ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΗ & ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΕΕ
από 45,00 €
Έως 90,00 €
- Έκδοση: 2026
- Σχήμα: 17x24
- Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
- Σελίδες: 384
- ISBN: 978-618-08-1047-9
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, αντιμετωπίζοντας τις τελευταίες δεκαετίες διαδοχικές περιόδους αστάθειας και διαχείρισης έκτακτων καταστάσεων, κλήθηκε να διαχειριστεί σχεδόν ταυτόχρονα δύο σημαντικές κρίσεις: τη χρηματοοικονομική κρίση του 2007-2008 και την προσφυγική κρίση του 2015-2016. Πέρα από επιμέρους διαφοροποιήσεις ήσσονος σημασίας, οι δύο κρίσεις παρουσιάζουν σημαντικές ομοιότητες ως προς τους νομικούς μηχανισμούς και τις μεθόδους αντιμετώπισής τους σε ενωσιακό επίπεδο.
Η έρευνα τεκμηριώνει την ανάπτυξη ενός ευρύτερου προτύπου νομικής τεχνικής που επέτρεψε την παράκαμψη της ενωσιακής έννομης τάξης. Το βιβλίο προσφέρει συστηματική ανάλυση της σχέσης μεταξύ διαχείρισης κρίσεων στην ΕΕ και προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων και δυνατότητες κατανόησης της λειτουργίας της ΕΕ σε περιόδους κρίσης μέσω της ανάλυσης των θεσμικών και νομικών μηχανισμών που χρησιμοποιούνται για τη διαχείριση κρίσεων.
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ 1
ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ
Η ενισχυμένη διακυβερνητική δυναμική και η αντιμετώπιση
της ευρωκρίσης και του προσφυγικού: Διαφαινόμενο κοινό νομικό
πρότυπο παράκαμψης / περιορισμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων;
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
Ορισμοί και τυπολογία κρίσεων και μέτρων
& σύνοψη βασικών νομικών και θεσμικών εξελίξεων
1.1 Ορισμός «κρίσης ευρωπαϊκής ενοποίησης» και τυπολογία κρίσεων
και μέτρων αντιμετώπισης των κρίσεων του ευρώ
και του προσφυγικού 13
1.2 Σύνοψη μέτρων αντιμετώπισης της χρηματοοικονομικής
και προσφυγικής κρίσης 21
1.2.1 Μέτρα αντιμετώπισης της χρηματοοικονομικής κρίσης 21
1.2.2 Μέτρα αντιμετώπισης της προσφυγικής κρίσης 41
1.3 Συμπερασματικά σχόλια 52
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
Υπο-ερωτήματα έρευνας, μεθοδολογία, βιβλιογραφία
& βασική υφιστάμενη επιχειρηματολογία
2.1 Βασικό ζητούμενο και υπο-ερωτήματα έρευνας 55
2.2 Μεθοδολογία έρευνας 57
2.3 Βιβλιογραφική ανασκόπηση 60
2.4 Επιμέρους συμπεράσματα 76
ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ
Ανίχνευση και τεκμηρίωση κοινής νομικής τεχνικής /
νομικού υποδείγματος παράκαμψης του ΧΘΔΕΕ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
Μέτρα αντιμετώπισης των κρίσεων υπό το πρίσμα του πιθανού
σοβαρού περιορισμού της ενωσιακής αρμοδιότητας (ανάκτηση
από τα κράτη μέλη «λισσαβωνοποιημένων» ενωσιακών
αρμοδιοτήτων-reverse competence creep)
1.1 Χρηματοοικονομική κρίση 81
1.1.1 Αρχές που διέπουν την ύπαρξη ενωσιακής αρμοδιότητας διασφάλισης συντονισμού των οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών, χρηματο-
δοτικής συνδρομής τους και της αντίστοιχης νομισματικής αρμοδιότητας 81
1.1.2 Νομικό πλαίσιο συναφών αρμοδιοτήτων (πριν τις αλλαγές λόγω
της κρίσης) 95
1.1.3 Μη ενωσιακά μέτρα, μη ασκηθείσες ενωσιακές αρμοδιότητες
και αξιολόγηση του νομικού τους αντικτύπου 107
1.1.3.1 Greek Loan Facility, EFSF & ESM και ενωσιακό δίκαιο 107
1.1.3.2 TSCG και ενωσιακό δίκαιο 114
1.1.3.3 SRF και ενωσιακό δίκαιο 118
1.2 Προσφυγική κρίση 121
1.2.1 Αρχές που διέπουν την εξωτερική διάσταση της πολιτικής μετανάστευσης
και ασύλου και της διαχείρισης των εσωτερικών συνόρων της ΕΕ 121
1.2.2 Νομικό πλαίσιο συναφών αρμοδιοτήτων 125
1.2.3 Μη ενωσιακά μέτρα, μη ασκηθείσες ενωσιακές αρμοδιότητες
και αξιολόγηση του νομικού τους αντικτύπου 133
1.2.3.1 Κοινή Δήλωση ΕΕ-Τουρκίας 133
1.2.3.2 Μαζική προσωρινή επαναφορά των ελέγχων στα εσωτερικά
σύνορα της ΕΕ 137
1.3 Συμπερασματικές παρατηρήσεις 142
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
Μέτρα αντιμετώπισης των κρίσεων υπό το πρίσμα της πιθανής σοβαρής επέκτασης της ενωσιακής αρμοδιότητας
(υπόδειγμα ad hoc διασταλτικής ερμηνείας των ενωσιακών
αρμοδιοτήτων-competence creep)
2.1 Χρηματοοικονομική κρίση 145
2.1.1 Αρχές που διέπουν την άσκηση ενωσιακής αρμοδιότητας διασφάλισης συντονισμού των οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών σε επίπεδο
ΕΕ και της αντίστοιχης νομισματικής αρμοδιότητας 145
2.1.2 Νομικό πλαίσιο συναφών αρμοδιοτήτων (πριν τις μεταρρυθμίσεις
λόγω της κρίσης) 151
2.1.3 Ενωσιακά μέτρα και αξιολόγηση του νομικού τους αντικτύπου 154
2.1.3.1 Πρωτοβουλίες της ΕΚΤ και ενωσιακό δίκαιο 154
2.1.3.2 Μέτρα εμβάθυνσης της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Διακυβέρνησης
και ενωσιακό δίκαιο 157
2.2 Προσφυγική κρίση 160
2.2.1 Αρχές που διέπουν την εσωτερική και την εξωτερική διάσταση
της πολιτικής μετανάστευσης και ασύλου 160
2.2.2 Νομικό πλαίσιο αρμοδιοτήτων 160
2.2.3 Ενωσιακά μέτρα και αξιολόγηση του νομικού τους αντικτύπου 160
2.2.3.1 Δημιουργία hotspots: Σύστημα κομβικών σημείων υποδοχής 161
2.3 Συμπερασματικές διαπιστώσεις 172
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
Χρήση μέτρων ασαφούς νομικής φύσης και δικαιοδοσίας -
«ηπιοποίηση» του ενωσιακού δίκαιου
3.1 Ήπιο δίκαιο και ενωσιακό σύστημα διακυβέρνησης 175
3.2 Ήπιο δίκαιο και χρηματοοικονομική κρίση 183
3.3 Ήπιο δίκαιο και προσφυγική κρίση 191
3.4 Συμπερασματικά σχόλια 197
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4
Οι ενωσιακοί θεσμοί στον διακυβερνητικό νομικό χώρο
και η ανάγκη εξασφάλισης της ευνοϊκής ανοχής του ΔΕΕ
4.1 Χρήση των ενωσιακών θεσμικών οργάνων εκτός του πεδίου εφαρμογής
του ενωσιακού δικαίου ακόμη και με νέα καθήκοντα 201
4.2 Ενωσιακά θεσμικά όργανα και χρηματοοικονομική κρίση 202
4.2.1 Ενωσιακά θεσμικά όργανα και ESM 202
4.2.2 Ενωσιακά θεσμικά όργανα και TSCG 206
4.2.3 Η χρήση ενωσιακών θεσμικών οργάνων και εγειρόμενα ζητήματα
υπό το πρίσμα συναφών συνταγματικών αρχών 210
4.3 Ενωσιακά θεσμικά όργανα και προσφυγική κρίση 216
4.4 Συμπερασματικές παρατηρήσεις 225
ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ
Ο δικαστικός έλεγχος του κοινού νομικού υποδείγματος
και πιθανές λύσεις αντιμετώπισής του
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
Ο απρόθυμος δικαστικός έλεγχος
της κοινής νομικής μεθόδου
1.1 Δικαστικός έλεγχος μέτρων αντιμετώπισης της χρηματοοικονομικής κρίσης 231
1.1.1 ΔΕΕ C-370/12 Thomas Pringle κατά Government of Ireland,
της 27ης Νοεμβρίου 2012, ECLI:EU:C:2012:756 232
1.1.1.1 Νομικό ζήτημα 232
1.1.1.2 Κυριότεροι κανόνες δικαίου / Συναφές ενωσιακό δίκαιο 232
1.1.1.3 Πραγματικά περιστατικά 233
1.1.1.4 Δικανικός συλλογισμός / Συμπεράσματα & διατακτικό της απόφασης 234
1.1.1.5 Ανάλυση / Σημασία της απόφασης 236
1.1.2 ΔΕΕ C-62/14 Peter Gauweiler κατά Deutscher Bundestag,
της 16ης Ιουνίου 2015, ECLI:EU:C:2015:400 242
1.1.2.1 Νομικό ζήτημα 242
1.1.2.2 Κυριότεροι κανόνες δικαίου / Συναφές ενωσιακό δίκαιο 243
1.1.2.3 Πραγματικά περιστατικά 244
1.1.2.4 Δικανικός συλλογισμός / Συμπεράσματα & διατακτικό της απόφασης 244
1.1.2.5 Ανάλυση / Σημασία της απόφασης 245
1.1.3 ΔΕΕ C-493/17 Διαδικασία κινηθείσα από τον Heinrich Weiss κ.λπ.,
της 11ης Δεκεμβρίου 2018, ECLI:EU:C:2018:1000 246
1.1.3.1 Νομικό ζήτημα 246
1.1.3.2 Κυριότεροι κανόνες δικαίου / Συναφές ενωσιακό δίκαιο 246
1.1.3.3 Πραγματικά περιστατικά 246
1.1.3.4 Δικανικός συλλογισμός / Συμπεράσματα & διατακτικό της απόφασης 246
1.1.3.5 Ανάλυση / Σημασία της απόφασης 247
1.1.4 ΓΔΕΕ Τ-298/13 Ledra Advertising Ltd κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπή και Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), της 20ης Σεπτεμβρίου 2016, ECLI:EU:C:2016:701 & ΓΔΕΕ Τ-327/13 Κωνσταντίνος Μαλλής και
Έλλη Κωνσταντίνου Μαλλή κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής
και Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), της 16ης Οκτωβρίου 2014, ECLI:EU:T:2014:909 248
