, με κριτήριο το κεντρικό πρόβλημα, σε:

• Γενικές Αρχές του Αστικού Δικαίου,

• Γενικό Ενοχικό Δίκαιο,

• Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο,

• Εμπράγματο Δίκαιο,

• Οικογενειακό Δίκαιο και

• Κληρονομικό Δίκαιο.

Τα πρακτικά πε­ριέχουν πάντοτε δικονομικά ζητήματα και ορισμένα από αυτά και θέματα του Εμπορι­κού Δικαίου. Δεν έχουν όλα τον ίδιο βαθμό δυσκολίας, κάτι που τα καθιστά πιο ενδιαφέροντα. Ζητήματα που αναλύονται είναι, μεταξύ άλλων, η συρροή ακυρότητας και ακυρωσίας, εικονική δικαιοπραξία, εγγύηση, συμβάσεις εργολαβίας, πώληση, αδικοπραξίες, καταδολίευση, γειτονικό δίκαιο, διεκδικητική αγωγή, αγωγή διανομής, δουλείες, διατροφή, διαζύγιο, επιμέλεια, ονοματοδοσία, αποκτήματα, διαθήκη, νόμιμη μοίρα, αποποίηση, κληρονομητήριο και πολλά άλλα.

Το βιβλίο «Ασκήσεις εμβάθυνσης Αστικού Δικαίου και Πολιτικής Δικονομίας» φιλοδοξεί να βοηθήσει φοιτητές, αλλά και απο­φοίτους και υποψήφιους της Σχολής Δικαστών και άλλων νομικών διαγωνισμών, αφού η πορεία προς τη γνώση συνεχίζεται.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ V

ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ XI

ΒΑΣΙΚΗ ΓΕΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ XV

ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

[1] Συρροή ακυρότητας και ακυρωσίας Κτήση κινητού από καλόπιστο τρίτο
Το ζήτημα της επιστροφής του τιμήματος Αρμόδιο δικαστήριο 1

[2] Έννομο συμφέρον Προσύμφωνο Πληρεξουσιότητα Εκκρεμοδικία
Προσωρινή εκτελεστότητα Πτώχευση Προκαταβολή 7

[3] Εικονική δικαιοπραξία Αρμοδιότητα Ένορκες βεβαιώσεις
Ερημοδικία στην κατ’ έφεση δίκη 17

[4] Τύπος δικαιοπραξίας Απαγόρευση διάθεσης Διαλυτική αίρεση
Ομοδικία Ανακοπή ερημοδικίας 27

[5] Εγγύηση Τύπος Ακυρώσιμη δικαιοπραξία Αποδεικτικές συμβάσεις
Προσημείωση υποθήκης Νομικό πρόσωπο Διαταγή πληρωμής
Ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής Ένορκη βεβαίωση
Εκουσία δικαιοδοσία 37

[6] Πληρεξουσιότητα Ακυρωσία Αποσβεστική προθεσμία
Αρμοδιότητα Μεταβολή βάσης αγωγής ενώπιον του Εφετείου 49

[7] Ευθύνη από διαπραγματεύσεις Προσύμφωνο Καταχρηστική άσκηση
δικαιώματος Ένορκες βεβαιώσεις Συγκεντρωτικό σύστημα
στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας 55

ΓΕΝΙΚΟ ΕΝΟΧΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

[8] Παρέμβαση Προσωρινή διαταγή Απαγόρευση διάθεσης
Αναδοχή χρέους Αξιόγραφα Ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής
Τριτεγγύηση Συναλλαγματική χάριν ευκολίας 65

[9] Μεταβίβαση επιχείρησης Εις ολόκληρον ενοχή Παραγραφή
Πρόσθετοι λόγοι έφεσης Νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί στην κατ’ έφεση δίκη 75

VIII

[10] Εμπορική πράξη Κτήση εμπορικής ιδιότητας Αοριστία αγωγής
Μεταβίβαση επιχείρησης Παθητική νομιμοποίηση στην αναγκαστική
εκτέλεση Χρηματική οφειλή σε ξένο νόμισμα Διαζευκτική ενοχή Έφεση 85

[11] Ετερόρρυθμη εταιρία Ανώμαλη εξέλιξη επί καταβολής εισφοράς
Ευθύνη εταίρων Αναγωγικές αξιώσεις Λύση εταιρίας Ομοδικία
Ανακοπή κατά της εκτέλεσης 95

ΕΙΔΙΚΟ ΕΝΟΧΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

[12] Ανάκληση δωρεάς λόγω αχαριστίας Δωρεά από ιδιαίτερο καθήκον
Αποσβεστική προθεσμία Αντικειμενική σώρευση Εισαγωγή
σε εσφαλμένη διαδικασία 105

[13] Πώληση κινητών με παρακράτηση κυριότητας Κτήση κινητών
από καλόπιστο τρίτο Σχέση των δικαιωμάτων του πωλητή Ομοδικία 113

[14] Μίσθωση πράγματος Υπερημερία μισθωτή Αποκατάσταση δαπανών 119

[15] Σύμβαση ανέγερσης οικοδομής με αντιπαροχή Αυτοσύμβαση
Απαγόρευση κατάσχεσης αμοιβής Καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως 127

[16] Σύμβαση εργολαβίας Πραγματικά ελαττώματα Προσβολή
προσωπικότητας Εκκρεμοδικία Ανταγωγή Προσβαλλόμενες
με έφεση αποφάσεις Νέα αιτήματα στην κατ’ έφεση δίκη 135

[17] Σύμβαση υπέρ τρίτου Πραγματικά ελαττώματα στη σύμβαση έργου
Καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως Προσωρινή εκτελεστότητα
Αρμοδιότητα Διάθεση επίδικου αντικειμένου 149

[18] Πώληση Οφειλή τιμήματος Τόκος Εγγύηση Εγγυητική ευθύνη
μέλους ΙΚΕ Εκχώρηση επίδικης απαίτησης Πλειστηριασμός 157

[19] Σύμβαση δανείου Υπερημερία οφειλέτη Ποινική ρήτρα
Ορισμένο αγωγής Αίτηση επίδειξης εγγράφου Αμφισβήτηση
γνησιότητας Αποδεικτικά μέσα Δεδικασμένο επί ενστάσεων 165

[20] Αδικοπραξία Ζημία από περισσοτέρους Ανηλικότητα Αποζημίωση
λόγω αναπηρίας Προσεπίκληση δικονομικού εγγυητή Ομοδικία 177

[21] Αδικοπραξία Διαζευκτική εναγωγή Αποδεικτικά μέσα 183

[22] Αδικοπραξία Ευθύνη κατόχου ζώου Συντρέχον πταίσμα
Προσωρινή εκτελεστότητα Προσωπική κράτηση Συντηρητική
κατάσχεση Ανακριβής δήλωση τρίτου 193

IX

[23] Καταδολίευση δανειστών Παραγραφή Διακοπή Αντικειμενική
σώρευση Έννομο συμφέρον για άσκηση έφεσης 205

ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΟ ΔΙΚΑΙΟ

[24] Γειτονικό δίκαιο και αρνητική αγωγή Αντικειμενική σώρευση αγωγών
Παραγραφή της αδικοπραξίας Ευθύνη των ομορρύθμων εταίρων
επί μετατροπής Εικονικό τίμημα 215

[25] Κύρος δικαιοπραξίας Διεκδικητική αγωγή Υλική αρμοδιότητα
Υπόσχεση ελευθέρωσης Υποθήκη και ασφαλιστική αποζημίωση 223

[26] Αγωγή διανομής Προσεπίκληση Σύσταση δουλείας Χρησικτησία
Παραγραφή Παραδεκτό έφεσης Προθεσμία αναίρεσης 233

[27] Σύσταση δουλείας διόδου Προστασία του δικαιώματος
Αίτηση ασφαλιστικών μέτρων Αντικειμενική σώρευση αγωγών 243

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

[28] Διατροφή ανηλίκων τέκνων και άμυνα του εναγομένου
Διαζύγιο με αντιδικία και διαδικασία 251

[29] Αξίωση αποκτημάτων Νόμιμη μοίρα Σχέση αξίωσης στα αποκτήματα
και κληρονομικού δικαιώματος Χωρισμός αγωγών Αναστολή 259

[30] Διατροφή και επιμέλεια ανηλίκου Διάδικοι Ανταίτηση στα ασφαλιστικά
μέτρα Ονοματοδοσία Απώτερος υπόχρεος Επικουρική εναγωγή 267

[31] Αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα Άμυνα εναγομένου Αδικαιολόγητος πλουτισμός Ένορκη βεβαίωση Παραίτηση από δικαίωμα 277

ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

[32] Δημόσια διαθήκη Αποποίηση Αποκλήρωση σε ευρεία και στενή έννοια
Νόμιμη μοίρα Διαδοχή τάξεων και βαθμών 285

[33] Ατελής χρονολογία ιδιόγραφης διαθήκης Κήρυξη της διαθήκης ως κυρίας
Αναξιότητα Πρόσθετη παρέμβαση 291

[34] Κύρος διαθήκης Παράλειψη μεριδούχου Αρμοδιότητα Διακοπή δίκης
Χρησικτησία Κύρια παρέμβαση Κληρονόμηση εταιρικής συμμετοχής 297

[35] Ακυρωσία διαθήκης Νόμιμη μοίρα Κληρονομητήριο
Εγγραφή στα βιβλία διεκδικήσεων Αποδεικτικά μέσα 307

X

[36] Νόμιμη μοίρα Μέμψη άστοργης δωρεάς Γονική παροχή και μέμψη
Παραίτηση από τη νόμιμη μοίρα 315

[37] Κύρος Διαθήκης Παράλειψη νόμιμου μεριδούχου Νέα αποδεικτικά
μέσα στην κατ’ έφεση δίκη Μεταβιβαστικό αποτέλεσμα έφεσης
Αναίρεση 321

ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ 327

Σελ. 1

ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

1

Συρροή ακυρότητας και ακυρωσίας Κτήση κινητού από καλόπιστο τρίτο Το ζήτημα της επιστροφής του τιμήματος  Αρμόδιο δικαστήριο

Η ηλικιωμένη και άπορη Χ, κάτοικος Θεσσαλονίκης, επισκέπτεται τον κοσμηματοπώλη της ίδιας πόλης, Κ και του προτείνει να αγοράσει ένα κόσμημα που κληρονόμησε από τη μητέρα της, διότι η σύνταξή της δεν επαρκούσε για τη διατροφή της. Ο Κ διέγνωσε ότι πρόκειται για κόσμημα μεγάλης αξίας (άνω των 10.000 ευρώ), καθώς και τη δύσκολη οικονομική της κατάσταση και προσφέρεται να τη βοηθήσει προσφέροντας την πολύ καλή τιμή, όπως λέει, των 1.000 ευρώ. Επιπλέον ο Κ της εξήγησε ότι ως ειδικός, εκτιμά την αξία του κοσμήματος στα 800-900 ευρώ. Η Χ δέχθηκε χαρούμενη, μεταβίβασε το κόσμημα και εισέπραξε τα 1.000 ευρώ. Μετά από τρία χρόνια έμαθε ότι το κόσμημα είχε πωληθεί από τον Κ στην Α, στην έπαυλη της οποίας εργαζόταν η ανηψιά της, η οποία και αναγνώρισε το κόσμημα και έμαθε ότι η Α το αγόρασε αντί τιμήματος 22.000 ευρώ, όσο και η αξία του. Η Χ σας επισκέπτεται στο δικηγορικό σας γραφείο και ενδιαφέρεται για τα εξής: Μπορεί να ζητήσει πίσω το κόσμημα; Μπορεί, τότε, ο Κ να ζητήσει πίσω τα 1.000 ευρώ; Περαιτέρω ερωτήσεις: Σε ποια ή ποιες βάσεις θα στηριχθεί η αγωγή της Χ και ποια είναι η μεταξύ τους σχέση; Σε ποιο δικαστήριο θα ασκηθεί η αγωγή; Εάν ο Κ ισχυρισθεί ότι έχει αποσβεσθεί το δικαίωμα της Χ, ποιος θα φέρει το βάρος της αποδείξεως; Εάν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν ερευνήσει την επικουρική βάση, θα μπορεί αυτή να εξετασθεί από το δευτεροβάθμιο, με ή χωρίς ειδικό αίτημα;

Ενδεικτικές απαντήσεις

1. Συρροή ακυρότητας και ακυρωσίας

1Εναντίον του Κ, η Χ μπορεί να στραφεί και να ασκήσει αγωγή ακυρώσεως της δικαιοπραξίας πώλησης και μεταβίβασης του κοσμήματος λόγω απάτης (ΑΚ 147 επ.), που απευθύνεται εναντίον του αντισυμβαλλομένου της και όχι εναντίον της ειδικού διαδόχου (ΑΚ 155). Συντρέχουν οι προϋποθέσεις της ακυρώσιμης λόγω απάτης δικαιοπραξίας, επειδή ο Κ παραπλάνησε δολίως τη Χ, διότι της παρέστησε εν γνώσει του πολύ μειωμένη την αξία του κοσμήματος και συντρέχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της απάτης και της δικαιοπραξίας, δηλαδή η Χ δεν θα την επιχειρούσε με τους ίδιους όρους άνευ της

Σελ. 2

συμπεριφοράς του Κ. Η πλάνη από την απάτη δεν είναι ανάγκη να είναι ουσιώδης και μπορεί να είναι συγγνωστή ή μη.

2Δεν έχει παρέλθει η διετής αποσβεστική προθεσμία, διότι η απάτη εξακολούθησε και μετά τη δικαιοπραξία (ΑΚ 157 εδ. 1 και 2). Επειδή ο Κ μετεβίβασε το κόσμημα στην Α, αυτή γίνεται κυρία εάν είναι καλόπιστη (ΑΚ 1036), πιστεύει δηλαδή ότι ο κοσμηματοπώλης είναι ο κύριος του κοσμήματος και η Χ δεν μπορεί να στραφεί εναντίον της.

3Εκτός από τη νομική βάση της ακύρωσης της δικαιοπραξίας λόγω πλάνης ή απάτης, η Χ μπορεί να ζητήσει με αναγνωριστική αγωγή την αναγνώριση της ακυρότητας της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς (ΑΚ 179), διότι ο Κ εκμεταλλεύθηκε την ανάγκη της, αφού είναι άπορη και έχει σοβαρή οικονομική ανάγκη και δυσκολία εξεύρεσης των προς το ζην, αλλά και την απειρία της (έλλειψη πείρας στις συναλλαγές με κοσμήματα σε αντίθεση με τον ίδιο) και επέτυχε τη σύναψη δικαιοπραξίας στην οποία η αντιπαροχή τελεί σε προφανή δυσαναλογία με την παροχή. Είναι ενδεχόμενο ο Κ να εκμεταλλεύθηκε και την κουφότητα της Χ, συνέπεια της οποίας η Χ δεν μπορούσε να εκτιμήσει τις συνέπειες των πράξεών της εξαιτίας έκπτωσης της διανοητικής της κατάστασης. Τα στοιχεία που γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης είναι τρία, δηλαδή η ανάγκη, η κουφότητα ή η απειρία και αρκεί να συντρέχει η εκμετάλλευση του ενός. Εάν όμως συγχρόνως συντρέχει εκμετάλλευση των δύο ή και των τριών, η εκμετάλλευση είναι σοβαρότερη και η θέση του αισχροκερδούντος επιβαρύνεται .

4Ως προς τη σχέση των δύο νομικών βάσεων ακυρότητας και ακυρωσίας, στο παρελθόν είχε υποστηριχθεί ότι αυτό είναι ασυμβίβαστο, διότι ενέχει αντιφατικότητα: Εφόσον η άκυρη δικαιοπραξία είναι ένα νομικό “τίποτε”, δεν είναι δυνατόν να ζητείται η ανατροπή της. Στη συνέχεια όμως επικράτησε ρεαλιστικότερη αντιμετώπιση. Η δικαιοπραξία δεν πρέπει να θεωρείται “γκρεμισμένο σπίτι” που δεν είναι δυνατόν να ξαναγκρεμισθεί. Ακριβώς πλέον επικρατεί η άποψη ότι πρόκειται για συρροή νόμων και ο απατηθείς μπορεί να προτιμήσει όποια βάση επιθυμεί ή να ασκήσει επικουρικά και τη δεύτερη βάση. Πρόκειται δηλαδή για διαζευκτική συρροή με συνέπειες ανάλογες με την επιλογή του δικαιούχου. Τι θα επιλέξει ο δικαιούχος εξαρτάται από το τι είναι ευκολότερο να αποδειχθεί ή τι τον συμφέρει καλύτερα, π.χ. εάν θέλει να διεκδικήσει το ακίνητο, τον συμφέρει η ακυρότητα, διότι με την ακυρωσία δεν μπορεί να ανατρέψει τις εν τω μεταξύ μεταβιβάσεις. Αν όμως η επιλεγείσα βάση απερρίφθη, π.χ. η Χ άσκησε αγωγή ακυρώσεως λόγω απάτης, θα πρέπει να δεχθούμε ότι δεν χάνει το δικαίωμα να ασκήσει αναγνωριστική αγωγή ακυρότητας της καταπλεονεκτικής δικαιοπραξίας, διότι δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο. Το ίδιο και αν απώλεσε τη σύντομη αποσβεστική προθεσμία. Αν η πρώτη αγωγή έγινε δεκτή, δεν μπορεί να επανέλθει, δηλ. στην ουσία η ικανοποίηση της μιας αξίωσης θα επιφέρει την απόσβεση των άλλων.

Σελ. 3

5Επομένως γίνεται δεκτό ότι πρόκειται για συρροή νόμων (ακυρότητα και ακυρωσία) και ο ενάγων μπορεί να επιλέξει τη βάση που τον συμφέρει ή να χρησιμοποιήσει τη μία βάση ως κύρια και την άλλη ως επικουρική. Και με αυτή τη νομική βάση όμως, η Χ δεν μπορεί να ζητήσει την απόδοση του πίνακα από την Α, αν αυτή είναι καλόπιστη (ΑΚ 1036). Στην περίπτωση αυτή, θα δεχθούμε ότι η Α είναι σε καλή πίστη, αν δεν γνωρίζει το ελάττωμα της καταπλεονεκτικής δικαιοπραξίας, χωρίς η άγνοιά της να οφείλεται σε βαριά αμέλεια.

6Η Χ μπορεί επίσης, εφόσον δεν μπορεί να λάβει πίσω το κόσμημα, να αποδεχθεί την δικαιοπραξία και να ζητήσει από τον Κ αποζημίωση (θετικό διαφέρον - ΑΚ 149 εδ. 2) ή να απαιτήσει αποζημίωση κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, παραλλήλως με την ακύρωση (αρνητικό διαφέρον - ΑΚ 149 εδ. 1). Η απάτη αντιμετωπίζεται από το δίκαιο ως λόγος ακυρώσεως και ως αδικοπρακτική συμπεριφορά. Στη συγκεκριμένη περίπτωση θα πρόκειται για το ίδιο ποσό, δηλ. την αξία του κοσμήματος (22.000 ευρώ).

