ΔΙΚΑΙΟ ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΗΣ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ
από 80,75 €
Έως 175,75 €
- Έκδοση: 2η 2025
- Σχήμα: 17x24
- Βιβλιοδεσία: Σκληρόδετη
- Σελίδες: 952
- ISBN: 978-618-08-0712-7
Η δεύτερη έκδοση του έργου «Δίκαιο Εμπράγματης Εξασφάλισης Πιστώσεων» κατέστη απολύτως αναγκαία εξαιτίας των ουσιωδών νομοθετικών μεταβολών, οι οποίες επήλθαν στο ελληνικό δίκαιο των εμπράγματων ασφαλειών μετά την πρώτη έκδοση. Πρόκειται, μεταξύ άλλων, για τους ν. 5020/2023, 5072/2023, 5095/2024 και 5123/2024, με τους οποίους επήλθαν μεταρρυθμίσεις στο δίκαιο της ναυτικής υποθήκης, της εκχώρησης ασφαλισμένων πιστωτικών απαιτήσεων, της προσημείωσης υποθήκης και του ενεχύρου, αντίστοιχα. Επίσης, η έκδοση είναι εμπλουτισμένη καθώς παραθέτει υπόδειγμα συμφωνητικού της ενεχύρασης επιχείρησης και εκτυλίσσει ακόμα περισσότερες πτυχές του χρηματοπιστωτικού δικαίου, μερικές από τις οποίες είναι εξής:
| τα γνωρίσματα με τα οποία οι πιστωτικές απαιτήσεις διακρίνονται από άλλες κατηγορίες χρηματικών απαιτήσεων
| τα κριτήρια διάκρισης μεταξύ διαφόρων τύπων πίστωσης
| οι σπουδαιότερες μορφές πιστωτικής χρηματοδότησης
| οι αναβλητικές αιρέσεις ως μορφή ενοχικής εξασφάλισης δανείων
| η ασφαλειοδότηση χρημάτων, χρηματοπιστωτικών μέσων και πιστωτικών απαιτήσεων κατά τον ν. 3301/2004
| η καταπιστευτική εκχώρηση απαιτήσεων
| η ενεχύραση απαιτήσεων καταβολής ασφαλίσματος, κατάπτωσης εγγυητικής επιστολής και έκπτωσης φόρου
| η ασφαλειοδότηση ψηφιακών στοιχείων, ιδίως ψηφιακών δεδομένων και κρυπτονομισμάτων
| η εμπράγματη εξασφάλιση του κεντρικού εκκαθαριστή χρηματοπιστωτικών συναλλαγών
| οι προϋποθέσεις σταθεροποίησης του κυμαινόμενου ενεχύρου
| οι ενστάσεις του εγγυητή κατά του εμπράγματου ασφαλειολήπτη
| οι προϋποθέσεις και συνέπειες εφαρμογής της Σύμβασης του Κέιπ Τάουν περί διεθνών δικαιωμάτων επί εξοπλισμού.
Το έργο απευθύνεται σε δικηγόρους, δικαστές, διαμεσολαβητές, συμβολαιογράφους, φοιτητές, δικαστικούς επιμελητές, συνδίκους και κάθε άλλον ενδιαφερόμενο.
ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΣΗΜΑΣΙΑ
ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΗΣ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗΣ
ΕΝΝΟΙΑ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΚΤΙΚΟ ΘΕΜΕΛΙΟ ΠΙΣΤΩΣΗΣ
Ι. Ουσιώδη στοιχεία πίστωσης 1
Α. Υποχρέωση προεκπλήρωσης του πιστωτή υπέρ του πιστούχου 1
Β. Απαίτηση αποζημίωσης του πιστωτή κατά του πιστούχου 3
Γ. Διάκριση μεταξύ πιστώματος (ή χρέους) και εταιρικής εισφοράς 5
Α. Εκούσια ή ακούσια πίστωση 6
1. Άμεση ή έμμεση χρηματοδότηση 8
2. Αναγωγή κατά του άμεσα ή έμμεσα χρηματοδοτούμενου 9
Γ. Άμεση πίστωση με ή χωρίς παράδοση χρημάτων 9
2. Χρηματοδότηση με αγορά και ρήτρα απόδοσης του τιμήματος 12
i. Σημασία και νομικός χαρακτηρισμός 12
iii. Πρακτορεία επιχειρηματικών απαιτήσεων 15
iv. Προεξόφληση πιστωτικών τίτλων 17
v. Σύμφωνο επαναγοράς τίτλων 18
3. Χρηματοδότηση με παροχή αναβλητικής προθεσμίας 19
ii. Ανανεωτικός συμβιβασμός 20
IΙΙ. Σιωπηρές προϋποθέσεις πίστωσης 23
Α. Η φερεγγυότητα του πιστούχου ως κύρια προϋπόθεση πίστωσης 23
Β. Η εξασφάλιση του πιστωτή ως επικουρική προϋπόθεση πίστωσης 28
ΕΝΝΟΙΑ ΚΑΙ ΜΟΡΦΕΣ ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΗΣ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗΣ
Ι. Ουσιώδη στοιχεία εμπράγματης εξασφάλισης 31
Α. Δόση χάριν καταβολής αποζημίωσης του πιστωτή 31
Β. Ανάληψη περιορισμένης υπεγγυητικής ευθύνης 32
Γ. Κτήση δικαιώματος εξασφαλιστικής νομής επί του υπέγγυου αντικειμένου 33
ΙΙ. Διάκριση των ασφαλειών σε καθολικά και περιορισμένα
δικαιώματα νομής 35
Α. Πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα εξασφαλιστικής κυριότητας 35
Β. Αγαθά δεκτικά εξασφαλιστικής κυριότητας 38
ΙII. Εξασφάλιση με καθολικό δικαίωμα νομής 40
Α. Παρακράτηση ή άλλη επιφύλαξη κυριότητας 40
Β. Καταπιστευτική μεταβίβαση κυριότητας 42
IV. Εξασφάλιση με περιορισμένο δικαίωμα νομής 45
ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΑΠΟ ΜΟΡΦΕΣ ΕΝΟΧΙΚΗΣ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗΣ
Ι. Εξασφάλιση με δικαίωμα προτεραιότητας 53
Ε. Γενικό ή ειδικό προνόμιο 59
ΣΤ. Δάνειο μειωμένης εξασφάλισης (ή υπόταξη χρέους) 61
Ζ. Υποχρεωτικά μετατρέψιμη ομολογία 68
Η. Εταιρική εισφορά και αποθεματικό κερδών 70
ΙΙ. Εξασφάλιση με ανάληψη αναγωγικής ή αλληλέγγυας ευθύνης 72
Β. Σωρευτική αναδοχή χρέους 73
Δ. Ασφάλιση προσώπου του πιστούχου 75
Ε. Παράγωγο πιστωτικού κινδύνου 76
ΙΙΙ. Εξασφάλιση με ανάληψη αναιτιώδους ή εκκαθαρισμένης ευθύνης 77
Α. Αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους 77
Γ. Υπογραφή χρηματογράφου σε διαταγή ή στον κομιστή 80
Ε. Αρραβώνας ή ποινική ρήτρα 84
ΣΤ. Παρεπόμενες υποσχέσεις («covenants») 86
IV. Εξασφάλιση με συνομολόγηση αναβλητικών αιρέσεων 88
Α. Σημασία αναβλητικών αιρέσεων 88
Β. Κατηγορίες αναβλητικών αιρέσεων 90
1. Γενικές και ειδικές αιρέσεις 90
2. Πρότερες και ύστερες αιρέσεις 91
Γ. Μορφές αναβλητικών αιρέσεων 92
1. Έγγραφα νομιμοποίησης πιστούχου 92
2. Οικονομικές καταστάσεις πιστούχου 93
3. Έγγραφα ενοχικής και εμπράγματης εξασφάλισης 95
4. Νομικές γνωμοδοτήσεις και άλλες εκθέσεις προληπτικού ελέγχου 97
5. Εγγυοδοτικές δηλώσεις πιστούχου ή συνδεδεμένου μέρους 99
Δ. Πλασματική πλήρωση αναβλητικών αιρέσεων 101
ΣΚΟΠΙΜΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΗΣ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗΣ
Ι. Σκοπιμότητα εμπράγματης εξασφάλισης 102
Α. Αύξηση της πιστοληπτικής ικανότητας του οφειλέτη 102
Β. Μείωση του κινδύνου υπερχρέωσης του οφειλέτη 104
Γ. Μείωση του κινδύνου υπερημερίας του οφειλέτη 105
Δ. Μείωση του κινδύνου ευθύνης για απιστία 107
Ε. Μείωση των κεφαλαιακών απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας τραπεζών 109
ΙΙ. Σκοπιμότητα κρατικής ρύθμισης της εμπράγματης εξασφάλισης 112
Α. Χρηματοπιστωτική σταθερότητα 112
Γ. Ισότητα πρόσβασης στην πίστωση 118
ΙΙΙ. Γενικές αρχές κρατικής ρύθμισης της εμπράγματης εξασφάλισης 120
Α. Η υπεροχή των γενικών δικαιικών αρχών έναντι άλλων δικαιικών πηγών 120
Β. Οι γενικές αρχές του δικαίου εμπράγματης εξασφάλισης 122
1. Η γενική αρχή της ελεύθερης διάθεσης της ιδιοκτησίας 122
2. Η γενική αρχή του κλειστού αριθμού των εμπράγματων ασφαλειών 123
3. Η γενική αρχή του παρεπομένου των εμπράγματων ασφαλειών 126
4. Η γενική αρχή του αδιαιρέτου των εμπράγματων ασφαλειών 128
5. Η γενική αρχή της οικονομικής ενότητας των ασφαλειοδοτημάτων 130
6. Η γενική αρχή της ειδικότητας των εμπράγματων ασφαλειών 131
7. Η γενική αρχή της δημοσιότητας των εμπράγματων ασφαλειών 132
8. Η γενική αρχή της χρονικής προτεραιότητας μεταξύ των εμπράγματων
δικαιούχων 134
9. Η γενική αρχή της προτίμησης των εμπράγματων ασφαλειοληπτών 136
10. Η γενική αρχή της χρηστής νομής των ασφαλειοδοτημάτων 137
ΕΝΝΟΜΕΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ
ΚΑΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΗΣ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗΣ
ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗΣ
Ι. Διάκριση μεταξύ σύστασης και ενέργειας ασφάλειας 141
Α. Πλήρης και τέλεια ασφάλεια 141
Β. Χρόνος σύστασης και τριτενέργειας 142
Γ. Χρόνος σύστασης και ενέργειας κατά του ασφαλειοδότη 143
ΙΙ. Ύπαρξη τίτλου κτήσης ασφάλειας 144
Α. Έννοια και νομική φύση τίτλου 144
Β. Προϋποθέσεις και συνέπειες ύπαρξης τίτλου 145
Γ. Γενικές μορφές τίτλου κτήσης ασφάλειας 146
1. Δικαιοπρακτική εγγυοδοσία 146
i. Ιδιωτική βούληση παροχής ασφάλειας 146
ii. Προσδιορισμός των ενεχόμενων στην παροχή ασφάλειας 147
iii. Προσδιορισμός της μορφής της παρεχόμενης ασφάλειας 148
iv. Προσδιορισμός του ασφαλειοδοτήματος και της ασφαλιζόμενης απαίτησης 148
v. Προσδιορισμός απαιτήσεων επί ενιαίας εξασφάλισης
(«cross-collateralisation») 150
vi. Προσδιορισμός του ασφαλιστικού ποσού 151
vii. Έγγραφη κατάρτιση της ασφαλειοδοτικής δικαιοπραξίας 153
α. Συστατικός έγγραφος τύπος 153
β. Αποδεικτικός έγγραφος τύπος 154
γ. Ηλεκτρονικός έγγραφος τύπος 155
δ. Έγγραφος τύπος της συγκατάθεσης στην ασφαλειοδότηση 156
ΙΙΙ. Ύπαρξη αιτίας κτήσης ασφάλειας 163
Α. Διάκριση μεταξύ τίτλου και αιτίας κτήσης ασφάλειας 163
Β. Παροχή ασφάλειας από επαχθή ή χαριστική αιτία 164
Γ. Παροχή ασφάλειας υπέρ απαίτησης μελλοντικής ή υπό αίρεση 164
Δ. Παροχή ασφάλειας υπέρ μη χρηματικής απαίτησης 166
Ε. Παροχή ασφάλειας υπέρ παραγεγραμμένης απαίτησης 167
ΣΤ. Παροχή ασφάλειας υπέρ άκυρης απαίτησης 168
Ζ. Παροχή ασφάλειας υπέρ απαίτησης από χρηματοδότηση συνδεδεμένου μέρους 169
Η. Παροχή ασφάλειας υπέρ απαίτησης από χρηματοδότηση κτήσης
ιδίων μετοχών 173
Θ. Παροχή ασφάλειας υπέρ απαίτησης από εικονικό δάνειο 175
Ι. Παροχή ασφάλειας υπέρ απαίτησης από ακυρώσιμο δάνειο 176
ΙΑ. Παροχή ασφάλειας υπέρ απαίτησης από καταδολιευτικό δάνειο 178
ΙV. Ύπαρξη εξουσίας κτήσης ασφάλειας 180
Α. Παροχή ασφάλειας σε δανειστή της ασφαλιστέας απαίτησης 180
Β. Παροχή ασφάλειας σε υποδανειοδότη 181
Γ. Παροχή ασφάλειας σε κοινοπρακτικό δανειοδότη 182
Δ. Παροχή ασφάλειας σε εκπρόσωπο των ομολογιούχων 183
Ε. Παροχή ασφάλειας σε κατ’ επάγγελμα δανειοδότη 186
1. Εξουσία κτήσης ασφάλειας κατά τον ν. 3301/2004 187
2. Εξουσία κτήσης ασφάλειας κατά το ν.δ. της 17.7/13.8.1923 188
V. Ύπαρξη εξουσίας παροχής ασφάλειας 189
Α. Παράγωγη κτήση ασφάλειας 189
Β. Παροχή ασφάλειας από μη δικαιούχο διάθεσης του ασφαλειοδοτήματος 190
Γ. Παροχή ασφάλειας από μελλοντικό ή μετακλητό κύριο του ασφαλειοδοτήματος 191
Δ. Παροχή ασφάλειας από φαινομενικό κύριο του ασφαλειοδοτήματος 192
Ε. Παροχή ασφάλειας με αντιπρόσωπο 194
VI. Περιορισμοί στην εξουσία παροχής ασφάλειας 198
Α. Κατηγορίες περιορισμών στην εξουσία ασφαλειοδότησης 198
Β. Κρίσιμος χρόνος ισχύος περιορισμού για το κύρος της ασφάλειας 200
Γ. Παροχή ασφάλειας καθ’ υπέρβαση αντιπροσωπευτικής εξουσίας 201
Δ. Παροχή ασφάλειας με αυτοσύμβαση 205
Ε. Παροχή ασφάλειας υπέρ συνδεδεμένου μέρους 206
ΣΤ. Παροχή ασφάλειας από ανήλικο ή νοητικά αδύναμο ενήλικο 209
Ζ. Παροχή ασφάλειας από δικαστικά συμπαραστατούμενο 211
