Επιμέλεια: Εύη Γαλάνη,

Δικηγόρος, ΜΔΕ, Διδάσκουσα στο Φροντιστήριο ΝΟΜΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ

Σύμφωνα με τη γενική θεωρία του Διοικητικού Δικαίου, το διοικητικό όργανο, εάν δεν υπάρχει ρητή αντίθετη διάταξη, προβαίνει στην έκδοση της διοικητικής πράξης αυτεπαγγέλτως μέσα στην προβλεπόμενη από τις σχετικές διατάξεις προθεσμία η οποία δεν μπορεί να υπερβεί το τρίμηνο όταν το ίδιο διαπιστώσει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις της έκδοσής της. Εάν έχει υποβληθεί σχετική αίτηση από τον διοικούμενο, αυτό δεν αποτελεί συμμετοχή του στη διαδικασία έκδοσης της διοικητικής πράξης αλλά απλή παρακίνηση προς το διοικητικό όργανο για την έκδοση της πράξης. Επιπλέον ο διοικούμενος έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δήλωση βουλήσεώς του με παραίτηση από την αίτηση που έχει υποβάλει, εκτός εάν  υπάρχει αντίθετη νομοθετική ρύθμιση (άρθρο 5 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας-ΚΔΔιαδ). Ανάκληση της παραίτησης ή υποβολή νέας αίτησης μπορεί να γίνει μόνον εάν συντρέχουν οι όροι που προβλέπει η νομοθεσία (ΣτΕ 272/1986)[1].  Και όταν από τις κείμενες διατάξεις προβλέπεται η υποχρέωση έκδοσης της διοικητικής πράξης εντός ορισμένης προθεσμίας και η προθεσμία αυτή παρέρχεται άπρακτη, γεννάται παράλειψη της οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, η οποία ως εκτελεστή διοικητική πράξη παραδεκτώς προσβάλλεται[2].    

Συναφώς, κατά γενική αρχή του δικαίου που αποτυπώνεται στα άρθρα 140-157 ΑΚ, η δήλωση βούλησης, προκειμένου να επιφέρει το σκοπούμενο από αυτήν αποτέλεσμα, πρέπει να είναι απαλλαγμένη ελαττωμάτων, δηλαδή να μην έλαβε χώρα υπό καθεστώς πλάνης, απάτης ή απειλής. Η γενική αυτή αρχή εφαρμοζόμενη και στο διοικητικό δίκαιο, προϋποθέτει για το έγκυρο αίτησης ή αναφοράς που απευθύνεται από φυσικό πρόσωπο προς δημόσια αρχή, κατά τον χρόνο κατά τον οποίο συντελείται η δήλωση βούλησης, η βούληση του προσώπου να είναι απαλλαγμένη από ελαττώματα αποκλείοντα την ελεύθερη διαμόρφωσή της (ΣτΕ 2873/2006, 1987, 2316/1989, 4300/1983, 1393/1970). Επιπλέον, κατά την έννοια του άρθρου 30 του ΠΔ 18/1989, με την υποβολή δήλωσης παραίτησης από κατατεθέν ένδικο βοήθημα ή μέσο επέρχεται κατάργηση της ανοιγείσας με την αίτηση αυτή δίκης, τυχόν δε ανάκληση της παραίτησης δεν επάγεται καμία συνέπεια, εκτός εάν ο παραιτηθείς επικαλείται συγγνωστή πλάνη ή άλλο νόμιμο λόγο, συνιστάμενο σε ελάττωμα της δηλωθείσας βούλησης περί παραίτησης, για τη βασιμότητα του οποίου κρίνει το Δικαστήριο (ΣτΕ 2327/2018, 3076/2014, 108/2012, 2453-2454/2006, 552/1999, 1234/1996, 383/1973, 2364/1971, 1080/1967, 1617/1963, σε συμβ. 100/2000 κ.ά.).

