ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟ ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
Τα Χρονικά Όρια Εφαρμογής των Διατάξεων του Νέου ΠΚ και του Νέου ΚΠΔ
από 24,00 €
Έως 56,00 €
- Έκδοση: 2020
- Σχήμα: 17x24
- Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
- Σελίδες: 216
- ISBN: 978-960-654-185-8
- Black friday εκδόσεις: 10%
| Περιεχόμενα | |
| Πρόλογος | Σελ. VII |
| Συντομογραφίες | Σελ. XIII |
| ΜΕΡΟΣ Α΄ | |
| Ζητήματα διαχρονικού δικαίου που απορρέουν από την εφαρμογή των διατάξεων του νέου Ποινικού Κώδικα | |
| 1. Εισαγωγή | Σελ. 3 |
| 2. Η έννοια του όρου «διάταξη» | |
| 2.1. Η αρχή της lex mitior υπό το προϊσχύσαν καθεστώς | Σελ. 4 |
| 2.2. Η αρχή της lex mitior υπό τον νέο Ποινικό Κώδικα | Σελ. 7 |
| 2.3. Κριτήρια για την κατάφαση διαιρετού ή αδιαίρετου χαρακτήρα κανόνων του ποινικού δικαίου | Σελ. 11 |
| 3. Η επιλογή της in concreto ευμενέστερης διάταξης | Σελ. 23 |
| 4. Η ένταξη των νόμων προσωρινής ισχύος και των μέτρων ασφαλείας στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2 ΠΚ | |
| 4.1. Η κατάργηση του άρθρου 3 ΠΚ σχετικά με τους νόμους προσωρινής ισχύος | Σελ. 32 |
| 4.2. Η εξομοίωση των μέτρων ασφαλείας με τις ποινές από την άποψη των χρονικών ορίων | Σελ. 34 |
| 5. Το διαδικαστικό όριο για την εφαρμογή της ευμενέστερης διάταξης | |
| 5.1. Η καταρχήν διάσταση ανάμεσα στην αρχή της lex mitior και το δεδικασμένο | Σελ. 35 |
| 5.2. Η συνύπαρξη δεδικασμένου και lex mitior: τρία παραδείγματα | Σελ. 39 |
| 6. Ζητήματα από την εφαρμογή του άρθρου 465 ΠΚ | Σελ. 43 |
| 6.1. Μετατροπή | Σελ. 43 |
| 6.2. Αναστολή | Σελ. 45 |
| 6.3. Απόλυση υπό όρους | Σελ. 49 |
| 6.4. Παρέκβαση: Η αθροιστική έκτιση «ετεροειδών» χρηματικών ποινών | Σελ. 50 |
| 7. Τυπολογία ευμενέστερων / δυσμενέστερων διατάξεων μέσα από παραδείγματα | Σελ. 51 |
| 7.1. Αποχαρακτηρισμός πράξης, περιστολή αξιοποίνου, μείωση ποινής | Σελ. 52 |
| 7.2. Κατάργηση επιβαρυντικής περίστασης | Σελ. 56 |
| 7.3. Διεύρυνση αξιοποίνου, επίταση ποινής | Σελ. 62 |
| 7.4. Διατάξεις εν μέρει ευμενέστερες και εν μέρει δυσμενέστερες | Σελ. 65 |
| 7.5. Ενδιάμεσος ευμενέστερος νόμος | Σελ. 67 |
| 7.6. Η «εκδίκηση» των νόμων προσωρινής ισχύος | Σελ. 68 |
| 8. Καταληκτικές σκέψεις | Σελ. 71 |
| ΜΕΡΟΣ Β΄ | |
| Ζητήματα διαχρονικού δικαίου που ανακύπτουν κατά την εφαρμογή των διατάξεων του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας | |
| 1. Εισαγωγή | Σελ. 75 |
| 2. Αναδρομικότητα και δικονομικοί νόμοι: δύο προσεγγίσεις | |
| 2.1. Η αναδρομικότητα των δικονομικών νόμων στην ελληνική έννομη τάξη ως παράδειγμα του ευρωπαϊκού ηπειρωτικού μοντέλου | Σελ. 76 |
| 2.2. Η αναδρομικότητα των δικονομικών νόμων (και της νομολογίας) στο αγγλοσαξονικό περιβάλλον | Σελ. 81 |
| 3. Η έκταση της αναδρομικότητας των κανόνων του ποινικού δικονομικού δικαίου | |
| 3.1. Προσθενέργεια και (γνήσια ή μη γνήσια) οπισθενέργεια | Σελ. 86 |
| 3.2. Προσθενέργεια και οπισθενέργεια ποινικών δικονομικών νόμων | Σελ. 90 |
| 3.3. Διαβαθμίσεις αναδρομικότητας στο πλαίσιο του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας | Σελ. 91 |
| 3.3.1. Η κατάργηση της υποχρέωσης καταβολής παραβόλου της έγκλησης | Σελ. 92 |
| 3.3.2. Η αξίωση για παρουσία εκπροσώπου της δικαστικής εξουσίας κατά τη διεξαγωγή έρευνας σε κατοικία | Σελ. 94 |
| 3.3.3. Οι διατάξεις σχετικά με την αρμοδιότητα | Σελ. 96 |
| 3.3.4. Το παραδεκτό των ενδίκων μέσων | Σελ. 101 |
| 3.3.5. Η διάταξη του άρθρου 244 παρ. 3 ΚΠΔ στο πλαίσιο της «δίκαιης δίκης» | Σελ. 105 |
| 4. Η φύση του κανόνα ως κρίσιμη παράμετρος για την αναδρομική του εφαρμογή | |
| 4.1. Η διάκριση ανάμεσα σε κανόνες ουσιαστικού και δικονομικού ποινικού δικαίου | Σελ. 108 |
| 4.2. Παραδείγματα από τον νέο Κώδικα Ποινικής Δικονομίας | Σελ. 113 |
| 4.2.1. Βάσιμος λόγος αναίρεσης και παραγραφή εν επιδικία | Σελ. 113 |
| 4.2.2. Η αποκατάσταση της ζημίας στα περιουσιακά εγκλήματα | Σελ. 115 |
| 4.2.3. Εξάρτηση του δικονομικού ποινικού δικαίου από κανόνα του ουσιαστικού ποινικού δικαίου | Σελ. 123 |
| 5. Η (έμμεση) επίπτωση στην ποινική διαδικασία της εφαρμογής ευμενέστερων διατάξεων του ουσιαστικού ποινικού δικαίου: ζητήματα που ανακύπτουν από τον αποχαρακτηρισμό πράξης ή τη μείωση της απειλούμενης ποινής | Σελ. 124 |
| 6. Οι διατάξεις του νέου Ποινικού Κώδικα και του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας σχετικά με την έγκληση (και τη «δήλωση προόδου της διαδικασίας» κατ’ άρθρο 464 ΠΚ) | Σελ. 140 |
| 7. Κανόνες που διέπουν τη διαδικασία για πράξεις που έχουν τελεστεί από ανηλίκους | Σελ. 154 |
| 8. Η παράσταση του αδικηθέντος στην ποινική διαδικασία | Σελ. 166 |
| 9. Τα χρονικά όρια των δικονομικών διατάξεων σχετικά με την απόδειξη στο παράδειγμα της αξιοποίησης παρανόμως κτηθέντων αποδεικτικών μέσων | Σελ. 173 |
| 10. Καταληκτικές σκέψεις | Σελ. 182 |
| Επίμετρο | Σελ. 185 |
| Βιβλιογραφία | Σελ. 187 |
| Αλφαβητικό ευρετήριο | Σελ. 195 |
Σελ. 1
ΜΕΡΟΣ Α΄
Ζητήματα διαχρονικού δικαίου που απορρέουν από την εφαρμογή των διατάξεων του νέου Ποινικού Κώδικα
Σελ. 3
1. Εισαγωγή
Ο νέος Ποινικός Κώδικας και, σε μικρότερο βαθμό, ο νέος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας έχουν θέσει αρκετά ζητήματα διαχρονικού δικαίου. Τα ζητήματα αυτά, τα οποία είναι έτσι και αλλιώς αναπόφευκτα σε περιόδους μετάβασης, οξύνονται στην προκειμένη περίπτωση λόγω της συνύπαρξης –στο πλαίσιο του νέου Ποινικού Κώδικα– τόσο ευμενέστερων όσο και δυσμενέστερων διατάξεων συγκριτικά με το προϋφιστάμενο καθεστώς, αλλά και λόγω της μεταβολής των ίδιων των κανόνων που ρυθμίζουν τα χρονικά όρια των ποινικών νόμων. Τα προβλήματα που αναφύονται πρόκειται να απασχολήσουν την πράξη –με φθίνουσα έστω συχνότητα– κατά τη διάρκεια των επόμενων ετών, ενώ ήδη ανακύπτουν οι πρώτες ερμηνευτικές διαφωνίες.
