ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ

Η σημασία των Πολυμερών Περιβαλλοντικών Συμφωνιών

Συνδυάστε Βιβλίο (έντυπο) + e-book και κερδίστε 20.15€
Δωρεάν μεταφορικά σε όλη την Ελλάδα για αγορές άνω των 30€
credit-card

Πληρώστε σε έως άτοκες δόσεις των /μήνα με πιστωτική κάρτα.

Σε απόθεμα

Τιμή: 50,15 €

* Απαιτούμενα πεδία

Κωδικός Προϊόντος: 18931
Γαλάνης Π.
Τσάλτας Γ.
  • Έκδοση: 2024
  • Σχήμα: 17x24
  • Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
  • Σελίδες: 480
  • ISBN: 978-618-08-0292-4

Η προστασία του περιβάλλοντος σε διεθνές επίπεδο είναι η εξέλιξη μιας πολιτικής και ιστορικο-κοινωνικής διαδρομής που μόνο ομαλή ή προβλέψιμη δεν υπήρξε. Ως απόρροια θεμελιωδών μεταβολών στην αντίληψη για την αναγκαιότητα της περιβαλλοντικής προστασίας, το Διεθνές Περιβαλλοντικό Δίκαιο είναι το σύνολο συμφωνιών και αρχών που αντικατοπτρίζουν τη συλλογική προσπάθειά μας  να διαχειριστούμε τα πιο σοβαρά περιβαλλοντικά προβλήματα της ανθρωποκαίνου εποχής, όπως η κλιματική αλλαγή, η καταστροφή του όζοντος και η μαζική εξαφάνιση της άγριας ζωής, η ρύπανση των ωκεανών κλπ.

Το Διεθνές Περιβαλλοντικό Δίκαιο είναι ένας από τους πιο ενδιαφέροντες και αναπτυσσόμενους τομείς του Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου. Μόνο στις δεκαετίες του 1970 και του 1980 τα κράτη άρχισαν να καταλαβαίνουν ότι οι ωκεανοί μολύνονται, ότι τα είδη χλωρίδας και πανίδας  μειώνονται ότι το περιβάλλον απαιτεί πλέον προστασία. Το Διεθνές Περιβαλλοντικό Δίκαιο είναι ένας ιδιαίτερα επίκαιρος τομέας και αυτό αντικατοπτρίζεται στις παγκόσμιες ειδήσεις.

Το βιβλίο «Διεθνές Περιβαλλοντικό Δίκαιο» συνιστά το αποτέλεσμα μίας ερευνητικής προσπάθειας, που ξεκίνησε από τη μελέτη των πηγών του διεθνούς δικαίου του περιβάλλοντος για να  οργανωθεί το σύνολο των βασικότερων προβληματικών αναφορικά ιδίως με το εύρος και την ένταση της προστασίας που παρέχουν οι Πολυμερείς Περιβαλλοντικές Συμφωνίες (ΠΠΣ/MEAs), σε πεδία όπως η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, η παγκόσμια προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, η αντιμετώπιση της ρύπανσης από τα πλοία, η προστασία της βιοποικιλότητας κ.λπ.

Το έργο επιδιώκει να αποτελέσει εύχρηστο βοήθημα για τους πάσης φύσεως εφαρμοστές του Δικαίου του Περιβάλλοντος, είτε σε διεθνές επίπεδο είτε σε ευρωπαϊκό/περιφερειακό είτε και σε εθνικό. Συνιστά, επίσης, όπως είναι δομημένο, ένα οργανωμένο πόνημα και για εκπαιδευτικές/ερευνητικές ανάγκες.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΟΜ. ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΓΡ. Ι. ΤΣΑΛΤΑ VII

ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ XI

ΠΙΝΑΚΑΣ ΚΥΡΙΟΤΕΡΩΝ ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΩΝ XXXI

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

Εισαγωγή στο Διεθνές Δίκαιο Περιβάλλοντος. Τα θεμέλια, η ιστορική εξέλιξη, οι αρχές και οι πηγές του δικαίου

I. Η έννοια του περιβάλλοντος στο διεθνές δίκαιο – Ιστορική και διεπιστημονική πραγμάτευση – τα παγκόσμια περιβαλλοντικά
προβλήματα 1

Α) Η Γη: Ένας εύθραυστος πλανήτης και η ανάγκη για περιβαλλοντικές
αξίες και περιβαλλοντική δικαιοσύνη 1

Β) Περιβαλλοντικά προβλήματα σε διεθνές επίπεδο 4

1) Βιοποικιλότητα 5

2) Ύδατα, θάλασσες, ωκεανοί 6

3) Δάση 12

4) Προστασία πολιτιστικού περιβάλλοντος από κινδύνους, με έμφαση
στην κλιματική αλλαγή 20

5) Η ξηρασία και η ερημοποίηση 23

Γ) Απόπειρες εννοιολογικής αποσαφήνισης προστατευόμενου εννόμου αγαθού «περιβάλλον» 27

II. Η ιστορική εξέλιξη της ενασχόλησης της διεθνούς κοινότητας
με το περιβάλλον – Η Παγκόσμια Περιβαλλοντική Διακυβέρνηση 28

Α) Η αρχική σιωπή (;) της διεθνούς κοινότητας για το πρόβλημα
του περιβάλλοντος 29

Β) Η Συνδιάσκεψη και Διακήρυξη της Στοκχόλμης (1972) 32

Γ) Η Συνδιάσκεψη στο Ελσίνκι (1975) και η μετάβαση στη δεκαετία
του 1980 34

Δ) Ο Παγκόσμιος Χάρτης για τη Φύση (1982) και οι λοιπές εξελίξεις
(η σύσταση και η Έκθεση της Επιτροπής Brundtland) 35

Ε) Η Συνδιάσκεψη του Ρίο (1992) 36

XII

ΣΤ) Η Διάσκεψη του Johannesburg για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη (2002) 39

Ζ) Η Διάσκεψη του Ρίο, «Ρίο+20» (2012) 40

Η) Η μετάβαση στη σημερινή κατάσταση: Οι 17 Στόχοι Βιώσιμης
Ανάπτυξης του ΟΗΕ και το Global Pact for the Environment 42

1) H Agenda 2030 και οι 17 Στόχοι Βιώσιμης Ανάπτυξης του ΟΗΕ (SDGs) 42

2) Α Global Pact for the Environment – Προσπάθεια κωδικοποίησης
του διεθνούς δικαίου περιβάλλοντος 45

III. Οι πηγές του διεθνούς δικαίου περιβάλλοντος – Σκληρό (hard)
και ήπιο (soft) δίκαιο (law) 49

Β) Διεθνές Συμβατικό Δίκαιο – Πολυμερείς Περιβαλλοντικές Συμφωνίες 54

1) Στάδια σύναψης διεθνούς σύμβασης: διαπραγμάτευση, υπογραφή, κύρωση, επικύρωση 55

2) Περιεχόμενο διεθνούς σύμβασης 56

3) Ορισμός Πολυμερών Περιβαλλοντικών Συμφωνιών (ΠΠΣ – MEAs) 56

4) Στάδια σύναψης 60

5) Επιφυλάξεις, ερμηνευτικές δηλώσεις, ερμηνεία 62

6) Δομή 63

7) Όργανα 66

8) Συμμόρφωση, επικοινωνία και αναφορά 67

9) Λοιπές διατάξεις 69

10) Σύγχρονες τάσεις στις διαπραγματεύσεις 70

11) Εμπόδια και κριτική 71

12) Συμμετοχή διακυβερνητικών οργανισμών 72

13) Ο ρόλος του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) 72

Γ) Γενικές αρχές διεθνούς δικαίου περιβάλλοντος 82

Δ) Δικαστικές αποφάσεις (Νομολογία) 84

Ε) Διδασκαλίες διακεκριμένων δημοσιολόγων 94

ΣΤ) Πηγές μη υποχρεωτικού χαρακτήρα 94

IV. Οι αρχές του διεθνούς δικαίου περιβάλλοντος 98

Α) Η αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης 99

Β) Η αρχή της ευθύνης του κράτους αναφορικά με την περιβαλλοντική
ζημία 103

Γ) Η αρχή της καλόπιστης συνεργασίας για την αντιμετώπιση
των περιβαλλοντικών προβλημάτων 104

Δ) Η αρχή της αποζημίωσης – «ο ρυπαίνων πληρώνει» και η Σύμβαση
του Λουγκάνο (2003) 104

XIII

Ε) Οι αρχές/ρήτρες ευελιξίας 108

ΣΤ) Οι αρχές της προφύλαξης και της πρόληψης 110

1) Η αρχή της προφύλαξης 113

2) Η αρχή της πρόληψης 122

V. Οι «Διεθνείς Δρώντες» - Διακρατικοί οργανισμοί και περιβάλλον 126

Α) Ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) –
ιδίως οι Οδηγίες του ΟΟΣΑ για τις πολυεθνικές επιχειρήσεις 126

Β) Ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) 127

1) Το Περιβαλλοντικό Πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών (UNEP) 127

2) Το Πρόγραμμα για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη με ορίζοντα το 2030 128

Γ) Το Συμβούλιο της Ευρώπης 134

Δ) Άλλοι οργανισμοί, οργανώσεις, επιτροπές, ΜΚΟ 136

Ε) Η Ομάδα Περιβαλλοντικής Διαχείρισης (EMG) των ΗΕ 146

ΣΤ) Οι Μηχανισμοί προστασίας σε διεθνές επίπεδο – Ο ρόλος των διεθνών δικαιοδοτικών οργάνων και ιδίως Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης 147

1) Το ICJ ως μέσο για την επίτευξη φιλοπεριβαλλοντικών αποφάσεων 148

2) Το ICJ ως μέσο έναρξης διαπραγματεύσεων 149

3) Η πρώτη απόφαση περιβαλλοντικής αποζημίωσης του ICJ:
Νικαράγουα κατά Κόστα Ρίκα 150

4) Ο ρόλος του Διεθνούς Δικαστηρίου για το Δίκαιο της Θάλασσας
(ITLOS) 155

5) Ένα Διεθνές Δικαστήριο για το Περιβάλλον; 158

6) Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (ΔΠΔ) και τα περιβαλλοντικά
εγκλήματα 160

7) Αντί συμπεράσματος 161

VI. Διεθνές δίκαιο και αναπτυξιακό φαινόμενο – Η σχέση διεθνούς
δικαίου Περιβάλλοντος και διεθνούς δικαίου ανάπτυξης 163

VII. Η σχέση του διεθνούς δικαίου περιβάλλοντος με το ενωσιακό
δίκαιο περιβάλλοντος, με έμφαση στο δικαίωμα στο περιβάλλον 168