2. Η αξίωση του καταπλεονέκτη για την επιστροφή του τιμήματος

7Ερωτάται αν ο Κ έχει αξίωση εναντίον της Χ για την απόδοση των 1.000 ευρώ με τα οποία πλήρωσε το κόσμημα. Αυτό δέχεται η κρατούσα γνώμη, δηλαδή ότι η ακυρότητα καταλαμβάνει και τις δύο παροχές και ότι ο αισχροκερδών μπορεί να αναζητήσει την παροχή με διεκδικητική αγωγή ή τουλάχιστον με αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού. Για να είναι όμως δυνατή η εκκαθάριση της καταπλεονεκτικής δικαιοπραξίας, υποστηρίζεται ότι δεν θα εφαρμοσθεί η ΑΚ 907 § 1. Αντίθετη άποψη υποστηρίζει ότι ορθότερο είναι να μην αναζητείται η παροχή προς το θύμα της εκμετάλλευσης, λόγω της ΑΚ 907 § 1, κατά την οποία παροχή που έγινε για ανήθικη αιτία δεν αναζητείται, αν η ανήθικη αιτία αφορά το δότη ή κατά μείζονα λόγο μόνον το δότη. Η αποδοκιμασία της συμπεριφοράς του δότη είναι εντονότερη από την ωφέλεια του θύματος. Στην προκειμένη πάντως περίπτωση, επειδή η Χ, λόγω της απώλειας της κυριότητας, αποδέχεται τη δικαιοπραξία και απαιτεί αποζημίωση, νομίζω ότι πρέπει να συνυπολογιστεί το ύψος της παροχής που έλαβε, διότι αλλιώς θα είχαμε ως άμεση συνέπεια τον πλουτισμό της και όχι την αποκατάσταση της ζημίας.

3. Το αρμόδιο δικαστήριο για την αγωγή της Χ

8Ως προς την αγωγή ακύρωσης λόγω απάτης, κατά μία άποψη οι διαπλαστικές αγωγές με τις οποίες επιδιώκεται η διάπλαση μιας περιουσιακής σχέσης, υπάγονται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, διότι το αντικείμενό τους είναι ανε-

Σελ. 4

πίδεκτο περιουσιακής αποτίμησης (ΚΠολΔ 18). Κατά την αντίθετη άποψη, η αρμοδιότητα κρίνεται με βάση την αξία του αντικειμένου της διαφοράς (ΚΠολΔ 7 επ.), εφόσον το αντικείμενό της είναι δεκτικό χρηματικής αποτίμησης. Ανάλογα έχουν υποστηριχθεί και για την αναγνωριστική αγωγή της ακυρότητας μιας καταπλεονεκτικής δικαιοπραξίας. Πρόκειται για αναγνωριστική αγωγή διότι η ακυρότητα επέρχεται αυτοδικαίως (ΑΚ 180) και δεν απαιτείται να κηρυχθεί με δικαστική απόφαση. Νομίζω ότι είναι ορθότερη η άποψη για την αρμοδιότητα και της αγωγής ακυρωσίας με βάση την αξία του αντικειμένου, που εν προκειμένω θα έχει ως αποτέλεσμα να αποφευχθεί το Πολυμελές Πρωτοδικείο και να είναι αρμόδιο το Μονομελές, λόγω της αξίας του κοσμήματος που ανέρχεται σε 22.000 ευρώ. Το ίδιο δικαστήριο θα είναι αρμόδιο για την αξίωση αποζημίωσης της Χ. Κατά τόπον αρμόδιο θα είναι το δικαστήριο της νόμιμης γενικής δωσιδικίας του εναγομένου (ΚΠολΔ 22 επ.) ή το δικαστήριο της συντρέχουσας ειδικής δωσιδικίας της δικαιοπραξίας (ΚΠολΔ 33) και ενδεχομένως σε περίπτωση απάτης, το δικαστήριο της συντρέχουσας ειδικής δωσιδικίας του αδικήματος (ΚΠολΔ 35). Επομένως πρόκειται για το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

9Επειδή η Χ θα ασκήσει αναγνωριστική αγωγή ακυρότητας και επικουρικώς αγωγή ακυρωσίας, πρέπει να τονισθεί ότι και η επικουρική σώρευση αγωγών προϋποθέτει ταυτότητα δικαιοδοσίας και διαδικασίας, που συντρέχει εν προκειμένω. Δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της ΚΠολΔ 9 § 4, κατά την οποία, η αξία του αντικειμένου της διαφοράς προσδιορίζεται από το ανώτερο κατά την αξία αίτημα.

4. Το βάρος αποδείξεως σχετικώς με την αποσβεστική προθεσμία της ΑΚ 157

10Σε περίπτωση απόσβεσης του δικαιώματος ακύρωσης λόγω παρόδου της διετούς προθεσμίας ακύρωσης, το βάρος επίκλησης και απόδειξης φέρει ο ισχυριζόμενος την απόσβεση, λόγω παρόδου του χρόνου. Εννοείται ότι το δικαστήριο λαμβάνει αυτεπαγγέλτως την αποσβεστική προθεσμία (ΑΚ 280), εφόσον η παρέλευσή της προκύπτει από το υλικό της δικογραφίας. Επειδή στην υπό κρίση περίπτωση η απάτη εξακολούθησε μετά από την παρέλευση της διετίας, η οποία αρχίζει από την παύση της, δηλαδή από τότε που την πληροφορήθηκε η Χ, κατά μία άποψη, ο ισχυριζόμενος την απόσβεση πρέπει να αποδείξει την έναρξη της προθεσμίας από την παύση της απάτης. Κατά την ορθότερη άποψη, ο ισχυρισμός για την έναρξη της προθεσμίας από την παύση της απάτης, συνιστά αντένσταση αυτού που επιδιώκει την ακύρωση, ο οποίος βαρύνεται με την απόδειξη του ισχυρισμού. Επομένως η Χ θα αποδείξει ότι η διετία της ΑΚ 157 άρχισε από την παύση της απάτης και δεν έχει ακόμη συμπληρωθεί.

Σελ. 5

5. Το μη εξετασθέν επικουρικό αίτημα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο

11Εάν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν εξέτασε το επικουρικό αίτημα, αυτό θα μπορεί να εξετασθεί από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που απορρίπτει την κύρια βάση και χωρίς ειδικό παράπονο, αλλιώς ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά την ΚΠολΔ 559 αρ. 9.

Παντελίδου

Σελ. 7

2

Έννομο συμφέρον Προσύμφωνο Πληρεξουσιότητα Εκκρεμοδικία Προσωρινή εκτελεστότητα Πτώχευση  Προκαταβολή

Ο Α ασκεί αγωγή κατά των κληρονόμων του Β, Γ και Δ, επικαλούμενος συνοπτικά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Ότι ο Α και ο Β είχαν καταρτίσει έγκυρο προσύμφωνο πώλησης και μεταβίβασης ακινήτου, με τους αναλυτικούς όρους και συμφωνίες, που διαλαμβάνονται σε αυτό, και με την ταυτόχρονη πληρωμή από τον Α (ως υποψήφιο αγοραστή) στον Β (ως υποψήφιο πωλητή), μέρους του τιμήματος, ποσού 10.000 € τοις μετρητοίς, εκ του συνολικού τιμήματος των 50.000 €, και με την πρόβλεψη ειδικού όρου για τη δυνατότητα κατάρτισης αυτοσύμβασης, εφόσον κάποιο από τα μέρη δεν προσέλθει την ημέρα που είχε οριστεί στο προσύμφωνο για την κατάρτιση της οριστικής σύμβασης. Ότι τελικά κατά την ημέρα της οριστικής σύμβασης ο Β είχε ήδη αποβιώσει, ότι ο Α πληροφόρησε τον συμβολαιογράφο για το γεγονός αυτό και προχώρησε στην κατάρτιση της αυτοσύμβασης κατά τα προβλεπόμενα στο προσύμφωνο, κατήρτισε αυτοπρόσωπα την πώληση και τη μεταβίβαση και μετέγραψε συναφώς τη συμβολαιογραφική πράξη. Ότι, περαιτέρω, οι κληρονόμοι του Β διατείνονται με ρηματική αμφισβήτηση ότι το εν λόγω ακίνητο συγκαταλέγεται στα κληρονομιαία στοιχεία τους και αμφισβητούν την κυριότητα του Α, παρά το γεγονός ότι ο τελευταίος τους έχει αποστείλει εξώδικη δήλωση με την οποία τους γνωστοποιεί τα παραπάνω νομικά γεγονότα και τον τρόπο κτήσης του ακινήτου με αυτοσύμβαση. Για τον λόγο αυτό αξιώνει να αναγνωριστεί κύριος του επίδικου ακινήτου.

Επικουρικά δε, για την περίπτωση που η άνω βάση και το αίτημα της αγωγής του δεν γίνει δεκτό, αξίωσε την καταδίκη των εναγομένων Γ και Δ, κληρονόμων του Β, σε δήλωση βούλησης για την πώληση και μεταβίβαση του ακινήτου δυνάμει του επίδικου προσυμφώνου με ταυτόχρονο αίτημα να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά το αίτημα αυτό προσωρινά εκτελεστή.

Επ’ αυτών οι εναγόμενοι παραδεκτά εισέφεραν, ότι η αγωγή πρέπει να απορριφθεί κατά μεν την κύρια βάση της ελλείψει εννόμου συμφέροντος, καθόσον δεν θεμελιώνεται έννομο συμφέρον του ενάγοντα προς άσκηση αναγνωριστικής αγωγής, απλώς και μόνον λόγω της ρηματικής αμφισβήτησης της κυριότητάς του επί του επίδικου ακινήτου από τους εναγομένους, κατά δε την επικουρική βάση διότι το ακίνητο αυτό δεν ανήκει κατά κυριότητα στους εναγόμενους, αφού ήδη το έχουν μεταβιβάσει εγκύρως στον Ω.

