ΔΙΚΑΙΟ ΚΡΑΤΙΚΩΝ ΕΝΙΣΧΥΣΕΩΝ
- Έκδοση: 2020
- Σχήμα: 17x24
- Βιβλιοδεσία: Σκληρόδετη
- Σελίδες: 640
- ISBN: 978-960-654-074-5
- Black friday εκδόσεις: 10%
Το έργο «Δίκαιο Κρατικών Ενισχύσεων» εστιάζει στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο των Κρατικών Ενισχύσεων. Παράλληλα με τις ενωσιακές ρυθμίσεις εξετάζεται και η εφαρμογή των σχετικών κανόνων στο πλαίσιο της εθνικής έννομης τάξης με εκτεταμένες παραπομπές τόσο στην ενωσιακή όσο και στην εθνική νομολογία. Συγκεκριμένα, αναπτύσσονται διεξοδικά τα κριτήρια που στοιχειοθετούν την έννοια της κρατικής ενίσχυσης, ενώ έμφαση δίδεται στην αξιολόγηση ειδικών κατηγοριών κρατικών ενισχύσεων, όπως στον τραπεζικό τομέα ή στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Εκτός από τη δικαστική και διοικητική εφαρμογή των κανόνων, αναλύονται ζητήματα συναφή με τη λογιστική αντιμετώπιση των κρατικών επιχορηγήσεων, ώστε να υπάρχει μια ολοκληρωμένη εικόνα του φαινομένου των κρατικών ενισχύσεων.
Το έργο προσφέρει μια εκτενή και συστηματική ανάλυση του οικείου κλάδου δικαίου, αποτελώντας ένα απαραίτητο εγχειρίδιο για τον ερευνητή αλλά και τον δικαστή που καλείται να ερμηνεύσει και εφαρμόσει τους σχετικούς κανόνες δικαίου. Δικηγόροι και στελέχη της Δημόσιας Διοίκησης αποκτούν ένα φερέγγυο έρεισμα κατά το χειρισμό σημαντικών υποθέσεων για την οικονομική ζωή της χώρας, καθώς οι σχετικοί κανόνες θέτουν το νομικό πλαίσιο, μεταξύ άλλων, για σημαντικά έργα υποδομής, στρατηγικές συμπράξεις δημοσίου και ιδιωτικού τομέα, προγράμματα ΕΣΠΑ και αναπτυξιακά εν γένει έργα της ελληνικής οικονομίας. Τέλος, η συστηματική ερμηνεία των κανόνων αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την ορθή κατάστρωση και εφαρμογή των εθνικών μέτρων ενίσχυσης για την ανάκαμψη της οικονομίας στην τρέχουσα οικονομική κρίση που ξέσπασε λόγω της πανδημίας από την εξάπλωση του Covid 19.
| Πρόλογος | Σελ. I |
| Διάγραμμα ύλης | |
| Κυριότερες συντομογραφίες | |
| Γενική βιβλιογραφία | |
| Ι. Γενικοί κανόνες | |
| §1. Εισαγωγή στο Δίκαιο Κρατικών ενισχύσεων: Νομικό πλαίσιο και οικονομική λογική | |
| Ι. Ο κανόνας της απαγόρευσης των κρατικών ενισχύσεων και η τελολογία του | Σελ. 3 |
| Α. Η απαγόρευση των κρατικών ενισχύσεων ως κανόνας | Σελ. 3 |
| Β. Γιατί τα κράτη χορηγούν κρατικές ενισχύσεις; | Σελ. 4 |
| Γ. Η ratio της απαγόρευσης | Σελ. 6 |
| Δ. Εξαίρεση - Η άμβλυνση της απόλυτης απαγόρευσης | Σελ. 7 |
| ΙΙ. Σύντομη περιγραφή του μηχανισμού ελέγχου κρατικών ενισχύσεων | Σελ. 8 |
| Α. Οι ουσιαστικοί κανόνες | Σελ. 8 |
| Β. Η διαδικασία: Οι διαδικαστικοί κανόνες – Η προηγούμενη κοινοποίηση και οι εξαιρέσεις της | Σελ. 10 |
| ΙΙΙ. Η συμβολή των κρατικών ενισχύσεων στην διάπλαση του ενωσιακού «διοικητικού» δικαίου | Σελ. 11 |
| ΙV. Ο ρόλος του δικαστήριου στη διάπλαση του δικαίου κρατικών ενισχύσεων | Σελ. 13 |
| §2. Η έννοια της επιχείρησης στο δίκαιο των κρατικών ενισχύσεων | |
| Ι. Η Επιχείρηση στο Ενωσιακό Δίκαιο του Ανταγωνισμού | Σελ. 17 |
| Α. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις | Σελ. 17 |
| Β. Η αποκρυστάλλωση της έννοιας στην νομολογία του Δικαστηρίου | Σελ. 18 |
| ΙΙ. Οι ερμηνευτικές συνέπειες του λειτουργικού χαρακτήρα της έννοιας | Σελ. 20 |
| Α. Το αδιάφορο του νομικού καθεστώτος του φορέα | Σελ. 20 |
| 1. Σωματεία και ενώσεις | Σελ. 20 |
| 2. Δημόσιες επιχειρήσεις | Σελ. 20 |
| 3. Τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου | Σελ. 21 |
| 4. Κλάδος του δημοσίου χωρίς αυτοτελή νομική υπόσταση | Σελ. 21 |
| Β. Η ευρεία σύλληψη του όρου «οικονομική δραστηριότητα» | Σελ. 21 |
| 1. Φυσικά πρόσωπα που ασκούν επιχειρηματική δράση | Σελ. 21 |
| 2. Τα μη κερδοσκοπικά ιδρύματα | Σελ. 22 |
| 3. Η παράμετρος της αγοράς | Σελ. 23 |
| 4. Περί του στοιχείου της αμοιβής | Σελ. 24 |
| 5. Το τέλος της επιχείρησης | Σελ. 24 |
| ΙII. Η επιχείρηση ως σύνθετο σχήμα | Σελ. 24 |
| A. Η ενιαία οικονομική μονάδα | Σελ. 24 |
| B. Οι ενώσεις επιχειρήσεων | Σελ. 29 |
| IV. Η άσκηση δημόσιας εξουσίας | Σελ. 30 |
| V. Διάκριση οικονομικών από μη οικονομικές δραστηριότητες | Σελ. 33 |
| VI. De minimis οικονομική δραστηριότητα; | Σελ. 34 |
| VII. Ιδιαίτεροι τομείς | Σελ. 36 |
| Α. Κοινωνική ασφάλιση | Σελ. 37 |
| Β. Ιατροφαρμακευτική περίθαλψη | Σελ. 38 |
| 1. Το Εθνικό σύστημα Υγείας | Σελ. 38 |
| 2. Τα αυτοχρηματοδοτούμενα συστήματα υγείας | Σελ. 39 |
| Γ. Δραστηριότητες εκπαίδευσης και έρευνας | Σελ. 39 |
| Δ. Ενισχύσεις για τον πολιτισμό και τη διατήρηση της κληρονομιάς, συμπεριλαμβανομένης της διατήρησης της φύσης | Σελ. 40 |
| VIII. Ενισχύσεις σε υποδομές | Σελ. 41 |
| §3. Το κριτήριο της κρατικής προέλευσης των πόρων | |
| Ι. Εισαγωγή | Σελ. 45 |
| ΙΙ. Δυνατότητα καταλογισμού του μέτρου στο κράτος | Σελ. 46 |
| Α. Μέτρα που λαμβάνονται από δημόσιες αρχές | Σελ. 46 |
| Β. Μέτρα που λαμβάνονται από δημόσιες επιχειρήσεις | Σελ. 47 |
| ΙΙΙ. Κρατικοί πόροι | Σελ. 51 |
| Α. Πόροι δημόσιων αρχών κράτους μέλους | Σελ. 52 |
| Β. Άλλοι πόροι που θεωρούνται «κρατικοί πόροι» | Σελ. 53 |
| 1. Οιονεί φορολογικές επιβαρύνσεις και υποχρεωτικές εισφορές | Σελ. 54 |
| 2. Ιδιωτικοί πόροι που ανακατανέμονται με τη συμμετοχή του κράτους | Σελ. 54 |
| 3. Πόροι που προέρχονται από υπερεθνικούς οργανισμούς | Σελ. 56 |
| §4. Το κριτήριο του επιλεκτικού πλεονεκτήματος | |
| Ι . Εισαγωγικά | Σελ. 58 |
| ΙΙ. Η έννοια του πλεονεκτήματος | Σελ. 59 |
| Α. Το εύρος της έννοιας | Σελ. 59 |
| Β. Το Κριτήριο του φορέα της οικονομίας της αγοράς (ΦΟΑ) | Σελ. 61 |
| 1. Σκιαγράφηση των χαρακτηριστικών του Φορέα Οικονομίας της Αγοράς | Σελ. 61 |
| 2. Ένα κριτήριο γενικής οικονομικής ορθολογικότητας; | Σελ. 68 |
| 3. Αποτίμηση της αξίας του κριτηρίου ΦΟΑ | Σελ. 70 |
| Γ. Καταμερισμός αρμοδιοτήτων μεταξύ Επιτροπής και Δικαστηρίου | Σελ. 71 |
| III. H έννοια της επιλεκτικότητας | Σελ. 72 |
| Α. Γενικά περί επιλεκτικότητας | Σελ. 72 |
| Β. Η έννοια της επιλεκτικότητας σε φορολογικές υποθέσεις | Σελ. 76 |
| 1. Η προσέγγιση του ερμηνευτικού ζητήματος: Το τεστ τριών σταδίων | Σελ. 76 |
| 2. Καθορισμός του πλαισίου αναφοράς και παρέκκλιση από το «κανονικό φορολογικό σύστημα» | Σελ. 79 |
| 3. Δικαιολόγηση των παρεκκλίσεων | Σελ. 85 |
| 4. Η ειδική περίπτωση των Tax rulings | Σελ. 86 |
| §5. Στρέβλωση του ανταγωνισμού και επιπτώσεις στις ενδοενωσιακές συναλλαγές | |
| Ι. Εισαγωγή | Σελ. 89 |
| II. Eπιπτώσεις στις ενδοενωσιακές συναλλαγές | Σελ. 90 |
| Α. Πραγματικές ή δυνητικές επιπτώσεις στις ενδοενωσιακές συναλλαγές | Σελ. 90 |
| Β. Διαπίστωση πραγματικών ή δυνητικών επιπτώσεων στις ενδοενωσιακές συναλλαγές | Σελ. 91 |
| Γ. Απουσία επιπτώσεων στις ενδοενωσιακές συναλλαγές | Σελ. 93 |
| IIΙ. Στρέβλωση του ανταγωνισμού | Σελ. 95 |
| Α. Πραγματική ή δυνητική στρέβλωση του ανταγωνισμού | Σελ. 95 |
| Β. Tεκμήριο πραγματικής ή δυνητικής στρέβλωσης του ανταγωνισμού | Σελ. 95 |
| Γ. H περίπτωση των νόμιμων μονοπωλίων | Σελ. 96 |
| ΙV. Η σχέση μεταξύ επιπτώσεων στις συναλλαγές και στρέβλωσης του ανταγωνισμού | Σελ. 98 |
| V. Ενισχύσεις ήσσονος σημασίας | Σελ. 98 |
| §6. Ενισχύσεις προς τις Υπηρεσίες Γενικού Οικονομικού Συμφέροντος | |
| Ι. Οι «υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος» στην ευρωπαϊκή έννομη τάξη | Σελ. 100 |
| II. Οι ΥΓΟΣ σε σχέση με τις «Υπηρεσίες Γενικού Συμφέροντος» (ΥΓΣ), τις «Υπηρεσίες Γενικού Μη Οικονομικού Συμφέροντος» (ΥΓΜΟΣ), τις «Κοινωνικές Υπηρεσίες Γενικού Συμφέροντος» (ΚΥΓΣ) και τις «Καθολικές Υπηρεσίες» | Σελ. 104 |
