Επιμέλεια: Δημήτριος Βαρελάς, Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω

            Το δικαστικό συμβούλιο είναι το ανώτατο όργανο της προδικασίας, το οποίο έχει τη γενική αρμοδιότητα του άρθρου 307 ΚΠΔ καθώς επίσης και αρμοδιότητα επίλυσης ζητημάτων που ορίζει ο ΚΠΔ με ειδικές διατάξεις.

            Αντικείμενο του παρόντος είναι να κωδικοποιηθούν όλες οι διατάξεις που καθορίζουν την εν γένει λειτουργική αρμοδιότητα που προβλέπει ο ΚΠΔ για το δικαστικό συμβούλιο.

            Απαραίτητη προϋπόθεση για την αρμοδιότητα του συμβουλίου πλημμελειοδικών κατά τον πΚΠΔ ήταν να είχε ασκηθεί ποινική δίωξη. Υπό την ισχύ του νέου ΚΠΔ σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 244 ΚΠΔ «Το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο» επιλύει όλες τις διαφορές ή αμφισβητήσεις που προκύπτουν κατά την προκαταρκτική εξέταση μεταξύ του υπόπτου και εκείνου που υποστηρίζει την κατηγορία ή μεταξύ αυτών και του εισαγγελέα.». Κατόπιν τούτου το συμβούλιο αποφασίζει και για τις διαφορές που προκύπτουν και στην προκαταρκτική εξέταση, συνεπώς το συμβούλιο, πλέον έχει αρμοδιότητα από τη στιγμή που ο εισαγγελέας παραγγέλλει τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης για να διερευνηθεί, με βάση τα στοιχεία που θα συλλεχθούν, αν θα ασκήσει ποινική δίωξη για αξιόποινη πράξη.

            Σύμφωνα με το άρθρο 307 ΚΠΔ με τον τίτλο Αρμοδιότητα του συμβουλίου των πλημμελειοδικών κατά την προδικασία  ορίζεται ότι : «Κατά τη διάρκεια της ανάκρισης το συμβούλιο των πλημμελειοδικών με πρόταση του εισαγγελέα ή ενός διαδίκου ή με αίτηση του ανακριτή αποφασίζει: α) όταν ο ανακριτής νομίζει ότι δεν πρέπει να συμμορφωθεί με πρόταση των παραπάνω, β) όταν πρόκειται να κανονιστεί στην προδικασία ένα δύσκολο ζήτημα, όπως η κατάσχεση κ.λπ., γ) για όλες τις διαφορές που προκύπτουν στην προδικασία μεταξύ των διαδίκων ή μεταξύ αυτών και του εισαγγελέα, δ) για την αποπεράτωση ή την εξακολούθηση της ανάκρισης, ε) για την προσφυγή του κατηγορουμένου κατά του εντάλματος προσωρινής κράτησης ή για την προσφυγή του κατηγορουμένου ή του εισαγγελέα κατά της διάταξης του ανακριτή που αφορά την αντικατάσταση της προσωρινής κράτησης με περιοριστικούς όρους και στ) για κάθε άλλο θέμα που προβλέπεται σε ειδικές διατάξεις.»

            Στη συνέχεια με βάση, καταρχήν το άρθρο 307 θα αναφερθούν οι περιπτώσεις που επιλαμβάνεται το συμβούλιο των πλημμελειοδικών στην προδικασία αρχικά, αλλά και σε κάθε άλλη περίπτωση που προβλέπεται η λειτουργική αρμοδιότητά του από άλλες διατάξεις του ΚΠΔ.

 

            Α. Κατά τη διάρκεια της ανάκρισης το συμβούλιο των πλημμελειοδικών με πρόταση του εισαγγελέα ή ενός διαδίκου ή με αίτηση του ανακριτή αποφασίζει: α) όταν ο ανακριτής νομίζει ότι δεν πρέπει να συμμορφωθεί με πρόταση των παραπάνω. Στην περίπτωση αυτή αναφέρονται περιπτώσεις διαφωνίας στο στάδιο της κύριας ανάκρισης και αφορούν τις κατωτέρω διατάξεις :

 

