ΔΙΑΤΑΓΗ ΑΠΟΔΟΣΗΣ ΜΙΣΘΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΜΙΣΘΩΜΑΤΩΝ
από 24,30 € Κανονική Τιμή 27,00 €
Κανονική Τιμή 54,00 € Έως 48,60 €
- Έκδοση: 2026
- Σχήμα: 17x24
- Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
- Σελίδες: 136
- ISBN: 978-618-08-1025-7
Το παρόν έργο αποτελεί ανεπτυγμένη και εμπλουτισμένη αποτύπωση των εισηγήσεων των συγγραφέων στο πλαίσιο των πρώτων σεμιναρίων πιστοποίησης δικηγόρων ως αρμοδίων οργάνων για την έκδοση διαταγών, που διοργανώθηκαν από το Υπουργείο Δικαιοσύνης σε συνεργασία με την Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος. Σκοπός του είναι να ανταποκριθεί με ευσύνοπτο και συνεκτικό τρόπο σε όλα τα δογματικής και πρακτικής φύσης ζητήματα που αναφύονται κατά την έκδοση της διαταγής απόδοσης μισθίου και πληρωμής μισθωμάτων, με λύσεις που εκτείνονται έως τη δίκη της ανακοπής κατά του εκτελεστού τίτλου. Οι αναπτύξεις λαμβάνουν υπ’ όψιν όλες τις δομικές μεταβολές που επήλθαν στη διαδικασία των διαταγών μετά από τους ν. 5221/2025, 5264/2025, 5282/2026, 5297/2026 και 5303/2026. Η διελκυστίνδα είναι σαφής. Από το ένα μέρος, η διολίσθηση σε μία ελαστική ερμηνευτική θεώρηση επάγεται την απευκταία απομείωση των ελάχιστων δικαιοκρατικών εγγυήσεων που πρέπει να περιβάλλουν την ex parte διαδικασία διαταγών, από το άλλο όμως μέρος ο ερμηνευτής δεν πρέπει να φθάνει στα όρια ενός άκρατου φορμαλισμού, που θα απονεκρώσει την ταχεία και άμεση έκδοση εκτελεστού τίτλου, αναιρώντας το βάθρο της διαδικασίας.
Το έργο αποτελεί απαραίτητο οδηγό για τους πιστοποιημένους για την έκδοση διαταγών απόδοσης ή/και πληρωμής μισθωμάτων δικηγόρους, για τους δικαστές που επιλαμβάνονται ανακοπών κατά διαταγών απόδοσης μισθίου ή/και πληρωμής μισθωμάτων, αλλά και για κάθε πρακτικώς και θεωρητικώς ενασχολούμενο με τα αναφυόμενα δογματικής υφής ζητήματα.
Πρόλογος
Κυριότερες συντομογραφίες
§1. Ιστορικά δεδομένα και τελολογικό βάθρο του θεσμού
της διαταγής απόδοσης μισθίου
Ι. Ιστορικά δεδομένα 1
ΙΙ. Δικαιοσυγκριτικά δεδομένα 4
ΙΙΙ. Τελολογικό βάθρο της διαδικασίας έκδοσης διαταγής απόδοσης
μισθίου 5
§ 2. Διαδικαστικές προϋποθέσεις 9
I. Αρμοδιότητα 9
II. Νομιμοποίηση 15
1. Ενεργητική και παθητική νομιμοποίηση 15
2. Υπομίσθωση και παραχώρηση χρήσης σε τρίτο (άρθρ. 11 α’ π.δ. 34/1995) 16
3. Ζητήματα έγγραφης απόδειξης της νομιμοποίησης νομικών προσώπων 19
4. Καθολική και οιονεί καθολική διαδοχή 20
5. Εκποίηση του μισθίου (ειδική διαδοχή στη μισθωτική σχέση) και θάνατος
του αρχικού εκμισθωτή επικαρπωτή 21
6. Πολυπρόσωπες ενοχές (ενεργητική και παθητική ομοδικία) 23
III. Έννομο συμφέρον (άρθρ. 68 ΚΠολΔ) 28
§ 3. Περιεχόμενο της αίτησης-στοιχεία ορισμένου
(άρθρ. 639 ΚΠολΔ) 33
§ 4. Διαδικαστικές προϋποθέσεις για την έκδοση διαταγής απόδοσης λόγω δυστροπίας του μισθωτή
I. Έγγραφη απόδειξη της «έναρξης» της σύμβασης μίσθωσης ακινήτου 35
1. Το πρόβλημα του «ενεργού» της μίσθωσης ακινήτου ως όρου έκδοσης διαταγής απόδοσης μισθίου 35
2. Έγγραφο με αποδεικτική δύναμη έναντι του μισθωτή 37
3. Η αποδεικτική ισχύς της δήλωσης πληροφοριακών στοιχείων μίσθωσης
της ΑΑΔΕ 42
II. Έγγραφη όχληση του μισθωτή με δικαστικό επιμελητή για τα οφειλόμενα μισθώματα δεκαπέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν την κατάθεση
της αίτησης για έκδοση διαταγής απόδοσης 47
1. H όχληση του άρθρ. 637 εδ. α' ΚΠολΔ ως ειδική διαδικαστική προϋπόθεση
της έκδοσης διαταγής απόδοσης μισθίου λόγω δυστροπίας-
Η επανειλημμένη δυστροπία του μισθωτή 47
2. Περιεχόμενο της όχλησης του άρθρ. 637 εδ. α’ ΚΠολΔ 51
3. Σχέση της όχλησης του άρθρ. 637 εδ. α’ ΚΠολΔ με τη σωρευόμενη διαταγή πληρωμής μισθωμάτων-Επίδραση της εξόφλησης των αιτούμενων μισθωμάτων στο κύρος της εκδιδόμενης διαταγής απόδοσης ή/και πληρωμής μισθωμάτων 53
4. Επίδοση της όχλησης του άρθρ. 637 ΚΠολΔ στον/στην σύζυγο ή
σύμβιο/α του μισθωτή 55
§ 5. Διαδικαστικές προϋποθέσεις για την έκδοση διαταγής απόδοσης λόγω λήξης της διάρκειας της μίσθωσης
I. Η ρύθμιση του άρθρ. 637 εδ. δ', ε' ΚΠολΔ μετά από τη δικονομική μεταρρύθμιση των ν. 5221/2025 και 5303/2026 57
1. Σύμβαση μίσθωσης ορισμένου χρόνου 57
2. Σιωπηρή αναμίσθωση (ΑΚ 611) 60
3. Μίσθωση αορίστου χρόνου 67
ΙΙ. Διαχρονικό δίκαιο 68
§ 6. Διαταγή πληρωμής μισθωμάτων
Ι. Η αρχή της σχετικής αυτοτέλειας της σωρευόμενης διαταγής
πληρωμής μισθωμάτων 71
ΙΙ. Χρηματικές απαιτήσεις για τις οποίες μπορεί να σωρευθεί αίτημα έκδοσης διαταγής πληρωμής 75
ΙΙΙ. Το ύψος του οφειλόμενου μισθώματος και το πρόβλημα της ετήσιας αναπροσαρμογής του 80
IV. Δικαστικό ένσημο 82