VIII. Η σχέση του διεθνούς δικαίου περιβάλλοντος με τα εθνικά δίκαια
περιβάλλοντος, ειδικά το Ελληνικό 171

IX. Προβλήματα εφαρμογής του διεθνούς δικαίου περιβάλλοντος –
Μηχανισμοί συμμόρφωσης σε διεθνείς περιβαλλοντικές συμφωνίες 176

XIV

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

Διεθνές δίκαιο για την Αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής
και της ατμοσφαιρικής ρύπανσης

I. Βιώσιμη ανάπτυξη και «κλιματική δικαιοσύνη» 183

II. Η Σύμβαση πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για το κλίμα
(UNFCCC) (1992) 188

Α) Γενική επισκόπηση 188

Β) Μετριασμός (mitigation) 189

Γ) Προσαρμογή (adaptation) 190

Δ) Συλλογή και αναφορά δεδομένων 190

Ε) Διοικητικοί θεσμοί, δομή και διαδικασία 191

ΣΤ) Χρηματοδοτικά ζητήματα Σύμβασης 191

Ζ) Εν συνόψει: συνολική αποτίμηση της σημασίας της Σύμβασης-Πλαίσιο 192

III. Το Πρωτόκολλο του Κιότο 193

Α) Παρακολούθηση στόχων εκπομπών 195

Β) Προσαρμογή 196

Γ) Ταμείο Προσαρμογής 196

Δ) Μηχανισμοί για την κλιματική αλλαγή 196

Ε) Άδειες και δικαιώματα 197

ΣΤ) Εν συνόψει: Συνολική αποτίμηση του Πρωτοκόλλου του Κιότο 198

IV. Η Συνδιάσκεψη και η Συμφωνία της Κοπεγχάγης (2009) 199

V. Η Συμφωνία των Παρισίων για την κλιματική αλλαγή (2015) 202

Α) Γενική κατόπτευση 202

Β) Διαφοροποίηση από το Πρωτόκολλο του Κιότο 205

Γ) Mετριασμός (mitigation) – Εθνικά Καθορισμένες Συνεισφορές (NDCs) 206

Δ) Προσαρμογή (adaptation) 209

Ε) Μακροπρόθεσμες Στρατηγικές 209

ΣΤ) Χρηματοδότηση και αλληλοϋποστήριξη των κρατών 210

Ζ) Μεταφορά τεχνολογίας 210

Η) Ανάπτυξη ικανοτήτων 211

Θ) Παρακολούθηση της προόδου επίτευξης των στόχων 211

Ι) Εφαρμογή και αποτελεσματικότητα 212

ΙΑ) Απώλειες και ζημιές (loss and damages) 214

XV

ΙΒ) Διαφάνεια, έλεγχος και συμμόρφωση με τη Συμφωνία των Παρισίων (Transparency, Implementation and Compliance) 215

ΙΓ) Το εγχειρίδιο κανόνων της Συμφωνίας (The Paris Rulebook) 217

ΙΔ) Ο ρόλος της ΕΕ στη Συμφωνία των Παρισίων 218

ΙΕ) Η σχέση της Συμφωνίας των Παρισίων με τις δικαστικές διαφορές
για την κλιματική αλλαγή και τα ανθρώπινα δικαιώματα 218

ΙΣΤ) Εν συνόψει: η σημασία της Συμφωνίας των Παρισίων 220

VI. Οι επιμέρους αρχές των Συμβάσεων για την κλιματική αλλαγή 220

Α) Διαγενεακή ευθυδικία/προοπτική και ισότητα στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και την προστασία του κλιματικού συστήματος 221

Β) Η αρχή των κοινών, αλλά διαφοροποιημένων ευθυνών
των κρατών (common but differentiated responsibilities) 224

Γ) Η αρχή της προφύλαξης και ο ρόλος της επιστημονικής αβεβαιότητας
στο δίκαιο για την κλιματική αλλαγή (precautionary principle) 228

Δ) Η αυτονόητη συνιστώσα της βιώσιμης ανάπτυξης
(sustainable development) 231

VII. Climate change litigation: Οι ιδιαιτερότητες της πρόσβασης
στη δικαιοσύνη για θέματα κλιματικής αλλαγής 232

Α) Τα χαρακτηριστικά της «κλιματικής νομολογίας» 232

Β) Τυπολογία των κλιματικών διαφορών 235

1) Η κλαδική θεώρηση: βάσει του κλάδου δικαίου και της αντιδικίας
με ιδιώτη ή το Δημόσιο 235

2) Η ποιοτική θεώρηση: βάσει της έντασης της σχέσης της διαφοράς
με την κλιματική αλλαγή (άμεση ή έμμεση) 238

3) Η διαφοροποιημένη ανά έννομη τάξη θεώρηση 238

VIII. Οι πιο πρόσφατες εξελίξεις σε παγκόσμιο επίπεδο 239

Α) Οι 17 στόχοι του ΟΗΕ για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη (SDGs) – ο στόχος 13 239

Β) Η Σύνοδος Κορυφής COP26 – Το Σύμφωνο της Γλασκώβης 240

1) Αναγνώριση της έκτακτης ανάγκης 241

2) Επιταχυνόμενη δράση 242

3) Απομάκρυνση από τα ορυκτά καύσιμα 242

4) Παροχή χρηματοδότησης για το κλίμα 242

5) Ενίσχυση της υποστήριξης για προσαρμογή 243

6) Συμπλήρωση του εγχειριδίου κανόνων των Παρισίων 243

7) Εστίαση στην απώλεια και τη ζημιά 244

Γ) Οι Σύνοδοι Κορυφής COP27 & COP28 244

XVI

IX. Το διεθνές δίκαιο για την προστασία από την ατμοσφαιρική
ρύπανση 245

Α) Η Σύμβαση της Γενεύης για τη διασυνοριακή ρύπανση μεγάλης
εμβέλειας (CLRTAP) (1979) – το Πρωτόκολλο του Μόντρεαλ 246

Β) Η Σύμβαση της Βιέννης για την προστασία της στιβάδας του όζοντος (1988) 252

X. Στοιχεία διεθνούς δικαίου της ενέργειας εν σχέσει
με την περιβαλλοντική προστασία 255

Α) Προς ένα δικαίωμα στην (αειφόρο) ενέργεια 255

Β) Η προώθηση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) 256

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ

Διεθνές δίκαιο προστασίας της φύσης και της βιοποικιλότητας

Ι. Απόπειρες ορισμού της βιοποικιλότητας και λόγοι έννομης
προστασίας της 261

ΙΙ. Η προστασία της βιοποικιλότητας στο διεθνές δίκαιο 263

Α) Η Σύμβαση CITES για το διεθνές εμπόριο των απειλούμενων
με εξαφάνιση ειδών (1973) 267

Β) Η Σύμβαση της Βόννης για την προστασία των αποδημητικών ειδών αγρίων ζώων (1979) 275

1) Παράρτημα I – Απειλούμενα αποδημητικά είδη 276

2) Παράρτημα II – Αποδημητικά είδη που απαιτούν διεθνή συνεργασία 277

Γ) Η Σύμβαση Ramsar για τους Υγρότοπους (1971) 277

Δ) Η Σύμβαση – πλαίσιο για τη Βιολογική Ποικιλομορφία (CBD) (1992) 279

E) To Πρωτόκολλο της Καρθαγένης για τη Βιοασφάλεια (2003) 289

ΣΤ) Η Σύμβαση της Βέρνης για τη διατήρηση της ευρωπαϊκής άγριας
ζωής και των φυσικών οικοτόπων (1979) 291

Ζ) To Παγκόσμιο Πλαίσιο Βιοποικιλότητας Kunming-Montreal (GBF)
(2022) 293

XVII

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

Διεθνές δίκαιο προστασίας των υδατικών πόρων, των θαλασσών
και των ωκεανών από τη ρύπανση και διαχείρισης αποβλήτων

I. Ρύπανση της θάλασσας, προστασία των ωκεανών και η Σύμβαση
των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS) 298

Α) Προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος και της βιοποικιλότητας 300

Β) Θαλάσσια ναυτιλία και ρύπανση 301

Γ) Πολικός Κώδικας 302

Δ) Η Σύμβαση-πλαίσιο για την κλιματική αλλαγή και το Δίκαιο
της Θάλασσας 302

Ε) Ενεργειακές δραστηριότητες και εκμετάλλευση ενεργειακών πόρων
στη θάλασσα και περιβαλλοντική προστασία 305

ΣΤ) Η Διεθνής Συμφωνία για την προστασία των ωκεανών υπό
την αιγίδα του ΟΗΕ (2023) 306

II. Διεθνείς συμβάσεις για την πρόληψη της ρύπανσης από πλοία 307

Α) Η Διεθνής Σύμβαση για την πρόληψη της ρύπανσης από πετρέλαιο
(OILPOL 54) 307

Β) H Διεθνής Σύμβαση για την πρόληψη της ρύπανσης από Πλοία
(MARPOL) 308

1) Παράρτημα Ι Κανονισμοί για την πρόληψη της ρύπανσης
από πετρέλαιο (τέθηκε σε ισχύ στις 2 Οκτωβρίου 1983) 309

2) Παράρτημα II Κανονισμός για τον έλεγχο της ρύπανσης από επιβλαβείς υγρές ουσίες χύμα (τέθηκαν σε ισχύ στις 2 Οκτωβρίου 1983) 309

3) Παράρτημα III Πρόληψη της ρύπανσης από επιβλαβείς ουσίες
που μεταφέρονται από τη θάλασσα σε συσκευασμένη μορφή
(τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου 1992) 309

4) Παράρτημα IV Πρόληψη της ρύπανσης από λύματα από πλοία
(τέθηκε σε ισχύ στις 27 Σεπτεμβρίου 2003) 310

5) Παράρτημα V Πρόληψη της ρύπανσης από σκουπίδια από πλοία
(τέθηκε σε ισχύ στις 31 Δεκεμβρίου 1988) 310

6) Παράρτημα VI Πρόληψη της ατμοσφαιρικής ρύπανσης από τα πλοία (τέθηκε σε ισχύ στις 19 Μαΐου 2005) 310

Γ) H Σύμβαση των Βρυξελλών του 1969 περί αστικής ευθύνης,
ζημιών εκ ρυπάνσεως πετρελαίου 311

Δ) Συμφωνίες εταιρειών για την αντιμετώπιση της καταβολής
αποζημίωσης 312

XVIII

E) H Διεθνής Σύμβαση για την ετοιμότητα, την απόκριση
και τη συνεργασία για τη ρύπανση από πετρέλαιο (OPRC) (1990) 312