            Α.1. 247 ΚΠΔ η επίλυση διαφωνίας μεταξύ ανακριτή και εισαγγελέα αναφορικά με την εκτέλεση της παραγγελίας για διενέργεια κύριας ανάκρισης

            (τέτοιες διαφωνίες μπορεί να προκύψουν από πάσης φύσεως αιτήματα που μπορούν να υποβληθούν στο συμβούλιο, ύστερα από απόρριψη από τον ανακριτή ή τον εισαγγελέα  π.χ. αίτηση για εξέταση μαρτύρων μετά από απορριπτική διάταξη του ανακριτή, αίτηση για διενέργειας πραγματογνωμοσύνης που απέρριψε με διάταξη του ο ανακριτής, αίτηση για κατ’ αντιπαράσταση εξέταση του κατηγορούμενου με τον παθόντα (274 ΚΠΔ) κ.ο.κ.)

 

            Β. όταν πρόκειται να κανονιστεί στην προδικασία ένα δύσκολο ζήτημα, όπως η κατάσχεση κ.λπ. Στην περίπτωση υπάγονται οι κατωτέρω διατάξεις :

 

            Β.1.  269 παρ. 3 ΚΠΔ για την άρση της κατάσχεσης ή την αλλαγή του προσώπου του φύλακα των κατασχεθέντων που επιβλήθηκε είτε στην προκαταρκτική εξέταση (243 παρ.1 εδ. β) είτε στην προανάκριση (245 παρ.2 εδ.α) είτε στην κύρια ανάκριση (260 επ.)

            Β.2.  262 παρ.2 & 315 παρ. 5 εδ. α ΚΠΔ  για την άρση της δέσμευσης τραπεζικών λογαριασμών, περιεχομένου τραπεζικών θυρίδων καθώς και άλλων περιουσιακών στοιχείων του κατηγορουμένου ή τρίτου, κινητών και ακινήτων και όσων ακόμη έχουν άυλη μορφή (βλ. 261 παρ. 1 η δέσμευση μπορεί να αφορά περιουσιακά στοιχεία και τρίτου προσώπου στο οποίο, κατά τις υπάρχουσες ενδείξεις, μεταβιβάστηκε περιουσία από το έγκλημα, με σκοπό την αποφυγή της δήμευσής της) ύστερα από άσκηση προσφυγής από τον κατηγορούμενο ή τον τρίτο (315 παρ. 5 εδ. α ΚΠΔ.

            Β.3.  304 παρ. 2 ΚΠΔ  στις περιπτώσεις των άρθρων 49 ΚΠΔ (αποχή από την ποινική δίωξη κακουργημάτων υπό όρους), 301 ΚΠΔ  (ποινική συνδιαλλαγή μέχρι την τυπική περάτωση της ανάκρισης) και 303 ΚΠΔ (ποινική διαπραγμάτευση) καθώς και στην περίπτωση του άρθρου 302 ΚΠΔ, εφόσον είναι αρμόδιο για την έκδοση παραπεμπτικού βουλεύματος, το συμβούλιο είναι αρμόδιο για την απόδοση των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων του κατηγορούμενου ή τρίτου

           

            Γ.  για όλες τις διαφορές που προκύπτουν στην προδικασία μεταξύ των διαδίκων ή μεταξύ αυτών και του εισαγγελέα. Στην περίπτωση αυτή αναφέρονται περιπτώσεις του συνόλου της προδικασίας και αφορούν τις κατωτέρω διατάξεις :

           

            Γ.1.   86 παρ. 1 ΚΠΔ το συμβούλιο αποφασίζει αμετάκλητα αντιρρήσεις του υπόπτου ή του κατηγορούμενου κατά της δήλωσης για υποστήριξη της κατηγορίας

            Γ.2.  87 ΚΠΔ  αυτεπάγγελτη εξουσία του συμβουλίου για κήρυξη ως απαράδεκτης της δήλωσης για υποστήριξη της κατηγορίας

            Γ.3.    126 παρ. 1 ΚΠΔ το συμβούλιο αποφαίνεται για την υποβολή ένστασης για τοπική αναρμοδιότητα στο στάδιο της κύριας ανάκρισης

            Γ.4.   176 παρ. 1 ΚΠΔ αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο

            Γ.5.   200 παρ. 1 ΚΠΔ ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του μπορούν να προσφύγουν στο δικαστικό συμβούλιο κατά της διάταξης του ανακριτή που διατάζει την εισαγωγή του κατηγορουμένου σε δημόσιο ψυχιατρείο για παρατήρηση.