Σελ. 8

Ερωτάται:

1. Συντρέχει έννομο συμφέρον του Α αναφορικά με την κύρια βάση της αγωγής του;

2. Είναι νομικά βάσιμη η κύρια βάση της αγωγής του Α;

3. Πώς θα κρίνει το δικαστήριο το αίτημα της επικουρικής αγωγής αναφορικά με την κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής;

4. Από ποιο χρονικό σημείο γεννάται εκκρεμοδικία στην επικουρική βάση της αγωγής του Α;

5. Ποια είναι η νομική βάση της επικουρικής βάσης της αγωγής του Α;

6. Αν υποτεθεί ότι η άμυνα των εναγομένων για την επικουρική βάση είναι ουσιαστικά βάσιμη, ποια επίδραση θα έχει αυτή στη δικαστική κρίση;

7. Αν οι εναγόμενοι εισέφεραν νομότυπα στο δικαστήριο ότι μετά την άσκηση της αγωγής πτώχευσαν, ποια θα έπρεπε να είναι η επίδραση της γνωστοποίησης αυτής για την τύχη της επικουρικής αγωγής;

8. Ποια είναι η νομική φύση της πληρωμής των 10.000 € που καταβλήθηκαν κατά την κατάρτιση του προσυμφώνου και πώς μπορούν να αξιωθούν πίσω, αν τελικά δεν καταρτιστεί η οριστική σύμβαση;

Ενδεικτικές απαντήσεις

1. Θεμελίωση εννόμου συμφέροντος στην αναγνωριστική αγωγή

1Κατά το άρθρο 68 ΚΠολΔ δικαστική προστασία έχει το δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, δηλαδή όποιος έχει ανάγκη προς παροχή δικαστικής προστασίας. Συνιστά δε το έννομο συμφέρον αυτοτελή διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, η συνδρομή του οποίου ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης (άρθρο 73 ΚΠολΔ) με ελεύθερη απόδειξη σύμφωνα με το άρθρο 8 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται αναλογικά για τη διαπίστωση όλων των διαδικαστικών προϋποθέσεων. Η έλλειψή του, άλλωστε, συνεπάγεται την απόρριψη της σχετικής αίτησης δικαστικής προστασίας ως απαράδεκτης, εφόσον η έλλειψή του προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, άλλως ως ουσία αβάσιμης, εφόσον προκύπτει από την αποδεικτική διαδικασία.

2Εξάλλου, ως έννομο συμφέρον νοείται κάθε υλικό ή ηθικό όφελος, που αναγνωρίζει ο νόμος υπέρ αυτού που ζητεί δικαστική προστασία, εφόσον επιπλέον είναι άμεσο και παρόν. Άμεσο έννομο συμφέρον υπάρχει όταν από την ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης (άκυρη δικαιοπραξία κλπ.) προκαλείται αβεβαιότητα ως προς ορισμένη έννομη σχέση του ενάγοντα με τρίτο πρόσωπο και συνακόλουθος κίνδυνος για τα συμφέροντα αυτού (άμεσος και επικείμενος ή και εξαρτώμενος από πρόσθετα μελλοντικά περιστατικά), για

Σελ. 9

την αποτροπή του οποίου ζητείται, ως πρόσφορη και αναγκαία δικαιοδοτική πράξη, η έκδοση δικαστικής απόφασης. Ενώ παρόν είναι το έννομο συμφέρον, όταν αφορά έννομες σχέσεις υπαρκτές και παρούσες (ενεστώσες), και όχι υποθετικές και μελλοντικές ή ενδεχόμενες. Τα αναγκαία για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντος περιστατικά μπορούν να προταθούν και με τις προτάσεις, εκτός από την περίπτωση της αναγνωριστικής αγωγής, στην οποία το έννομο συμφέρον επιτελεί νομιμοποιητική λειτουργία και πρέπει η προβολή του να γίνεται μονό με την αγωγή.

3Όπως προαναφέρθηκε, η συνδρομή του εννόμου συμφέροντος, καθώς επίσης και της νομιμοποίησης των διαδίκων, συνιστά ουσιαστική προϋπόθεση παροχής δικαστικής προστασίας, η παραβίαση, μάλιστα, των εν λόγω διαδικαστικών προϋποθέσεων εμπίπτει στον αναιρετικό λόγο με αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και όχι στον αναιρετικό λόγο με αρ. 14 του ίδιου άρθρου, ο οποίος ανακύπτει μόνο όταν το δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχει τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της.

4Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 70 ΚΠολΔ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή η ανυπαρξία κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Η συνδρομή του εννόμου συμφέροντος, που αξιώνει η παραπάνω διάταξη για την άσκηση αναγνωριστικής αγωγής επιτελεί συνάμα και νομιμοποιητική λειτουργία στην αναγνωριστική αγωγή και συνιστά ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού της, όπως προαναφέρθηκε. Ως εκ τούτου, ενόψει και των διατάξεων του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, για το ορισμένο της αγωγής αυτής, πρέπει το έννομο συμφέρον να εκτίθεται με επίκληση από τον ενάγοντα στο δικόγραφό της. Το έννομο συμφέρον θεωρείται ότι υπάρχει, όταν, από τη συμπεριφορά του εναγομένου ή τρίτου, η οποία μπορεί να συνίσταται και σε προφορική άρνηση ή και αμφισβήτηση του οικείου δικαιώματος, δημιουργείται αντικειμενικά αβεβαιότητα ως προς την ύπαρξη ή ανυπαρξία του δικαιώματος αυτού του ενάγοντα, η οποία αβεβαιότητα δημιουργεί άμεσα ή έμμεσα κινδύνους για τα συμφέροντά του, που δεν μπορούν να αποτραπούν, παρά μόνο με την έκδοση αναγνωριστικής απόφασης.

5Συνεπώς, για το ορισμένο, ως προς το έννομο συμφέρον, της αναγνωριστικής αγωγής, απαιτείται, αλλά και αρκεί, να εκτίθεται στο δικόγραφό της, η άρνηση ή αμφισβήτηση από τον εναγόμενο του δικαιώματος του ενάγοντα, την προστασία του οποίου ο τελευταίος ζητά, με την αιτούμενη με την αγωγή αναγνώρισή του.

6Βάσει των παραπάνω, προκύπτει ότι στην υπό κρίση περίπτωση συντρέχει στο πρόσωπο του ενάγοντα έννομο συμφέρον για την άσκηση της επίδικης αγωγής, αφού ιστορεί στο εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο ότι οι εναγόμενοι αμφισβητούν λεκτικά το εμπράγματο δικαίωμά του επί του ακινήτου, που ισχυρίζεται ότι απέκτησε κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς με την αυτοσύμβαση και, άρα, κατά τούτο η αγωγή είναι παραδεκτή.

Σελ. 10

2. Τύχη του συμβατικού όρου της αυτοσύμβασης μετά τον θάνατο του πληρεξουσιοδότη

7Νομικά βάσιμη κρίνεται η αγωγή, εφόσον τα διαλαμβανόμενα σε αυτήν πραγματικά περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, άγουν στην επιδιωκόμενη έννομη συνέπεια, όπως αυτή ενσωματώνεται στο αίτημά της. Το δικαστήριο εξετάζει τη νομική βασιμότητα της αγωγής αυτεπαγγέλτως και ανεξάρτητα από τη στάση του εναγομένου και, εφόσον κρίνει αυτή νομικά βάσιμη, ολικά ή εν μέρει, εξετάζει κατά το τμήμα αυτό την ουσιαστική βασιμότητά της.

8Περαιτέρω, για να είναι νομικά βάσιμη η αναγνωριστική αγωγή της κυριότητας του ενάγοντα, θα πρέπει –μεταξύ άλλων– ο τελευταίος να επικαλεστεί τα δικαιοπαραγωγικά γεγονότα κτήσης της κυριότητας του πράγματος, είτε παραγώγως είτε πρωτοτύπως. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1033 ΑΚ για να αποκτήσει παραγώγως ακίνητο ένα πρόσωπο θα πρέπει να καταρτιστεί έγκυρη συμβολαιογραφική σύμβαση μεταβίβασης μεταξύ του κυρίου και του αποκτώντος για κάποια νόμιμη αιτία και να μεταγραφεί αυτή νομοτύπως.

9Από την άλλη μεριά, κατά το άρθρο 211 παρ. 1 εδ. α΄ ΑΚ δήλωση βουλήσεως από κάποιον (αντιπρόσωπο) στο όνομα άλλου (αντιπροσωπευομένου) μέσα στα όρια της εξουσίας αντιπροσώπευσης ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου, ενώ κατά τα άρθρα 216 και 223 ΑΚ η εξουσία αντιπροσώπευσης παρέχεται με τη σχετική δικαιοπραξία (πληρεξουσιότητα). Η πληρεξουσιότητα, εφόσον δεν συνάγεται το αντίθετο, παύει με τον θάνατο ή τη δικαιοπρακτική ανικανότητα εκείνου που έδωσε ή που έλαβε την πληρεξουσιότητα. Τέλος, κατά το άρθρο 235 ΑΚ ο αντιπρόσωπος δεν μπορεί να επιχειρήσει στο όνομα του αντιπροσωπευομένου δικαιοπραξία με τον εαυτό του ατομικά ή με την ιδιότητά του ως αντιπροσώπου άλλου, εκτός εάν ο αντιπροσωπευόμενος είχε επιτρέψει τη δικαιοπραξία ή αυτή συνίσταται αποκλειστικά στην εκπλήρωση υποχρέωσης. Αυτοσύμβαση που δεν έχει περιληφθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου είναι άκυρη.

10Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει μεταξύ των άλλων ότι η αυτοσύμβαση, ήτοι η δικαιοπραξία που επιχειρεί ο αντιπρόσωπος με τον εαυτό του ατομικά στο όνομα του αντιπροσωπευομένου βάσει πληρεξουσίου ή (και) μεταπληρεξουσίου, είναι έγκυρη αν ο αντιπροσωπευόμενος είχε επιτρέψει τη δικαιοπραξία αυτή, οπότε κάτι τέτοιο συντρέχει κατεξοχήν στο προσύμφωνο που ενσωματώνει ρήτρα αυτοσύμβασης, αφού αυτή εν τέλει λειτουργεί ως χορήγηση αμοιβαίας πληρεξουσιότητας των συμβαλλομένων μερών. Με άλλα λόγια το προσύμφωνο αυτό στο προκείμενο πρακτικό παρέχει την εξουσία να συναφθεί σύμβαση της οριστικής πώλησης και μεταβίβασης στον συμβαλλόμενο υπό διπλή ιδιότητα, ήτοι αφενός στο όνομα του πωλητή και μεταβιβάζοντα το ακίνητο πληρεξουσιοδότη και αφετέρου για τον εαυτό του ατομικά ως αγοραστή και αποκτώντα το ακίνητο.

Σελ. 11

11Αυτοσύμβαση όμως που επιχειρείται μετά τον θάνατο του αντιπροσωπευομένου και την εντεύθεν παύση της πληρεξουσιότητας (άρθρο 223 ΑΚ) δεν είναι έγκυρη, ως ενεργούμενη καθ’ υπέρβαση της πληρεξουσιότητας (άρθρα 211 παρ. 1 ΑΚ), εκτός εάν συνάγεται το αντίθετο, με την ύπαρξη δηλαδή μεταθανάτιας πληρεξουσιότητας, ρητώς παρεχόμενης ή συναγόμενης από το πληρεξούσιο έγγραφο.

12Εξάλλου, η έννομη συνέπεια της κατάρτισης δικαιοπραξίας από τον αντιπρόσωπο μετά την παύση της πληρεξουσιότητας ρυθμίζεται στα άρθρα 224 και 225 ΑΚ με κριτήριο την υποκειμενική καλή πίστη του αντιπροσώπου σε σχέση με τον λόγο παύσης. Οπότε στην περίπτωση του άρθρου 225 ΑΚ, στην περίπτωση δηλαδή του κακόπιστου παυθέντα πληρεξουσίου, ο οποίος τελεί σε γνώση της παύσης της πληρεξουσιότητάς του, η δικαιοπραξία που επιχειρήθηκε δεν δεσμεύει καταρχήν τον αντιπροσωπευόμενο ή τους κληρονόμους του.

13Επομένως, στην προκείμενη περίπτωση η κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, με αυτοσύμβαση από τον ενάγοντα Α, μετά τον θάνατο του εντολέως-πληρεξουσιοδότη Β, και την εντεύθεν παύση της πληρεξουσιότητας, σε εκτέλεση του προαναφερόμενου προσυμφώνου, είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, άκυρη, και, ως τέτοια, δεν επάγεται έννομα αποτελέσματα. Οπότε δεν επήλθε η μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου στον Α, αντιθέτως η κυριότητα αυτού περιήλθε από του θανάτου του Β στους κληρονόμους αυτού μετά τη μεταγραφή της αποδοχής της κληρονομίας (άρθρα 1193, 1999 ΑΚ). Τα ως άνω έχουν ως νομικό αποτέλεσμα να κρίνεται η αγωγή του ενάγοντα ως νομικά αβάσιμη.

3. Προϋποθέσεις κήρυξης απόφασης προσωρινά εκτελεστής

14Κατά το άρθρο 907 ΚΠολΔ την προσωρινή εκτέλεση οριστικής απόφασης διατάζει το δικαστήριο, αν τη ζητήσει ο διάδικος που νίκησε. Από τις δικαστικές αποφάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της προσωρινής εκτελεστότητας το δικαστήριο άλλοτε μπορεί (άρθρο 908 ΚΠολΔ), άλλοτε υποχρεούται (άρθρο 910 ΚΠολΔ) και άλλοτε απαγορεύεται (άρθρο 909 ΚΠολΔ) να τις κηρύξει προσωρινά εκτελεστές. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 909 ΚΠολΔ προσωρινή εκτέλεση δεν μπορεί να διαταχθεί μεταξύ άλλων στην περίπτωση που κατά το ουσιαστικό δίκαιο για να επέλθουν οι έννομες συνέπειες της απόφασης πρέπει αυτή να γίνει τελεσίδικη ή αμετάκλητη (αρ. 3).

15Εξάλλου, κατά το άρθρο 949 ΚΠολΔ όταν κάποιος καταδικάζεται σε δήλωση βούλησης, η δήλωση αυτή θεωρείται ότι έγινε μόλις η απόφαση γίνει τελεσίδικη. Εκ της ρητής γραμματικής διατύπωσης της δικονομικής αυτής διάταξης προκύπτει ότι για την καταδίκη σε δήλωση βούλησης απαιτείται τελεσιδικία της απόφασης και δεν αρκείται σε προσωρινά εκτελεστή οριστική ούτε βέβαια σε απόφαση ασφαλιστικών μέτρων.

Σελ. 12

16Συνεπώς, το αίτημα του ενάγοντα να κηρυχθεί η οριστική απόφαση, που θα εκδώσει το δικαστήριο, προσωρινά εκτελεστή για την καταδίκη των εναγομένων στην επίδικη δήλωση βούλησης είναι, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, μη νόμιμο και κατ’ επέκταση απορριπτέο.

4. Χρονικά όρια εκκρεμοδικίας επί επικουρικής βάσης αγωγής

17Σύμφωνα με το άρθρο 221 ΚΠολΔ με την άσκηση της αγωγής σύμφωνα με το άρθρο 215, η κατάθεση της έχει ως συνέπεια μεταξύ άλλων την εκκρεμοδικία αυτής. Έτσι, προκύπτει ότι η εκκρεμοδικία γεννάται από την κατάθεση της αγωγής υπό την αναβλητική αίρεση της επίδοσης αυτής. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 219 παρ. 1 ΚΠολΔ αγωγή υπό αίρεση δεν επιτρέπεται, μπορεί όμως ο ενάγων για την περίπτωση που απορριφθεί η πρώτη βάση ή αίτηση της αγωγής να τη στηρίξει σε άλλη βάση ή να υποβάλει άλλη αίτηση που στηρίζεται στην ίδια ή σε άλλη βάση.

18Εξάλλου, με την άσκηση της επικουρικής αγωγής καθίσταται αμέσως εκκρεμής και η επικουρικώς προβληθείσα αξίωση. Αυτό συντρέχει αυτονόητα, καθόσον δεν επιτρέπεται η εκκρεμοδικία της επικουρικής βάσης να τελεί υπό την αβεβαιότητα της απόρριψης της κύριας βάσης. Απεναντίας, η εκκρεμοδικία της επικουρικής αγωγής τελεί υπό τη διαλυτική αίρεση της αποδοχής της κύριας αγωγής. Με άλλα λόγια, αν η κύρια αγωγή γίνει δεκτή, πληρώνεται η προεκτεθείσα αίρεση και η εκκρεμοδικία της επικουρικής αγωγής αίρεται πλέον αναδρομικά.

19Κατ’ επέκταση με την άσκηση της αγωγής δημιουργείται εκκρεμοδικία, αναδρομικά από τον χρόνο κατάθεσης, για άπασες τις βάσεις, κύριες και επικουρικές, η δε εκκρεμοδικία της επικουρικής βάσης εξακολουθεί είτε μέχρι την αποδοχή της κύριας βάσης της αγωγής είτε με την οριστική κρίση της επικουρικής, εφόσον πληρωθεί η ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης και το δικαστήριο εξετάσει και αποφανθεί επί της επικουρικής.

5. Αγωγή καταδίκης σε δήλωση βούλησης

20Κατά το άρθρο 166 ΑΚ η σύμβαση, με την οποία τα μέρη ανέλαβαν την υποχρέωση να συνάψουν ορισμένη σύμβαση (προσύμφωνο) υπόκειται στον τύπο, που ο νόμος ορίζει για τη σύμβαση, που πρέπει να συναφθεί. Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι το προσύμφωνο είναι αυτοτελής και αυθύπαρκτη σύμβαση, με την οποία οι συμβαλλόμενοι συμφωνούν να καταρτίσουν στο μέλλον άλλη οριστική σύμβαση. Αποτελεί, δηλαδή, ενοχική - υποσχετική σύμβαση, τα δε συμβαλλόμενα μέρη οφείλουν μεταξύ τους δηλώσεις βούλησης της οριστικής σύμβασης.

21Έτσι, από τη φύση του το προσύμφωνο δεν επάγεται καμιά μεταβολή στις εμπράγματες σχέσεις των ενδιαφερομένων μερών, αλλά παράγει μεταξύ τους μόνο ενοχικά δικαιώματα και υποχρεώσεις προς καταβολή (εκπλήρωση) δηλώσεων βούλησης της/των δι-

Σελ. 13

καιοπραξιών που οι συμβαλλόμενοι με το προσύμφωνο δεσμεύτηκαν να καταρτίσουν. Συνεπώς, αν εκείνος που δεσμεύτηκε με το προσύμφωνο αρνείται να συμπράξει στη σύναψη της σύμβασης, ο αντισυμβαλλόμενος δικαιούται να εγείρει αγωγή για καταδίκη σε δήλωση βούλησης προς εκπλήρωση της υποχρέωσης του αντιδίκου του από το προσύμφωνο, αφού ο τελευταίος δεν εκπληρώνει τη συμβατική του υποχρέωση και είναι ως προς αυτήν υπερήμερος.