III. Προστασία άλλων ειδών (πλην αλιευμάτων) του θαλάσσιου περιβάλλοντος 313

IV. Το δικαίωμα στο νερό ως ανθρώπινο δικαίωμα 313

V. Η Σύμβαση για την προστασία και τη χρήση των διασυνοριακών
υδάτινων ρευμάτων και των διεθνών λιμνών (Σύμβαση για το νερό) (1992) 319

A) Πρωτόκολλο για το νερό και την υγεία 321

B) Πρωτόκολλο περί Αστικής Ευθύνης 321

VI. Η προστασία της Ανταρκτικής 323

VII. Διεθνές δίκαιο για τη διαχείριση των αποβλήτων 324

Α) Η Σύμβαση της Βασιλείας (1989) 325

Β) Η Σύμβαση Λομέ IV (1976) και η αντικατάστασή της από τη Συμφωνία
του Κοτονού (2021) 331

Γ) Η Σύμβαση της Βαρκελώνης για την Προστασία της Μεσογείου
Θάλασσας από τη Ρύπανση (1976) 331

1) Πρωτόκολλο για την Πρόληψη της Ρύπανσης της Μεσογείου 334

2) Πρωτόκολλο Πρόληψης και Έκτακτης Ανάγκης 335

3) Πρωτόκολλο για τη ρύπανση από χερσαίες πηγές 335

4) Πρωτόκολλο Ειδικά Προστατευόμενων Περιοχών και Βιοποικιλότητας 337

5) Πρωτόκολλο Offshore (υπεράκτιες περιοχές) 338

6) Πρωτόκολλο για τα επικίνδυνα απόβλητα 338

7) Πρωτόκολλο Ολοκληρωμένης Διαχείρισης Παράκτιας Ζώνης 338

VIII. Διεθνές δίκαιο για τη διαχείριση των χημικών 339

Α) Η Σύμβαση του Ρότερνταμ για τη διαδικασία συναίνεσης
για ορισμένα επικίνδυνα χημικά και προϊόντα φυτοπροστασίας
στο διεθνές εμπόριο (1998) 340

Β) Η Σύμβαση της Στοκχόλμης για τους Έμμονους Οργανικούς Ρύπους
(POPs) (2001) 343

Γ) Η Σύμβαση της Μιναμάτα για τον υδράργυρο (2013) 348

Δ) Η Σύμβαση για τις διασυνοριακές επιπτώσεις από βιομηχανικά
ατυχήματα (1992) 349

Ε) Το νέο Παγκόσμιο Πλαίσιο για τα Χημικά Προϊόντα (GFC) (2023) 351

XIX

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ

Διεθνές δίκαιο για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς

Ι. Η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς στις διεθνείς συμβάσεις 353

Α) Η Ευρωπαϊκή Μορφωτική Σύμβαση του Παρισιού (1954) 353

Β) Η Διεθνής Σύμβαση του Παρισιού (1970) 353

Γ) Η Διεθνής Σύμβαση της Χάγης για την Προστασία Πολιτιστικών
Αγαθών σε περίπτωση ένοπλης σύρραξης (1954) 354

Δ) Η Σύμβαση για την προστασία της Παγκόσμιας Πολιτιστικής
και Φυσικής Κληρονομιάς υιοθετήθηκε από την UNESCO (1972) 355

Ε) Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προστασία της αρχαιολογικής
κληρονομιάς (1969) 355

ΣΤ) Η Σύμβαση UNIDROIT (1995) 355

Ζ) Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τις παραβάσεις που αφορούν πολιτιστικά αγαθά (1985) και η Σύμβαση της Λευκωσίας (2017) 356

Η) Η Διεθνής Σύμβαση της Γρανάδας (1985) 362

Θ) Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση της Βαλέτας (1992) 365

Ι) Η Σύμβαση για την προστασία της υποθαλάσσιας – υποβρύχιας
πολιτιστικής κληρονομιάς (2001) 369

ΙΑ) Η Διεθνής Σύμβαση του Παρισιού (2003) 371

ΙΒ) Μη νομικά δεσμευτικά κείμενα διεθνούς δικαίου 373

ΙΙ. Ο ρόλος του Συμβουλίου της Ευρώπης 374

ΙΙΙ. Η επιστροφή των Μαρμάρων του Παρθενώνα ως ειδικό ζήτημα
διεθνούς δικαίου 375

IV. Διεθνές δίκαιο για την προστασία του τοπίου 378

Α) Η διεπιστημονική θεώρηση του τοπίου και οι λόγοι προστασίας του 379

Β) Η οπτική ρύπανση και η προστασία του Τοπίου 380

Γ) Νομικά κείμενα διεθνούς δικαίου 381

Δ) Ιδίως η Σύμβαση της Φλωρεντίας (2000) 382

1) Ορισμός «τοπίου» 382

2) Πεδίο εφαρμογής της Σύμβασης 383

3) Εθνικά μέτρα προστασίας: εξειδίκευση και διακρίσεις 383

4) Η προώθηση της Ευρωπαϊκής Συνεργασίας 385

XX

KEΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ

Η περιβαλλοντική εκτίμηση και αδειοδότηση
κατά το διεθνές δίκαιο: αρχές και πηγές δικαίου

Ι. Η Σύμβαση του Espoo για τη Διασυνοριακή Αδειοδότηση 388

ΙΙ. Η πρόληψη και αντιμετώπιση της διασυνοριακής ρύπανσης 390

Α) Η εκπόνηση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) 390

Β) Η υποχρέωση για ειδοποίηση 391

Γ) Η υποχρέωση για συνεργασία 391

Δ) Η ανάπτυξη της διεθνούς κρατικής ευθύνης για διασυνοριακή
ρύπανση από μη παράνομες δραστηριότητες 392

KEΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ

Η Σύμβαση Aarhus και τα περιβαλλοντικά
διαδικαστικά δικαιώματα

Ι. Η σημασία της Σύμβασης Aarhus 393

ΙΙ. H πρόσβαση στην περιβαλλοντική πληροφορία 396

ΙΙΙ. Η συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων σχετικών
με το περιβάλλον 396

IV. Η πρόσβαση στη δικαιοσύνη 397

V. Η Επιτροπή Συμμόρφωσης της Σύμβασης Aarhus 403

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

I. Η συναρμόνιση διεθνούς και ευρωπαϊκής περιβαλλοντικής πολιτικής ενάντια στα πολυσύνθετα περιβαλλοντικά προβλήματα 405

II. Η κλιματική αλλαγή, όπως και η περιβαλλοντική προστασία αφορά
στη δημοκρατία και τη δημοκρατική διακυβέρνηση, αλλά και
στα ανθρώπινα δικαιώματα σε διεθνές και εθνικό επίπεδο 407

III. Η επάρκεια του Διεθνούς Δικαίου Περιβάλλοντος – Προοπτικές
και προτάσεις 415

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ BΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 419

Σελ. 1

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

Εισαγωγή στο Διεθνές Δίκαιο Περιβάλλοντος. Τα θεμέλια, η ιστορική εξέλιξη, οι αρχές και οι πηγές του δικαίου

I. Η έννοια του περιβάλλοντος στο διεθνές δίκαιο – Ιστορική και διεπιστημονική πραγμάτευση – τα παγκόσμια περιβαλλοντικά προβλήματα

Α) Η Γη: Ένας εύθραυστος πλανήτης και η ανάγκη για περιβαλλοντικές αξίες και περιβαλλοντική δικαιοσύνη

O πλανήτης Γη εμπεριέχει τον χερσαίο, τον θαλάσσιο, τον ατμοσφαιρικό και τον εξτρα-ατμοσφαιρικό του χώρο, αλλά και διαθέτει χλωρίδα και πανίδα και φυσικούς και ενεργειακούς πόρους.

Τα περιβαλλοντικά προβλήματα που αφορούν τα ως άνω συστατικά του πλανήτη δεν μπορούν να νοηθούν αποκλειστικά, να μελετηθούν και να αντιμετωπιστούν στο πλαίσιο των Φυσικών Επιστημών. Τούτο διότι οι αιτίες τους έχουν κοινωνικό χαρακτήρα, αφού πηγάζουν από την επίδραση των ανθρώπινων παραγωγικών δραστηριοτήτων στο περιβάλλον. Το ίδιο ισχύει και για την αντιμετώπισή τους. Η παρατήρηση αυτή συνάδει με τη διαπίστωση ότι δεν αρκούν τα ποσοτικά δεδομένα για να αντιμετωπίσουν την οικολογική κρίση. Η ορθολογική χρήση των φυσικών πόρων του πλανήτη περιλαμβάνει μεταξύ άλλων: τη διαχείριση του ολοκληρωμένου φυσικού αποθέματος, τα εθνικά πάρκα, τα φυσικά μνημεία, τα πολιτιστικά μνημεία, τα χερσαία και θαλάσσια οικοσυστήματα, τις προστατευόμενες περιοχές με τη βιώσιμη χρήση των φυσικών τους πόρων.

Σελ. 2

Η σύλληψη της φύσης δεν υπήρξε ενιαία ιστορικά. Η ανάδειξη του περιβαλλοντικού προβλήματος σχετίζεται άμεσα με το αξιακό σύστημα της κοινωνίας εντός της οποίας εκδηλώνεται. Αφορά και μία «συσσώρευση αντιφάσεων», μεταξύ των δυνάμεων παραγωγής και των οικολογικών συνθηκών και μεταξύ κοινωνικής και δικαϊκής αντίδρασης και πρόληψης και αντιμετώπισης του περιβαλλοντικού προβλήματος, μέσο της οποίας είναι και ο σχεδιασμός του χώρου. Ο άνθρωπος γράφει όχι μόνο τη δική του ιστορία, αλλά και την ιστορία της φύσης. Οι κοινωνικές επιστήμες, ήτοι η Κοινωνιολογία και η Πολιτική Οικολογία απαντούν στον κίνδυνο να λησμονηθεί ότι παράγεται ιστορία ταυτόχρονα με τη φυσική εξέλιξη. Ιστορικά ιδωμένες, Ηθική και Επιστήμη συνυπήρξαν στον διάβα της ιστορίας και του πολιτισμού, αφού το ανθρώπινο γένος κατόρθωσε να βελτιώσει την ποιότητα ζωής του (ανάπτυξη του πνευματικού πολιτισμού) και να αναβαθμίσει το βιοτικό του επίπεδο (ανάπτυξη του τεχνολογικού πολιτισμού), σε αλληλεπίδραση πάντα με τα μέλη της ομάδας του ή άλλων κοινωνικών ομάδων. Εξάλλου, βασικοί τομείς του πνευματικού πολιτισμού είναι η Φιλοσοφία (και μέρος της η Φιλοσοφική Ηθική), η Επιστήμη, η Τέχνη, η Θρησκεία, οι Θεσμοί, αλλά και το Δίκαιο. Συνεπώς, γίνεται εναργής εξαρχής η συνάλληλη σχέση μεταξύ Ηθικής και Επιστήμης, αφού η Επιστήμη επιδιώκει την καθολική γνώση του Σύμπαντος, ενώ η Ηθική την αναζήτηση και καθορισμό των ηθικών αρχών και κανόνων σύμφωνα με το οποίους το κάθε ον «οφείλει» να ρυθμίσει τη ζωή του. Πάντως, οι απόψεις στο ζήτημα αυτό ποικίλλουν, με την μεν πρώτη να δέχεται την καθυπόταξη της επιστήμης στην ηθική αρετή και τις λοιπές να υποστηρίζουν την αποσύνδεσή το.

