ΔΙΚΑΙΟ ΠΩΛΗΣΗΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΩΝ ΑΓΑΘΩΝ


Οι νέες διατάξεις του ΑΚ, όπως ισχύουν μετά τον Ν. 4967/2022

Συνδυάστε Βιβλίο (έντυπο) + e-book και κερδίστε 14€
Δωρεάν μεταφορικά σε όλη την Ελλάδα για αγορές άνω των 30€

Σε απόθεμα

Τιμή: Κανονική Τιμή 40,00 € Ειδική Τιμή 34,00 €

* Απαιτούμενα πεδία

Κωδικός Προϊόντος: 18719
Τσιαφούτης Β.
  • Έκδοση: 2022
  • Σχήμα: 17x24
  • Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
  • Σελίδες: 320
  • ISBN: 978-960-654-909-0
Στο βιβλίο «Δίκαιο πώλησης καταναλωτικών αγαθών» αναλύονται με ευσύνοπτο τρόπο όλα τα ζητήματα που αφορούν τις συμβάσεις πώλησης που συνάπτονται μεταξύ προμηθευτών και καταναλωτών. Χωρίς να παραλείπεται η ανάλυση των διατάξεων του ΑΚ για την πώληση εν γένει, έμφαση δίνεται στην αναλυτική συστηματοποίηση της πληθώρας ειδικότερων διατάξεων της ελληνικής νομοθεσίας σχετικά με τις συμβάσεις πώλησης καταναλωτικών αγαθών.

Παράλληλα, η ενσωμάτωση των Οδηγιών 2019/770 και 2019/771 έφερε σημαντικές αλλαγές στο δίκαιο της πώλησης του ΑΚ και γενικότερα στο δίκαιο προμήθειας καταναλωτικών αγαθών, ενσώματων και ψηφιακών. Το δίκαιο της πώλησης εκσυγχρονίζεται στα δεδομένα της ψηφιακής τεχνολογίας, οι απαιτήσεις συμμόρφωσης των αγαθών στη σύμβαση διευρύνονται σημαντικά, ενώ πλέον τα δικαιώματα του αγοραστή ιεραρχούνται.

Ταυτόχρονα λοιπόν με την εξέταση ειδικότερων ζητημάτων που άπτονται των συμβάσεων πώλησης αγαθών σε καταναλωτές (και αφορούν ενδεικτικά τις συμβάσεις από απόσταση και εκτός εμπορικού καταστήματος, τις υποχρεώσεις προσυμβατικής ενημέρωσης των προμηθευτών, το ηλεκτρονικό εμπόριο, τους Γενικούς Όρους Συναλλαγών σε συμβάσεις πώλησης με χαρακτήρα προσχώρησης, τις χρηματοδοτούμενες αγορές οχημάτων κ.ά.), στο βιβλίο επιχειρείται με μία πρώτη ανάλυση των νέων διατάξεων του ΑΚ για την πώληση, έπειτα από την ενσωμάτωση της Οδηγίας 2019/771.

Τέλος, γίνεται μία σύντομη αναφορά στο νέο δίκαιο προμήθειας ψηφιακού περιεχομένου και ψηφιακών υπηρεσιών, σύμφωνα με το Ν. 4967/2022, με ιδιαίτερη έμφαση στο κρίσιμο ερώτημα πότε εφαρμόζονται οι νέες διατάξεις του ΑΚ και πότε του Ν. 4967/2022.

Το βιβλίο απευθύνεται κατεξοχήν σε νομικούς και δικηγόρους που ασχολούνται, θεωρητικά ή πρακτικά, με το δίκαιο πώλησης καταναλωτικών αγαθών, είτε από την πλευρά των καταναλωτών είτε από την πλευρά των προμηθευτών.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ VII

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ
Δίκαιο πώλησης και προστασία του καταναλωτή