Η. Παροχή ασφάλειας με ελάττωμα στη δήλωση ή βούληση ασφαλειοδότησης 212
Θ. Παροχή ασφάλειας επί προσωποπαγούς αγαθού 217
Ι. Παροχή ασφάλειας επί δημόσιου αγαθού 218
ΙΑ. Παροχή ασφάλειας επί προϊόντος εγκλήματος 221
ΙΒ. Παροχή ασφάλειας επί ακατάσχετου ή κατασχεμένου αγαθού 223
ΙΓ. Παροχή ασφάλειας επί στοιχείου πτωχευτικής ή άλλης ομάδας περιουσίας 227
ΙΔ. Παροχή καταδυναστευτικής ή καταπλεονεκτικής ασφάλειας 232
ΙΕ. Καταδολιευτική παροχή ασφάλειας 236
1. Παροχή ασφάλειας υπέρ αναδιαρθρούμενου χρέους 238
2. Παροχή ασφάλειας υπέρ προγενέστερου χρέους 240
3. Παροχή ασφάλειας σε τράπεζα ή άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα 245
4. Παροχή ασφάλειας υπέρ σύγχρονου ή μεταγενέστερου χρέους 249
5. Παροχή ασφάλειας υπέρ αλλότριου χρέους 253
6. Παροχή ασφάλειας από δικαστική απόφαση 254
7. Παροχή ασφάλειας από τον νόμο 255
8. Έννομο συμφέρον σε διάρρηξη ή πτωχευτική ανάκληση 256
9. Έννομες συνέπειες διάρρηξης ή πτωχευτικής ανάκλησης 262
ΙΣΤ. Παροχή ασφάλειας κατά παράβαση ασφαλιστικού ή προληπτικού μέτρου 268
ΙΖ. Παροχή ασφάλειας κατά παράβαση απαγορευτικής ρήτρας 272
ΙΗ. Παροχή ασφάλειας επί αποκτήματος υπό διαλυτική αίρεση 278
ΙΘ. Παροχή ασφάλειας επί αποκτήματος υπό τρόπο 279
VII. Δημοσίευση τίτλου κτήσης ασφάλειας 281
Α. Έννοια και σημασία συστατικής δημοσίευσης 281
Β. Σκοπιμότητα συστατικής δημοσίευσης εντός εύλογου χρόνου 282
Γ. Γενική ή ειδική συστατική δημοσιότητα 284
1. Προσωποκεντρικό ή κτηματοκεντρικό σύστημα δημοσιότητας 284
2. Συστατική δημοσιότητα ομαδικής ασφάλειας 285
3. Συστατική δημοσιότητα ατομικής ασφάλειας 286
Δ. Συστατική ή δηλωτική δημοσιότητα 287
1. Πρόσθετη δημοσιότητα ομαδικής ασφάλειας 287
2. Πρόσθετη δημοσιότητα κατά τη Σύμβαση του Κέιπ Τάουν 291
Ε. Τυπική ή ουσιαστική δημοσιότητα 294
ΣΤ. Μεθοδολογία δημοσίευσης τίτλου κτήσης ασφάλειας 295
1. Παράδοση του ασφαλειοδοτήματος στον ασφαλειολήπτη 295
2. Γνωστοποίηση του τίτλου κτήσης στον τρίτο οφειλέτη 296
3. Καταχώριση του τίτλου κτήσης σε δημόσιο βιβλίο 297
i. Εγγραφή με ή χωρίς έλεγχο νομιμότητας 297
ii. Αίτηση και δικαιολογητικά εγγραφής 299
v. Προϋποθέσεις άκυρης εγγραφής 306
vi. Συνέπειες άκυρης εγγραφής 309
β. Αίτηση διορθωτικής σημείωσης 310
vii. Χρόνος και γνωστοποίηση εγγραφής 312
4. Καταχώριση του τίτλου κτήσης σε ιδιωτικό βιβλίο 313
ΕΙΔΙΚΕΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗΣ
I. Προϋποθέσεις υποθήκευσης 315
2. Υποθήκη με πρακτικό συμβιβασμού 321
3. Υποθήκη σε οριζόντια ή κάθετη ιδιοκτησία 324
4. Υποθήκη σε κυριότητα ή επιφάνεια επί δημόσιου κτήματος 325
5. Υποθήκη σε ιδιωτικό δικαίωμα επί δημόσιου πράγματος 328
6. Υποθήκη σε ορυχείο ή αγροτική έκταση 330
7. Υποθήκη σε εργατική κατοικία 331
8. Αντίστροφη υποθήκη σε κατοικία 332
9. Υποθήκη υπέρ απόδοσης δανείου σε δημόσιο φορέα 333
10. Υποθήκη υπέρ απόδοσης φόρου στο Δημόσιο 336
11. Υποθήκη υπέρ απόδοσης διαχειριστικού ελλείμματος 337
12. Υποθήκη υπέρ απόδοσης εισφοράς στα αποκτήματα του συζύγου 339
13. Υποθήκη υπέρ παρεπομένων της ενυπόθηκης απαίτησης 340
14. Υποθήκη υπέρ των πτωχευτικών απαιτήσεων 344
15. Υποθήκη υπέρ τελεσίδικα επιδικασμένης απαίτησης 345
i. Απαγόρευση της υποθήκης ως ασφαλιστικού μέτρου 349
ii. Νομική φύση της προσημείωσης υποθήκης 350
iii. Προϋποθέσεις εγγραφής της προσημείωσης 352
iv. Προϋποθέσεις τροπής της προσημείωσης 358
Β. Υποθήκη σε πλοίο ή άλλο πλωτό ναυπήγημα 362
ΙΙ. Προϋποθέσεις ενεχύρασης 373
Α. Ενέχυρο σε πράγμα με ή χωρίς παράδοση στον ασφαλειολήπτη 373
1. Ενέχυρο με αποκλειστική κατοχή 373
2. Ενέχυρο με κοινή κατοχή 378
Β. Ενέχυρο σε προσδοκία κτήσης ενεχυράσιμου πράγματος 388
Γ. Ενέχυρο σε επικαρπία ενεχυράσιμου πράγματος 389
Ε. Ενέχυρο σε υποθηκευμένο μηχάνημα 393
ΣΤ. Ενέχυρο σε μηχάνημα έργων ή άλλο μη υποθηκεύσιμο όχημα 398
Ζ. Ενέχυρο σε αυτοκίνητο ή μοτοσικλέτα 399
Η. Ενέχυρο σε φυσικό καρπό ή άλλο εμπόρευμα 404
Θ. Ενέχυρο σε πολιτιστικό ή άλλο τιμαλφές αγαθό 408
Ι. Ενέχυρο σε εμπορευματόγραφο 413
1. Σημασία εμπορευματογράφου 413
4. Δελτίο αεροπορικής μεταφοράς 420
5. Δελτίο πολλαπλής μεταφοράς 421
6. Ενεχυρόγραφο γενικών αποθηκών 422
1. Οι μορφές του χρήματος ως μέσου εξασφάλισης 423
2. Παρακατατεθειμένα χρήματα 425
ΙΒ. Ενέχυρο σε χρηματοπιστωτικό μέσο 433
1. Το χρηματοπιστωτικό μέσο ως μέσο πληρωμής ή επένδυσης 433
2. Συναλλαγματική ή γραμμάτιο σε διαταγή 434
i. Μετοχή από ανώνυμη ή ετερόρρυθμη εταιρεία 445
iv. Μετοχή σε συλλογικό ή κοινό λογαριασμό 451
v. Μετοχή δεσμευμένη από δικαιοπραξία 451
vi. Μετοχή εκδοθείσα από την ασφαλειολήπτρια ή τη μητρική της 452
5. Τίτλος ή άλλο δικαίωμα κτήσης μετοχών 453
7. Μερισματόγραφο ή τοκομερίδιο 456
8. Ομόλογο ή έντοκο γραμμάτιο του Ελληνικού Δημοσίου 456
10. Μερίδιο αμοιβαίου κεφαλαίου 458
11. Παράγωγο χρηματοπιστωτικό μέσο 459
ΙΓ. Ενέχυρο σε κρυπτόγραφο 461
3. Χρηματοπιστωτικό μέσο τεχνολογίας κατανεμημένου καθολικού 463
ΙΔ. Ενέχυρο σε ονομαστική απαίτηση 464
2. Ενέχυρο σε ασφαλιστήριο 474
3. Ενέχυρο σε εγγυητική επιστολή 476
4. Ενέχυρο σε απαίτηση κατά του ασφαλειολήπτη 477
5. Ενέχυρο σε απαίτηση μεταβίβασης πράγματος δεκτικού υποθήκης 479
6. Ενέχυρο σε απαίτηση μισθωτικής χρήσης πράγματος 481
7. Ενέχυρο σε απαίτηση από διοικητική σύμβαση προμήθειας 482
8. Ενέχυρο σε απαίτηση καταβολής φόρου ή άλλου δημόσιου εσόδου 483
9. Ενέχυρο σε απαίτηση καταβολής αποδοτέου φόρου 484
10. Ενέχυρο σε απαίτηση έκπτωσης φόρου 485
ΙΕ. Ενέχυρο σε διανοητική ιδιοκτησία 486
1. Σημασία διανοητικής ιδιοκτησίας 486
i. Βιομηχανικό σχέδιο ή υπόδειγμα 491
iv. Εμπορική επωνυμία και διακριτικός τίτλος 494
v. Όνομα χώρου («domain name») 495
vi. Εμπορικά απόρρητα και ψηφιακά δεδομένα 496
4. Άδεια εκμετάλλευσης προϊόντος διάνοιας 498
ΙΣΤ. Ενέχυρο σε εταιρική μερίδα 499
1. Επιχείρηση και πελατεία 503
3. Άμεση ή έμμεση διαδοχή στο σύνολο της επιχείρησης 507
4. Καθολική ή ειδική διαδοχή στα επιμέρους στοιχεία 509
1. Ενέχυρο λόγω τραπεζικής πίστωσης έναντι φορτωτικών εγγράφων 515
2. Ενέχυρο λόγω δανειακής χρηματοδότησης τίτλων 521
3. Ενέχυρο λόγω τιτλοποίησης απαιτήσεων 522
4. Ενέχυρο λόγω καλυμμένου ομολογιακού δανείου 523
5. Ενέχυρο λόγω κεντρικής εκκαθάρισης 525
6. Ενέχυρο λόγω ενεχυροδανεισμού 530
10. Ενέχυρο λόγω εργολαβίας 536
11. Ενέχυρο λόγω αυτοκινητικού ατυχήματος 539
ΙΙΙ. Προϋποθέσεις καταπιστευτικής μεταβίβασης κυριότητας 540
Α. Μεταβίβαση υποθηκεύσιμου αγαθού 540
1. Μεταβίβαση από νόμιμη αιτία 540
3. Μεταβίβαση πλοίου ή άλλου πλωτού ναυπηγήματος 542
Β. Μεταβίβαση ενεχυράσιμου αγαθού 544
1. Μεταβίβαση από νόμιμη αιτία 544
2. Μεταβίβαση με αντιφώνηση της νομής 545
3. Μεταβίβαση παραρτήματος υποθηκευμένου ακινήτου 547
4. Παράδοση καταπιστευτικής επιταγής 547
5. Μεταβίβαση λόγω επαναγοράς τίτλων 549
6. Μεταβίβαση λόγω δανεισμού τίτλων 550
Γ. Καταπιστευτική εκχώρηση απαίτησης 552
2. Εκχώρηση λόγω πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων 556
IV. Προϋποθέσεις παρακράτησης ή άλλης επιφύλαξης κυριότητας 558
Α. Επιφύλαξη κυριότητας λόγω πιστωτικής πώλησης 559
1. Επιφύλαξη λόγω πώλησης με πίστωση από τον πωλητή 559
2. Εκτεινόμενη επιφύλαξη επί απαίτησης 562
3. Εκτεινόμενη επιφύλαξη υπέρ απαίτησης 563
4. Επιφύλαξη λόγω παρακαταθήκης προς πώληση 564
5. Επιφύλαξη λόγω πώλησης με πίστωση από τρίτο μέρος 565
Β. Παρακράτηση κυριότητας λόγω χρηματοδοτικής μίσθωσης 567
1. Απλή χρηματοδοτική μίσθωση 567
2. Αντίστροφη χρηματοδοτική μίσθωση 572
Ι. Σημασία διατήρησης των όρων κτήσης ασφάλειας 573
ΙΙ. Μεταβολή στον τίτλο κτήσης ασφάλειας 574
Α. Συμφωνία παροχής πρόσθετης, συμπληρωματικής ή υποκατάστατης
ασφάλειας 574
Β. Συμφωνία μείωσης της ασφάλειας 575
Γ. Συμφωνία μετατροπής της ασφάλειας 576
Δ. Παραίτηση από την ασφάλεια 577
Ε. Εκπρόθεσμη εγγραφή του τίτλου 579
ΙΙΙ. Μεταβολή στη δημοσιότητα του τίτλου κτήσης ασφάλειας 580
Α. Εκπρόθεσμη ανανέωση εγγραφής του τίτλου 580
Β. Απόδοση κατοχής του ασφαλειοδοτήματος από τον ασφαλειολήπτη 582
ΙV. Μεταβολή στο καθεστώς της ασφαλισμένης απαίτησης 583
2. Μεταβίβαση λόγω θανάτου ή εταιρικού μετασχηματισμού 593
3. Εκχώρηση απαίτησης εξασφαλισμένης με κυριότητα 593
4. Υπεισέλευση στη θέση του ικανοποιημένου ασφαλειολήπτη 594
ΣΤ. Μεταβίβαση του ασφαλισμένου χρέους 595
V. Μεταβολή στο καθεστώς του ασφαλειοδότη ή του ασφαλειολήπτη 600
Β. Μεταφορά κατοικίας ή έδρας 601
Γ. Απώλεια δικαιοπρακτικής ικανότητας ή εμπορικής ιδιότητας 602
VI. Μεταβολή στο καθεστώς του ασφαλειοδοτήματος 603
3. Ένωση, ανάμειξη ή μετάπλαση 606
1. Αποσύνδεση ή απομάκρυνση 607
2. Μετεγκατάσταση ή προσαρμογή 609
ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΠΕΡΗΜΕΡΙΑ
ΤΟΥ ΟΦΕΙΛΕΤΗ
Α. Έκταση της ασφάλειας υπέρ απαίτησης 613
1. Έκταση υπέρ των παρεπομένων της ασφαλισμένης απαίτησης 613
2. Έκταση υπέρ της απαίτησης απόδοσης αδικαιολόγητου πλουτισμού 614
3. Έκταση υπέρ της απαίτησης πληρωμής καταλοίπου αλληλόχρεου λογαριασμού 615
Β. Έκταση της ασφάλειας επί αντικειμένου 616
1. Έκταση επί των παρεπομένων του ασφαλειοδοτήματος 616
i. Υποχρέωση ασφαλειοδότησης παρεπόμενων αντικειμένων 616
ii. Μορφές παρεπόμενων αντικειμένων 617
2. Προϋποθέσεις συνυπεγγυότητας παρεπόμενων αντικειμένων 620
i. Συνυπεγγυότητα συστατικών μερών και παραρτημάτων 620
ii. Συνυπεγγυότητα φυσικών και πολιτικών καρπών 622
iii. Συνυπεγγυότητα υποκατάστατων αντικειμένων 624
Γ. Έκταση της υπεγγυητικής ευθύνης του ασφαλειοδότη 626
1. Περιορισμός ευθύνης στο ασφαλιστικό ποσό ή στην αξία
του ασφαλειοδοτήματος 626
2. Περιορισμός ευθύνης λόγω επιγενόμενης υπερεξασφάλισης 629
ΙI. Διακοπή παραγραφής της ασφαλισμένης απαίτησης 632
A. Σύμπραξη του οφειλέτη στην κτήση εμπράγματης ασφάλειας 632
B. Εγγραφή εμπράγματης ασφάλειας 633
III. Υποχρέωση παροχής του ασφαλειοδοτήματος ελεύθερου
από ελαττώματα 634
A. Ευθύνη για νομικά ελαττώματα 634
B. Ευθύνη για πραγματικά ελαττώματα ή ελλείπουσες συμφωνημένες ιδιότητες 636
Γ. Ευθύνη για αφερεγγυότητα του οφειλέτη της ασφαλειοδοτημένης απαίτησης 637
ΙV. Υποχρέωση διατήρησης του ασφαλειοδοτήματος σε καλή κατάσταση 639
Α. Δικαίωμα αποκλεισμού βλαπτικής μεταβολής του εχεγγύου 639