Η μελέτη των «περιβαλλοντικών αξιών» καταδεικνύει την ηθική σεβασμού της φύσης και ηθική του ευθύνη απέναντι στο περιβάλλον, η οποία μεταφράζεται και νομικά στο σύγχρονο Δίκαιο του Περιβάλλοντος. Η διάκριση αυτή εισάγεται από τον H. Jonas ως δέσμευση έναντι του μέλλοντος στη σφαιρικότητα μεταθέτοντας τις άμεσες ή έμμεσες συνέπειες των πράξεων της τεχνολογίας, η οποία

Σελ. 3

αποκαλείται «συσσωρευτική» ή «εξαναγκαστική» και ως εκ τούτου φυσικοποιείται. Ο Jonas διατείνεται ότι σταδιακά και με έμφαση τη Βιομηχανική Επανάσταση καθίσταται εξουσιαστική η σχέση ανθρώπου – φύσης. Μέχρι το σημείο αυτό, ήταν συμβιωτική σχέση, μετά άλλαξε η λογική φυσικών πόρων, χωρίς να σκεφτούμε τις αλόγιστες συνέπειες στους φυσικούς πόρουρς.

Η περιβαλλοντική δικαιοσύνη συνιστά κατά τον Environmental Protection Agency (EPA) έννοια πολύσημη, ευρεία και περιλαμβάνει τη δίκαιη μεταχείριση και ουσιαστική συμμετοχή των ανθρώπων, ανεξαρτήτως των διαφορετικών τους χαρακτηριστικών, του εισοδήματος, της εθνικής καταγωγής κ.λπ. και επιτάσσει την εφαρμογή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας και την άρθρωση περιβαλλοντικών πολιτικών.

Βασική συνιστώσα της περιβαλλοντικής δικαιοσύνης συνιστά η «δίκαιη μεταχείριση» που προσδιορίζεται αποθετικά, δηλ. υπό την έννοια να μη φέρει καμία πληθυσμιακή ομάδα δυσανάλογο μερίδιο των αρνητικών περιβαλλοντικών επιπτώσεων.

Η περιβαλλοντική δικαιοσύνη μπορεί καταρχάς να αναζητηθεί το θεωρίες διανεμητικής δικαιοσύνης (distributive justice), όταν αυτή αφορά άτομα που εθελοντικά προσφέρονται να παράγουν σύνολο αγαθών, ήτοι τα περιβαλλοντικά οφέλη. Τα μη ανθρώπινα όντα δεν πληρούν ούτε την αρχή της ανταποδοτικότητας (reciprocity). O J. Rawls μίλησε πρώτος για την αρχή της αποταμίευσης που θα εξασφαλίζει ένα κεφάλαιο για το μέλλουσες γενεές. Κάθε γενεά, εκτός από την πρώτη (νοητά) επωφελείται από έναν εύλογο αριθμό αποταμίευσης. Μάλιστα, ο B. Baxter ισχυρίζεται ότι η ρωλσιανή ιδέα της δικαιοσύνης είναι συμβατή με την περιβαλλοντική δικαιοσύνη. Ακόμα και φιλόσοφοι, όπως ο R. Nozick έχουν υπερασπιστεί από τη σκοπιά του φιλελευθερισμού τα δικαιώματα των ζώων.

Σελ. 4

Η φιλοσοφική πραγμάτευση του περιβάλλοντος και της φύσης φιλοδοξεί να δώσει απάντηση στο επίμαχο δίλημμα: «Τεχνοκρατισμός» ή «αξιακή ηθική»; Η επίλυση των νομικών διαφορών για το περιβάλλον διαμεσολαβείται από μία σειρά τεχνικών κρίσεων, που σηματοδοτούν την ενεργό εμπλοκή του τεχνοκράτη – επιστήμονα στη δικαστική διαδικασία.

Το ζήτημα της περιβαλλοντικής δικαιοσύνης τίθεται εμφατικότερο σε σχέση με τα ζητήματα των αναπτυσσόμενων χωρών, των δικαιωμάτων των μη ανθρώπινων όντων, της διαγενεακής αλληλεγγύης και των περιβαλλοντικών κινημάτων. Η προστασία του περιβάλλοντος φέρει διεθνή «σφραγίδα», αφού τόσο ιστορικοί όσο και οικονομικοί λόγοι την επιβάλλουν.

Β) Περιβαλλοντικά προβλήματα σε διεθνές επίπεδο

Ως «περιβαλλοντικό» ή «φυσικό» πόρο ορίζεται οποιοδήποτε υλικό, υπηρεσία, πληροφορία από το φυσικό περιβάλλον που έχει αξία για την ανθρώπινη κοινωνία. Οι πόροι αυτοί χωρίζονται σε ανανεώσιμους και μη ανανεώσιμους, δυνητικά ανανεώσιμους και σε ανακυκλώσιμους και μη ανακυκλώσιμους. Η σπανιότητα (σπάνις) συνιστά μέτρο της διαθεσιμότητας των υλικών και υπηρεσιών των οικοσυστημάτων που αξιοποιούμε στη ζωή μας. Στην οικονομική επιστήμη, συναντάται η οικονομική σπανιότητα (economic scarcity), η οποία επηρεάζει ή γεννά την περιβαλλοντική σύγκρουση διεθνώς (environmental conflict).

Σελ. 5

1) Βιοποικιλότητα

Οι περιβαλλοντικές αλλαγές που οφείλονται στην κλιματική αλλαγή απειλούν φυσικούς οικοτόπους και είδη με πλείονες τρόπους. Υπάρχουν ενδείξεις ότι η αύξηση της θερμοκρασίας επηρεάζει τη βιοποικιλότητα, ενώ η αλλαγή των μοτίβων βροχοπτώσεων, τα ακραία καιρικά φαινόμενα και η οξίνιση των ωκεανών ασκούν πίεση στα είδη που ήδη απειλούνται από άλλες ανθρώπινες (ανθρωπογενείς) δραστηριότητες. Η απειλή που δημιουργεί η κλιματική αλλαγή για τη βιοποικιλότητα αναμένεται να διογκωθεί, ωστόσο, τα ακμάζοντα οικοσυστήματα έχουν επίσης την ικανότητα να συμβάλλουν στη μείωση των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής.

Ένας σημαντικός αντίκτυπος της κλιματικής αλλαγής στη βιοποικιλότητα είναι η αύξηση της έντασης και της συχνότητας των πυρκαγιών, των καταιγίδων ή των περιόδων ξηρασίας. Στην Αυστραλία, στα τέλη του 2019 και στις αρχές του 2020, καταστράφηκαν 97.000 km2 δασών και οικοτόπων από έντονες πυρκαγιές που είναι πλέον γνωστό ότι έχουν επιδεινωθεί (αν δεν έχουν προκληθεί) από την κλιματική αλλαγή. Αυτό προστίθεται στην απειλή για τη βιοποικιλότητα που έχει ήδη τεθεί υπό πίεση από άλλες ανθρώπινες δραστηριότητες. Θεωρείται ότι ο αριθμός των απειλούμενων ειδών στην περιοχή μπορεί να έχει αυξηθεί κατά 14% ως αποτέλεσμα των πυρκαγιών. Οι αυξανόμενες παγκόσμιες θερμοκρασίες έχουν επίσης τη δυνατότητα να αλλάξουν τα οικοσυστήματα για μεγαλύτερες περιόδους, μεταβάλλοντας το τι μπορεί να αναπτυχθεί και να ζει μέσα σε αυτά. Υπάρχουν ήδη στοιχεία που υποδηλώνουν ότι οι μειώσεις των υδρατμών στην ατμόσφαιρα από τη δεκαετία του 1990 είχαν ως αποτέλεσμα το 59% των περιοχών με βλάστηση να εμφανίζουν έντονο καφέ χρώμα και μειωμένους ρυθμούς ανάπτυξης παγκοσμίως. Η αύξηση της θερμοκρασίας στους ωκεανούς επηρεάζει τους θαλάσσιους οργανισμούς. Τα κοράλλια είναι ιδιαίτερα ευάλωτα στην άνοδο της θερμοκρασίας και η οξίνιση των ωκεανών μπορεί να δυσκολέψει τα οστρακοειδή και τα κοράλλια να σχηματίσουν κοχύλια και σκληρούς σκελετούς. Έχουν, επίσης, παρατηρηθεί αλλαγές στην εμφάνιση άνθισης θαλάσσιων φυκιών.

Παρά τις απειλές που θέτει η κλιματική αλλαγή για τη βιοποικιλότητα, γνωρίζουμε ότι τα φυσικά ενδιαιτήματα διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση του κλίματος και μπορούν να βοηθήσουν στην απορρόφηση και αποθήκευση άν-

Σελ. 6

θρακα. Η προστασία αυτών των φυσικών καταβοθρών άνθρακα από περαιτέρω ζημιές είναι ένα σημαντικό μέρος του περιορισμού της κλιματικής αλλαγής.

2) Ύδατα, θάλασσες, ωκεανοί

Το νερό, όπως τα υδατικά οικοσυστήματα γενικότερα είναι κομβικής σημασίας για τη ζωή στη Γη. Τα τελευταία συνεισφέρουν στην ισορροπία του πλανητικού οικοσυστήματος, επηρεάζουν τη θερμοκρασία, απορροφούν το ρυπαντικό φορτίο: Το σύνολο των αξιοποιήσιμων και ανανεώσιμων υδάτων στη Γη ονομάζονται υδατικοί πόροι. Απ’ αυτούς, το 60% βρίσκεται σε λίμνες, το 33% στο υπέδαφος και το 1% στα ποτάμια, οι υδατικοί πόροι αποτελούν το 0,7% της συνολικής ποσότητας ύδατος της Γης, ενώ μόλις στην Ελλάδα, το συνολικό ανανεώσιμο ετήσιο δυναμικό υπολογίζεται σε 70 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα και η συνολική κατανάλωση σε 5,5 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα. Ο άνθρωπος χρησιμοποιεί ευρύτατα το νερό για πολλαπλούς σκοπούς, π.χ. μεταφορές αγαθών, γεωργία, τουρισμό, αλλά η διαθεσιμότητα των υδατικών πόρων είναι περιορισμένη. Η δε κατανομή του ανά την υφήλιο είναι άνιση.