§ 7. Περιεχόμενο της απορριπτικής πράξης (άρθρ. 641 ΚΠολΔ) και της εκδιδόμενης διαταγής (άρθρ. 640, 645 ΚΠολΔ)
I. Aπορριπτική πράξη (άρθρ. 641 ΚΠολΔ) 83
II. Παραδοχή της αίτησης: έκδοση διαταγής απόδοσης μισθίου και πληρωμής οφειλομένων μισθωμάτων (άρθρ. 640, 645 ΚΠολΔ) 86
§ 8. Απόγραφο-περιαφή εκτελεστηρίου τύπου 95
§ 9. Ζητήματα από τη δίκη της ανακοπής κατά της διαταγής απόδοσης και πληρωμής (άρθρ. 642, 645 ΚΠολΔ)
I. Σχετική αυτοτέλεια των σωρευόμενων διαταγών και εφαρμοστέες διατάξεις στη δίκη της ανακοπής κατά του τίτλου (άρθρ. 642 ΚΠολΔ) 97
ΙΙ. Αρμοδιότητα για την εκδίκαση της ανακοπής του άρθρ. 642 ΚΠολΔ
σε πρώτο και δεύτερο δικαιοδοτικό βαθμό 100
ΙΙΙ. Αναστολή της εκτελεστότητας του τίτλου (άρθρ. 643 ΚΠολΔ) 102
IV. Το πρόβλημα της σώρευσης ανακοπής κατά της διαταγής απόδοσης (άρθρ. 642 ΚΠολΔ) με ανακοπή κατά της επισπευδόμενης εκτέλεσης (άρθρ. 933 ΚΠολΔ) 103
V. Η νομιμοποίηση στη δίκη της ανακοπής του άρθρ. 642 ΚΠολΔ 105
Πίνακας βιβλιογραφίας 113
Σελ. 1
§ 1. Ιστορικά δεδομένα και τελολογικό βάθρο
του θεσμού της διαταγής απόδοσης μισθίου
Ι. Ιστορικά δεδομένα
1 Ο θεσμός της διαταγής απόδοσης της χρήσης μισθίου ακινήτου δεν είναι καινοφανής στην ελληνική έννομη τάξη. Είχε ήδη εισαχθεί με τη βραχύβια ρύθμιση των άρθρ. 685-690 ΚΠολΔ/1968 (διαταγή αποδόσεως της χρήσεως μισθίου). Ειδικότερα, στο διάγραμμα του Εισηγητή του οικείου τμήματος του ΚΠολΔ, Γ. Οικονομοπούλου (§ 30 αριθ. 9 επ., επί του Κεφ. Η΄), απαντούν δικαιοσυγκριτικές αναφορές στο γερμανικό, αυστριακό και ιταλικό δίκαιο ως προς την ήδη καθιερωθείσα τότε εκεί ειδική διαδικασία όχλησης παραδόσεως του μισθίου, κατά την οποία ο υπόχρεος ήταν δυνατό να κληθεί προς παράδοση εντός ορισμένης προθεσμίας, στην περίπτωση δε κατά την οποία δεν υπέβαλε στο δικαστήριο αντιρρήσεις εντός της προθεσμίας αυτής, χωρούσε αναγκαστική εκτέλεση για την πραγμάτωση της οικείας αξίωσης. Ο Εισηγητής σημείωνε ότι συχνά, ιδίως οι μισθωτές ή υπομισθωτές παρέμεναν στο μίσθιο, για διάφορους λόγους, αν και είχε ήδη επέλθει η λύση της μίσθωσης. Πρότεινε έτσι την καθιέρωση ειδικής διαδικασίας όχλησης παραδόσεως μισθίου ακινήτου ή έξωσης για τον άμεσο εξοπλισμό του εκμισθωτή με εκτελεστό τίτλο, με περιορισμό όμως του κανονιστικού της πεδίου στις περιπτώσεις α) της έγγραφης προαπόδειξης της κατάρτισης της σύμβασης μίσθωσης και β) της παράδοσης του μισθίου λόγω παραβιάσεως των υποχρεώσεων του μισθωτή ή λήξης της μίσθωσης, εξαιρουμένης εκείνης της έξωσης λόγω μη καταβολής του μισθώματος. Κατά τη συζήτηση της Συντακτικής Επιτροπής επί του διαγράμματος της 29ης Δεκεμβρίου 1939, η πρόταση του Εισηγητή έγινε ως είχε κατά τα ανωτέρω δεκτή. Εντούτοις, το άρθρο 735 του Σχεδίου της Συντακτικής Επιτροπής, όπως τελικώς διαμορφώθηκε,
Σελ. 2
δίχως τούτο να προκύπτει από τα Πρακτικά των Συνεδριάσεών της, συμπεριέλαβε και την τελευταία προταθείσα ως εξαιρούμενη περίπτωση και όριζε ότι κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 736-740 θα μπορούσε να ζητηθεί η έκδοση διαταγής απόδοσης της χρήσης μισθίου ακινήτου, εφόσον η μίσθωση αποδεικνυόταν εγγράφως α) στην περίπτωση λήξης της μίσθωσης λόγω παρέλευσης του συμβατικού της χρόνου, β) λόγω έγγραφης καταγγελίας αυτής κοινοποιηθείσας στον μισθωτή με δικαστικό επιμελητή αν η μίσθωση είχε συνομολογηθεί ή λογιζόταν ως αόριστης διάρκειας και γ) αν καθυστερούνται μισθώματα. Το δε άρθρο 737 παρ. 2 του Σχεδίου όριζε ότι στην περίπτωση της καταγγελίας της μίσθωσης για καθυστέρηση μισθωμάτων, ο εκμισθωτής θα έπρεπε να βεβαιώσει ενόρκως ενώπιον του Ειρηνοδίκη, εφόσον δεν αποδεικνύονται εγγράφως, τις συμπεφωνημένες ή ειθισμένες προθεσμίες καταβολής του μισθώματος, το συνομολογηθέν και καταβαλλόμενο μίσθωμα και το ποσό των καθυστερούμενων ληξιπρόθεσμων μισθωμάτων. Στην αίτηση, σύμφωνα με τις παρ. 1 και 3 της ίδιας ρύθμισης, θα έπρεπε να γίνεται επίκληση και επισύναψη του εγγράφου από το οποίο αποδεικνυόταν η μίσθωση, του αποδεικτικού επίδοσης της καταγγελίας αυτής και κάθε άλλου σχετικού με τη μίσθωση εγγράφου. Σύμφωνα, τέλος, με το άρθρο 738 του Σχεδίου, ο Ειρηνοδίκης έλεγχε το νόμω και ουσία βάσιμο της αίτησης, σε περίπτωση δε αποδοχής της και έκδοσης της διαταγής, ο καθ’ ου μισθωτής δικαιούτο, σύμφωνα με το άρθρο 740, εντός οκτώ (8) ημερών από της επίδοσης της τελευταίας να ασκήσει ανακοπή ενώπιον του εκδώσαντος αυτήν Ειρηνοδίκη, η οποία μάλιστα ήταν παραδεκτή και μετά την εκπνοή της ως άνω προθεσμίας εάν δεν είχε ήδη χωρήσει η αποβολή και δικαζόταν με την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών. Η άσκηση της ανακοπής εξοπλιζόταν με αυτόματο ανασταλτικό αποτέλεσμα.
