Επιμέλεια: Δημήτριος Βαρελάς, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Διδάσκων στο Φροντιστήριο ΝΟΜΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ

Σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 468 ΚΠΔ (μεταβιβαστικό αποτέλεσμα): «Σε κάθε περίπτωση το συμβούλιο ή το δικαστήριο που κρίνει το ένδικο μέσο, έχει εξουσία να κρίνει μόνο για εκείνα τα μέρη του βουλεύματος ή της απόφασης στα οποία αναφέρονται οι προβαλλόμενοι λόγοι». Αυτό σημαίνει ότι στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ο εκκαλών κατηγορούμενος πρέπει να επαναφέρει με ειδικό λόγο έφεσης όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς που του απορρίφθηκαν, ή οποιαδήποτε αιτίαση προκύπτει για απόρριψη αιτημάτων του ή ισχυρισμών του (π.χ. προσβολή του κλητηρίου θεσπίσματος ως άκυρου).

Δεν απαιτείται ειδικός λόγος έφεσης για την άρνηση της κατηγορίας που προβλήθηκα πρωτοδίκως και απερρίφθη. Ενδεικτικά από τη νομολογία έχει κριθεί :

Στην προκείμενη περίπτωση, η αιτίαση που προβάλλει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως περί αναιτιολόγητης απορρίψεως του υποβληθέντος ενώπιον του ανωτέρω δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου της ουσίας ισχυρισμού του για ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό της συμμετοχικής του δράσης από συναυτουργού στην αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση, ως απλού συνεργού με αντίστοιχη μεταβολή της κατηγορίας είναι αβάσιμη. Ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι αυτοτελής, αλλά συνιστά άρνηση της κατηγορίας και ως εκ τούτου, το άνω Δικαστήριο της ουσίας, όπως και στη μείζονα σκέψη αναφέρθηκε, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αλλά απάντησε με τις παραδοχές του σκεπτικού περί ενοχής και τον απέρριψε (ΑΠ 1416/2020)

Ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, κατά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, πρόβαλε, με προφορική δήλωση καταχωρηθείσα στα πρακτικά, τον ισχυρισμό, κατά πιστή μεταφορά, "ότι η ποινική δίωξη είναι νόμω αβάσιμη, διότι στην περιγραφή των αδικημάτων δεν υπάρχει βία". Ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι αυτοτελής αλλά αρνητικός της κατηγορίας και τελείως αόριστος διότι δεν εξειδικεύονται τα αδικήματα στα οποία αναφέρεται, ενόψει και του γεγονότος ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση ο αναιρεσείων κηρύχθηκε αθώος της αξιόποινης πράξης της ενδοοικογενειακής παράνομης βίας και καταδικάστηκε μόνο για τις αξιόποινες πράξεις της ενδοοικογενειακής απειλής και της ενδοοικογενειακής σωματικής κάκωσης κατ` εξακολούθηση. Συνεπώς, το Δικαστήριο της Ουσίας δεν υποχρεούτο να απαντήσει επί του ισχυρισμού αυτού. Παρόλα αυτά, με την περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση του, το Δικαστήριο διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε, με τις παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται. Κατά συνέπεια, ο υποστηρίζων τα αντίθετα έκτος λόγος της υπό κρίση αναίρεσης του αναιρεσείοντος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. δ`, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, είναι αβάσιμος (ΑΠ 1997/2019)

Με αυτοτελή λόγο έφεσης πρέπει να προταθεί και η αναιτιολόγητη απόρριψη αιτήματος για κρείσσονες αποδείξεις. 