Ο ωκεανός καλύπτει το 71% της παγκόσμιας επιφάνειας και λειτουργεί ως σύστημα υποστήριξης της ζωής για ολόκληρο τον πλανήτη. Για αιώνες, υποθέταμε ότι οι πόροι του ωκεανού ήταν απεριόριστοι και ότι η απεραντοσύνη του θα ήταν απρόσβλητη από την ανθρώπινη επίδραση. Γνωρίζουμε τώρα, ωστόσο, ότι αυτό δεν ισχύει: τις τελευταίες δεκαετίες, οι επιστήμονες έχουν αποκαλύψει τις καταστροφικές επιπτώσεις που έχουν οι τεχνολογίες και οι συνήθειές μας στα θαλάσσια οικοσυστήματα και στη ζωή γενικότερα.

Οι απειλές αντιμετωπίζει ο ωκεανός αυτή τη στιγμή μπορούν να καταγραφούν ως εξής:

1. Κλιματική αλλαγή: Ο ωκεανός και η κλιματική αλλαγή είναι άρρηκτα συνδεδεμένες, και η τελευταία είναι μία από τις κύριες απειλές για την υγεία των θαλασσών. Η άνοδος της θερμοκρασίας έχει τεράστιο αντίκτυπο στους ωκεανούς μας: οι κοραλλιογενείς ύφαλοι, για παράδειγμα, είναι εξαιρετικά ευαίσθητοι στη θέρμανση των νερών, γι’ αυτό και αποχρωματίζονται και πεθαίνουν.

Σελ. 7

2. Οξίνιση των ωκεανών: Μια άλλη επίδραση της υπερθέρμανσης του πλανήτη είναι η οξίνιση των ωκεανών, που προκαλείται από τα αυξημένα επίπεδα διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα: το pH του νερού μειώνεται συνεχώς καθώς ο ωκεανός απορροφά υψηλότερα επίπεδα CO2. Έχει αποδειχθεί ότι τα χαμηλότερα επίπεδα pH μπορούν να επηρεάσουν τη συμπεριφορά των θαλάσσιων ειδών, θέτοντάς τα σε απειλητικούς κινδύνους για τη ζωή.

3. Η στάθμη του θαλάσσιου νερού αυξάνεται: Όπως όλοι γνωρίζουμε, η υπερθέρμανση του πλανήτη οδηγεί στο λιώσιμο των παγετώνων σε όλο τον κόσμο και ως εκ τούτου στην άνοδο της στάθμης της θάλασσας με απίστευτη ταχύτητα. Επιπλέον, ο ωκεανός υφίσταται τη φυσική διαδικασία της θερμικής διαστολής, για την οποία τα μόρια του νερού είναι πιο απομακρυσμένα μεταξύ τους λόγω της αυξανόμενης θερμοκρασίας. Αυτό αποτελεί απειλή τόσο για τα θαλάσσια οικοσυστήματα όσο και για τη ζωή στην ξηρά, καθώς οδηγεί σε πλημμύρες υγροτόπων, καταστροφική διάβρωση και μόλυνση της γεωργικής γης, καθώς και συνιστά απειλή για τα ενδιαιτήματα των χερσαίων ζώων και φυτών.

4. Πλαστικά και συντρίμμια ωκεανών: Μελέτες δείχνουν ότι περισσότερο από το 80% της θαλάσσιας ρύπανσης προέρχεται από την ξηρά και προκαλείται από την άμεση ανθρώπινη επίδραση. Υπολογίζεται ότι οκτώ εκατομμύρια τόνοι πλαστικού καταλήγουν στον ωκεανό μας κάθε χρόνο. Η πλειονότητα των πλαστικών υπολειμμάτων στον ωκεανό προκαλείται από σκουπίδια: κυρίως πλαστικά αντικείμενα μιας χρήσης (συσκευασίες τροφίμων, πλαστικές σακούλες, ξυράφια, μπουκάλια κ.λπ.) που δεν απορρίπτονται σωστά, τα οποία καταλήγουν στις υδάτινες οδούς και τελικά στον ωκεανό. Πολλά πλαστικά και μικροπλαστικά είναι επίσης προϊόντα ακατάλληλων διαδικασιών παραγωγής. Στην αρχή, η πλαστική ρύπανση μπορεί να παραμείνει στα παράκτια ύδατα, αλλά σύντομα συλλέγεται από τα περιστρεφόμενα ωκεάνια ρεύματα (γύροι) και μεταφέρεται κυριολεκτικά σε όλο τον κόσμο. Αυτό οδηγεί στο σχηματισμό αυτού που ονομάζουμε μπαλώματα σκουπιδιών, ήτοι πλαστικών περιοχών συσσώρευσης στο κέντρο των στροφών του ωκεανού. Το μεγαλύ-

Σελ. 8

τερο είναι το μπάλωμα σκουπιδιών του Μεγάλου Ειρηνικού, μεταξύ Χαβάης και Καλιφόρνια. Η πλαστική ρύπανση έχει καταστροφικές επιπτώσεις στη θαλάσσια ζωή και στα οικοσυστήματα. Η προφανέστερη συνέπεια είναι η ζημιά που προκαλούν τα πλαστικά αντικείμενα στα ζώα, που περιλαμβάνουν ασφυξία, εμπλοκή, πληγές, μολύνσεις και εσωτερικά τραύματα. Ωστόσο, το πλαστικό στον ωκεανό βλάπτει επίσης τους ανθρώπους, επιδεινώνει την κλιματική αλλαγή και είναι επιζήμιο για την παγκόσμια οικονομία.

5. Μη σημειακή ρύπανση – Απορροή γης: Μία από τις άλλες κύριες πηγές ρύπανσης είναι τα απόβλητα που προέρχονται από τις απορροές γης, τις βροχοπτώσεις και την ατμοσφαιρική εναπόθεση. Η μη σημειακή ρύπανση προέρχεται τόσο από αστικές όσο και από γεωργικές περιοχές και συνίσταται σε βροχοπτώσεις ή τήξη χιονιού που κινείται μέσω του εδάφους και συσσωρεύει ρύπους, απορρίπτοντάς τους τελικά σε λίμνες και ποτάμια, τα οποία στη συνέχεια τους μεταφέρουν μέχρι τον ωκεανό.

6. Πετρελαιοκηλίδες: Οι διαρροές πετρελαίου και χημικών ορίζονται ως ένας τύπος ρύπανσης από σημειακή πηγή, καθώς προέρχονται από μία μόνο πηγή. Το αργό πετρέλαιο έχει καταστροφικές επιπτώσεις στα θαλάσσια οικοσυστήματα για πολλά χρόνια και είναι πολύ δύσκολο να καθαριστεί.

7. Ocean Dumping: Πρόκειται για την άμεση απόρριψη ρύπων στον ωκεανό, μπορεί να προέρχεται από βιομηχανίες, πλοία και εγκαταστάσεις λυμάτων και μπορεί να περιλαμβάνει: Απόβλητα από βιομηχανικές εγκαταστάσεις, που συχνά είναι τοξικά, τα λύματα που στέλνονται απευθείας στον ωκεανό, σκόπιμες απορρίψεις από πετρελαιοφόρα που παραβιάζουν τους κανονισμούς, σκουπίδια που πετάχτηκαν σκόπιμα στη θάλασσα, ψάρεμα και αλιευτικά εργαλεία.

Σελ. 9

8. Η υπεραλίευση είναι καταστροφική για τον ωκεανό και απειλεί την επισιτιστική ασφάλεια για εκατομμύρια ανθρώπους. Τα ψάρια που κάποτε ήταν εξαιρετικά κοινά, όπως ο ερυθρός τόνος, γίνονται πλέον είδη υπό εξαφάνιση. Η παράνομη και άναρχη αλιευτική πρακτική κοστίζει στην παγκόσμια οικονομία έως και 23 δισεκατομμύρια δολάρια κάθε χρόνο. Οι επιδοτήσεις που δίνονται από τις κυβερνήσεις στην αλιεία συχνά απλώς επιταχύνουν την επιβλαβή υπεραλίευση, επιτρέποντας στα σκάφη να αλιεύουν σκληρότερα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

9. Εξοπλισμός ψαρέματος: Το ψάρεμα αφήνει ευμεγέθη ποσότητα επιβλαβών υπολειμμάτων, τα οποία καταστρέφουν τους βιότοπους και απειλούν τα θαλάσσια οικοσυστήματα. Τα δίχτυα ψαρέματος είναι συνήθως κατασκευασμένα από πλαστικό και συχνά εγκαταλείπονται ή χάνονται: περίπου το 20% της πλαστικής ρύπανσης των ωκεανών προέρχεται από τη βιομηχανική αλιεία. Η άγρια ζωή παγιδεύεται σε αυτά ή τα διακρατεί για μίλια στις μεταναστεύσεις της.

10. Εμπορική φαλαινοθηρία: Η εμπορική φαλαινοθηρία εξακολουθεί να συμβαίνει στην πραγματικότητα και πολλά είδη έχουν οδηγηθεί στο χείλος της εξαφάνισης. Ακόμα κι αν αυτή η πρακτική είναι παράνομη σχεδόν παντού, μερικές χώρες εξακολουθούν να την εφαρμόζουν. Περισσότερες από χίλιες φάλαινες σκοτώνονται ετησίως για να πουληθούν το κρέας και τα μέρη του σώματός τους για εμπορικό όφελος και να γίνουν συστατικά σε φαρμακευτικά προϊόντα και συμπληρώματα υγείας.

11. Ναυτιλία και μεταφορές: Οι θαλάσσιες μεταφορές αποτελούν μέρος ενός τεράστιου συμπλέγματος οικονομικών δραστηριοτήτων που δημιουργούν οικονομική αξία και το 90% του παγκόσμιου εμπορίου χρησιμοποιεί επί του παρόντος θαλάσσιους δρόμους. Ωστόσο, η ναυτιλία μπορεί να είναι επιβλαβής για τον ωκεανό, καθώς τα απόβλητα και τα σκουπίδια που δημιουργούνται από και πάνω στα πλοία μολύνουν τα νερά.

Σελ. 10

12. Εκβάθυνση: Η βυθοκόρηση είναι μια δραστηριότητα που ενισχύει τις θαλάσσιες μεταφορές, αλλά συνιστά επίσης μια σημαντική διαταραχή για τα θαλάσσια οικοσυστήματα, αλλάζοντας τη σύνθεση του βυθού και του εδάφους των ωκεανών, οδηγώντας έτσι στην καταστροφή των οικοτόπων τους.