| III. Το καθεστώς των ενισχύσεων στις ΥΓΟΣ | Σελ. 106 |
| III. Η παρεχόμενες ΥΓΟΣ στην Ελλάδα στο πλαίσιο των Post-Altmark μέτρων | Σελ. 117 |
| §7. Ο ρόλος του ηπίου δικαίου (soft law) στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων | |
| Εισαγωγή | Σελ. 122 |
| Ι. Το ήπιο δίκαιο ως εργαλείο εφαρμογής της απαγόρευσης των κρατικών ενισχύσεων | Σελ. 125 |
| Α. Ερμηνεία των όρων της απαγόρευσης των κρατικών ενισχύσεων | Σελ. 125 |
| 1. Ενισχύσεις ήσσονος σημασίας (de minimis) | Σελ. 126 |
| 2. Υποχρέωση ανάκτησης των παράνομων κρατικών ενισχύσεων | Σελ. 128 |
| Β. Κωδικοποίηση της νομολογίας περί κρατικών ενισχύσεων | Σελ. 131 |
| ΙΙ. Το ήπιο δίκαιο ως παράμετρος ελέγχου της συμβατότητας των κρατικών ενισχύσεων | Σελ. 134 |
| Α. Εξειδίκευση των κριτηρίων συμβατότητας επιμέρους κατηγοριών ενισχύσεων | Σελ. 134 |
| 1. Η εξαγγελία των κριτηρίων ελέγχου στους επιμέρους τομείς | Σελ. 134 |
| 2. Η αμφιλεγόμενη ένταξη των ενισχύσεων του χρηματοπιστωτικού τομέα στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 107 παρ. 3 ΣΛΕΕ | Σελ. 137 |
| Β. Διαμόρφωση μιας συνολικής πολιτικής για τον έλεγχο των κρατικών ενισχύσεων | Σελ. 139 |
| 1. Αναβάθμιση των παραμέτρων αξιολόγησης των κρατικών ενισχύσεων | Σελ. 139 |
| 2. Απλούστευση των διαδικασιών ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων | Σελ. 141 |
| Συμπέρασμα | Σελ. 143 |
| II. Η συμβατότητα της ενίσχυσης | |
| §1. Το σύστημα προληπτικού ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων δυνάμει απόφασης της επιτροπής - Κοινές αρχές συμβατότητας | |
| I. Η συμβατότητα των κρατικών ενισχύσεων με την εσωτερική αγορά | Σελ. 147 |
| Α. Εισαγωγικές παρατηρήσεις | Σελ. 147 |
| Β. Αρμοδιότητα της Επιτροπής για τον έλεγχο της συμβατότητας-οριοθέτηση των ρόλων των ενωσιακών οργάνων και των εθνικών Δικαστηρίων | Σελ. 148 |
| 1. Ποιος είναι ο αρμόδιος να κρίνει τη συμβατότητα; | Σελ. 148 |
| 2. Η εξαιρετικού χαρακτήρα εξουσία του Συμβουλίου | Σελ. 149 |
| 3. Οριοθέτηση της αρμοδιότητας της Επιτροπής σε σχέση με τα εθνικά Δικαστήρια | Σελ. 150 |
| 4. Οριοθέτηση της αρμοδιότητας της Επιτροπής σε σχέση με τα ενωσιακά Δικαστήρια | Σελ. 152 |
| 5. Βάρος απόδειξης της συμβατότητας | Σελ. 152 |
| Γ. Κοινές αρχές αξιολόγησης της συμβατότητας | Σελ. 153 |
| Δ. Η υποχρέωση της προηγουμένης κοινοποίησης μέτρων ενίσχυσης (άρθ. 108 ΣΛΕΕ) και η διάκριση μεταξύ συμβατής και νόμιμης ενίσχυσης | Σελ. 159 |
| 1. Η υποχρέωση προηγούμενης κοινοποίησης | Σελ. 159 |
| 2. Διάκριση μεταξύ συμβατής και νόμιμης ενίσχυσης | Σελ. 162 |
| §2. Ενισχύσεις δυνάμει του Γενικού Κανονισμού Απαλλαγής ανά Κατηγορία (Κανονισμός 651/2014) | |
| II. Ex lege συμβατές ενισχύσεις (άρθ. 107 παρ. 2 ΣΛΕΕ) | Σελ. 166 |
| ΙΙΙ. Εν δυνάμει συμβατές ενισχύσεις (άρθ. 107 παρ. 3 ΣΛΕΕ) | Σελ. 168 |
| I. Ιστορικό θέσπισης του ΓΚΑΚ 651/2014 | Σελ. 174 |
| ΙΙ. Κύρια χαρακτηριστικά του ΓΚΑΚ 651/2014 | Σελ. 176 |
| Α. Βασικές αρχές και στόχοι | Σελ. 176 |
| Β. Δομή | Σελ. 178 |
| Γ. Προϋποθέσεις απαλλαγής από κοινοποίηση | Σελ. 179 |
| ΙΙΙ. Κοινές προϋποθέσεις συμβατότητας του ΓΚΑΚ 651/2014 | Σελ. 180 |
| Α. Πεδίο εφαρμογής | Σελ. 180 |
| 1. Κατηγορίες υπαγόμενων ενισχύσεων | Σελ. 180 |
| 2. Γενικές εξαιρέσεις | Σελ. 182 |
| 3. Τομεακές εξαιρέσεις | Σελ. 185 |
| Β. Εκ των υστέρων (ex post) αξιολόγηση αποτελεσματικότητας | Σελ. 185 |
| Γ. Όρια κοινοποίησης | Σελ. 187 |
| Δ. Διαφανείς μορφές ενισχύσεων | Σελ. 188 |
| Ε. Χαρακτήρας κινήτρου | Σελ. 189 |
| ΣΤ. Ένταση ενίσχυσης – Επιλέξιμες δαπάνες | Σελ. 191 |
| Ζ. Σώρευση | Σελ. 192 |
| Η. Δημοσίευση ενισχύσεων (Διαφάνεια) | Σελ. 193 |
| ΙV. Παρακολούθηση από την Επιτροπή των βάσει ΓΚΑΚ 651/2014 ενισχύσεων | Σελ. 194 |
| Α. Υποβολή στοιχείων στην Επιτροπή | Σελ. 194 |
| Β. Ανάκληση ευεργετήματος ΓΚΑΚ | Σελ. 196 |
| Γ. Παραδείγματα εσφαλμένης εφαρμογής του ΓΚΑΚ από τα κράτη | Σελ. 197 |
| Δ. Διαδικαστικές υποχρεώσεις του κράτους ως προς τις βάσει ΓΚΑΚ ενισχύσεις | Σελ. 199 |
| §3. Ενισχύσεις ήσσονος σημασίας (de minimis) | |
| I. Εισαγωγικές παρατηρήσεις | Σελ. 200 |
| IΙ. Νομική θεμελίωση κανόνα de minimis | Σελ. 201 |
| IΙΙ. Εφαρμογή Κανονισμού (ΕΕ) 1407/2013 | Σελ. 203 |
| Α. Πεδίο εφαρμογής | Σελ. 203 |
| Β. Κριτήρια χαρακτηρισμού ενίσχυσης ως ήσσονος σημασίας (de minimis) | Σελ. 206 |
| 1. Αποδέκτης ενίσχυσης | Σελ. 207 |
| 2. Ύψος ενίσχυσης | Σελ. 209 |
| 3. Χρόνος χορήγησης της ενίσχυσης | Σελ. 213 |
| 4. Χαρακτηρισμός ενίσχυσης ως διαφανούς | Σελ. 214 |
| Γ. Δυνατότητα σώρευσης ενισχύσεων ήσσονος σημασίας | Σελ. 217 |
| Δ. Διαδικασία χορήγησης ενίσχυσης ήσσονος σημασίας και παρακολούθησής της | Σελ. 218 |
| Ε. Διάρκεια ισχύος – έκταση εφαρμογής | Σελ. 220 |
| III. Ειδικές κατηγορίες κρατικών ενισχύσεων | |
| §1. Ενισχύσεις στον τομέα της ενέργειας | |
| Ι. Εισαγωγή | Σελ. 225 |
| II. Οι Κατευθυντήριες Γραμμές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τις κρατικές ενισχύσεις στον τομέα της ενέργειας | Σελ. 227 |
| Α. Πεδίο Εφαρμογής | Σελ. 227 |
| Β. Κοινοποιήσιμες ενισχύσεις και de minimis εξαιρέσεις | Σελ. 229 |
| Γ. Αξιολόγηση της συμβατότητας σύμφωνα με το αρ. 107 παρ. 3 στοιχ. γ) ΣΛΕΕ | Σελ. 230 |
| 1. Κοινές αρχές αξιολόγησης | Σελ. 230 |
| ΙΙΙ. Κρατικές Ενισχύσεις και Ευρωπαϊκά Ταμεία | Σελ. 237 |
| §2. Ενισχύσεις για την προστασία του περιβάλλοντος | |
| Εισαγωγή | Σελ. 239 |
| I. Οι κρατικές ενισχύσεις για περιβαλλοντικούς σκοπούς υπό το πρίσμα του άρθρου 107.1 ΣΛΕΕ | Σελ. 243 |
| ΙΙ. Κρατικές ενισχύσεις για την προστασία του περιβάλλοντος που επιτρέπονται | Σελ. 248 |
| Α. Ενισχύσεις που απαλλάσσονται από την υποχρέωση κοινοποίησης | Σελ. 249 |
| Β. Συμβατότητα των περιβαλλοντικών ενισχύσεων με βάση το άρθρο 107.3 ΣΛΕΕ | Σελ. 251 |
| 1. Συμβατότητα βάσει του άρθρου 107.3 στοιχείο β) ΣΛΕΕ | Σελ. 252 |
| 2. Συμβατότητα με βάση το άρθρο 107.3 στοιχείο γ) ΣΛΕΕ | Σελ. 254 |
| Συμπεράσματα | Σελ. 256 |
| §3. Ενισχύσεις για τον πολιτισμό | Σελ. 258 |
| Εισαγωγή | Σελ. 258 |
| Ι. Οι κρατικές ενισχύσεις για τον πολιτισμό υπό το πρίσμα του άρθρου 107.1 ΣΛΕΕ | Σελ. 263 |
| Α. Η οικονομική δραστηριότητα στον πολιτιστικό τομέα | Σελ. 263 |
| Β. Επίπτωση στο εμπόριο στο εσωτερικό της ΕΕ | Σελ. 265 |
| ΙΙ. Οι ενισχύσεις για τον πολιτισμό ως δυνάμει συμβατές με την εσωτερική αγορά | Σελ. 267 |
| Α. Δυνατότητα απαλλαγής από την κοινοποίηση | Σελ. 267 |
| Β. Η αξιολόγηση της συμβατότητας των κρατικών ενισχύσεων για τον πολιτισμό | Σελ. 270 |
| Συμπεράσματα | Σελ. 273 |
| §4. Κρατικές ενισχύσεις και προβληματικές επιχειρήσεις | |
| Ι. Οι προβληματικές επιχειρήσεις ως αυτοτελές αντικείμενο ενδιαφέροντος στις Κατευθυντήριες Γραμμές Διάσωσης και Αναδιάρθρωσης | Σελ. 276 |
| ΙΙ. Η προσαρμογή των Κατευθυντηρίων Γραμμών στις επιταγές της αρχής της αναλογικότητας: Νέα εργαλεία σε σχέση με το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς | Σελ. 279 |
| ΙΙΙ. Το πεδίο εφαρμογής των Κατευθυντηρίων Γραμμών | Σελ. 280 |
| Α. Τομεακό πεδίο εφαρμογής | Σελ. 280 |
| Β. Η εξαίρεση των νεοσύστατων επιχειρήσεων από το ratione personae πεδίο εφαρμογής των Κατευθυντηρίων Γραμμών | Σελ. 281 |
| ΙV. H αρχή της εφάπαξ ενίσχυσης (one time last time) | Σελ. 282 |
| V. Η έννοια της προβληματικής επιχείρησης | Σελ. 285 |