            Γ.6.   244 παρ. 5 ΚΠΔ επίλυση όλων των διαφορών και αμφισβητήσεων μεταξύ εισαγγελέα και υπόπτου ή του παριστάμενου για την υποστήριξη της κατηγορίας, καθώς και εκείνες μεταξύ υπόπτου και παριστάμενου για την υποστήριξη της κατηγορίας 

            Γ.7.  265 παρ .6 ΚΠΔ κρίση του συμβουλίου για τη δημιουργία ή διατήρηση αντιγράφων ψηφιακών δεδομένων που έχουν κατασχεθεί (265 παρ.1), μεταξύ άλλων, όταν θεωρεί ότι είναι αναγκαίο να περιληφθούν τα παραπάνω αντίγραφα σε άλλη δικογραφία

           

            Δ.  για την αποπεράτωση ή την εξακολούθηση της ανάκρισης

           

            Δ.1.    130 παρ. 2 ΚΠΔ το δικαστικό συμβούλιο μπορεί, για ιδιαίτερους λόγους που αφορούν την ασφαλέστερη διάγνωση της αλήθειας ή την ταχύτερη εκδίκαση της υπόθεσης, να διατάξει τον χωρισμό της ανάκρισης

            Δ.2.   248 παρ.  ΚΠΔ  το συμβούλιο μπορεί να διατάξει συμπληρωματική ανάκριση η οποία πρέπει να συμπληρωθεί μέσα σε δύο μήνες, αφότου η δικογραφία επανέλθει στην ανάκριση

            Δ.3.  308 παρ. 1 ΚΠΔ  το τέλος της κύριας ανάκρισης κηρύσσεται από το συμβούλιο πλημμελειοδικών

            Δ.4.  308 παρ. 3 εδ. δ και 315 παρ. 1 ΚΠΔ  το συμβούλιο πλημμελειοδικών αποφαίνεται για τη συνέχιση ή όχι της προσωρινής κράτησης, καθώς και για τη διατήρηση ή όχι των περιοριστικών όρων

            Δ.5.  310 παρ. 1 ΚΠΔ το συμβούλιο, μέσα σε δύο μήνες ή, αν εφαρμοσθεί η επόμενη παράγραφος (βλ.  Δ.5.), μέσα σε τρεις μήνες από την υποβολή της πρότασης του εισαγγελέα, μπορεί: α) να αποφαίνεται να μη γίνει κατηγορία, β) να παύει οριστικά την ποινική δίωξη, γ) να παύει προσωρινά την ποινική δίωξη, μόνο όμως για τα κακουργήματα της ανθρωποκτονίας με πρόθεση, της ληστείας, της εκβίασης, της κλοπής (και ζωοκλοπής) και του εμπρησμού, δ) να διατάσσει περαιτέρω ανάκριση και ε) να παραπέμπει τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου

            Δ.6.   310 παρ. 2 εδ.β και γ ΚΠΔ  Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, το συμβούλιο, εφόσον κρίνει ότι τούτο είναι αναγκαίο, μπορεί να διατάξει την εμφάνιση ενώπιον του όλων των διαδίκων, οπότε καλείται και ο εισαγγελέας. Αν μετά το τέλος της ανάκρισης και την υποβολή των εγγράφων στον εισαγγελέα υποβλήθηκαν στο συμβούλιο από έναν διάδικο έγγραφα ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία, το συμβούλιο, στην περίπτωση που κρίνει ότι αυτά ασκούν ουσιώδη επιρροή στη διάγνωση της υπόθεσης, οφείλει να καλέσει τους υπόλοιπους διαδίκους, ή τους αντικλήτους τους, για να ενημερωθούν και να υποβάλλουν τις παρατηρήσεις τους σε προθεσμία που καθορίζει το ίδιο