13. Παρουσία NOx και SOx: Οι θαλάσσιες μεταφορές αποτελούν μεγάλη πηγή ρύπανσης: Η θαλάσσια ναυτιλία είναι υπεύθυνη για περίπου το 30% των συνολικών παγκόσμιων εκπομπών NOx (οξείδια του αζώτου) και SOx (οξείδια του θείου), που έχουν συνδεθεί με χιλιάδες πρόωρους θανάτους στις παράκτιες περιοχές. Τώρα, έχουν τεθεί σε εφαρμογή αυστηροί κανόνες για τη μείωση των επιπέδων τους στις εκπομπές ρύπων από τις μεταφορές.

14. Θόρυβος του ωκεανού: Οι πετρελαιοκηλίδες και η απόρριψη των ωκεανών δεν είναι οι μόνες απειλές που θέτει ο κλάδος των θαλάσσιων μεταφορών. Ο θόρυβος που παράγεται από τη ναυτιλία (και άλλες βιομηχανίες, όπως οι γεωτρήσεις ή οι στρατιωτικές επιχειρήσεις) έχει αποδειχθεί ότι είναι επιβλαβής για τους θαλάσσιους οργανισμούς. Η θαλάσσια ζωή είναι εξαιρετικά ευαίσθητη στο θόρυβο, καθώς πολλά είδη βασίζονται σε υποβρύχιους ήχους για βασικές λειτουργίες της ζωής.

15. Εξόρυξη βαθέων υδάτων: Η εξερεύνηση της εξόρυξης βαθέων υδάτων δίνει γρήγορα τη θέση της στην εκμετάλλευση του βυθού του ωκεανού. Καθώς τα βαθύτερα επίπεδα της θάλασσας παραμένουν σχεδόν ανεξερεύνητα και ελάχιστα κατανοητά, δεν έχουμε ακόμη πλήρη κατανόηση της βιοποικιλότητας και των οικοσυστημάτων της. Η απόξεση του πυθμένα του ωκεανού για πολύτιμα ορυκτά, όπως ο χρυσός, το ασήμι, ο χαλκός και ο ψευδάργυρος, μπορεί να αλλάξει ή να καταστρέψει τα ενδιαιτήματα βαθέων υδάτων και ως εκ τούτου να οδηγήσει στην απώλεια ειδών που δεν έχουμε καν ανακαλύψει ακόμη.

Στην Ελλάδα, όπως και στα περισσότερα κράτη, τα προβλήματα που αφορούν στα ύδατα είναι πολλαπλά. Η Ελλάδα χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη λίγων και μικρών σχετικά ποταμών και ρευμάτων, ενώ οι πυρκαγιές έχουν ως αποτέλεσμα να αυξηθεί η επιφανειακή απορροή των υδάτων προς τη θάλασσα και να

Σελ. 11

μειωθεί αντίστοιχα η ποσότητα των υδάτων που καταλήγουν στους υπόγειους υδροφόρους ορίζοντες.

Η διαχείριση των Υδατικών Πόρων (ΔΥΠ) είναι άμεσα συνδεδεμένη με τη διαδικασία της ανάπτυξης όσο και με εκείνη της περιβαλλοντικής πολιτικής και στρατηγικής, αλλά και την ανάσχεση της κλιματικής αλλαγής, ενώ η ορθολογική διαχείρισή τους συμβαδίζει υποχρεωτικά με τη μέριμνα για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και με τη διαφύλαξη της δημόσιας υγείας με αυστηρούς, αξιόπιστους και συστηματικούς ελέγχους. Κοινές βάσεις της προστασίας των υδάτων είναι πλέον:

– Η αντίληψη του νερού ως κοινού αγαθού, που αφορά σε σύμπαντα τα κράτη και έχει διασυνοριακό χαρακτήρα τόσο ως προς την προστασία του όσο και ως προς τη ρύπανσή του.

– Η συνειδητοποίηση ότι το νερό αποτελεί ευαίσθητο και εξαντλούμενο αγαθό, αλλά και οικονομικό πόρο.

– Η αειφορική διαχείριση του νερού (βιώσιμη διαχείριση).

Στον τομέα προστασίας και διαχείρισης των υδάτων συντελέσθηκε συν τω χρόνω «αλλαγή παραδείγματος» (paradigm shift), δεδομένης της αλόγιστης και καταλυτικής επέμβασης του ανθρώπου στους υπάρχοντες υδατικούς πόρους επί δεκαετίες. Εξάλλου, μόνη η εγγυητική λειτουργία του Κράτους, όπως ακριβώς και η πολιτική δεν μπορούν να μετριάσουν την ανασφάλεια του πολίτη,

Σελ. 12

οπότε κατέστη αναγκαία η εξέταση της σχέσης των κινδύνων επεμβάσεων του ανθρώπου και του δικαίου.

3) Δάση

Τα μισά από τα δάση του κόσμου έχουν ήδη εξαφανιστεί και μόνο το 20% από αυτά που έχουν απομείνει είναι άθικτο. Υπολογίζεται ότι ο πλανήτης χάνει περισσότερα από 23 εκατομμύρια στρέμματα δασικής έκτασης κάθε χρόνο. Το παράθυρο ευκαιρίας για την αναστροφή της αποψίλωσης των δασών και την προστασία των εναπομεινάντων άθικτων δασών του κόσμου συρρικνώνεται ταχέως. Αυτό επιφέρει τεράστιες συνέπειες για το κλίμα και την άγρια ζωή, αλλά προκαλεί επίσης μια σημαντική ανησυχία για τα ανθρώπινα δικαιώματα: περίπου 1,2 έως 1,7 δισεκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως εξαρτώνται από τα δάση για τη διαβίωσή τους.

Οι αιτίες της αποψίλωσης των δασών διαφέρουν από περιοχή σε περιοχή, αλλά έχουν ένα σημαντικό κοινό: την ανθρώπινη δραστηριότητα. Η ανθρώπινη δραστηριότητα βρίσκεται πίσω από όλες τις κύριες αιτίες καταστροφής των δασών, είτε πρόκειται για υποστήριξη των βιομηχανιών που παράγουν προϊόντα που χρησιμοποιούμε καθημερινά είτε για την εκκαθάριση της γης για την καλλιέργειά της.

Ακολουθούν μερικοί από τους τρόπους με τους οποίους το business-as-usual συμβάλλει στην αποψίλωση των δασών:

1. Αγροτοβιομηχανία: Οι αγροτικές επιχειρήσεις, στις οποίες καίγονται ή εκκαθαρίζονται τεράστιες εκτάσεις δασών για να δημιουργηθεί χώρος για καλλιέργειες και ζώα, ευθύνεται προεχόντως για την αποψίλωση των δασών. Αυτές οι πρακτικές μετατρέπουν μερικές από τις περιοχές με τη μεγαλύτερη βιοποικιλότητα στον κόσμο σε μονοκαλλιέργειες.

2. Παράνομη υλοτομία: Η παράνομη υλοτομία αποτελεί μία τεράστια βιομηχανία πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων που απειλεί τα δάση σε όλο τον κόσμο. Κάποιες έρευνες δείχνουν ακόμη ότι οι παράνομες δραστηριότητες αποτελούν περισσότερο από το 10% του παγκόσμιου εμπορίου ξυλείας, που αντιπροσωπεύει περισσότερα από 150 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως.

Σελ. 13

3. Συσκευασία χαρτοπολτού, χαρτιού και μιας χρήσης: Η υλοτομία για την παραγωγή χαρτοπολτού και χαρτιού μπορεί να έχει τεράστιο αντίκτυπο στα παγκόσμια δάση, από την αποψίλωση των δασών σε τροπικά δάση, έως τις τεράστιες εκτάσεις εύκρατων και βόρειων δασών. Ενώ υπάρχουν παραδείγματα πιο υπεύθυνης παραγωγής χαρτοπολτού και χαρτιού που μπορούν να βρεθούν σε όλο τον κόσμο, ειδικά στη Βόρεια Αμερική, πολύ συχνά το χαρτί εφημερίδων, το χαρτί βιβλίου, το χαρτί γραφής, οι χαρτομάντιλα και οι συσκευασίες χαρτιού βαρύνουν τα υγιή δάση παγκοσμίως.

4. Εξόρυξη: Η εξόρυξη άνθρακα και ασφάλτου (πετρελαίου) έχει καταστρέψει οριστικά μεγάλες εκτάσεις ορισμένων από τα πιο σημαντικά δάση του κόσμου. Στην περιοχή με πίσσα άμμου του Καναδά, εκατομμύρια στρέμματα βιότοπων άγριας ζωής έχουν διαταραχθεί, με εκατομμύρια άλλα να καθίστανται αντικείμενο εντατικής εκμετάλλευσης. Η εξόρυξη μετάλλων όπως ο χρυσός, ο χαλκός και το αλουμίνιο όχι μόνο απαιτεί την εκκαθάριση των δασών, αλλά μολύνει επίσης τα δασικά οικοσυστήματα με ρύπανση και απορροή υδάτων. Στον Αμαζόνιο, η παράνομη εξόρυξη είναι μια αυξανόμενη απειλή που οδηγεί σε απώλεια δασών και μόλυνση βασικών συστημάτων ποταμών.

5. Δρόμοι: Η κατασκευή δρόμων μέσα από δάση κατακερματίζει το τοπίο και θέτει σε κίνδυνο τον βιότοπο της άγριας ζωής, διευκολύνοντας τους παράνομους υλοτόμους να εκμεταλλευτούν το δάσος.

6. Υδροηλεκτρικά φράγματα: Τα υδροηλεκτρικά φράγματα μπορούν να πλημμυρίσουν τα ανάντη δάση, προκαλώντας εκτεταμένη απώλεια δασών, υποβάθμιση των οικοτόπων και μετατόπιση των δασικών κοινοτήτων.