1. Υποχρέωση επιμελούς διαχείρισης του εχεγγύου 639
2. Υποχρέωση ασφάλισης του εχεγγύου 640
3. Υποχρέωση παράλειψης ουσιώδους μεταβολής του εχεγγύου 643
4. Υποχρέωση παράλειψης μετενεχύρασης του εχεγγύου 645
5. Δικαίωμα καρποληψίας του ενεχυράσματος 646
6. Δικαίωμα είσπραξης της ασφαλειοδοτημένης απαίτησης 646
7. Δικαίωμα κανονικής χρήσης του εχεγγύου 649
8. Δικαίωμα άσκησης του ενεχυρασμένου μετοχικού δικαιώματος 651
9. Δικαίωμα υποκατάστασης του εχεγγύου 652
i. Υποκατάσταση λόγω ενεχύρου με κοινή κατοχή 652
ii. Υποκατάσταση λόγω κυμαινόμενου ενεχύρου 653
iii. Υποκατάσταση λόγω ανώμαλου ενεχύρου 656
Β. Υποχρέωση λογοδοσίας επί της διαχείρισης του εχεγγύου 658
Γ. Δικαίωμα επιθεώρησης του εχεγγύου 659
Δ. Δικαίωμα προσφοράς και υποκατάστασης τρίτου δανειστή 660
Ε. Δικαίωμα δικαστικής μεσεγγύησης του εχεγγύου 661
ΣΤ. Δικαίωμα συμπλήρωσης της ασφάλειας ή καταγγελίας της πίστωσης 661
V. Δικαίωμα προτεραιότητας επί του ασφαλειοδοτήματος 662
Α. Δικαίωμα παρακολούθησης του υπέγγυου αντικειμένου 662
Β. Σύγκρουση με δωρεοδόχο ή κληροδόχο του υπέγγυου αντικειμένου 664
Γ. Σύγκρουση με καταπιστευματοδόχο ή διαχειριστή του καταπιστεύματος 665
Δ. Σύγκρουση με αγοραστή ενός μέρους της υπέγγυας ομάδας 666
Ε. Σύγκρουση με αγοραστή του υπέγγυου παραρτήματος 667
ΣΤ. Σύγκρουση με αγοραστή του υπέγγυου εμπορεύματος 668
Ζ. Σύγκρουση με αγοραστή της υπέγγυας κινητής αξίας 671
Η. Σύγκρουση με κτήτορα του υπέγγυου χρήματος 671
Θ. Σύγκρουση με δουλειούχο του υπέγγυου αντικειμένου 675
Ι. Σύγκρουση με μισθωτή του υπέγγυου αντικειμένου 676
ΙΑ. Σύγκρουση με ναυλωτή του υπέγγυου πλοίου ή αεροσκάφους 679
ΙΒ. Σύγκρουση με αδειούχο χρήσης του υπέγγυου προϊόντος διάνοιας 680
ΙΓ. Σύγκρουση με υπερπρονομιούχο πιστωτή 682
2. Σύγκρουση με δικαιούμενο σε αποχωρισμό του υπέγγυου αντικειμένου 682
i. Σύγκρουση με αληθή ή υπέρτερο δικαιούχο έναντι του οφειλέτη 682
ii. Σύγκρουση με δικαιούμενο σε παρακράτηση της κυριότητας 686
iii. Σύγκρουση με εξασφαλιστικό κτήτορα του υπέγγυου πράγματος 688
3. Σύγκρουση με εξασφαλιστικό εκδοχέα της υπέγγυας απαίτησης 689
4. Σύγκρουση με δικαιούμενο σε συμψηφισμό της υπέγγυας απαίτησης 690
5. Σύγκρουση με δικαιούμενο σε ευθεία αξίωση 695
6. Σύγκρουση με δικαιούμενο σε απόδοση εξόδων εκτέλεσης 697
ΙΔ. Σύγκρουση με άλλον ενεχυρούχο ή ενυπόθηκο πιστωτή 700
1. Προτεραιότητα έως το δημοσιευμένο ασφαλιστικό ποσό 700
2. Προτεραιότητα επί τη βάσει του χρόνου συντέλεσης της ασφάλειας 700
3. Σύγκρουση ατομικού ενεχύρου με ομαδικό ενέχυρο 702
4. Σύγκρουση πλασματικού ενεχύρου με υποθήκη 704
5. Σύγκρουση πλασματικού ενεχύρου με κατοχικό ενέχυρο 705
6. Σύγκρουση μεταξύ κατοχικών ενεχύρων 706
7. Σύγκρουση ενεχύρου σε πράγμα με ενέχυρο σε αξιόγραφο 707
8. Σύγκρουση μεταξύ ενεχύρων σε ονομαστική απαίτηση 708
9. Σύγκρουση ενεχύρου σε ονομαστική απαίτηση με ενέχυρο σε αξιόγραφο 710
ΙΕ. Σύγκρουση με ειδικό προνομιούχο πιστωτή 711
ΙΣΤ. Σύγκρουση με ναυτικό ή αεροπορικό προνομιούχο πιστωτή 711
ΙΖ. Σύγκρουση με γενικό προνομιούχο πιστωτή 713
ΙΗ. Σύγκρουση με μη προνομιούχο πιστωτή 714
1. Σύγκρουση με ανέγγυο πιστωτή 714
2. Σύγκρουση με πιστωτή τελευταίας σειράς 716
ΙΘ. Απώλεια προτεραιότητας του ασφαλειολήπτη 716
1. Μεταβολή προτεραιότητας από τον νόμο 716
2. Μεταβολή προτεραιότητας από δικαστική απόφαση 719
3. Μεταβολή προτεραιότητας από ιδιωτική βούληση 725
i. Σύμφωνο υπόταξης δανειακού χρέους 725
ii. Σύμφωνο εναλλαγής τάξεων προτεραιότητας 726
ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΗΜΕΡΙΑ ΤΟΥ ΟΦΕΙΛΕΤΗ
Ι. Δικαίωμα εμπράγματης δίωξης 730
Α. Σημασία εμπράγματης δίωξης 730
Β. Προϋποθέσεις εμπράγματης δίωξης 731
1. Υπερημερία του οφειλέτη και καταγγελία της πίστωσης 731
2. Αναστολή ατομικής δίωξης επί αφερεγγυότητας του οφειλέτη 740
Γ. Δικαίωμα σώρευσης ατομικών διώξεων 747
1. Σώρευση ενοχικής και εμπράγματης δίωξης 747
2. Ένσταση δίζησης επί πτώχευσης 748
4. Σώρευση εμπράγματων διώξεων 756
5. Ένσταση κατάχρησης δικαιώματος επί πολλαπλής εξασφάλισης 757
ΙΙ. Μέσα εμπράγματης δίωξης 758
Α. Τίτλος εξώδικης αναγκαστικής εκτέλεσης 758
Β. Προαναγγελία αναγκαστικής εκτέλεσης 763
1. Σκοπιμότητα προαναγγελίας και προσωρινή προστασία του ασφαλειολήπτη 763
2. Προδικασία εκτέλεσης κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας 764
3. Προδικασία εκτέλεσης κατά το ν.δ. της 17.7/13.8.1923 768
Γ. Αναγκαστική εκτέλεση κατ’ ενάσκηση ενεχύρου ή υποθήκης 773
1. Σκοπιμότητα αναγκαστικής κατάσχεσης 773
2. Σκοπιμότητα πολλαπλής αναγκαστικής κατάσχεσης 775
3. Αναγκαστική εκτέλεση σε ακίνητο 776
4. Αναγκαστική εκτέλεση σε πλοίο ή αεροσκάφος 783
ii. Αναγκαστική διαχείριση 786
5. Αναγκαστική εκτέλεση σε άλλο κινητό πράγμα 790
i. Κατάσχεση στα χέρια του οφειλέτη 790
ii. Κατάσχεση στα χέρια τρίτου 793
iii. Κατάσχεση πλασματικού ενεχυράσματος 797
iv. Πώληση ενεχυράσματος χωρίς κατάσχεση 800
6. Αναγκαστική εκτέλεση σε χρηματοπιστωτικό μέσο 804
7. Αναγκαστική εκτέλεση σε ονομαστική απαίτηση 807
i. Είσπραξη απαίτησης με κατάσχεση 807
ii. Είσπραξη απαίτησης παρεπόμενης κατασχεμένου πράγματος 810
iii. Είσπραξη απαίτησης χωρίς κατάσχεση 811
iv. Άσκηση ασφάλειας υπέρ υπέγγυας απαίτησης 812
v. Πώληση ή συμψηφισμός υπέγγυας απαίτησης 814
8. Αναγκαστική εκτέλεση σε διανοητική ιδιοκτησία 816
9. Αναγκαστική εκτέλεση σε εταιρική μερίδα 823
10. Αναγκαστική εκτέλεση σε επιχείρηση 827
11. Μεταβίβαση του ασφαλειοδοτήματος αντί καταβολής 835
Δ. Αναγκαστική εκτέλεση κατ’ ενάσκηση εξασφαλιστικής κυριότητας 838
1. Εκτέλεση κατ’ ενάσκηση παρακρατούμενης κυριότητας 838
2. Εκτέλεση κατ’ ενάσκηση καταπιστευτικά κεκτημένης κυριότητας 841
i. Εκτέλεση επί καταπιστευτικά κεκτημένου πράγματος 841
ii. Εκτέλεση επί καταπιστευτικά εκχωρημένης απαίτησης 844
ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΗΣ
ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗΣ
Ι. Ιδιωτικό διεθνές δίκαιο 846
Α. Σχέση μεταξύ ιδιωτικού διεθνούς και διατοπικού δικαίου 846
Β. Ικανότητα παροχής ή κτήσης ασφάλειας 847
Γ. Προσύμφωνο παροχής ασφάλειας 848
Δ. Σύμφωνο παροχής ασφάλειας 849
Ε. Ενοχή από σύμφωνο παροχής εμπράγματης ασφάλειας 850
ΣΤ. Σύσταση και τριτενέργεια ασφάλειας με στοιχείο αλλοδαπότητας 851
1. Σκοπιμότητα του συνδέσμου της τοποθεσίας ασφαλειοδοτούμενου πράγματος 851
2. Νομικός χαρακτηρισμός αντικειμένου ως ασφαλειοδοτούμενου πράγματος 852
3. Νομική έννοια της τοποθεσίας ασφαλειοδοτούμενου πράγματος 853
Ζ. Διατήρηση ασφάλειας σε μετατοπισμένο πράγμα 862
Η. Άσκηση ασφάλειας με στοιχείο αλλοδαπότητας 864
i. Άρνηση ή αμφισβήτηση εγγραφής της ασφάλειας σε δημόσιο βιβλίο 864
ii. Λήψη συντηρητικού μέτρου επί του ασφαλειοδοτήματος 865
iii. Λήψη δικαστικής άδειας πώλησης του ασφαλειοδοτήματος 868
2. Διανομή προϊόντος εκτέλεσης και προτεραιότητα ασφάλειας 869
3. Εκτελεστότητα αλλοδαπού τίτλου 870
4. Εμπράγματη δίωξη επί πτώχευσης αλλοδαπού οφειλέτη 877
Α. Σκοπιμότητα πρόβλεψης μεταβατικής περιόδου 881
Β. Μεταβατικές διατάξεις περί ενεχύρου και υποθήκης 884
Γ. Εφαρμοστέο δίκαιο επί σύστασης και τριτενέργειας της ασφάλειας 885
Δ. Εφαρμοστέο δίκαιο επί διατήρησης της ασφάλειας 887
Ε. Εφαρμοστέο δίκαιο επί άσκησης της ασφάλειας 887
ΣΤ. Εφαρμοστέο δίκαιο επί προτεραιότητας της ασφάλειας 888
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Σελ. 1
ΜΕΡΟΣ Α΄
ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΣΗΜΑΣΙΑ
ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΗΣ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗΣ
ΚΕΦ. 1o
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ
ΕΝΝΟΙΑ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΚΤΙΚΟ ΘΕΜΕΛΙΟ ΠΙΣΤΩΣΗΣ
Ι. Ουσιώδη στοιχεία πίστωσης
Α. Υποχρέωση προεκπλήρωσης του πιστωτή υπέρ του πιστούχου
1 Πίστωση είναι η αστική ενοχή όπου ο πιστωτής έχει κατά του πιστούχου απαίτηση άρσης της βλάβης η οποία συνάπτεται αιτιωδώς με την προεκπλήρωση υποχρέωσης του πιστωτή υπέρ του πιστούχου. Η πίστωση αντιδιαστέλλεται προς τη συγχρόνως εκπληρωτέα ενοχή, όπου οι εκατέρωθεν υποχρεώσεις είναι συγχρόνως εκπληρωτέες. Στην πίστωση ο πιστωτής είναι καταρχάς οφειλέτης του πιστούχου, καθώς έχει την υποχρέωση να εκπληρώσει πρώτος μια χρηματική ή χρηματικώς αποτιμητή παροχή υπέρ αυτού, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να είναι καταρχάς δανειστής του. Ως προεκπληρωτέα (ή προκαταβλητέα) παροχή θεωρείται η πράξη ή παράλειψη η οποία οφείλεται για τη διευκόλυνση του πιστούχου στην άσκηση δικαιώματός του, ή στην εξόφληση χρέους του, έναντι του πιστωτή ή τρίτου μέρους. Περαιτέρω, εάν η πίστωση προκύπτει άμεσα από σύμβαση, διάταξη νόμου, δικαστική απόφαση ή διοικητική πράξη, θεωρείται αντίστοιχα ως συμβατική, νομοθετική, δικαστική ή διοικητική, όπως ενδεικτικά είναι το δάνειο, η αδικοπραξία του πιστούχου εξ αφορμής της διευκόλυνσης που έχει παρασχεθεί για την άσκηση δικαιώματός του, η δικαστική αναστολή αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του πιστούχου ή ο διοικητικός συμβιβασμός για τη ρύθμιση χρεών του.
2 Για να χαρακτηρισθεί μια σύμβαση ως πιστωτική, αρκεί η αποδοχή της πρότασης του πιστωτή να προεκπληρώσει ορισμένη υποχρέωση, με αποτέλεσμα
Σελ. 2
να μην προσαπαιτείται και η προεκπλήρωση της. Επομένως, η πίστωση μπορεί να είναι είτε εκποιητική είτε υποσχετική δικαιοπραξία. Μια πίστωση είναι υποστατή αφότου εκδηλωθεί, έστω συναγόμενα από την όλη συναλλακτική συμπεριφορά των διαπραγματευόμενων μερών, μια δεσμευτική υπόσχεση πιστοδότησης και αυτή έχει γίνει ανεπιφύλακτα δεκτή από τον πιστούχο. Χωρίς σύμπτωση των εκατέρωθεν δεδηλωμένων βουλήσεων περί την πιστοδότηση, είναι κατά την ΑΚ 195 ανυπόστατη η πίστωση, ελλείψει συμφωνίας σε όλα τα σημεία της, συμπεριλαμβανομένων των επουσιωδέστερων. Όταν επέλθει η παραπάνω σύμπτωση, συνάπτεται συμφωνία πίστωσης, επί τη βάσει της οποίας ο πιστωτής υπέχει την υποχρέωση να εκπληρώσει πρώτος τη σύμβαση, με αποτέλεσμα η απαίτηση της πιστωτικής παροχής να μην υπόκειται στην αναβλητική ένσταση μη εκπλήρωσης της αντιπαροχής, σύμφωνα με το άρθρο 374 του ΑΚ.