§ 1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις

Ι. Η αλληλεπίδραση του δικαίου προστασίας καταναλωτή με το δίκαιο
της πώλησης 1

ΙΙ. Οριοθέτηση του δικαίου πώλησης καταναλωτικών αγαθών 3

§ 2. Η εξέλιξη του δικαίου πώλησης καταναλωτικών αγαθών

Ι. Ιστορική αναδρομή 4

ΙΙ. Οι βασικές ρυθμίσεις της Οδηγίας 1999/44/ΕΚ 4

ΙΙΙ. Η ενσωμάτωση της Οδηγίας 1999/44 στην ελληνική έννομη τάξη 6

ΙV. Η Οδηγία 2011/83/ΕΕ και η ενσωμάτωσή της στο Ν. 2251/1994 8

V. Το εγχείρημα του κοινού ευρωπαϊκού δικαίου πωλήσεων 8

VΙ. Οι νέες οδηγίες 2019/770 και 2019/771 10

VΙΙ. Ο Ν. 4967/2022 10

§ 3. Τα συμβαλλόμενα μέρη στη σύμβαση πώλησης καταναλωτικών αγαθών

I. Ο αγοραστής ως καταναλωτής 11

1. Εισαγωγικά 11

2. Η εξέλιξη της έννοιας του καταναλωτή στο Ν. 2251/1994 12

3. Η στενή έννοια του καταναλωτή μετά τις τροποποιήσεις του Ν. 4512/2018 14

ΙΙ. Ο πωλητής ως προμηθευτής 15

§ 4. Συμβάσεις διττού σκοπού 15

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
Το νέο ενωσιακό δίκαιο προμήθειας καταναλωτικών προϊόντων

§ 5. Η Οδηγία 2019/771

Ι. Στόχοι της Οδηγίας 19

II. Επίπεδο εναρμόνισης 20

III. Χαρακτήρας των κανόνων δικαίου 22

§ 6. Πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 2019/771

Ι. Αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής 22

1. Η έννοια της σύμβασης πώλησης 22

2. Το αντικείμενο της σύμβασης 24

α. Γενικά 24

β. Αγαθά με ψηφιακά στοιχεία 25

αα. Ενσωμάτωση ή διασύνδεση με ψηφιακό περιεχόμενο ή ψηφιακή υπηρεσία 25

ββ. Παροχή ψηφιακού περιεχομένου ή ψηφιακής υπηρεσίας στο πλαίσιο
της σύμβασης πώλησης 26

γ. Ενσώματα αγαθά ως φορείς μεταφοράς ψηφιακού περιεχομένου 27

δ. Συμπέρασμα 28

ΙΙ. Υποκειμενικό πεδίο 29

§ 7. Συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του νόμου

Ι. Εισαγωγικά 31

ΙΙ. Υποκειμενικές απαιτήσεις 32

ΙΙΙ. Αντικειμενικές απαιτήσεις 32

1. Γενικά 32

2. Περιεχόμενο 34

ΙV. Πλημμελής εγκατάσταση 36

V. Νομικά ελαττώματα 37

1. Εισαγωγικά 37

2. Τα βασικά χαρακτηριστικά της ρύθμισης 37

VΙ. Ευθύνη του πωλητή 39

1. Κρίσιμος χρόνος 39

2. Περίοδος ευθύνης 40

VΙΙ. Βάρος απόδειξης 40

VΙΙΙ. Βάρος κοινοποίησης του αγοραστή 41

§ 8. Δικαιώματα του καταναλωτή

I. Γενικά - Διαβάθμιση δικαιωμάτων 42

ΙΙ. Επιδιόρθωση και αντικατάσταση 43

ΙΙΙ. Μείωση του τιμήματος 45

IV. Υπαναχώρηση 45

§ 9. Εμπορικές εγγυήσεις 46

§ 10. Η Οδηγία 2019/770 και ο Ν. 4967/2022

Ι. Εισαγωγικά 47

ΙΙ. Πεδίο εφαρμογής 48

IΙΙ. Επισκόπηση των βασικών ρυθμίσεων 51

1. Καθυστέρηση και αδυναμία παροχής 51

2. Ανταπόκριση στη σύμβαση 51

3. Ευθύνη του προμηθευτή - Χρονικά όρια - Βάρος απόδειξης 53

4. Δικαιώματα του καταναλωτή 53

5. Τροποποίηση του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας 54

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ
Το δίκαιο πώλησης καταναλωτικών αγαθών όπως διαμορφώθηκε
με το Ν. 4967/2022