Στις γραμμές που ακολουθούν προσεγγίζονται οι κεντρικοί άξονες με βάση τους οποίους πρέπει να επιχειρείται η επίλυση προβλημάτων διαχρονικού δικαίου. Ιδιαίτερη αξία έχει η κατανόηση των συνεπειών που συνδέονται με την αρχή της lex mitior αλλά και τα όρια του κανονιστικού της πεδίου. Σε αυτό το πλαίσιο, αναπτύσσονται κατά σειρά οι εξής προβληματικές: η έννοια της «διάταξης», που αποτελεί κεντρικό ζήτημα για την εφαρμογή του άρθρου 2 του νέου Ποινικού Κώδικα· η σημασία της εφαρμογής της in concreto ευμενέστερης διάταξης· ο προσδιορισμός της ευμενέστερης διάταξης· η διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 2 ΠΚ μετά την κατάργηση των διατάξεων του προϊσχύσαντος Ποινικού Κώδικα που προέβλεπαν ειδική μεταχείριση ως προς τους νόμους προσωρινής ισχύος και τα μέτρα ασφαλείας· το διαδικαστικό όριο για την εφαρμογή της ευμενέστερης διάταξης, που δεν ταυτίζεται σε όλες τις περιπτώσεις με το αμετάκλητο της καταδικαστικής απόφασης· καθώς και τα ζητήματα που θέτει η διάταξη του άρθρου 465 του νέου Ποινικού Κώδικα σε σχέση με τη μετατροπή, την αναστολή και την υφ’ όρον απόλυση. Παράλληλα με τις αναπτύξεις που ακολουθούν γίνεται χρήση αρκετών παραδειγμάτων, ώστε να αναδειχθούν πτυχές των αναφυόμενων ζητημάτων που ήδη απασχολούν τα δικαστήρια της χώρας.
Μία σημείωση είναι απαραίτητη στην αφετηρία. Η θέση υπέρ της εφαρμογής ορισμένης διάταξης έναντι άλλης επί νομοθετικής μεταβολής δεν συνεπάγεται και επικρότηση της νομοθετικής επιλογής που εκφράζεται μέσα από αυτή τη διάταξη. Καλώς ή κακώς ο νομοθέτης έχει κάνει τις επιλογές του, και η επίλυση ζητημάτων διαχρονικού δικαίου οφείλει να είναι ουδέτερη απέναντι σε αυτές. Η παρατήρηση αυτή θα έπρεπε να είναι αυτονόητη, αλλά συχνά λησμονείται σε περιόδους μετάβασης –όπως η παρούσα– με αποτέλεσμα η κρίση σχετικά με τα χρονικά όρια ποινικών διατάξεων να νοθεύεται από αξιολογήσεις που συνδέονται με τη σκοπιμότητα θέσπισης της μιας ή της άλλης ρύθμισης, οι οποίες δεν ανήκουν στον δικαστή αλλά στον νομοθέτη.
Σελ. 4
2. Η έννοια του όρου «διάταξη»
2.1. Η αρχή της lex mitior υπό το προϊσχύσαν καθεστώς
Η αρχή της lex mitior κατοχυρώθηκε υπό τον προϊσχύσαντα Ποινικό Κώδικα (τόσο υπό την αρνητική όσο και υπό τη θετική της όψη) στο πλαίσιο του άρθρου 2. Στην πρώτη παράγραφο οριζόταν, συγκεκριμένα:
«Αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις».
Για τη φύση και τη λειτουργία της αρχής δεν θα γίνει διεξοδικά λόγος στην παρούσα θέση. Αρκεί να σημειωθεί ότι, ενώ η στενότερη αρχή της lex praevia –αποκλείουσα την αναδρομική εφαρμογή δυσμενέστερου κανόνα– ερείδεται στην αρχή της νομιμότητας, η αναδρομική εφαρμογή του ηπιότερου κανόνα απορρέει από ώριμες δικαιοκρατικές σταθμίσεις που ανάγονται στην εγγύηση της ίσης μεταχείρισης όμοιων περιπτώσεων. Το γεγονός ότι μόνο η πρώτη αποτυπώθηκε ρητά στο Σύνταγμα δεν έχει βέβαια ιδιαίτερη πρακτική σημασία, δεδομένου ότι και η δεύτερη απορρέει από διεθνή κείμενα αυξημένης τυπικής ισχύος ή, κατά μία άποψη που υιοθετείται πλέον από τη νομολογία, και από έναν συνδυασμό διατάξεων του ελληνικού Συντάγματος.
Σελ. 5
Όπως προέκυπτε από το γράμμα του άρθρου 2 ΠΚ, εκείνο που ενδιέφερε υπό το προϊσχύσαν δίκαιο –σε περίπτωση που είχαν ισχύσει περισσότεροι νόμοι από την τέλεση της πράξης– ήταν ποιος «νόμος» (στο σύνολό του) ήταν επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο. Έτσι, δεν ήταν νοητός ο συνδυασμός διατάξεων περισσότερων νόμων. Αντίθετα, ο δικαστής όφειλε να αντιπαραβάλει το σύνολο των επιμέρους διατάξεων κάθε νόμου και να επιλέξει τον συνολικά ευμενέστερο νόμο για τη συγκεκριμένη περίπτωση. Σε κάθε περίπτωση, για τη νόμιμη βάση της (αθωωτικής ή καταδικαστικής) απόφασης απαιτείτο η διάληψη ενός και μόνο νόμου, η εφαρμογή του οποίου θα είχε προκριθεί σε κάθε συγκεκριμένη (υπό κρίση) περίπτωση.