1.1.4.1 Νομικό ζήτημα 248
1.1.4.2 Κυριότεροι κανόνες δικαίου / Συναφές ενωσιακό δίκαιο 249
1.1.4.3 Πραγματικά περιστατικά (Ledra Αdv.) 251
1.1.4.4 Δικανικός συλλογισμός / Συμπεράσματα & διατακτικό της απόφασης
(Ledra Αdv.) 252
1.1.4.5 Πραγματικά περιστατικά (Mallis) 253
1.1.4.6 Δικανικός συλλογισμός / Συμπεράσματα (Mallis) 253
1.1.4.7 Ανάλυση / Σημασία των αποφάσεων 254
1.1.5 ΓΔΕΕ Τ-531/14 Λεϊμονιά Σωτηροπούλου κ.λπ. κατά Συμβουλίου
της ΕΕ, της 3ης Μάιου 2017, ECLI:EU:T:2017:297 255
1.1.5.1 Νομικό ζήτημα 255
1.1.5.2 Κυριότεροι κανόνες δικαίου / Συναφές ενωσιακό δίκαιο 255
1.1.5.3 Πραγματικά περιστατικά 256
1.1.5.4 Δικανικός συλλογισμός / Συμπεράσματα & διατακτικό της απόφασης 257
1.1.5.5 Ανάλυση / Σημασία της απόφασης 259
1.1.6 ΓΔΕΕ Τ-215/11 Ανώτατη Διοίκηση Υπάλληλων ΑΔΕΔΥ
κατά Συμβουλίου της ΕΕ, της 27ης Νοεμβρίου 2012, ECLI:EU:T:2012:627 259
1.1.6.1 Νομικό ζήτημα 259
1.1.6.2 Κυριότεροι κανόνες δικαίου / Συναφές ενωσιακό δίκαιο 260
1.1.6.3 Πραγματικά περιστατικά 260
1.1.6.4 Δικανικός συλλογισμός / Συμπεράσματα & διατακτικό της απόφασης 260
1.1.6.5 Ανάλυση / Σημασία της απόφασης 262
1.1.7 ΔΕΕ C-258/14 Eugenia Florescu κατά Casa Judeţeană de Pensii Sibiu,
της 13ης Ιουνίου 2017, ECLI:EU:C:2016:995 262
1.1.7.1 Νομικό ζήτημα 262
1.1.7.2 Κυριότεροι κανόνες δικαίου / Συναφές ενωσιακό δίκαιο 263
1.1.7.3 Πραγματικά περιστατικά 264
1.1.7.4 Δικανικός συλλογισμός / Συμπεράσματα & διατακτικό της απόφασης 264
1.1.7.5 Ανάλυση / Σημασία της απόφασης 265
1.1.8 ΔΕΕ C-64/16 Associação Sindical dos Juízes Portugueses
κατά Tribunal de Contas, της 27 Φεβρουαρίου 2018, ECLI:EU:C:2018:117 266
1.1.8.1 Νομικό ζήτημα 266
1.1.8.2 Κυριότεροι κανόνες δικαίου / Συναφές ενωσιακό δίκαιο 266
1.1.8.3 Πραγματικά περιστατικά 267
1.1.8.4 Δικανικός συλλογισμός / Συμπεράσματα & διατακτικό της απόφασης 267
1.1.8.5 Ανάλυση / Σημασία της απόφασης 268
1.1.9 ΓΔΕΕ Τ-79/13 Alessandro Accorinti κ.λπ. κατά Ευρωπαϊκής Κεντρικής
Τράπεζας, της 7ης Οκτωβρίου 2015, ECLI:EU:T:2015:756 &
Διάταξη T-79/13 DEP της 19ης Ιουνίου 2018, ECLI:EU:T:2018:365 269
1.1.9.1 Νομικό ζήτημα 269
1.1.9.2 Κυριότεροι κανόνες δικαίου / Συναφές ενωσιακό δίκαιο 269
1.1.9.3 Πραγματικά περιστατικά 270
1.1.9.4 Δικανικός συλλογισμός / Συμπεράσματα & διατακτικό της απόφασης 270
1.1.9.5 Ανάλυση / Σημασία της απόφασης 272
1.1.10 Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-597/18 P, C-598/18 P, C-603/18 P
και C-604/18 P Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά
K. Chrysostomides & Co. LLC και των λοιπών διαδίκων,
της 16ης Δεκεμβρίου 2020, ECLI:EU:C:2020:1028 272
1.1.10.1 Νομικό ζήτημα 272
1.1.10.2 Κυριότεροι κανόνες δικαίου / Συναφές ενωσιακό δίκαιο 273
1.1.10.3 Πραγματικά περιστατικά 273
1.1.10.4 Δικανικός συλλογισμός / Συμπεράσματα & διατακτικό
της απόφασης 274
1.1.10.5 Ανάλυση / Σημασία της απόφασης 275
1.1.11 ΔΕΕ C-83/20 BPC Lux 2 Sàrl κ.λπ. κατά Banco de Portugal κ.λπ.,
της 5ης Μαΐου 2022, ECLI:EU:C:2022:346 276
1.1.11.1 Νομικό ζήτημα 276
1.1.11.2 Κυριότεροι κανόνες δικαίου / Συναφές ενωσιακό δίκαιο 277
1.1.11.3 Πραγματικά περιστατικά 278
1.1.11.4 Δικανικός συλλογισμός / Συμπεράσματα & διατακτικό
της απόφασης 279
1.1.11.5 Ανάλυση / Σημασία της απόφασης 280
1.2 Δικαστικός έλεγχος μέτρων αντιμετώπισης της προσφυγικής κρίσης 281
1.2.1 Διατάξεις του Γενικού Δικαστηρίου στις υποθέσεις T-192/16, T-193/16
& T-257/16, NF, NG & NM κατά Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, της 28ης
Φεβρουαρίου 2017, ECLI:EU:T:2017:128, ECLI:EU:T:2017:129 & ECLI:EU:T:2017:130 και Διάταξη του Δικαστηρίου στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις αναίρεσης C-208/17 P έωςC-210/17 P NF κ.λπ. κατά
Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, της 12ης Σεπτεμβρίου 2018,
ECLI:EU:C:2018:705 281
1.2.1.1 Νομικό ζήτημα 281
1.2.1.2 Κυριότεροι κανόνες δικαίου / Συναφές ενωσιακό δίκαιο Άρθρα 216,
218 & 263 ΣΛΕΕ 282
1.2.1.3 Πραγματικά περιστατικά 282
1.2.1.4 Δικανικός συλλογισμός / Συμπεράσματα & διατακτικό της απόφασης 282
1.2.1.5 Ανάλυση / Σημασία της απόφασης 283
1.2.2 Συνεκδικασθείσες υποθέσεις ΔΕΕ C-643/15 και C-647/15 Σλοβακική Δημοκρατία και Ουγγαρία υποστηριζόμενες από τη Δημοκρατία
της Πολωνίας κατά Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
της 6ης Σεπτεμβρίου 2017, ECLI:EU:C:2017:631 288
1.2.2.1 Νομικό ζήτημα 288
1.2.2.2 Κυριότεροι κανόνες δικαίου / Συναφές ενωσιακό δίκαιο 289
1.2.2.3 Πραγματικά περιστατικά 290
1.2.2.4 Δικανικός συλλογισμός / Συμπεράσματα & διατακτικό της απόφασης 291
1.2.2.5 Ανάλυση / Σημασία της απόφασης 293
1.2.3 ΔΕΕ C-368/20 και C-369/20 NW κατά Landespolizeidirektion Steiermark
και Bezirkshauptmannschaft Leibnitz, της 26ης Απριλίου 2022, ECLI:EU:C:2022:298 294
1.2.3.1 Νομικό ζήτημα 294
1.2.3.2 Κυριότεροι κανόνες δικαίου / Συναφές ενωσιακό δίκαιο 294
1.2.3.3 Πραγματικά περιστατικά 295
1.2.3.4 Δικανικός συλλογισμός / Συμπεράσματα & διατακτικό της απόφασης 296
1.2.3.5 Ανάλυση / Σημασία της απόφασης 297
1.2.4 ΔΕΕ στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-412/17 και C-474/17
Bundesrepublik Deutschland κατά Touring Tours und Travel GmbH
και Sociedad de Transportes SA, της 13ης Δεκεμβρίου 2018, ECLI:EU:C:2018:1005 299
1.2.4.1 Νομικό ζήτημα 299
1.2.4.2 Κυριότεροι κανόνες δικαίου / Συναφές ενωσιακό δίκαιο 299
1.2.4.3 Πραγματικά περιστατικά 300
1.2.4.4 Δικανικός συλλογισμός / Συμπεράσματα & διατακτικό της απόφασης 300
1.2.4.5 Ανάλυση / Σημασία της απόφασης 301
1.3 Συμπερασματικές παρατηρήσεις 302
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
Προτάσεις και λύσεις αντιμετώπισης του κοινού παραδείγματος
2.1 Αρμοδιότητα «σύμπραξης» ή ειδική συντρέχουσα αρμοδιότητα 308
2.2 ΔΕΕ και νέες δυνατότητες δικαστικού ελέγχου 313
2.3 Λοιπές προτάσεις αντιμετώπισης της κοινής μεθόδου 319
2.4 Συμπερασματικές διαπιστώσεις 322
ΤΕΛΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ 323
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 331
ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΟ ΕΥΡΕΤΉΡΙΟ 359
Σελ. 1
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Εισαγωγικές παρατηρήσεις και οριοθέτηση πυρήνα και πλαισίου προβληματικής
Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2007-2008, με έναυσμα τα ειδικότερα προβλήματα του χρηματοπιστωτικού τομέα των Η.Π.Α. λόγω κυρίως της κατάρρευσης της αγοράς ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων υψηλού κινδύνου και της διαδεδομένης πρακτικής των «εγγυημένων δανειακών υποχρεώσεων» (CDOs), περιόρισαν δραστικά τις πιστώσεις σε παγκόσμιο επίπεδο και ιδιαιτέρως στις διατραπεζικές αγορές. Επιπροσθέτως, η κρίση αυτή, φθάνοντας και στην Ευρώπη τον Σεπτέμβριο του 2008 λόγω της συστημικής αλληλεξάρτησης της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας και των συνακόλουθων φαινομένων διάχυσης, αποκάλυψε τις εγγενείς ανεπάρκειες της αρχιτεκτονικής της ευρωζώνης και ειδικότερα του εθνικού πλαισίου εποπτείας και επίβλεψης των τραπεζικών ιδρυμάτων και των βασικών συναφών δικαιοπολιτικών επιλογών της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (εφεξής ΟΝΕ) όπως επίσης των αντίστοιχων θεμελιωδών παραδοχών της. Κατά συνέπεια, προκλήθηκε στο οικοδόμημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης μια «πενταπλή» συστημική πολυκρίση με επιμέρους πτυχές που παρουσιάζουν ισχυρά χαρακτηριστικά αλληλεξάρτησης και αμοιβαίας ενίσχυσης. Η σχετική αλυσιδωτή αλληλουχία περιγράφεται εναργώς συνοπτικά από την Βικελίδου και τον Παπαδόπουλο (Vikelidou, 2021, p. 36; Papadopoulos, 2013, pp. 24-29) και περιλαμβάνει τα εξής στάδια: α) κρίση δημόσιου και ιδιωτικού χρέους, β) κρίση ελλιπούς κεφαλαιοποίησης τραπεζών, γ) κρίση αποεπένδυσης / υποεπένδυσης, δ) επακόλουθη πολιτική και θεσμική κρίση και τέλος ε) κοινωνική κρίση.
