επιμέλεια: ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΛΕΛΟΣ,

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΑΘΗΝΩΝ

(άρθρ. 785 επ. ΑΚ και 478 επ. ΚΠολΔ)

          Γενικά: Σε περίπτωση που ένα δικαίωμα ανήκει σε περισσότερους από κοινού αδιαίρετα (κοινωνία δικαιώματος, άρθρ. 785 επ. ΑΚ) έκαστος των κοινωνών δικαιούται οποτεδήποτε να απαιτήσει τη λύση της κοινωνίας αρκεί να μην αποκλείεται το δικαίωμα αυτό από όρο δικαιοπραξίας (άρθρ. 795 β’ΑΚ) ή από τον προορισμό του κοινού πράγματος για κάποιον διαρκή σκοπό (άρθρ. 795 α’ ΑΚ). Σημειώνεται ότι περιορισμός της πρώτης περίπτωσης ισχύει υπέρ και κατά των ειδικών διαδόχων του μόνον αν περιέχεται σε συμβολαιογραφικό έγγραφο που έχει μεταγραφεί (άρθρ. 1115 ΑΚ).

          Η λύση της κοινωνίας επέρχεται με τη διανομή (άρθρ. 798 ΑΚ).

          Σε περίπτωση που οι κοινωνοί συμφωνούν για τον τρόπο της διανομής η λύση γίνεται εκούσια με την κατάρτιση σχετικής σύμβασης και αν αφορά ακίνητο πρέπει να συνταχθεί συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί (άρθρ. 369, 1192, 1198 ΑΚ). Διαφορετικά καθένας των συγκοινωνών δικαιούται να απαιτήσει με αγωγή τη δικαστική διανομή, σύμφωνα με τις διατάξεις της τακτικής διαδικασίας, καθώς και τις ειδικές των άρθρων 478 επ. ΚΠολΔ.

          Ασκηση αγωγής: Η αγωγή διανομής άλλοτε εμφανίζεται ως αγωγή διανομής κοινού πράγματος και άλλοτε ως διανομή περιουσίας (κληρονομίας, επιχείρησης, κ.λπ.). Η διάκριση αυτή έχει σημασία ως προς τον προσδιορισμό της τοπικής αρμοδιότητας του δικαστηρίου, ενώ η καθ’ ύλη αρμοδιότητα προσδιορίζεται από τις γενικές διατάξεις (άρθρ. 7, 9, 11 περ. 5, 14 παρ. 1α’ και 2  και 18 ΚΠολΔ).

          Η αγωγή διανομής, που είναι μικτή (ΕφΑθ 4127/2001 ΕλΔνη 2003, 1401), έχει διαπλαστικό χαρακτήρα και εγγράφεται (όπως και η αίτηση του άρθρου 483 ΚΠολΔ) στα βιβλία διεκδικήσεων του αρμόδιου υποθηκοφυλακείου (άρθρ. 220 ΚΠολΔ) και απευθύνεται με την ποινή του απαράδεκτου καθ’ όλων των κοινωνών (άρθρ. 478 ΚΠολΔ), για τους οποίους εφαρμόζονται οι διατάξεις της αναγκαστικής ομοδικίας (άρθρ. 76 παρ. 1, ΚΠολΔ) (ΑΠ 213/2001 ΝοΒ 2002, 324 – Κ.Μπέης Παθητική νομιμοποίηση για την έφεση σε δίκη διανομής Δ 21, 221). Για τον λόγο αυτόν δεν είναι δυνατή η άσκηση παρέμβασης ενός κοινωνού στη δίκη του άλλου (ΕφΝαυπλ 59/1990 ΕλΔνη 1991, 1325).

          Εκτός των γενικών στοιχείων που πρέπει να περιέχονται στο δικόγραφο της αγωγής διανομής (άρθρ. 118 και 216 ΚΠολΔ), επί πλέον πρέπει να αναφέρεται η συγκυριότητα των διαδίκων επί του διενεμητέου κατά ορισμένα ποσοστά (ΑΠ 1757/2001 ΝοΒ 2002, 1691), τα αντικείμενα που πρέπει να διανεμηθούν και οι απαιτήσεις κάθε κοινωνού από την κοινωνία, καθώς και από τη εισφορά (άρθρ. 479, ΚΠολΔ).