Αυτά γίνονται δεκτά ακόμη και σήμερα στην πλειονότητα των εννόμων τάξεων που υιοθετούν την αρχή της lex mitior τόσο στην αρνητική όσο και στη θετική της όψη. Ακόμη όμως και σε ένα τέτοιο πλαίσιο, που ίσχυε και στην Ελλάδα μέχρι πριν από λίγο καιρό, δεν ήταν σε κάθε περίπτωση σαφές ότι οι επιμέρους διατάξεις ορισμένου νόμου έπρεπε να
Σελ. 6
λαμβάνονται en bloc. Για παράδειγμα, το άρθρο 76 του προϊσχύσαντος Ποινικού Κώδικα, όπως είχε αντικατασταθεί δυνάμει του Ν 4478/2017, ήταν εν μέρει ευμενέστερο και εν μέρει δυσμενέστερο για τον κατηγορούμενο: ευμενέστερη ήταν η ρύθμιση της παρ. 2, η οποία είχε προβλέψει για πρώτη φορά ότι η δήμευση διέπεται από την αρχή της αναλογικότητας· δυσμενέστερη, αντίθετα, ήταν η ρύθμιση της παρ. 5, σύμφωνα με την οποία είχε προβλεφθεί –για πρώτη φορά στο πλαίσιο του γενικού μέρους– δήμευση «εις χείρας τρίτου». Για πράξεις με χρόνο τέλεσης πριν την 23η Ιουνίου 2017 (ημερομηνία θέσης σε ισχύ του νεότερου νόμου) ήταν προφανές ότι δεν μπορούσε να επιβληθεί δήμευση εις χείρας τρίτου με βάση την –τότε νεοεισαχθείσα– ρύθμιση της παρ. 5, η οποία δεν είχε αναδρομική εφαρμογή. Τούτο όμως δεν συνεπαγόταν αδυναμία αναδρομικής εφαρμογής της διάταξης της παρ. 2, αφού αυτή δεν ήταν άρρηκτα δεμένη με τις υπόλοιπες διατάξεις του άρθρου, παρά εισήγε μια γενική αρχή που όφειλε να διέπει τον θεσμό της δήμευσης συνολικά.
Σελ. 7
Κατ’ αποτέλεσμα, δεν αποκλειόταν σε κάθε περίπτωση η διάσπαση ενός «νόμου» στις εξ ων συνετίθετο διατάξεις, παρά τη διατύπωση του προϊσχύσαντος άρθρου 2 του Ποινικού Κώδικα. Ανεξάρτητα, λοιπόν, από τη λεκτική εκφορά της διάταξης που την κατοχυρώνει, η αρχή της lex mitior παράγει αποτελέσματα που ανάγονται στην αρχή της ισότητας.
2.2. Η αρχή της lex mitior υπό τον νέο Ποινικό Κώδικα
Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του νέου Ποινικού Κώδικα: «Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου». Παρατηρείται, επομένως, ότι η μονάδα σύγκρισης δεν είναι πλέον ο νόμος στο σύνολό του αλλά κάθε επιμέρους «διάταξη», η οποία μπορεί να είναι επιεικέστερη ή μη σε σύγκριση με την ομόλογή της. Όπως διευκρινίζει η Αιτιολογική Έκθεση του νέου Ποινικού Κώδικα: «[…] είναι πιθανό να εφαρμόζονται σε συγκεκριμένη περίπτωση διατάξεις διαφορετικών νόμων».
Η νομοθετική αυτή επιλογή γεννά ήδη προβληματισμό σε σχέση με την αντιμετώπιση συγκεκριμένων περιπτώσεων, ενώ εγείρει και αντιδράσεις από όσους θεωρούν ότι καταλύει τη διάκριση των εξουσιών, αφού θέτει τον δικαστή σε ρόλο νομοθέτη. Προτού γίνει προσπάθεια να προσεγγιστεί το νόημα της ρύθμισης, είναι σκόπιμο να γίνουν τρεις παρατηρήσεις:
Σελ. 8
Πρώτον, είναι αληθές ότι στο παρελθόν η νομολογία απέρριψε το ενδεχόμενο κατασκευής νέων νόμων ως προϊόν συνδυασμού διατάξεων, αρνούμενη να αναδεχθεί τον ρόλο του νομοθέτη. Η θέση αυτή της νομολογίας έχει σημασία, ωστόσο δεν θα πρέπει να λησμονείται ότι υιοθετήθηκε με βάση το προηγούμενο καθεστώς, στο οποίο γινόταν λόγος για ευμενέστερο «νόμο» και όχι ευμενέστερη «διάταξη». Ενόψει της μεταβολής που έχει επιφέρει ο νέος Ποινικός Κώδικας στο κανονιστικό περιεχόμενο της αρχής της lex mitior, το ζήτημα δεν εγείρεται στο πλαίσιο της οριοθέτησης της δικαστικής έναντι της νομοθετικής εξουσίας, όπως θα μπορούσε να πει κανείς ότι ίσχυε στο παρελθόν, αλλά πρωτίστως στο πλαίσιο της ερμηνείας του άρθρου 2 ΠΚ: διότι στο μέτρο που το άρθρο 2 ΠΚ αξιώνει τον συνδυασμό διατάξεων, είναι ακριβώς ο νομοθέτης που αναθέτει τον ρόλο αυτόν στον δικαστή· έτσι, όχι μόνο η εφαρμογή του άρθρου 2 ΠΚ δεν θα συνιστούσε παρείσφρηση της δικαστικής εξουσίας στην επικράτεια της νομοθέτησης, αλλά η μη εφαρμογή του άρθρου 2 ΠΚ παρά τη βούληση του νομοθέτη θα κινδύνευε να θεωρηθεί μια μορφή δικαστικού ακτιβισμού.
Δεύτερον, θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι η νομοθετική επιλογή που αντανακλάται στο άρθρο 2 παρ. 1 του νέου Ποινικού Κώδικα υπερβαίνει το περιεχόμενο της αρχής της lex mitior όπως αυτή οριοθετείται στα κείμενα αυξημένης τυπικής ισχύος που την κατοχυρώνουν, δηλαδή το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, αλλά και το ελληνικό Σύνταγμα, στο μέτρο που αποδέχεται κανείς ότι και αυτό κατοχυρώνει την αρχή. Πράγματι, κανένα από τα εν λόγω κείμενα δεν κάνει λόγο για ευμενέστερη «διάταξη». Από την άλλη πλευρά, δεν είναι αντικείμενο των κειμένων αυτών να καθορίσουν την κανονιστική μονάδα με βάση την οποία θα λαμβάνει χώρα η σύγκριση, κάτι που εναπόκειται στον εθνικό νομοθέτη. Εξάλλου, ακόμη και αν υποτεθεί ότι τα διεθνή κείμενα δεν αναφέρονται σε ευμενέστερη «διάταξη», τίποτε δεν αποκλείει την επέκταση του ελάχιστου πεδίου προστασίας το οποίο θέτουν, επ’ ωφελεία του κατηγορουμένου.