2 Ακολούθως, κατά τη συνεδρίαση (119η) της Αναθεωρητικής Επιτροπής 24ης Μαΐου 1957, ο Γ. Μητσόπουλος πρότεινε την καθολική διαγραφή του οικείου κεφαλαίου, παρατηρώντας ότι είναι επαρκής για την προστασία του εκμισθωτή η καθιερούμενη ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών. Ο Εισηγητής Γ. Οικονομόπουλος υπεραμύνθηκε της πρότασης του διαγράμματός του, παρατηρώντας ότι στις συζητούμενες περιπτώσεις ως επί το πλεί-
Σελ. 3
στον δημιουργείται δίκη δίχως πραγματική ύπαρξη διαφοράς, συνήθως δε και ως μοχλός παράτασης της μίσθωσης. Οι Σακκέτας, Ράμμος, Οικονομόπουλος, Φραγκίστας και Μιχαηλίδης συντάχθηκαν με την τελευταία θέση, τονίζοντας ότι η νέα διαδικασία θα διευκόλυνε τον τερματισμό των απλούστερων δικών για τις ρυθμιζόμενες περιπτώσεις και θα αποτελούσε ανάχωμα κατά των κακόπιστων και στρεψόδικων μισθωτών και υπομισθωτών. Αντιθέτως, οι Βαμβέτσος, Λιβαθηνός και Μιχελάκης τάχθηκαν υπέρ της άποψης Μητσοπούλου, τονίζοντας ότι οι θεσπιζόμενες διατάξεις εγκλείουν κοινωνικούς κινδύνους εναντίον των άπορων τάξεων, διότι, κατ’ άλλη θεώρηση, η ειδική αυτή διαδικασία θα καταστεί τροχοπέδη, αφού «αγωνιζόμενος τις περί στέγης» θα ασκεί, εάν έχει δικονομική δυνατότητα, πάντοτε ανακοπή και επομένως θα επέρχεται άνευ λόγου απώλεια χρόνου, δοθέντος μάλιστα ότι σύμφωνα με τις αποφάσεις της Αναθεωρητικής Επιτροπής, όσον αφορά τη λήξη της μίσθωσης, επιτρεπόταν η έγερση πρόωρης αγωγής. Έτσι, κατά πλειοψηφία, ο νεοπαγής θεσμός της ειδικής διαδικασίας όχλησης παραδόσεως του μισθίου διατηρήθηκε. Στην 198η Συνεδρίαση της Αναθεωρητικής Επιτροπής της 28ης Μαρτίου 1959, προτάθηκε εκ νέου η καθολική διαγραφή της νέας διαδικασίας. Στη συνέχεια, στα Πρακτικά της 214ης Συνεδριάσεως περιέχεται το έγγραφο με τις απόψεις του τότε Υπουργού Δικαιοσύνης επί όλων των θεμάτων, στα οποία είχε παρατηρηθεί διαφωνία μεταξύ των μελών της Αναθεωρητικής Επιτροπής, στα οποία περιλαμβανόταν και η νέα διαδικασία, ως προς την οποία ο Υπουργός τάχθηκε υπέρ της θέσης της πλειοψηφίας για τη διατήρησή της, προτείνοντας τη συμπλήρωση του άρθρου 737 παρ. 2, με τρόπο ώστε ο εκμισθωτής να υποχρεούται να βεβαιώσει ενόρκως ενώπιον του Ειρηνοδίκη την ανυπαρξία έτερου μισθωτηρίου περιέχοντος ενδεχομένως νέα προθεσμία παράδοσης του μισθίου, όπως και τη λήξη της μίσθωσης, όταν η διαταγή απόδοσης ζητείτο για τον λόγο αυτόν. Πράγματι, ακολούθως, η εν λόγω διάταξη αναδιατυπώθηκε σύμφωνα με την πρόταση αυτή, τα
Σελ. 4
δε άρθρα 735-740 του Σχεδίου της Συντακτικής Επιτροπής αναριθμήθηκαν ως άρθρα 685-690.
3 Ο νεοπαγής όμως θεσμός υπήρξε οιονεί θνησιγενής. Η προβλεφθείσα ειδική διαδικασία των άρθρων 685-690 του Σχεδίου της Αναθεωρητικής Επιτροπής καταργήθηκε με το άρθρ. 50 ν.δ. 958/1971, με την αιτιολογία ότι ο μισθωτής που δεν ασκούσε αμέσως ανακοπή κινδύνευε να στερηθεί της οικογενειακής ή επαγγελματικής του στέγης προ πάσης ακροάσεώς του. Από το άλλο μέρος, το καθιερούμενο με τις διατάξεις αυτές αυτόματο ανασταλτικό αποτέλεσμα της ανακοπής, θεωρήθηκε ως βασική τους μειονεξία, καθώς υπέθαλπε δυνητικά την άσκηση ανακοπών για παρέλκυση της δίκης. Υπό το ισχύον δίκαιο, το τελευταίο αυτό πρόβλημα έχει υπερκερασθεί. Οι διατάξεις των άρθρ. 637-645 ΚΠολΔ αποτελούν πτυχή της ειδικής διαδικασίας διαταγών, απηχούσες κατά βάση τις προϊσχύουσες διατάξεις των άρθρ. 662Α-662Η (που είχαν ήδη εισαχθεί με τον ν. 2479/1997 και τροποποιήθηκαν με τον ν. 4055/2012), το δε κανονιστικό πλέγμα δομείται κατά το πρότυπο της διαδικασίας έκδοσης διαταγής πληρωμής (άρθρ. 623 επ. ΚΠολΔ), αποβλέποντας στον άμεσο εξοπλισμό του εκμισθωτή με εκτελεστό τίτλο για την απόδοση του μισθίου.
ΙΙ. Δικαιοσυγκριτικά δεδομένα
4 Η ανάγκη του εκμισθωτή για ταχύ εξοπλισμό με εκτελεστό τίτλο και άμεση έξωση του μισθωτή απαντά διεθνώς, ως πτυχή οικονομικής ανάπτυξης και εκμετάλλευσης της ακίνητης περιουσίας. Ενσπείρονται όμως και κοινωνιστικές αναφορές προστασίας του μισθωτή. Από το ένα μέρος, στην ιταλική έννομη τάξη προβλέπεται η επικύρωση της έξωσης του μισθωτή (convalida di sfratto) δυνάμει των άρθρ. 657 επ. ιταλCPC, όταν ο μισθωτής αδρανεί, μετά
Σελ. 5
από όχληση του εκμισθωτή λόγω δυστροπίας και σχετική κλήση. Αντίστοιχα, στο αυστριακό δίκαιο προβλέπεται η επίδοση δικαστικής καταγγελίας, η οποία επικυρώνεται και οδηγεί σε κτήση εκτελεστού τίτλου κατά του μισθωτή αν ο τελευταίος άφησε να εκπνεύσει άπρακτη η σχετική προθεσμία αντιρρήσεων (§§ 560-576 ZPO), στο δε αγγλοσαξονικό δίκαιο απαντά η ex parte διαδικασία της possession order (s. 21 CPR). Από το άλλο μέρος, αυστηρότερες διαγράφονται οι προϋποθέσεις στο γερμανικό (Räumungsklage) αλλά και το γαλλικό δίκαιο (C. pr. civ. exéc. L. 411-1 έως L.451-1, R. 411-1 έως 451-4), όπου μάλιστα για την αποβολή του μισθωτή απαιτείται δικαστική απόφαση ή πρακτικό δικαστικού συμβιβασμού (αποκλειομένου του εξωδίκου συμβιβασμού του άρθρ. 1568 CPC), επίδοση επιταγής και εκπνοή (με αποκλίσεις) τουλάχιστον διμήνου πριν την αποβολή.