Τα αλλεπάλληλα στρατηγικά βήματα επί τη βάσει της ανάγκης δημιουργίας ενός νέου και ενισχυμένου συνταγματικού οικοδομήματος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Νομισματικής Ένωση και τα αντίστοιχα ex post, εμβαλωματικά, ad hoc και συχνά πειραματικής φύσης (Tuori and Tuori, 2014) μέτρα αντιμετώπισης της εν λόγω κρίσης σε ενωσιακό αλλά και σε επίπεδο κρατών μελών περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων αυστηρότερους δημοσιονομικούς περιορισμούς, νέα εργαλεία δημοσιονομικής σταθεροποίησης, ένα πολύπλοκο πλαίσιο λήψης αποφάσεων για τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών και τη δυνητική επιβολή συναφών προγραμμάτων δημοσιονομικής προσαρμογής για χώρες που αντιμετωπίζουν σοβαρές δημοσιονομικές δυσχέρειες και σημαντικά προβλήματα πρόσβασης σε επαρκή χρηματοδότηση από τις αγορές (Fabbrini, 2016a, pp. 1-2). Επίσης, στο ανωτέρω πλαίσιο τραπεζικής ενοποίησης θεσπίστηκαν ο Ενιαίος Μηχανισμός Εξυγίανσης για τα πιστωτικά ιδρύματα που εμπίπτουν στην συναφή αρμοδιότητα της ΕΚΤ, το Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης και το Ενιαίο Ταμείο Εξυγίανσης (SRF) επί τη βάσει σχετικής διακρατικής Συμφωνίας για τη μεταφορά και την αμοιβαιοποίηση των προβλεπόμενων με σχετική ποσόστωση εισφορών στο ως άνω Ταμείο.
Σελ. 2
Ωστόσο, η ακόμη και επί του παρόντος εν εξελίξει διαδικασία αναμόρφωσης του ευρωπαϊκού συστήματος οικονομικής και νομισματικής διακυβέρνησης ερείδεται και σε πτυχές πολιτικών επιλογών και αδήριτων αναγκών που προέβλεπαν - και κατά μέρος της θεωρίας εν μέρει επέβαλλαν - την επιλεκτική έξοδο από την ενωσιακή έννομη τάξη και την καταφυγή σε διεθνείς συμφωνίες. Η προσέγγιση αυτή αποδίδεται στις περιστάσεις έκτακτης ανάγκης λόγω της έκρηξης της Ευρωκρίσης όπως επίσης στο αντίστοιχο σημαντικό έλλειμμα εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την εφαρμογή αυτής της εθιμικά πλέον καθιερωμένης προσέγγισης της «αρχικής προσφυγής στο Διεθνές Δίκαιο και της μετέπειτα ενσωμάτωσης των σχετικών μηχανισμών στο Δίκαιο της ΕΕ» (De Búrca, 2022). Γεννώνται βέβαια σημαντικά ερωτήματα ως προς τη συμβατότητα των συγκεκριμένων μέτρων αναμόρφωσης της αρχιτεκτονικής της οικονομικής διακυβέρνησης με βασικές ιδρυτικές νομικές αρχές και θεμελιώδεις αξίες της ΕΕ ως «κοινότητας δικαίου» όπως επίσης του ευρύτερου συνταγματικού της πλαισίου (Kilpatrick and Scott, 2021, pp. 1, 4 & 13) αλλά και ως προς τη δυνατότητα υιοθέτησης εναλλακτικής συνολικής κατεύθυνσης, περισσότερο νομικά ορθόδοξης, στο πλαίσιο της οποίας θα ήταν εφικτό να εφαρμοστούν οι ανωτέρω αναγκαίες μεταρρυθμίσεις.
Αναφορικά δε, με το προσφυγικό ζήτημα / κρίση, δεδομένου του σχετικά αυξημένου όγκου των προσφυγικών/μεταναστευτικών ροών κατά την περίοδο του έτους 2015-2016, λόγω κυρίως της έξαρσης του εμφυλίου πολέμου στη Συρία αλλά και της γενικότερης πολιτικής αστάθειας στη Μέση Ανατολή, που συνοδεύτηκαν με μια έντονα ανισομερή κατανομή των αιτημάτων διεθνούς προστασίας μεταξύ των κρατών μελών (Ζύγουρα, 2018, σελ. 20-27), η ΕΕ προέβη σε θεσμικό επίπεδο, και μετά από πολυάριθμες έκτακτες σχετικές συνόδους, διασκέψεις και αποσπασματικές προσπάθειες ενίσχυσης των θαλασσίων επιχειρήσεων διάσωσης, σε μία σειρά ευρύτατων πρωτοβουλιών με προεξάρχουσα την υιοθέτηση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ατζέντας για τη Μετανάστευση, η οποία περιελάμβανε μεταξύ άλλων έξι βασικές άμεσες και τέσσερις μεσοπρόθεσμες δράσεις με ευρύτερο σκοπό να ενισχύσει την ανεπαρκή ενωσιακή επιχειρησιακή και οικονομική στήριξη των κρατών μελών πρώτης γραμμής/πρώτης υποδοχής, όπως αναλυτικά παρουσιάζονται στην εικόνα 1 κατωτέρω.
Σελ. 3

Εικ. 1 Ευρωπαϊκή Ατζέντα για τη Μετανάστευση (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2015).
Η ουσιαστική εγκατάλειψη του εμβληματικού μέτρου των υποχρεωτικών μετεγκαταστάσεων που θεσπίστηκε στο ως άνω πλαίσιο εν μέσω έντονης δικαστικής, πολιτικής και πρακτικής αμφισβήτησής του από πολλά κράτη μέλη, φαίνεται να άνοιξε την κερκόπορτα στην επικράτηση εθνικών και διακυβερνητικών πρακτικών και στους τομείς του ασύλου και της μετανάστευσης παρά τα υψηλά επίπεδα εναρμόνισής τους και τις δεδομένες ευρείες διεθνείς αρμοδιότητες της ΕΕ. Συνεπώς, δημιουργήθηκε ο απαραίτητος πολιτικός χώρος για ευάρεστες δράσεις στα εθνικά ακροατήρια όπως η εκτεταμένη και συνεχώς χρονικά ανανεούμενη επαναφορά ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα της ΕΕ, σχετικές διασκέψεις και τελικώς υλοποίηση της κατάργησης του δυτικού βαλκανικού εναλλακτικού διαδρόμου ενώ ακολούθησε η επισφράγιση της συνεργασίας ΕΕ-Τουρκίας σε διακυβερνητικό επίπεδο, στο πλαίσιο του Κοινού Σχεδίου Δράσης τους, με την περιβόητη ή και διαβόητη για σημαντικό μέρος της θεωρίας «Κοινή Δήλωση» της 18ης Μαρτίου 2016.
Και εδώ εγείρονται παρόμοια ζητήματα συμβατότητας των εν λόγω μέτρων με την καθιερωμένη / τυποποιημένη πλέον ενωσιακή δικαιϊκή έννομη τάξη (standard EU legality), όρος που κατά τις Kilpatrick και Scott (2021, p. 5) περιλαμβάνει τις ήδη πλήρως «ενσωματωμένες, δοκιμασμένες στο χρόνο και βαθμιαία ενισχυμένες θεσμικές πρακτικές και δεσμεύσεις που προκύπτουν από μια σειρά κανόνων του πρωτογενούς δικαίου» και που επακόλουθα καθιστούν τη συγκεκριμένη έννομη τάξη δικαιοκεντρική, θεμελιωμένη στο κράτος δικαίου όπως επίσης ουσιαστικά και ολοένα
Σελ. 4
και πιο ισχυρά δεσμευμένη από την αρχή του σεβασμού των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Όπως εύστοχα παρατηρεί επί του θέματος ο πρώην Πρόεδρος του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης Β. Σκουρής: «Ως αυτόνομη έννομη τάξη η Κοινότητα συγκροτεί ένα ολοκληρωμένο δικαιϊκό σύστημα με κανόνες, οι οποίοι θεσπίσθηκαν βάσει των Συνθηκών, και διασφαλίζει παράλληλα τη νομιμότητα των κοινοτικών πράξεων, όπως επίσης και πλήρη έννομη προστασία στους ιδιώτες που θίγονται από τις πράξεις αυτές» (Σκουρής, 2015).