Από τις διατάξεις των άρθρων 352§2 και 3, 353 και 139 του ισχύοντος μέχρι 1-7-2019 ΚΠΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για νέες (κρείσσονες) αποδείξεις, με σκοπό να εξεταστούν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο μάρτυρες που δεν έχουν κληθεί ή να προσκομιστούν έγγραφα ή να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη που εκκρεμεί ή νέα πραγματογνωμοσύνη. Στο αίτημα αναβολής πρέπει να προσδιορίζονται οι συγκεκριμένες νέες αποδείξεις, που ζητείται να διαταχθούν και να διευκρινίζεται το αποδεικτέο ουσιαστικό ζήτημα, που πρόκειται να αποδειχτεί με τη διεξαγωγή τους, το οποίο πρέπει να είναι σχετικό με την εκδικαζόμενη κατηγορία και χρήσιμο για την έρευνα της ενοχής του κατηγορουμένου. Η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται στην κυριαρχική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο όμως οφείλει να απαντήσει στο αίτημα αναβολής, εφόσον αυτό είναι ορισμένο και παραδεκτό και, αν το απορρίψει, οφείλει να διαλάβει στην απόφασή του την κατά τα προαναφερόμενα απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία δεν είναι απαραίτητο να είναι αυτοτελής, αλλά μπορεί να διατυπώνεται σε συνδυασμό προς τις παραδοχές του σκεπτικού της απόφασης για την ενοχή, ως αποτελούσα ενιαίο σύνολο μ` εκείνες. Διαφορετικά, αν δεν απαντήσει, στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Β` ΚΠΔ, για έλλειψη ακρόασης, ενώ, αν η απορριπτική απόφαση δεν είναι ειδικά αιτιολογημένη, στοιχειοθετείται ο ως άνω λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ` ΚΠΔ, ενώ πέραν τούτων, η κατά τα ανωτέρω απόρριψη χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία παραδεκτού αιτήματος αναβολής για νέες αποδείξεις, επειδή συνάπτεται άμεσα με την ανάγκη για νόμιμη απόδειξη της ενοχής του κατηγορουμένου, προσβάλλει το δικαίωμα για δίκαιη δίκη και του τεκμηρίου αθωότητας αυτού, κατά τα άρθρα 6§1, 2 και 3 περ. δ` της ΕΣΔΑ και 14 § 2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και επιφέρει, σε συνδυασμό με το άρθρο 171§1 περ. δ` ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που στοιχειοθετεί τον λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510§1 στοιχ. Α` ΚΠΔ. Επιπρόσθετα τούτων, εάν το Δικαστήριο μετά την απόρριψη του αιτήματος αναβολής της δίκης χωρίς την παραπάνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, χωρήσει στην έρευνα της υπόθεσης και την καταδίκη του κατηγορουμένου για την πράξη, για την οποία ασκήθηκε κατ` αυτού ποινική δίωξη, τότε υποπίπτει και στην από το άρθρο 510§1 στοιχ. Θ` (και ήδη μετά το Ν.4620/2019, στοιχ. Η`) του ΚΠΔ πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας        (ΑΠ 141/2020)

Δεν αρκεί μόνο η προβολή με ειδικό λόγο έφεσης για να κριθεί ο προβαλλόμενος ισχυρισμός που επαναφέρεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Απαραίτητη, επιπλέον, προϋπόθεση για την εξέταση του προβαλλόμενου λόγου έφεσης είναι και η προφορική ανάπτυξη αυτού χωρίς να αρκεί μόνο η έγγραφη πρόταση του λόγου έφεσης.  Η νομολογία πλέον έχει παγιωθεί επί του ζητήματος αυτού :

Με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή, κατά τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος, το ως άνω Δικαστήριο, δεν έλαβε υπόψη του και δεν απάντησε στον προβληθέντα πρωτοδίκως και λόγω της απορρίψεώς του, επαναφερθέντα με ειδικό λόγο στην έκθεση εφέσεώς του, αυτοτελή, ισχυρισμό του για αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 ε' του Π.Κ. Από την παραδεκτή όμως επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν προκύπτει επαναφορά από τον τότε κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα διά του συνηγόρου του, εγγράφως και με προφορική ανάπτυξη του άνω αυτοτελούς ισχυρισμού και ενώπιον του ακροατηρίου του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, όπως όφειλε, ανεξαρτήτως του ότι διέλαβε αυτόν ως ειδικό λόγο στην έκθεση εφέσεως, ώστε να αποτελέσει αντικείμενο έρευνας και ορθώς το εν λόγω Δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με τον ισχυρισμό αυτόν. Συνεπώς, οι προβαλλόμενες ως άνω με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αιτιάσεις με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και για υπέρβαση εξουσίας, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ', Α' και Θ' του Κ.Π.Δ., πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες (ΑΠ 1416/2020, ΑΠ 445/2020, ΑΠ 359/2020, ΑΠ 20/2020)