ΙΙΙ. Τελολογικό βάθρο της διαδικασίας έκδοσης διαταγής απόδοσης μισθίου
5 Στην ελληνική έννομη τάξη επιλέχθηκε και ως προς τη διαταγή απόδοσης μισθίου το επιτυχημένο πρότυπο της διαταγής πληρωμής, λόγω της ταχύτητας εξοπλισμού του δανειστή με εκτελεστό τίτλο, αλλά και της παρεχόμενης από την έγγραφη απόδειξη ασφάλειας. Το ελληνικό σύστημα εντάσσεται δικαιοσυγκριτικώς στα λεγόμενα «συστήματα έγγραφης απόδειξης», στα οποία η έγγραφη προαπόδειξη της απαίτησης αποτελεί δομικό θεμέλιο του θεσμού της διαταγής. Εγγύτερα, όπως και στη διαταγή πληρωμής, έτσι και
Σελ. 6
εδώ, ο τύπος της αυστηρής (δι’ εγγράφων) απόδειξης αποτελεί το μόνο δικαιοκρατικώς ανεκτό υπόβαθρο της δραστικότητας της προστασίας του εκμισθωτή (: άμεσου εξοπλισμού του με εκ γενετής εκτελεστό τίτλο), που εξισορροπεί τον μονομερή (ex parte) χαρακτήρα της διαδικασίας και απαιτεί ασφαλές έρεισμα (επί εγγράφου). Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται και η αποσυμφόρηση του δικαστηριακού μηχανισμού από υποθέσεις όπου κατά τεκμήριο δεν υφίσταται πραγματική διαφορά.
6 Αποκλίσεις από το αυστηρό πρότυπο της έγγραφης απόδειξης δεν είναι νοητές. Ο φορέας απαίτησης που δεν είναι σε θέση να προσκομίσει έγγραφα δημόσια ή ιδιωτικά με αποδεικτική δύναμη έναντι του καθ’ ου μισθωτή, δεν στερείται έννομης προστασίας, αφού μπορεί ευχερώς να ασκήσει τακτική αγωγή και να επιδιώξει την ικανοποίησή του με τη χρήση όλων των πρόσφορων αποδεικτικών μέσων (μαρτύρων, δικαστικών τεκμηρίων, ενόρκων βεβαιώσεων κ.λπ.). Από το άλλο μέρος, η ειδική διαδικασία των διαταγών συνιστά τη μόνη δυνητική ειδική διαδικασία, υπό την έννοια ότι είναι επιτρεπτός και ο συμβατικός ακόμη αποκλεισμός της προσφυγής του δανειστή στη διαδικασία των άρθρ. 637 επ. ΚΠολΔ. Αν η σχετική συμφωνία προκύψει πάντως από το προσκομισθέν μισθωτήριο δεν κωλύει την έκδοση της διαταγής απόδοσης· αντιθέτως, ως έκφραση ιδιωτικής αυτονομίας, η επίκληση της ύπαρξής της θα γίνει αποκλειστικά από τον μισθωτή με λόγο ανακοπής κατά της διαταγής.
7 Η αίτηση έκδοσης διαταγής απόδοσης του μισθίου, ως ειδική πτυχή της δημοσίου δικαίου αξίωσης επί αναγκαστική εκτελέσει του εκμισθωτή,
Σελ. 7
προϋποθέτει τη γέννηση της ουσιαστικής αξίωσης απόδοσης μισθίου, που πρέπει όμως να στηρίζεται κατά την αποκλειστική ρύθμιση του άρθρ. 637 ΚΠολΔ σε τρεις νόμιμους λόγους: στη δυστροπία του μισθωτή ως προς την καταβολή του μισθώματος, στην καταγγελία της μίσθωσης λόγω υπερημερίας κατά την καταβολή του μισθώματος (AK 597, 599), και ήδη -μετά από τη δικονομική μεταρρύθμιση του ν. 5221/2025- στην παρέλευση του συμβατικού χρόνου διάρκειας της μίσθωσης ορισμένου χρόνου ή στην καταγγελία της σύμβασης μίσθωσης αορίστου χρόνου. Στην αίτηση έκδοσης διαταγής απόδοσης είναι δυνατή η αντικειμενική σώρευση και αιτήματος έκδοσης διαταγής πληρωμής μισθωμάτων και απαιτήσεων που έχουν ανυψωθεί συμ-
Σελ. 8
βατικώς σε μίσθωμα (λ.χ. κοινόχρηστες δαπάνες κ.λπ.) κατά το άρθρ. 645 ΚΠολΔ (όπως ισχύει μετά το άρθρ. 15 παρ. 5 ν. 4055/2012).
8 Οι αναπτύξεις που ακολουθούν χαρακτηρίζονται από την επικέντρωσή τους στις διαδικαστικές προϋποθέσεις, των οποίων η εξέταση πρέπει να προτάσσεται κατά την έρευνα του παραδεκτού της αίτησης και, ακολούθως, στις ειδικές διαδικαστικές προϋποθέσεις της δικονομικής αξίωσης έκδοσης διαταγής απόδοσης μισθίου (ή/και πληρωμής μισθωμάτων). Οι ειδικές αυτές διαδικαστικές προϋποθέσεις τίθενται από τον δικονομικό νομοθέτη ως πρόσθετοι όροι της έκδοσης εκτελεστού τίτλου, παρότι η ουσιαστική αξίωση συχνά είναι γεννημένη και εξαναγκαστή χωρίς την ανάγκη συνδρομής των καθιερούμενων εξιδιασμένων όρων (π.χ. όχληση λόγω δυστροπίας, τρίμηνη όχληση πριν τον χρόνο λήξης της διάρκειας της ορισμένου χρόνου μίσθωσης), χάριν αποτροπής του αιφνιδιασμού και εξισορρόπησης του εύλογου συμφέροντος του μισθωτή, που δεν μετέχει στο πρώτο στάδιο της μονομερούς διαδικασίας έκδοσης του τίτλου.
Σελ. 9
§ 2. Διαδικαστικές προϋποθέσεις
I. Αρμοδιότητα
1 Σε συνέχεια της απόσπασης από τη δικαιοδοτική λειτουργία της έκδοσης των κληρονομητηρίων, της εγγραφής, εξάλειψης ή μεταρρύθμισης συναινετικής προσημείωσης, η ιδιωτικοποίηση της δικαιοσύνης επεκτείνεται με τον ν. 5221/2025 και στο πεδίο των διαταγών. Πρόκειται για θεσμό που ανήκει και αυτός, όπως προσφυώς επιλέγεται, στην «καρδιά» της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας. Η εκχώρηση δικαιοδοτικής εξουσίας σε λειτουργούς μη ασκούντες δικαιοδοτικό έργο γεννά, συνεπώς, όπως είναι αναμενόμενο, εύλογες επιφυλάξεις συνταγματικότητας, καθώς στις θεμελιώδεις ρυθμίσεις των άρθρ. 94 παρ. 2 και 20 παρ. 1 Συντ. διαφαίνεται σαφής πρόθεση διεύρυνσης (και όχι συρρίκνωσης) του κύκλου της δικαιοδοτικής λειτουργίας. Η ανάθεση δικαιοδοτικού έργου σε δικηγόρους που δεν χαίρουν εγγυήσεων λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας (άρθρ. 87 παρ. 1 Συντ.) δεν αντισταθμίζεται επαρκώς από τον σκοπό ελάφρυνσης του δικαστικού φόρτου, της επιτάχυνσης απονομής της δικαιοσύνης ή της οικονομικής ενίσχυσης του δικηγορικού λειτουργήματος. Η συντελούμενη συρρίκνωση της δικαστικής αρμοδιότητας στο πεδίο των διαταγών, όπου μάλιστα διαταγή πληρωμής εκδιδόμενη από ιδιώτη εκλύει δεδικασμένο (ΚΠολΔ 633 παρ. 2), απομειώνει και τις δικαιοκρατικές εγγυήσεις αυτεπάγγελτου ελέγχου της καταχρηστικότητας προδιατυπωμένου όρου σε καταναλωτικές συμβάσεις, καθώς η σχετική ενωσιακή επιταγή απευθύνεται σε τακτικούς δικαστές και de jure απεμπολείται. Τέλος, δεν αποκλείε-
Σελ. 10
ται η εκδήλωση συγκρούσεων συμφερόντων, στο μέτρο που οι υπεύθυνοι για τον δικονομικό έλεγχο των διαταγών πληρωμής ως εκτελεστών τίτλων ταυτίζονται με τα όργανα έκδοσής τους.