Περαιτέρω, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στα άρθρα 140-141 ΑΚ, αν κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, η δήλωση δεν συμφωνεί από ουσιώδη πλάνη με τη βούληση του δηλούντος, αυτός έχει το δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας. Η πλάνη αυτή δύναται να αφορά ακόμη και στο περιεχόμενο της δήλωσης, έστω και αν έχει σχέση με το δίκαιο, δηλαδή με το είδος της δικαιοπραξίας ή τη νομική ενέργεια κάποιου όρου ή με τις έννομες συνέπειες της δήλωσης. Επομένως, πλάνη είναι η εσφαλμένη γνώση της απαιτουμένης για τον προσδιορισμό της βούλησης του δηλούντος πραγματική κατάσταση. Πλάνη υπάρχει και όταν ο δικαιοπρακτών εννοούσε τη δήλωσή του με νόημα διαφορετικό εκείνου που πράγματι είχε από τον νόμο ή αγνοούσε τις έννομες συνέπειες της δήλωσής του. Έτσι, αν κάποιος υπογράφει έγγραφο νομίζοντας εσφαλμένα ότι περιλαμβάνει ορισμένο περιεχόμενο με ορισμένες συνέπειες ενώ τούτο περιλαμβάνει περιεχόμενο διαφορετικό, βρίσκεται σε πλάνη, η οποία είναι ουσιώδης, αν αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την όλη δικαιοπραξία, ώστε το πρόσωπο που πλανήθηκε δεν θα την επιχειρούσε αν γνώριζε την πραγματική κατάσταση (ΑΠ 110/2019, 80/2007)[3].

Υπό το φως της γενικής αυτής αρχής είναι ερμηνευτέα και η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 του ΚΔΔιαδ[4], σύμφωνα με την οποία ανάκληση παραίτησης από αίτηση του ενδιαφερομένου για την έκδοση διοικητικής πράξης δεν μπορεί να γίνει. Η διάταξη, δηλαδή, αυτή προϋποθέτει έγκυρη και απαλλαγμένη ελαττωμάτων δήλωση βούλησης του παραιτηθέντος και ουδόλως αποκλείει την ανάκληση της παραίτησης, στην περίπτωση που αυτή έλαβε χώρα υπό καθεστώς συγγνωστής πλάνης. Προκειμένου να διαπιστωθεί από το αρμόδιο όργανο το συγγνωστό ή μη της πλάνης του παραιτηθέντος, πρέπει να υποβληθεί από αυτόν, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση από τότε που συνειδητοποίησε την πλάνη του, αίτηση ανάκλησης της παραίτησής του, στην οποία να εκτίθενται και οι λόγοι, εξαιτίας των οποίων επήλθε η πλάνη αυτή. Για τη διάγνωση δε της συνδρομής ή μη συγγνωστής πλάνης συνεκτιμώνται οι ειδικές περιστάσεις της εκάστοτε κρινόμενης υπόθεσης, όπως ιδίως οι ιδιαίτερες γνώσεις ή ικανότητες του παραιτηθέντος, η μόρφωση, το πνευματικό επίπεδο, η εμπειρία και η δυνατότητα πληροφόρησής του στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Με την πρόσφατη απόφαση 497/2021 του Γ΄ Τμήματος του ΣτΕ κρίθηκε ότι οι διατάξεις του ΚΔΔιαδ εφαρμόζονται συμπληρωματικά, ελλείψει ρητής αντίθετης ρύθμισης, τόσο προς τις διατάξεις του Ν 3979/2011, με τον οποίο τίθεται το γενικότερο πλαίσιο ως προς την επικοινωνία και συναλλαγή του πολίτη με το κράτος με τη χρήση τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών (ΤΠΕ), όσο και ειδικότερα προς τις διατάξεις του Ν 4009/2011 και τις κατ’ εξουσιοδότηση αυτού κανονιστικές πράξεις που προβλέπουν την υποχρεωτική χρήση του πληροφοριακού συστήματος “ΑΠΕΛΛΑ” για την υποβολή υποψηφιοτήτων στη διαδικασία εκλογής και εξέλιξης καθηγητών Α.Ε.Ι. και Τ.Ε.Ι..

Με την παραπάνω απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας παρουσιάζονται οι θέσεις του Δικαστηρίου επί των κρίσιμων ζητημάτων που εγείρονται από την επικράτηση της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης και των πληροφοριακών συστημάτων στις σχέσεις των πολιτών με τις δημόσιες υπηρεσίες. Σύμφωνα με την αρχή της νομιμότητας που διαπνέει το σύνολο της έννομης τάξης του δημοσίου δικαίου, ιδιαιτέρως σεβαστή πρέπει να γίνεται από τα κρατικά όργανα η αρχή της χρηστής διοίκησης, σύμφωνα και με την οποία οι διοικούμενοι κατά την συνδιαλλαγή τους με το Δημόσιο δικαιούνται να αισθάνονται ασφαλείς ως προς την τήρηση των δικαιωμάτων τους και την προστατευόμενη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη τους.       