Τρίτον, η νομοθετική επιλογή του συνδυασμού των διατάξεων –πέρα από το ότι μπορεί να επικριθεί ως αδόκιμη– θέτει έναν προβληματισμό σε σχέση με την αρχή της ισότητας. Πράγματι, εφόσον δεχθεί κανείς συνδυασμό των ευμενέστερων διατάξεων από κάθε νόμο, δημιουργείται μια κατηγορία υποθέσεων οι οποίες θα αντιμετωπιστούν με έναν «νόμο» που δεν ίσχυσε στην πραγματικότητα ποτέ ως ενιαίο σύνολο, ο οποίος θα είναι ο ευμενέστερος σε σύγκριση με όλους όσοι διαδοχικά ίσχυσαν. Παρατηρείται μάλιστα ότι, λόγω της θέσης σε ισχύ του Ποινικού Κώδικα μερικές εβδομάδες μετά την ψήφισή του (αλλά και τη δημοσίευσή
Σελ. 9
του στο ΦΕΚ), υπήρξαν δράστες που τέλεσαν αξιόποινες πράξεις (υπό το καθεστώς του προϊσχύσαντος Ποινικού Κώδικα) εν γνώσει του ότι θα ωφελούνταν από συνδυασμό ευνοϊκών διατάξεων που δεν είχαν συνυπάρξει ποτέ (ούτε θα συνυπήρχαν στο μέλλον). Εδώ πράγματι απαιτείται προσοχή κατά την εφαρμογή του άρθρου 2 ΠΚ: διότι τυχόν διάσπαση της κανονιστικής μονάδας πέρα από ένα όριο εγκυμονεί τον κίνδυνο να διαστραφεί στην πράξη ο εγγυητικός χαρακτήρας της αρχής της lex mitior, καταλύοντας την ισότητα ενώπιον του νόμου, την οποία υποτίθεται ότι στοχεύει να διασφαλίσει. Επομένως, το εάν η επιλογή του νομοθέτη στο νέο άρθρο 2 ΠΚ οδηγεί σε πιθανή καταχρηστική εφαρμογή της αρχής θα εξαρτηθεί από το νόημα που θα δοθεί στην έννοια «διάταξη».
Τι ακριβώς λοιπόν ζητάει ο νομοθέτης από τον δικαστή δυνάμει του άρθρου 2 του νέου Ποινικού Κώδικα; Σύμφωνα με το γράμμα του νόμου, είναι καταρχάς προφανές ότι ο νομοθέτης επιθυμεί η σύγκριση να λαμβάνει χώρα στη βάση κανονιστικής μονάδας χαμηλότερης τάξης («διάταξης» αντί για «νόμο»). Η έννοια της «διάταξης», ωστόσο, δεν ορίζεται αυθεντικά στον νόμο. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο κείμενο του τελικού εγχειριδίου οδηγιών για την κωδικοποίηση της νομοθεσίας που εξέδωσε πρόσφατα η Κεντρική Επιτροπή Κωδικοποίησης ορίζονται έννοιες όπως «εδάφιο» ή «περίπτωση», αλλά η έννοια της «διάταξης» παραμένει χωρίς ξεκάθαρο εννοιολογικό προσδιορισμό.
Από ουσιαστική άποψη, διάταξη είναι ένα αυτοτελές τμήμα του νόμου που ρυθμίζει ορισμένο αντικείμενο. Μια διάταξη είναι δυνατό να κατανέμεται σε περισσότερες παραγράφους ή και ενότητες, υπό την προϋπόθεση τα μέρη της να τελούν σε νοηματική ενότητα. Και ανάστροφα: μία και η αυτή παράγραφος είναι δυνατό να αναλύεται σε περισσότερες διατάξεις,
Σελ. 10
εφόσον αυτές ρυθμίζουν διαφορετικό αντικείμενο. Έτσι, οι προϋποθέσεις εφαρμογής και η έννομη συνέπεια ενός κανόνα δικαίου συναπαρτίζουν μια ενιαία διάταξη, η οποία δεν μπορεί να διασπαστεί. Από διαδικαστική άποψη, εξάλλου, μία και η αυτή διάταξη θα πρέπει να μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο μιας δικαιοδοτικής κρίσης: σε περίπτωση κατά την οποία η αυτή δικαιοδοτική κρίση αναγκαία εκτείνεται σε δύο τμήματα, υπό την έννοια ότι δεν μπορεί να συγκροτηθεί χωρίς το ένα από τα δύο, τότε θα πρέπει να θεωρηθεί ότι αυτά συναπαρτίζουν μια ενιαία διάταξη. Σε κάθε περίπτωση, η ενιαία διάταξη δεν μπορεί να διασπαστεί στα εξ ων συνετέθη (έστω και αν επί νομοθετικής μεταβολής το ένα τμήμα της εμφανίζεται δυσμενέστερο και το άλλο ευμενέστερο σε σύγκριση με την προϊσχύσασα αυτής) ούτε με βάση τη λογική αλλά ούτε και με βάση το άρθρο 2 του νέου Ποινικού Κώδικα: διότι ακόμη και το τελευταίο επιτρέπει βέβαια συνδυασμό διατάξεων, όχι όμως και επιμέρους τμημάτων αυτών.
Θα ήταν σκόπιμη, σε αυτό το σημείο, μια σύντομη αναφορά στην αντιμετώπιση του αντίστοιχου ζητήματος στο γαλλικό δίκαιο, κάτι που αποκτά σημασία ενόψει της αναφοράς του γαλλικού Ποινικού Κώδικα –όπως και του νέου ελληνικού Ποινικού Κώδικα– σε «ευμενέστερες διατάξεις» (“dispositions moins sévères”) αντί για «νόμο». Δύο κατηγορίες διακρίνονται, ανάλογα με το εάν δύο διατάξεις θεωρούνται «διαιρετές» (“divisibles”) ή αδιαίρετες (“indivisibles”): διαιρετές θεωρούνται δύο διατάξεις όταν ρυθμίζουν διαφορετικό αντικείμενο, ενώ αδιαίρετες όταν ρυθμίζουν το ίδιο αντικείμενο. Στην πρώτη περίπτωση, κάθε διάταξη εφαρμόζεται αυτοτελώς (επί νομοθετικής μεταβολής) ανάλογα με το εάν είναι ευμενέστερη ή δυσμενέστερη: μπορεί δηλαδή να εφαρμοστεί μία διάταξη του νεότερου νόμου (διότι είναι ευμενέστερη της αντίστοιχης προγενέστερης διάταξης) και άλλη διάταξη του προϊσχύσαντος νόμου (διότι είναι ευμενέστερη εκείνης που τη διαδέχθηκε). Ως παράδειγμα αυτής της πρώτης κατηγορίας αναφέρεται η ύπαρξη δύο διατάξεων ενός νόμου που τυποποιούν διακριτά εγκλήματα: σε περίπτωση που ορισμένος δράστης πραγμάτωσε τα στοιχεία αμφότερων υπό το καθεστώς ενός νόμου και, εν συνεχεία (πριν την εκδίκαση των πράξεων), τέθηκε σε ισχύ νεότερος νόμος, ο οποίος εισήγαγε ευμενέστερη ρύθμιση ως προς
Σελ. 11
τη μία πράξη και δυσμενέστερη ως προς την άλλη, ο δράστης θα καταδικαστεί με βάση τον προγενέστερο νόμο για τη μία πράξη και τον μεταγενέστερο νόμο για την έτερη πράξη. Στη δεύτερη περίπτωση, όταν δηλαδή δύο διατάξεις του νόμου είναι «αδιαίρετες» και τροποποιηθούν η μία επί το δυσμενέστερο και η άλλη επί το ευμενέστερο, ανακύπτουν δύο τάσεις στη νομολογία (με κοινό γνώμονα πάντως ότι αυτές οι δύο –αδιαίρετες– διατάξεις θα εφαρμοστούν ως ενιαίο σύνολο): με βάση την πρώτη τάση, ο δικαστής αποβλέπει στο ποιος νόμος εισάγει ευμενέστερη «κύρια» διάταξη, νοούμενης ως τέτοιας εκείνης, για παράδειγμα, που προβλέπει κύρια ποινή έναντι παρεπόμενης ή (μεταξύ κύριων ποινών) στερητική της ελευθερίας ποινή έναντι χρηματικής ποινής. Για παράδειγμα, εφόσον τροποποιηθεί επί το ευμενέστερο η διάταξη που απειλεί κύρια ποινή για ορισμένη πράξη και, ταυτόχρονα, επί το δυσμενέστερο η διάταξη που απειλεί παρεπόμενη ποινή, θα πρέπει να εφαρμοστεί ο νεότερος νόμος ως προς αμφότερες (διότι εισάγει ευμενέστερη «κύρια» διάταξη). Με βάση άλλη τάση της νομολογίας, οι διατάξεις θα πρέπει να συγκριθούν στη βάση του συνολικού αποτελέσματος που επιφέρουν: έτσι, θα μπορούσε στο παραπάνω παράδειγμα να θεωρηθεί ευμενέστερο το προγενέστερο ζεύγος διατάξεων, εάν για παράδειγμα η απειλούμενη κύρια ποινή ήταν ελάχιστα βαρύτερη αλλά η παρεπόμενη ποινή ουσιωδώς ελαφρύτερη. Ας σημειωθεί ότι δεν φαίνεται να υιοθετείται στη νομολογία ή να υποστηρίζεται στη θεωρία η θέση ότι είναι «διαιρετή» η διάταξη που απειλεί πλείονες κύριες ποινές.