            Δ.7.  310 παρ. 3 εδ. α  ΚΠΔ  το συμβούλιο διατάσσει περαιτέρω ανάκριση, αν θεωρηθεί απαραίτητο να γίνουν ορισμένες ανακριτικές πράξεις ή να απαγγελθεί κατηγορία εναντίον ορισμένου προσώπου που σε βάρος του υπάρχουν υπόνοιες ότι ενέχεται για την πράξη για την οποία διεξάγεται η ανάκριση, η οποία διενεργείται από τον ανακριτή

            Δ.8.  310 παρ. 3 εδ. β  ΚΠΔ  αν διατάχθηκε περαιτέρω ανάκριση, μπορεί όμως κατά την κρίση του συμβουλίου να γίνει και από ανακριτικό υπάλληλο, αν είχε προηγηθεί μόνο προανάκριση.

            Δ.9 311 παρ. 2 ΚΠΔ το συμβούλιο στις περιπτώσεις που εκδίδει απαλλακτικό βούλευμα έχει την υποχρέωση να διατάξει συγχρόνως την απόδοση σε ορισμένο πρόσωπο ως ιδιοκτήτη των πραγμάτων που αφαιρέθηκαν και των πειστηρίων που κατασχέθηκαν ή παραδόθηκαν στην ανάκριση σύμφωνα με το άρθρο 259

            Δ.10. 311 παρ. 2 εδ. γ, δ ΚΠΔ  αν από την ανάκριση προκύπτει ότι ο ιδιοκτήτης είναι άγνωστο πρόσωπο, το συμβούλιο διατάσσει την εξακολούθηση της μεσεγγύησης και της φύλαξης, που προβλέπονται στα άρθρα 259 και 267

            Δ.11. 311.παρ.2 εδ.ε ΚΠΔ το συμβούλιο διατάσσει τη δήμευση των πραγμάτων που κατά τον νόμο πρέπει να δημευτούν

            Δ.12. 312 παρ. 1 ΚΠΔ στις περιπτώσεις που το συμβούλιο διατάζει την προσωρινή παύση της δίωξης, μετά τη συγκέντρωση νέων στοιχείων ο εισαγγελέας τα υποβάλλει στο συμβούλιο το οποίο, αφού τα εκτιμήσει, επιτρέπει τη νέα δίωξη

            Δ.13   313 εδ. β και γ ΚΠΔ  κατ` εξαίρεση των οριζομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 311, το δικαστικό συμβούλιο διατάσσει την εισαγωγή της υπόθεσης στο ακροατήριο του αρμόδιου δικαστηρίου και όταν κρίνει ότι συντρέχει περίπτωση απαλλαγής από την ποινή λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής και επιβολής μέτρου θεραπείας κατά το άρθρο 69Α ΠΚ. Αν κατά του κατηγορουμένου έχει εκδοθεί ένταλμα προσωρινής κράτησης, το σχετικό βούλευμα του συμβουλίου εκδίδεται υποχρεωτικά εντός τριάντα ημερών από την υποβολή σε αυτό της πρότασης του εισαγγελέα

            Δ.14.  315 παρ. 6  ΚΠΔ όταν η δικογραφία εισάγεται στο αρμόδιο δικαστήριο λόγω συνδρομής των προϋποθέσεων της παρ. 1 του άρθρου 69Α ΠΚ, το δικαστικό συμβούλιο επιβάλλει υποχρεωτικά ως περιοριστικό όρο ένα από τα μέτρα της παρ. 3 του άρθρου 69Α ΠΚ, αν δε ο κατηγορούμενος κρατείται προσωρινά, αντικαθιστά υποχρεωτικά την προσωρινή κράτηση με το ίδιο μέτρο.