          Σχετικά με το ύψος του τέλους δικαστικού ενσήμου που πρέπει να προκαταβληθεί (άρθρ. 173 ΚΠολΔ): σε περίπτωση που το διανεμητέο είναι απρόσοδο λαμβάνεται υπόψη η αξία του μεριδίου του ενάγοντος, διαφορετικά θα υπολογισθεί με βάση το 20πλάσιο της ετήσιας προσόδου του μεριδίου που αναλογεί σε αυτόν (ΕφΔ.Μακεδ 325/2006 Αρμ 2008, 755 - ΕφΑθ 9525/2001 ΕλΔνη 2003, 215).-

          Σημειώνεται ότι στη δίκη της διανομής ο ενάγων είναι ταυτόχρονα και εναγόμενος και ο κάθε εναγόμενος αντίδικος των λοιπών συνεναγομένων του (ΕφΑθ 4018/2000 ΑρχΝ 2001, 676 – ΕφΑθ 526/2000 ΕλΔνη 2001, 189).

          Αξίωση δαπανών: Εκαστος των συγκυρίων μπορεί με ανταγωγή ή ένσταση να αξιώσει τις απαιτήσεις του από την κοινωνία για δαπάνες στο διανεμητέο, ασκώντας ταυτόχρονα και δικαίωμα επίσχεσης ως προς αυτές (άρθρ. 1103, 325, 326 ΑΚ και 479 ΚΠολΔ) (ΑΠ 856/2001 ΕλΔνη 42, 954).

          Συμμετοχή τρίτων: Στη δίκη διανομής προσεπικαλούνται υποχρεωτικά (άρθρ. 491 ΚΠολΔ), με επιμέλεια εκείνου που επισπεύδει συζήτηση, όσοι έχουν δικαίωμα υποθήκης ή ενέχυρου ή επικαρπίας, καθώς και όσοι έχουν επιβάλλει συντηρητική ή αναγκαστική κατάσχεση στη μερίδα κάποιου από τους κοινωνούς, διαφορετικά το δικαστήριο, με αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή αυτεπάγγελτα, αναβάλλει τη συζήτηση και ορίζει προθεσμία μέσα στην οποία πρέπει να προσεπικληθεί εκείνος που έχει επιβάλλει συντηρητική ή αναγκαστική κατάσχεση και αν η προθεσμία περάσει άπρακτη, η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΕφΑθ 5383/1998 ΕλΔνη 39, 1353). Σημειώνεται ότι μεταξύ των συγκυρίων και των προσεπικληθέντων ενυπόθηκων δανειστών δημιουργείται σχέση αναγκαστικής ομοδικίας (ΟλΑΠ 20/1995 ΝοΒ 1996, 414).

          Τέλος, στην περίπτωση που γίνει τελεσίδικα δεκτή η αγωγή διανομής δημιουργείται δεδικασμένο ως προς τα ιδανικά μερίδια όλων των κοινωνών (ΑΠ 1570/2003 ΕλΔνη 2004, 411 - ΑΠ 938/1996 ΕλΔνη 38, 1074), η δε απόφαση μεταγράφεται αρμόδια (άρθρ. 1115 β’ ΑΚ).

          Διανομή επιχείρησης που αποτελεί οικονομικό σύνολο: Εάν στην κοινωνία υπάρχει εμπορική, βιομηχανική, βιοτεχνική, μεταλλευτική, γεωργική, κτηνοτροφική ή άλλη επιχείρηση που αποτελεί οικονομικό σύνολο, το δικαστήριο μπορεί με αίτηση κάποιου από τους κοινωνούς να επιδικάσει ολόκληρη την επιχείρηση που πρέπει να διανεμηθεί σε εκείνον που το ζητεί έναντι καταβολής χρηματικού ποσού ίσου προς την αγοραία αξία της επιχείρησης (άρθρ. 483 ΚΠολΔ). Σημειώνεται ότι με την εν λόγω ρύθμιση καθιερώνεται πρόσθετος τρόπος διανομής επιχείρησης μαζί με την αυτούσια διανομή και με την πώληση με πλειστηριασμό (άρθρ. 480 και 484 ΚΠολΔ) (ΑΠ 241/1995 ΕΕΝ 1996, 219).