Αν και σχεδόν καμία έρευνα έως το 2016, δεν εξέτασε τις κρίσεις της ΕΕ με συγκριτικό πρίσμα καθώς εστίαζαν σε κάθε μία χωριστά και ανεξάρτητα (Davis Cross, 2017, p. 4) και παρά το γεγονός ότι έχουν δημοσιευτεί πιο πρόσφατα ιδιαίτερα πολυάριθμες συγκριτικές μελέτες των σχετικών μεταρρυθμίσεων εξ αφορμής των δύο ως άνω κρίσεων με ερευνητική στόχευση εξεύρεσης κοινών σημείων και διαφορών (αλλά και πιο πρόσφατων παραδειγμάτων κρίσεων που επηρέασαν την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση όπως της πανδημίας και του ουκρανικού), αυτές έχουν περισσότερο μακροσκοπικά πολιτικό χαρακτήρα, ή εστιάζουν σε διαφορετικές οπτικές κυρίως θεωρητικών προσεγγίσεων των διαδικασιών της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ή σε παραμέτρους σύγκρισης κυρίως εμπνευσμένες από τον χώρο των πολιτικών και κοινωνικών επιστημών γενικότερα (De Witte, 2022a, p. 16). Η δε μετά το 2016, παραμένουσα σημαντικά περιορισμένης έκτασης, συγκριτική νομική βιβλιογραφία και ανάλυση επί του ιδίου θέματος προκρίνει ευλόγως, με ελάχιστες εξαιρέσεις, τη
Σελ. 5
στόχευση σε κάθε κρίση ξεχωριστά και στα αντίστοιχα μέτρα διαχείρισής της κυρίως λόγω του διαφορετικού νομικού πλαισίου καθορισμού αρμοδιοτήτων που συνδέεται και εφαρμόζεται με τους κατά περίπτωση σχετικούς τομείς πολιτικής. Παρά το γεγονός ότι τα εν λόγω μέτρα αντιμετώπισης δεν ταυτίζονται πλήρως, κυρίως εξαιτίας της απαραίτητης προσαρμογής τους στις ειδικές συνθήκες ή πρακτικές του εκάστοτε τομέα και στις αντίστοιχες πιεστικές του ανάγκες ή των βαθύτερων αιτίων της κάθε τομεακής ή διατομεακής κρίσης, υπό το πρίσμα της νομικής κυρίως εξέτασης φαίνονται να παρουσιάζουν λογικά υψηλό βαθμό διαφοροποίησης και να καθιστούν δυσχερή την εξαγωγή γενικότερων συμπερασμάτων διά της σύγκρισής τους. Ωστόσο, είναι καταρχήν δυνατή η ως ένα βαθμό αδρομερής αντιπαραβολή τους σε επίπεδο γενικότερης φύσης τους και η ακόλουθη αναζήτηση αναλογιών και ομοιοτήτων οι οποίες δύνανται να αποτελούν αντιπροσωπευτικά ή τυπικά χαρακτηριστικά μιας πιθανής κοινής νομικής μεθόδου παράκαμψης του προστατευτικού ενωσιακού νομοθετικού πλαισίου και των αντίστοιχων εγγυήσεών του (De Witte, 2022a, p. 16; Dougan, 2024, p. 119). Επιζητείται επομένως στην παρούσα διατριβή η διατύπωση του πυρήνα του ερευνητικού αντικειμένου της μέσω μιας επιστημονικά τεκμηριωμένης ερευνητικής υπόθεσης εργασίας η οποία δύναται να αποτελέσει αντικείμενο περαιτέρω εξέτασης και δυνητικής επιβεβαίωσης επί τη βάσει συγκέντρωσης συγκεκριμένων νομικών δεδομένων, αναλύσεων και λογικά συναχθέντων αποτελεσμάτων.
Συνεπώς, επιδιώκεται ειδικότερα να αναδειχθεί εναργέστερα η συγκεκριμένη αναλυτική πτυχή και να αντιμετωπισθεί το έλλειμμα της προαναφερθείσας ανεπαρκούς νομικής συγκριτικής μελέτης, επί τη βάσει μιας καινοτόμου και συνδυαστικής των δύο αυτών φαινομένων νομικής κυρίως οπτικής η οποία αναζητεί ομοιότητες υπό το πρίσμα:
α) του σεβασμού των αρχών που διέπουν τις ενωσιακές αρμοδιότητες και γενικότερα της ατέρμονης διαπραγμάτευσης του ζητήματος ευρύτερα γνωστού ως «πρόβλημα του διαχωρισμού των αρμοδιοτήτων» (Craig, 2013a, pp. 156-157) της ΕΕ και των κρατών μελών,
Σελ. 6
β) συναφών ζητημάτων που άπτονται θεμελιωδών αρχών του ενωσιακού συστήματος λογοδοσίας και δικαστικού ελέγχου,
γ) του κομβικού σημείου της σύνδεσης μεταξύ της εθνικής νομοθεσίας και του δικαίου της ΕΕ και των ρόλων των αντίστοιχων θεσμικών οργάνων που αφορούν τα όρια του πεδίου εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, όπως επίσης
δ) της κρίσιμης μακρόχρονης διαδικασίας θεσμικής καθιέρωσης μιας προσέγγισης που εδράζεται στη χρήση μη συμβατικών εργαλείων κυρίως διεθνούς και ενωσιακού μη δεσμευτικού / ηπίου δικαίου (soft-law).
Μέσω της συγκεκριμένης προσέγγισης θα ερευνηθεί και θα στοιχειοθετηθεί η πιθανή ύπαρξη κοινής μεθόδου παράκαμψης του προστατευτικού ενωσιακού πλαισίου και πιθανού επακόλουθου περιορισμού / παραβίασης θεμελιωδών δικαιωμάτων που περιλαμβάνονται στον αξιακό πυρήνα του ευρωπαϊκού συνταγματισμού, στη δικαιοκρατική και κοινωνική ταυτότητα της ΕΕ όπως ειδικότερα αυτή εκφράζεται και εξειδικεύεται μέσω του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής ΧΘΔΕΕ) κυρίως μέσω της δημιουργίας τελικώς ενός νομικού α-χαρτογράφητου «παράλληλου σύμπαντος» (Wessel, 2021, p. 86) ενώ επίσης θα προταθούν τρόποι ενίσχυσης της ενωσιακής δικαιϊκής τάξης ώστε να καταστεί δυσχερέστερη αν όχι αδύνατη η περαιτέρω παράκαμψή της.
Επεξηγηματικώς, βασικό στόχο της παρούσας διατριβής, λαμβάνοντας υπ’ όψιν την ενίσχυση του νέο-διακυβερνητισμού (Bickerton et al., 2015) και την αντίστοιχη υποχώρηση της κοινοτικής μεθόδου όπως επίσης τις δεδομένες αποφασιστικές πολιτικές επιλογές και τις αντικειμενικά επείγουσες/έκτακτες ανάγκες για μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης του Ευρώ (De Witte, 2018, pp. 172-178) και του προσφυγικού ζητήματος στο περιθώριο του ενωσιακού νομικού και θεσμικού πλαισίου, αποτελεί η διερεύνηση των σημείων σύνδεσης των δύο προσεγγίσεων και η ανάδυση και στη συνέχεια τεκμηρίωση ύπαρξης κοινής ευρύτερης / γενικότερης νομικής μεθόδου παράκαμψης της ενωσιακής δικαιϊκής έννομης τάξης που εδράζεται εν μέρει στη χρήση όμοιων νομικών πράξεων ή πρακτικών οι οποίες βρίσκονται στα όρια του πλαισίου τυπολογίας των κλασικών νομικών πράξεων των Συνθηκών της ΕΕ καθώς αποτελούν μετασχηματισμούς και προκλήσεις για τις «παραδοσιακές» αυτές
Σελ. 7
πράξεις (Kilpatrick, 2018). Εάν διαπιστωθεί και αποδειχθεί επαρκώς η ύπαρξη της εν λόγω ευρύτερης νομικής τεχνικής, κρίνεται αναγκαία η σε βάθος εξέταση της συμβατότητάς της με θεμελιώδεις και ιδρυτικές αρχές και αξίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που την καθιστούν μια sui generis κοινότητα δικαίου και των πιθανών αντιπαραγωγικών, διαλυτικών έως και αυτοκαταστροφικών επιπτώσεών της στο ενωσιακό νομικό σύστημα.
Ειδικότερα, η έρευνά μας επιχειρεί να εξετάσει ενδελεχώς και ως προς όλες τις εκφάνσεις της, τη συνηθισμένη αυτή αντιφατική και αμφιλεγόμενη πρακτική (Kilpatrick and Scott, 2021, p. 5) της έστω και εν μέρει εξόδου από το ενωσιακό νομικό σύστημα προς όφελος συμφωνιών στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου καθώς επίσης και κατά δεύτερο λόγο τις δυνητικές προβληματικές επιπτώσεις στην εξέλιξη της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης από πλευράς συνταγματικής τάξης, στη θεσμική ισορροπία, στη δημοκρατική νομιμοποίηση και συνακόλουθα στη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα της ΕΕ.
Σύμφωνα με τη σχετική αισιόδοξη ρήση του Μονέ περί των κρίσεων και το ανάλογο επιχείρημα / διαπίστωση πρόσφατων ερευνών, η ΕΕ έχει αποδειχθεί τελικώς απρόσμενα εξαιρετικά ανθεκτική σε αλλεπάλληλες ή ταυτόχρονες κρίσεις χάρις κυρίως στην ικανότητά της να προσαρμόζεται, να απορροφά τους κραδασμούς, καθώς «ανάγκα πείθεται» να αλλάζει ριζικά ώστε να προστατεύεται αποτελεσματικά ο θεμελιώδης πυρήνας της (De Witte, 2022a, p. 14 & 16; De Witte, 2019, pp. 106-124) και να προωθείται τελικώς η σταδιακή ενοποίησή της και γενικότερα η βιωσιμότητά της (Riddervold et al., 2021, p. 6).
Σελ. 8
Σύμφωνα όμως με ορισμένους συγγραφείς, αντιθέτως οι εν λόγω αρνητικές συνέπειες ισοδυναμούν με κατάσταση όχι απλώς στασιμότητας και παράλυσης αλλά περαιτέρω απομάκρυνσης του ευρωπαϊκού εγχειρήματος από το βασικό του σκοπό της ουσιαστικής προώθησης της διαδικασίας ολοκλήρωσης (Papadopoulos, 2016, xxv) μέσω «μιας διαρκώς στενότερης ένωσης των λαών της Ευρώπης» σύμφωνα με το άρθρο 1 της ΣΕΕ. Καθίστανται πιθανά δε φαινόμενα «αποσύνθεσης μέσω του νόμου» (Cannizzaro, 2018, p. 3, European Commission, 2017a, p. 18) ή «αποσύνθεσης μέσω της παράκαμψης της υπάρχουσας νομοθεσίας» (Wessel, 2021, p. 86), νομιμοποίησης της ανομίας (Kochenov and Ganty, 2023) και σοβαρής υπονόμευσης των θεσμικών και αξιακών θεμελίων της ΕΕ ακόμη και σε τομείς πολιτικής με υψηλό βαθμό εναρμόνισης (Schimmelfenning, 2023, p. 47) και τελικώς ένας συναφής «πανικός ενοποίησης» (integrational panic), (Davis Cross, 2017, pp. 1-10) λόγω του πιθανού πλέον ενδεχόμενου ακόμη και της διάλυσής της (Loxa and Stoyanova, 2022, p. 139; Vollaard, 2018). Μέχρι σήμερα ευτυχώς ένα τέτοιο σενάριο έχει πολλές φορές ιστορικά διαψευστεί και επίσης δεν έχει μετατραπεί σε αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Ακόμη και ο Koen Lenaerts, Πρόεδρος του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής ΔΕΕ), έχει εκφράσει προσφάτως παρόμοιες σοβαρές ανησυχίες για το μέλλον του ευρωπαϊκού εγχειρήματος εξ αφορμής της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους και ειδικότερα των προγραμμάτων αγοράς ομολόγων της ΕΚΤ, του Brexit και των πιο πρόσφατων εσωτερικών απειλών κατά των θεμελιωδών αρχών, αξιών και του κράτους δικαίου της ΕΕ λέγοντας χαρακτηριστικά ότι: «Η εξουσία του Δικαστηρίου και η υπεροχή του δικαίου της ΕΕ αμφισβητήθηκαν σε διάφορα κράτη μέλη, όχι μόνο από πολιτικούς, αλλά και από ορισμένα Συνταγματικά Δικαστήρια. Πρόκειται για μια εξαιρετικά σοβαρή κατάσταση που απειλεί την επιβίωση του ευρωπαϊκού εγχειρήματος υπό τη σημερινή του μορφή» (Van Dorpe, 2021).