 

            Ε. για την προσφυγή του κατηγορουμένου κατά του εντάλματος προσωρινής κράτησης ή για την προσφυγή του κατηγορουμένου ή του εισαγγελέα κατά της διάταξης του ανακριτή που αφορά την αντικατάσταση της προσωρινής κράτησης με περιοριστικούς όρους

            Ε.1. 290 παρ. 1 ΚΠΔ το συμβούλιο επιλαμβάνεται της προσφυγής του κατηγορούμενου κατά του εντάλματος προσωρινής κράτησης

            Ε.2.  290 παρ.4 ΚΠΔ το συμβούλιο των πλημμελειοδικών όταν ασχολείται με την προσφυγή μπορεί να άρει την προσωρινή κράτηση ή να την αντικαταστήσει με τους περιοριστικούς όρους που επιβάλλονται κατά την κρίση του ή να αντικαταστήσει με άλλους τους όρους που έχουν τεθεί

            Ε.3. 291 παρ. 2 εδ. γ ΚΠΔ το συμβούλιο επιλαμβάνεται προσφυγής του κατηγορούμενου κατά της διάταξης του ανακριτή που έκρινε, επί αιτήσεώς του για άρση της ή την αντικατάσταση της με περιοριστικούς όρους   

            Ε.4. 290 παρ. 3 εδ. α και δ ΚΠΔ το συμβούλιο επιλαμβάνεται προσφυγής του κατηγορούμενου ή του εισαγγελέα κατά της διάταξης του ανακριτή που αντικαθιστά την προσωρινή κράτηση ή τον κατ’ οίκον περιορισμό με ηλεκτρονική επιτήρηση με περιοριστικούς όρους ή αυτούς ή τον κατ’ οίκον περιορισμό με ηλεκτρονική επιτήρηση με προσωρινή κράτηση (άρθρο 296)

            Ε.5. 315 παρ. 4 ΚΠΔ όταν το δικαστικό συμβούλιο αποφαίνεται με οποιαδήποτε αφορμή για την προσωρινή κράτηση ή μη του κατηγορουμένου, έχει υποχρέωση, εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα, να τον καλέσει ενώπιον του προκειμένου να διατυπώσει τις απόψεις του, εκτός αν με ειδική αιτιολογία κρίνει ότι η αυτοπρόσωπη εμφάνιση δεν είναι αναγκαία

           

            ΣΤ. για κάθε άλλο θέμα που προβλέπεται σε ειδικές διατάξεις.

            ΣΤ.1.  20 παρ.1 ΚΠΔ το συμβούλιο αποφαίνεται για αίτηση εξαίρεσης που αφορά τον ανακριτή (πρωτοδίκη), τον εισαγγελέα πρωτοδικών ή μέλος του δικαστικού συμβουλίου πλημμελειοδικών

            ΣΤ.2.  34 παρ. 2 ΚΠΔ  κατά τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης  για οικονομικά εγκλήματα του άρθρου 33 μπορεί να δοθεί παράταση έως εννέα μήνες κατ’ ανώτατο όριο της δέσμευσης από τον εισαγγελέα τραπεζικών λογαριασμών, περιεχομένου τραπεζικών θυρίδων και περιουσιακών εν γένει στοιχείων (κινητών και ακινήτων) τόσο του υπόπτου όσο και τρίτου, προς τον σκοπό διασφάλισης των συμφερόντων του δημοσίου

            ΣΤ.3.  34 παρ. 3 ΚΠΔ  ο ύποπτος ή ο τρίτος μπορεί κατά της διάταξης του εισαγγελέα οικονομικού εγκλήματος που του δεσμεύει τραπεζικούς λογαριασμούς, περιεχόμενο τραπεζικών θυρίδων και περιουσιακά εν γένει στοιχεία (κινητά και ακίνητα) να προσφύγει στο συμβούλιο ζητώντας την άρση της

            ΣΤ.4. 34 παρ. 4 ΚΠΔ ο εισαγγελέας οικονομικού εγκλήματος μπορεί να παραγγέλλει την έκδοση της διάταξης της παρ. 2 του παρόντος και από τον κατά τόπο αρμόδιο εισαγγελέα πρωτοδικών, ο οποίος εκδίδει αυτήν σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, οι διατάξεις της οποίας εφαρμόζονται ανάλογα. Η προσφυγή κατά της διάταξης του εισαγγελέα πρωτοδικών εισάγεται στον κατά τόπο αρμόδιο συμβούλιο πλημμελειοδικών