22Εξάλλου, κατά το άρθρο 1710 ΑΚ κατά τον θάνατο του προσώπου η περιουσία του ως σύνολο (κληρονομία) περιέρχεται από τον νόμο ή από διαθήκη σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα (κληρονόμοι). Κατ’ επέκταση, τόσο το ενεργητικό όσο και το παθητικό της κληρονομίας επάγεται στους καθολικούς διαδόχους του κληρονομουμένου. Άρα και η υποχρέωση από το προσύμφωνο μεταβιβάζεται στους κληρονόμους ως υποχρέωση της κληρονομίας, εκτός αν η υποχρέωση είναι στενά συνυφασμένη με τον συμβαλλόμενο στο προσύμφωνο.

23Έτσι, στην προκείμενη περίπτωση βάσει των άρθρων 166, 513, 369, 1033, 1710 ΑΚ και 949 ΚΠολΔ ο ενάγων νομικά βάσιμα στρέφεται κατά των κληρονόμων του αντισυμβαλλομένου του εκ του προσυμφώνου για την κατάρτιση της οριστικής σύμβασης της πώλησης και μεταβίβασης του ακινήτου.

6. Επίδραση της έλλειψης κυριότητας στην αγωγή καταδίκης σε δήλωση βούλησης για τη μεταβίβαση κυριότητας ακινήτου

24Ως προελέχθη, κατά το άρθρο 166 ΑΚ, καταρτισμένη σύμβαση αποτελεί και το προσύμφωνο, με το οποίο δημιουργείται τέλεια ενοχή, ήτοι γεννώνται υποχρεώσεις και από τα δύο μέρη για τη σύναψη της κύριας σύμβασης, οι υποχρεώσεις δε αυτές είναι αγώγιμες και καθένα από τα συμβαλλόμενα μέρη δικαιούται να εγείρει αγωγή με αίτημα την, κατά το άρθρο 949 ΚΠολΔ, καταδίκη σε δήλωση βούλησης, η οποία θεωρείται ότι έγινε μόλις η απόφαση καταστεί τελεσίδικη.

25Εξάλλου, το δικαστήριο με την αποδοχή της αγωγής πλασματικά αναπληρώνει τη δήλωση βούλησης του εναγομένου, οπότε η δήλωση αυτή πρέπει να είναι έγκυρη. Το δικαστήριο δηλαδή δεν επιτρέπεται να καταδικάσει σε ανίσχυρή ή άκυρη δήλωση βούλησης. Άλλωστε, η έλλειψη κυριότητας επί ακινήτου εκ μέρους του μεταβιβάζοντα καθιστά τη μεταβίβαση ανίσχυρη, καταρχήν ακόμη και έναντι του καλόπιστου αποκτώντα, οπότε η έλλειψη αυτή της κυριότητας δεν μπορεί να αναπληρωθεί από την τελεσίδικη δικαστική απόφαση της καταδίκης σε δήλωση βούλησης ούτε και η απόφαση αυτή μπορεί να προσπορίσει στον ενάγοντα την κυριότητα του ακινήτου.

26Υπό το πρίσμα αυτό αν η έλλειψη της κυριότητας υπήρχε και διαπιστώθηκε από το δικαστήριο ήδη κατά την εκδίκαση της αγωγής, η τελευταία θα απορριφθεί. Αντιθέτως, η αγωγή προς καταδίκη σε δήλωση βούλησης μπορεί να εγερθεί και στην πε-

Σελ. 14

ρίπτωση που είχε προσυμφωνηθεί να πωληθεί πράγμα το οποίο, ακόμη και κατά τον χρόνο κατάρτισης του προσυμφώνου, δεν ανήκει στην κυριότητα του προσυμφωνήσαντος-πωλητή, γιατί η συμφωνία πώλησης ακόμα και ξένου πράγματος, παρόλο που αποτελεί περίπτωση αρχικής υποκειμενικής αδυναμίας παροχής (κατ’ άλλη άποψη νομικό ελάττωμα), είναι έγκυρη και ο πωλητής είναι υποχρεωμένος να αποκτήσει το πράγμα για να το μεταβιβάσει και για να παραδώσει τη νομή τούτου στον αγοραστή, άλλως θα οφείλει αποζημίωση λόγω αδυναμίας εκπλήρωσης της παροχής.

27Βάσει των παραπάνω αναφερθέντων, το δικαστήριο, εφόσον διαπιστώνει από την άμυνα των εναγομένων την έλλειψη κυριότητας του προς καταδίκη σε δήλωση βούλησης ακινήτου, πρέπει να δεχτεί την αγωγή κατά το αίτημα της κατάρτισης της σύμβασης της πώλησης και να απορρίψει την αγωγή κατά το αίτημα της καταδίκης σε δήλωση βούλησης μεταβίβασης αυτού.

7. Επίδραση της πτώχευσης στην αγωγή της καταδίκης σε δήλωση βούλησης

28Σε περίπτωση πτώχευσης η αξίωση για δήλωση βούλησης σε βάρος του πτωχού διέπεται πλέον από τις ειδικές ρυθμίσεις του δικαίου της πτώχευσης. Με την κήρυξη του προσώπου σε πτώχευση επέρχεται μεταξύ άλλων η πτωχευτική απαλλοτρίωση, ήτοι η απαγόρευση διαχείρισης και διάθεσης της πτωχευτικής περιουσίας, τις οποίες ασκεί πλέον ο σύνδικος της πτώχευσης. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 93 παρ. 1 εδ. β΄ ΠτΚ μετά την κήρυξη της πτώχευσης, πράξεις διαχείρισης ή διάθεσης στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας από τον οφειλέτη ή προς αυτόν, χωρίς τη σύμπραξη του συνδίκου, είναι ανενεργείς και απαγορεύεται να καταχωρηθούν σε δημόσια βιβλία οποιαδήποτε φύσεως, χωρίς τη γραπτή έγκριση του συνδίκου, ενώ σημειώνεται ότι ως πτωχευτική περιουσία κατά το άρθρο 92 ΠτΚ ορίζεται το σύνολο της περιουσίας που ανήκει στον οφειλέτη κατά την κήρυξη της πτώχευσης, οπουδήποτε και αν βρίσκεται.

29Εξάλλου, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 93 ΠτΚ, από την κήρυξη της πτώχευσης και εφεξής ο πτωχός δεν νομιμοποιείται σε διεξαγωγή δικών που αφορούν την πτωχευτική περιουσία και κατ’ εξαίρεση νομιμοποιείται ο σύνδικος της πτώχευσης, ενώ αναφορικά με τις εκκρεμείς δίκες επέρχεται διακοπή αυτής κατά τη ρύθμιση του άρθρου 286 περ. γ΄ ΚΠολΔ. Παράλληλα, κατά το άρθρο 100 ΠτΚ από την κήρυξη της πτώχευσης αναστέλλονται αυτοδικαίως όλα τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των πτωχευτικών πιστωτών κατά του οφειλέτη προς ικανοποίηση ή εκπλήρωση των πτωχευτικών τους απαιτήσεων.

30Για όσο διάστημα διαρκεί, συνεπώς, η πτώχευση δεν υπάρχει περιθώριο για την καταδίκη σε δήλωση βούλησης του πτωχού, ενώ αν η αγωγή ήδη εκκρεμεί κατά τον χρόνο κήρυξης της πτώχευσης, η δίκη κατά το άρθρο 286 περ. γ’ ΚΠολΔ διακόπτεται για όσο διαρκεί η πτώχευση, εκτός και αν πρόκειται για ενέγγυους πιστωτές που ασκούν

Σελ. 15

την εμπράγματη αγωγή τους. Περαιτέρω, λόγω της αναστολής των ατομικών διωκτικών μέτρων κατά του πτωχού, η εκκρεμής δίκη αναστέλλεται και οι πιστωτές μετέχουν πλέον στην πτωχευτική διαδικασία, αντίστοιχα δε ο σύνδικος δεν νομιμοποιείται να συνεχίσει τη δίκη κατά ανέγγυου, οποιασδήποτε κατηγορίας, πιστωτή, που έχει στραφεί ατομικά κατά του οφειλέτη για χρηματική απαίτηση.

31Κατ’ επέκταση η παραδεκτή και νομότυπη γνωστοποίηση των εναγομένων περί της πτώχευσης αυτών κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας θα έχει ως αποτέλεσμα τη διακοπή της δίκης. Η τύχη, περαιτέρω, του προσυμφώνου, στο πλαίσιο της πτωχευτικής διαδικασίας θα κριθεί βάσει των άρθρων 103 επ. ΠτΚ ως εκκρεμής μη εκπληρωθείσα υποσχετική σύμβαση.

8. Έννοια νομικής φύσης προκαταβολής και τύχη αυτής - Διαφορά από έννοια αρραβώνα

32Η καταβολή, ρυθμιζόμενη στα άρθρα 416 επ. ΑΚ, είναι η προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής εκ μέρους του οφειλέτη, προϋποθέτει δηλαδή η καταβολή υπαρκτή ενοχή, που πηγάζει είτε από δικαιοπραξία είτε από τον νόμο. Αντίθετα η προκαταβολή είναι η εκπλήρωση μέρους ή ολόκληρης της παροχής προτού αυτή γεννηθεί, συνιστά δηλαδή την καταβολή υπό την αναβλητική αίρεση της έγκυρης γέννησης της ενοχής. Υπό το πρίσμα αυτό, η προκαταβολή είτε αφαιρείται από την αξία της παροχής, εφόσον στη συνέχεια η αναβλητική αίρεση πληρωθεί και γεννηθεί έγκυρα η ενοχή, είτε αναζητείται με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού για αιτία που δεν επακολούθησε, εφόσον τελικά ματαιωθεί η αναβλητική αίρεση και δεν γεννηθεί οριστικά η ενοχή.