Στην εν λόγω προσπάθεια θα πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν και η εξαιρετικά χρήσιμη σχετική κριτική του De Witte και άλλων ειδημόνων οι οποίοι αναφερόμενοι σε συγκεκριμένα παραδείγματα δικαστικής αντιμετώπισης των εν λόγω ανορθόδοξων συνταγματικών πρακτικών που αποτελούν συγκεκαλυμμένες διαδικασίες τροποποιήσεων του νομικού και πολιτικού συστήματος της ΕΕ, επισημαίνουν ότι παρά το γεγονός της ιδιαίτερα λεπτομερούς περιγραφής των υποχρεώσεων και των αρμοδιοτήτων των νομοθετικών οργάνων της ΕΕ στις Συνθήκες, τελικώς καταδεικνύεται ότι τα συναφή κείμενα χαρακτηρίζονται από ελλείψεις, ασάφειες και τελικώς σημαντική αναξιοπιστία διότι επιτρέπουν την συστηματική και διαρκώς αυξανόμενη καταφυγή σε δημιουργικό νομικό σκεπτικό και πειραματικές πρακτικές και λύσεις σε θεσμικό και επίπεδο διακυβέρνησης που δεν φαίνεται να προβλέπονται ρητώς από το πρωτογενές δίκαιο της ΕΕ, παρά τις συχνά λεπτομερείς συναφείς προβλέψεις του (De Witte, 2022b, pp. 647-649; Dougan, 2024, p. 119; Dermine, 2022).
Επιπρόσθετα, η διατριβή μας φιλοδοξεί να συμβάλει εποικοδομητικά στον επί του παρόντος εξελισσόμενο διάλογο σχετικά με το μέλλον του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου / μετανάστευσης και της υπό αναμόρφωση ευρωπαϊκής οικονο-
Σελ. 9
μικής και νομισματικής διακυβέρνησης πάντοτε υπό το πρίσμα των προηγουμένως αναλυθέντων σχετικών προκλήσεων. Στο πλαίσιο αυτό εξετάζονται συναφή σχέδια αλλαγών διακεκριμένων νομικών αλλά και θεσμικών οργάνων της Ένωσης και προτείνονται νέες πιθανές και ρεαλιστικές λύσεις για την αντιμετώπιση των εν λόγω προκλήσεων, οι οποίες θεμελιώνονται σε στοχευμένες νομικές και θεσμικές μεταρρυθμιστικές προτάσεις που αποσκοπούν στην αποτελεσματική βελτίωση του συστήματος διακυβέρνησης των οικονομιών και των συστημάτων ασύλου και μετανάστευσης των κρατών μελών.
Αναζητούνται τελικώς τρόποι αποτελεσματικής αποφυγής νέων παρόμοιων φαινομένων που δύνανται να υπονομεύσουν την αποτελεσματική εφαρμογή και την εν γένει πιστή τήρηση του δικαίου της ΕΕ αλλά και των ανωτέρω ιδιαιτέρως αρνητικών σεναρίων για το μέλλον της. Επίσης, εξετάζονται τρόποι με τους οποίους θα μπορούσε να διατηρηθεί η βασική της ακεραιότητα και συνοχή ως ένα ευρύτερο ζήτημα ευρωπαϊκής συνταγματικής αυτοάμυνας. Συμπερασματικά, η ανάλυση και η εις βάθος κατανόηση των συγκεκριμένων κρίσεων της ΕΕ όπως επίσης και των αναλογιών των σχετικών μέτρων αντίδρασης αποτελούν κρίσιμο σημείο για την εν γένει κατανόηση της διαδικασίας ενοποίησης της ΕΕ και πέραν του στενού χρονικού και ιστορικού πλαισίου που εξετάζεται στην παρούσα έρευνα ιδιαιτέρως με γνώμονα την παράμετρο της μακρόχρονης ιστορικής εξέλιξης της εν λόγω διαδικασίας και των κομβικών ιστορικά προκλήσεων που τη χαρακτηρίζουν.
Να σημειωθεί τέλος, ότι κρίνεται χρήσιμο να παρουσιαστεί εδώ η σύνοψη της συνολικής δομής της διατριβής μας προς διευκόλυνση του αναγνώστη καθώς αναλύεται ο τρόπος με τον οποίο ενσωματώνονται τα ερευνητικά αποτελέσματα στη δομή αυτή ενώ επιπρόσθετα εξηγείται η ομαδοποίησή τους με άξονα τα έξι υποερωτήματα της έρευνάς μας. Ως εκ τούτου η διατριβή μας εκκινεί ευλόγως με τη συγκεκριμένη ανωτέρω εισαγωγή στην οποία οροθετείται ο πυρήνας της προβληματικής με την οποία θα ασχοληθεί η έρευνά μας εστιάζοντας στην διερεύνηση ανάδυσης και τεκμηρίωσης κοινής νομικής τεχνικής αντιμετώπισης των κρίσεων του ευρώ και της αντίστοιχης προσφυγικής.
Η διαμόρφωση του ερευνητικού μας ερωτήματος και η σχετική επιχειρηματολογία μας απαιτεί μερικές αρχικές διευκρινίσεις και διασαφηνίσεις ως προς τις έννοιες της «κρίσης» στο πλαίσιο της διαδικασίας ολοκλήρωσης / ενοποίησης της ΕΕ και της συναφούς τυπολογίας επί τη βάσει των κριτηρίων κατηγοριοποίησης των βαθύτερων αιτίων και των «μέτρων αντιμετώπισής» τους οι οποίες παρέχονται στο 1ο Κεφάλαιο του Πρώτου Μέρους της διατριβής μας. Στο ίδιο Κεφάλαιο συμπληρωματικά συνοψίζονται αδρομερώς οι σημαντικότερες πτυχές των βασικών νομικών και θεσμικών εξελίξεων που έχουν σημειωθεί στην ΕΕ με αφορμή την Ευρωκρίση και την προσφυγική κρίση αντίστοιχα. Το Κεφάλαιο 2 του Πρώτου Μέρους αναλύει περαιτέρω το ερευνητικό αντικείμενο του παρόντος έργου καθώς το βασικό ανωτέρω ερώτημα εξειδικεύεται σε έξι υποερωτήματα ανάλυσης που καθορίζουν λεπτομερώς τις παραμέτρους και το πρίσμα της συγκριτικής μας έρευνας. Επίσης η
Σελ. 10
συγκεκριμένη ενότητα παρουσιάζει τη μεθοδολογική προσέγγιση που ακολουθήθηκε για την εξασφάλιση του υψηλότερου δυνατού βαθμού αντικειμενικότητας και αποκλεισμού πιθανών προκαταλήψεων αναφορικά με τα αποτελέσματά της σε συνδυασμό πάντοτε με τη βιβλιογραφία που κρίθηκε απαραίτητη για τη συγκεκριμένη ερευνητική προσέγγιση.
Το Δεύτερο Μέρος εξετάζει την νομιμότητα των μέτρων υπό το πρίσμα των βασικών προβλέψεων του πρωτογενούς δικαίου και των θεμελιωδών αρχών του ενωσιακού δικαίου που διέπουν την κατανομή των αρμοδιοτήτων καθέτως και οριζοντίως, δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο οι αρμοδιότητες κατανέμονται αφενός ανάμεσα στα κράτη μέλη και στην ΕΕ και αφετέρου ανάμεσα στα θεσμικά όργανα της Ένωσης. Το κεφάλαιο 1 εξετάζει τα μέτρα αντιμετώπισης των υπό εξέταση κρίσεων κυρίως από πλευράς πιθανού σοβαρού περιορισμού της ενωσιακής αρμοδιότητας ενώ στο 2ο Κεφάλαιο η ανάλυση εστιάζει στην οπτική της πιθανής παραβίασης της ενωσιακής νομιμότητας μέσα από την προοπτική της δυνητικής υπερβολικής επέκτασης της ενωσιακής αρμοδιότητας. Τέλος, στα κεφάλαια 3 και 4 του Δεύτερου Μέρους εξετάζονται οι ασυμβατότητες που προέκυψαν κατά την επιλογή κυρίως διακυβερνητικών διευθετήσεων σε σημαντικές πτυχές των δύο κρίσεων οι οποίες αφορούσαν τη χρήση μέτρων ασαφούς νομικής φύσης και ηπίου κυρίως δικαίου όπως επίσης την προσπάθεια πειστικής δικαιολόγησης της χρήσης της τεχνοκρατικής εμπειρίας των θεσμικών οργάνων της Ένωσης στην εφαρμογή των ανωτέρω διευθετήσεων.
Το Τρίτο Μέρος ξεκινά με τη διερεύνηση της συναφούς νομολογίας του ΔΕΕ με τη φιλοδοξία να αξιολογηθεί η ποιότητα του δικαστικού του ελέγχου. Επομένως στο 1ο Κεφάλαιο αναλύονται διεξοδικά οι πιλοτικές αποφάσεις του ΔΕΕ για να διαπιστωθεί αφενός η de facto δημιουργία μιας α-χαρτογράφητης περιοχής του ενωσιακού δικαίου και ο τρόπος που αυτή αντιμετωπίστηκε από το ΔΕΕ και αφετέρου να στοιχειοθετηθεί περαιτέρω η ύπαρξη του κοινού νομικού μοτίβου / υποδείγματος που υιοθετήθηκε κατά την επιλογή των προσφορότερων και καταλληλότερων μέτρων από τους αρμόδιους πολιτικούς δρώντες. Τέλος, το Τρίτο Μέρος ολοκληρώνεται με το 2ο Κεφάλαιο το οποίο επικεντρώνεται στη εξεύρεση λύσεων αποτελεσματικής ανάσχεσης του φαινομένου ενώ και η διατριβή μας καταλήγει ευλόγως με τα Τελικά Συμπεράσματά της.