2.3. Κριτήρια για την κατάφαση διαιρετού ή αδιαίρετου χαρακτήρα κανόνων του ποινικού δικαίου
Εάν η αρχή της lex mitior αποβλέπει στην ίση κρίση όμοιων περιπτώσεων, δεν είναι πάντως προφανές ποιες περιπτώσεις είναι όμοιες ώστε να υπόκεινται σε σύγκριση. Η χρήση του νόμου (στο σύνολό του) ως κανονιστικής μονάδας επέτρεπε τη σύγκριση μόνο σε ένα υψηλό επίπεδο γενίκευσης· από την άλλη, η χρήση της διάταξης ως κανονιστικής μονάδας ενέχει τον κίνδυνο της κατάτμησης κυρωτικών κανόνων κατά τρόπο αναντίστοιχο προς τη φύση ή τους σκοπούς της ποινής. Θα μπορούσε ωστόσο κανείς να αναζητήσει μια μέση οδό, μεταβάλλοντας το επίπεδο της σύγκρισης χωρίς να θίγει την ακεραιότητα κανόνων που θεσπίστηκαν ως «ενιαίο όλον».
Από δογματική άποψη, έχει νόημα –και στο πεδίο του διαχρονικού δικαίου– να συλλάβει κανείς τη λειτουργία των διατάξεων που διέπουν την ποινή στα τρία επίπεδα εμφάνισής της:
Σελ. 12
απειλή, επιβολή και έκτιση. Η διάκριση αυτή δεν υπηρετεί απλώς τον θεωρητικό σκοπό της κατάταξης των θεσμών της ποινολογίας, αλλά έχει κυρίως κάτι να πει για τη διαλεκτική ως τρόπο έκφρασης του κυρωτικού κανόνα.
Σε μια ουτοπική έννομη τάξη, οι αξιολογήσεις του νομοθέτη θα παρέμεναν αμετάβλητες, και έτσι δεν θα ανέκυπταν ποτέ ζητήματα διαχρονικού δικαίου. Οι ίδιες ποινές θα απειλούνταν για τις ίδιες πράξεις τόσο κατά τον χρόνο τέλεσης όσο και κατά τον χρόνο εκδίκασης, ενώ μία ποινή θα επιβαλλόταν πάντοτε στο πλαίσιο που απειλήθηκε και θα εκτιόταν πάντοτε στο ύψος που επιβλήθηκε.
Στην πραγματικότητα, ωστόσο, οι αξιολογήσεις του νομοθέτη μεταβάλλονται διαρκώς, αντανακλώντας τις εξελίξεις στην επιστημονική σκέψη αλλά κυρίως τον συσχετισμό δυνάμεων στην κοινωνία. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο όταν τίθεται σε ισχύ ένας νέος Ποινικός Κώδικας.
Κάθε νομοθετική μεταβολή –εφόσον στηρίζεται σε διαφορετική νομική αξιολόγηση και όχι απλώς σε μεταβολή των πραγματικών συνθηκών– εμπεριέχει μέσα της την παραδοχή ενός σφάλματος και την εκτίμηση ότι η νέα ρύθμιση είναι –αν όχι βέλτιστη– πάντως «βελτίων» της προηγούμενης. Η παραδοχή αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία στον χώρο του ποινικού δικαίου διότι υπάρχει ο περιορισμός του ευμενέστερου νόμου. Ακόμη και αν ορισμένη ρύθμιση κρίνεται αποτελεσματικότερη σε σχέση με την επίτευξη των σκοπών της ποινής, δεν μπορεί να εφαρμοστεί εφόσον είναι δυσμενέστερη. Αν όμως είναι ευμενέστερη, πρέπει να εφαρμοστεί άμεσα. Διότι σε μια τέτοια περίπτωση η ώριμη νομοθετική κρίση συγκλίνει με την επίτευξη της ουσιαστικής ισότητας.
Η μεταβλητότητα αυτή καθιστά πρόδηλο ότι μια ποινή που απειλείται με έναν τρόπο δεν είναι απαραίτητο να επιβάλλεται ή να εκτίεται με βάση τους κανόνες που συνυπήρχαν χρονικά με τον δευτερογενή (κυρωτικό) κανόνα. Με άλλα λόγια, το σύνολο των διατάξεων που διέπουν μια ποινή ως προς τις διαφορετικές εμφανίσεις της σε ορισμένο χρονικό σημείο δεν αποτελούν κατ’ ανάγκη ένα αδιαίρετο όλον, αφού δεν θεσπίστηκαν προκειμένου να εφαρμόζονται ταυτόχρονα. Έτσι, η παραδοχή του «σφάλματος» για την οποία έγινε λόγος αμέσως παραπάνω είναι νοητό να παράγει έννομες συνέπειες στο πλαίσιο –και μόνο– της ειδικότερης εμφάνισης της ποινής που συνδέεται με την τροποποιηθείσα διάταξη.