          Η κατά τα ανωτέρω διανομή μπορεί να γίνει είτε στην περίπτωση που η επιχείρηση αποτελεί το μοναδικό διανεμητέτο περιουσιακό στοιχείο της κοινωνίας, είτε είναι ένα από τα περισσότερα στοιχεία που την αποτελούν (ΕφΘεσ 1962/1999 Αρμ 2000, 775). Πάντως, διανομή επιχείρησης μπορεί να επιτευχθεί ακόμα και στην περίπτωση που ένας ή περισσότεροι από τους κοινωνούς θα λάβουν το διανημέτο και οι άλλοι θα λάβουν χρηματικό ποσό ίσο με την αξία της μερίδας που αναλογεί στον καθένα από αυτούς (ΑΠ 437/1998 ΕλΔνη 39, 1291).

          Υποστηρίζεται (Κ.Μπέης Πολιτική Δικονομία 1790) ότι διανομή με τον προαναφερόμενο τρόπο μπορεί να γίνει και σε εταιρία που έχει λυθεί. Κατά άλλη άποψη (ΑΠ 109/1997 ΕλΔνη 1998, 96 – ΑΠ 412/1990 ΕΕμπΔ 1991, 440) πρέπει να προηγηθεί εκκαθάριση και κατά το στάδιο αυτό μπορεί να ζητηθεί διανομή, εφόσον διατηρείται η νομική προσωπικότητα της εταιρίας.

          Ως επιχείρηση, που μπορεί να είναι και ναυτιλιακή (ΑΠ 576/2002 ΕλΔνη 2003, 437), νοείται το σύνολο των πραγμάτων, δικαιωμάτων, άϋλων αγαθών ή πραγματικών καταστάσεων (π.χ. εμπορική φήμη, πελατεία, πίστη, κλπ) τα οποία οργανώθηκαν σε οικονομική ενότητα (ΕφΑθ 10754/1997 ΕπισκΕΔ 1999, 497 με παρατ.Κ.Παμπούκη).

          Για να καθοριστεί η αξία της επιχείρησης εφαρμόζονται οι διατάξεις της 482 παρ. 2 ΚΠολΔ και αν περισσότεροι κοινωνοί ζητήσουν να επιδικαστεί σε αυτούς η επιχείρηση, το δικαστήριο την επιδικάζει σε εκείνον που κατά την κρίση το είναι πιο ικανός να τη συνεχίσει κατά τρόπο επωφελή.

          Η αίτηση ενός η περισσότερων κοινωνών για επιδίκαση ολόκληρης της επιχείρησης ως οικονομικού συνόλου (άρθρ. 483 παρ. 3 ΚΠολΔ), είτε η επιχείρηση αποτελεί το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της κοινωνίας, είτε ένα από τα στοιχεία που την αποτελούν, μπορεί, αν συντρέχουν σοβαροί λόγοι (ΕφΘεσ 2655/2002 ΔΕΕ 2003, 172) για τους οποίους δικαιολογείται να μη γίνει η διανομή της, να υποβληθεί στο δικαστήριο της διανομής και πριν από κάθε εκκαθάριση η άσκηση της αγωγής για διανομή της κοινής περιουσίας και να δικαστεί από το ίδιο δικαστήριο αυτοτελώς (περισσ. Γ.Ορφανίδης σε Κεραμέας/Κονδύλη/Νίκα 864 επ.). Η αίτηση αυτή πρέπει να εγγραφεί στα βιβλία διεκδικήσεων του αρμόδιου Υποθηκοφυλακείου κατ’ άρθρ. 220 ΚΠολΔ.

Αναρτήθηκε: Σεπτεμβρίου 23, 2022