3 Ελλείψει σύγχρονης αντιπαροχής, η πίστωση είναι μια διαρκής ενοχή, καθώς ουσιώδες γνώρισμα κάθε πίστωσης αποτελεί η μετάθεση του χρόνου της αποζημίωσης του πιστωτή από τον πιστούχο σε τέτοιο χρονικό σημείο ώστε η διάρκεια της πίστωσης να συναρτάται είτε με ορισμένη διαλυτική προθεσμία ή αντίστοιχη αίρεση είτε με την εκπλήρωση ή ματαίωση του σκοπού της πίστωσης. Σκοπός κάθε πίστωσης είναι να καταστεί εφικτό στον πιστούχο να χρησιμοποιεί το προκαταβληθέν αντικείμενο είτε έως τη συμπλήρωση της συνομολογημένης διαλυτικής προθεσμίας ή του εύλογου χρόνου για τη διευκόλυνση του πιστούχου στην εξυπηρέτηση ορισμένης ανάγκης του, είτε έως τη συντέλεση ενός μελλοντικού και αβέβαιου γεγονότος το οποίο είναι συμφωνημένο ή ειθισμένο να καταστήσει άμεσα απαιτητή την αποζημίωση του πιστωτή. Ως τέτοιο γεγονός είθισται να είναι η υπερημερία οφειλής του πιστούχου ή άλλο περιστατικό δυσμενούς μεταβολής των συνθηκών σύναψης της πίστωσης, το οποίο δικαιολογημένα συνεπάγεται, είτε αυτοδικαίως με την πλήρωση διαλυτικής αίρεσης είτε με την επίδοση καταγγελίας, την κατάργηση της πιστωτικής σχέσης, την ίδρυση εκκαθαριστικής ενοχής από αδικαιολόγητο πλουτισμό και την απαίτηση άμεσης αποζημίωσης του πιστωτή κατά του πιστούχου. Εκ τούτων παρέπεται ότι, εωσότου λυθεί η πίστωση, είτε όταν λήξει η συμφωνημένη προθεσμία αποζημίωσης είτε όταν πληρωθεί η διαλυτική αίρεση ή γνωστοποιηθεί η καταγγελία στον πιστούχο, ο πιστούχος εξακολουθεί να διατηρεί από νόμιμη αιτία τον πλουτισμό τον οποίο έχει λάβει επί ζημία του πιστωτή.
4 Η προεκπλήρωση θεωρείται ως μια πράξη διευκόλυνσης του πιστούχου με χρηματικά κεφάλαια ή/και άλλα οικονομικά μέσα του πιστωτή και, επομένως, είναι μια περιουσιακή επίδοση του πιστωτή προς όφελος του πιστούχου, η οποία προκαλεί, αφενός μεν, μείωση στην περιουσία του πρώτου, αφετέρου δε, ανάλογη αύξηση στην περιουσία του τελευταίου. Το αντικείμενο της προεκπλήρωσης έγκειται στην εκδήλωση είτε ορισμένης ενέργειας επωφελούς για τον πιστούχο είτε ορισμένης παράλειψης μιας ενέργειας επιζήμιας γι’ αυτόν, όπως ορίζει η κατά περίπτωση ισχύουσα πιστωτική συμφωνία, νομοθετική διάταξη, δικαστική απόφαση ή άλλη γενεσιουργός της πίστωσης νο-
Σελ. 3
μική πράξη. Η προεκπλήρωση υπέρ του πιστούχου με παράδοση ή άλλη πιστωτική ενέργεια ειδικά σε αυτόν συνεπάγεται θετική αύξηση στο ενεργητικό σκέλος της περιουσίας του, ενώ παράλληλα επιφέρει θετική μείωση στο ενεργητικό της περιουσίας του πιστωτή καθόσον επέρχεται θετική ζημία σε αυτόν, συνιστάμενη στην απώλεια περιουσιακού ωφελήματος, το οποίο αυτός είχε ή ήταν σε θέση να έχει πριν από την πίστωση. Εξάλλου, η πιστωτική ενέργεια με προκαταβολή ειδικά σε τρίτο μέρος για λογαριασμό του πιστούχου, καθώς και η πιστωτική παράλειψη με παροχή προθεσμίας εξόφλησης χρέους του πιστούχου έναντι του πιστωτή, επιφέρουν αυτοτελώς, αφενός μεν, αποθετική αύξηση στο ενεργητικό της περιουσίας του πιστούχου καθόσον είτε με τη μία είτε με την άλλη παραπάνω πίστωση επέρχεται εξοικονόμηση ισόποσης δαπάνης στον τελευταίο, αφετέρου δε, αποθετική μείωση στο ενεργητικό της περιουσίας του πιστωτή για όσο χρονικό διάστημα ο πιστούχος διατηρεί νόμιμα τον πλουτισμό τον οποίο πρέπει να αποδώσει μελλοντικά στον πιστωτή, με αποτέλεσμα η νόμιμη αυτή αναβολή στην αύξηση του ενεργητικού του πιστωτή να προξενεί αποθετική ζημία στον τελευταίο, συνιστάμενη στην απώλεια του δικαιώματος πλουτισμού τον οποίο ο πιστωτής θα μπορούσε να επιδιώξει άμεσα εάν δεν είχε λάβει χώρα η πίστωση.
Β. Απαίτηση αποζημίωσης του πιστωτή κατά του πιστούχου
5 Το έτερο ουσιώδες στοιχείο κάθε πίστωσης είναι η γέννηση του δικαιώματος του πιστωτή να αξιώσει από τον πιστούχο να άρει τη ζημία την οποία έχει υποστεί και η οποία συνάπτεται αιτιωδώς με την προεκπλήρωση της υποχρέωσής του υπέρ αυτού. Ως οφειλόμενη αποζημίωση νοείται η απόδοση ορισμένου χρηματικού ή χρηματικώς αποτιμητού αντικειμένου εξαιτίας ή εξ αφορμής της προκαταβολής ομοειδούς ή άλλου αντικειμένου, το οποίο έχει παραδοθεί από τον πιστωτή προς διευκόλυνση του πιστούχου. Καταρχάς, το χρέος του πιστούχου προς αποζημίωση έχει ως κύριο αντικείμενο την απόδοση του πιστωτικού κεφαλαίου. Το αποδοτέο αυτό κεφάλαιο, το οποίο απαντά στην ελληνική πτωχευτική νομοθεσία και ως «πίστωμα», είναι το σύνολο ή μέρος της διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής θέσης στην οποία βρισκόταν ο πιστωτής πριν από την προεκπλήρωση και εκείνης η οποία επιδεινώθηκε, άμεσα ή έμμεσα, από αυτήν ή στο πλαίσιο αυτής, δηλαδή είτε εξαιτίας είτε εξ αφορμής της προεκπλήρωσης και, πάντως, σε εσωτερική συνάφεια με αυτήν, ούτως ώστε χωρίς την πιστωτική παροχή να ήταν αδύνατη η επέλευση της ζημίας στον πιστωτή. Λαμβανομένων των παραπάνω υπόψη, παρατηρείται ότι η πίστωση είναι εξ ορισμού επαχθής τόσο για τον πιστωτή, ο οποίος υποχρεούται σε προεκπλήρωση, όσο και για τον πιστούχο, ο οποίος υποχρεούται σε αποζημίωση, ακόμα και αν η οφειλόμενη αποζημίωση δεν είναι πλήρης, με αποτέλεσμα στην τελευταία περίπτωση η πίστωση να θεωρείται ετεροβαρής για τον πιστωτή. Δεν έχει σημασία για τον χαρακτηρισμό μιας σχέσης ως πιστωτικής το εάν η προεκπλήρωση συνεπάγεται άνευ ετέρου περιστατικού τη γέννηση της αποζημιωτικής υποχρέωσης. Τουναντίον, δεν αποκλείεται η υποχρέωση αυτή
Σελ. 4
να γεννήθηκε και με τη συνδρομή περιστατικού μεταγενέστερου της προεκπλήρωσης, ιδίως με την αντισυμβατική ή αδικοπρακτική συμπεριφορά του πιστούχου. Αρκεί το γεγονός ότι η αποζημιωτική υποχρέωση έχει γεννηθεί και εξ αφορμής της προεκπλήρωσης, έστω και αν δεν είχε συμφωνηθεί, ή άλλως ρυθμισθεί, να εξαρτηθεί από μόνη την προεκπλήρωση. Έτσι, θεωρείται ως πίστωση και η επιστρεπτέα επιχορήγηση, η οποία είναι μεν χαριστική για τον λήπτη της επιχορήγησης διοικητική πράξη, πλην όμως παρέχεται υπό όρους, η δόλια αθέτηση των οποίων γεννά την αξίωση απόδοσής της από αυτόν προς τη διοικητική αρχή η οποία επιχορήγησε την επιχείρηση του.
6 Η οφειλόμενη από τον πιστούχο αποκατάσταση της περιουσιακής θέσης του πιστωτή δεν αποκλείεται από τον νόμο να είναι είτε αυτούσια είτε χρηματική, χωρίς να αποκλείεται η σώρευση των δύο αυτών μορφών αποζημίωσης. Η μορφή του πιστώματος ορίζεται με γνώμονα τον σκοπό της πίστωσης, όπως αυτός προκύπτει από την όλη δικαιοπρακτική συμπεριφορά των συμβαλλόμενων μερών, λαμβανομένου υπόψη και του φυσικού προορισμού του αντικειμένου της προκαταβολής. Εάν η πίστωση αποσκοπεί είτε στην οριστική παράδοση οποιουδήποτε πράγματος ή έργου είτε στην παραχώρηση χρήσης ειδικά ενός πράγματος προορισμένου για άμεση ανάλωση ή εκποίηση, ως πίστωμα είναι εύλογο να θεωρηθεί είτε το χρηματικό αντάλλαγμα το οποίο οφείλεται από τον πιστούχο, ιδίως το τίμημα από τον αγοραστή ή η αμοιβή από τον εργοδότη, είτε ένα αντικείμενο το οποίο είναι ομοειδές και ισάξιο με το προκαταβληθέν αναλωτό πράγμα, όπως συμβαίνει στην περίπτωση που το αναλωτό πράγμα είναι αντικείμενο δανειοδότησης. Από την άλλη πλευρά, εάν ο σκοπός της πίστωσης περιορίζεται στην παραχώρηση χρήσης ενός πράγματος για χρονικό διάστημα το οποίο υπολείπεται σημαντικά του οικονομικού κύκλου ζωής του, είναι προφανές ότι ο πιστούχος αναλαμβάνει την υποχρέωση να αποδώσει αυτούσιο το παραχωρηθέν πράγμα, όπως ενδεικτικά στις περιπτώσεις της μίσθωσης και του χρησιδανείου. Επειδή όμως όλες οι προαναφερόμενες μορφές αποζημίωσης δεν αποζημιώνουν τον πιστωτή για την αποθετική ζημία την οποία υφίσταται εξαιτίας της στέρησής του από τη δυνατότητα να επωφεληθεί της ιδιόχρησης του αντικειμένου της προκαταβολής, η αποζημίωση συνήθως συμφωνείται να καλύπτει και το διαφυγόν αυτό κέρδος, το οποίο θα αποκόμιζε ο πιστωτής εάν δεν είχε παραχωρήσει τη χρήση του πράγματος ή είχε εισπράξει το τίμημα ή την αμοιβή συγχρόνως με τη δική του παροχή. Έτσι, η αποζημίωση συμπεριλαμβάνει τόσο την απόδοση του παραχωρηθέντος κεφαλαίου, δηλαδή του δανείσματος ή του μίσθιου πράγματος, όσο και την καταβολή τόκων ή μισθωμάτων για την παραχώρηση της χρήσης του κεφαλαίου. Αντίθετα, εάν η συμφωνημένη αποζημίωση περιορίζεται στην κάλυψη μόνο της θετικής ζημίας ώστε να μην επέχει θέση ανταλλάγματος, η πίστωση θεωρείται ως μια ετεροβαρής σύμβαση, όπως παρατηρείται στις περιπτώσεις του άτοκου δανείου και του χρησιδανείου.
Σελ. 5
Γ. Διάκριση μεταξύ πιστώματος (ή χρέους) και εταιρικής εισφοράς
7 Όπως προελέχθη, ως πίστωμα θεωρείται το χρέος του πιστούχου σε αποζημίωση του πιστωτή. Ενώ η υποχρέωση προεκπλήρωσης αποτελεί στοιχείο κατά το οποίο διαφέρει η πιστωτική σύμβαση από την εκατέρωθεν συγχρόνως εκπληρωτέα σύμβαση, η υποχρέωση αποζημίωσης διακρίνει την πιστωτική σύμβαση από την αντίστοιχη εταιρική. Σε αντίθεση με τον εταίρο ο οποίος αποκτά απαίτηση απόληψης περιοδικού κέρδους και απόδοσης της εταιρικής εισφοράς υπό τον όρο της ύπαρξης διανεμητέων κερδών και της ολοσχερούς εξόφλησης των χρεών της εταιρείας έναντι τρίτων, ο πιστωτής αναλαμβάνει τον κίνδυνο αφερεγγυότητας και όχι τον κίνδυνο ζημιών του οφειλέτη, με αποτέλεσμα η απαίτηση αποζημίωσής του να μην εξαρτάται από την ύπαρξη κερδών του πιστούχου. Εξάλλου, ως χρέος της εταιρείας προς τρίτο θεωρείται η χρηματική αξίωση η οποία είναι, πρώτον, προκαθορισμένη κατά τα εκάστοτε οφειλόμενα χρηματικά ποσά και, δεύτερον, εισπρακτέα ανεξαρτήτως της ύπαρξης εταιρικών κερδών ή ζημιών.
8 Κατά παρέκκλιση του γενικού κανόνα ότι ο πιστωτής δεν επωμίζεται τον κίνδυνο ζημιών του οφειλέτη, ως πιστωτής λογίζεται από τον πτωχευτικό νομοθέτη και ο συμμετοχικός δανειοδότης, θεωρούμενος ειδικότερα ως πιστωτής τελευταίας σειράς κατά το άρθρο 96, παρ. 1, του ΠτΝ, μολονότι για τους σκοπούς της λογιστικής νομοθεσίας και δη για τον υπολογισμό των ιδίων κεφαλαίων το συμμετοχικό δάνειο εξομοιώνεται με την εταιρική εισφορά κατά το ΔΛΠ 32, το οποίο είναι εφαρμοστέο από κάθε φορέα επιχείρησης σύμφωνα με τον εκτελεστικό κανονισμό 1803/2023 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 3, παρ. 1, του νομοθετικού κανονισμού 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Συμμετοχικό είναι το δάνειο του οποίου οι όροι απόδοσης είναι τέτοιοι ώστε το δανειακό χρέος να είναι εξοφλητέο κατά τον συμφωνημένο χρόνο ενόσω ο δανειολήπτης είναι σε θέση να ικανοποιεί ολικά και εμπρόθεσμα το σύνολο των ανέγγυων πιστωτών του. Συμμετοχικό θεωρείται και το δάνειο το οποίο παρέχει στον δανειοδότη το δικαίωμα να απαιτεί την καταβολή τόκων προσδιορισμένων αποκλειστικά σε ποσοστό των κερδών, καθώς και την απόδοση δανείσματος προσδιορισμένου αποκλειστικά σε ποσοστό του καθαρού ενεργητικού του δανειολήπτη. Πάντως, κάθε δανειακή απαίτηση, έστω και αν είναι κατατακτέα στην τελευταία σειρά προτεραιότητας μεταξύ των πτωχευτικών πιστωμάτων, είναι κατατακτέα πριν από κάθε εταιρική απαίτηση, ακόμα και η εταιρική απαίτηση είναι προνομιούχα και όχι κοινή. Ειδικότερα, εάν έχει συμφωνηθεί έντοκο δάνειο αλλά οι τόκοι έχουν ορισθεί ως ποσοστό επί των κερδών της δανειολήπτριας εταιρείας, η λόγω δανείου απαίτηση καταβολής τέτοιων τόκων είναι εισπρακτέα, αφενός μεν, μετά από κάθε ανέγγυα πιστωτική απαίτηση, αφετέρου δε, πριν από κάθε εταιρική απαίτηση καταβολής μερισμάτων, έστω και αν η τελευταία συμφωνήθηκε να έχει ως αντικείμενο την περιοδική καταβολή πάγιων χρηματικών ποσών στον προνομιούχο εταίρο. Ομοίως, και η απαίτηση απόδοσης εταιρικής εισφοράς είναι υποδεέστερη κάθε πιστωτικής και, επομένως, ανεπίδεκτη εξασφάλισης, σε αντίθεση
Σελ. 6
με την πιστωτική απαίτηση, η οποία εξασφαλίζεται με το δικαίωμα του πιστωτή να ικανοποιηθεί κατά προτεραιότητα έναντι κάθε εταίρου, είτε κοινού είτε προνομιούχου, από την υπέγγυα περιουσία της οφειλέτριας εταιρείας. Μόνο μετά την ολοσχερή εξόφληση των χρεών της εταιρείας έναντι όλων των πιστωτών, συμπεριλαμβανομένων των πιστωτών τελευταίας σειράς, επιτρέπεται να αποδίδεται οποιαδήποτε εταιρική εισφορά, ακόμη και αν αυτή έχει καταβληθεί από εταίρο ο οποίος έχει αποκτήσει προνομιακό έναντι των κοινών εταίρων δικαίωμα συμμετοχής στα ίδια κεφάλαια και στα κέρδη της εταιρείας. Άλλωστε, και η καταβολή του εταιρικού χρηματικού κεφαλαίου αποτελεί μέσο εξασφάλισης κάθε πιστωτή επειδή ο εταίρος έχει μεταβιβάσει χρήματα τα οποία έχουν καταστεί μέρος της υπέγγυας περιουσίας της οφειλέτριας εταιρείας, από την αξία της οποίας δύναται κάθε πιστωτής να ικανοποιηθεί κατά προτίμηση έναντι του εταίρου. Επομένως, μια πιστωτική απαίτηση είναι προτιμητέα έναντι της απαίτησης απόδοσης εταιρικής εισφοράς ακόμη και αν η απαίτηση του πιστωτή είναι εισπρακτέα υπό την αναβλητική αίρεση του αβέβαιου γεγονότος ότι η οφειλέτρια εταιρεία θα έχει κερδοφορία και κεφαλαιακή επάρκεια ή θα πληροί κάποιον άλλο δείκτη φερεγγυότητας.