Τα δάση και οι δασικές εκτάσεις αποτελούν στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος και ως ολοκληρωμένα φυσικά οικοσυστήματα με αδιαμφισβήτητη οικολογική, αισθητική και οικονομική αξία, συνιστούν «εθνικό κεφάλαιο» της κάθε χώρας και κοινωνικό αγαθό. Η δημιουργία ή η διατήρηση αλώβητων των δασών και δασικών εκτάσεων αποσκοπεί και στην αναχαίτιση της κλιματικής αλ

Σελ. 14

λαγής. Η σημασία των δασών και δασικών εκτάσεων έχει εξαρθεί πολλάκις και από την (εγχώρια) νομολογία, η οποία τα χαρακτήρισε ως «ευπαθή οικοσυστήματα», και υπογραμμίζει εμφατικά στη συνέχεια την ανάγκη διαφύλαξης του δασικού πλούτου από το συνεχώς επεκτεινόμενο οικολογικό πρόβλημα, για την οποία ο συντακτικός νομοθέτης «εισήγαγε ειδικές διατάξεις για την υπαγωγή όλων των εκτάσεων με βλάστηση τέτοιου είδους σε ένα αυστηρό προστατευτικό καθεστώς». Το δικαίωμα στο δασικό περιβάλλον έχει μικτό και παραπληρωματικό χαρακτήρα, όπως και το δικαίωμα στο περιβάλλον, αποτελεί δε συγχρόνως αίτημα του πολίτη για ενεργό κρατική παρέμβαση με προληπτικά και κατασταλτικά μέτρα καθώς και έρεισμα συμμετοχής στη δασική πολιτική.

Σε διεθνές επίπεδο, η πλέον σημαίνουσα Παγκόσμια Διάσκεψη του Ρίο το 1992 απέληξε στη σύναψη Σύμβασης-Πλαίσιο για την προστασία του κλίματος και τη μείωση του C02, όπως και στη λεγόμενη «Διακήρυξη του Ρίο» (“Agenda 21”). Επρόκειτο για τον δεύτερο θεμελιώδη σταθμό στη δράση του ΟΗΕ για το περιβάλλον μετά τη Στοκχόλμη. Υιοθετήθηκαν οι προτάσεις της έκθεσης Brundtland. Κατέληξε – μεταξύ άλλων – και σε νομικώς δεσμευτικά μέτρα (Σύμβαση για τη βιολογική ποικιλομορφία και Σύμβαση πλαίσιο για την κλιματική αλλαγή), ενώ άλλα τρία κείμενα διατηρούν χαρακτήρα soft law (Παγκόσμια διακήρυξη για το περιβάλλον και την ανάπτυξη, Agenda 21, Δήλωση αρχών για τα Δάση). Το φαινόμενο αντιμετωπίζεται πλέον σφαιρικά, ολιστικά, προκύπτει το ζήτημα της «αειφόρου ανάπτυξης», ενώ το κεφάλαιο 18 αφιερώθηκε στην ολοκληρωμένη διαχείριση του νερού. Κατανοήθηκε, λοιπόν, μετά το 1972 ότι η ύπαρξη δασών σε παγκόσμιο επίπεδο συμβάλλει αποτελεσματικά στην καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής, στην ορθή εξυπηρέτηση του υδρολογι-

Σελ. 15

κού κύκλου και στην επίλυση μίας ακόμη σωρείας περιβαλλοντικών ζητημάτων και επιβάλλει καταρχάς την καταπολέμηση της επαπειλούμενης καταστροφής και αποψίλωσης των δασών και ύστερα την αναγέννηση των καταστραφέντων δασών. Ωστόσο, εύλογη απορία γεννάται από την σε επίπεδο διεθνούς δικαίου ελλείπουσα νομική προστασία, αφού απουσιάζει ένα σταθερό και δεσμευτικό νομικό πλαίσιο, γι’ αυτό γίνεται λόγος απλώς για «κατευθύνσεις», κατευθυντήριες δηλ. γραμμές και προσανατολισμούς προς την υλοποίηση της αρχής του «κοινού συμφέροντος και μελήματος της ανθρωπότητας». Πολλώ μάλλον εντείνεται η απορία λόγω της ύπαρξης ενός επαρκούς πλαισίου διεθνών συμβάσεων (ιδίως) που ρυθμίζουν εξαντλητικά θέματα, όπως η αντιμετώπιση των ειδικότερων ζητημάτων και πτυχών της κλιματικής αλλαγής, το εμπόριο προστατευομένων ειδών κ.λπ.. Η χρήση αυτών των «ήπιων» εννοιών είναι απόρροια πολιτικών παραμέτρων που συνάδουν με την αντίληψη των χωρών δύο ταχυτήτων, τη διαφορετικότητα του ρόλου της καθεμιάς κατηγορίας στην παγκόσμια οικονομία και την ανέκαθεν αδιαφορία που επιδεικνύουν οι χώρες προς κατάστρωση επαρκούς δασικού διεθνούς δικαίου και εν γένει περιβαλλοντικού δικαίου, εν όψει υπέρογκου κόστους και ευθυνοφοβίας. Είναι μάλιστα χαρακτηριστική η έλλειψη ενός στέρεου και όμοιου ορισμού του δάσους ανά τα κράτη, γεγονός που εξηγείται από την υιοθέτηση διαφορετικών πολιτικών δασικής διαχείρισης και εκμετάλλευσης. Η ίδια μάλιστα διάσταση σε επίπεδο ορισμού παρατηρείται ακόμη και μεταξύ διαφορετικών υπηρεσιών του ίδιου κράτους, επιτείνοντας τις πρακτικές δυσχέρειες εφαρμογής ενιαίας δασικής πολιτικής. Οι ως άνω σκέψεις συνηγορούν στην έλλειψη πολιτικής βούλησης πρωτίστως ανά τα κράτη για τη χάραξη κοινής δασικής στρατηγικής. Εξάλλου, είναι γεγονός ότι πρώτες οι αναπτυγμένες χώρες επέδειξαν ενδιαφέρον προστασίας

Σελ. 16

των δασών λόγω του προφανούς οικονομικού τους ενδιαφέροντος. Το δάσος αποτελεί ανέκαθεν αντικείμενο εκμετάλλευσης, η οποία όμως οφείλει να γίνεται με αειφορικούς όρους. Ποια είναι, όμως, η προσήκουσα διεθνολογικά αντίληψη ειδικά των αναδασωτέων εκτάσεων; Η εννοιολογική τους διαφορά από τα δάση είναι ληπτέα υπ’ όψη; Ή θα πρέπει να τεθεί εκποδών και να οδηγηθεί ο εφαρμοστής του δικαίου σε per se υπαγωγή τους στα δασικά οικοσυστήματα; Η απάντηση δεν μπορεί να είναι μονοσήμαντη, πρέπει ωστόσο να ενταχθεί στο πλαίσιο ευρύτερων κειμένων διεθνούς δικαίου για τα δάση, με τις απαραίτητες προσθήκες, αφαιρέσεις ή διευκρινίσεις.

Η Διάσκεψη του Ρίο του 1992, λοιπόν, οδήγησε στην υιοθέτηση ενός μη δεσμευτικού κειμένου αρχών δασοπροστασίας, οι οποίες μπορούν να συνοψιστούν στα εξής σημεία (αρχές 1-2 της Διάσκεψης): Πρώτον, για τα δάση υιοθετείται ρητά η αρχή της αειφορικής τους διαχείρισης. Η αρχή αυτή συνδέεται με την ενίσχυση της οικολογικής αντίληψης και της συνακόλουθης ενεργού συμμετοχής του κοινού στη χάραξη δασικής πολιτικής. Το αυτό συνάγεται και για τις αναδασωτέες εκτάσεις. Η εκμετάλλευσή τους αντικρίζεται με δυσπιστία, διότι αντιβαίνει ως επί το πλείστον στην αειφορική τους διαχείριση που επιβάλλει την αποκατάσταση του πληγέντος οικοσυστήματος. Δεύτερον, αναγνωρίζεται ρητά το κυριαρχικό δικαίωμα εκάστου κράτους στα δάση του. Όπου υφίστανται δάση, θα πρέπει να προασπίζονται για χάρη και των λοιπών χωρών στον πλανήτη, γεγονός που οδηγεί τους διεθνολόγους να ορίζουν τα δάση ως «κοινή κληρονομία». Ασφαλώς και τα αναπτυσσόμενα κράτη ευρίσκουν οικονομικό ενδιαφέρον στα δάση, που χρησιμοποιούνται ως μοχλός άσκησης πίεσης για οικονομική τους στήριξη. Η αναγνώριση ύπαρξης τέτοιου δικαιώματος κυριαρχίας, συνεπάγεται τη θέση σημαντικών περιορισμών σε σχέση με την εκμετάλλευση, που οδηγεί σε διατάραξη της δασικής βλάστησης των άλλων χωρών. Επίσης, θα μπορούσε να συναχθεί ερμηνευτικά η υποχρέωση τήρησης του minimum της δασοκάλυψης στα κράτη, ήτοι εν περιπτώσει αποψίλωσης η χρησιμοποίηση των αναδασωτέων εκτάσεων κατά βούληση, με όριο όμως τη μη γενικότερη υποβάθμιση του πλανήτη. Τρίτον, η νομική αρχή της κοινής ευθύνης των κρατών για τη διατήρηση των δασών η οποία όμως θα πρέπει να καταμερίζεται με δίκαιο τρόπο μεταξύ τους. Σ’ αυτή την περίπτωση το διεθνές δίκαιο συνεργασίας διαδραματίζει εξέχοντα ρόλο. Θα πρέπει να αναφερθεί και η συμβολή του

Σελ. 17

Προγράμματος Δράσης για τα δάση, που υιοθετήθηκε το 1998 από την ομάδα των G8, με εμφανώς πολιτικό χαρακτήρα, αποτελώντας δέσμευση λήψης μέτρων ιδίως στο κομμάτι της αναδάσωσης για την καταπολέμηση της παράνομης υλοτομίας. Διεθνείς οργανισμοί και όργανα με αρμοδιότητες για τα δάση είναι ενδεικτικώς ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας (FAO) των ΗΕ, το Διακυβερνητικό Panel για τα δάση, το Forum των ΗΕ για τα Δάση κ.λπ.

Το ζήτημα της επίτευξης βιώσιμης ανάπτυξης βρίσκεται στον πυρήνα των αναζητήσεων τόσο του δικαίου περιβάλλοντος όσο και της ανάσχεσης της κλιματικής αλλαγής.