| Α. Eάν πρόκειται για εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, όταν έχει απολεσθεί πάνω από το ήμισυ του εγγεγραμμένου της κεφαλαίου λόγω συσσωρευμένων ζημιών | Σελ. 286 |
| Β. Εάν πρόκειται για εταιρεία στην οποία τουλάχιστον ορισμένα μέλη έχουν απεριόριστη ευθύνη για τα χρέη της εταιρείας, εφόσον έχει απολεσθεί πάνω από το ήμισυ του κεφαλαίου της, όπως εμφαίνεται στους λογαριασμούς της εταιρείας, λόγω συσσωρευμένων ζημιών | Σελ. 289 |
| Γ. Εάν πρόκειται για εταιρεία που υπάγεται σε συλλογική πτωχευτική διαδικασία ή πληροί τις προϋποθέσεις του εθνικού δικαίου που τη διέπει όσον αφορά την υπαγωγή της σε συλλογική πτωχευτική διαδικασία μετά από αίτημα των πιστωτών της | Σελ. 289 |
| Δ. Εάν πρόκειται για άλλη επιχείρηση εκτός ΜΜΕ, εφόσον τα τελευταία δύο έτη: | Σελ. 292 |
| Ε. Η προβληματική επιχείρηση σε επίπεδο ομίλου | Σελ. 292 |
| VI. Αρχές αξιολόγησης της συμβατότητας και προβλεπόμενα μέτρα ενίσχυσης | Σελ. 293 |
| VII. Οι προβληματικές επιχειρήσεις ως παρεμπίπτον αντικείμενο ενδιαφέροντος στον Γενικό Κανονισμό Απαλλαγής ανά κατηγορία | Σελ. 294 |
| §5. Κρατικές ενισχύσεις στον τραπεζικό τομέα στη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης | Σελ. 298 |
| Εισαγωγή | Σελ. 299 |
| I. Η απαγόρευση χορήγησης κρατικών ενισχύσεων | Σελ. 301 |
| Α. Εφαρμογή των κανόνων στον τραπεζικό τομέα | Σελ. 301 |
| Β. Εξειδίκευση των προϋποθέσεων για τις κρατικές ενισχύσεις στον τραπεζικό τομέα | Σελ. 302 |
| 1. Από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους | Σελ. 302 |
| 2. Οικονομικό Πλεονέκτημα | Σελ. 305 |
| 3. Επιλεκτικός χαρακτήρας | Σελ. 310 |
| 4. Νόθευση ανταγωνισμού και επηρεασμός συναλλαγών μεταξύ των κρατών μελών | Σελ. 311 |
| II. Η νομική βάση για τη συμβατότητα των κρατικών ενισχύσεων | Σελ. 312 |
| Α. Ιδιαίτερες συνθήκες του ανταγωνισμού | Σελ. 315 |
| Β. Ιδιαιτερότητες της νομικής βάσης | Σελ. 316 |
| Γ. Πρότυπο οι ενισχύσεις αναδιάρθρωσης | Σελ. 317 |
| Δ. Προσωρινότητα των μέτρων | Σελ. 318 |
| III. Η εξειδίκευση της εξαίρεσης | Σελ. 319 |
| Α. Η έκδοση των Ανακοινώσεων στα διαφορετικά στάδια αντιμετώπισης της κρίσης | Σελ. 319 |
| 1. Πρώτο στάδιο | Σελ. 319 |
| 2. Δεύτερο στάδιο | Σελ. 321 |
| 3. Τρίτο στάδιο | Σελ. 322 |
| 4. Τέταρτο στάδιο | Σελ. 324 |
| Β. Η υιοθέτηση κειμένων του ηπίου δικαίου & ταχεία διαδικασία | Σελ. 325 |
| Γ. H επιβολή αντισταθμιστικών μέτρων προστασίας του ανταγωνισμού | Σελ. 328 |
| VII. Αντί επιλόγου: Το δίκαιο των κρατικών ενισχύσεων στο νέο εποπτικό πλαίσιο ανάκαμψης και εξυγίανσης των τραπεζών | Σελ. 330 |
| Α. Οι περιπτώσεις χορήγησης κρατικών ενισχύσεων σε τράπεζες υπό το νέο καθεστώς | Σελ. 332 |
| Β. Το μέτρο της διάσωσης με ίδια μέσα (bail-in) | Σελ. 334 |
| Γ. Η πρακτική εφαρμογή και αλληλεπίδραση των πλαισίων | Σελ. 336 |
| §6. Κρατικές ενισχύσεις για την έρευνα, την ανάπτυξη και την καινοτομία | |
| Ι. Η Έρευνα, Ανάπτυξη και Καινοτομία στην Ευρωπαϊκή Ένωση | Σελ. 339 |
| Α. Ο ενωσιακός στόχος για πολύπλευρη στήριξη της έρευνας | Σελ. 339 |
| Β. Η αναγκαιότητα για κρατική υποστήριξη της ΕΑΚ | Σελ. 342 |
| ΙΙ. Η στοιχειοθέτηση ύπαρξης κρατικής ενίσχυσης στο πεδίο της ΕΑΚ | Σελ. 344 |
| Α. Πότε ένας Ερευνητικός Οργανισμός λογίζεται ως «επιχείρηση» | Σελ. 344 |
| Β. Ο χωριστός λογιστικός διαχωρισμός | Σελ. 347 |
| Γ. Έμμεσες κρατικές ενισχύσεις σε επιχειρήσεις μέσω ερευνητικών οργανισμών | Σελ. 348 |
| ΙΙΙ. Η αρχιτεκτονική των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων στον τομέα Έρευνας Ανάπτυξης και Καινοτομίας | Σελ. 350 |
| ΙV. Οι κοινές αρχές συμβατότητας με βάση το Πλαίσιο 2014/C 198/01 | Σελ. 352 |
| V. Οι ενισχύσεις ΕΑΚ βάσει του Κανονισμού 651/14 | Σελ. 354 |
| VI. Οι κρατικές ενισχύσεις και οι ενισχύσεις του Προγράμματος Ορίζοντας | Σελ. 358 |
| Α. Μια ειδική μορφή σώρευσης | Σελ. 358 |
| Β. Η Ασπίδα Αριστείας στο μεταίχμιο μεταξύ κεντρικής και αποκεντρωμένης διαχείρισης των πόρων | Σελ. 360 |
| §7. Η μικρομεσαία επιχείρηση στο επίκεντρο της πολιτικής ενισχύσεων | |
| Ι. Η σημαντική συμβολή των Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων στην οικονομία της Ευρώπης | Σελ. 361 |
| ΙΙ. Η ενωσιακή πολιτική στήριξης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων | Σελ. 363 |
| ΙΙΙ. Ο ενωσιακός ορισμός της ΜΜΕ | Σελ. 366 |
| Α. Ο ενωσιακός ορισμός ως αναγκαίο εργαλείο για την χάραξη πολιτικών στήριξης στις ΜΜΕ | Σελ. 366 |
| Β. Τα δύο βασικά κριτήρια του ορισμού | Σελ. 369 |
| 1. Ο αριθμός των εργαζομένων | Σελ. 369 |
| 2. Το κριτήριο του ετησίου κύκλου εργασιών και του ισολογισμού | Σελ. 370 |
| 3. Η ανάγκη σωρευτικής πλήρωσης των κριτηρίων | Σελ. 371 |
| Γ. Τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη | Σελ. 372 |
| Δ. Η συνεκτίμηση των οικονομικών σχέσεων της επιχείρησης | Σελ. 373 |
| 1. Οι κατηγορίες των οικονομικών σχέσεων | Σελ. 373 |
| 2. Ο υπολογισμός των στοιχείων επί σύνθετων σχημάτων | Σελ. 374 |
| 3. Η συνεργαζόμενη επιχείρηση | Σελ. 375 |
| 4. Η συνδεδεμένη επιχείρηση | Σελ. 377 |
| IV. H ερμηνεία του ορισμού ΜΜΕ από τα ενωσιακά δικαστήρια υπό το φως των επιδιωκόμενων σκοπών | Σελ. 380 |
| V. Ο νομοθετικός εξορθολογισμός του ορισμού, πρόκριμα αποδοτικότητας των πολιτικών στήριξης των ΜΜΕ. | Σελ. 383 |
| II. Η εφαρμογή των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων | |
| Α. Η δικαστική εφαρμογή | |
| §1. Ανάκτηση παρανόμως χορηγηθείσας κρατικής ενίσχυσης από την ωφεληθείσα επιχείρηση | |
| I. Η ανάκτηση της ενίσχυσης και οι προϋποθέσεις της | Σελ. 387 |
| II. Η νομολογική εφαρμογή | Σελ. 390 |
| Συμπεράσματα | Σελ. 395 |
| §2. Η δημοσιονομική διόρθωση: Διαδικαστικά ζητήματα | |
| I. Η έννοια της δημοσιονομικής διόρθωσης | Σελ. 396 |
| ΙΙ. Το εφαρμοστέο νομοθετικό καθεστώς | Σελ. 399 |
| ΙΙΙ. Αρμοδιότητα ελέγχου και αρμοδιότητα έκδοσης πράξης δημοσιονομικής διόρθωσης | Σελ. 401 |
| IV. To αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση των διαφορών που ανακύπτουν από την έκδοση πράξεων δημοσιονομικής διόρθωσης | Σελ. 404 |
| V. Νομικά ζητήματα και ισχυρισμοί στο πλαίσιο άσκησης προσφυγής ή έφεσης (ενώπιον του ΕλΣυν) κατά της πράξης δημοσιονομικής διορθώσεως | Σελ. 409 |
| Α. Η νομική φύση της έκθεσης ελέγχου/ ζητήματα εκτελεστότητας | Σελ. 409 |
| Β. Οι προθεσμίες που τάσσονται στη Διοίκηση για τη διενέργεια του ελέγχου και την έκδοση της πράξης | Σελ. 410 |
| Γ. Η αιτιολογία της καταλογιστικής πράξης | Σελ. 411 |
| Δ. Υπαιτιότητα/ αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης | Σελ. 411 |
| Ε. Ισχυρισμοί περί έλλειψης ή μη νομότυπης προηγούμενης ακρόασης | Σελ. 414 |
| ΣΤ. Η αρχή της αναλογικότητας | Σελ. 414 |
| Z. Η νομική φύση της ανάκτησης | Σελ. 419 |
| H. Παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου προς έκδοση πράξης δημοσιονομικής διόρθωσης | Σελ. 420 |
| Θ. Η φύση των παρατυπιών | Σελ. 422 |
| Ι. Τα χαρακτηριστικά των υποβληθέντων δικαιολογητικών | Σελ. 423 |
| Κ. Η τοκοφόρος απαίτηση του Δημοσίου | Σελ. 423 |
| Λ. Αλυσιτελείς ισχυρισμοί | Σελ. 424 |
| §3. Το δίκαιο των κρατικών ενισχύσεων μέσα από την πρόσφατη νομολογία των δικαστηρίων της Διοικητικής Δικαιοσύνης | |
| Ι. Διαφορές από την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 108 παρ. 3 της ΣΛΕΕ | Σελ. 426 |
| ΙΙ. Διαφορές από την ανάκτηση παρανόμως χορηγηθείσας κρατικής ενίσχυσης | Σελ. 429 |
