Επιμέλεια: Αθανάσιος Πολυχρονόπουλος,
Δικηγόρος στον ΑΠ, MSc

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 192 παρ. 1 του Ν. 4738/2020 «Με την επιφύλαξη της παρ. 2, ο οφειλέτης - φυσικό πρόσωπο απαλλάσσεται πλήρως από κάθε οφειλή προς τους πτωχευτικούς πιστωτές, ανεξαρτήτως του αν έχουν αναγγελθεί ή όχι, τριάντα έξι (36) μήνες από την ημερομηνία κήρυξης της πτώχευσης ή την καταχώρηση της παρ. 4 του άρθρου 77, εκτός εάν εντός της παραπάνω προθεσμίας υποβληθεί προσφυγή οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον κατά της απαλλαγής του. Η απαλλαγή έχει ως συνέπεια και την παύση των στερήσεων δικαιωμάτων τις οποίες συνεπάγεται η πτώχευση». Στις παραγράφους 1, 2 και 3 του άρθρου 193 του ίδιου ως άνω νόμου προβλέπεται η δυνατότητα προσφυγής κατά της αυτοδίκαιης απαλλαγής του οφειλέτη και ειδικότερα στην παρ. 1, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 35 παρ. 21 του Ν. 4818/2021, προβλέπεται ότι «1. Η προσφυγή κατά της απαλλαγής ασκείται παραδεκτά στο πτωχευτικό δικαστήριο εφόσον, ο προσφεύγων επικαλείται ότι η αδυναμία εκπλήρωσης την οποία διαπιστώνει η απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση, οφείλεται σε δόλιες ενέργειες του οφειλέτη ή ότι, ο οφειλέτης δεν επέδειξε καλή πίστη είτε κατά την κήρυξη της πτώχευσης είτε και κατά τη διάρκεια της, δεν έχει υπάρξει συνεργάσιμος με τα όργανα της πτώχευσης, έχει δολίως αποκρύψει εισοδήματα ή περιουσιακά στοιχεία κατά τη διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας ή ότι είτε εκκρεμεί ποινική δίωξη κατά του οφειλέτη για κάποια από τις πράξεις του Ενάτου Μέρους του Δεύτερου Βιβλίου ή για κάποια από τις κακουργηματικές πράξεις της κλοπής, απάτης, υπεξαίρεσης ή πλαστογραφίας, ή για το αδίκημα της καταδολίευσης δανειστών ή ότι έχει καταδικαστεί για κάποια από αυτές τις πράξεις.», στην παρ. 2 ορίζεται ότι «Σε περίπτωση προσφυγής, το πτωχευτικό δικαστήριο, ύστερα από σχετική έκθεση του εισηγητή, στην οποία καταχωρούνται και οι τυχόν παρατηρήσεις του οφειλέτη και των πιστωτών, και αφού ακούσει τον σύνδικο, αποφασίζει περί της απαλλαγής. Εάν το πτωχευτικό δικαστήριο κρίνει ότι δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις απαλλαγής, δύναται με αιτιολογημένη απόφαση του, να θέσει προθεσμία στον οφειλέτη για την ικανοποίηση τους, να περιορίσει την απαλλαγή ως προς ορισμένα μόνο χρέη ή να ορίσει εξαιρετικά μεγαλύτερη προθεσμία απαλλαγής, παρέχοντας σε κάθε περίπτωση δέουσα αιτιολόγηση τυχόν παρεκκλίσεων από την προβλεπόμενη προθεσμία γενικής απαλλαγής της παρ. 1 του άρθρου 192» και στην παρ. 3 προβλέπεται ότι «Αν η προσφυγή επικαλείται ποινική δίωξη ή καταδίκη για κάποια από τις πράξεις της παρ. 1, το πτωχευτικό δικαστήριο μπορεί να αναβάλει την απόφαση του μέχρι την αμετάκλητη περάτωση της ποινικής διαδικασίας». Ακολούθως, στη διάταξη του άρθρου 194 του Ν. 4738/2020 ορίζεται ότι «1. Ο οφειλέτης δεν απαλλάσσεται από οφειλές που δημιουργήθηκαν μετά την υποβολή της αίτησης πτώχευσης (σε περίπτωση χρεών προς το Δημόσιο κρίσιμος χρόνος είναι ο χρόνος στον οποίο ανάγεται η υποχρέωση και όχι ο χρόνος δημιουργίας του νόμιμου τίτλου) και οφειλές από δόλο ή βαρεία αμέλεια, που προκάλεσε θάνατο ή σωματική βλάβη προσώπου, οφειλές από