Ο τομέας της κλιματικής αλλαγής «επικαιροποιεί» σε σημαντικό βαθμό τις έννοιες της βιωσιμότητας και της βιώσιμης ανάπτυξης. Αποτελεί, ωστόσο, συγχρόνως και πεδίο όπου δοκιμάζονται οι παραδοσιακές έννοιες του διεθνούς και εθνικού δικαίου. Συνιστά επίσης ένα πεδίο τομής δασικού και κλιματικού δικαίου. Η διεθνής και κρατική προστασία των δασών και η ανάσχεση της κλιματικής αλλαγής είναι από τους πιο εξελισσόμενους τομείς της νομοθεσίας και επιτελεί μία ιδιαίτερη λειτουργία, καταστέλλοντας αλλά και προλαμβάνοντας τους κινδύνους για τα δάση παγκοσμίως. Ο όρος κοινωνία της διακινδύνευσης «περιγράφει μια φάση ανάπτυξης της σύγχρονης κοινωνίας, στην οποία οι κοινωνικοί, πολιτικοί, οικολογικοί και ατομικοί κίνδυνοι που δημιουργούνται από την ορμητική καινοτόμο ώθηση, εκφεύγουν ολοένα και περισσότερο από τον έλεγχο και τους προστατευτικούς θεσμούς της βιομηχανικής κοινωνίας». Οι κίνδυνοι που αναφύονται από την κλιματική αλλαγή και με την περαιτέρω απομείωση των δασών, αναπόσπαστα συνδεδεμένοι με την έκρηξη της κοινωνικοοικονομικής και τεχνολογικής εξέλιξης, εγείρουν ζητήματα επιστημονικής αβεβαιότητας και αμηχανίας ή σωστότερα δυσκολίας «ποσοτικοποίησης του κινδύνου βλάβης», σχετικότητας και – ως ένα βαθμό απροσδιοριστίας – που καθιστούν επιβεβλημένη την εξεύρεση λογικών βιωσιμότητας. Η αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης, της βιωσιμότητας συνεπάγεται τη διαχείριση και εκμετάλλευση των φυσικών πόρων με τρόπο που να διασφαλίζει τη (μακροπρόθεσμη προφανώς) διατήρησή τους. Οι λεγόμενοι ΣΒΑ/SDGs (Στόχοι Βιώσιμης Ανάπτυξης) απορρέουν εκ του διεθνούς δικαίου (soft & hard law) από κείμενα, όπως οι παγκόσμιες και περι-

Σελ. 18

φερειακές συμφωνίες, καθώς και οι στρατηγικές και τα σχέδια δράσης που παράγονται σε επίπεδο διεθνών οργανισμών και ΕΕ και αφορούν τα δάση. Σε σχέση, ειδικότερα, με τις αναπτυσσόμενες χώρες, χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν τα πορίσματα της Τέταρτης Διάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με τις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες.

Η προστασία των δασών εν σχέσει με την κλιματική αλλαγή συναντάται στις διεθνείς συμβάσεις που αφορούν την τελευταία. Σύμφωνα με τη Σύμβαση-Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή, οποιαδήποτε διαδικασία, δραστηριότητα ή μηχανισμός που απομακρύνει ένα αέριο του θερμοκηπίου από την ατμόσφαιρα αναφέρεται ως «καταβόθρα». Η δε Συμφωνία των Παρισίων στο άρθρο 4 κάνει λόγο για ανάγκη βιώσιμης διαχείρισης, διατήρησης και βελτίωσης των «καταβοθρών» ή «λεκανών απορροής» και των «ταμιευτήρων» («reservoirs»), των αερίων του θερμοκηπίου («action to conserve and enhance sinks and reservoirs of greenhouse gases»), όπου περιλαμβάνονται ασφαλώς τα δάση.

Οι ανθρώπινες δραστηριότητες επηρεάζουν τις χερσαίες καταβόθρες, μέσω δραστηριοτήτων χρήσης γης, αλλαγής χρήσης γης και δασοκομίας (LULUCF), κατά συνέπεια, η ανταλλαγή CO2 (κύκλος άνθρακα) μεταξύ του συστήματος της επίγειας βιόσφαιρας και της ατμόσφαιρας μεταβάλλεται. Ο ρόλος των δραστηριοτήτων LULUCF στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής έχει αναγνωριστεί από καιρό. Οι ανθρώπινες δραστηριότητες επηρεάζουν τις αλλαγές στα αποθέματα άνθρακα μεταξύ των δεξαμενών άνθρακα του χερσαίου οικοσυστήματος και μεταξύ του χερσαίου οικοσυστήματος και της ατμόσφαιρας. Ο μετριασμός μπορεί να επιτευχθεί μέσω δραστηριοτήτων στον τομέα LULUCF που αυξάνουν τις αφαιρέσεις αερίων θερμοκηπίου από την ατμόσφαιρα ή μειώνουν τις εκπομπές, αναστέλλοντας την απώλεια αποθεμάτων άνθρακα. Στην Ειδική Έκθεσή της για την Κλιματική Αλλαγή και τη Γη, η IPCC εντοπίζει πολλές επιλογές μετριασμού της κλιματικής αλλαγής που σχετίζονται με τη γη, οι οποίες έχουν πλεονεκτήματα για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή. Ταυτόχρονα, η

Σελ. 19

έκθεση αναγνωρίζει επίσης ότι ορισμένες δραστηριότητες μπορεί να έχουν δυσμενείς παρενέργειες σε άλλες υπηρεσίες οικοσυστήματος, όπως μέσω του αυξημένου ανταγωνισμού για γη και νερό, εάν δεν εφαρμοστούν με τη δέουσα προσοχή στις τοπικές συνθήκες, συμπεριλαμβανομένης της τρέχουσας χρήσης της γης. Η IPCC προσδιορίζει τη γεωργία, τη δασοκομία και άλλες χρήσεις γης (AFOLU) ως σημαντική καθαρή πηγή εκπομπών GHG, συμβάλλοντας στο 23% περίπου των ανθρωπογενών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα (CO2), μεθανίου (CH4) και οξειδίου του αζώτου (N2O) σε συνδυασμό ως CO2 ισοδύναμα το 2007-2016. Τα δάση παρουσιάζουν ένα σημαντικό παγκόσμιο απόθεμα άνθρακα που συσσωρεύεται μέσω της ανάπτυξης των δέντρων και της αύξησης του άνθρακα του εδάφους. Η μετατροπή των πρωτογενών δασών σε διαχειριζόμενα δάση, η παράνομη υλοτόμηση και η μη βιώσιμη διαχείριση των δασών έχουν ως αποτέλεσμα εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου και μπορεί να έχουν πρόσθετες φυσικές επιπτώσεις στο περιφερειακό κλίμα. Αντίθετα, σε περιοχές με υποβαθμισμένα δάση, η βιώσιμη διαχείριση των δασών μπορεί να αυξήσει τα αποθέματα άνθρακα και τη βιοποικιλότητα. Μακροπρόθεσμα, μια στρατηγική βιώσιμης διαχείρισης των δασών που στοχεύει στη διατήρηση ή αύξηση των δασικών αποθεμάτων άνθρακα, ενώ θα παράγει ετήσια σταθερή απόδοση ξυλείας, ινών ή ενέργειας από το δάσος, θα αποφέρει το μεγαλύτερο διαρκές όφελος μετριασμού. Η αποθήκευση άνθρακα σε προϊόντα ξύλου με μεγάλη διάρκεια ζωής και οι μειώσεις των εκπομπών από τη χρήση προϊόντων ξύλου για υποκατάσταση υλικών υψηλής έντασης εκπομπών συμβάλλουν επίσης στους στόχους μετριασμού. Άλλα επίγεια συστήματα παίζουν επίσης σημαντικό ρόλο. Τα περισσότερα από τα αποθέματα άνθρακα των καλλιεργήσιμων εκτάσεων και των λιβαδιών βρίσκονται στην οργανική ύλη και στο έδαφος των υπόγειων φυτών. Κατά συνέπεια, η δέσμευση άνθρακα του εδάφους σε καλλιέργειες και λιβάδια έχει δυναμικό μετριασμού 0,4–8,6 CO2-eq/έτος σύμφωνα με την IPCC. Ωστόσο, το κύριο μειονέκτημα των δραστηριοτήτων LULUCF είναι η πιθανή αναστρεψιμότητα και η μη μονιμότητα των αποθεμάτων άνθρακα ως αποτέλεσμα ανθρώπινων δραστηριοτήτων, φυσικών διαταραχών ή ως συνδυασμός των δύο, με απώλεια αποθεμάτων άνθρακα και απελευθέρωση GHG στην ατμόσφαιρα ως αποτέλεσμα. Η κλιματική αλλαγή προβλέπεται επίσης ότι θα έχει επίδραση στους ρυθμούς ανάπτυξης και αποσύνθεσης, συμπεριλαμβανομένης της εμφά-

Σελ. 20

νισης φυσικών διαταραχών με περιφερειακές διαφορές σε όλο τον κόσμο. Οι γρήγορες μειώσεις στις ανθρωπογενείς εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου που περιορίζουν τη θέρμανση σε «πολύ κάτω» από τους 2°C θα μείωναν σημαντικά τις αρνητικές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στα οικοσυστήματα της γης σύμφωνα με την IPCC.

Οι παγκόσμιες προκλήσεις δεν δύνανται να αντιμετωπιστούν μεμονωμένα μέσα από αμιγώς τομεακές και αποσπασματικές διαχειριστικές προσεγγίσεις, αλλά χρειάζονται πολυμερείς, πολυδιάστατες, καθολικές λύσεις, όπως αυτές που ευαγγελίζεται η Agenda 2030 για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη (Agenda 2030 for Sustainable Development), η οποία υιοθετήθηκε στις 25 Σεπτεμβρίου 2015 με τη θέσπιση του Ψηφίσματος 70/1 της 70ης Γενικής Συνέλευσης του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. O oριζόντιος στόχος μείωσης της φτώχειας προς όφελος και των μελλοντικών γενεών συνάδει με την επίτευξη της βιώσιμης και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξης σε παγκόσμιο επίπεδο, ιδίως με τον στόχο της ανάσχεσης της υπερθέρμανσης του πλανήτη, που συνδυάζεται με τη δασική πολιτική και τη μαζική και στοχευμένη υλοποίηση αναδασώσεων.

4) Προστασία πολιτιστικού περιβάλλοντος από κινδύνους, με έμφαση στην κλιματική αλλαγή

Κίνδυνοι για τα πολιτιστικά αγαθά συνιστούν μεταξύ άλλων η αρχαιοκαπηλία, όπως αναλύεται στο οικείο κεφάλαιο, αλλά και η αλόγιστη δόμηση, οι ένοπλες συγκρούσεις, τα ανεπαρκή συστήματα διαχείρισης ή οι αλλαγές στο καθεστώς νομικής προστασίας των ακινήτων που αποτελούν πιθανές απειλές τόσο για φυσικούς όσο και για πολιτιστικούς χώρους. Ο αντίκτυπος των σχεδιαζόμενων υποδομών στην Παγκόσμια Κληρονομιά επιδεινώνεται εξίσου. Οι εξελίξεις, όπως η κατασκευή αυτοκινητοδρόμων, φραγμάτων, τουριστικών αξιοθέατων, εξόρυξης και έργων πετρελαίου και φυσικού αερίου, αποτελούν μια από τις πιο σοβαρές πιθανές απειλές.

Back to Top