| ΙΙΙ. Οι αγωγές αποζημιώσεως | Σελ. 434 |
| §4. Οι διαδικασίες ενώπιον των Ενωσιακών Δικαστηρίων | |
| Ι. Εισαγωγή | Σελ. 437 |
| ΙΙ. Προδικαστικά ερωτήματα ενώπιον του ΔΕΕ | Σελ. 438 |
| Α. Ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του Ενωσιακού δικαίου | Σελ. 438 |
| Β. Ερωτήματα ως προς την εγκυρότητα ενωσιακών πράξεων | Σελ. 439 |
| ΙΙΙ. Ευθείες Προσφυγές ενώπιον του ΔΕΕ και του ΓΔΕΕ | Σελ. 440 |
| Α. Προσφυγή Επιτροπής ή κράτους μέλους κατά άλλου κράτους μέλους | Σελ. 440 |
| Β. Προσφυγή Κράτους Μέλους κατά Επιτροπής | Σελ. 441 |
| 1. Προσφυγή ακύρωσης | Σελ. 441 |
| 2. Προσφυγή κατά παράλειψης | Σελ. 443 |
| Γ. Προσφυγή δικαιούχου κρατικής ενίσχυσης κατά Επιτροπής | Σελ. 444 |
| 1. Πράξεις δεκτικές προσβολής | Σελ. 444 |
| 2. Προϋποθέσεις ενεργητικής νομιμοποίησης | Σελ. 444 |
| Δ. Προσφυγή τρίτου κατά Επιτροπής | Σελ. 446 |
| 1. Προσφυγή ακύρωσης | Σελ. 446 |
| 2. Προσφυγή κατά παράλειψης | Σελ. 451 |
| ΙV. Συμπεράσματα | Σελ. 452 |
| Β. Η διοικητική εφαρμογή | |
| §1. Η εθνική πολιτική περί κρατικών ενισχύσεων: Διάρθρωση υπηρεσιών Κρατικών Ενισχύσεων | |
| I. Το εθνικό δίκτυο ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων | Σελ. 455 |
| II. Κεντρική Μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων | Σελ. 456 |
| III. Αποκεντρωμένες Μονάδες Κρατικών Ενισχύσεων | Σελ. 457 |
| IV. Διαδικασία γνωμοδότησης επί σχεδίων μέτρων | Σελ. 458 |
| V. Διυπουργική Επιτροπή Κρατικών Ενισχύσεων | Σελ. 458 |
| VI. Ο ρόλος της ΚΕΜΚΕ και των ΑΜΚΕ στη διαδικασία ανάκτησης κρατικών ενισχύσεων | Σελ. 459 |
| VII. Επίλογος | Σελ. 460 |
| §2. Ηλεκτρονική διακυβέρνηση και κρατικές ενισχύσεις | |
| I. Πληροφοριακό Σύστημα Κρατικών Ενισχύσεων (ΠΣΚΕ) | Σελ. 461 |
| Α. Προηγούμενη κατάσταση - ΕΣΠΑ 2007-2013 | Σελ. 461 |
| Β. Υφιστάμενη κατάσταση – ΕΣΠΑ 2014-2020 | Σελ. 465 |
| 1. Γενικά στοιχεία | Σελ. 465 |
| 2. Διαδικασία διαχείρισης Κρατικών Ενισχύσεων και ΠΣΚΕ | Σελ. 469 |
| 3. Ρόλοι/Αρμοδιότητες εμπλεκομένων φορέων | Σελ. 474 |
| 4. ΠΣΚΕ και Απλοποιημένη λειτουργία | Σελ. 475 |
| 5. Αρχιτεκτονική ΠΣΚΕ | Σελ. 477 |
| Γ. ΠΣΚΕ και Χρηματοδοτικά Εργαλεία | Σελ. 479 |
| Δ. Αποτίμηση του ΠΣΚΕ (SWOT analysis) | Σελ. 482 |
| II. Πληροφοριακό Σύστημα Σώρευσης Κρατικών Ενισχύσεων (ΠΣΣΚΕ) | Σελ. 484 |
| Α. Προηγούμενη κατάσταση - ΕΣΠΑ 2007-2013 | Σελ. 484 |
| Β. Υφιστάμενη κατάσταση - ΕΣΠΑ 2014-2020 | Σελ. 487 |
| §3. Λογιστική αντιμετώπιση κρατικών επιχορηγήσεων | |
| Ι. Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα | Σελ. 490 |
| Α. Γενικά στοιχεία για τις κρατικές επιχορηγήσεις | Σελ. 490 |
| Β. Επιχορήγηση περιουσιακών στοιχείων | Σελ. 492 |
| Γ. Επιχορηγήσεις εξόδων | Σελ. 494 |
| 1. Παράδειγμα επιδότησης ασφαλιστικών εισφορών | Σελ. 495 |
| 2. Παράδειγμα επιχορήγησης άλλου εξόδου | Σελ. 496 |
| Δ. Ανακεφαλαίωση | Σελ. 497 |
| Ε. Οι επιχορηγήσεις ως υποχρεώσεις | Σελ. 498 |
| ΣΤ. Αντιμετώπιση επιχορήγησης παγίου περιουσιακού στοιχείου | Σελ. 499 |
| Ζ. Περιουσιακά στοιχεία που δεν υπόκεινται σε αποσβέσεις | Σελ. 502 |
| Η. Οι κρατικές επιχορηγήσεις μέρους εξόδων | Σελ. 503 |
| Γ. Ειδικά Ζητήματα | |
| §1. Δημόσιες συμβάσεις και κρατικές ενισχύσεις | |
| Εισαγωγή | Σελ. 507 |
| Ι. Γενικό Μέρος | Σελ. 509 |
| Α. Το νομοθετικό πλαίσιο των δημοσίων συμβάσεων | Σελ. 509 |
| Β. Η έννοια και τα χαρακτηριστικά της κρατικής ενίσχυσης | Σελ. 510 |
| Γ. Οι αρχές διεξαγωγής των διαγωνιστικών διαδικασιών | Σελ. 511 |
| ΙΙ. Σχέση Δημόσιας Σύμβασης και Κρατικής Ενίσχυσης | Σελ. 514 |
| Α. Η περίπτωση των ΥΓΟΣ | Σελ. 515 |
| 1. Η υπόθεση Altmark | Σελ. 517 |
| Β. Νόμιμο Μονοπώλιο | Σελ. 518 |
| Γ. Δημόσιες Συμβάσεις ερευνητικών υπηρεσιών και υπηρεσιών ανάπτυξης | Σελ. 520 |
| Δ. Ασυνήθιστα χαμηλές προσφορές | Σελ. 522 |
| ΙΙΙ. Επιλογή και ένταξη του κριτηρίου ανάθεσης της Δημόσιας Σύμβασης και Κρατική Ενίσχυση | Σελ. 523 |
| Α. Κριτήριο ανάθεσης της δημόσιας σύμβασης | Σελ. 523 |
| Β. Ένταξη κριτηρίου για την κοινωνική συνοχή και την προστασία του περιβάλλοντος | Σελ. 525 |
| Γ. Πράσινες Δημόσιες Συμβάσεις | Σελ. 528 |
| Συμπεράσματα | Σελ. 529 |
| §2. Ευρωπαϊκά Διαρθρωτικά Ταμεία και κρατικές ενισχύσεις | |
| Ι. Εισαγωγή | Σελ. 530 |
| ΙΙ. Πολιτική συνοχής της ΕΕ και «Διαρθρωτικά Ταμεία»: Στόχοι και πολύπλοκες διοικητικές δομές | Σελ. 532 |
| ΙΙΙ. Κρατικές ενισχύσεις και Διαρθρωτικά Ταμεία: Έννοιες και Επιδιώξεις | Σελ. 534 |
| ΙV. Η έννοια της κρατικής ενίσχυσης και τα Διαρθρωτικά Ταμεία | Σελ. 535 |
| Α. Κρατικοί πόροι και καταλογισμός στο κράτος: Περιθώριο διακριτικής ευχέρειας των κρατών μελών στη διαδικασία εφαρμογής | Σελ. 537 |
| Β. Συνέπειες της ταξινόμησης της χρηματοδότησης από τα Διαρθρωτικά Ταμεία ως «κρατικών ενισχύσεων»: Αναντιστοιχίες βοήθειας και κανόνες σώρευσης | Σελ. 546 |
| Γ. Ανάκτηση και ανάκληση χορηγηθεισών ενισχύσεων | Σελ. 548 |
| V. Το γενικό νομικό πλαίσιο των ΕΔΕΤ υπό το πρίσμα των κρατικών ενισχύσεων | Σελ. 550 |
| VI. Συμπεράσματα | Σελ. 556 |
| Αλφαβητικό ευρετήριο | Σελ. 559 |
Σελ. 1
Ι. Γενικοί κανόνες
1. Εισαγωγή στο Δίκαιο Κρατικών ενισχύσεων: Νομικό πλαίσιο και οικονομική λογική
Σελ. 3
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Ι. Ο κανόνας της απαγόρευσης των κρατικών ενισχύσεων και η τελολογία του 1-15
Α. Η απαγόρευση των κρατικών ενισχύσεων ως κανόνας 1-4
Β. Γιατί τα κράτη χορηγούν κρατικές ενισχύσεις; 5-9
Γ. Η ratio της απαγόρευσης 10-12
Δ. Εξαίρεση - Η άμβλυνση της απόλυτης απαγόρευσης 13-15
ΙΙ. Σύντομη περιγραφή του μηχανισμού ελέγχου κρατικών ενισχύσεων 16-24
Α. Οι ουσιαστικοί κανόνες 16-19
Β. Η διαδικασία: Οι διαδικαστικοί κανόνες – Η προηγούμενη κοινοποίηση και οι εξαιρέσεις της 20-24
ΙΙΙ. Η συμβολή των κρατικών ενισχύσεων στην διάπλαση του ενωσιακού «διοικητικού» δικαίου 25-30
ΙV. Ο ρόλος του Δικαστήριου στη διάπλαση του δικαίου κρατικών ενισχύσεων 31-36
Ι. Ο κανόνας της απαγόρευσης των κρατικών ενισχύσεων και η τελολογία του
Α. Η απαγόρευση των κρατικών ενισχύσεων ως κανόνας
1Ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής δεν είναι συμβατές με την εσωτερική αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές, εκτός αν οι Συνθήκες ορίζουν άλλως.
2Aυτή είναι η διατύπωση του άρθρου 107 παρ. 1 της ΣΛΕΕ η οποία αποτυπώνει τον βασικό κανόνα περί κατ’ αρχήν απαγόρευσης των κρατικών ενισχύσεων προς τις επιχειρήσεις. Τα ιδρυτικά κράτη μέλη συμφώνησαν σε ένα κοινό ορισμό της έννοιας της κρατικής ενίσχυσης, βάζοντας τέρμα σε διαφορετικές
Σελ. 4
ορολογίες που προκαλούσαν σύγχυση, οι οποίες χρησιμοποιούνταν σε άλλα διεθνή κανονιστικά κείμενα, όπως η έννοια «κίνητρο» ή «επιδότηση».
3Η ανωτέρω διάταξη, η οποία τίθεται σε πρωτογενές επίπεδο φανερώνει την εξέχουσα σημασία που αποδίδει η Ένωση στον έλεγχο των κρατών μελών κατά τις παρεμβάσεις τους στην αγορά. Πράγματι, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένα τονίσει τον θεμελιώδη χαρακτήρα των διατάξεων της Συνθήκης σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις που σκοπούν στη θέσπιση καθεστώτος το οποίο διασφαλίζει ότι δεν νοθεύεται ο ανταγωνισμός στην εσωτερική αγορά. Οι κανόνες των άρθρων 107 επ. ΣΛΕΕ αποτελούν την έκφραση μιας ουσιώδους αποστολής της Ένωσης, ήτοι την εγκαθίδρυση μιας εσωτερικής αγοράς και την προώθηση υψηλού βαθμού ανταγωνιστικότητας και σύγκλισης των εθνικών οικονομικών επιδόσεων.