            ΣΤ.5. 44 παρ.1 ΚΠΔ το συμβούλιο διατάζει αμετάκλητα την αναστολή για αόριστο χρόνο αν έχει αρχίσει η ποινική δίωξη  στις περιπτώσεις πλημμελήματος, αν η ποινή που πιθανολογείται ότι θα επιβληθεί στον υπαίτιο, αλλά και οι άλλες συνέπειές της κατά τον ποινικό κώδικα, είναι μηδαμινές συγκριτικά με την ποινή που του έχει επιβληθεί αμετάκλητα στο παρελθόν για άλλη πράξη και που τώρα την εκτίει

            ΣΤ.6. 79 ΚΠΔ όταν προκύψει σαφώς ότι η διαδικασία στρέφεται εναντίον κατηγορουμένου από πλάνη ως προς την ταυτότητα του προσώπου του, το δικαστικό συμβούλιο (στην προδικασία) ή το δικαστήριο (στην κύρια διαδικασία) αποφαίνονται ότι η ποινική δίωξη θεωρείται σαν να μην έγινε

            ΣΤ.7. 132 παρ. 2 ΚΠΔ αν, όσο διαρκεί η διαδικασία της παρ. 1 του άρθρου 132 για τον κανονισμό αρμοδιότητας, ανακύψουν ζητήματα που αφορούν μέτρα δικονομικού καταναγκασμού, επιλαμβάνεται το συμβούλιο πλημμελειοδικών του τόπου όπου διενεργήθηκε η κύρια ανάκριση

            ΣΤ.8. 185 παρ. 1 ΚΠΔ το συμβούλιο των πλημμελειοδικών, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα πλημμελειοδικών, καταρτίζει μέσα στο τρίτο δεκαήμερο του Σεπτεμβρίου κάθε χρόνο πίνακα πραγματογνωμόνων κατά ειδικότητες από πρόσωπα που διαμένουν στην έδρα του και είναι κατάλληλα για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, προτιμώντας δημόσιους υπαλλήλους

            ΣΤ.9.  202 παρ. 2 ΚΠΔ το συμβούλιο αποφασίζει για την προσφυγή που ασκεί ο πραγματογνώμονας κατά της διάταξης που του επέβαλε πρόστιμο και καταδίκη στα έξοδα λόγω αμέλειας που επέδειξε κατά τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης στην προδικασία

            ΣΤ.10. 202 παρ. 5 ΚΠΔ το συμβούλιο πλημμελειοδικών διαγράφει από τον πίνακα του άρθρου 185 (των πραγματογνωμόνων) όποιον τιμωρήθηκε σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους (του άρθρου 202)

            ΣΤ.11.  233 παρ. 1 εδ. ε, δ ΚΠΔ ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ασκήσει αντιρρήσεις κατά της απόφασης με την οποία κρίθηκε ότι δεν είναι αναγκαία η παροχή διερμηνείας ή όταν η ποιότητα της διερμηνείας δεν είναι επαρκής. Επί των αντιρρήσεων αποφασίζει κατά την κύρια ανάκριση το δικαστικό συμβούλιο

            ΣΤ.12.  233 παρ. 2 εδ. α ΚΠΔ το συμβούλιο πλημμελειοδικών καταρτίζει τον πίνακα διερμηνέων από πρόταση του εισαγγελέα

            ΣΤ.13. 254 παρ. 3 εδ. α ΚΠΔ  για τη διενέργεια των ειδικών ανακριτικών πράξεων επί ορισμένων εγκλημάτων (254 παρ.1 ΚΠΔ) καθώς και για το απολύτως αναγκαίο χρονικό διάστημα που απαιτείται για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού αποφαίνεται με ειδικά αιτιολογημένο βούλευμά του το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο μετά από πρόταση του εισαγγελέα

            ΣΤ.14. 254 παρ. 3 εδ. γ,δ,ε,στ  ΚΠΔ Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις την έρευνα μπορεί να διατάξει ο εισαγγελέας ή ο ανακριτής. Στην περίπτωση αυτή ο εισαγγελέας ή ο ανακριτής είναι υποχρεωμένοι να εισαγάγουν το ζήτημα μέσα σε προθεσμία τριών ημερών στο αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο, το οποίο ελέγχει παράλληλα την συνδρομή των εξαιρετικά επειγουσών περιστάσεων. Διαφορετικά η ισχύς της σχετικής διάταξης αίρεται αυτοδικαίως. Αν εντός ευλόγου χρόνου, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τις πέντε (5) ημέρες, δεν εκδοθεί βούλευμα, τα τυχόν ευρήματα δεν είναι αξιοποιήσιμα