2 Εφόσον οι ανωτέρω επιφυλάξεις υπερκερασθούν, για τις κατατιθέμενες από 1.5.2026 αιτήσεις έκδοσης διαταγής απόδοσης ή/και πληρωμής μισθωμάτων, η αρμοδιότητα ανατίθεται σε δικηγόρο λειτουργικά αρμόδιο, δηλαδή πιστοποιημένο και περιλαμβανόμενο στον ειδικό κατάλογο διαταγών απόδοσης που τηρείται σε κάθε πρωτοδικείο (άρθρ. 126 παρ. 5 ν. 5221/2025 όπως τροποποιήθηκε από το άρθρ. 114 ν. 5264/2025· άρθρ. 7 παρ. 2 εδ. β’ ΥΑ 17255/2026, όπως τροποποιήθηκε με την ΥΑ 2124/4.5.2026). Ο δικηγόρος του καταλόγου των διαταγών απόδοσης επιλαμβάνεται και αιτήματος έκδοσης διαταγής πληρωμής μισθωμάτων, είτε όταν το τελευταίο σωρεύεται σε αίτηση έκδοσης διαταγής απόδοσης είτε όταν υποβάλλεται αυτοτελώς (οπότε θα τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρ. 623 επ. ΚΠολΔ). Το ειδικό γραμμάτιο του επιλαμβανόμενου δικηγόρου ανέρχεται σε ύψος τριακοσίων (300) ευρώ επί αιτήματος έκδοσης απλής διαταγής απόδοσης μισθίου και σε ύψος τετρακοσίων (400) ευρώ, όταν σωρεύεται και αίτημα για
Σελ. 11
έκδοση διαταγής πληρωμής μισθωμάτων ή όταν το τελευταίο υποβάλλεται αυτοτελώς (άρθρ. 7 παρ. 2 ΥΑ 17255/2026, όπως τροποποιήθηκε με την ΥΑ 2124/4.5.2026). Τυχόν ανάθεση της έκδοσης διαταγής απόδοσης σε δικηγόρο άλλου καταλόγου (π.χ. ανάθεση της έκδοσης διαταγής απόδοσης μισθίου σε δικηγόρο του καταλόγου των προσημειώσεων) επισύρει το απαράδεκτο της αίτησης και την ακυρότητα της εκδοθησόμενης διαταγής, λόγω έλλειψης της απαιτούμενης κατά νόμο ειδικής επιμόρφωσης (λειτουργικής αρμοδιότητας), χωρίς την ανάγκη επίκλησης δικονομικής βλάβης.
3 Κατά τόπον αρμόδιος για την έκδοση της διαταγής απόδοσης είναι ο δικηγόρος, που είναι μέλος του δικηγορικού συλλόγου της περιφέρειας του πρωτοδικείου (638), στο οποίο δωσιδικεί η διαφορά (άρθρ. 29 ΚΠολΔ), δηλαδή του τόπου του μισθίου, με την επιφύλαξη της ρητής -λόγω του αποκλειστικού χαρακτήρα της παραμεριζόμενης δωσιδικίας κατ’ άρθρ. 42 παρ. 1 εδ. β’ ΚΠολΔ- και οπωσδήποτε έγγραφης συμφωνίας παρέκτασης, την οποία πρέπει να επικαλείται ο αιτών. Σε περίπτωση ανυπαρξίας ή αδυναμίας ορισμού δικηγόρου μέλους του δικηγορικού συλλόγου της περιφέρειας του πρωτοδικείου όπου βρίσκεται το μίσθιο, τότε τη διαταγή εκδίδει δικηγόρος μέλος του δικηγορικού συλλόγου της περιφέρειας του αντίστοιχου εφετείου κατ’ άρθρ. 638 εδ. β’ ΚΠολΔ. Ο κατάλογος των αρμοδίων δικηγόρων σε περιπτώσεις περιφερειακής (άρθρ. 3 περ. γ’, 5 παρ. 2α, 6 ν. 5108/2024) έδρας είναι ενιαίος με τον κατάλογο της κεντρικής, οπότε δεν δημιουργείται ζήτημα απαραδέκτου της αίτησης ή ακυρότητας της εκδοθησόμενης διαταγής από την κατάθεση της αίτησης για έκδοση διαταγής απόδοσης αντί για την περιφερειακή
Σελ. 12
στην κεντρική έδρα του Πρωτοδικείου (πρβλ. 215 παρ. 1 εδ. β’ ΚΠολΔ). Για παράδειγμα, αν η αίτηση έκδοσης διαταγής απόδοσης κατατεθεί στο Πρωτοδικείο Αθηνών ενώ το μίσθιο βρίσκεται στο Περιστέρι, ο δικηγόρος που θα ορισθεί από τη γραμματεία του κεντρικού Πρωτοδικείου Αθηνών θα προβεί στην έκδοση της διαταγής απόδοσης.