4Ο ορισμός της κρατικής ενίσχυσης, ευρύτατος στη διατύπωσή του, συλλαμβάνει στο πεδίο εφαρμογής του, κάθε κρατικό παρεμβατικό μέτρο με στρεβλωτικά του ανταγωνισμού αποτελέσματα. Ως κρατικές ενισχύσεις θεωρούνται παρεμβάσεις οι οποίες, υπό οποιαδήποτε μορφή, είναι ικανές να ευνοούν άμεσα ή έμμεσα επιχειρήσεις ή που πρέπει να θεωρούνται οικονομικό πλεονέκτημα που η ωφελούμενη επιχείρηση δεν θα είχε υπό ομαλές συνθήκες αγοράς. Κρατικές ενισχύσεις δεν είναι μόνο οι άμεσες χρηματικές εισφορές. Κρατικές ενισχύσεις λογίζονται και οι παρεμβάσεις εκείνες οι οποίες, ανεξαρτήτως μορφής, ελαφρύνουν τις επιβαρύνσεις που κανονικώς βαρύνουν τον προϋπολογισμό μιας επιχειρήσεως και, κατά συνέπεια, χωρίς να είναι επιδοτήσεις υπό τη στενή έννοια του όρου, είναι της ιδίας φύσεως ή έχουν ίδια αποτελέσματα (π.χ. φορολογικές ή ασφαλιστικές απαλλαγές, εγγυήσεις, διακανονισμοί ή άφεση χρεών κ.α.).
Β. Γιατί τα κράτη χορηγούν κρατικές ενισχύσεις;
5Αν επιχειρήσουμε να ρίξουμε φως στα κίνητρα που παρωθούν τα κράτη για να επεμβαίνουν χορηγώντας επιδοτήσεις ή οικονομικά πλεονεκτήματα προς συγκεκριμένες επιχειρήσεις θα καταγράψουμε πολλούς και ετερόκλητους σκοπούς.
Σελ. 5
6- Κατ’ αρχάς μέσω των ενισχύσεων επιτυγχάνονται σκοποί δημόσιας πολιτικής. Η στήριξη ορισμένων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων ενεργεί ως ενθάρρυνση συγκεκριμένου επιχειρηματικού μοντέλου. Το κράτος εκτός από τα κλασικά, δημοσίου δικαίου, εργαλεία που διαθέτει, έχει και το δραστικό εργαλείο της προσφοράς κινήτρων για να διαμορφώσει την αγορά και να στρέψει την παραγωγή στην κατεύθυνση του οικονομικού μοντέλου που επιθυμεί. Με άλλα λόγια, οι κρατικές ενισχύσεις αποτελούν οργανωτικού χαρακτήρα παρεμβάσεις στην αγορά από το σύγχρονο ρυθμιστικό κράτος.
7- Δεύτερον, για ορισμένες υπηρεσίες, ζωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο, η δημόσια παρέμβαση επιβάλλεται ως απολύτως αναγκαία για να επουλώσει τις ζημίες που προξενούν οι αρρυθμίες της αγοράς. Η απαίτηση για minimum παροχές κοινής ωφέλειας προς όλους τους πολίτες επιβάλει στα κράτη μέλη και την Ένωση τον θεσμικό ρόλο του εγγυητή για τις υπηρεσίες αυτές. Ιδίως μετά το κύμα των ιδιωτικοποιήσεων, τα κράτη στήριξαν διαρκώς και επιμόνως επιχειρήσεις που ανέλαβαν να προσφέρουν τις άλλοτε κρατικές υπηρεσίες γενικού συμφέροντος, προκειμένου να αποφευχθούν ανεπιθύμητες πτωχεύσεις και κατάρρευση της αγοράς εργασίας.
8- Τρίτον, η κρίση ενίσχυσε τις φωνές που ζητούν να διαδραματίσει το κράτος σημαντικότερο ρόλο στην προστασία των πλέον ευάλωτων μελών της κοινωνίας και στην προώθηση της οικονομικής ανάκαμψης. Η διατύπωση απόλυτων απαγορεύσεων, χωρίς δυνατότητα ευέλικτων προσαρμογών, τοποθετεί τις δημόσιες αρχές στην δεινή θέση στάθμισης ανάμεσα στην τήρηση της αυστηρής νομιμότητας και την θεραπεία των επιτακτικών αναγκών που δημιουργεί η τρέχουσα οικονομική πραγματικότητα.
9- Τέταρτον, τα κίνητρα των παρεμβάσεων δεν είναι πάντα αγνά ή αμιγώς οικονομικής λογικής. Λόγοι εκλογικού πραγματισμού οδηγούν τους εκάστοτε κυβερνώντες να επιδίδονται σε ακατάσχετη παροχολογία για να βελτιώσουν τις πιθανότητες επανεκλογής τους.
Σελ. 6
Γ. Η ratio της απαγόρευσης
10Με αυτά τα δεδομένα, οι ενωσιακοί κανόνες αναγνωρίζουν, από αυτό το ευρύτατο φάσμα λόγων, μόνο όσες παρεμβάσεις δικαιολογούνται από αντικειμενική σκοπιά υπό οικονομική θεώρηση. Η ratio των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων εμφανίζεται πολυδιάστατη. Ασφαλώς, η κυρίαρχη επιδίωξη των αυστηρών απαγορευτικών κανόνων είναι η εμπέδωση υγιούς ανταγωνισμού. Η καταστατική επιδίωξη δημιουργίας ενός χώρου όπου οι οικονομικοί νόμοι θα επιδρούν επί της αγοράς χωρίς την ανεπιθύμητη διατάραξη των εξωγενών κρατικών μέτρων αποτελεί το πρώτιστο μέλημα των σχετικών κανόνων. Άλλωστε οι κανόνες των άρθρων 107 επ. ΣΛΕΕ εντάσσονται συστηματικά στον Τίτλο VII της Συνθήκης που θέτει τους κοινούς κανόνες για τον ανταγωνισμό.
11Ωστόσο, ο ανταγωνισμός δεν είναι η μόνη επιδίωξη του νομοθέτη. Η Συνθήκη, ως οργανωμένο σύστημα διατάξεων, επιβάλλει η εφαρμογή των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων να μην παράγει αποτελέσματα τα οποία θα υποσκάπτουν τις διατάξεις περί ελεύθερης κυκλοφορίας. Οι οικονομικά ενεργοί πολίτες και επιχειρήσεις δεν πρέπει να προσκρούουν σε εμπόδια οποιασδήποτε φύσεως στην ΕΕ. Η επιλεκτική υποστήριξη εγχώριων τομέων οικονομικής δράσης θα καθιστούσε λιγότερο ελκυστική την προοπτική κινητικότητας μιας εταιρίας από άλλο κράτος, αν θα έπρεπε να ανταγωνιστεί στο κράτος υποδοχής επιχειρήσεις με προνομιακή πρόσβαση σε δημόσιους πόρους.
12Ένας επιπλέον, εξίσου σημαντικός στόχος της απαγόρευσης χορήγησης κρατικών ενισχύσεων είναι η λειτουργία του ως μετα-κανόνα δημοσιονομικής πειθαρχίας. Τίθεται ένας υπερνομοθετικής ισχύος κανόνας, εξοπλισμένος με τα δραστικά χαρακτηριστικά του ενωσιακού δικαίου, ο οποίος βάζει ένα όριο στον ατελέσφορο ανταγωνισμό σπατάλης μεταξύ των κρατών μελών. Το άρθρο 107 ΣΛΕΕ λειτουργεί με άλλα λόγια ως οιονεί δημοσιονομικός ελεγκτής
Σελ. 7
του κράτους, συντονίζοντας τις πολιτικές των κρατών και συμβάλλοντας έτσι στην προοδευτική ενοποίηση της οικονομικής πολιτικής τους.
Δ. Εξαίρεση - Η άμβλυνση της απόλυτης απαγόρευσης
13Θα πρέπει ωστόσο να βρεθεί ένα σημείο ισορροπίας ανάμεσα στην οικονομική αποτελεσματικότητα από τη μια μεριά και στο περιθώριο άσκησης πολιτικής το οποίο διαθέτουν δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις από την άλλη. Αυτό το σημείο λεπτών σταθμίσεων αποτυπώνεται στους λόγους που ένα καταρχήν απαγορευμένο μέτρο κρίνεται κατ’ εξαίρεση συμβατό και, άρα, νόμιμο από άποψη ενωσιακού δικαίου, σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 107 της Συνθήκης.
14Το πλήθος των κινήτρων και η ποικιλία των περιπτώσεων, όπου η αγορά εμφανίζει ατέλειες, οδήγησαν σε ένα εκτεταμένο τομεακό νομοθετικό κεκτημένο, ηπίου δικαίου, με λεπτομερειακούς κανόνες της Επιτροπής, αρκετές φορές δύσχρηστο και εν πολλοίς περιπτωσιολογικού χαρακτήρα. Στην προσέγγιση του ο ερμηνευτής και εφαρμοστής των κανόνων θα πρέπει να γνωρίζει όχι μόνο τις προκείμενες ρυθμιστικές παραμέτρους, το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο, το ευρύτερο γενικό διοικητικό δίκαιο αλλά και να καταφεύγει σε χρήση οικονομικών τεχνικών αναλύσεων προκειμένου οι κανόνες να αναπτύξουν την πλήρη αποτελεσματικότητά τους. Εκτός από τα κλασικά κριτήρια ερμηνείας, η οικονομική ανάλυση του δικαίου είναι απαραίτητο ερμηνευτικό εργαλείου για να μας αποκαλύψουν οι κανόνες το πλήρες νόημά τους.
15Οι κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις είναι άλλωστε τμήμα του οικονομικού συντάγματος της Ένωσης. Η κρατική δράση στο πεδίο της αγοράς δεν συνιστά
Σελ. 8
σε όλες τις περιπτώσεις περιορισμό στην ελευθερία του ανταγωνισμού, παρά μόνο εφόσον παραβιάζει την αρχή του επικουρικού της χαρακτήρα. Η υπηρέτηση του γενικού συμφέροντος οδηγεί σε άμβλυνση της αυστηρής απαγόρευσης σε σημείο που η σχέση κανόνα και εξαίρεσης να τίθεται σε δοκιμασία. Παρότι σε νομικό επίπεδο η απαγόρευση των ενισχύσεων είναι ο κανόνας, σε ρεαλιστικό επίπεδο καμία Κυβέρνηση σε κανένα κράτος μέλος δεν απείχε από τη χρήση των ενισχύσεων ως εργαλείου πολιτικής. Το ενωσιακό δίκαιο με ουσιαστικούς και διαδικαστικούς κανόνες ελέγχει την όλη διαδικασία, βάζει όρια και μέτρο αλλά δεν περιστέλλει ολοσχερώς τις κρατικές ενισχύσεις.
Για παράδειγμα, το ξέσπασμα της πανδημίας του κορωνοϊού (COVID-19) στις αρχές του 2020 προκάλεσε έντονη και σοβαρή κατάσταση ανάγκης η οποία έπληξε δραματικά, εκτός από την υγεία των ανθρώπων σε όλο τον πλανήτη, και την οικονομία της Ένωσης στο σύνολό της. Η Επιτροπή επέδειξε γρήγορα αντανακλαστικά και αναγνώρισε ότι απαιτείται καλά στοχευμένη δημόσια στήριξη για την αντιμετώπιση των ζημιών καθώς και τη διατήρηση της οικονομικής δραστηριότητας στην διάρκεια έξαρσης της νόσου αλλά και ύστερα από αυτήν. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή αρχικά παρουσίασε τις διάφορες επιλογές που έχουν στη διάθεσή τους τα κράτη μέλη εκτός του πεδίου εφαρμογής του ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων. Οι εν λόγω επιλογές περιλαμβάνουν μέτρα που ισχύουν για όλες τις επιχειρήσεις και αφορούν επιδοτήσεις μισθών, αναστολή πληρωμών φόρων και εισφορών κοινωνικής ασφάλισης κ.α. Ταυτόχρονα έλαβε σειρά αποφάσεων όπου έκρινε κοινοποιηθέντα μέτρα κρατικών ενισχύσεων ως συμβατά με τη Συνθήκη, με το σκεπτικό ότι στοχεύουν στην επανόρθωση ζημιών που προκαλούνται από έκτακτα γεγονότα, κατά το άρθρο 107 παρ. 2 περ. β’ ΣΛΕΕ. Τέλος, στις 19 Μαρτίου 2020 η Επιτροπή υιοθέτησε ένα Προσωρινό Πλαίσιο προκειμένου τα κράτη-μέλη να αποκτήσουν τη μεγαλύτερη
Σελ. 9
δυνατή ευελιξία που επιτρέπουν οι κανόνες κρατικών ενισχύσεων για την ενίσχυση των εθνικών οικονομιών τους. Ενισχύσεις με τη μορφή άμεσων επιχορηγήσεων, επιστρεπτέων προκαταβολών, φορολογικών πλεονεκτημάτων, εγγυήσεων δανείων, επιδοτούμενων επιτοκίων, τίθενται στη διάθεση των κρατών μελών για να αντιμετωπίσουν το σοκ που προκάλεσε η πανδημία στις ευρωπαϊκές κοινωνίες και οικονομίες. Η επίτευξη των μακροοικονομικών στόχων της Ένωσης οφείλει επομένως να συνεκτιμά πάντοτε τις γενικές αρχές και αξίες που ανήκουν στον σκληρό πυρήνα της Ένωσης, όπως η αλληλεγγύη και τα κοινωνικά δικαιώματα των ευρωπαίων πολιτών. Η κατάσταση ανάγκης απλώς υπενθυμίζει επιτακτικά αυτή την υποχρέωση.
