Επιμέλεια: Αθανάσιος Πολυχρονόπουλος
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, MSc, Διδάσκων στο Φροντιστήριο της ΝΟΜΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 79 του Ν 5960/1933 η έκδοση ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής, δηλαδή επιταγής η οποία κατά την εμπρόθεσμη εμφάνισή της στην πληρώτρια Τράπεζα δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης αντίστοιχων κεφαλαίων του εκδότη, αποτελεί αξιόποινη πράξη -πλημμέλημα κατ’ έγκληση διωκόμενο- όταν ο εκδότης ενήργησε από δόλο που μπορεί να είναι και ενδεχόμενος (άρθρο 27 παρ. 1 του ΠΚ). Έτσι δολίως ενεργεί ο εκδότης ακάλυπτης επιταγής όχι μόνο όταν γνωρίζει ότι δεν έχει κατά την έκδοση ή δεν θα έχει κατά την πληρωμή της επιταγής αντίστοιχα κεφάλαια, αλλά και όταν γνωρίζει ότι ο λογαριασμός του κατά τους χρόνους αυτούς ενδέχεται να είναι χωρίς διαθέσιμα κεφάλαια και αποδέχεται το ενδεχόμενο αυτό. Οι διατάξεις του άρθρου 79 του Ν 5960/1933 έχουν θεσπισθεί για την προστασία τόσο του δημόσιου όσο και του ατομικού συμφέροντος του δικαιούχου της επιταγής και μάλιστα μετά την τροποποίηση και συμπλήρωση του ανωτέρω άρθρου με το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν 2408/1996, αυτό είναι το κατ’ εξοχήν έννομο συμφέρον που προστατεύεται. Συνεπώς η έκδοση ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής αποτελεί για τον εκδότη της, που ενήργησε δολίως κατά την ανωτέρω έννοια, αδικοπραξία, που τον υποχρεώνει κατά τα άρθρα 914 και 932 του ΑΚ σε ισόποση, κατ’ αρχάς, με το ποσό της επιταγής αποζημίωση και εύλογη λόγω ηθικής βλάβης χρηματική ικανοποίηση του νόμιμου κομιστή της, ο οποίος μάλιστα δεν είναι αναγκαίο να είναι αυτός που την εμφάνισε στην πληρώτρια Τράπεζα, αλλά δύναται να είναι και προηγούμενος οπισθογράφος που πλήρωσε την επιταγή και έγινε κομιστής με δικαίωμα αναγωγής, εφ’ όσον αυτός υφίσταται τελικώς τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, υπό την έννοια ότι η ζημία του είναι απότοκη της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτή (ΑΠ Ολ 29/2007 Nomos, ΑΠ 1008/2010 ΕΕμπΔ 2010, 629). Ο εκδότης ακάλυπτης επιταγής είναι υποχρεωμένος να αποζημιώσει τον κομιστή της, ακόμη και αν αυτή είναι μεταχρονολογημένη, οπότε ευθύνεται κατά τα άρθρα 28, 29 παρ. 1, 4 και 56 του Ν 5960/1933, αν η επιταγή εμφανισθεί προς πληρωμή οποτεδήποτε εντός του χρονικού διαστήματος που αρχίζει από την επομένη της ημέρας που πραγματικά εκδόθηκε και λήγει την όγδοη ημέρα μετά την αναγραφόμενη στο σώμα της επιταγής χρονολογία εκδόσεως (ΑΠ 29/2020 Nomos, ΑΠ 705/2007 ΝοΒ 2007, 2140). Περαιτέρω, την αδικοπρακτική ευθύνη του εκδότη ακάλυπτης επιταγής δεν αποκλείει το γεγονός ότι την υπέγραψε αυτός ως νόμιμος εκπρόσωπος εταιρίας και απλώς στην περίπτωση αυτή ευθύνεται κατά το άρθρο 71 του ΑΚ εις ολόκληρον με το νομικό πρόσωπο της εταιρίας και μάλιστα ανεξαρτήτως από τη μορφή της εταιρίας ως προσωπικής ή κεφαλαιουχικής, εφ’ όσον και στην περίπτωση των κεφαλαιουχικών εταιριών ο νόμιμος εκπρόσωπός τους ναι μεν δεν ευθύνεται ατομικώς για τα εταιρικά χρέη, ευθύνεται όμως κατά τις γενικές διατάξεις για τις αδικοπραξίες αν έχει ιδία προσωπική ευθύνη κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, επομένως και για την έκδοση ακάλυπτης επιταγής (ΑΠ 179/2019 Nomos, ΑΠ 1069/2017 Nomos, ΑΠ [ποιν] 815/2015 ΠοινΧρον 2016, 438).