33Συνήθως η προκαταβολή συγχέεται με τη δόση αρραβώνα του άρθρου 402 ΑΚ. Ο αρραβώνας δίδεται κατά την κατάρτιση της κυρίας σύμβασης προς εξασφάλιση της εκπλήρωσης των ενοχών εκ της σύμβασης. Υπό το πρίσμα αυτό έγκυρα μπορεί να δοθεί αρραβώνας κατά την κατάρτιση του προσυμφώνου, το οποίο θεωρείται τελεία σύμβαση δημιουργώντας ενοχή προς δήλωση βούλησης των συμβαλλομένων. Συνεπώς, η δόση του αρραβώνα στο προσύμφωνο εξασφαλίζει την παροχή των δηλώσεων βούλησης.

34Εξάλλου, κατά το άρθρο 403 ΑΚ, ο υπαίτιος για τη μη εκτέλεση της σύμβασης και στην περίπτωση του προσυμφώνου για τη μη κατάρτιση της οριστικής σύμβασης, είτε χάνει τον αρραβώνα που έδωσε είτε αποδίδει διπλάσιο αυτόν που έλαβε. Με άλλα λόγια, αυτός που δίδει τον αρραβώνα, σε περίπτωση άρνησης του αντισυμβαλλόμενου του προς σύμπραξη για την κατάρτιση της οριστικής σύμβασης δικαιούται είτε να αξιώσει την επιστροφή διπλασίου του δοθέντος αρραβώνος (ΑΚ 403), αν είναι δότης, ή να αρκεσθεί σ΄ αυτόν, αν είναι λήπτης.

Σελ. 16

35Συνεπώς, ο διδόμενος αρραβώνας, ο οποίος σκοπεί στην κάλυψη της ζημίας στην περίπτωση ανώμαλης εξέλιξης των ενοχών της σύμβασης, διαφέρει από την προκαταβολή. Την προκαταβολή κάνει ο ένας εκ των συμβαλλομένων προς τον άλλο όχι προς κάλυψη της ζημίας αλλά έναντι της παροχής και σε εγγύηση εκπλήρωσης αυτής. Περαιτέρω, η προκαταβολή τελεί υπό τη νομική αίρεση της δημιουργίας στο μέλλον της ενοχής και όχι υπό την αίρεση της μη εκπλήρωσης της κυρίας ενοχής, όπως ο αρραβώνας, ενώ σε περίπτωση ματαίωσης της νομικής αίρεσης η προκαταβολή αναζητείται με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ενώ αντίθετα η τύχη του αρραβώνα ρυθμίζεται ειδικά από το άρθρο 403 ΑΚ.

36Για τους παραπάνω λόγους, η νομολογία τάσσεται υπέρ της άποψης ότι ο χαρακτηρισμός του αρραβώνα πρέπει να είναι ανενδοίαστος στη σύμβαση, οπότε εν αμφιβολία θα πρόκειται για προκαταβολή και επομένως, κατά μείζονα λόγο, όταν προκαταβάλλεται μέρος της κυρίας συμβατικής παροχής, όπως όταν προκαταβάλλεται μέρος του συμφωνηθέντος τιμήματος, το ως προκαταβολή δοθέν δεν μπορεί να συμφωνηθεί ταυτοχρόνως και ως αρραβώνας, αφού η έννοια του αρραβώνα προϋποθέτει «δόση» πράγματος επιφέρουσα μετάθεση της κυριότητας αυτού, ενώ το δοθέν ως προκαταβολή εκφεύγει πλέον της εξουσίας του δίδοντος και δεν μπορεί εκ νέου να «δοθεί» στον αντισυμβαλλόμενο, αυτή τη φορά ως αρραβώνας.

37Έτσι λοιπόν, βάσει των παραπάνω αναλυθέντων, το ποσό των 10.000 € που δόθηκε κατά την κατάρτιση του προσυμφώνου συνιστά εν προκειμένω προκαταβολή μέρους του τιμήματος της πώλησης, που θα καταρτιστεί στο μέλλον από τα μέρη προς εκπλήρωση της υποχρέωσης από το προσύμφωνο, και εφόσον τελικά η κατάρτιση της πώλησης ματαιωθεί θα αξιωθεί με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού για αιτία που δεν επακολούθησε, επειδή δηλαδή δεν καταρτίστηκε εν τέλει η σύμβαση της πώλησης. Εν προκειμένω, εφόσον ο λήπτης της προκαταβολής απεβίωσε, το χρέος αυτό επιβαρύνει τους κληρονόμους του κατά το μέρος της κληρονομικής τους μερίδας (άρθρα 1710, 1885 ΑΚ).

Κακατσάκης

Σελ. 17

3

Εικονική δικαιοπραξία Αρμοδιότητα  Ένορκες βεβαιώσεις Ερημοδικία στην κατ’ έφεση δίκη

Ο Α, φοβούμενος για πιθανές κατασχέσεις από την Τράπεζα Τ στην οποία είχε μεγάλες οφειλές, ήρθε σε συνεννόηση με το φίλο του Β, ο οποίος ήταν απολύτως ενήμερος τόσο για τα πιεστικά οικονομικά προβλήματα του Α όσο και για την επιθυμία του να μην αποπληρώσει τα χρέη του και κατάρτισαν το υπ’ αριθ. 10/2018 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ι με το οποίο ο Α πώλησε το ακίνητό του στη Καλλιθέα Χαλκιδικής αξίας 150.000€ στον Β, χωρίς ο τελευταίος να καταβάλει το αναγραφόμενο τίμημα στον Α. Μάλιστα ο Α εξακολουθούσε να διαμένει σ’ αυτό και να πληρώνει τους λογαριασμούς κοινής ωφέλειας. Εντούτοις, μετά από μια έντονη λογομαχία μεταξύ Α και Β, ο Α αποφασίζει και ασκεί στις 1.10.2022 αγωγή εναντίον του Β αμφισβητώντας το κύρος της εν λόγω αγοραπωλησίας που είχαν συνάψει την οποία μάλιστα εγγράφει εμπρόθεσμα στα κτηματολογικά βιβλία διεκδικήσεων του Υποθηκοφυλακείου Κασσανδρείας. Περαιτέρω, ο Α προσκομίζει με τις προτάσεις του τις υπ’ αριθ. 2 και 3/5.12.2022 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων του Ζ και Ν οι οποίοι καταθέτουν ότι η αγοραπωλησία του ακινήτου του Α έγινε μόνο στα χαρτιά για να αποφύγει τις οικονομικές του υποχρεώσεις.

Ο Β αρνείται με τις προτάσεις και με την προσθήκη αντίκρουσή του την αγωγή του Α και αντιτείνει ότι α) κατά την κατάρτιση του υπ’ αριθ. 10/2018 συμβολαίου υπέγραψε ο Ε, ο οποίος διορίστηκε από τον Β με ειδική πληρεξουσιότητα να αγοράσει το ακίνητο του Α, δίχως να γνωρίζει για τις συνεννοήσεις που είχαν προηγηθεί μεταξύ των Α και Β, β) αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη είχαν παραιτηθεί με σχετική ρήτρα που περιεχόταν στο συμβόλαιο από το δικαίωμά τους να προσβάλλουν τη σύμβαση για οποιονδήποτε λόγο ακυρότητας και ακυρωσίας, γ) οι Α και Β είχαν πρωτύτερα καταρτίσει το υπ’ αριθ. 1/2017 προσύμφωνο αγοραπωλησίας σε εκτέλεση του οποίου συνάφθηκε το άνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο το οποίο ο Α δεν προσέβαλε και δ) την ακυρότητα των ενόρκων βεβαιώσεων που προσκόμισε ο Α, διότι λήφθηκαν κατά παράβαση της 393 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Ερωτάται:

1. Αξιολογήστε νομικά τους ισχυρισμούς του Β.

2. Ενώπιον ποιου καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμοδίου δικαστηρίου πρέπει να απευθύνει την αγωγή του ο Α;

3. Αν μετά την άσκηση της αγωγής του Α και της εγγραφής της στα βιβλία διεκδικήσεων ο Β πουλήσει το επίδικο ακίνητο στον τρίτο Γ ο οποίος το βρήκε σε σχετική αγγελία στην εφημερίδα με το υπ’ αριθ. 1/2.11.2022 συμβόλαιο αγοραπωλησίας, μπορεί ο Α να στραφεί εναντίον του Γ;

Σελ. 18

4. Θα αποκτούσε την κυριότητα του εν λόγω ακινήτου ο Δ ο οποίος όντας απολύτως ενήμερος για τη μεταξύ των Α και Β συμφωνία το αγόρασε από τον Γ δυνάμει του υπ’ αριθ. 2/2023 συμβολαίου αγοραπωλησίας;

5. Η αγωγή του Α έγινε δεκτή με την υπ’ αριθ. 10/2022 απόφαση την οποία και κοινοποιεί στον Β στις 8.1.2023 ο οποίος και ασκεί έφεση στις 9.2.2023 παραπονούμενος για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Η συζήτηση της εφέσεως λαμβάνει χώρα στις 10.6.2023 κατά την οποία ο Β δεν εμφανίζεται και ούτε εκπροσωπείται από κάποιον δικηγόρο, ενώ ο Α καταθέτει εμπρόθεσμα προτάσεις και ζητεί την απόρριψη της εφέσεως. Το Εφετείο εκδίδει απόφαση και απορρίπτει την έφεση του Β ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ορθώς;