ΙΙ. Σύντομη περιγραφή του μηχανισμού ελέγχου κρατικών ενισχύσεων
Α. Οι ουσιαστικοί κανόνες
16Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ο χαρακτηρισμός μέτρου ως κρατικής ενισχύσεως, κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, προϋποθέτει τη συνδρομή του συνόλου των προβλεπόμενων από την εν λόγω διάταξη προϋποθέσεων. Ως εκ τούτου,
- Πρώτον, πρέπει να πρόκειται για κρατική παρέμβαση ή παρέμβαση μέσω κρατικών πόρων υπέρ επιχειρήσεων,
- Δεύτερον, η παρέμβαση αυτή πρέπει να μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών.
- Τρίτον, η παρέμβαση πρέπει να χορηγεί ένα επιλεκτικό πλεονέκτημα υπέρ του δικαιούχου.
- Τέταρτον, πρέπει να νοθεύει ή να απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό.
Σελ. 10
17Απαιτείται να πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που τάσσει η διάταξη αυτή. Εάν μια προϋπόθεση δεν πληρούται, παρέλκει η εξέταση των υπολοίπων, καθώς το εξεταζόμενο μέτρο δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 107 επ. της Συνθήκης. Παρότι κάθε κριτήριο είναι αυτοτελές, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η ερμηνεία του κάθε κριτηρίου δεν είναι στεγανοποιημένη από τους σκοπούς των άλλων κριτηρίων. Για παράδειγμα, τα ενωσιακά δικαστήρια έχουν διευκρινίσει ότι στο πλαίσιο εξέτασης της προϋπόθεσης του οικονομικού πλεονεκτήματος, η εφαρμογή του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή αποσκοπεί στο να προσδιορίσει αν το, υπό οποιαδήποτε μορφή, οικονομικό πλεονέκτημα, το οποίο χορηγήθηκε σε επιχείρηση με κρατικούς πόρους, είναι, λόγω των αποτελεσμάτων του, τέτοιας φύσεως ώστε να νοθεύει ή να απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό και να επηρεάσει τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών.
18Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η έννοια της κρατικής ενισχύσεως, όπως καθορίζεται στη Συνθήκη, έχει νομικό χαρακτήρα και πρέπει να ερμηνεύεται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων. Για τον λόγο αυτόν, ο ενωσιακός δικαστής οφείλει, να ασκεί πλήρη έλεγχο του κατά πόσον ένα μέτρο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.
19Η Ένωση θεωρεί ότι είναι συμβατές με την εσωτερική αγορά, και γι’ αυτό επιτρέπει, όσες κρατικές ενισχύσεις έχουν λιγότερες παρενέργειες στον ανταγωνισμό. Η Συνθήκη προβλέπει εξαιρέσεις, άλλες αυτοδίκαιες (άρθρο 107 § 2) άλλες δυνητικές (107 § 3), από τον γενικό κανόνα της απαγόρευσης εφόσον συντρέχουν οι περιοριστικά αναφερόμενοι λόγοι στις διατάξεις αυτές. Όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτουν οι εξαιρέσεις αυτές, τότε μπορεί ένα οικονομικό πλεονέκτημα που θεωρείται κρατική ενίσχυση να κριθεί ότι είναι συμβατό με την εσωτερική αγορά και να επιτραπεί η χορήγησή του.
Σελ. 11
Β. Η διαδικασία: Οι διαδικαστικοί κανόνες – Η προηγούμενη κοινοποίηση και οι εξαιρέσεις της
20Οι κανόνες κρατικών ενισχύσεων δεν έχουν, όμως, μόνο ουσιαστικό χαρακτήρα αλλά θεσπίζουν και ένα αυστηρό διαδικαστικό μηχανισμό ελέγχου. Κυρίαρχο ρόλο στον εν λόγω μηχανισμό έχει η Επιτροπή, η οποία και είναι αποκλειστικώς αρμόδια να εξετάζει κάθε κρατική ενίσχυση, προκειμένου να κρίνει αν είναι συμβατή ή όχι με την εσωτερική αγορά. Η Επιτροπή ελέγχει κατ’ αρχάς όλα τα σχέδια ενισχύσεων, που τα κράτη μέλη υποχρεούνται να της κοινοποιούν κατά το άρθρο 108 παρ. 3 ΣΛΕΕ (προληπτικό σύστημα ελέγχου). Μέχρι η Επιτροπή να καταλήξει σε τελική απόφαση, το κράτος δεν επιτρέπεται να θέσει σε εφαρμογή το επίμαχο μέτρο (υποχρέωση standstill). Διαδικαστική νομιμότητα και ουσιαστική συμβατότητα συνθέτουν ένα πλήρες και - κατά κανόνα - αποτελεσματικό σύστημα ελέγχου.
21Το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι o δικαστικός έλεγχος είναι περιορισμένος όσον αφορά το ζήτημα αν ένα μέτρο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, όταν οι εκτιμήσεις της Επιτροπής έχουν τεχνικό ή περίπλοκο χαρακτήρα. Η εξέταση την οποία πρέπει να πραγματοποιήσει η Επιτροπή συνεπάγεται τη συνεκτίμηση και την αξιολόγηση περίπλοκων πραγματικών περιστατικών και οικονομικών περιστάσεων. Δεδομένου ότι ο ενωσιακός δικαστής δεν μπορεί να υποκαταστήσει την Επιτροπή στην εκτίμηση των περίπλοκων πραγματικών περιστατικών και οικονομικών περιστάσεων, ο δικαστικός έλεγχος πρέπει, κατά συνέπεια, να περιορίζεται στον έλεγχο της τηρήσεως των διαδικαστικών κανόνων και των κανόνων περί αιτιολογίας, του υποστατού των πραγματικών περιστατικών και της απουσίας πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως και καταχρήσεως εξουσίας.
22Το σύστημα των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων, δηλαδή τα άρθρα 107-109 ΣΛΕΕ, δεν έχουν τροποποιηθεί σημαντικά τα τελευταία 60 χρόνια παρά τις κοσμογονικές εξελίξεις που έλαβαν χώρα σε επίπεδο πρωτογενούς δικαίου. Η μόνη αξιοσημείωτη αλλαγή είναι η προσθήκη της παραγράφου 4 στο άρθρο 108 δυνάμει της οποίας η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει κανονισμούς σχετικά με τις κατηγορίες κρατικών ενισχύσεων για τις οποίες το Συμβούλιο έχει ορίσει, σύμφωνα με το άρθρο 109, ότι μπορούν να μην υπόκεινται στη διαδικασία της προηγούμενης κοινοποίησης. Διάταξη η οποία αποτέλεσε τη βάση για να υιοθετήσει η Επιτροπή Κανονισμούς που οδηγούν σε αποκεντρωμένη εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου από τα κράτη μέλη, θέτοντας σε αυτούς τους Κανονισμούς,
Σελ. 12
υπό μορφή προϋποθέσεων εφαρμογής, ειδικούς όρους συμβατότητας, οι οποίοι, εφόσον συντρέχουν, απαλλάσσουν από την υποχρέωση προηγούμενης κοινοποίησης.
23Επειδή η διαδικασία της προηγούμενης κοινοποίησης είναι ιδιαιτέρως χρονοβόρα, η Επιτροπή έχει θεσπίσει ειδικές ρυθμίσεις, οι οποίες επιτρέπουν «αυτομάτως» τη χορήγηση των εν λόγω ενισχύσεων, χωρίς να χρειάζεται να της κοινοποιηθούν για ρητή έγκριση. Απαράβατη προϋπόθεση της απαλλαγής κοινοποίησης είναι να τηρούνται όλοι οι όροι συμβατότητας των ειδικών αυτών ρυθμίσεων. Σε όλες τις περιπτώσεις αυτές, δημιουργείται μια αποκεντρωμένη διοικητική δομή, με τις εθνικές αρχές να εφαρμόζουν του σχετικούς ενωσιακούς κανόνες απευθείας, ως οιονεί διοικητικά όργανα της ΕΕ.
24Με τον Κανονισμό 2015/1589 του Συμβουλίου της 13.7.2015, στη βάση του άρθρου 109 ΣΛΕΕ, επιδιώχθηκε για λόγους ασφάλειας δικαίου η κωδικοποίηση του προγενέστερου Κανονισμού 659/1999 που περιλαμβάνει τις διαδικαστικές παραμέτρους οργάνωσης του συστήματος ελέγχου των ενισχύσεων. Όπως χαρακτηρίζεται από τη θεωρία, από τη στενή, όμως, οπτική του εθνικού δικαίου, πρόκειται για έναν «οιονεί ενωσιακό Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας».
ΙΙΙ. Η συμβολή των κρατικών ενισχύσεων στην διάπλαση του ενωσιακού «διοικητικού» δικαίου
25Διοικητική διαδικασία χωρίς έννομη προστασία του διοικουμένου θα ήταν γράμμα κενό. Ο δικαστικός έλεγχος της Διοίκησης αποτελεί ουσιώδες στοιχείο του δικαιώματος για αποτελεσματική δικαστική προστασία (effective judicial remedy).
26To δικαίωμα στη χρηστή διοίκηση που κατοχυρώνεται στο άρθρο 41 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ πρέπει να εφαρμόζεται λαμβανομένων υπόψη τόσο των διαδικαστικών δικαιωμάτων των ενδιαφερομένων μερών όσο και τη δημοσίου συμφέροντος επιδίωξη για αποτελεσματική εφαρμογή των κανόνων. Η τελευταία πάντως δεν είναι δυνατόν να επιδιώκεται με κάθε τίμημα στην Ευρωπαϊκή Ένωση που είναι πρωτίστως Ένωση Δικαίου.
Σελ. 13
27Η προσέγγιση των κανόνων οφείλει να γίνεται υπό το πρίσμα αυτό και όχι με προσκόλληση σε μια τυποκρατία. Ειδικότερα, η εκκίνηση από τη θέση, ότι στη διαδικασία περί κρατικών ενισχύσεων, το συμφέρον του κράτους μέλους που χορήγησε την ενίσχυση και το συμφέρον του αποδέκτη αυτής ταυτίζονται είναι βεβιασμένη και όχι πάντα ρεαλιστική. Αφενός, είναι σαφές ότι η κατάσταση δεν έχει τον ίδιο αντίκτυπο στο κράτος, το οποίο, στη δυσμενέστερη των περιπτώσεων, μπορεί να υποχρεωθεί να ανακτήσει τις χορηγηθείσες ενισχύσεις, και σε επιχείρηση η οποία, στην περίπτωση επιστροφής των ενισχύσεων, θα μπορούσε ακόμη και να οδηγηθεί σε πτώχευση. Επιπλέον, ενδέχεται οι ενισχύσεις να μην έχουν χορηγηθεί από την κεντρική κυβέρνηση του κράτους αλλά από κάποια τοπική ή περιφερειακή έκφανσή της: στην περίπτωση αυτή δεν είναι δεδομένο ότι το συμφέρον της κεντρικής κυβερνήσεως, της μόνης που συμμετέχει στη διαδικασία, ταυτίζεται με το συμφέρον του τοπικού φορέα.