Πέραν όμως από τα ανωτέρω πρέπει να αποδεικνύεται ότι προσβλήθηκε από την αδικοπραξία (έκδοση ακάλυπτης επιταγής) η εμπορική πίστη της ενάγουσας εταιρίας, η επαγγελματική της υπόληψη και γενικά το εμπορικό της μέλλον και επομένως ότι υπέστη ηθική βλάβη για την οποία πρέπει να της επιδικαστεί χρηματική ικανοποίηση (αρ. 932 ΑΚ), αλλιώς απορρίπτεται το σχετικό αγωγικό αίτημα ως ουσιαστικά αβάσιμο.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προσωπική κράτηση διατάσσεται, εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζει ρητά ο νόμος και για απαιτήσεις από αδικοπραξίες ποσού όχι μικρότερου των 30.000 ευρώ. Η δυνατότητα απαγγελίας προσωπικής κράτησης στις παραπάνω περιπτώσεις δεν προσκρούει στις επιταγές των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1-4, 7 παρ. 2 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, εφόσον η επερχόμενη με αυτή στέρηση της προσωπικής ελευθερίας προβλέπεται με νόμο και δεν έρχεται εξ ορισμού σε αντίθεση οπωσδήποτε με την αρχή της αναλογικότητας (ΑΠ 495/2010 ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, ναι μεν πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας αποτελούν ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου (άρθρο 2 παρ. 1 Συντ.), πυρήνας της οποίας είναι η απαραβίαστη κατά το άρθρο 5 παρ. 3 του Συντάγματος προσωπική ελευθερία, όμως, όπως ρητά περαιτέρω ορίζεται στην ίδια συνταγματική παράγραφο, επιτρέπεται με νόμο και αυτή η στέρηση της προσωπικής ελευθερίας, εφόσον βέβαια η στέρησή της είναι αναγκαία για την προάσπιση του δημόσιου συμφέροντος, όπως ερμηνευτικά θα πρέπει να γίνει δεκτό. Αυτό ασφαλώς ισχύει για την προσωπική κράτηση, η οποία ως μέσο εκτέλεσης για την ικανοποίηση ιδιωτικών απαιτήσεων συμβάλλει στη διαφύλαξη της κοινωνικής ειρήνης με την εμπέδωση αισθήματος δικαίου, υπό την επιφύλαξη πάντως ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση θα διασφαλίζεται παράλληλα και η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας, με την έννοια ότι θα πρέπει να σταθμίζονται από το δικαστήριο οι συνθήκες της κάθε ατομικής περίπτωσης, σε σχέση με το σκοπό που εξυπηρετεί το μέτρο της προσωπικής κράτησης και να λαμβάνεται έτσι το μέτρο αυτό μόνο όταν τελεί σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό και είναι όχι απλώς πρόσφορο, αλλά απόλυτα αναγκαίο για την ικανοποίηση της σχετικής απαίτησης, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που θα προκαλέσει. Έτσι δυσανάλογη και ασφαλώς καταχρηστική θα είναι η απαγγελία προσωπικής κράτησης, όταν εξ αιτίας της οικονομικής αδυναμίας του οφειλέτη δεν μπορεί να λειτουργήσει ως μέσο πίεσης για την είσπραξη της απαίτησης του δανειστή, δηλαδή ως μέσο έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης (ΑΠ Ολ 23/2005 Nomos, ΑΠ 1565/2013 Nomos, ΑΠ 1380/2013 Nomos). Την προσωπική κράτηση δεν αποκλείει η διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού η διάταξη αυτή αναφέρεται μόνο στην απαγόρευση προσωπικής κρατήσεως των εκπροσώπων ανωνύμων εταιριών, εταιριών περιορισμένης ευθύνης και ΙΚΕ για χρέη της εταιρίας και όχι για χρέη από αδικοπραξία που βαρύνουν προσωπικά το φυσικό πρόσωπο, έστω και αν η διαπραχθείσα από αυτό αδικοπραξία έλαβε χώρα στο πλαίσιο των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί, για την οποία (αδικοπραξία) επίσης ευθύνεται έναντι της παθούσας και το νομικό πρόσωπο, σύμφωνα με το άρθρο 71 του ΑΚ (ΑΠ 271/2015 Nomos, ΕφΠειρ 133/2016 Nomos, ΕφΠειρ 219/2015 Nomos). Σημειωτέον ότι αν ο εναγόμενος είναι ηλικίας 66 ετών  πρέπει να το επικαλεστεί κατ’ ένσταση ως λόγο αποκλεισμού της προσωπικής του κράτησης (άρθρο 1048 εδ. γ΄ του ΚΠολΔ, ΑΠ 204/2014 Nomos, ΑΠ 538/2012 Nomos, ΜΕφΑνΚρήτης 14/2021 ΤΝΠ Qualex).

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική-Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς Διά Ζώσης ή και Εξ Αποστάσεως  Παρακολούθηση.

Αναρτήθηκε: Σεπτεμβρίου 27, 2021