ΙΙ. Διακρίσεις πιστώσεων
Α. Εκούσια ή ακούσια πίστωση
9 Το προέχον γενικό κριτήριο διάκρισης μεταξύ διάφορων πιστωτικών μορφωμάτων είναι το βουλητικό, το οποίο έγκειται στην ύπαρξη ή στην ανυπαρξία βούλησης ενός προσώπου να αναλάβει μια πιστωτική υποχρέωση. Όπως προελέχθη, η πίστωση θεωρείται ως συμβατική, νομοθετική, δικαστική ή διοικητική εάν η πιστωτική διευκόλυνση στην άσκηση δικαιώματος ή στην εξόφληση χρέους του πιστούχου βασίζεται σε συμφωνία, νομοθετική διάταξη, δικαστική απόφαση ή διοικητική πράξη. Καταρχάς, εάν η υποχρέωση προεκπλήρωσης (ή αποζημίωσης) έχει γεννηθεί με ή χωρίς τη βούληση του πιστωτή (ή του πιστούχου), η πίστωση θεωρείται ως εκούσια ή ακούσια. Στην έννοια της εκούσιας πίστωσης εμπίπτουν, κατά κύριο λόγο, το δάνειο και οποιαδήποτε νομοθετικά ή εθιμικά ιδιώνυμη μορφή δανείου, είτε αμιγής, όπως η τραπεζική ενέγγυα πίστωση, είτε μεικτή, όπως η χρηματοδοτική μίσθωση, η νόθα πρακτορεία επιχειρηματικών απαιτήσεων, η προεξόφληση πιστωτικών τίτλων και η επαναγορά επενδυτικών τίτλων. Επίσης, μορφές εκούσιας πίστωσης θεωρούνται το χρησιδάνειο, η μίσθωση, η πώληση ή άλλη προμήθεια με προκαταβολή είτε του παραδοτέου αντικειμένου είτε του χρηματικού ανταλλάγματος, ο συμβιβασμός, η εγγύηση ή η ενεχυρική ή υποθηκική κάλυψη χρέους του πιστούχου έναντι τρίτου δανειστή, καθώς επίσης η εντολή. Ειδικότερα, επί δανείου, χρησιδανείου ή μίσθωσης πράγματος ο πιστωτής παραχωρεί προς χρήση ένα ή περισσότερα πράγματα τα οποία είναι αποδοτέα, είτε αυτούσια είτε με ομοειδή και ισάξια πράγματα, από τον πιστούχο μετά τη συμπλήρωση ορισμένης προθεσμίας ή μετά την παρέλευση εύλογου χρόνου ανοχής της παραμονής του πιστούχου στη χρήση των παραχωρούμενων πραγμάτων. Επί
Σελ. 7
πώλησης ή εργολαβίας, στη μεν πίστωση του χρηματικού ανταλλάγματος ο πιστωτής παραδίδει οριστικά ένα ή περισσότερα πράγματα ή έργα, αντίστοιχα, και υποχρεούται να ανεχθεί την καταβολή του τιμήματος ή, αντίστοιχα, της αμοιβής από τον πιστούχο μετά τη συμπλήρωση ορισμένης προθεσμίας, στη δε προκαταβολή του χρηματικού ανταλλάγματος πιστωτής είναι ο αγοραστής ή ο εργοδότης αντίστοιχα. Επί συμβιβασμού, ο πιστωτής αναλαμβάνει την υποχρέωση να παραλείπει την είσπραξη μιας επισφαλούς ή ληξιπρόθεσμης χρηματικής απαίτησής του κατά του πιστούχου εωσότου ο τελευταίος αθετήσει την αναβλητική προθεσμία πληρωμής ή οποιονδήποτε άλλο όρο υπό τον οποίο η απαίτηση έχει αναγνωρισθεί, ανανεωθεί ή άλλως διευθετηθεί με τον συμβιβασμό. Επί εγγύησης ή εμπράγματης κάλυψης, ο ασφαλειοδότης υπέχει την υποχρέωση να προεκπληρώσει το χρέος του πιστούχου έναντι τρίτου δανειστή ώστε να τον διευκολύνει να λάβει χρηματοδοτική πίστωση από τον τρίτο και, όταν το προεκπληρώσει λόγω υπερημερίας στην εξόφλησή του από τον πιστούχο, αποκτά αναγωγή κατά του τελευταίου, δηλαδή το δικαίωμα να απαιτήσει αποζημίωση από αυτόν. Τέλος, και επί της εντολής παρατηρείται το πιστωτικό στοιχείο, καθώς, αφενός μεν, ο εντολέας υποχρεούται σε προκαταβολή των δαπανών οι οποίες είναι αναγκαίες για τη διεκπεραίωση της υπόθεσης που έχει αναθέσει στον εντολοδόχο, αφετέρου δε, ο τελευταίος υποχρεούται να αποζημιώσει τον πρώτο για τυχόν ζημία που θα έχει προξενήσει σε αυτόν έχοντας εκτελέσει πλημμελώς την εντολή.
10 Από την άλλη πλευρά, στην ακούσια πίστωση παρατηρείται το στοιχείο του νομικού εξαναγκασμού είτε του πιστωτή είτε του πιστούχου σε ορισμένη παροχή. Στις περισσότερες μορφές ακούσιας πίστωσης ο εξαναγκασμός αυτός είναι αμοιβαίος, ούτως ώστε ο μεν πιστωτής να αναλαμβάνει εκ του νόμου την υποχρέωση να διευκολύνει την άσκηση ορισμένου δικαιώματος του πιστούχου, ή την εξόφληση ορισμένου χρέους του, έναντι του πιστωτή, ο δε πιστούχος να υπέχει αναγκαστικά την υποχρέωση να αποζημιώσει τον πιστωτή για την υλική και, ενίοτε, την ηθική βλάβη η οποία συνάπτεται αιτιωδώς με την προεκπλήρωση του πιστωτή. Ως ακούσια υποχρέωση προεκπλήρωσης του πιστωτή θεωρείται, μεταξύ άλλων, η υποχρέωση η οποία έχει ως παροχή είτε την προκαταβολή δαπανών, είτε την επίδειξη πράγματος, είτε την προσωρινή ανοχή άσκησης δικαιώματος του πιστούχου. Περιπτώσεις αναγκαστικής ανοχής είναι ενδεικτικά η παράλειψη είσπραξης χρηματικής απαίτησης έως τη συμπλήρωση της αναβλητικής προθεσμίας η οποία έχει ταχθεί από τον νόμο ή έως την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης η οποία έχει ταχθεί με δικαστική απόφαση επί αίτησης αναστολής αναγκαστικής εκτέλεσης, η ανοχή διέλευσης ατόμων από ιδιόκτητο ακίνητο για την εκτέλεση εργασιών σε όμορο ακίνητο, η ανοχή διαχείρισης της ιδιόκτητης περιουσίας από τους γονείς, τον επίτροπο ανηλίκου ή άλλο νόμιμο διαχειριστή, η ανοχή αφαίρεσης αλλότριου κατασκευάσματος, η ανοχή λύσης μιας κοινωνίας και διανομής του κοινόκτητου αντικειμένου, καθώς επίσης η ανοχή προσωρινής εκτέλεσης μιας οριστικής καταψηφιστικής απόφασης. Εξάλλου, ως ακούσια υποχρέωση αποζημίωσης του πιστούχου εκλαμβάνεται η ευ-
Σελ. 8
θύνη του έναντι του πιστωτή από διοίκηση αλλοτρίων άνευ εντολής, από αδικοπραξία, από αδικαιολόγητο πλουτισμό, από διοικητική πράξη καταλογισμού φόρου ή ελλείμματος στη διαχείριση δημόσιας περιουσίας, ή από οποιαδήποτε άλλη εξωσυμβατική νομική πράξη η οποία παρέχει κατά τον νόμο στον πιστωτή το δικαίωμα να αξιώσει αποζημίωση από τον πιστούχο.
Β. Άμεση ή έμμεση πίστωση
1. Άμεση ή έμμεση χρηματοδότηση
11 Οι εκούσιες πιστώσεις διακρίνονται περαιτέρω σε άμεσες και έμμεσες, ανάλογα με το εάν χρηματοδοτούν άμεσα ή έμμεσα τους πιστούχους. Επειδή όμως η διάκριση αυτή βασίζεται στο εξωνομικό κριτήριο της χρηματοδότησης και δεν απηχεί την ευρεία νομική έννοια του πιστωτικού θεσμού, προτιμητέα είναι η διάκριση των πιστώσεων σε χρηματοδοτικές και ασφαλειοδοτικές για τη νομική απόδοση της εξωνομικής διάκρισης των πιστώσεων, δηλαδή των χρηματοδοτήσεων, σε άμεσες και έμμεσες. Ειδικότερα, ως άμεση πίστωση-χρηματοδότηση θεωρείται η παροχή δανείου (ή άλλης χρηματοδοτικής πίστωσης) στον πιστούχο για την άμεση ενίσχυση της αγοραστικής ή πιστοληπτικής ικανότητάς του, ενώ ως έμμεση πίστωση-χρηματοδότηση θεωρείται η παροχή ασφάλειας στον χρηματοδότη για τη διευκόλυνση του πιστούχου στη λήψη της άμεσης πίστωσης-χρηματοδότησης. Με άλλα λόγια, η άμεση πίστωση έχει ως άμεσο νομικό σκοπό τη χρηματοδότηση προς τον πιστούχο, ενώ η έμμεση πίστωση έχει ως άμεσο μεν νομικό σκοπό την ασφαλειοδότηση προς τον χρηματοδότη, ως έμμεσο δε σκοπό τη χρηματοδότηση προς τον πιστούχο, υπέρ του οποίου παρέχεται η ασφάλεια. Για τους λόγους αυτούς η μεν άμεση πίστωση χαρακτηρίζεται και ως χρηματοδοτική, η δε έμμεση πίστωση χαρακτηρίζεται και ως ασφαλειοδοτική, με αποτέλεσμα να προτάσσεται εδώ, ως νομικό κριτήριο διάκρισης των πιστώσεων, η φύση του νομικού αντικειμένου της πιστωτικής παροχής.
12 Από τη μία πλευρά, στη χρηματοδοτική πίστωση, όπως ενδεικτικά στο δάνειο, στην πιστωτική πώληση και στον ανανεωτικό συμβιβασμό, ο πιστωτής χρηματοδοτεί άμεσα τον πιστούχο είτε προκαταβάλλοντας την οφειλόμενη από τον πιστούχο χρηματική παροχή στον τρίτο δανειστή είτε παρέχοντας προθεσμία για την εξόφληση της χρηματικής υποχρέωσης του πιστούχου έναντι του χρηματοδοτικού πιστωτή. Από την άλλη πλευρά, στην ασφαλειοδοτική πίστωση, ιδίως στην εγγύηση, στην οφειλή εις ολόκληρον και στην ενεχυρική ή υποθηκική κάλυψη αλλότριας οφειλής, ο πιστωτής αναλαμβάνει την εξόφληση χρηματικής υποχρέωσης του πιστούχου έναντι του τρίτου δανειστή επιβαρύνοντας είτε την εν γένει περιουσία του είτε ορισμένο περιουσιακό αγαθό του για την προστασία του τρίτου δανειστή από τον κίνδυνο αφερεγγυότητας
Σελ. 9
του πιστούχου, ενώ μετά την υπερημερία του τελευταίου και την ικανοποίηση του τρίτου ο πιστωτής αποκτά εκ του νόμου την ασφαλισμένη απαίτηση υποκαθιστώντας τον ικανοποιημένο δανειστή, σύμφωνα με την κατά περίπτωση εφαρμοστέα διάταξη του άρθρου 488, 858, 1234 ή 1298 του ΑΚ.
2. Αναγωγή κατά του άμεσα ή έμμεσα χρηματοδοτούμενου
13 Όπου ο νόμος εξαρτά την υπεισέλευση του ασφαλειοδότη στη θέση του χρηματοδότη από την ύπαρξη αναγωγικού δικαιώματος του πρώτου κατά του πρωτοφειλέτη ή συνοφειλέτη της ασφαλισμένης και ικανοποιημένης απαίτησης, εννοεί την εξάρτηση της αναγωγής αυτής από την ύπαρξη ασφαλειοδοτικής-έμμεσης πίστωσης, χωρίς την οποία η σχέση ασφαλειοδοτικής κάλυψης θα ήταν χαριστική και, επομένως, θα καθιστούσε αδύνατη την υποκατάσταση του ικανοποιημένου δανειστή από τον ικανοποιήσαντα ασφαλειοδότη. Η σχέση κάλυψης, σε περίπτωση αμφιβολίας, είναι πιστωτική και όχι χαριστική, καθώς η τελευταία προϋποθέτει ρητή βούληση ελευθεριότητας από τον ασφαλειοδότη.
14 Γενικά, η αναγωγή βασίζεται είτε στην πίστωση, άμεση ή έμμεση, είτε στην εξασφάλιση. Εν προκειμένω ενδιαφέρει η πιστωτική αναγωγή, καθώς η εξασφαλιστική αναγωγή αφορά στην απαίτηση αποζημίωσης του χρηματοδότη κατά του τρίτου στην πίστωση ασφαλειοδότη, ενοχικού ή εμπράγματου, αφότου περιέλθει σε υπερημερία ο οφειλέτης της εξασφαλισμένης απαίτησης. Αντίθετα, η πιστωτική αναγωγή συνίσταται στην απαίτηση αποζημίωσης η οποία γεννάται λόγω πίστωσης, χρηματοδοτικής ή ασφαλειοδοτικής, και είναι δικαστικά επιδιώξιμη κατά του πιστούχου όταν είτε ικανοποιηθεί ο τρίτος στην πίστωση δανειστής από τον ασφαλειοδότη είτε καταστεί υπερήμερος ο τρίτος οφειλέτης της χρηματοδοτημένης απαίτησης. Εκ τούτου παρέπεται ότι η πιστωτική αναγωγή είναι έννοια είδους σε σύγκριση με την απαίτηση αποζημίωσης λόγω πίστωσης εν γένει, επειδή απαντά μόνο στην τριμερή πίστωση, όπου η πιστωτική διευκόλυνση παρέχεται για την ικανοποίηση δικαιώματος, ή την εξόφληση χρέους, του πιστούχου έναντι τρίτου στην πίστωση μέρους. Το αναγωγικό δικαίωμα παρατηρείται σε όλες τις μορφές της ασφαλειοδοτικής πίστωσης, καθώς επίσης σε μερικές μορφές της αντίστοιχης χρηματοδοτικής, ιδιαίτερα στην προεξόφληση χρηματογράφων, στη νόθα πρακτορεία επιχειρηματικών απαιτήσεων, καθώς και στην τραπεζική προκαταβολή έναντι φορτωτικής του άρθρου 34 του ν.δ. του 1923 περί ειδικών διατάξεων επί ΑΕ, όπου ο πιστωτής δικαιούται να αναγάγει τον πιστούχο όταν καταστεί υπερήμερος ο τρίτος οφειλέτης της απαίτησης την οποία έχει χρηματοδοτήσει για να διευκολύνει την ικανοποίηση του δικαιώματος του πιστούχου κατά του τρίτου.