28Κατ’ ακολουθία, στο πλαίσιο διαφόρων υποθέσεων, τα ενωσιακά δικαστήρια έχουν διευρύνει το περιεχόμενο της προστασίας που παρέχεται στους αποδέκτες των ενισχύσεων. Τούτο συνέβη, επί παραδείγματι, με έρεισμα το καθήκον διασφαλίσεως της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος ακροάσεως, το οποίο αναγνωρίζεται στον δικαιούχο της ενισχύσεως (όπως και σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη) ήδη από τον κανονισμό 659/99, ή, ακόμη, με αναγνώριση στον αποδέκτη της ενισχύσεως του δικαιώματος να προβάλει ως πλημμέλεια την παράλειψη ακροάσεως του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους εκ μέρους της Επιτροπής. Στην βάση της ίδιας σκέψης έχει κριθεί, για παράδειγμα, ότι οι αρχές της χρηστής διοικήσεως επιβάλλουν στην ενωσιακή διοίκηση την υποχρέωση, σε όλες τις διαδικασίες που μπορεί να καταλήξουν στη λήψη μέτρου που θίγει τα συμφέροντα ενός ή περισσοτέρων ατόμων, να αποφεύγει τις αδικαιολόγητες καθυστερήσεις και να εξασφαλίζει τη διεξαγωγή εκάστου σταδίου της διαδικασίας εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος μετά το προηγούμενο στάδιο. Όπως υπογράμμισε ο Γενικός Εισαγγελέας Jacobs «η αργή διοίκηση είναι κακή διοίκηση».
Σελ. 14
29Η Επιτροπή επομένως έχει σημαντικό βαθμό διακριτικής ευχέρειας, αλλά δεν είναι ανεξέλεγκτη κατά την άσκησή της. Ο ενωσιακός δικαστής έρχεται να οριοθετήσει την ευχέρεια αυτή και να την υπαγάγει σε αυστηρό έλεγχο.
30Πολλές από τις αρχές του ενωσιακού δικαίου όπως η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, της ασφάλειας δικαίου, της αμεροληψίας, της προηγούμενης ακρόασης, της αιτιολογίας της πράξης, προερχόμενη από το διοικητικό δίκαιο των κρατών μελών, έχουν διαπλαστεί ή εμπλουτιστεί στο πλαίσιο διαδικασιών κρατικών ενισχύσεων. Με άλλα λόγια, το σύστημα ελέγχου κρατικών ενισχύσεων έχει αποτελέσει ένα εργαστήριο παραγωγής διαδικαστικών κανόνων, αποτελεσματικών τεχνικών διοικητικής εφαρμογής και ανάπτυξης γενικών αρχών του δικαίου. Ο διοικούμενος της Ένωσης, που υπάγεται στην δημόσια εξουσία επάλληλων διοικητικών δομών, έχει στη φαρέτρα του ικανά όπλα για να αποκρούσει την ενδεχόμενη αυθαιρεσία, είτε αυτή εκπορεύεται από το κράτος είτε από την ίδια την Επιτροπή . Με αυτό τον τρόπο διαμορφώνεται ένα «οιονεί Δημόσιο Δίκαιο» με ευρύτερη εφαρμογή σε αντίστοιχες σχέσεις εξουσίας.
ΙV. Ο ρόλος του Δικαστήριου στη διάπλαση του δικαίου κρατικών ενισχύσεων
31Aπό την έως τώρα ανάλυση, γίνεται φανερό ότι η δυναμική των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων έχει δύο βασικούς συντελεστές: Την Επιτροπή και το Δικαστήριο. Οι ρόλοι αυτοί, αν και αμφότεροι σημαντικοί, δεν είναι της ίδιας σημασίας και βαρύτητας. Το Δικαστήριο μέσα από τις αποφάσεις του υπήρξε ο αρχιτέκτων του θεσμικού πλαισίου, με την Επιτροπή να υλοποίει και εξειδικεύει, σε λεπτομερέστερους κανόνες εφαρμογής, τις νομολογιακά διαπλασμένες γενικές αρχές του συστήματος.
32Αρκεί να αναφερθούμε σε ορισμένες εμβληματικές αποφάσεις ορόσημο που προσέδωσαν στο Δίκαιο Κρατικών Ενισχύσεων τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του.
33Καταρχάς, στην περίφημη υπόθεση Lorenz αναγνωρίστηκε το άμεσο αποτέλεσμα που έχει η διάταξη του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 108 παρ. 3 ΣΛΕΕ. Αυτό επέτρεψε την εμπλοκή των εθνικών δικαστηρίων στην αποτελεσματική εφαρμογή του συστήματος προηγούμενης κοινοποίησης. Στην μεταγενέστερη υπόθεση Steinicke και Weinlig διευκρινίστηκε ότι τα εθνικά δικαστήρια δεν
Σελ. 15
μπορούν να διαπιστώσουν το τυχόν μη συμβατό μιας κρατικής ενισχύσεως με το ενωσιακό δίκαιο, εκτός από την περίπτωση ενισχύσεως χορηγούμενης κατά παράβαση του άρθρου 108 παρ. 3. Έτσι, ένα εθνικό δικαστήριο ενδέχεται να πρέπει να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει την περιλαμβανόμενη στο άρθρο 107 έννοια της ενισχύσεως, για να κρίνει αν ένα κρατικό μέτρο που ελήφθη χωρίς να τηρηθεί η προβλεπόμενη διαδικασία προηγουμένου ελέγχου έπρεπε να είχε υποβληθεί στη διαδικασία αυτή. Με την νομολογία του το Δικαστήριο έθεσε τις βάσεις του συστήματος ελέγχου και κατένειμε τους ρόλους σε Επιτροπή, εθνικές αρχές και εθνικά δικαστήρια. Σε κάθε περίπτωση ο αποδέκτης της ενίσχυσης ή άλλος ενδιαφερόμενος δεν πρέπει να μένει χωρίς έννομη προστασία. Το ενωσιακό δίκαιο παρέχει το δικαίωμα άμεσης άσκησης των ατομικών δικαιωμάτων των θιγόμενων μερών (π.χ. των ανταγωνιστών του αποδέκτη). Τα εν λόγω θιγόμενα μέρη μπορούν να ασκήσουν τα δικαιώματά τους μέσω αγωγής ενώπιον των αρμοδίων εθνικών δικαστηρίων κατά του χορηγούντος κράτους μέλους. Η άσκηση τέτοιου είδους αγωγών και κατά συνέπεια η προστασία των δικαιωμάτων των ανταγωνιστών του άρθρου 108 παρ. 3 της Συνθήκης αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους ρόλους των εθνικών δικαστηρίων στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων. Η Επιτροπή σήμερα έχει περιγράψει αναλυτικά την κατανομή των αρμοδιοτήτων σε σχετική Ανακοίνωσή της.
34Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό παράδειγμα του αποφασιστικού ρόλου της νομολογίας στην διαμόρφωση του δικαίου κρατικών ενισχύσεων είναι η έννοια της ανάκτησης. Παρά την σημασία που απέδωσαν οι συντάκτες της Συνθήκης στον έλεγχο των κρατικών ενισχύσεων, θα πρέπει να τονισθεί ότι η έννοια της ανάκτησης δεν προβλέπεται ρητά στις διατάξεις της. Ήταν σε μια απόφαση του 1973 που το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι «η Επιτροπή έχει αρμοδιότητα, όταν διαπιστώσει το μη συμβατό μιας ενισχύσεως με την κοινή αγορά, να αποφασίσει ότι το ενδιαφερόμενο κράτος πρέπει να την καταργήσει ή να την τροποποιήσει. Αυτή η κατάργηση ή τροποποίηση, για να έχει πρακτική αποτελεσματικότητα, μπορεί να συνεπάγεται υποχρέωση αποδόσεως των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν κατά παράβαση της Συνθήκης, ώστε ελλείψει μέτρων επιστροφής, η Επιτροπή να μπορεί να προσφύγει στο Δικαστήριο». Η Επιτροπή έλαβε την σκυτάλη και επέβαλε την πρώτη απόφαση ανάκτησης το 1982 για να φτάσει το 1999 να αναγνωρίζει πλέον την ανάκτηση ως βασική αρχή του
Σελ. 16
συστήματος η οποία ενσωματώθηκε στο άρθρο 14 του Κανονισμού 659/1999 του Συμβουλίου.
35Τρίτο και ίσως το πιο εμφατικό παράδειγμα της αποφασιστικής συμβολής του Δικαστηρίου στην διαμόρφωση του θεσμικού πλαισίου των κρατικών ενισχύσεων είναι η νομολογία Altmark. Το Δικαστήριο επιχείρησε ένα δημιουργικό συγκερασμό αντιθέτων θεωριών με πρόθεση να τάμει το ζήτημα της νομιμότητας της κρατικής χρηματοοικονομικής στήριξης σε υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος. Κρίνοντας ανεπαρκείς τις «καθαρές» προσεγγίσεις, διαμόρφωσε την θεωρία της «αντιπαροχής υπό προϋποθέσεις» και έθεσε ουσιαστικά και διαδικαστικά κριτήρια ελέγχου της αντιστάθμισης του κόστους που φέρουν οι πλέον ευαίσθητες για το κοινωνικό σύνολο υπηρεσίες. Τα γνωστά κριτήρια Altmark έτυχαν στη συνέχεια ενδελεχούς νομοθετικής επεξεργασίας από πλευράς Επιτροπής για να υπάρξει η επιθυμητή ασφάλεια δικαίου.
36Η Επιτροπή δεν είναι απλός εφαρμοστής των κανόνων. Είναι ταυτόχρονα και άτυπος νομοθέτης, έστω και περιορισμένων εξουσιών, εξειδίκευσης και διασάφησης των νομολογιακών κανόνων. Ταυτόχρονα, στα κείμενα της δεν αποτυπώνει μόνο το ισχύον δίκαιο αλλά βάζει και τις βάσεις πολιτικής που ακολουθεί η Ένωση στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων. Αυτή η παντοδυναμία της Επιτροπής ελέγχεται στενά από το Δικαστήριο. Το τελευταίο με την δημιουργική του νομολογία εναρμονίζει το σύστημα κανόνων κρατικών ενισχύσεων με το συνολικό οικοδόμημα της Ένωσης, η οποία είναι πρώτα και πριν από όλα Ένωση Δικαίου. Η διαλεκτική σχέση Δικαστηρίου – Επιτροπής στο πεδίο των κρατικών ενισχύσεων αποτυπώνει γλαφυρά τις δημιουργικά συγκρουσιακές σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ νομοθέτη και δικαστή σε επίπεδο γενικού ενωσιακού δικαίου. Αποτελεί επομένως και εδώ προωθητικό παράγοντα προόδου της σχετικής δικαιοπαραγωγής.