4 Στο ευρύτερο πεδίο μεταφοράς δικαιοδοτικού έργου σε δικηγόρους, άξιες μνείας είναι επίσης: α) η τροποποίηση των άρθρ. 54-55 ΚΠολΔ για την εξαίρεση των δικαστών, δυνάμει των άρθρ. 8 και 9 ν. 5221/2025 και β) η πρόβλεψη περιορισμού της ευθύνης των δικηγόρων κατά την άσκηση του ανατιθέμενου σε αυτούς δικαιοδοτικού έργου αποκλειστικώς στις περιπτώσεις συνδρομής δόλου και βαριάς αμέλειας. Ειδικότερα, σύμφωνα με το νέο τρίτο εδάφιο του άρθρ. 54 ΚΠολΔ, σε περίπτωση εξαίρεσης δικηγόρου, όταν αυτός εκδίδει πράξεις σύμφωνα με τον ΚΠολΔ, αρμόδιος να αποφανθεί για την εξαίρεση καθίσταται ο προϊστάμενος του πρωτοδικείου, στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται ο δικηγορικός σύλλογος, μέλος του οποίου είναι ο δικηγόρος. Υπό το αυτό πνεύμα, στο άρθρ. 55 ΚΠολΔ - πέραν των λοιπών τροποποιήσεών του - προστίθεται νέα παράγραφος (3Α), η οποία ορίζει ότι οι δικηγόροι, όταν εκδίδουν πράξεις σύμφωνα με τον ΚΠολΔ, εάν υπάρχει λόγος εξαίρεσής τους, οφείλουν να το δηλώσουν στον προϊστάμενο του πρωτοδικείου, στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται ο δικηγορικός σύλλογος, του οποίου είναι μέλη. Σκοπός της μεταβολής είναι η εναρμόνιση της διαδικασίας δήλωσης εξαίρεσης δικηγόρου με εκείνη της αντίστοιχης δήλωσης εξαίρεσης δικαστή. Οι ανωτέρω νομοθετικές τροποποιήσεις οφείλονται ακριβώς στην καθιερούμενη απόσπαση ύλης υπαγόμενης σε δικαιοδοτικό
Σελ. 13
έργο και τη συζητούμενη ανάθεσή της στον ιδιώτη δικηγόρο. Σημειωτέον ότι, ήδη, δυνάμει του άρθρ. 18 παρ. 1 ν. 5095/2024, στη ρύθμιση του άρθρ. 52 ΚΠολΔ για τους καθιερούμενους λόγους εξαίρεσης είχε συγκαταλεχθεί και ο δικηγόρος, όταν εκδίδει πράξεις σύμφωνα με τον ΚΠολΔ, ιδίως δηλαδή ήδη τότε επί έκδοσης κληρονομητηρίου και συναινετικών εγγραφών και εξαλείψεων προσημειώσεων υποθήκης. Οι λόγοι αυτοί εξαίρεσης θα ισχύουν πλέον και στη νέα διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής από δικηγόρους. Πιθανοί ενδοιασμοί εν προκειμένω, ενόψει ειδικώς της υπόνοιας μεροληψίας κατ’ άρθρ. 52 παρ. 1 στ΄ ΚΠολΔ, φαίνονται ως μάλλον ευχερώς διασκεδαζόμενοι. Η προηγούμενη λ.χ. τυχόν αντιδικία του καθ’ ου ή του πληρεξουσίου δικηγόρου του, που ασκεί επακολούθως την προβλεπόμενη κατ’ άρθρ. 632 ή 633 ΚΠολΔ ανακοπή, με τον εκδίδοντα τη διαταγή δικηγόρο ή η συνδρομή στενής διαπροσωπικής σχέσης του δανειστή με τον εκδίδοντα τη διαταγή δικηγόρο δεν φαίνεται να θεμελιώνει αυτοτελώς βάσιμο λόγο ανακοπής αλλά μόνο στο μέτρο της αιτιώδους επίδρασης της επικαλούμενης μεροληψίας στο περιεχόμενο της διαταγής· οπότε όμως αυτή θα ακυρώνεται (όχι από λόγους μεροληψίας αλλά) για τον οικείο συναρτώμενο με το κύρος της διαταγής λόγο (λ.χ. έλλειψη κατά τόπον αρμοδιότητας, έλλειψη έγγραφης απόδειξης κ.ο.κ.). Περαιτέρω, με το άρθρ. 63 παρ. 2 ν. 5221/2025, προστίθεται η παρ. 1Α στο άρθρ. 160 του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013, Α΄ 208), η οποία περιορίζει την ευθύνη του δικηγόρου, όταν αυτός εκδίδει τις συζητούμενες πράξεις κατά τον ΚΠολΔ, μόνο επί συνδρομής δόλου και βαριάς αμέλειας. Σύμφωνα δε με το άρθρο 5 παρ. 2 της ΥΑ 17255/2026 (ΦΕΚ Β΄ 1359/12.03.2026) για την κατάρτιση των καταλόγων των δικηγόρων, που εκδίδουν τις διαταγές πληρωμής μισθωμάτων και απόδοσης μισθίου, «ο δικηγόρος υποχρεούται κατά την έκδοση της σχετικής πράξης να εκτελεί τα καθήκοντά του με ευσυνειδησία και επιμέλεια και να εφαρμόζει τον νόμο κατά τους κανόνες και τα διδάγματα της νομικής επιστήμης».
5 Τέλος, για τη διασκέδαση των υπονοιών μεροληψίας, τα κωλύματα του δικηγόρου που δικαιολογούν λόγους εξαίρεσης κατά το άρθρο 52 ΚΠολΔ δι-
Σελ. 14
έπονται ήδη έτι ειδικότερα και από τις επιταγές των άρθρων 4 παρ. 3, 5 παρ. 3-4 και 6 παρ. 2 εδ. β΄ και 3 της εν λόγω ΥΑ για την κατάρτιση των οικείων καταλόγων των δικηγόρων. Σύμφωνα με αυτές, με τη ρητή επιφύλαξη της εφαρμογής των κωλυμάτων που προβλέπονται στα άρθρα 52 επ. ΚΠολΔ, ο δικηγόρος που εγγράφεται στον κατάλογο πρέπει καθ’ όλο το διάστημα που παραμένει εγγεγραμμένος σε αυτόν να απέχει από την έκδοση διαταγής πληρωμής ή διαταγής απόδοσης μισθίου κατόπιν αίτησης φυσικού ή νομικού προσώπου που είναι εντολέας του ή κατά φυσικού ή νομικού προσώπου που είναι εντολέας του. Σε περίπτωση που δικηγόρος που εγγράφεται στον κατάλογο διατηρεί ήδη σταθερή επαγγελματική συνεργασία με πιστωτικό ίδρυμα ή εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων (του άρθρου 5 ν. 5072/2023, Α’ 198), οφείλει να δηλώσει τούτο προς τον οικείο δικηγορικό σύλλογο. Ως συνεργασία νοείται τόσο εκείνη που ο ίδιος ο δικηγόρος έχει με εταιρεία των ανωτέρω κατηγοριών, όσο και εκείνη που διατηρεί δικηγόρος ή δικηγορική εταιρεία, με την οποία εκείνος συνεργάζεται σταθερά. Ο οικείος δικηγορικός σύλλογος μεριμνά ώστε στον κατάλογο που συγκροτεί να σημειώνει δίπλα από το όνομα του δικηγόρου το τυχόν πιστωτικό ίδρυμα ή εταιρεία διαχείρισης, με το οποίο έχει συνεργασία. Για τον λόγο αυτό, κάθε δικηγόρος που επιθυμεί την εγγραφή του σε έναν από τους καταλόγους του άρθρου 1 της ΥΑ, πρέπει να συνυποβάλλει υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 ν. 1599/1986 (Α’ 75), με την οποία να δηλώνει το πιστωτικό ίδρυμα ή την εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων (του άρθρου 5 ν. 5072/2023, Α’ 198) με τα οποία διατηρεί τυχόν συνεργασία ή να δηλώνει ότι δεν διατηρεί τέτοια συνεργασία. Σε περίπτωση που τέτοια συνεργασία ξεκινήσει μετά την εγγραφή του δικηγόρου στον κατάλογο, υποχρεούται να υποβάλλει την ανωτέρω δήλωση αμελλητί στον οικείο δικηγορικό σύλλογο. Ο οικείος δικηγορικός σύλλογος έχει την εξουσία να ελέγχει την συνδρομή της τήρησης των υποχρεώσεων της συζητούμενης παραγράφου είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν καταγγελίας οιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον. Η Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος συγκροτεί Εποπτικές Επιτροπές, οι οποίες έχουν την εξουσία να ελέγχουν την τήρηση των υποχρεώσεων των Δικηγόρων κατά την έκδοση των διαταγών πληρωμής και διαταγών απόδοσης μισθίου είτε αυτεπαγγέλ-