Σελ. 11
ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ
Η ενισχυμένη διακυβερνητική δυναμική και η αντιμετώπιση της ευρωκρίσης και του προσφυγικού: Διαφαινόμενο κοινό νομικό πρότυπο παράκαμψης / περιορισμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων;
Σελ. 13
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
Ορισμοί και τυπολογία κρίσεων και μέτρων & σύνοψη βασικών νομικών και θεσμικών εξελίξεων
1.1 Ορισμός «κρίσης ευρωπαϊκής ενοποίησης» και τυπολογία κρίσεων και μέτρων αντιμετώπισης των κρίσεων του ευρώ και του προσφυγικού
Λαμβάνοντας ως δεδομένα δύο σημαίνοντα χαρακτηριστικά της ΕΕ που αφορούν αφενός την ιδιαίτερη φύση του sui generis δικαίου της και αφετέρου της ουσιαστικής μακρόχρονης σύνδεσης του όρου «κρίση ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης» με την ιστορική της εξέλιξη διαχρονικά και την πολιτική της κουλτούρα γενικότερα, καθίσταται εξαιρετικά δυσχερής η προσπάθεια ακριβούς ορισμού του όρου «Ευρωπαϊκή Κρίση» (Dinan, 2023, p. 55). Αναλυτικότερα, αφενός το ενωσιακό δίκαιο αποτελεί, ένα αρκετά περίπλοκο οικοδόμημα λόγω της πολυπλοκότητας των αλληλεξαρτήσεων και αλληλεπιδράσεων μεταξύ των θεμελιωδών πυλώνων του που εδράζονται αντιστοίχως στους τομείς της πολιτικής, της οικονομίας αλλά και του δικαίου (Snyder, 1987, p. 167). Αφετέρου, οι κρίσεις του ευρωπαϊκού οικοδομήματος έχουν λάβει ενδημικό αν όχι πανδημικό χαρακτήρα, και για του λόγου του αληθές παρατίθενται εδώ, ενδεικτικά και όχι εξαντλητικά, οι σημαντικότερες καταστάσεις οι οποίες θεωρήθηκαν ως τέτοιες με βάση τη σχετική πρόσφατη διεθνή βιβλιογραφία (Davis Cross, 2017, pp. 8, 12 & 16; Riddervold et al., 2021, pp. 3-47; Roos and Schade, 2023, pp. 3-4) ενώ και το εγγύς μέλλον δεν προδιαγράφεται λιγότερο ταραχώδες:
• α) η κατάρρευση της Συνθήκης για τη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Αμυντικής Κοινότητας (ΕΑΚ) και της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Κοινότητας (ΕΠΚ) κατά το πρώτο ήμισυ της δεκαετίας του 1950,
• β) το βέτο που πρόβαλλε ο Charles de Gaulle για τη διαδικασία ένταξης του Ηνωμένου Βασιλείου κατά τη δεκαετία του 1960 με αποκορύφωμα τη «Μαύρη Δευτέρα» της 14ης Ιανουαρίου 1963 όταν δόθηκε η σχετική Συνέντευξη Τύπου του Στρατηγού,
• γ) η κρίση της «πολιτικής της άδειας καρέκλας» που εφάρμοσε η Γαλλία το 1965,
• δ) οι αποτυχίες των πρόδρομων σχημάτων του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος και η νομισματική κρίση της «Μαύρης Τετάρτης» του Σεπτεμβρίου του 1992,
Σελ. 14
• ε) ο πόλεμος και η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και η ανικανότητα της ΕΕ να αντιδράσει συλλογικά και αποτελεσματικά,
• στ) ο εξαναγκασμός της Επιτροπής Σαντέρ σε παραίτηση το 1999, λόγω παρατυπιών στην ανάθεση συμβάσεων σε εξωτερικές εταιρείες,
• ζ) ο πόλεμος στο Ιράκ και o συναφής διχασμός της ΕΕ,
• η) η Ευρωπαϊκή Συνταγματική κρίση του 2005,
• θ) η χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση του 2007 — 2008 που οδήγησε στην ευρωπαϊκή κρίση χρέους και στην κρίση του ευρώ στις αρχές της δεκαετίας του 2010,
• ι) η Αραβική Άνοιξη και η επακόλουθη αστάθεια ως γενικότερη πρόκληση για την ευρύτερη πολιτική γειτονίας της ΕΕ,
• ια) η προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία το 2015 και στη συνέχεια οι αυξανόμενες εντάσεις στα ανατολικά σύνορα της ΕΕ,
• ιβ) η εξουσία του Δικαστηρίου και η υπεροχή του δικαίου της ΕΕ αμφισβητήθηκαν από διάφορα κράτη μέλη μέσω κυρίως των Συνταγματικών τους Δικαστηρίων,
• ιγ) η «μεταναστευτική κρίση» της περιόδου 2015-2016,
• ιδ) οι παγκόσμιες επιπτώσεις της πανδημίας COVID-19,
• ιε) οι εσωτερικές απειλές κατά των θεμελιωδών αρχών, αξιών και του κράτους δικαίου της ΕΕ με παράλληλη σημαντική ενίσχυση των απολυταρχικών καθεστώτων και των ακροδεξιών/ευρωσκεπτικιστικών κομμάτων, και τέλος πιο πρόσφατα,
• ιστ) η νέα μεγαλύτερης κλίμακας εισβολή και ο πόλεμος της Ρωσίας στην Ουκρανία, με την άμεσα επακόλουθη γεωπολιτική, προσφυγική, ενεργειακή και γενικότερη οικονομική κρίση (προβλήματα ανθεκτικότητας των παγκοσμιοποιημένων εφοδιαστικών αλυσίδων, υψηλός πληθωρισμός και αντιστοίχως τραπεζικά επιτόκια, υποχώρηση ΑΕΠ στην ΕΕ - οικονομική ύφεση).
Όπως είναι προφανές από τα ανωτέρω εκτεθέντα γεγονότα, το πλήθος, η σημαντική χρονική επικάλυψη και ο προσθετικός αντίκτυπος ιδίως των διαδοχικών κρίσεων του 21ου αιώνα φαίνεται να είναι ιδιαίτερα έντονα και διαρκώς αυξανόμενα - με χαρακτηριστικά γεωμετρικής προόδου όπως είναι έκδηλο στην κάτωθι εικόνα 2- με αποτέλεσμα να τίθενται επίμονα ακόμη και υπαρξιακά ερωτήματα για την ΕΕ [(Dinan et al., 2017, pp. 1-15, όπου χρησιμοποιείται ο όρος «συνολικά πολυδιάστατη κρίση» / ‘multi-dimensional crisis’; Davis Cross, 2017, p. 24; Schwarz, 2014, p. 389, όπου χρησιμοποιεί τον όρο «υπαρξιακή κρίση»/‘existential crisis’)] όπως επίσης και την εξώθη-
Σελ. 15
σή της σε μία κατάσταση «μονιμοκρίσης» (permacrisis), δηλαδή διαρκούς συναγερμού, παρατεταμένης περιόδου αστάθειας και ανασφάλειας και μόνιμης διαχείρισης κρίσεων, αλλά και «πολυκρίσης» (polycrisis) που σύμφωνα με σχετικά πρόσφατο ορισμό πλησιέστερο στο επιστημονικό πεδίο μελέτης της ευρωπαϊκής διακυβέρνησης (Zeitlin et al., 2019, p. 963) αφορά «πολλές ταυτόχρονες κρίσεις που επηρεάζουν πλέον πολλαπλούς τομείς πολιτικής και υπονομεύουν δραστικά τη συνοχή των κρατών μελών της Ένωσης ενώ προκαλούν νέα επίμαχα πεδία διαφωνιών και διαμετρικά αντίθετων απόψεων».

Εικ. 2 ΕΕ και μονιμοκρίση (Borges de Castro, 2014, p. 9).
Σελ. 16
Το ως άνω σύμπλεγμα παράλληλων σχετιζόμενων απειλών με σύνθετες επιπτώσεις και μεγάλη χρονική διάρκεια έχουν ωθήσει σημαντική μερίδα της θεωρίας να υποστηρίξει ότι αποτελούν πλέον για την ΕΕ την εκδοχή μιας «νέας κανονικότητας» (new normal) που προσφέρει παράθυρα ευκαιρίας περαιτέρω ενοποίησης και όχι κάποια πηγή κινδύνου επί τη βάσει κυρίως της παραδοχής ότι αντιμετωπίζονται κατά το πλείστον επιτυχώς με τις απαραίτητες προσαρμοστικές βραχυπρόθεσμες ή μεσο-μακροπρόθεσμες μεταρρυθμίσεις που τελικώς ενισχύουν την ανθεκτικότητα και την ικανότητά της να αντιμετωπίζει παρόμοιες μελλοντικές καταστάσεις έκτακτης ανάγκης (Riddervold et al., 2021, p. 6; Roos and Schade, 2023, p. 6). Η επιρροή δε της εν λόγω νέας κανονικότητας είναι καθοριστική στις διαδικασίες συλλογικής χάραξης πολιτικής και λήψης αποφάσεων στην ΕΕ, καθώς αυτές προσαρμόζονται σε τρόπους σκέψης προσανατολισμένους στην αντιμετώπιση των αλλεπάλληλων κρίσεων από πλευράς πρόληψης, ταχείας αντιμετώπισης και αποτελεσματικής ανάκαμψης, ώστε να χρησιμοποιούνται πλέον έννοιες όπως η «κρισο-προσαρμοζόμενη λειτουργία της ΕΕ» [crisisification] για την περιγραφή αυτών των πλήρως προσανατολισμένων προσεγγίσεων στον χειρισμό και στην επίλυσή τους (Rhinard, 2019) καθώς φαίνεται να αποτελούν πλέον συχνά προκρινόμενες επιλογές σε ενωσιακό επίπεδο.