§ 11. Νομική φύση της σύμβασης πώλησης 55

§ 12. Το αντικείμενο της πώλησης

Ι. Το αντικείμενο της πώλησης στις συμβάσεις πώλησης γενικά 56

ΙΙ. Γενικές επισημάνσεις για τα ψηφιακά αγαθά 60

ΙΙΙ. Τα «καταναλωτικά» αγαθά (ενσώματα και ψηφιακά) 62

1. Γενικά 62

2. Τα ενσώματα αγαθά 63

3. Αγαθά με ψηφιακά στοιχεία (νέο άρθρο 513Α) 63

4. Αγαθά που πρόκειται να κατασκευαστούν ή να παραχθούν 65

IV. Οι ρυθμίσεις για τις συμβάσεις προμήθειας ψηφιακού περιεχομένου ή ψηφιακών υπηρεσιών και το δίκαιο της πώλησης 65

§ 13. Η κατάρτιση της σύμβασης πώλησης καταναλωτικών αγαθών

Ι. Γενικά 67

ΙΙ. Συμφωνία ένταξης των όρων στις συμβάσεις προσχώρησης 68

§ 14. Οι κύριες υποχρεώσεις του πωλητή

Ι. Μεταβίβαση της κυριότητας 70

ΙΙ. Η παράδοση του αγαθού 71

§ 15. Οι παρεπόμενες υποχρεώσεις του πωλητή

Ι. Εισαγωγικά 72

II. Υποχρεώσεις πρόνοιας και πληροφόρησης 72

1. Κατά το προσυμβατικό στάδιο 72

2. Κατά την κατάρτιση της σύμβασης 74

α. Γενικά 74

β. Υποχρεώσεις παροχής οδηγιών χρήσης και ενημέρωσης σχετικά
με την πιθανή διάρκεια ζωής του αγαθού 75

γ. Παροχή οδηγιών από τον παραγωγό 77

ΙΙΙ. Υποχρεώσεις επιμέλειας και προστασίας 77

1. Η υποχρέωση εξυπηρέτησης μετά την πώληση 77

2. Λοιπές υποχρεώσεις 80

§ 16. Η αθέτηση των υποχρεώσεων του πωλητή

Ι. Γενικά 81

ΙΙ. Δυνατή παροχή 81

ΙΙΙ. Αδύνατη παροχή 84

§ 17. Υποχρεώσεις του αγοραστή

Ι. Καταβολή του τιμήματος 85

1. Γενικά 85

2. Γενικοί Όροι Συναλλαγών που ρυθμίζουν το τίμημα της πώλησης 86

ΙΙ. Η παραλαβή του πράγματος 86

ΙΙΙ. Παρεπόμενες υποχρεώσεις 87

IV. Η αθέτηση των υποχρεώσεων του αγοραστή 87

§ 18. Η μετάθεση του κινδύνου

Ι. Γενικά 88

1. Η έννοια του κινδύνου και η ρύθμιση του άρθρου 522 ΑΚ 88

2. Προϋποθέσεις μετάθεσης του κινδύνου 89

3. Καταστροφή ή χειροτέρευση πριν τη μετάθεση του κινδύνου 89

4. Καταστροφή ή χειροτέρευση μετά τη μετάθεση του κινδύνου 89

ΙΙ. Ο κίνδυνος στις πωλήσεις με όρο διατήρησης της κυριότητας 90

ΙΙΙ. Ο κίνδυνος στην παράδοση αγαθών με αποστολή 91

1. Γενικά 91

2. Η μετάθεση του κινδύνου στις καταναλωτικές συμβάσεις 92

§ 19. Νομικά ελαττώματα

Ι. Έννοια 94

ΙΙ. Η ύπαρξη δικαιώματος τρίτου ως λόγος έλλειψης ανταπόκρισης σύμφωνα με το νέο άρθρο 537 ΑΚ 95