            Αν ο κατηγορούμενος δεν παραστεί κατά την πρωτοβάθμια δίκη, η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, η οποία συνεπιφέρει αναγκαίως ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και της καταδικαστικής αποφάσεως που θα εκδοθεί (άρθρο 175 Κ.Ποιν.Δ.), δεν καλύπτεται και μπορεί να προταθεί στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με λόγο έφεσης. Επίσης, αν η ακυρότητα προταθεί έγκαιρα στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και απορριφθεί η σχετική ένσταση, ο κατηγορούμενος μπορεί να επαναφέρει στην κατ' έφεση δίκη την πρόταση ακυρότητας και την αντίρρησή του στην πρόοδο της διαδικασίας με σχετικό λόγο εφέσεως (άρθρο 173 παρ. 1 εδ. β' περ. β' Κ.Ποιν.Δ.). Αυτό συνιστά την αναγκαία προϋπόθεση, για να προβληθεί παραδεκτά ο σχετικός ισχυρισμός πριν ο Εισαγγελέας αναπτύξει την έφεση και πριν αρχίσει η εξέταση των αποδεικτικών μέσων. Εξάλλου, κατά το άρθρο 502 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ., το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει μόνον για τα κεφάλαια της πρωτόδικης αποφάσεως που πλήττονται με τους λόγους της έφεσης και, σε αντίθετη περίπτωση, υποπίπτει σε υπέρβαση εξουσίας. Αν η ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος προβληθεί με παραδεκτό και ορισμένο λόγο εφέσεως και το δικαστήριο δεν απαντήσει, στοιχειοθετείται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του Κ.Ποιν.Δ. για έλλειψη ακρόασης, ενώ, αν απορρίψει αναιτιολόγητα τη σχετική ένσταση, στοιχειοθετείται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ., για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Τέλος, αν ο ισχυρισμός ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος προβάλλεται για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο από κατηγορούμενο που είχε παραστεί στην πρωτοβάθμια δίκη ή προβλήθηκε και απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν επαναφέρθηκε με ειδικό λόγο έφεσης ή επαναφέρθηκε με αόριστο λόγο έφεσης, τότε ο σχετικός ισχυρισμός είναι απαράδεκτος και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να τον εξετάσει, ούτε θεμελιώνεται αναιρετικός λόγος για έλλειψη ακρόασης. (ΑΠ 528/2019)

            Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 331 του ΚΠΔ, η διαδικασία στο ακροατήριο γίνεται προφορικά. Για τη συζήτηση συντάσσονται πρακτικά, και η απόφαση απαγγέλλεται προφορικά και διατυπώνεται εγγράφως σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 140-144. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 141 παρ. 1 εδάφιο πρώτο του ΚΠΔ, τα πρακτικά συνεδρίασης πρέπει να περιέχουν με συντομία τις καταθέσεις των μαρτύρων και τις προσθήκες ή τις διαφορές των καταθέσεων που γίνονται στο ακροατήριο σε σχέση με εκείνες που έγιναν στην ανάκριση, όπως επίσης και τα συμπεράσματα των πραγματογνωμόνων και των τεχνικών συμβούλων, τις απολογίες και τις δηλώσεις των κατηγορουμένων και των αστικώς υπευθύνων, τις προτάσεις και τις αιτήσεις του εισαγγελέα και των διαδίκων, τις αποφάσεις του δικαστηρίου και τις διατάξεις εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση και γενικά κάθε αξιόλογο γεγονός κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης. Στην παρ. 2 εδάφιο πρώτο του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι ο εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να ζητούν την καταχώρηση κάθε δήλωσης όσων εξετάζονται ή εκείνων που μετέχουν στη δίκη, αν έχουν συμφέρον και δεν είναι αντίθετο στον νόμο, και να παραδίδουν γραπτώς σε αυτόν που διευθύνει τη συζήτηση τις δηλώσεις τους που αναπτύχθηκαν προφορικά. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει με σαφήνεια ότι οι διάδικοι δικαιούνται να εγχειρίσουν σε αυτόν που διευθύνει τη συζήτηση εγγράφως τις δηλώσεις τους, επομένως και τους ισχυρισμούς τους, πρέπει όμως να προβάλουν και να αναπτύξουν αυτούς και προφορικά κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελιώσεώς τους, ώστε να γίνουν αντικείμενο έρευνας κατά τη συζήτηση. Αυτό άλλωστε επιβάλλεται και από την αρχή της προφορικότητας της επ' ακροατηρίου κυρίας διαδικασίας, η οποία καθιερώνεται από το άρθρο 331 του ΚΠΔ και η οποία, όχι μόνο δεν περιστέλλεται με την προαναφερθείσα διάταξη, αλλά αντιθέτως ενισχύεται, αφού η καταχώριση των δηλώσεων αυτών στα πρακτικά τελεί, εκτός των άλλων, και υπό την προϋπόθεση της προηγούμενης προφορικής ανάπτυξής τους. Έτσι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ο οποίος περιλαμβάνεται σε έγγραφο υπόμνημα που δόθηκε στον διευθύνοντα τη συζήτηση και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, θεωρείται ότι έχει προβληθεί παραδεκτώς, εφόσον από τα ίδια τα πρακτικά προκύπτει ότι έγινε και προφορική ανάπτυξή του κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελιώσεώς του. Διαφορετικά ο ισχυρισμός αυτός θεωρείται ότι δεν έχει προβληθεί παραδεκτώς και το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε αυτόν.(ΟλΑΠ 2/2005)

           

 

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική-Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς Διά Ζώσης ή και Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

Αναρτήθηκε: Ιουλίου 08, 2021