            ΣΤ.15. 254 παρ. 5 εδ. β ΚΠΔ το συμβούλιο με ειδική απόφασή του, μπορεί κατ’ εξαίρεση, να επιτρέψει το στοιχείο αυτό ή η αποκτηθείσα γνώση (από τη διενέργεια των ειδικών ανακριτικών πράξεων για συγκεκριμένη υπόθεση) να χρησιμοποιηθούν και σε άλλη ποινική δίκη για τη βεβαίωση εγκλήματος της παραγράφου 1 του 254, τη σύλληψη δραστών και την εξάρθρωση άλλης εγκληματικής ή τρομοκρατικής οργάνωσης

            ΣΤ.16. 255 παρ. 2  ΚΠΔ στις ειδικές ανακριτικές πράξεις επί εγκλημάτων διαφθοράς κάθε στοιχείο ή γνώση που αποκτήθηκε κατά τη διενέργεια των προαναφερόμενων ανακριτικών πράξεων μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για τους λόγους που όρισε το δικαστικό συμβούλιο

            ΣΤ.17. 288 παρ.1 εδ.α και γ ΚΠΔ  επίλυση διαφωνίας ανακριτή εισαγγελέα για το αν ο κατηγορούμενος θα αφεθεί ελεύθερος μετά την απολογία του, ή για την έκδοση διάταξης επιβολής περιοριστικών όρων ή προσωρινή κράτησης

            ΣΤ.18. 292 παρ. 1, 2 ΚΠΔ το συμβούλιο αποφαίνεται για τη διάρκεια (παρατάσεις μέχρι του ανώτατου χρονικού ορίου) της προσωρινής κράτησης

            ΣΤ.19. 292 παρ. 5 ΚΠΔ κάθε αμφιβολία ή αντίρρηση ως προς την παράταση ή τη συμπλήρωση των ανώτατων ορίων της προσωρινής κράτησης επιλύεται από το κατά την παρ. 2 αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο

            ΣΤ.20. 294 παρ. 1 ΚΠΔ  αν η προσωρινή κράτηση του κατηγορουμένου συνεχίστηκε και μετά την παραπομπή του σε δίκη, το αρμόδιο συμβούλιο (το πλημμελειοδικών ΜΟΝΟ αν η υπόθεση εκκρεμεί σε πλημμελειοδικείο βλ. και 294 παρ.2) οποτεδήποτε, μπορεί ύστερα από αίτηση του κατηγορουμένου, του εισαγγελέα ή αυτεπαγγέλτως να άρει την προσωρινή κράτηση ή τον κατ’ οίκον περιορισμό με ηλεκτρονική επιτήρηση ή να αντικαταστήσει την προσωρινή κράτηση με κατ’ οίκον περιορισμό με ηλεκτρονική επιτήρηση ή να αντικαταστήσει τα προηγούμενα μέτρα με περιοριστικούς όρους ή να άρει ή να αντικαταστήσει τους περιοριστικούς όρους που έχουν τεθεί με άλλους

            ΣΤ.21.  295 παρ. 3 ΚΠΔ για κάθε αμφισβήτηση που προκύπτει ως προς την παροχή της εγγύησης αποφασίζει ανέκκλητα το συμβούλιο (στην προδικασία)

            ΣΤ.22. 298 παρ. 2 εδ.γ ΚΠΔ  για την τύχη της εγγύησης, αν δεν υπάρχει νόμιμη περίπτωση να ασχοληθεί το δικαστήριο με την κατηγορία, καθώς και κατά τη διάρκεια της ανάκρισης, αποφαίνεται το συμβούλιο των πλημμελειοδικών, αφού πρώτα προσκληθεί ο κατηγορούμενος και ο τρίτος που έδωσε την εγγύηση πέντε τουλάχιστον ημέρες προτού εισαχθεί η υπόθεση στο συμβούλιο

            ΣΤ.23. 299 παρ. 1 ΚΠΔ αν παύσει η εναντίον του κατηγορούμενου ποινική δίωξη, την απόδοση της εγγύησης διατάζει το συμβούλιο πλημμελειοδικών