Γ. Άμεση πίστωση με ή χωρίς παράδοση χρημάτων
1. Χρηματοδότηση με δάνειο
15 Καταρχάς, το δάνειο είναι μια κατεξοχήν πιστωτική συμφωνία, δυνάμει της οποίας ο μεν δανειοδότης αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταβιβάσει ορι-
Σελ. 10
σμένο ποσό χρημάτων στον αντισυμβαλλόμενο δανειολήπτη, ο δε τελευταίος αναλαμβάνει την υποχρέωση να αποδώσει στον πρώτο ένα ισάξιο ποσό χρημάτων του ίδιου εκδότη σε μελλοντικό χρόνο, δηλαδή είτε κατά τη συμπλήρωση αναβλητικής προθεσμίας είτε μετά τη λήψη καταγγελίας του δανειοδότη. Καταρχάς, αναφορικά με το πρώτο ουσιώδες στοιχείο υπόστασης κάθε δανείου, το χρηματικό ποσό που συμφωνείται να μεταβιβασθεί λόγω δανείου, δηλαδή υπό τον όρο ότι θα αποδοθεί υπό αναβλητική προθεσμία ή αίρεση, χαρακτηρίζεται ως δάνεισμα, η παράδοση του οποίου είναι αναγκαία για να γεννηθεί η απαίτηση απόδοσης του. Είναι αδιάφορο για την ύπαρξη της απαίτησης απόδοσης του δανείσματος το εάν ο δανειολήπτης έχει χρησιμοποιήσει ή όχι τα δανειοδοτημένα χρήματα. Αρκεί το γεγονός ότι αυτά έχουν μεταβιβασθεί από τον δανειοδότη με παράδοση της νομής τους στον δανειολήπτη και, επομένως, έχουν τεθεί από τον πρώτο στη διάθεση του τελευταίου, προκειμένου ο τελευταίος να είναι σε θέση να τα χρησιμοποιήσει άμεσα και σύμφωνα με τον φυσικό προορισμό τους κατά την ΑΚ 952, δηλαδή μεταβιβάζοντάς τα περαιτέρω σε τρίτο μέρος. Η παράδοση του δανείσματος συνήθως συντελείται με ισόποση πίστωση του τραπεζικού λογαριασμού ο οποίος έχει ανοιχθεί λόγω δανείου στο όνομα του δανειολήπτη. Με τον τρόπο αυτόν εκπληρώνεται η δανειοδοτική παροχή ώστε ο δανειολήπτης να αποκτά λόγω δανείου την κυριότητα και, επομένως, την εξουσία διάθεσης των δανειοδοτημένων χρημάτων. Περαιτέρω, εξουσία διάθεσης του δανείσματος έχει και ο δανειολήπτης ειδικού σκοπού, ο οποίος αποκτά χρήματα δανειοδοτούμενα για ορισμένη χρήση. Εάν τα χρήματα δεν χρησιμοποιηθούν για τον σκοπό για τον οποίο συμφωνήθηκε η δανειοδότησή τους, ο δανειοδότης δύναται μεν να απαιτήσει την άμεση απόδοση του δανείσματος ως αποζημίωση λόγω υπαίτιας αθέτησης της ανωτέρω συμβατικής υποχρέωσης, αλλά όχι να διεκδικήσει κατ’ ενάσκηση κυριότητας την απόδοση ειδικά των δανειοδοτημένων χρημάτων, καθώς το δικαίωμα νομής έχει ήδη απολεσθεί από τη στιγμή που αυτά έχουν μεταβιβασθεί ανεπιφύλακτα από τον δανειοδότη. Η νομή διατηρείται στο πρόσωπο του δανειοδότη μόνο εάν τα χρήματα παραμένουν στον δανειακό λογαριασμό με την εκεί υφιστάμενη σημείωση ότι αυτά υπόκεινται στο επιφυλασσόμενο δικαίωμά του να τα αναλάβει χωρίς τη σύμπραξη του δανειολήπτη όταν ματαιωθεί, ή εκπληρωθεί με άλλο μέσο, ο σκοπός για τον οποίο έχουν δανειοδοτηθεί.
16 Η παράδοση του δανείσματος πραγματοποιείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 976 και 977 του ΑΚ περί μεταβίβασης της νομής και συνεπάγεται κατά την ΑΚ 1034 τη μεταβίβαση της κυριότητας επί των δανειοδοτούμενων χρημάτων. Έτσι, το δάνειο είναι δυνατό να συντελεσθεί και με αντιφώνηση της νομής των χρημάτων κατά την ΑΚ 977, ιδίως με τη μεταβίβασή τους σε πίστωση τραπεζικού λογαριασμού τηρούμενου από τη δανειοδότρια τράπεζα υπέρ του δανειολήπτη, όπου η τράπεζα διατηρεί την κατοχή ως θεματοφύλακας των χρημάτων τα οποία ανήκουν στον δανειολήπτη ως δικαιούχο του πιστωθέντος λογαριασμού. Επίσης, ως δάνειο εκλαμβάνεται η παροχή προθεσμίας προς απόδοση των χρημάτων τα οποία ήταν αμέσως αποδοτέα από τον δανει-
Σελ. 11
ολήπτη από παλαιό δάνειο. Η προθεσμία αυτή, η οποία συνήθως παρέχεται με ανανέωση του παλαιού δανείου, είναι ικανή να στοιχειοθετήσει παράδοση των χρημάτων «βραχεία χειρί» και, επομένως, μεταβίβαση της νομής τους στον δανειολήπτη σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 976 του ΑΚ. Περαιτέρω, ως δάνειο χαρακτηρίζεται από μερίδα της ελληνικής θεωρίας και η παροχή προθεσμίας προς απόδοση των χρημάτων τα οποία ήταν αμέσως αποδοτέα από οποιαδήποτε αιτία, είτε δανειακή είτε μη δανειακή. Ωστόσο, η πίστωση χρόνου είναι νομικά ορθό να θεωρείται ως ανανεωτικός συμβιβασμός και όχι ως δάνειο εφόσον η παλαιά αιτία του χρέους δεν είναι δανειακή. Τέλος, το κύρος του δανείου δεν θίγεται από το γεγονός ότι τα δανειοδοτημένα χρήματα έχουν παραδοθεί απευθείας σε τρίτο μέρος και όχι στον δανειολήπτη, εφόσον η παράδοση αυτή έχει γίνει κατ’ εντολή του τελευταίου. Η μεταβίβαση των χρημάτων με παράδοσή τους στον τρίτο από τον δανειοδότη κατ’ εντολή του δανειολήπτη ισοδυναμεί κατά τον νόμο με μεταβίβαση των χρημάτων στον δανειολήπτη, επειδή ο τελευταίος, πρώτον, απέκτησε την εξουσία διάθεσης των χρημάτων, δυνάμει της οποίας έδωσε την εντολή παράδοσής τους στον τρίτο, και δεύτερον, έλαβε το ίδιο περιουσιακό ωφέλημα στο οποίο απέβλεπε καταρτίζοντας το δάνειο, δηλαδή την εξοικονόμηση της δαπάνης στην οποία θα είχε υποβληθεί χωρίς το δάνειο, με το περιουσιακό ωφέλημα που θα ελάμβανε εάν είχε τα δανειοδοτημένα χρήματα στη δική του κατοχή και ακολούθως τα παρέδιδε αυτοπροσώπως στο τρίτο μέρος.
17 Το έτερο ουσιώδες στοιχείο υπόστασης κάθε δανείου είναι η υποχρέωση του δανειολήπτη να αποδώσει τα δανειοδοτημένα χρήματα είτε υπό αναβλητική προθεσμία είτε υπό αναβλητική αίρεση και, πάντως, σε μελλοντικό χρόνο. Καταρχάς, αφότου μεταβιβασθούν τα χρήματα λόγω δανείου, ο δανειολήπτης υπέχει την υποχρέωση να αποδώσει στον δανειοδότη το χρηματικό κεφάλαιο που έλαβε, καθώς έχει συμφωνηθεί ότι η αιτία μεταβίβασης των χρημάτων είναι πιστωτική, υπό την έννοια ότι ο νομικός σκοπός παράδοσης του χρηματικού κεφαλαίου συνίσταται στο να αποκτήσει ο δανειοδότης την πιστωτική απαίτηση να αποδοθεί τούτο και, συνήθως, εντόκως από τον χρόνο παράδοσης του. Με άλλα λόγια, η προκείμενη περιουσιακή επίδοση, η οποία συνίσταται στη μεταβίβαση χρημάτων προς τον δανειολήπτη, γίνεται λόγω πίστωσης («causa credendi») και όχι λόγω ελευθεριότητας («causa donandi»). Από την άλλη πλευρά, τα χρήματα δεν είναι αμέσως αποδοτέα από τη στιγμή που έχουν δανειοδοτηθεί, καθώς ο οικονομικός σκοπός κάθε δανείου, έντοκου ή άτοκου, έγκειται στο να διευκολυνθεί ο δανειολήπτης, αρχικά, να ικανοποιήσει μια άμεση χρηματοδοτική του ανάγκη και, ακολούθως, να λάβει τον χρόνο που χρειάζεται για να αποδώσει το χρηματικό κεφάλαιο στον δανειοδότη. Τούτων λαμβανομένων υπόψη, είναι εύλογο να συμφωνείται ότι το χρονικό σημείο κατά το οποίο θα καταστεί άμεσα απαιτητή η οφειλόμενη απόδοση του δανείσματος θα συμπίπτει είτε με τη λήξη της τυχόν συμφωνημένης προθεσμίας απόδοσής του είτε με την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης ότι θα καταγγελθεί το δάνειο από τον δανειοδότη ή τον δανειολήπτη στην περίπτωση
Σελ. 12
που αυτό έχει παρασχεθεί για αόριστο χρόνο και έχει συμφωνηθεί να καταγγελθεί οποτεδήποτε θελήσει ο ένας ή ο άλλος συμβεβλημένος. Επομένως, σε κάθε περίπτωση ο δανειολήπτης αποκτά το δικαίωμα να αναβάλλει την απόδοση όλου του ειλημμένου δανείσματος μέχρι το δάνειο είτε να λήξει εάν έχει παρασχεθεί για ορισμένο χρόνο είτε να καταγγελθεί εάν έχει παρασχεθεί για αόριστο χρόνο.
18 Το δάνειο διακρίνεται σε δάνειο ορισμένου και σε δάνειο αορίστου χρόνου, ανάλογα με το εάν η απαίτηση απόδοσης του δανείσματος έχει συμφωνηθεί να τελεί υπό αναβλητική προθεσμία ή υπό την αναβλητική αίρεση της καταγγελίας του δανειοδότη, αντίστοιχα. Η αναβλητική προθεσμία απόδοσης του δανείου αρχίζει από την παράδοσή του και, ειδικότερα, από την πρώτη τμηματική παροχή του. Για να θεωρηθεί ένα δάνειο ως ορισμένου χρόνου δεν έχει σημασία το εάν έχει συμφωνηθεί να αποδοθεί το δάνεισμα εφάπαξ κατά τη λήξη της προθεσμίας ή με περιοδικές δόσεις εντός αυτής. Από την άλλη πλευρά, ένα δάνειο χαρακτηρίζεται ως αορίστου χρόνου στην περίπτωση κατά την οποία η υποχρέωση απόδοσής του έχει συμφωνηθεί να καταστεί αμέσως εκπληρωτέα όταν το δάνειο καταγγελθεί από τον δανειοδότη, είτε οποτεδήποτε θελήσει αυτός είτε όταν πληρωθεί οποιαδήποτε μη εξουσιαστική αναβλητική αίρεση, ιδίως όταν λάβει χώρα ορισμένο περιστατικό το οποίο συνιστά σοβαρό κλονισμό φερεγγυότητας του δανειολήπτη. Καταρχήν, η καταγγελία δανείου αορίστου χρόνου από οποιοδήποτε συμβεβλημένο μέρος είναι προειδοποιητική σύμφωνα με το άρθρο 807 του ΑΚ, καθώς με το άρθρο αυτό έχει εισαχθεί γενική διάταξη η οποία, εάν δεν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά, παρέχει στον δανειολήπτη προθεσμία ενός μηνός με σκοπό να συγκεντρώσει τα χρήματα που χρειάζεται για να αποδώσει το δάνεισμα εμπρόθεσμα ώστε να μη χρεωθεί με τόκους υπερημερίας κατά το άρθρο 345 του ΑΚ. Κατ’ εξαίρεση, εάν το δάνειο παρέχεται με αλληλόχρεο λογαριασμό, η απαίτηση απόδοσης του δανείσματος ενεργοποιείται αμέσως μόλις κλείσει οριστικά ο λογαριασμός αυτός με σχετική καταγγελία, η οποία είναι απρόθεσμη κατά το άρθρο 112 του ΕισΝΑΚ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπου η παράδοση του δανείου γίνεται με καταβολή σε αλληλόχρεο λογαριασμό, η απόδοσή του υπόκειται στους όρους του λογαριασμού αυτού, ακόμα και αν έχει συμφωνηθεί να παρασχεθεί για ορισμένο χρόνο.
2. Χρηματοδότηση με αγορά και ρήτρα απόδοσης του τιμήματος
i. Σημασία και νομικός χαρακτηρισμός
19 Η άλλη κατηγορία άμεσων πιστώσεων, είτε με προκαταβολή είτε με προεξόφληση, αποτελείται από ιδιότυπες συμφωνίες αγοράς με ρήτρα απόδοσης του τιμήματος στον αγοραστή που έχει αναλάβει να χρηματοδοτήσει ή αναχρηματοδοτήσει το ενεργητικό του πιστούχου. Συχνά παρατηρείται το φαινό-
Σελ. 13
μενο να γίνεται η αγορά από έναν κατά κύριο επάγγελμα χρηματοπιστωτικό φορέα, ο οποίος όμως ενδιαφέρεται περισσότερο για την απόδοση του τιμήματος παρά για τη χρήση του αγορασμένου αγαθού. Σε μια τέτοια περίπτωση, η αγορά έχει προεχόντως χρηματοδοτικό σκοπό, ο οποίος έγκειται στην πρωτογενή υποχρέωση του πωλητή να αποδώσει το τίμημα, το οποίο έλαβε με αντάλλαγμα τη λόγω πώλησης μεταβίβαση του περιουσιακού αγαθού. Η πώληση αυτή, η οποία συνοδεύεται με ρήτρα απόδοσης του τιμήματος, συνάπτεται είτε ως τέτοια είτε με ιδιότυπη σύμβαση, ιδίως με χρηματοδοτική μίσθωση πραγμάτων, πρακτορεία επιχειρηματικών απαιτήσεων ή επαναγορά επενδυτικών τίτλων. Όλες αυτές οι χρηματοπιστωτικές συναλλαγές διαφοροποιούνται μεν από το δάνειο καθώς μετέρχονται την πώληση ως εναλλακτικό μέσο χρηματοδότησης του πωλητή, πλην όμως προσομοιάζουν σε αυτό καθώς εξαρτούν την πώληση από την πιστωτική συμφωνία να αποδώσει ο πωλητής το κεφάλαιο που θα έχει καταβάλει ο αγοραστής για τη χρηματοδοτική διευκόλυνση του.