Ένας διαφορετικός τρόπος να προσεγγίσει κανείς το ζήτημα είναι η αντιστοίχιση των διατάξεων που διέπουν κάθε εμφάνιση της ποινής με τον κύκλο των προσώπων τα οποία αφορούν. Όταν ο νομοθέτης εισάγει μια νέα –ευμενέστερη– διάταξη που αφορά την επιβολή της ποινής, αυτή απευθύνεται σε όλους όσοι αναμένουν την επιβολή ποινής, και όχι μόνο σε εκείνους που τελούν αξιόποινες πράξεις μετά τη θέση σε ισχύ της νέας διάταξης. Όσοι λοιπόν αναμένουν την επιβολή ποινής –είτε τέλεσαν την πράξη πριν είτε μετά τη θέση σε ισχύ της νέας διάταξης– συγκροτούν ενιαία κατηγορία που βρίσκονται σε όμοιες συνθήκες και γι’ αυτό ζητούν όμοια μεταχείριση. Σε εκείνον που θα αντέτεινε ότι η πρώτη κατηγορία δραστών (: όσοι δηλαδή τέλεσαν την πράξη πριν από τη θέση σε ισχύ της νέας διάταξης αλλά δικάζονται μετά από αυτή) τίθενται σε καλύτερη μοίρα από εκείνους που τέλεσαν την πράξη και καταδικάστηκαν αμετάκλητα πριν τη θέση σε ισχύ της νέας διάταξης, η απάντηση
Σελ. 13
είναι ότι η παραδοχή του σφάλματος από μέρους του νομοθέτη ήρθε πολύ αργά για να ωφελήσει τους τελευταίους. Το γεγονός ότι για τα πρόσωπα αυτά η επιβολή της ποινής έχει ήδη λάβει χώρα συνεπάγεται ότι δεν βρίσκονται σε παρόμοιες συνθήκες με τις δύο κατηγορίες προσώπων που αναμένουν την επιβολή ποινής. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι η νέα διάταξη δεν πρέπει να εφαρμοστεί για όσους αντικρίζουν την επιβολή ποινής στο μέλλον.
Εάν βέβαια, παράλληλα με την ευμενέστερη διάταξη που διέπει την επιβολή της ποινής, εισάγεται δυσμενέστερη διάταξη ως προς την απειλή της ποινής, τότε η απουσία δυνατότητας αναδρομικής εφαρμογής της τελευταίας δεν συνεπάγεται και τη μη εφαρμογή αναδρομικά της πρώτης. Τούτο ισχύει για δύο λόγους: πρώτον, οι δύο διατάξεις δεν θεσπίστηκαν ώστε να αποτελούν αδιαίρετο όλον, αλλά καθεμιά επιτελεί διακριτή λειτουργία, αναγόμενη σε διαφορετικό νομοθετικό σκοπό· δεύτερον, η απαγόρευση αναδρομικής εφαρμογής in malam partem –που αποτρέπει την αναδρομική εφαρμογή της τελευταίας– δεν έχει κάτι να πει για την επιβαλλόμενη αναδρομική εφαρμογή μιας ευμενέστερης διάταξης. Κατ’ άλλη διατύπωση, η απαγόρευση της αναδρομικής διόρθωσης μιας υπέρμετρα επιεικούς (κατά τη μεταγενέστερη αξιολόγηση του νομοθέτη) διάταξης δεν σημαίνει ότι πρέπει να μη διορθωθεί αναδρομικά μια υπέρμετρα αυστηρή (και πάλι κατά τη μεταγενέστερη αξιολόγηση του νομοθέτη) διάταξη. Το γεγονός ότι το άρθρο 2 του νέου Ποινικού Κώδικα κάνει λόγο για ευμενέστερες «διατάξεις» αντί για «νόμο» καθιστά τους συνδυασμούς αυτού του είδους νομοθετική επιλογή, με την οποία μπορεί να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει κανείς, αλλά όχι να αρνηθεί να την εφαρμόσει με την επίκληση υποτιθέμενης αντισυνταγματικότητας.
Αντίστοιχα, όταν εισάγεται μια νέα –ευμενέστερη– διάταξη που διέπει την έκτιση της ποινής, όλοι όσοι εκτίουν (ή πρόκειται να εκτίσουν) ποινή βρίσκονται σε παρόμοιες συνθήκες, και γι’ αυτό διεκδικούν όμοια μεταχείριση, ανεξάρτητα από τη διάταξη που εφαρμόστηκε για καθέναν από αυτούς κατά την επιβολή της ποινής. Υπό μία έννοια, πρόκειται εδώ για συνδυασμό διατάξεων· υπό μια ουσιαστική πρόσληψη της ισότητας, όμως, πρόκειται για όμοια μεταχείριση προσώπων που, διερχόμενοι το στάδιο της έκτισης (ή αναμένοντας αυτή), βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση. Και πάλι, το γεγονός ότι μια διάταξη που αφορά την έκτιση ήρθε πολύ αργά για να ωφελήσει όσους έχουν ήδη εκτίσει ολοκληρωτικά την ποινή δεν αποτελεί δικαιολογητική βάση για τη μη εφαρμογή της διάταξης σε περιπτώσεις τις οποίες αφορά.
Προκύπτει ότι η δυνατότητα συνδυασμού διατάξεων ανακύπτει κατ’ αρχήν όταν πρόκειται για διατάξεις που διέπουν διαφορετικές εμφανίσεις της ποινής. Δεν αποκλείεται πάντως ο συνδυασμός να λάβει χώρα και στην περίπτωση πλειόνων διατάξεων που προβλέπουν διακριτές έννομες συνέπειες στο πλαίσιο της ίδιας μορφής εμφάνισης της ποινής, όπως για παράδειγμα διατάξεων που απειλούν κύρια και παρεπόμενη ποινή για την ίδια πράξη. Εδώ όμως χρειάζεται προσοχή: Δεν αποκλείεται δύο –διακριτές καταρχήν– έννομες συνέπειες που συνδέονται με την ίδια πράξη να απειλούνται από κοινού διότι ο νομοθέτης έκρινε
Σελ. 14
ότι ο συνδυασμός τους επιτυγχάνει καλύτερα κάποιον από τους σκοπούς της ποινής ή διότι συνεκτίμησε την απειλή της μιας για να καθορίσει το ύψος της άλλης. Σε μια τέτοια περίπτωση, αμφότερες οι έννομες συνέπειες θα πρέπει να θεωρηθεί ότι απειλούνται στο πλαίσιο μιας αδιαίρετης διάταξης.
Έχοντας κατά νου τις παραπάνω σκέψεις, μπορούμε να σταχυολογήσουμε τις ακόλουθες κατηγορίες με βάση τον διαιρετό ή αδιαίρετο χαρακτήρα μιας διάταξης:
Σελ. 15
I) Αδιαίρετος χαρακτήρας διάταξης
Στις ακόλουθες κατηγορίες δεν χωρεί διάσπαση της διάταξης στα επιμέρους τμήματα που τη συνθέτουν:
i) Η τυποποίηση των στοιχείων της νομοτυπικής μορφής ορισμένου εγκλήματος συγκροτεί ενιαία και αδιαίρετη διάταξη από κοινού με την απειλούμενη ποινή. Τούτο είναι βέβαια αυτονόητο, αλλά δεν έχει πρακτική σημασία για την προκείμενη συζήτηση, αφού δεν θα ήταν έτσι και αλλιώς δυνατό να συνδυαστούν η νομοτυπική μορφή μιας διάταξης με την απειλούμενη ποινή μιας άλλης. Πράγματι, εφόσον η πράξη δεν είναι αξιόποινη με βάση οποιαδήποτε από τις δύο διατάξεις (νεότερη ή παλαιότερη), εφαρμόζεται αυτή ως ευμενέστερη δίχως να εξεταστεί το σκέλος κάθε διάταξης που απειλεί την ποινική κύρωση. Εάν, αντίθετα, η πράξη είναι αξιόποινη με βάση αμφότερες τις διατάξεις, επιλέγεται η απειλούσα την ελαφρύτερη ποινή: η τελευταία όμως, σε αυτή την περίπτωση, εφαρμόζεται ολόκληρη, δηλαδή συμπεριλαμβανομένης της νομοτυπικής μορφής που τυποποιεί (έστω και αν είναι ευρύτερη) και της ποινής που απειλεί (η οποία θα είναι ηπιότερη). Σε μια τέτοια περίπτωση, η διάταξη που απειλεί την ηπιότερη κύρωση –και μόνο αυτή– θα περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο και θα αποτελεί τη βάση για το διατακτικό της καταδικαστικής απόφασης.
ii) Ζήτημα τίθεται, αντίθετα, όταν με βάση όλες τις διαχρονικά ισχύσασες διατάξεις πρόκειται να υπάρξει καταδικαστική απόφαση, αλλά κάθε διάταξη είναι εν μέρει ευμενέστερη ως προς μία κύρια ποινή και εν μέρει δυσμενέστερη ως προς άλλη κύρια ποινή. Τίθεται τότε το ερώτημα αν οι διαφορετικές κύριες ποινές μπορούν να επιβληθούν με βάση χωριστές διατάξεις διαφορετικών νόμων.