             ΣΤ.24. 315 παρ. 2 εδ. α  ΚΠΔ αν είχε εκδοθεί εναντίον του κατηγορουμένου ένταλμα σύλληψης και αυτός διέφυγε, το συμβούλιο διατάσσει ταυτόχρονα την κατάργηση ή τη διατήρηση της ισχύος του εντάλματος, καθώς και την προσωρινή κράτηση του κατηγορουμένου στην περίπτωση που θα συλληφθεί σύμφωνα με τις διακρίσεις της παρ. 1. 3 (του 315)

            ΣΤ.25. 315 παρ. 2 εδ. β  ΚΠΔ το συμβούλιο, παραπέμποντας τον κατηγορούμενο στο ακροατήριο, αν συντρέχει νόμιμη περίπτωση, επιβάλλει περιοριστικούς όρους ή διατάσσει τη σύλληψη (βλ. και 276 ΚΠΔ) και προσωρινή κράτησή του, ακόμη και αν δεν έχει εκδοθεί ένταλμα σύλληψης ή προσωρινής κράτησης

            ΣΤ.26.  341 παρ.2 εδ.γ. ΚΠΔ  το συμβούλιο επιλαμβάνεται αιτήσεως του κατηγορούμενου, που υπέβαλε άσκησε αίτηση ακύρωσης της διαδικασίας, για αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης μέχρι να συζητηθεί η αίτηση ακύρωσης

            ΣΤ.27.  383 παρ. 1 ΚΠΔ το συμβούλιο των πλημμελειοδικών αφού ακούσει τον εισαγγελέα καταρτίζει έως την 20ή Απριλίου κάθε έτους τον ετήσιο κατάλογο των ενόρκων για το μικτό ορκωτό δικαστήριο  με βάση τα κριτήρια των άρθρων 379 έως και 382.

            ΣΤ.28.   384 παρ.1-3 ΚΠΔ  ενστάσεις στο συμβούλιο πλημμελειοδικών από τους πολίτες που ορίστηκαν ένορκοι για να διαγραφούν

            ΣΤ.29.  385 παρ.1 ΚΠΔ  το συμβούλιο πλημμελειοδικών εκλέγει για  την μηνιαία σύνοδο τον αριθμό των ενόρκων της συνόδου

           ΣΤ.30.  472 εδ. α ΚΠΔ κάθε δισταγμός ή αμφισβήτηση για την ανασταλτική δύναμη του ενδίκου μέσου κατά το άρθρο 471 λύεται αμετάκλητα από το δικαστικό συμβούλιο που εξέδωσε το βούλευμα που προσβάλλεται

            ΣΤ.31.  538 παρ.1 ΚΠΔ εκείνος που έχει δικαίωμα να ζητήσει αποζημίωση, υποβάλλει την αίτησή του στο δικαστικό συμβούλιο που εξέδωσε το απαλλακτικό βούλευμα

            ΣΤ.32. 575 παρ.2 ΚΠΔ για εσφαλμένες εγγραφές και διορθώσεις του ποινικού μητρώου  αποφασίζει ο εισαγγελέας του τόπου γέννησης του ενδιαφερομένου και κατά της διάταξης του εισαγγελέα ο ενδιαφερόμενος μπορεί να προσφύγει στο συμβούλιο πλημμελειοδικών

            ΣΤ.33.  581 παρ.1, 4 ΚΠΔ για την πράξη αρχειοθέτησης της μήνυσης ή της έγκλησης με την οποία επιβάλλονται έξοδα, ο μηνυτής ή εγκαλών μπορεί να προσφύγουν στο συμβούλιο πλημμελειοδικών

            ΣΤ.34.  581 παρ.2 εδ. α ΚΠΔ όποιος καταδικάστηκε στα έξοδα με απόφαση του συμβουλίου πλημμελειοδικών μπορεί να ασκήσει προσφυγή για τα έξοδα στο ίδιο συμβούλιο.

           

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Πολιτική-Ποινική Δικαιοσύνη & Εισαγγελείς Διά Ζώσης ή και Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

Αναρτήθηκε: Απριλίου 23, 2021