Σελ. 15
τως είτε κατόπιν αναφοράς οιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον. Αν η οικεία Επιτροπή διαπιστώσει πλημμελή τήρηση των υποχρεώσεων του Δικηγόρου, με αιτιολογημένη απόφασή της μπορεί να ζητήσει από τον Δικηγορικό Σύλλογο, του οποίου μέλος είναι ο ελεγχόμενος δικηγόρος, να διαγραφεί από τον σχετικό κατάλογο, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 6 της ΥΑ. Σύμφωνα με τη δεύτερη παράγραφο του τελευταίου άρθρου, σε περίπτωση δικηγόρου, που καθ’ υποτροπήν δεν εκδίδει την διαταγή πληρωμής ή διαταγή απόδοσης μισθίου εντός της προθεσμίας που τάσσεται στην παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος, ο δικηγόρος διαγράφεται άμεσα από τον κατάλογο του τρέχοντος δικαστικού έτους και εκπίπτει για ένα (1) έτος από το δικαίωμα υποβολής αίτησης εγγραφής και στον κατάλογο του επόμενου δικαστικού έτους. Το ίδιο ισχύει σε περίπτωση που συντρέχει περίπτωση παραβίασης των υποχρεώσεων που απορρέουν από την παρ. 3 του άρθρου 5 της ΥΑ, όπως επίσης και αν ληφθεί σχετική απόφαση από την οικεία Εποπτική Επιτροπή κατά τα ρητώς οριζόμενα στην παρ. 4 του άρθρου 5 της ΥΑ, καθώς και στην περίπτωση που ο δικηγόρος δεν παρακολουθήσει τα επιμορφωτικά σεμινάρια της παρ. 7 του άρθρου 2 της ΥΑ. Στην περίπτωση της προηγούμενης παραγράφου, καθώς και σε κάθε περίπτωση δικηγόρου που έχει διαγραφεί από κατάλογο λόγω πειθαρχικής ποινής που σχετίζεται με την άσκηση των καθηκόντων που αφορούν την έκδοση διαταγής πληρωμής ή και την διαταγή απόδοσης μισθίου, ο δικηγόρος πρέπει να παρακολουθήσει εκ νέου τα ειδικά σεμινάρια επιμόρφωσης της παρ. 1 του άρθρου 2 της ΥΑ.
II. Νομιμοποίηση
1. Ενεργητική και παθητική νομιμοποίηση
6 Η αίτηση για την έκδοση διαταγής απόδοσης μισθίου ασκείται από τον εκμισθωτή κατά του μισθωτή, όχι και κατά του εγγυητή, κατά του οποίου πάντως παραδεκτώς απευθύνεται η αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής οφειλόμενων μισθωμάτων που καταλαμβάνονται από την εγγύηση. Ζήτημα συνδρομής των όρων της σώρευσης αναφύεται επί αιτήματος έκδοσης διαταγής απόδοσης μισθίου και διαταγής πληρωμής μισθωμάτων κατά
Σελ. 16
του μισθωτή και του εγγυητή. Προεχόντως, η αίτηση πρέπει να αφορά και ενεργητικώς και παθητικώς, ως προς αμφότερες τις εν λόγω σωρευόμενες αξιώσεις, τα αυτά πρόσωπα, δοθέντος ότι η αντικειμενική σώρευση δυνάμει του άρθρ. 218 ΚΠολΔ επιτρέπεται επί ταυτότητας των διαδίκων. Τούτο όμως εν προκειμένω δεν ισχύει ως προς το σκέλος της αξίωσης απόδοσης του μισθίου, καθώς ο εγγυητής δεν νομιμοποιείται παθητικώς σε αντίθεση με το σκέλος για την πληρωμή των μισθωμάτων κατά τα ανωτέρω. Έτσι, ως προς το τελευταίο, η αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή, ενώ αυτή θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη κατά το έτερο σωρευόμενο σκέλος για την έκδοση διαταγής απόδοσης μισθίου, αφού δεν χωρεί εδώ χωρισμός κατά το άρθρ. 218 παρ. 2 ΚΠολΔ ως εκ της φύσεως της διαδικασίας. Στη συζητούμενη περίπτωση, ως μόνη διέξοδος προβάλλει η κατάθεση χωριστών αιτήσεων.
2. Υπομίσθωση και παραχώρηση χρήσης σε τρίτο (άρθρ. 11 α’ π.δ. 34/1995)
7 Ζήτημα γεννάται ως προς την παθητική νομιμοποίηση του υπομισθωτή. Κατά μία εκδοχή, όταν αιτία της αξίωσης απόδοσης του μισθίου είναι η δυστροπία του μισθωτή (άρθρ. 66 ΕισΝΚΠολΔ) και την αίτηση για έκδοση διαταγής απόδοσης υποβάλλει ο εκμισθωτής, δεν νομιμοποιείται παθητικά ο υπομισθωτής, καθώς η δυστροπία δεν προϋποθέτει τη λήξη της μίσθωσης, όπως απαιτεί η ΑΚ 599 παρ. 2. Ορθότερη φαίνεται όμως η άποψη, που τάσ-
Σελ. 17
σεται υπέρ της ανάλογης εφαρμογής της ΑΚ 599 παρ. 2 και επί δυστροπίας του μισθωτή (άρθρ. 66 ΕισΝΚΠολΔ) λόγω του παρεπόμενου χαρακτήρα της έννομης θέσης του υπομισθωτή. Αίτηση για έκδοση διαταγής απόδοσης από τον μισθωτή-υπεκμισθωτή κατά του υπομισθωτή λόγω δυστροπίας του τελευταίου είναι ασφαλώς πάντοτε δυνατή.
8 Ο υπομισθωτής νομιμοποιείται παθητικά (ως εκ του νόμου μη υπόχρεος διάδικος) και όταν αιτία της διαταγής απόδοσης είναι η λήξη του χρόνου της μίσθωσης, αφού τότε τυγχάνει εφαρμογής η ΑΚ 599 παρ. 2 ΑΚ. Εφόσον η αίτηση απευθυνθεί κατά του υπομισθωτή, η όχληση του άρθρ. 637 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά τον ν. 5221/2025, πρέπει να απευθυνθεί εναντίον του.
9 Από το άλλο μέρος, δεν νομιμοποιείται παθητικά ο παραχωρησιούχος του άρθρ. 11 α’ π.δ. 34/1995 (π.χ. το νομικό πρόσωπο που συστήνει μετά από την κατάρτιση της μισθωτικής σύμβασης ο αρχικός μισθωτής), καθώς το πρόσωπο αυτό δεν έχει συμβληθεί με τον αρχικό εκμισθωτή (εκτός αν υπάρχει ρητή συμφωνία εκμισθωτή-μισθωτή και παραχωρησιούχου για την έξοδο του αρχικού μισθωτή και υπεισέλευση του παραχωρησιούχου στη μισθωτική σχέση).