Λαμβάνοντας συνεπώς υπ’ όψιν το ανωτέρω απαιτητικό, πολυσχιδές, αμφίσημο και διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον, καθίσταται επιτακτική η ανάγκη διεπιστημονικής και συνθετικής οριοθέτησης του εννοιολογικού περιεχομένου του όρου «κρίση ευρωπαϊκής ενοποίησης / ολοκλήρωσης». Ως κρίση δύναται να οριστεί μια έκτακτη και συχνά απροσδόκητη κατάσταση/γεγονότα/εξελίξεις χαρακτηριζόμενα από ισχυρά αντικρουόμενα εθνικά συμφέροντα αλλά και ιδιαίτερα επείγουσες απαιτήσεις για λεπτούς χειρισμούς χάραξης και λήψης κατάλληλων ενωσιακών μέτρων αντιμετώπισης κοινωνικοοικονομικών και/ή γεωπολιτικών προκλήσεων τεράστιας κλίμακας και πολυπλοκότητας κατά τη διάρκεια των οποίων αμφισβητούνται πρόδηλα, έντονα και με απρόβλεπτο τρόπο, ακόμη και σε ρεαλιστικά πιθανολογούμενο βαθμό ολικής ρήξης όχι απλώς πολλαπλοί τομείς πολιτικής με υψηλό βαθμό ενωσιακής εναρμόνισης, αλλά σταδιακά οι θεμελιώδεις συνταγματικοί κανόνες, αρχές, δομές και οι ιδρυτικές αξίες του status quo του ευρωπαϊκού εγχειρήματος που το καθιστούν εν τέλει συνολικά βιώσιμο σε πολιτικό, θεσμικό, οικονομικό, κοινωνικό ή γενικότερα κανονιστικό επίπεδο. Ως αποτέλεσμα, απαιτούνται πιεστικά, και συχνά εν μέσω έντονα διχαστικού κλίματος, από τα αρμόδια ενωσιακά όργανα επείγοντα εκτεταμένα μέτρα αντιμετώπισης των ανωτέρω εγερθεισών αβεβαιοτήτων - εξειδικευμένων συχνά σε πρωτοβουλίες συνολικής, ομοειδούς, διατομεακής και πολυδιάστατης / συνδυαστικής νομοθέτησης κοινής στόχευσης - ενώ επίσης οι εν λόγω έκτακτες συνθήκες πρέπει να περιγράφονται και να γίνονται αντιληπτές σε μεγάλο βαθμό ως τέτοιες από την πλειονότητα των εμπλεκόμενων παραγόντων (π.χ. υπεύθυνους χάραξης πολιτικής και ακαδημαϊκούς ερευνητές), από τα μέσα ενημέρωσης, και κυρίως από μεγάλο τμήμα των πολιτών (Barthoma and Çetrez, 2021, p. 6; Roos
Σελ. 17
and Schade, 2023, p. 7; Davis Cross, 2017, p. 23, 24 & 30; Riddervold et al., 2021, pp. 6-7; Ikenberry, 2008, p. 3; Boin et al., 2008, p. 83; Dougan, 2024, pp. 104-105).
Αντιστοίχως, αναφορικά με τον όρο ευρωπαϊκή ολοκλήρωση/ενοποίηση και του σχετικού οράματος (Αναγνωστοπούλου, 2019, σελ. 35-76) θα στηριχθούμε σε αντίστοιχους διεπιστημονικούς ορισμούς καθώς το περιεχόμενο της συγκεκριμένης έννοιας ποικίλλει στη σχετική βιβλιογραφία ανάλογα με την εκάστοτε υποκείμενη θεωρητική προσέγγιση (ενδεικτικά: Ομοσπονδισμός, Συνταγματισμός, Λειτουργισμός, Νέο-Λειτουργισμός, Φιλελεύθερος Διακυβερνητισμός, Νέο-Ρεαλισμός, Νέο-Θεσμικές Προσεγγίσεις, Κοινωνικός Κονστρουκτιβισμός) ενώ επίσης παρατηρείται έλλειμμα στη σαφή οριοθέτηση του νοηματικού περιεχομένου του. Συνεπώς, προκρίνεται ο λειτουργικός συνδυασμός ένας αδρομερούς ορισμού από τον March (1999, p. 134) ο οποίος θεωρεί την ενοποίηση / ολοκλήρωση ως την επίτευξη του υψηλότερου δυνατού βαθμού συμβατότητας, αλληλεξάρτησης και δομικής σύνδεσης των μερών που συναποτελούν το σύνολο με τον αντίστοιχο ορισμό του Haas (1958, p. 16) που προκρίνει την παράμετρο των πολύπτυχων απαραίτητων αλλά συχνά ρευστών και αντίρροπων – κεντρομόλων και φυγόκεντρων - πολιτικών διαδικασιών εκχώρησης/ανάκτησης εθνικών εξουσιών για την επίτευξη του στόχου αυτού. Αφενός μέσω σημαντικής μεταφοράς αρμοδιοτήτων και των απαραίτητων πόρων από εθνικό επίπεδο σε ευρωπαϊκό / υπερεθνικό επίπεδο και αφετέρου μέσω της δημιουργίας των αντίστοιχων θεσμών και μηχανισμών λήψης αποφάσεων για τη διαχείριση των συγκεκριμένων εξουσιών με τελική αλλά όχι εξασφαλισμένη κατάληξη (Linberg, 1963, p. 6) τη δημιουργία μιας νέας πολιτικής κοινότητας η οποία υπερέχει / υπερισχύει των αντίστοιχων προϋπαρχουσών συνιστωσών.
Σύμφωνα με τους παραπάνω ορισμούς, είναι δυνατή η συμπερίληψη του προσφυγικού ζητήματος κατά την περίοδο του 2015-2016 όπως και της χρηματοοικονομικής κρίσης του 2008 στο νοηματικό πεδίο του όρου «κρίση ευρωπαϊκής ενοποίησης/ολοκλήρωσης» ενώ επίσης ο συγκεκριμένος ισχυρισμός είναι ευρέως αποδεκτός από τους υπευθύνους χάραξης πολιτικών, από μεγάλη μερίδα της κοινής γνώμης και τους ερευνητές κατά τις αντίστοιχες περιόδους (Roos and Schade, 2023, p. 7) όπως αποδεικνύεται και από τη συχνή χρήση του όρου σε ακαδημαϊκό κυρίως πλαίσιο.
Ως προς την κατηγοριοποίηση αμφότερων των υπό εξέταση κρίσεων ως βραχυχρόνιων / μακροχρόνιων ενδογενών ή εξωγενών, αν ληφθούν ως κύριοι παράμετροι συναφούς τυπολογίας η χρονική τους διάρκεια και τα βαθύτερα αίτιά τους και ειδικότερα αν αυτά εντοπίζονται εντός του θεσμικού, κοινωνικού ή οικονομικού πλαισίου της ΕΕ ή των κρατών μελών ή εκτός αυτού υπό το πρίσμα της δυνητικής τους όμως μετέπειτα άμεσης ή έμμεσης επιρροής στο εν λόγω πλαίσιο (Roos and Schade, 2023, pp. 9-11), φαίνεται να αποτελούν μακροχρόνια υβρίδια σχετικά ισομερούς συνύπαρξης ενδογενών και εξωγενών χαρακτηριστικών καθώς δεν υπάρχει σαφής διάκριση μεταξύ των δύο κατηγοριών. Περαιτέρω, στη μεν χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 δύναται να υποστηριχθεί ο ως άνω υβριδισμός επί τη βάσει της διαπίστωσης ότι τους διάφορους εξωγενείς αρχικά παράγοντες και τις συναφείς προκλήσεις του
Σελ. 18
αμερικανικού τραπεζικού τομέα τις διαδέχτηκαν συστημικές θεσμικές αδυναμίες και παραλείψεις του ενωσιακού οικοδομήματος και ιδίως σε επίπεδο λήψης καίριων και έγκαιρων αποφάσεων, με αποτέλεσμα την επιδείνωση μιας αρχικά αποκλειστικά εξωτερικής προέλευσης κρίσης και σε αντίστοιχη με ενδογενή χαρακτηριστικά (De Witte, 2022a, pp. 1-2).
Αφετέρου, αναφορικώς με τον υβριδισμό της προσφυγικής κρίσης του 2015, ομοίως οι καταγεγραμμένες αυξημένες αφίξεις προσφύγων στη ΕΕ αλλά και θανάτων κυρίως από πνιγμό στα θαλάσσια σύνορά της κατά την συγκεκριμένη περίοδο αποδίδονται σε πρώτο στάδιο κυρίως στον εξωγενή παράγοντα της επιδείνωσης του Συριακού εμφυλίου ο οποίος αν και είχε ξεκινήσει από το 2011 τελικώς λειτούργησε ως λυδία λίθος και ανέδειξε τις ανάλογες αδυναμίες του ενωσιακού πολιτικού συστήματος διακυβέρνησης της μετανάστευσης και του ασύλου αλλά και δοκίμασε την αντοχή του πραγματικού νομικού περιεχομένου και της πρακτικής αξίας της έννοιας της ενωσιακής αλληλεγγύης προς του πρόσφυγες όπως επίσης ανάμεσα στα κράτη μέλη στο ευρύτερο πλαίσιο του ισχύοντος τότε ευρωπαϊκού μοντέλου ολοκληρωμένης διαχείρισης και προστασίας των εξωτερικών συνόρων και της αντίστοιχης στρατηγικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την εσωτερική της ασφάλεια (Roos and Schade, 2023, p. 21).
Μια περαιτέρω παράμετρος διαφοροποιημένης κατηγοριοποίησης αποτελεί ο βαθμός αναγκαιότητας λήψης έκτακτων άμεσων μέτρων εκ μέρους των καθ’ ύλην αρμοδίων οργάνων λόγω συναφών ραγδαίων εξελίξεων σε συνδυασμό με το βαθμό μονοπώλησης του πολιτικού ενδιαφέροντος σε ενωσιακό κυρίως επίπεδο. Και η συγκεκριμένη τυπολογία φαίνεται να έχει πορώδη όρια και συνεπώς οι υπό διερεύνηση κρίσεις δύνανται να χαρακτηριστούν σε κρίσιμες κυρίως περιόδους ως ταχείας καύσης και μεγάλης πολιτικής έντασης με εύλογες όμως ποιοτικές και ποσοτικές αυξομειώσεις στην μακρά χρονική εξέλιξή τους που δικαιολογούν τη μετάπτωση ή την παλινδρόμησή τους και σε φάσεις βραδείας καύσης / λανθάνουσας κατάστασης και χαμηλότερου πολιτικού ενδιαφέροντος (Roos and Schade, 2023, p. 21; Schmidt, 2020, p. 1177).