Σελ. 17
2. Η έννοια της επιχείρησης στο δίκαιο των κρατικών ενισχύσεων
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Ι. Η Επιχείρηση στο Ενωσιακό Δίκαιο του Ανταγωνισμού 1-9
Α. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις 1-4
Β. Η αποκρυστάλλωση της έννοιας στην νομολογία του Δικαστηρίου 5-9
ΙΙ. Οι ερμηνευτικές συνέπειες του λειτουργικού χαρακτήρα της έννοιας 10-20
Α. Το αδιάφορο του νομικού καθεστώτος του φορέα 11-14
1. Σωματεία και ενώσεις 11
2. Δημόσιες επιχειρήσεις 12
3. Τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου 13
4. Κλάδος του δημοσίου χωρίς αυτοτελή νομική υπόσταση 14
Β. Η ευρεία σύλληψη του όρου «οικονομική δραστηριότητα» 15-20
1. Φυσικά πρόσωπα που ασκούν επιχειρηματική δράση 15
2. Τα μη κερδοσκοπικά ιδρύματα 16
3. Η παράμετρος της αγοράς 17-18
4. Περί του στοιχείου της αμοιβής 19
5. Το τέλος της επιχείρησης 20
ΙII. Η επιχείρηση ως σύνθετο σχήμα 21-39
A. Η ενιαία οικονομική μονάδα 21-29
B. Οι ενώσεις επιχειρήσεων 30-31
IV. Η άσκηση δημόσιας εξουσίας 32-39
V. Διάκριση οικονομικών από μη οικονομικές δραστηριότητες 40-44
VI. De minimis οικονομική δραστηριότητα; 45-48
VII. Ιδιαίτεροι τομείς 49-64
Α. Κοινωνική ασφάλιση 51-54
Β. Ιατροφαρμακευτική περίθαλψη 55-
1. Το Εθνικό σύστημα Υγείας 56-57
2. Τα αυτοχρηματοδοτούμενα συστήματα υγείας 58
Γ. Δραστηριότητες εκπαίδευσης και έρευνας 59-61
Δ. Ενισχύσεις για τον πολιτισμό και τη διατήρηση της κληρονομιάς, συμπεριλαμβανομένης της διατήρησης της φύσης 62-64
VIII. Ενισχύσεις σε υποδομές 65-70
Σελ. 18
Ι. Η Επιχείρηση στο Ενωσιακό Δίκαιο του Ανταγωνισμού
Α. Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
1Οι κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων έχουν ως αποδέκτες τους τα κράτη μέλη και τις επιχειρήσεις. Το δίκαιο ανταγωνισμού της Ένωσης, και ιδίως η απαγόρευση που προβλέπει το άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, αφορά τις δραστηριότητες επιχειρήσεων. Η επιχείρηση είναι λοιπόν ο ένας από τα δύο βασικούς πρωταγωνιστές στο σύστημα των απαγορευτικών κανόνων των άρθρων 107 επ. της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επομένως, το ερώτημα τι συνιστά επιχείρηση τίθεται a priori, για οποιαδήποτε συναφή υπόθεση καθώς, μόνο αν λήπτης των κρατικών ενισχύσεων είναι επιχείρηση, υπό την έννοια του άρθρου 107 ΣΛΕΕ, καλούνται σε εφαρμογή οι σχετικοί κανόνες.
2Δεδομένης της σημασίας που έχει η επιχείρηση ως κεντρικό μέγεθος του δικαίου των κρατικών ενισχύσεων, στη συνέχεια θα εξετάσουμε με κριτική ματιά τα συγκροτητικά στοιχεία της έννοιας μέσα από την νομολογία των ενωσιακών δικαστηρίων αλλά και την πρακτική της Επιτροπής. Αξίζει να σημειωθεί ότι πλούσια νομολογία έχει αναπτυχθεί για την έννοια της επιχείρησης και στο πλαίσιο εφαρμογής των κανόνων 101 και 102 ΣΛΕΕ. Η σχετική νομολογία αποτελεί βάση εκκίνησης και, άνευ δικαιολογημένου λόγου, η έννοια επιχείρηση δεν παραλλάσσει στα άρθρα 101 και 102 αφενός και στο άρθρο 107 αφετέρου. Ωστόσο, ο κανόνας αυτός δεν είναι ανεξαίρετος. Ο σκοπός των κανόνων δικαίου οδηγεί σε ορισμένες παραλλαγές προκειμένου να αποκτούν οι διατάξεις πλήρη αποτελεσματικότητα. Επομένως, η νομολογία των άρθρων 101 και 102 για την έννοια της επιχείρησης βρίσκει εφαρμογή και στο πεδίο των κρατικών ενισχύσεων mutatis mutandis, κατόπιν κριτικής προσαρμογής.
3Στην Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την έννοια της κρατικής ενίσχυσης συνοψίζεται το νομολογιακό κεκτημένο, το οποίο αναλύεται τόσο υπό γενικούς όρους όσο και προσαρμοσμένο σε επιμέρους τομείς που παρουσιάζουν ιδιαιτερότητες.
Σελ. 19
Η ανάλυση που ακολουθεί είναι διαρθρωμένη στο σχήμα γενικό-τομεακό το οποίο υιοθετεί η Ανακοίνωση.
4Ωστόσο, η έννοια της επιχείρησης είναι έννοια δυναμική και όχι στατική στο χρόνο. Η επιχείρηση υπάρχει και λειτουργεί μόνο εντός αγοράς. Η επιχείρηση είναι το δρων υποκείμενο σε μια διαρκώς μεταβαλλόμενη δομή. Η επέκταση των ορίων της αγοράς, με το άνοιγμα νέων δραστηριοτήτων στην προσφορά και την ζήτηση, μετατοπίζει αναπόφευκτα και τα όρια της έννοιας «επιχείρηση». Σε ατελείς αγορές στις οποίες το κράτος διατηρεί προνομιακή θέση, εμφανίζονται μικρές αλλά σημαντικές αποκλίσεις στις αρχές αξιολόγησης της έννοιας «επιχείρηση» σε σχέση με τα γενικώς ισχύοντα. Υπ’ αυτή την έννοια, η ανάλυση του όρου στην Ανακοίνωση σε επιλεγέντες επιμέρους τομείς δεν έχει τον χαρακτήρα αποκλειστικά παιδευτικού παραδείγματος, εφαρμογής του γενικού επί συγκεκριμένου πραγματικού, αλλά αποκρυσταλλώνει ταυτόχρονα και ορισμένες λεπτές αξιολογήσεις.
Β. Η αποκρυστάλλωση της έννοιας στην νομολογία του Δικαστηρίου
5Ορισμός της έννοιας επιχείρηση ανευρίσκεται ήδη στις πρώτες αποφάσεις του Δικαστηρίου, σε απόφαση του ΔΕΚ του 1962. Κατά τον πρώτο αυτό ορισμό η επιχείρηση αποτελεί ενιαία οργάνωση προσωπικών, υλικών και άυλων στοιχείων, τα οποία υπάγονται σε ορισμένη αυτόνομη νομική προσωπικότητα και επιδιώκει συγκεκριμένο μακροπρόθεσμο οικονομικό σκοπό . Ο ορισμός αυτός είναι σημασιολογικά συγγενής με τον κλασικό ορισμό που απαντά στο εμπορικό δίκαιο. Παρότι δεν υπάρχει ενιαία και ρητή νομοθετική ρύθμιση της έννοιας επιχείρηση, στον κλάδο του εμπορικού δικαίου ως επιχείρηση ορίζεται ένα σύνολο περιουσιακών στοιχείων, πραγμάτων, δικαιωμάτων, άυλων αγαθών και πραγματικών καταστάσεων όπως σήμα, πελατεία κλπ που ενσαρκώνονται σε οργανωμένο σύνολο, αποκτώντας έτσι οικονομική ενότητα από τον φορέα τους για την επιδίωξη οικονομικών σκοπών και κέρδους.
6Σε μεταγενέστερη απόφαση του όμως το Δικαστήριο υιοθέτησε έναν ευρύτερο ορισμό, σημειώνοντας ότι «στο πλαίσιο του δικαίου ανταγωνισμού της Ένωσης, η έννοια της επιχειρήσεως καλύπτει κάθε φορέα που ασκεί οικονομική
Σελ. 20
δραστηριότητα, ανεξάρτητα από το νομικό καθεστώς που τον διέπει και τον τρόπο χρηματοδοτήσεώς του». Η έννοια του κέρδους έχει εγκαταλειφθεί ως στοιχείο του ορισμού, απουσιάζει η σύνδεση της επιχειρηματικής δράσης με ορισμένη νομική προσωπικότητα, ενώ έμφαση δίδεται στην καθεαυτή οικονομική δραστηριότητα.
7Ο ορισμός εστιάζει, με οικονομική λογική, σε ορισμένη πράξη, σε αξιολόγηση επιχειρηματικής ενέργειας ή σε σύνολο τέτοιων ενεργειών, αδιαφορώντας για τα παράπλευρα στοιχεία που ντύνουν αξιολογικά την επιχειρηματική δράση, όπως ο μακροπρόθεσμος χαρακτήρας της οργάνωσης ή η εμπορικότητα του φορέα. Ο χαρακτηρισμός μιας συγκεκριμένης οντότητας ως επιχείρησης εξαρτάται αποκλειστικά από τη φύση των δραστηριοτήτων που ασκεί.
8Με άλλα λόγια, πλάθεται νομολογιακά μια έννοια ενωσιακή, με κανονιστικό περιεχόμενο αυτόνομο από το δίκαιο των κρατών μελών. Αυτό είναι αναγκαίο προκειμένου να αποφευχθεί η διαφοροποιημένη εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου ανάλογα με τους πολυποίκιλους χαρακτηρισμούς που δίδει το εθνικό εμπορικό δίκαιο σε πλήθος οικονομικών δραστηριοτήτων και οικονομικών φορέων. Η ενότητα εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου του ανταγωνισμού επιβάλλει και συνεκτικούς ενωσιακούς ορισμούς.
9Κύριο γνώρισμά της έννοιας είναι ο λειτουργικός της χαρακτήρας (funktionaler Unternehmensbegriff). Η διάπλαση του ορισμού απαγκιστρώνεται από την στείρα εννοιολογία και προσανατολίζεται στην γενικότερη τελολογία του συστήματος, δηλαδή στην κατάστρωση των κατάλληλων εκείνων εργαλείων που θα συλλάβουν στην ύλη των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων όλες τις κρατικές, στρεβλωτικές του ανταγωνισμού παρεμβάσεις. Η νομολογία αυτή είναι πλέον πάγια και η διατύπωση έχει υιοθετηθεί και στην Ανακοίνωση της Επιτροπής για την έννοια της κρατικής ενίσχυσης.
Σελ. 21
ΙΙ. Οι ερμηνευτικές συνέπειες του λειτουργικού χαρακτήρα της έννοιας
10Το γεγονός ότι το πλάτος και βάθος της έννοιας χαράσσονται με γνώμονα την αρχή της αποτελεσματικότητας του δικαίου του ανταγωνισμού, έχει ορισμένες ερμηνευτικές συνέπειες.
Α. Το αδιάφορο του νομικού καθεστώτος του φορέα
1. Σωματεία και ενώσεις
11Το καθεστώς της οντότητας δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας δεν έχει καθοριστική σημασία. Για παράδειγμα, μια οντότητα που έχει χαρακτηριστεί ως ένωση ή αθλητικός όμιλος δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας δύναται ωστόσο να θεωρηθεί επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της Συνθήκης. Η Ανακοίνωση μονότονα επαναλαμβάνει ότι το μόνο καθοριστικό κριτήριο που λαμβάνεται υπόψη είναι εάν η οντότητα ασκεί οικονομική δραστηριότητα.
2. Δημόσιες επιχειρήσεις
12Κρατικές ενισχύσεις είναι δυνατόν να χορηγούνται όχι μόνο σε ιδιωτικές επιχειρήσεις αλλά και σε δημόσιες. Τα κράτη μέλη συνήθως χορηγούν ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα σε ορισμένες επιχειρήσεις, ή πραγματοποιούν πληρωμές ή παρέχουν άλλης μορφής αντισταθμίσεις στις επιχειρήσεις που είναι επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος. Οι επιχειρήσεις αυτές βρίσκονται συχνά σε ανταγωνισμό με άλλες επιχειρήσεις. H ορθή και αποτελεσματική εφαρμογή των περί ενισχύσεων διατάξεων της συνθήκης στις δημόσιες και ιδιωτικές επιχειρήσεις είναι δυνατή μόνον αν προκύπτουν σαφώς οι μεταξύ τους οικονομικές σχέσεις. Η Οδηγία 2006/111/ΕΚ, επιβάλλει συναφώς ελάχιστες υποχρεώσεις διαφάνειας στις χρηματοοικονομικές αυτές σχέσεις.