Ειδικότερα, κρίθηκε ότι η υποβολή υποψηφιότητας με τη χρήση του πληροφοριακού αυτού συστήματος εμπεριέχει τη σχετική δήλωση βούλησης του υποψηφίου, η δε τυχόν απόσυρση της υποψηφιότητάς του διά του συστήματος αυτού συνιστά παραίτηση από αίτηση κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας. Κατά την υποβολή των ηλεκτρονικών αυτών δηλώσεων οι υποψήφιοι οφείλουν να επιδεικνύουν ιδιαίτερη προσοχή και επιμέλεια, διότι ενδέχεται να εμφιλοχωρήσει - ευχερέστερα από ό,τι στις έγγραφες δηλώσεις που υποβάλλονται ενώπιον των δημοσίων αρχών - διάσταση ανάμεσα στο περιεχόμενο της εξωτερικευμένης μέσω του πληροφοριακού συστήματος δήλωσης βούλησης προς την αληθινή βούλησή τους, η οποία μπορεί να οφείλεται σε λόγους που ανάγονται στην προσωπική κατάστασή τους, όπως λ.χ. σπουδή, απροσεξία ή ανεπαρκή εξοικείωσή τους στη χρήση του συστήματος αυτού ή/και σε ικανές προς δημιουργία παραπλάνησης παραστάσεις ή σε μη επαρκή δεδομένα του ίδιου του συστήματος, ιδίως στις περιπτώσεις που η Διοίκηση παραλείπει ουσιώδεις υποχρεώσεις της, απορρέουσες από την αρχή της χρηστής διοίκησης, στον τομέα της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης. Οι υποχρεώσεις αυτές συνίστανται κατ’ αρχήν στην πρόσδοση στα πληροφοριακά αυτά συστήματα της μεγαλύτερης, κατά το δυνατόν, “αντιληπτικότητας, χρηστικότητας, κατανοησιμότητας και στιβαρότητας” (πρβλ. και τη μεταγενέστερη οδηγία 2016/2102 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την προσβασιμότητα των ιστότοπων και των εφαρμογών για φορητές συσκευές των οργανισμών του δημόσιου τομέα – L 327)˙ πρέπει ιδίως να εξασφαλίζεται ότι οι χρήστες έχουν πρόσβαση σε επαρκείς οδηγίες χρήσης των συστημάτων αυτών, ότι καθίσταται σαφής και αναγνωρίσιμη προς αυτούς η νομική δεσμευτικότητα των ηλεκτρονικών δηλώσεών τους και ότι τους παρέχεται ευκρινώς η δυνατότητα επιβεβαίωσης οποιασδήποτε επιλογής που συνεπάγεται έννομες συνέπειες. Ενόψει των ανωτέρω, εφόσον η διάσταση της εξωτερικευμένης, μέσω του πληροφοριακού συστήματος, δήλωσης βούλησης προς την αληθινή βούληση του υποψηφίου οφείλεται σε πλάνη, παρέχεται, υπό τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 3 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, η δυνατότητα του προσώπου να ανακαλέσει την ηλεκτρονική δήλωσή του.

Ακολούθως, το δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η κρίση του δικάσαντος διοικητικού εφετείου ότι δεν ήταν δυνατή, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, η εκ μέρους του εκκαλούντος ανάκληση της απόσυρσης της υποψηφιότητάς του, και μάλιστα, μετά τη λήξη της ταχθείσας σχετικώς αποκλειστικής προθεσμίας για την υποβολή υποψηφιοτήτων δεν είναι ορθή. Και τούτο διότι η υποβολή της ανάκλησης αυτής δεν προσέκρουε, στη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας ούτε ισοδυναμούσε με εξ υπαρχής υποβολή νέας αίτησης υποψηφιότητας που θα έπρεπε να έχει υποβληθεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για την υποβολή υποψηφιοτήτων, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την εκκαλούμενη απόφαση και τα λοιπά στοιχεία φακέλου, η ανάκληση αυτή έγινε κατ’ επίκληση πλάνης εκ μέρους του εκκαλούντος που εμφιλοχώρησε κατά την υποβολή ηλεκτρονικής δήλωσης βούλησής του μέσω του πληροφοριακού συστήματος “ΑΠΕΛΛΑ”, η οποία κρίθηκε από τη Διοίκηση ότι ήταν συγγνωστή, διότι οφειλόταν στη μη εξοικείωσή του με το σύστημα αυτό, το οποίο εχρησιμοποιείτο για πρώτη φορά από το ΤΕΙ Κεντρικής Μακεδονίας και στην ύπαρξη λειτουργικού κενού του συστήματος σε επίπεδο ευχρηστίας. Επί του ζητήματος δε αυτού, εάν δηλαδή, υπό τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης, υπήρξε, πράγματι, πλάνη του εκκαλούντος και αν αυτή ορθώς κρίθηκε συγγνωστή από τη Διοίκηση, το δικάσαν διοικητικό εφετείο δεν σχημάτισε, όπως όφειλε, πλήρη δικανική πεποίθηση, αλλά αρκέστηκε μόνο πιθανολόγηση (αντλούμενη από τα αναφερόμενα στον “Οδηγό Εγγραφής και Χρήσης Εφαρμογής” του πληροφοριακού συστήματος “ΑΠΕΛΛΑ”, χωρίς μάλιστα να προκύπτει αν ο οδηγός αυτός ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο ανάκλησης της υποψηφιότητας του εκκαλούντος) να μην οφείλεται η απόσυρση της υποψηφιότητας του εκκαλούντος σε λανθασμένη και εκ παραδρομής επιλογή της σχετικής ένδειξης (πρβλ. ΣτΕ 2655-6/2014, 3304/1995).