20 Οι προαναφερόμενες χρηματοδοτικές συμφωνίες, οι οποίες αναλύονται στις επόμενες παραγράφους, θεωρούνται ως μορφές αγοραστικής και όχι δανειακής πιστοδότησης, επειδή γεννούν την υποχρέωση απόδοσης ενός πιστώματος το οποίο δεν έχει τη νομική μορφή του δανείσματος αλλά του αποδοτέου τιμήματος που έχει καταβληθεί από τον αγοραστή-πιστωτή. Οι πιστωτικές αυτές συμφωνίες, όπως προκύπτει από τη δικαιοπρακτική βούληση των μερών και τις σχετικές νομοθετικές διατάξεις, δεν εγκυμονούν τον κίνδυνο να αναχαρακτηρισθούν ως δανειακές είτε λόγω εικονικότητας της βούλησης των συμβαλλομένων είτε λόγω καταστρατήγησης του νόμου, με αποτέλεσμα να μην πάσχουν από ακυρότητα για τέτοιους λόγους. Καταρχήν, η βούληση να συμφωνηθούν η πώληση και η απόδοση του τιμήματος είναι αληθής και νόμιμη επειδή δεν υποκρύπτει βούληση κατάρτισης δανείου, ενώ παράλληλα αναγνωρίζεται από τον νόμο ως έγκυρη. Τα ενδιαφερόμενα μέρη επιθυμούν να αποφύγουν τη σύναψη δανείου καθώς το δάνειο σε πολλές περιπτώσεις μειονεκτεί έναντι της πώλησης με ρήτρα απόδοσης του τιμήματος. Ειδικότερα, ενώ το δάνειο αποσκοπεί στην αγορά αντικειμένου από τον πιστούχο, η συμφωνία πώλησης και απόδοσης του τιμήματος αποσκοπεί στην αγορά του αντικειμένου από τον πιστωτή. Τούτο έχει ως αποτέλεσμα ότι, ενώ το δάνεισμα συνήθως εξασφαλίζεται με περιορισμένη εμπράγματη ασφάλεια, δηλαδή με ενέχυρο ή υποθήκη, επί του χρηματοδοτούμενου αγαθού καθώς αυτό περιέρχεται στην κυριότητα του δανειολήπτη, η πώληση και η συμφωνία απόδοσης του τιμήματος συνεπάγονται την κτήση κυριότητας επί του χρηματοδοτούμενου αγαθού από τον αγοραστή προς μείζονα εξασφάλισή του ως πιστωτή. Εκ τούτου παρέπεται ότι ο αγοραστής-πιστωτής έχει το δικαίωμα να ικανοποιηθεί υπερπρονομιακά από την αξία του χρηματοδοτημένου αγαθού, αποχωρίζοντάς το από την κατοχή του υπερήμερου χρηματικού οφειλέτη και προβαίνοντας στην ελεύθερη διάθεσή του, χωρίς να βαρύνεται με την τήρηση των περιορισμών και των διατυπώσεων που τάσσει η δικονομική και η πτωχευτι-
Σελ. 14
κή νομοθεσία σε βάρος των ενεχυρούχων και των ενυπόθηκων πιστωτών. Επιπλέον, με την πώληση ο πιστούχος δύναται να παρακάμψει τη ρήτρα παράλειψης παροχής ενεχύρου ή υποθήκης, η οποία τυχόν απαντά σε δανειακή συμφωνία που έχει ήδη συνάψει ως δανειολήπτης. Ομοίως, η πώληση αποτελεί ένα εναλλακτικό μέσο χρηματοδότησης του πιστούχου ο οποίος έχει εξαντλήσει ένα δεσμευτικό όριο δανειοληψίας, το οποίο έχει ταχθεί από προγενέστερη δανειακή συμφωνία του. Εξάλλου, καθώς η αγοραστική πίστωση είναι δυνατό κατά τον νόμο να παρέχεται και από εταιρεία η οποία δεν είναι τραπεζική, όπως ενδεικτικά από εταιρεία χρηματοδοτικών μισθώσεων ή πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, παρέπεται ότι μια τέτοια χρηματοπιστωτική συναλλαγή αποτελεί ένα λίαν σημαντικό εργαλείο χρηματοδότησης του εμπόρου ο οποίος δεν μπορεί να αντλήσει τα αναγκαία κεφάλαια από το τραπεζικό σύστημα στην περίπτωση που τα πιστωτικά ιδρύματα βαρύνονται με πολλά μη εξυπηρετούμενα δάνεια και, επομένως, υποχρεούνται να διατηρούν αυξημένα ίδια κεφάλαια προς κάλυψη μελλοντικών ζημιών από επισφαλείς ή ανείσπρακτες απαιτήσεις, κατ’ επιταγή των σχετικών κανόνων προληπτικής εποπτείας τους χάριν προστασίας των τραπεζικών καταθετών.
ii. Χρηματοδοτική μίσθωση
21 Δυνάμει της χρηματοδοτικής μίσθωσης («financial leasing»), η οποία ρυθμίζεται με τον ν. 1665/1986, ο χρηματοδοτούμενος έμπορος υποχρεούται να αποδώσει υπό τη μορφή μισθώματος το τίμημα που θα έχει καταβληθεί από τον εκμισθωτή, είτε σε αυτόν είτε σε τρίτο μέρος, λόγω αγοράς ενός ή περισσότερων μίσθιων πραγμάτων. Η πίστωση αυτή, παρεχόμενη με μίσθωση για ορισμένο χρόνο ο οποίος συνήθως αντιστοιχεί στην οικονομικά ωφέλιμη ζωή του μισθίου, εξασφαλίζεται με την παρακράτηση της κυριότητας επ’ αυτού από τον εκμισθωτή και εξυπηρετείται με την καταβολή μισθωμάτων από τον πιστούχο, ο οποίος έχει το δικαίωμα προαίρεσης είτε να ανανεώσει τη μίσθωση για ορισμένο χρόνο, είτε να αγοράσει το μίσθιο ακόμη και πριν από τη λήξη της μίσθωσης έναντι καταβολής των οφειλόμενων έως τη λήξη μισθωμάτων και του τιμήματος το οποίο αντανακλά την υπολειμματική αξία του, είτε να αποδώσει το μίσθιο στον πιστωτή κατά τη λήξη της μίσθωσης, είτε να πωλήσει και να παραδώσει οποτεδήποτε το μίσθιο σε τρίτο μέρος, ενεργώντας στην τελευταία περίπτωση ως άμεσος αντιπρόσωπος του πιστωτή και αποδίδοντας το τίμημα σε αυτόν χωρίς να απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής των μισθωμάτων που δεν καλύπτονται από το τίμημα. Περαιτέρω, εάν η χρηματοδοτική μίσθωση είναι αντίστροφη, ο πωλητής είναι και πιστούχος καθώς στο πρόσωπό του συντρέχει και η ιδιότητα του μισθωτή, με συνέπεια να είναι αυτός που αναλαμβάνει και την υποχρέωση απόδοσης του τιμήματος με την καταβολή μισθωμάτων.
22 Η χρηματοδοτική μίσθωση διαφέρει από τη λειτουργική μίσθωση («operating leasing»), καθώς στην πρώτη περίπτωση πρόκειται κατ’ ουσίαν για χρηματοπιστωτική σύμβαση, στην οποία συμφωνείται η μετάθεση όλων των ωφελημά-
Σελ. 15
των και βαρών του μίσθιου πράγματος στον μισθωτή από την έναρξη της μίσθωσης έναντι μισθώματος το οποίο καλύπτει τη δαπάνη αγοράς του μισθίου, τους καταθετικούς τόκους που θα αποκόμιζε ο εκμισθωτής εάν δεν είχε πραγματοποιήσει τη δαπάνη αγοράς, καθώς και ένα περιθώριο κέρδους. Αντίθετα, η λειτουργική μίσθωση προσομοιάζει περισσότερο με τη μίσθωση πράγματος κατά τις σχετικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα, καθώς με αυτή συμφωνείται ο μεν εκμισθωτής να αναλαμβάνει τα έξοδα ασφάλισης, συντήρησης, επισκευής και αντικατάστασης του πράγματος, ο δε μισθωτής να καταβάλλει μίσθωμα το οποίο καλύπτει το κόστος διαθεσιμότητας του μισθίου για τη συμφωνημένη χρήση και όχι το κόστος κτήσης του.
iii. Πρακτορεία επιχειρηματικών απαιτήσεων
23 Δυνάμει της πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων με δικαίωμα αναγωγής («recourse factoring»), η οποία αναγνωρίζεται στο άρθρο 1 του ν. 1905/1990, ο προμηθευτής αγαθών (ή υπηρεσιών) εισπράττει μεν από τον πράκτορα, δηλαδή από ένα πιστωτικό ίδρυμα ή από μια ανώνυμη εταιρεία ειδικού σκοπού, την παρούσα αγοραστική αξία μιας ομάδας ονομαστικών χρηματικών απαιτήσεων κατά των πελατών του, αναλαμβάνει δε την υποχρέωση να τον αποζημιώνει κάθε φορά που οι πελάτες του περιέρχονται σε υπερημερία οφειλής έναντι του πράκτορα, ο οποίος έχει αποκτήσει με εκχώρηση τις χρηματοδοτημένες απαιτήσεις. Πρόκειται για μέθοδο προεξοφλητικής αναχρηματοδότησης του κεφαλαίου κίνησης, αποτελούμενου από βραχυπρόθεσμες χρηματικές απαιτήσεις τις οποίες οι έμποροι, ως προμηθευτές, αποκτούν κατά των πελατών τους και επιδιώκουν να ρευστοποιήσουν το ταχύτερο δυνατό μέσω τρίτου για τις ανάγκες εξυπηρέτησης των βραχυπρόθεσμων επιχειρηματικών χρεών τους. Ο τρίτος αυτός διαμεσολαβητής συμβάλλεται στην εν λόγω πίστωση ως πράκτορας επιχειρηματικών απαιτήσεων και αναλαμβάνει την υποχρέωση, όχι μόνο να προεξοφλεί τις εκάστοτε αποκτώμενες από τον προμηθευτή χρηματικές αξιώσεις, αλλά και να τις διαχειρίζεται, δηλαδή να τις παρακολουθεί λογιστικά και νομικά για να τις εισπράττει κάθε φορά που αυτές καθίστανται ληξιπρόθεσμες.
24 Η πρακτορεία επιχειρηματικών απαιτήσεων απαντά στη διεθνή πρακτική με διάφορες μορφές και όχι κατ’ ανάγκην χρηματοπιστωτικές. Ειδικότερα, το factoring διακρίνεται καταρχάς σε γνήσιο και νόθο. Το γνήσιο factoring, όπως και το forfaiting, σε αντίθεση με το νόθο factoring, σημαίνει, όχι πίστωση, αλλά αμιγή πώληση των επιχειρηματικών απαιτήσεων, όπου ο προμηθευτής δεν αναλαμβάνει την αναγωγική ευθύνη έναντι του πράκτορα για τυχόν υπερημερία των τρίτων οφειλετών, παρά μόνο για τυχόν νομική – όχι και πραγματική – αδυναμία είσπραξης όλου του ποσού των απαιτήσεων αυτών, ιδίως λόγω της εκ μέρους των τρίτων οφειλετών προβολής βάσιμων ενστάσεων οι οποίες απορρέουν από τις υποκείμενες σχέσεις αξίας μεταξύ αυτών και του προμηθευτή τους. Περαιτέρω, η πρακτορεία διακρίνεται σε απλή και αντίστροφη. Ο πράκτορας, αντί να προεξοφλεί τις απαιτήσεις ενός προμηθευ-
Σελ. 16
τή έναντι διαφόρων πελατών του, μπορεί, επιπροσθέτως αυτού ή εναλλακτικά, να αναλαμβάνει την προεξόφληση απαιτήσεων διαφόρων προμηθευτών κατ’ εντολή ενός κοινού και συνήθως φερέγγυου πελάτη τους, με αποτέλεσμα στην περίπτωση αυτή να γίνεται λόγος για αντίστροφη πρακτορεία επιχειρηματικών απαιτήσεων («reverse factoring»). Εν προκειμένω, επειδή η εντολή πίστωσης, ιδίως στο πλαίσιο ανοίγματος πιστωτικής γραμμής, παρέχεται από τον κοινό οφειλέτη κάθε προεξοφλούμενης χρηματικής απαίτησης και όχι από τον εκάστοτε δανειστή της, μοναδικός πιστολήπτης του πράκτορα είναι ο παραπάνω εντολέας του, εκτός εάν ο δανειστής της προεξοφλούμενης απαίτησης έχει συμβληθεί με τον πράκτορα ως προμηθευτής και έχει αναλάβει τον κίνδυνο υπερημερίας του προαναφερόμενου πρωτοφειλέτη ώστε να είναι και αυτός πιστολήπτης του πράκτορα, ως εξ αναγωγής οφειλέτης του, με αποτέλεσμα στην περίπτωση αυτή να γίνεται λόγος για νόθα αντίστροφη πρακτορεία επιχειρηματικών απαιτήσεων («recourse reverse factoring»).
25 Σε ό,τι αφορά ειδικά το νόθο factoring, είτε απλό είτε αντίστροφο, δηλαδή την προεξόφληση με δικαίωμα αναγωγής κατά του άμεσα χρηματοδοτούμενου προμηθευτή, ο πράκτορας αναλαμβάνει την υποχρέωση να προεξοφλεί, αμέσως μόλις αποκτήσει με εξασφαλιστική εκχώρηση, κάθε χρηματική απαίτηση η οποία θα είναι νόμιμα τιμολογημένη και θα συνοδεύεται από τα σχετικά έγγραφα, με τα οποία θα αποδεικνύεται η προσήκουσα εκ μέρους του προμηθευτή εκπλήρωση της δικής του υποχρέωσης από την αντίστοιχη σύμβαση προμήθειας με τον πελάτη του. Τυχόν πιστωτικοί τίτλοι, των οποίων ο προμηθευτής είναι νόμιμος κομιστής, γίνονται δεκτοί από τον πράκτορα εφόσον έχουν παραδοθεί στον προμηθευτή χάριν και όχι αντί καταβολής και τούτο διότι, όπως προκύπτει από το γράμμα και το πνεύμα του νόμου, με την πρακτορεία επιτρέπεται η χρηματοδότηση αμιγώς ονομαστικών απαιτήσεων, σε εξασφάλιση δε του πράκτορα είναι δυνατό ο προμηθευτής να παραδώσει και τους πιστωτικούς τίτλους τους οποίους είχε λάβει σε εξασφάλιση των ονομαστικών απαιτήσεων του. Εξαιτίας της προαναφερόμενης εκχώρησης ο πράκτορας επωμίζεται τον κίνδυνο να τεθεί αντιμέτωπος με ενστάσεις των πελατών του προμηθευτή για τυχόν ελαττώματα τα οποία έχουν εμφιλοχωρήσει στις υποκείμενες σχέσεις αξίας και η απόδειξη ύπαρξης των οποίων είναι δυνατό να δικαιολογήσει τη μερική ή ακόμα και την ολική μη καταβολή των συμφωνημένων χρηματικών ανταλλαγμάτων. Προκειμένου να εξασφαλίζεται ο πράκτορας έναντι του κινδύνου ανώμαλης εξέλιξης διαφόρων συμβάσεων προμήθειας του πιστολήπτη, συμφωνείται να καταβάλλει, ως ποσό προεξόφλησης, ορισμένο ποσοστό επί της ονομαστικής αξίας εκάστης τιμολογημένης απαίτησης, το οποίο συνήθως κυμαίνεται από 75 έως 85%. Το υπόλοιπο ποσοστό της απαίτησης, εάν εισπραχθεί από τον εκδοχέα, παρακρατείται ως περιθώριο ασφάλειας για την κάλυψη τόσο του ποσού προεξόφλησης όσο και της αμοιβής του, στην οποία συμπεριλαμβάνονται, πρώτον, η εφάπαξ προμήθεια διαχείρισης της απαίτησης, η οποία είναι καταβλητέα από την εκχώρησή της και υπολογίζεται σε ορισμένο ποσοστό επί της αξίας της, και δεύτερον, η πε-
Σελ. 17
ριοδικώς καταβλητέα προμήθεια προεξόφλησης, η οποία παριστά κατ’ ουσίαν τον προεξοφλητικό τόκο, δηλαδή το προεξόφλημα το οποίο αναλογεί στο χρονικό διάστημα από την προεξόφληση έως τη λήξη της προθεσμίας εξόφλησης της προεξοφλημένης απαίτησης. Στην περίπτωση που ο πράκτορας, ενώ έχει αποκτήσει δικαίωμα κατά του τρίτου οφειλέτη, δεν εισπράξει από αυτόν την ονομαστική αξία της ληξιπρόθεσμης απαίτησης, δύναται είτε να επιδιώξει δικαστικά από τον τρίτο οφειλέτη την ικανοποίηση της εκχωρημένης απαίτησης είτε να στραφεί αναγωγικά κατά του προμηθευτή προς επιδίωξη ικανοποίησης των παραπάνω απαιτήσεών του από τη σύμβαση πρακτορείας.