τα αδικήματα του Ν. 4557/2018 και οφειλές διατροφής» και «2. Σε περίπτωση που μετά την απαλλαγή οφειλέτη αποδειχθεί ότι παρέλειψε δολίως ή από βαριά αμέλεια την αποκάλυψη της οικονομικής και περιουσιακής του κατάστασης κατά την διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας ή δεν τήρησε τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με το σχέδιο πληρωμών της παρ. 2 του άρθρου 92, το πτωχευτικό δικαστήριο εντός τριετίας από την επέλευση της απαλλαγής, μπορεί μετά από αίτημα πιστωτή να ανακαλέσει την απαλλαγή εν όλω ή εν μέρει ή να θέσει προϋποθέσεις της απαλλαγής, όπως την εξόφληση των οφειλομένων από το σχέδιο πληρωμών». Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 195 του Ν. 4738/2020 προβλέπεται η απαλλαγή των εκπροσώπων των νομικών προσώπων, ήτοι κυρίως εταιρειών, από οφειλές για τις οποίες έχουν εκ του νόμου αλληλέγγυα ευθύνη και συγκεκριμένα στην παρ. 1, όπως αυτή τροποποιήθηκε από το άρθρο 35 παρ. 23 του Ν. 4818/2021, ορίζεται ότι «1. Φυσικό πρόσωπο που εκ του νόμου έχει αλληλέγγυα ευθύνη λόγω της εκπροσωπευτικής ή διοικητικής του σχέσης με οφειλέτη νομικό πρόσωπο, απαλλάσσεται από κάθε ευθύνη για οφειλές του οφειλέτη, που προέκυψαν εντός της ύποπτης περιόδου ή και εντός των τριάντα έξι (36) μηνών που προηγήθηκαν της ύποπτης περιόδου, με την πάροδο τριάντα έξι (36) μηνών από την υποβολή της αίτησης πτώχευσης, ή είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την κήρυξη της πτώχευσης ή την καταχώρηση της παρ. 4 του άρθρου 77, όποιο από τα δύο προηγηθεί χρονικά, εκτός εάν εντός της παραπάνω προθεσμίας υποβληθεί προσφυγή οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον κατά της απαλλαγής του. Ως ύποπτη περίοδος νοείται η οριζόμενη στο άρθρο 116 ή η τεκμαιρόμενη ύποπτη περίοδος του δεύτερου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 81 σε περίπτωση καταχώρησης της παρ. 4 του άρθρου 77, κατά περίπτωση», ενώ στην παρ. 2 προβλέπεται ότι «2. Σε περίπτωση προσφυγής, το πτωχευτικό δικαστήριο, εκτιμώντας τα αίτια και τις συνθήκες της πτώχευσης, ύστερα από σχετική έκθεση του εισηγητή, στην οποία καταχωρούνται και οι τυχόν παρατηρήσεις του οφειλέτη και των πιστωτών, και αφού ακούσει τον σύνδικο, αποφαίνεται υπέρ της απαλλαγής, εάν το φυσικό πρόσωπο επιδεικνύει καλή πίστη τόσο κατά την κήρυξη της πτώχευσης όσο και κατά τη διάρκεια της, είναι συνεργάσιμος με τα όργανα της πτώχευσης, δεν ευθύνεται για πράξη ή παράλειψη του άρθρου 127 και η πτώχευση δεν οφείλεται σε δόλιες ενέργειες του. Δεν απαλλάσσονται πλήρως αυτοί που καταδικάστηκαν για κάποια από τις πράξεις του Ενάτου Μέρους του Δεύτερου Βιβλίου του παρόντος ή για κάποια από τις κακουργηματικές πράξεις της κλοπής, απάτης, υπεξαίρεσης ή πλαστογραφίας του Ποινικού Κώδικα. Αν υπάρχει εκκρεμής ποινική δίωξη ή αστική αγωγή για κάποια από αυτές τις πράξεις ή παραλείψεις, το πτωχευτικό δικαστήριο μπορεί να αναβάλει την απόφαση του μέχρι την αμετάκλητη περάτωση της διαδικασίας. Η απόφαση ανακαλείται, αν επέλθει μεταβολή πραγμάτων που να δικαιολογεί την ανάκληση εντός τριετίας από την επέλευση της απαλλαγής». Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 263 του Ν. 4738/2020, όπως αυτό τροποποιήθηκε από το άρθρο 38 παρ. 4 του Ν. 4818/2021 «Τα άρθρα 195 και 196 εφαρμόζονται και για την απαλλαγή των εκπροσώπων νομικού προσώπου για οφειλές νομικού προσώπου, του οποίου η αίτηση πτώχευσης ή η κήρυξη σε πτώχευση προηγήθηκε της θέσης του παρόντος νόμου σε ισχύ ή του οποίου η αίτηση απορρίφθηκε, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 3 του Ν. 3588/2007. Σε περίπτωση που η προθεσμία, που αφορά την απαλλαγή των εκπροσώπων της παρ. 1 του άρθρου 195 λήξει οποτεδήποτε πριν τις 31.12.2021, τότε η απαλλαγή επέρχεται την 1η. 1.2022, ενώ τυχόν προσφυγή μπορεί να ασκηθεί μέχρι τις 31.12.2021». Επομένως,  ο προσφεύγων που έχει έννομο συμφέρον (πιστωτής ή ο σύνδικος ή και ο Εισαγγελέας), με  προσφυγή αμφισβήτησης του νόμιμου τεκμηρίου υπέρ του οφειλέτη, εμμέσως συναγόμενου,  ότι ο οφειλέτης-πτωχός έχοντας περιέλθει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών χωρίς δόλο και χωρίς να βαρύνεται με δίωξη ή καταδίκη για διάπραξη οικονομικών εγκλημάτων, ότι επέδειξε κατά την ακολουθούσα διαδικασία καλή πίστη και διάθεση συνεργασίας εμφανίζοντας και όλα τα περιουσιακά του στοιχεία,  οφείλει να ισχυριστεί και να αποδείξει τα αντίθετα των ανωτέρω, ανατρέποντας το τεκμήριο και ζητώντας από το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης πτωχευτικό δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ασκεί την προσφυγή, να αναγνωρίσει, την εκ του λόγου αυτού αδυναμία επέλευσης της απαλλαγής, την οποία προβλέπει ο νόμος ως αυτοδίκαιη συνέπεια της παρόδου απλώς της ορισμένης προθεσμίας. Επί της προσφυγής αυτής το Πτωχευτικό Δικαστήριο, εκτιμώντας τα αίτια και τις συνθήκες της πτώχευσης, ύστερα από σχετική έκθεση του εισηγητή, στην οποία πρέπει να έχουν καταχωρηθεί και οι τυχόν παρατηρήσεις του οφειλέτη και των πιστωτών, και αφού ακούσει το σύνδικο, αποφαίνεται υπέρ της απαλλαγής, εάν το φυσικό πρόσωπο (εκπρόσωπος): α) έχει επιδείξει καλή πίστη, τόσο κατά την κήρυξη της πτώχευσης, όσο και κατά τη διάρκεια της, β) ήταν και είναι συνεργάσιμος με τα όργανα της πτώχευσης, γ) δεν βαρύνεται με πράξεις ή παραλείψεις πρόκλησης ή παρέλκυσης της πτώχευσης (αρ. 127 ΠτΚ) και δ) η πτώχευση δεν οφείλεται σε δόλιες ενέργειες του. Όσον αφορά δε στην προβλεπόμενη στη διάταξη του άρθρου 195 του Ν. 4738/2020 απαλλαγή των εκπροσώπων του νομικού προσώπου από την αλληλέγγυα προς το νομικό πρόσωπο ευθύνη τους, για οφειλές αυτού έναντι τρίτων, που δημιούργησαν οι ίδιοι με τη δράση τους, εντός της ύποπτης περιόδου ή και των 36 προηγηθέντων μηνών, η απαλλαγή αυτή αφορά στα φυσικά πρόσωπα που είναι διαχειριστές, ήτοι εκπρόσωποι ή μέλη του διοικητικού οργάνου νομικού προσώπου ή το μονομελές διοικητικό όργανο. Τα πρόσωπα αυτά φέρουν αλληλέγγυα προς το νομικό πρόσωπο ευθύνη έναντι του δημοσίου, για την πληρωμή οφειλόμενων, φόρου εισοδήματος, τόκων και προστίμων, και για την απόδοση των παρακρατούμενων και μη φόρων, Φ.Π.Α. και όλων των επιρριπτόμενων φόρων, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαίωσης τους, καθώς και για οφειλές του εκπροσωπούμενου από αυτά νομικού προσώπου προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης (βλ. Ψυχομάνη Σ., Πτωχευτικό Δίκαιο, 9η έκδοση, 2021, σ. 572 επ.) ΠΠρΠατρων 395/2022 ΤΝΠ Ισοκράτης.

Αναρτήθηκε: Σεπτεμβρίου 19, 2022