Με βάση τα προλεχθέντα, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι η απειλή δύο διαφορετικών κύριων ποινών (σωρευτικά ή διαζευκτικά) για το ίδιο έγκλημα συνιστά μία αδιαίρετη διάταξη. Για παράδειγμα, όταν μία διάταξη απειλεί φυλάκιση ορισμένου ύψους για κάποια πράξη και τροποποιείται κατά τρόπο ώστε να απειλεί φυλάκιση χαμηλότερου ύψους αλλά σωρευτικά με χρηματική ποινή, θα πρέπει να εφαρμοστεί είτε η προγενέστερη είτε η νεότερη ως αδιαίρετο όλον, χωρίς να υφίσταται δυνατότητα διάσπασης σε δύο επιμέρους υποτιθέμενες διατάξεις που να συγκριθούν αυτοτελώς, δηλαδή μία που αφορά τη στερητική της ελευθερίας ποινή και μία που αφορά τη χρηματική ποινή. Διότι όταν ο νομοθέτης αποφάσισε να προβλέψει τη σωρευτική απειλή στερητικής της ελευθερίας και χρηματικής ποινής ασφαλώς αξίωσε («διέταξε») την επιβολή τους από κοινού (και μάλιστα στο πλαίσιο ενιαίας δικαιοδοτικής
Σελ. 16
κρίσης) και όχι τμηματικά. Το ίδιο θα πρέπει να γίνει δεκτό και στην περίπτωση που μια παρεπόμενη ποινή απειλείται πλάι με την κύρια ποινή, κατά τρόπο που να καθίσταται σαφές ότι ο νομοθέτης επιθυμούσε την επιβολή της για τη συγκεκριμένη πράξη.
iii) Οι παραπάνω περιπτώσεις εμφανίζουν σχετική ευκολία, διότι οι πλείονες ρυθμίσεις εντάσσονται στο πλαίσιο της ίδιας παραγράφου (ή και του ίδιου εδαφίου). Ακόμη όμως και όταν δύο ρυθμίσεις περιλαμβάνονται σε διαφορετική παράγραφο ή και διαφορετικό άρθρο, είναι δυνατό να συναπαρτίζουν μια αδιαίρετη νοηματική ενότητα (και άρα ενιαία κανονιστική μονάδα) όταν η μία υπόκειται στην άλλη, πράγμα που μπορεί να συμβεί στις ακόλουθες περιπτώσεις:
– Όταν η μια ρύθμιση συνιστά αυθεντική ερμηνεία όρου που περιέχεται στην άλλη ή συμπροσδιορίζει το άδικο που περιγράφει η άλλη. Κατ’ ουσίαν βέβαια αυτές οι περιπτώσεις ομοιάζουν με την παραπάνω [υπό (i)] κατηγορία, υπό την έννοια ότι αν οποιοδήποτε από τα δύο σκέλη περισταλεί κατά τρόπο ώστε να μην καταλαμβάνει την επίδικη συμπεριφορά,
Σελ. 17
καθίσταται αυτομάτως ευμενέστερη διάταξη χωρίς να τίθεται ζήτημα συνδυασμού διατάξεων.
– Όταν διάταξη του ειδικού μέρους που τυποποιεί έγκλημα απειλεί ποινή χωρίς εξειδίκευση του ανώτατου ή του κατώτατου ορίου, ώστε απαιτείται συνδυασμός με τη διάταξη του γενικού μέρους που συμπληρώνει το ελλείπον τμήμα.
Παράδειγμα: Σε περίπτωση εμπρησμού σε δάσος με επακόλουθο να εξαπλωθεί η πυρκαγιά σε μεγάλη έκταση που τελέστηκε πριν την 1.7.2019 και εισάγεται σε δίκη μετά τη θέση σε ισχύ του νέου Ποινικού Κώδικα, συγκρίνεται η νεότερη διάταξη του άρθρου 265 παρ. 1 περ. γ΄ ΠΚ (η οποία απειλεί, σε συνδυασμό με το άρθρο 52 παρ. 2 του νέου ΠΚ) κάθειρξη μεταξύ πέντε και δεκαπέντε ετών, με την προγενέστερη διάταξη του άρθρου 265 παρ. 1 εδ. τελ. προϊσχ. ΠΚ (η οποία απειλούσε, σε συνδυασμό με το άρθρο 52 παρ. 3 ΠΚ, κάθειρξη μεταξύ πέντε και είκοσι ετών)· κατά συνέπεια, εφαρμόζεται η νεότερη «διάταξη» (όπως συγκροτείται από τον προαναφερθέντα συνδυασμό) ως ευμενέστερη. Δεν είναι νοητό να εφαρμοστεί αναδρομικά το άρθρο 52 παρ. 2 του νέου ΠΚ ώστε να μεταβληθεί αναδρομικά το ανώτατο όριο της απειλούμενης με την προϊσχύσασα διάταξη ποινής, διότι η γενική αναφορά σε «κάθειρξη» στο πλαίσιο της τελευταίας έχει νόημα μόνο σε συνδυασμό με τη σύγχρονη αυτής γενική διάταξη που καθορίζει τα όρια του εν λόγω είδους ποινής.
– Όταν μια ρύθμιση θέτει προϋποθέσεις ή τάσσει όρους για την εφαρμογή της άλλης. Στις περιπτώσεις αυτές, δεν είναι δυνατόν το ένα σκέλος –που θέτει, π.χ., ένα ανώτατο όριο ποινής για τη χορήγηση ευεργετήματος– να διαχωριστεί από έτερο σκέλος, το οποίο θέτει όρους για τη χορήγηση του ίδιου ευεργετήματος.