Σελ. 18
10 Είναι διαφορετικής τάξης το ζήτημα ότι η διαταγή που θα εκδοθεί κατά του μισθωτή εκτελείται και εναντίον του υπομισθωτή (ή του τρίτου στον οποίο παραχωρήθηκε η χρήση με ή χωρίς συμφωνία των συμβαλλομένων κατ’ άρθρ. 11 α’ π.δ. 34/1995), καθώς η διαταγή απόδοσης εκτελείται πάντοτε κατά των προσώπων του άρθρ. 616 ΚΠολΔ (πρβλ. παραπομπή άρθρ. 640 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η διάταξη αυτή δεν επεκτείνει τα υποκειμενικά όρια της εκτελεστότητας, όπως η διάταξη του άρθρ. 919 ΚΠολΔ, αλλά τα υποκειμενικά όρια της διαδικασίας της εκτέλεσης, που πρέπει καταρχήν να απευθύνεται κατά του καθ’ ου η διαταγή-μισθωτή. Σύμφωνα με το άρθρ. 616 ΚΠολΔ, η διαταγή εκτελείται και κατά των υπομισθωτών, καθώς και κατά οποιουδήποτε αντλεί τα δικαιώματά του από το μισθωτή ή κατέχει το μίσθιο για αυτόν. Πρόκειται για ειδική έναντι των άρθρ. 919 επ. ΚΠολΔ ρύθμιση που επιτρέπει, εκτός από τους βοηθούς κατοχής του μισθωτή κατ’ ΑΚ 986 αναλογικώς εφαρμοζόμενης (π.χ. μέλη οικογένειας ή οικιακούς βοηθούς του μισθωτή, που ούτως ή άλλως συναποβάλλονται με τον καθ’ ου ως ταυτιζόμενοι μ’ αυτόν), την κατ’ εξαίρεση επέκταση της διαδικασίας της εκτέλεσης και κατά του (μη καθ’ ου η διαταγή) υπομισθωτή (ή παραχωρησιούχου), που κατέχει στο όνομα του μισθωτή (ΑΚ 980 αναλόγως· άρθρ. 325 παρ. 1 αρ. 3 ΚΠολΔ), αλλά και κατά των λοιπών προσώπων που αντλούν τα δικαιώματά τους από το μισθωτή ή κατέχουν το μίσθιο για αυτόν βάσει ορισμένης έννομης σχέσης (π.χ. χρησιδάνειο). Όλα τα πρόσωπα του άρθρ. 616 ΚΠολΔ συναποβάλλονται με
Σελ. 19
τον καθ’ ου (η διαταγή και η επιταγή) μισθωτή, χωρίς την ανάγκη κοινοποίησης χωριστής επιταγής σ’ αυτά, ενόψει του επιδιωκόμενου σκοπού διευκόλυνσης του εκμισθωτή, ώστε με μία διαδικασία εκτέλεσης απευθυνόμενη κατά του μισθωτή να ελευθερώσει το μίσθιο από γνωστά και άγνωστά του πρόσωπα που έλκουν τα δικαιώματά τους από τον τελευταίο.
3. Ζητήματα έγγραφης απόδειξης της νομιμοποίησης νομικών προσώπων
11 Ζήτημα γεννάται ως προς την έγγραφη απόδειξη της νομιμοποίησης σε περιπτώσεις εταιρειών που μετείχαν ως συμβαλλόμενες στη μισθωτική σύμβαση. Κατά μία άποψη, στην περίπτωση αυτή απαιτείται η προσκόμιση των σχετικών εγγράφων από τα οποία αποδεικνύεται ότι ο υπογράφων τη σύμβαση εκπροσωπούσε νομίμως την εκμισθώτρια (ή μισθώτρια) εταιρεία κατά την κατάρτιση της μισθωτικής σύμβασης (π.χ. καταστατικό όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο της σύμβασης). Ωστόσο, η νομολογία του Ακυρωτικού φαίνεται πιο ελαστική. Κατά την ορθότερη αυτή εκδοχή, τυχόν μη νόμιμη εκπροσώπηση του συμβληθέντος στη μίσθωση νομικού προσώπου θεμελιώνει λόγο ανακοπής κατά της διαταγής (άρνηση), με συνέπεια να είναι δυνατή η απόδειξη της νόμιμης εκπροσώπησης το πρώτον στη δίκη της ανακοπής εκ μέρους του δανειστή.
12 Στην αίτηση δεν απαιτείται ούτε η επίκληση των ουσιαστικών όρων της νόμιμης σύστασης του αιτούντος νομικού προσώπου, ούτε αναφορά του φυσικού προσώπου που εκπροσωπεί νόμιμα το αιτούν νομικό πρόσωπο, αφού κατά τα άρθρ. 626 παρ. 2 και 118 παρ. 3 ΚΠολΔ (πρβλ. και άρθρ. 639 παρ. 2 ΚΠολΔ) αρκεί η αναφορά της επωνυμίας και της έδρας του νομικού προσώ-
Σελ. 20
που (καθώς και η μορφή αυτού). Τυχόν αμφισβήτηση των νομίμων προϋποθέσεων σύστασης του αιτούντος νομικού προσώπου στηρίζει λόγο ανακοπής (άρνηση) του καθ’ ου η διαταγή. Τα ίδια ισχύουν και για το περιεχόμενο της εκδοθησόμενης διαταγής, όπου η αναφορά των προμνησθέντων στοιχείων δεν είναι απαραίτητη (άρθρ. 630 περ. β’, 640 παρ. β’ ΚΠολΔ).
4. Καθολική και οιονεί καθολική διαδοχή
13 Η νομιμοποίηση πρέπει να εξειδικεύεται στην αίτηση και να αποδεικνύεται εγγράφως, ιδίως επί ειδικής ή καθολικής διαδοχής. Σε περίπτωση θανάτου του εκμισθωτή ή του μισθωτή, στη μισθωτική σχέση υπεισέρχονται οι κληρονόμοι τους (εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου) μόλις αποδεχθούν την κληρονομιά (ΑΚ 1844, 1845, 1848, 1855, 1921 σε συνδ. με ΑΚ 574, 612 παρ. 1 και 1710), χωρίς να χρειάζεται και η προηγούμενη μεταγραφή της δήλωσης αποδοχής, αφού πρόκειται για κτήση ενοχικής σχέσης και όχι κυριότητας (ΑΚ 1844 σε συνδ. 1192, 1198). Επί εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής, αρκεί για την έγγραφη απόδειξης της νομιμοποίησης η επίκληση και προσκόμιση της ληξιαρχικής πράξης θανάτου του εκμισθωτή ή του μισθωτή, του πιστοποιητικού πλησιεστέρων συγγενών, του πιστοποιητικού μη αποποίησης της κληρονομίας, του πιστοποιητικού μη δημοσίευσης διαθήκης και του πιστοποιητικού μη προσβολής του κληρονομικού δικαιώματος. Αν πρόκειται για εκ διαθήκης κληρονόμους, απαιτείται η επίκληση και προσκομιδή της ληξιαρχικής πράξης θανάτου του εκμισθωτή ή του μισθωτή, του πρακτικού δημοσίευσης της διαθήκης (με το πρακτικό κήρυξης της διαθήκης ως κυρίας κατά τις διακρίσεις της ΑΚ 1763) και μη δημοσίευσης άλλης, του πιστοποιητικού μη αποποίησης της κληρονομίας του διαθέτη και του πιστοποιητικού μη προσβολής του κληρονομικού δικαιώματος. Εναλλακτικά, μπορεί να προσκομισθεί κληρονομητήριο ή ρητή αποδοχή της κληρονομίας μαζί με πιστοποιητικό μη προσβολής του κληρονομικού δικαιώματος.

