iv. Προεξόφληση πιστωτικών τίτλων
26 Σε αντίθεση με την αμέσως προπεριγραφόμενη μορφή πιστωτικής αγοράς, η εν λόγω πίστωση αποσκοπεί μεν στην προεξόφληση, αλλά όχι απαρέγκλιτα στη διαχείριση των χρηματικών απαιτήσεων του πιστούχου. Επιπλέον αυτού, ενώ η πρακτορεία έχει ως αντικείμενο αποκλειστικά ονομαστικές απαιτήσεις, αντικείμενο της προεξόφλησης δεν αποκλείεται από τον νόμο να είναι και αξιογραφικές απαιτήσεις. Επειδή ο μέσος έμπορος είθισται να παρέχει βραχυπρόθεσμη πίστωση σε πολλούς πελάτες του, ζητεί από αυτούς να του παραδίδουν σε εξασφάλισή του χρηματόγραφα τα οποία είναι πληρωτέα στη λήξη ορισμένης προθεσμίας και επέχουν θέση υπόσχεσης χάριν καταβολής κατά την έννοια της ΑΚ 421. Λαμβανομένου, ωστόσο, υπόψη ότι πολλά από τα βραχυπρόθεσμα χρέη του εμπόρου είναι εξοφλητέα σε ημερομηνίες οι οποίες προηγούνται της λήξης των ανωτέρω αναβλητικών προθεσμιών πληρωμής των χρηματογράφων που έχει στη νομή του, ο έμπορος βρίσκεται σε αναζήτηση ρευστότητας η οποία συνήθως πραγματοποιείται με την αναχρηματοδότηση των πιστωτικών αυτών τίτλων από μια τράπεζα. Ο έμπορος οπισθογραφεί τους βραχυπρόθεσμους πιστωτικούς τίτλους του, ιδίως γραμμάτια, συναλλαγματικές και μεταχρονολογημένες επιταγές πελατείας του, τους οποίους πωλεί και μεταβιβάζει στην τράπεζα έναντι τιμήματος υπολειπόμενου της ονομαστικής αξίας των τίτλων επειδή η τράπεζα προαφαιρεί τον τόκο, δηλαδή το προεξόφλημα το οποίο υπολογίζεται επί της προαναφερόμενης ονομαστικής αξίας και αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα από την προεξόφληση έως τη λήξη της προθεσμίας εξόφλησης του χρηματογράφου. Σε αυτό ακριβώς το σημείο η προεξόφληση διαφέρει από το δάνειο καθώς, ενώ με το δάνειο γεννάται τόκος κάθε ημέρα αναβολής απόδοσης του πιστώματος, ο οποίος είναι καταβλητέος περιοδικά μέχρι τη λήξη της πίστωσης, με την προεξόφληση ο τόκος καταβάλλεται άπαξ καθώς προαφαιρείται κατά την παράδοση του πιστώματος. Κατά τα λοιπά, η αναγωγική προεξόφληση είναι πιστωτική επει-
Σελ. 18
δή παρέχει στον αγοραστή της προεξοφλημένης απαίτησης το δικαίωμα να απαιτήσει την απόδοση του πιστώματος από τον πωλητή αφότου η προεξοφλημένη απαίτηση καταστεί ληξιπρόθεσμη και ο τρίτος οφειλέτης περιέλθει σε υπερημερία. Εξάλλου, το αναγωγικό δικαίωμα δεν θίγεται από τυχόν δικαιολογημένη άρνηση του τρίτου οφειλέτη να ικανοποιήσει την προεξοφλημένη απαίτηση, αφού ο πωλητής, ως πιστούχος, ευθύνεται έναντι του εκδοχέα ως πιστωτή ακόμα και στην περίπτωση που ο τελευταίος αδυνατεί να εισπράξει την προεξοφλημένη απαίτηση για οποιονδήποτε λόγο, έστω μεταγενέστερο της εκχώρησης της. Επομένως, εάν ο τίτλος δεν πληρωθεί στη λήξη του από τον κύριο οφειλέτη του, δηλαδή είτε από τον αποδέκτη της συναλλαγματικής είτε από τον εκδότη της επιταγής (ή του γραμματίου σε διαταγή), ο αγοραστής δύναται να στραφεί είτε κατά των αναγωγικών οφειλετών από τον τίτλο, συμπεριλαμβανομένου του πωλητή ως οπισθογράφου, είτε κατά του πωλητή ως πιστούχου.
v. Σύμφωνο επαναγοράς τίτλων
27 Το σύμφωνο επαναγοράς τίτλων, η οποία είναι διεθνώς γνωστή με τη βραχυλογία «repo», σημαίνει μια συμφωνία πώλησης κινητών αξιών υπό τον πρόσθετο όρο ότι τα πράγματα αυτά θα επαναγορασθούν από τον πωλητή, πρώτον, εντός ορισμένης βραχείας προθεσμίας μετά την καταβολή του τιμήματος από τον αγοραστή και, δεύτερον, έναντι ορισμένου τιμήματος το οποίο είναι μεγαλύτερο από το τίμημα πώλησης επειδή συμπεριλαμβάνει τόσο το κόστος κτήσης όσο και το αντάλλαγμα για την ανάληψη του πιστωτικού κινδύνου από τον αγοραστή. Η επαναγορά, μολονότι είναι κατ’ ουσίαν μια μορφή δανείου, αναγνωρίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 6 του ν. 3301/2004 ως μια ιδιότυπη χρηματοπιστωτική συναλλαγή, της οποίας όλοι οι όροι ισχύουν όπως έχουν διατυπωθεί. Τούτο σημαίνει ότι δεν συντρέχει ο κίνδυνος να κριθεί η φερόμενη επαναγορά ως εικονική ώστε να αναχαρακτηρισθεί ως δάνειο και, κατ’ επέκταση, να θεωρηθεί ότι ο τίτλος ουδέποτε μεταβιβάσθηκε λόγω πώλησης αλλά ότι στην πραγματικότητα ενεχυράσθηκε λόγω δανείου. Εξάλλου, η επαναγορά, θεωρούμενη από την άποψη του αγοραστή, χαρακτηρίζεται ως αντίστροφη επαναγορά, καθώς σημαίνει την εκ μέρους του αγορά και επαναπώληση του αξιογράφου στον πωλητή. Η επαναγορά είναι ένα είδος βρα-
Σελ. 19
χυπρόθεσμης πίστωσης, η οποία συνήθως λήγει εντός έξι (6) μηνών ή ακόμα και εντός της επόμενης εργάσιμης ημέρας από τη σύναψή της, ενώ αποσκοπεί στη χρηματοδότηση μεγάλων χρηματοπιστωτικών φορέων, ιδιαίτερα του οργανισμού διαχείρισης δημόσιου χρέους, των πιστωτικών ιδρυμάτων και των επενδυτικών εταιρειών, μέσω της εκ μέρους τους έκδοσης ή μεταπώλησης χρεωστικών τίτλων. Υπό τις συνθήκες αυτές, η επαναγορά είθισται να έχει ως αντικείμενο την πώληση άυλων τίτλων είτε της κεφαλαιαγοράς είτε της χρηματαγοράς, καταχωρισμένων είτε στο σύστημα άυλων τίτλων είτε στο σύστημα παρακολούθησης συναλλαγών επί τίτλων με λογιστική μορφή.
28 Η επαναγορά, είτε υπό την απλή είτε υπό την αντίστροφη μορφή της, διαφέρει από την εξώνηση επειδή, ενώ η πρώτη υποχρεώνει τον πωλητή να επαναγοράσει το χρηματόγραφο, η τελευταία δεν γεννά απαίτηση καταβολής του τιμήματος επαναγοράς, καθώς επιφυλάσσει στον πωλητή απλώς το δικαίωμα προαίρεσης επαναγοράς, όπως προκύπτει από την ΑΚ 565. Λαμβανομένου υπόψη ότι ο αγοραστής δεν αποκτά με το σύμφωνο εξώνησης απαίτηση απόδοσης του τιμήματος που έχει καταβάλει, παρέπεται ότι το σύμφωνο αυτό δεν έχει πιστωτικό χαρακτήρα. Αντίθετα, η επαναγορά έχει πιστωτικό χαρακτήρα ακόμα και αν τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της άσκησης δικαιώματος προαίρεσης υπέρ του αγοραστή βάσει συμφώνου προαίρεσης επαναπώλησης κατά την ΑΚ 361, καθώς ο αγοραστής αποκτά το δικαίωμα να αξιώσει την καταβολή του τιμήματος επαναγοράς εάν και όταν ασκήσει το διαπλαστικό δικαίωμα επαναπώλησης, δηλαδή όταν πληρωθεί μια αμιγώς εξουσιαστική αίρεση υπέρ αυτού. Στην περίπτωση αυτή, όπου έχει συμφωνηθεί προαίρεση επαναπώλησης, ο πωλητής αναλαμβάνει την υποχρέωση να αποδώσει το χρηματικό κεφάλαιο υπό τη μορφή τιμήματος όταν συναφθεί η εκ μέρους του επαναγορά, η οποία συντελείται με μόνη τη λήψη της δήλωσης βούλησης του αγοραστή να επαναπωλήσει τον τίτλο σε εκτέλεση του παραπάνω συμφώνου προαίρεσης, το οποίο συνήθως καταρτίζεται ταυτόχρονα με την αγορά του.
3. Χρηματοδότηση με παροχή αναβλητικής προθεσμίας
i. Πίστωση του τιμήματος
29 Για να χρηματοδοτηθεί η αγορά ενός ή περισσότερων πραγμάτων, αρκεί και η πίστωση του τιμήματος από τον πωλητή εφόσον αυτός θεωρεί αξιόχρεο τον αγοραστή. Εάν ο πωλητής αρνηθεί να πιστώσει το τίμημα, ο αγοραστής θα αναγκασθεί να λάβει δάνειο για να το προκαταβάλει, προκειμένου να παραλάβει και να χρησιμοποιήσει το αγορασμένο πράγμα. Η πίστωση του τιμήματος προσομοιάζει στο δάνειο από οικονομική άποψη εάν ληφθεί υπόψη ότι ο πωλητής ομοίως χρηματοδοτεί πιστωτικά τον αγοραστή παρέχοντας σε αυτόν ορισμένη προθεσμία για να πληρώσει το τίμημα, με αποτέλεσμα ο αγοραστής να εξοικονομεί προσωρινά το χρηματικό κεφάλαιο που θα αναγκαζόταν να διαθέσει για την πληρωμή του τιμήματος εάν τούτο δεν πιστωνόταν. Μόνο που εδώ η μεταβίβαση των χρημάτων είναι αποθετική υπό την έννοια ότι συνεπάγεται αποθετική μείωση στο ενεργητικό σκέλος της περιουσίας του πωλητή
Σελ. 20
επειδή τούτο δεν μειώνεται με θετική χρηματική παροχή, όπως αντίθετα συμβαίνει στην περίπτωση της παράδοσης δανείσματος, αλλά με παροχή αναβλητικής προθεσμίας, ούτως ώστε ο πωλητής να υφίσταται αποθετική ζημία, συνιστάμενη στη νομική αδυναμία είσπραξης του τιμήματος για όσο χρονικό διάστημα ο πιστούχος αγοραστής διατηρεί νόμιμα τον πλουτισμό τον οποίο πρέπει να αποδώσει μελλοντικά στον πωλητή. Ωστόσο, από νομική άποψη η πίστωση του τιμήματος δεν μπορεί να εξομοιωθεί με το δάνειο, αφού ο πωλητής, σε αντίθεση με τον δανειοδότη, μεταβιβάζει ένα ή περισσότερα πράγματα για την ελαττωματικότητα των οποίων υπέχει αστική ευθύνη τόσο κατά τις διατάξεις περί πώλησης όσο και κατά τις διατάξεις περί μεταβίβασης κυριότητας από μη κύριο. Η απαίτηση πληρωμής του πιστωθέντος τιμήματος υπόκειται στις ενστάσεις του αγοραστή περί ύπαρξης νομικού ή πραγματικού ελαττώματος του πωληθέντος πράγματος και, επομένως, είναι δυνατό να μειωθεί ή ακόμα και να ανατραπεί με υπαναχώρηση του. Αντίθετα, η απαίτηση απόδοσης δανείσματος δεν διατρέχει τέτοιο κίνδυνο ειδικά στην περίπτωση που το δάνειο έχει παρασχεθεί από τρίτο στην πώληση μέρος, καθώς η ανυπαρξία οποιουδήποτε ελαττώματος ή η συνδρομή κάθε συμφωνημένης ιδιότητας στο πράγμα, που αγοράζεται με πίστωση του τρίτου δανειοδότη, ανάγεται αποκλειστικά στα παραγωγικά αίτια της βούλησης του αγοραστή να λάβει το δάνειο με το οποίο σκοπεύει να προκαταβάλει το σχετικό τίμημα, με συνέπεια ο τελευταίος να υποχρεούται στην ολική αποκατάσταση του διαφέροντος εκπλήρωσης της δανειακής σύμβασης ανεξαρτήτως ελαττωματικότητας του χρηματοδοτούμενου πράγματος. Ένεκα της διαφορετικής φύσης η οποία παρατηρείται στην πλέον χαρακτηριστική της πώλησης παροχή του πωλητή, δηλαδή στην παράδοση του πωλούμενου πράγματος, η σχέση του με τον πιστούχο αγοραστή δεν είναι νομικά εύλογο να ταυτισθεί με τη νομική θέση του τρίτου στην πώληση δανειοδότη έναντι του δανειζόμενου αγοραστή και, επομένως, η πίστωση του τιμήματος είναι ρυθμιστέα μόνο κατ’ αναλογική εφαρμογή των διατάξεων περί δανείου. Εξάλλου, η πίστωση του τιμήματος διαφέρει και από τυπολογική άποψη επειδή ρυθμίζεται ευθέως με τις διατάξεις των άρθρων 531 και 532 του ΑΚ περί πώλησης.
ii. Ανανεωτικός συμβιβασμός
30 Ως ανανεωτικός (ή αναχρηματοδοτικός) συμβιβασμός θεωρείται η συμφωνία με την οποία ένα ή περισσότερα ληξιπρόθεσμα ή επισφαλή χρέη αντικαθίστανται με ένα ή περισσότερα χρέη τα οποία έχουν τα ίδια ενεχόμενα πρόσωπα αλλά υπόκεινται σε μεγαλύτερη προθεσμία πληρωμής, καθώς και σε τυχόν άλλους όρους οι οποίοι, αφενός μεν, διευκολύνουν τον οφειλέτη να εξοικονομήσει προσωρινά τις δαπάνες που θα έπρεπε να πραγματοποιήσει σε εξόφληση των παλαιών χρεών, αφετέρου δε, αποκαθιστούν την πεποίθηση του δανειστή ότι οι νέες απαιτήσεις του θα ικανοποιηθούν εμπρόθεσμα και ότι, εν τέλει, θα αποζημιωθεί χωρίς αναγκαστική εκτέλεση ή άλλο συμβιβασμό. Πρόκειται για μια περίπτωση άμεσης πίστωσης επειδή ο δανειστής προβαίνει σε παροχή αναβλητικής προθεσμίας με την οποία υφίσταται περαιτέρω αποθετική ζημία καθώς περιέρχεται σε περαιτέρω προσωρινή νομική αδυναμία αποζημίωσης για τον πλουτισμό τον οποίο έχει προσπορισθεί ο οφειλέτης με την προκαταβολή του δανειστή.