Παράδειγμα: Δράστης πλημμελήματος (με χρόνο τέλεσης πριν την 1.7.2019) καταδικάζεται σε ποινή φυλάκισης τριών ετών μετά τη θέση σε ισχύ του Ποινικού Κώδικα, διαπιστώνεται δε ότι έχει καταδικαστεί αμετάκλητα στο παρελθόν για άλλη πράξη
Σελ. 18
σε ποινή που υπερβαίνει το ένα έτος φυλάκισης. Στην περίπτωση αυτή μπορεί να χορηγηθεί αναστολή με βάση το άρθρο 99 του νέου Ποινικού Κώδικα ανεξάρτητα από την ύπαρξη προηγούμενης αμετάκλητης καταδίκης, εκτός αν το δικαστήριο κρίνει, με ειδική αιτιολογία, ότι η εκτέλεση της ποινής είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον καταδικασθέντα από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων. Εφόσον χορηγηθεί όμως αναστολή, είναι παράλληλα δυνατή και η επιβολή όρων από εκείνους που προβλέπει η νέα διάταξη. Δεν είναι δυνατό, με άλλα λόγια, να συνδυαστεί το ευμενές τμήμα της νεότερης διάταξης με το ευμενές τμήμα της προγενέστερης διάταξης κατά τρόπο ώστε να χορηγηθεί μεν αναστολή αλλά χωρίς τη δυνατότητα επιβολής όρων. Η παραδοχή αυτή υπακούει στον γενικό κανόνα που τέθηκε στην αρχή: διότι ο μεν πρωτόπειρος εγκληματίας (ή, εν πάση περιπτώσει, εκείνος που θα είχε καταδικαστεί σε χαμηλή ποινή) που καταδικάζεται σε ποινή φυλάκισης μέχρι τρία έτη θα εδικαιούτο αναστολή με βάση αμφότερες τις διατάξεις (εκτός από την περίπτωση που με ειδική αιτιολογία κρινόταν ότι δεν αρκεί η αναστολή για να αποτρέψει τον δράστη από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων)· αντίθετα, ένας δράστης που έχει καταδικαστεί αμετάκλητα στο παρελθόν σε ποινή φυλάκισης άνω του ενός έτους δεν θα εδικαιούτο σε καμία περίπτωση αναστολή χωρίς την παράλληλη επιβολή όρων.
– Όταν η μια θέτει εξαιρέσεις στην «άλλη», περιορίζοντας το πεδίο εφαρμογής της.
Παράδειγμα: Δράστης ανθρωποκτονίας με πρόθεση κατ’ άρθρο 299 παρ. 1 του προϊσχύσαντος Ποινικού Κώδικα σε συρροή με ιδιαίτερα διακεκριμένη διακίνηση ναρκωτικών κατ’ άρθρο 23 Ν 4139/2013 (με χρόνο τέλεσης πριν την 1.7.2019) συμπληρώνει δεκατέσσερα έτη έκτισης από δις ισόβια κάθειρξη (με ευεργετικό υπολογισμό). Μετά τη θέση σε ισχύ του νέου Ποινικού Κώδικα, αιτείται τη χορήγηση απόλυσης υπό τον όρο της ηλεκτρονικής επιτήρησης (ευεργετήματος δηλαδή που δεν εδικαιούτο να λάβει υπό το καθεστώς του προϊσχύσαντος Ποινικού Κώδικα λόγω των αδικημάτων για τα οποία είχε καταδικαστεί) με βάση τη νέα διάταξη του άρθρου 110Α ΠΚ. Δεδομένου ότι η νεότερη διάταξη δεν εξαιρεί πλέον από το πεδίο εφαρμογής της τα εγκλήματα για τα οποία είχε καταδικαστεί ο αιτών, ο τελευταίος δικαιούται να λάβει το ευεργέτημα· ωστόσο η χορήγηση του ευεργετήματος θα μπορεί να λάβει χώρα μετά την έκτιση του ελάχιστου τμήματος της ποινής που προβλέπει η νεότερη διάταξη, έστω και αν η τελευταία εμφανίζεται δυσμενέστερη ως
Σελ. 19
προς το εν λόγω σκέλος της. Δεν είναι δηλαδή δυνατό να συνδυαστεί το ευμενές τμήμα της νεότερης διάταξης με το ευμενές τμήμα της προγενέστερης διάταξης κατά τρόπο ώστε να χορηγηθεί μεν απόλυση υπό τον όρο της ηλεκτρονικής επιτήρησης αλλά μετά τη συμπλήρωση του ελάχιστου τμήματος της ποινής που προέβλεπε η προϊσχύσασα διάταξη.
II) Δυνατότητα συνδυασμού διατάξεων
Όπως προκύπτει από τις παραπάνω σκέψεις, «διαιρετότητα» θα πρέπει να αναζητηθεί σε περιπτώσεις που δύο ή περισσότερες ρυθμίσεις δεν συναπαρτίζουν μια νοηματική ενότητα, ώστε δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συγκροτούν ενιαία διάταξη. Με βάση λοιπόν το άρθρο 2 παρ. 1 του νέου Ποινικού Κώδικα, νοείται συνδυασμός διατάξεων στις ακόλουθες περιπτώσεις, οι οποίες –όπως θα παρατηρηθεί– συνίστανται κατά κανόνα σε παράλληλη εφαρμογή μιας διάταξης του ειδικού μέρους με άλλη διάταξη του γενικού μέρους του Ποινικού Κώδικα:
– Μία προγενέστερη διάταξη (του ειδικού μέρους) που αξιώνει περισσότερα στοιχεία ή απειλεί χαμηλότερη ποινή για ορισμένο έγκλημα μπορεί να συνδυαστεί με νεότερη διάταξη (του γενικού μέρους) που περιστέλλει το αξιόποινο σε σχέση με ορισμένη μορφή εμφάνισης του εγκλήματος ή μειώνει την ποινή: έτσι, για παράδειγμα, η διάταξη για την απόπειρα του νέου Ποινικού Κώδικα (άρθρο 42 ΠΚ) μπορεί να συνδυαστεί με μια διάταξη του προϊσχύσαντος Ποινικού Κώδικα που τυποποιεί «στενότερα» την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος, ώστε ο συνδυασμός των δύο (στενότερη τυποποίηση της ορισμένης πράξης και στενότερη εννοιολόγηση αρχής εκτέλεσης) να οδηγήσει σε απαλλαγή του δράστη.
– Μία προγενέστερη διάταξη (του ειδικού μέρους) που απειλεί χαμηλότερη ποινή για ορισμένο έγκλημα μπορεί να συνδυαστεί με άλλη, νεότερη διάταξη (του γενικού ή του ειδικού μέρους) που περιστέλλει τα τοπικά όρια των ελληνικών ποινικών νόμων.
Παράδειγμα: Έλληνας υπήκοος διένειμε στην αλλοδαπή πορνογραφικό υλικό που συνδέεται με ανήλικο που δεν είχε συμπληρώσει τα δώδεκα έτη πριν την 1.7.2019.
Σελ. 20
Κατά τον χρόνο τέλεσής της, η εν λόγω πράξη απειλείτο με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή, καταλαμβανόταν δε από τους ελληνικούς ποινικούς νόμους βάσει του άρθρου 8 περ. η΄ ΠΚ (αρχή παγκόσμιας δικαιοσύνης). Μετά τη θέση σε ισχύ του νέου Ποινικού Κώδικα, η πράξη απειλείται ήδη με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή, δεν περιλαμβάνεται όμως πλέον στα εγκλήματα που εγείρουν την εφαρμογή της αρχής της παγκόσμιας δικαιοσύνης. Τούτο δεν σημαίνει ότι η πράξη εκφεύγει σε κάθε περίπτωση της εφαρμογής των ελληνικών ποινικών νόμων: για να διωχθεί, ωστόσο, θα πρέπει να πληρούνται οι όροι του άρθρου 6 ΠΚ, με την εξαίρεση της προϋπόθεσης του διττού αξιοποίνου. Σε καταφατική περίπτωση, πάντως, ο δράστης θα τιμωρηθεί με βάση την ποινή που προέβλεπε η διάταξη του προϊσχύσαντος Ποινικού Κώδικα.