Ενδεικτικές απαντήσεις

Προϋποθέσεις κατάφασης της εικονικότητας

1Από τις διατάξεις των άρθρων 138, 139, 180, 211 και 214 ΑΚ, προκύπτουν τα εξής: Δήλωση βούλησης, που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά, είναι εικονική και άκυρη, θεωρούμενη σαν να μην έγινε. Εικονική, συνεπώς, είναι η δήλωση βούλησης, η οποία σε γνώση του δηλούντος δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αποσκοπεί δε στη δημιουργία εντύπωσης στους τρίτους περί μεταβολής στην υφιστάμενη νομική κατάσταση, χωρίς να υπάρχει στον δηλούντα πρόθεση τέτοιας μεταβολής. Εικονική μπορεί να είναι η δήλωση βούλησης όχι μόνο σε μονομερή δικαιοπραξία, αλλά και σε σύμβαση, στην τελευταία, όμως, περίπτωση για την επέλευση της ακυρότητας της σύμβασης απαιτείται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο του δηλούντος. Η εικονικότητα δεν εμποδίζεται και όταν η δήλωση βούλησης έγινε ενώπιον συμβολαιογράφου, καθόσον ο τελευταίος είναι εντεταλμένος να πιστοποιεί τη δήλωση των δικαιοπρακτούντων, όπως αυτή εμφανίζεται εξωτερικά και όχι να συμπράττει με τη βούλησή του στη δικαιοπραξία. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 369, 1033 και 1192 του ΑΚ, συνάγεται ότι, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και του αποκτώντος, υποκείμενη στον έγγραφο συστατικό τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, ότι για κάποια νόμιμη αιτία μεταβιβάζεται σε αυτόν η κυριότητα και καταχώρηση του συμβολαίου στα οικεία βιβλία μεταγραφών. Νόμιμη αιτία είναι ο νομικός σκοπός, για τον οποίο μεταβιβάζεται η κυριότητα και ο οποίος αναγνωρίζεται από το νόμο ως λόγος μεταβίβασης. Τέτοια νόμιμη αιτία είναι και η πώληση, δεδομένου ότι αυτή προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 513 του AK, ως αιτία μεταβίβασης, πλην άλλων, και της κυριότητας πραγμάτων. Επιπλέον, στην εικονικότητα μιας σύμβασης, ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση και συμφωνία όλων των κατά τον χρόνο της κατάρτισής της συμβαλλόμενων για το ότι η σύμβαση που καταρτίστηκε είναι εικονική και άκυρη και δεν παράγει έννομες συνέπειες. Η ακυρότητα δε αυτή είναι απόλυτη, δηλαδή μπορεί να προταθεί από καθέναν που έχει έννομο συμφέρον, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 180 ΑΚ και 68 και 70 ΚΠολΔ. Για την ει-

Σελ. 19

κονικότητα, δηλαδή, της δικαιοπραξίας αρκεί το γεγονός, ότι η δηλωθείσα βούληση των δικαιοπρακτούντων δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των εννόμων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας που καταρτίζεται. Ως εκ τούτου οι επιδιώξεις των δικαιοπρακτούντων και τα ειδικότερα κίνητρα που τους ώθησαν να καταρτίσουν εικονική δικαιοπραξία δεν αποτελούν στοιχεία που πρέπει να αποδεικνύονται, προκειμένου το δικαστήριο να αποφανθεί ότι η δικαιοπραξία είναι εικονική, μπορεί, όμως, αυτά να αποτελέσουν επιχειρήματα, τα οποία βοηθούν το δικαστήριο να συναγάγει το αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με το αν η δήλωση των δικαιοπρακτούντων ήταν φαινομενική ή σοβαρή. Επίσης, καμία επιρροή δεν ασκεί στο κύρος της καταρτισμένης σύμβασης πώλησης, το αν ο αγοραστής κατέβαλε πράγματι και με ποιο τρόπο το συμφωνημένο τίμημα, αφού αυτό μπορεί να χαριστεί ή εξοφληθεί με δόση αντί καταβολής ή μπορεί η σχετική αξίωση να αποσβεσθεί με παραγραφή ή κατ’ άλλο τρόπο. Απλώς το δικαστήριο κατά την έρευνα της ύπαρξης συναλλακτικής πρόθεσης των συμβαλλομένων, μπορεί να συναγάγει τεκμήριο ή επιχείρημα για το ότι η σύμβαση πώλησης δεν είναι εικονική ως προς το πρόσωπο του αγοραστή από το αποδεικνυόμενο γεγονός της καταβολής του τιμήματος από τον ίδιο ή ότι είναι εικονική από την αποδεικνυόμενη μη καταβολή του τιμήματος.

1. α. Αντιπροσώπευση και εικονική δικαιοπραξία

2Κατά το άρθρο 211 ΑΚ δήλωση βουλήσεως από κάποιον (αντιπρόσωπο) στο όνομα άλλου (αντιπροσωπευόμενου) μέσα στα όρια της εξουσίας αντιπροσωπεύσεως ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου, το αποτέλεσμα δε αυτό επέρχεται είτε η δήλωση γίνεται ρητώς στο όνομα του αντιπροσωπευομένου, είτε συνάγεται από τις περιστάσεις ότι έγινε στο όνομά του. Περαιτέρω, κατά την 214 ΑΚ, απόλυτη ή σχετική εικονική σύμβαση μπορεί να καταρτιστεί και από τον άμεσο αντιπρόσωπο, στην περίπτωση δε αυτή, εφόσον δηλαδή δηλών είναι ο τελευταίος, η εικονικότητα της δήλωσης βούλησης κρίνεται από το πρόσωπο του αντιπροσώπου και όχι του αντιπροσωπευομένου. Έτσι, λοιπόν, όταν ο δηλών είναι άμεσος αντιπρόσωπος άλλου εικονική είναι η δήλωση βουλήσεως η οποία σε γνώση του αντιπροσώπου και όχι του αντιπροσωπευόμενου δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Αν ο αντιπρόσωπος ενήργησε σύμφωνα με οδηγίες του αντιπροσωπευομένου, ο τελευταίος δεν μπορεί να επικαλεστεί την άγνοια του αντιπροσώπου.

3Εν προκειμένω, η ύπαρξη εικονικότητας στη δικαιοπραξία θα κριθεί στο πρόσωπο του Ε, αντιπροσώπου του Β, που αγνοούσε την εικονικότητα κατά τη διάταξη του 214 ΑΚ δε-

Σελ. 20

δομένου ότι η εν λόγω διάταξη εφαρμόζεται με ευρύτητα, ώστε να εμπίπτουν σε αυτή όχι μόνο η πλάνη, απάτη, απειλή αλλά και μεταξύ πολλών άλλων και η εικονικότητα. Εντούτοις, καλείται σε εφαρμογή η 215 ΑΚ (έκφανση της αρχής της καλής πίστης), σύμφωνα με την οποία αν ο αντιπρόσωπος ενήργησε σύμφωνα με τις οδηγίες του αντιπροσωπευομένου δε μπορεί να επικαλεστεί την άγνοια του αντιπροσώπου για περιστατικά που ο ίδιος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει. Ειδικότερα, προηγήθηκαν οδηγίες (υπό την ευρεία έννοια) του Β προς τον Ε οι οποίες δόθηκαν στα πλαίσια της χορηγηθείσας πληρεξουσιότητας να αγοράσει αποκλειστικά και μόνο το ακίνητο του Α, αποδεικνύοντας με τον τρόπο αυτό ότι τα συμβαλλόμενα μέρη προσπάθησαν να χρησιμοποιήσουν καλόπιστο αντιπροσώπο με σκοπό να αποφύγει τις συνέπειες της κακής πίστης. Η παροχή της εξουσίας αντιπροσωπεύσεως από τον κακόπιστο ισοδυναμεί εξάλλου με οδηγίες. Ως εκ τούτου και με δεδομένο ότι ο Β έδωσε σαφείς οδηγίες στον καλόπιστο τρίτο Ε να προβεί στην εν λόγω δικαιοπραξία με τον Α, πληρουμένης με τον τρόπο αυτό και της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των οδηγιών και της κατάρτισης της επίδικης σύμβασης, δε μπορεί να επικαλεστεί την καλή πίστη του αντιπροσώπου του Ε και ο υπό στοιχείο α) ισχυρισμός του τυγχάνει αβάσιμος.

β. Αναγκαστικό δίκαιο και εικονικότητα

4Η διάταξη του άρθρου 138 ΑΚ αφορά τη δημόσια τάξη και συνεπώς η παραίτηση από την επίκληση εικονικότητας μιας δικαιοπραξίας είναι άκυρη και εντεύθεν ανίσχυρη. Μάλιστα, η ακυρότητα αυτή δε θεραπεύεται κατόπιν μεταγενέστερης αναγνώρισής της από τα συμβαλλόμενα μέρη ή συμβιβασμού που θα συνάψουν μεταξύ τους. Για το λόγο αυτό η κατά τα άνω ακυρότητα της δικαιοπραξίας είναι απόλυτη, δηλαδή μπορεί να προταθεί από καθένα που έχει έννομο συμφέρον, σύμφωνα με τις διατάξεις των όρθρων 180ΑΚ και 68 και 70 ΚΠολΔ. Εντούτοις, η αναγνώριση δικαιοπραξίας ως σπουδαίας, στερεί τον αναγνωρίσαντα από το δικαίωμα να προσβάλει στη συνέχεια την ίδια δικαιοπραξία ως εικονική, η αναγνώριση δε είναι μονομερής δήλωση βούλησης που μπορεί να γίνει όχι μόνο ρητά αλλά και σιωπηρά, δηλαδή με πράξεις που δεν έγιναν μεν γι’ αυτό το σκοπό, συμπερασματικά όμως, κατά τους κανόνες της λογικής και της κοινής πείρας υποδηλώνουν σαφή βούληση παραίτησης από την εικονικότητα. Σημειωτέον όμως ότι η εικονική δικαιοπραξία δεν ισχυροποιείται αλλά απλώς αποδυναμώνεται το δικαίωμα του συμβαλλομένου με βάση το 281 ΑΚ να επικαλεστεί την εικονικότητα. Ο υπό στοιχείο β) ισχυρισμός συνιστά καταχρηστική ένσταση που προτείνεται ως άμυνα έναντι αυτού που επικαλείται την αντίστοιχη ακυρότητα. 

Back to Top