 

Στο ίδιο πνεύμα με την σχολιαζόμενη-παρουσιαζόμενη απόφαση κινείται και η απόφαση 8970/2021 του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών[5] με την οποία έγινε δεκτός ως βάσιμος ο λόγος προσφυγής με τον οποίο η προσφεύγουσα εταιρεία προσέβαλε ως μη νόμιμη την απόρριψη της ενδικοφανούς προσφυγής της, λόγω εκπρόθεσμης υποβολής του αιτήματός της για υγειονομική δαπάνη. Και τούτο διότι το σχετικό αίτημα δεν υπεβλήθη το πρώ­τον κατά την ημεροχρονολογία της συμπληρωματικής επανυποβολής του, αλλά θεωρήθηκε από το δικάσαν δικαστήριο ότι είχε υποβληθεί σε προηγούμενη ημεροχρονολογία προς τις αρμόδιες Υπηρεσίες ΥΠΑΔ και ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, από τις οποίες, όμως, δεν παρελήφθη, λόγω τεχνικών ζητημάτων. Αποδείχτηκε δε στο δικαστήριο τόσο η αρχική υποβολή που επικαλέστηκε η προσφεύγουσα εταιρεία όσο και τα τεχνικά προβλήματα, τα οποία έγιναν απο­δεκτά και από όργανα της Διοικήσεως. Η τελευταία είχε υποχρέωση να εξετάσει το αίτημα, τηρώντας την αρχή της χρηστής διοικήσεως, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 4 παρ. 1 του (τότε ισχύο­ντος) Ν 3979/2011, αλλά και με βάση το άρθρο 24 του ίδιου νόμου, για τον χρόνο της υποβολής αιτήσεων με ηλεκτρονικό τρόπο. Το τεκμήριο της εμπρόθεσμης υποβολής ενισχύεται και από το γεγονός ότι η προ­σφεύγουσα δεν φαίνεται να έλαβε ενημέρωση αμελ­λητί περί του αντιθέτου, όπως επέβαλε η διάταξη του άρθρου 24 παρ. 4 Ν 3979/2011. Το δικαστήριο ανάπεμψε την απόφαση στη διοίκηση προς νέα νόμιμη κρίση, προκειμένου να εξετασθούν και οι λοιπές προϋπο­θέσεις, πέραν του επιλυθέντος ζητήματος για την εμπρόθεσμη υποβολή του αιτήματος, κατά τα προ­βλεπόμενα στο άρθρο 79 παρ. 3 ΚΔΔ.

 

Ενημερωθείτε για το Νέο Τμήμα Προετοιμασίας Εθνικής Σχολής Δικαστών Κατεύθυνση Διοικητική Δικαιοσύνη με δυνατότητα Διά Ζώσης ή Εξ Αποστάσεως Παρακολούθηση

 

[1] Ε. Σπηλιωτόπουλος, Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, σελ. 92 επ., 15η έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, Τόμος 1,

  1. Χ. Χρυσανθάκης, Εισηγήσεις Διοικητικού Δικαίου, 3η έκδοση Νομική Βιβλιοθήκη.

 

[3] Βλ. σχετικά και σε Ερμηνεία Αστικού Κώδικα, Επιμέλεια: Ν. Λεοντής, σελ. 316 επ., Νομική Βιβλιοθήκη.  

[4] Βλ. σχετικά Κώδικας Διοικητικής Διαδικασίας, Γκέρτσος Β., Πρεβεδούρου Ε., Πυργάκης Δ., σελ. 37 επ.   Νομική Βιβλιοθήκη. 

   

[5] Βλ. σχετικά το σχόλιο του Ε. Μαργαρίτη στην σε ΔΠρΑθ 8970/2021 σε ΘΠΔΔ 10/2021, σελ. 1069.

Αναρτήθηκε: Νοεμβρίου 17, 2021