Αναφορικώς δε, με τις συνέπειες των εν λόγω κρίσεων στη διαμόρφωση και προσαρμογή του ενωσιακού οικοδομήματος από πλευράς προώθησης της ευρωπαϊκής ενοποίησης γενικότερα, υπάρχει επίσης η δυνητική εναλλακτική διαφοροποίηση και κατάταξη λαμβάνοντας υπ’ όψιν ως κεντρικό κριτήριο κυρίως τη φύση των μέτρων που προκρίθηκαν ως κατάλληλων από τους αρμόδιους δρώντες του πολιτικού συστήματος διακυβέρνησης της ΕΕ για την αντιμετώπιση των ανωτέρω καταστάσεων. Συνεπώς, βασιζόμενοι στη σύνθεση ήδη υπαρχουσών κατηγοριοποιήσεων στην πρόσφατη βιβλιογραφία (Roos and Schade, 2023, pp. 14-19; Riddervold et al., 2021, pp. 9-12), οι κρίσεις δύνανται να θεωρηθούν:
Σελ. 19
• α) αντικείμενο μιας ad hoc εμβαλωματικής, αποσπασματικής, συχνά ελλιπούς, κοντόθωρης, και επιφυλακτικά σταδιακής διαχείρισής τους: ερειδόμενη συχνά σε νέας σύλληψης διακυβερνητικές προσωρινές συμβιβαστικές βάσεις γαλλογερμανικής ηγετικής εμπνεύσεως στο πλαίσιο των οποίων προκρίνονται μέτρα περισσότερο υποχρεωτικής παρά εθελοντικής εφαρμογής με βασικό κριτήριο την ελαχιστοποίηση του οικονομικού κόστους, της περαιτέρω περιστολής εθνικής κυριαρχίας και αντιστοίχως της ενωσιακής συλλογικής αντίδρασης, ιδίως αν αφορούν τομείς που συναποτελούν τον πυρήνα των βασικών κρατικών εξουσιών(Niemann, 2021, pp. 118-122; Webber, 2019; Riddervold et al., 2021, pp. 16; Vollaard, 2018, p. 121),
• β) αντικείμενο μιας δομημένης αποτελεσματικής διακυβέρνησης / επίλυσής τους και διορατικής πρόληψης νέων: εδραζόμενη σε περαιτέρω εναρμόνιση και αρμοδιοδότηση σε ενωσιακό θεσμικό επίπεδο συνοδευόμενη συχνά με καινοτόμα και
Σελ. 20
εκτενούς φάσματος εργαλεία πολιτικής και προώθησης της ενωσιακής ολοκλήρωσης,
• γ) αιτία και αιτιατό των πολιτικών αδρανειών-ανεπαρκειών του παρελθόντος όπου προκρίνεται η ολοκληρωτική αγνόηση και η μη αντίδραση: λόγω της απροθυμίας των κρατών μελών να προχωρήσουν συλλογικά παρά τους ορατούς σοβαρούς σχετικούς κινδύνους ακόμη και για την ακεραιότητα του ευρωπαϊκού εγχειρήματος.
Επαληθεύοντας τη γενικότερη και ιστορικά επιβεβαιωμένη έως σήμερα παρατήρηση ότι η συχνότερα εφαρμοσθείσα προσέγγιση αντιμετώπισης κρίσεων αφορά συνήθως την επιλογή μέτρων της πρώτης ανωτέρω κατηγορίας (Riddervold et al., 2021, pp. 24-30) και λαμβάνοντας υπ’ όψιν τη δυνατότητα μετάβασης σε διαφορετικές κατηγορίες προϊόντος του χρόνου και των συναφών ευμετάβλητου χαρακτήρα εξελίξεων, οι υπό διερεύνηση κρίσεις δύνανται αμφότερες να ενταχθούν στην ίδια - (α) / πρώτη - κατηγορία καθώς έγιναν κυρίως αντικείμενο της τυπικής και δοκιμασμένης ιστορικά ενωσιακής διαχείρισης προσωρινού, πρόχειρου, εξελικτικού και διακυβερνητικού κυρίως χαρακτήρα, τουλάχιστον σε πρώτη φάση. Επιπλέον, υιοθετούνται τελικώς μη ριζικές ή μόνιμες μεταρρυθμίσεις μικρής κλίμακας και ελάχιστης δυνατής κοινής αποδοχής επί τη βάσει παλαιότερων πολιτικών συνταγών ώστε να ξεπεραστούν πιεστικά αδιέξοδα πάντοτε στο πλαίσιο της αισιόδοξης παραδοχής περί προώθησης της σταδιακής αλλά σχεδόν αυτόνομης διαδικασίας ενοποίησης μέσω ακούσιων συνεπειών προηγούμενων αποφάσεων και προοδευτικής δημιουργίας νέων διευρυμένων αλληλεξαρτήσεων. Ακόμη και όταν η αντιμετώπιση της κρίσης έχει παραμείνει από τεχνική άποψη στην πρώτη κατηγορία και συνεπώς είναι κυρίως διακυβερνητικού χαρακτήρα, η εν λόγω αντίδραση δύναται να επιφέρει σημαντική επιρροή στη διαμόρφωση της συνολικής μελλοντικής εξέλιξης της ΕΕ.
Επομένως, θα πρέπει, σε κάθε περίπτωση και λόγω της συναφούς ρευστότητας της συναφούς οριοθέτησης, να συμπεριληφθούν στην προαναφερθείσα κατηγοριοποίηση και στοιχεία από τη δεύτερη ομάδα μέτρων καθώς στην εξέλιξη της χρηματοοικονομικής και της προσφυγικής κρίσης και ιδιαίτερα μετά την παρέλευση της οξείας φάσης τους υπήρξαν και βήματα προώθησης και εφαρμογής εντελώς νεοφανών πολιτικών ή συνολικότερων πρωτοποριακών θεσμικών ρυθμιστικών διατομεακών πλαισίων σε ενωσιακό επίπεδο όπως αυτά θα αναδειχθούν στη επόμενη ενότητα.
Υπό την παραδοχή του εξελικτικού χαρακτήρα της διαδικασίας διαμόρφωσης των μέτρων αντιμετώπισης, τα γνωρίσματα και της τρίτης κατηγορίας είναι εμφανή λόγω της παρατεταμένης καθυστέρησης ανάληψης μέτρων και στις δύο υπό ανάλυση κρίσεις, φάση που βέβαια αντικαταστάθηκε σε μεταγενέστερο στάδιο κυρίως από την εμβαλωματική προσέγγιση της πρώτης κατηγορίας μέτρων. Τέλος, η επιλογή κατηγορίας μέτρων αντιμετώπισης από την ΕΕ εξαρτάται κυρίως από τον τρόπο με τον οποίο οι επηρεαζόμενοι παράγοντες αντιλαμβάνονται την κρίση, τα υφιστάμενα εργαλεία της ΕΕ, το πολιτικό πεδίο ανάγκης ανάληψης δράσης από απόψεως
Σελ. 21
βαθμού εναρμόνισης καθώς επίσης τις πιθανές οικονομικές και πολιτικές επιπτώσεις.
Βάσει των ανωτέρω, η προσφυγική κρίση του 2015 και η χρηματοοικονομική κρίση του 2008 αποτελούν μακροχρόνιες ενδογενείς και εξωγενείς εξελίξεις με φάσεις ταχείας αλλά και βραδείας καύσης και κυρίως υψηλού πολιτικού ενδιαφέροντος - συνοδευόμενο με ανάλογο βαθμό ενασχόλησης της κοινής γνώμης - που αντιμετωπίσθηκαν ως επί το πλείστον με την κλασική υβριδική ad hoc εμβαλωματική προσέγγιση βραχυπρόθεσμου αλλά και πιο μακρόπνοου χαρακτήρα, ενώ επίσης πρέπει εδώ να αναφερθεί ότι παρατηρήθηκαν και φαινόμενα συμπερίληψης επιπλέον μέτρων χωρίς άμεσο σύνδεσμο με τις εν λόγω κρίσεις (Roos and Schade, 2023, p. 18).
Συμπληρωματικώς, η συγκεκριμένη διατριβή προφανώς δεν αποσκοπεί στη δημιουργία νεολογισμών και νέων κατηγοριών αναφορικώς με τη συναφή ορολογία ή κατηγοριοποίηση περί κρίσεων υπό το πρίσμα της διαδικασίας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Ως επί το πλείστον, επιχειρείται η νομική ανάλυση των εν λόγω φαινομένων καθώς στη συνέχεια θα περιγραφούν λεπτομερώς οι ομοιότητες των βασικών παραμέτρων των νομικών ρυθμίσεων που εφαρμόστηκαν ως αποτέλεσμα των δύο κρίσεων, ενώ επίσης θα αναφερθούν και προτάσεις αντιμετώπισης των όποιων συμπερασμάτων προκύψουν από την έρευνά μας, ειδικά στην περίπτωση επαρκούς τεκμηρίωσης κοινής μεθόδου αντιμετώπισης που ερείδεται στη υβριδοποίηση των διαθέσιμων εργαλείων με ευρεία ευχέρεια επιλογών διακυβερνητικών και νομοθετικών μέσων πρωτογενούς και δευτερογενούς δικαίου. Στο πλαίσιο μελέτης των πιο σημαντικών αυτών κρίσεων της τελευταίας δεκαπενταετίας, το επιστημονικό ενδιαφέρον μας θα επικεντρωθεί στην τεκμηρίωση και στη λεπτομερή περιγραφή του ως άνω δυνητικού κοινού νομικού υποδείγματος, το οποίο θα πρέπει να αντιμετωπιστεί προληπτικά μέσω νέου ρυθμιστικού πλαισίου λόγω του διαβρωτικού του αποτελέσματος ως προς την ακεραιότητα της νομοθεσίας και του δικαίου της ΕΕ γενικότερα.
1.2 Σύνοψη μέτρων αντιμετώπισης της χρηματοοικονομικής και προσφυγικής κρίσης
1.2.1 Μέτρα αντιμετώπισης της χρηματοοικονομικής κρίσης
Στη συγκεκριμένη ενότητα παρουσιάζονται συνοπτικά οι βασικές νομικές και θεσμικές μεταρρυθμίσεις οι οποίες είναι απότοκες του εγχειρήματος αντιμετώπισης της χρηματοοικονομικής κρίσης. Η Ευρωπαϊκή Ένωση και η χώρα μας βρέθηκαν την τελευταία σχεδόν ολόκληρη δεκαπενταετία αντιμέτωπες με την πρωτοφανή ιστορικά χρηματοπιστωτική κρίση του 2007 που αποκάλυψε τις συστημικές ανεπάρκειες της αρχιτεκτονικής της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, και επιπλέον σε περιφερειακό επίπεδο της ευρωζώνης, που μετεξελίχθηκε σε επόμενη φάση σε δημοσιονομική και γενικευμένη οικονομική κρίση.
Η εν λόγω κρίση με τη σειρά της επακόλουθα οδήγησε σε πρωτοφανή βαθμό πολιτικής παρέμβασης σε εθνικό, ενωσιακό και διεθνές επίπεδο με κύρια στόχευση την πρόληψη δυνητικού φαινόμενου «χιονοστιβάδας» με τη συμπαράσυρση σημαντικού αριθμού κρατών μελών σε κατάσταση αδυναμίας εξυπηρέτησης / πληρωμής δημοσίου χρέους εντός της Νομισματικής Ένωσης.