1. Η σημασία της διάκρισης ανάμεσα σε νομικά και πραγματικά ελαττώματα 95

2. Οι προϋποθέσεις εφαρμογής του νέου άρθρου 537 ΑΚ 96

ΙΙΙ. Ευθύνη του πωλητή 97

1. Γενικά 97

2. Τα δικαιώματα του αγοραστή λόγω ύπαρξης νομικών ελαττωμάτων
κατ’ ΑΚ 514 & 516 99

3. Τα δικαιώματα του αγοραστή λόγω ύπαρξης δικαιωμάτων τρίτων κατ’ ΑΚ 537 100

ΙV. Απαλλαγή από την ευθύνη 100

§ 20. Η ευθύνη του πωλητή για έλλειψη ανταπόκρισης του αγαθού
στη σύμβαση (νόμιμη εγγύηση)

I. Εισαγωγικές παρατηρήσεις 102

ΙΙ. Προϋποθέσεις γέννησης της ευθύνης του πωλητή 103

ΙΙΙ. Ημιαναγκαστικό δίκαιο 104

ΙV. Έλλειψη συμμόρφωσης στη σύμβαση σύμφωνα με τα νέα άρθρα 535
έως 538 ΑΚ 105

1. Εισαγωγικά 105

2. Η ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος 106

α. Εισαγωγικά 106

β. Υποκειμενικές απαιτήσεις 107

γ. Παράδοση πράγματος διαφορετικού «είδους» 110

δ. Αντικειμενικές απαιτήσεις 112

ε. Ενημερώσεις του πράγματος με ψηφιακά στοιχεία 115

στ. Η σχέση μεταξύ υποκειμενικών και αντικειμενικών απαιτήσεων 117

3. Πλημμελής εγκατάσταση 118

4. Δικαίωμα τρίτου 121

5. Συνομολογημένες ιδιότητες 121

α. Η έννοια της συνομολογημένης ιδιότητας 121

β. Η σημασία της διάκρισης 123

V. Κρίσιμος χρόνος 124

1. Γενικά 124

2. Ειδικά στα πράγματα με ψηφιακά στοιχεία 125

3. Το τεκμήριο έλλειψης ανταπόκρισης 126

VΙ. Το βάρος απόδειξης γενικά 128

VΙΙ. Λόγοι απαλλαγής του πωλητή 128

1. Γνώση του αγοραστή 128

2. Υλικά που χορήγησε ο αγοραστής 129

3. Απαλλακτικές ρήτρες 130

VIII. Υποχρέωση διάθεσης ασφαλών προϊόντων 131

1. Έννοια - Πεδίο εφαρμογής 131

2. Υποχρεώσεις προμηθευτών 132

3. Οι παρεμβάσεις της δημόσιας αρχής 133

§ 21. Τα δικαιώματα αγοραστή σε περίπτωση έλλειψης ανταπόκρισης

Ι. Εισαγωγικά 134

1. H διάρθρωση των δικαιωμάτων υπό το προγενέστερο δίκαιο 134

2. Τα δικαιώματα του αγοραστή σύμφωνα με το νέο δίκαιο της πώλησης 135

ΙΙ. Τα δικαιώματα διόρθωσης και αντικατάστασης 136

1. Γενικά 136

2. Κοινά χαρακτηριστικά 137

α. Άσκηση 137

β. Αδυναμία αποκατάστασης ή δυσαναλογία δαπανών 137

γ. Αποκατάσταση της ανταπόκρισης από τον πωλητή 138

3. Το δικαίωμα διόρθωσης 140

4. Το δικαίωμα αντικατάστασης 140

5. Το δικαίωμα αντικατάστασης του πωλητή σύμφωνα με το παλαιό άρθρο 546 ΑΚ 142

ΙΙΙ. Το δικαίωμα μείωσης του τιμήματος 143

1. Νομική φύση - Άσκηση 143

2. Υπολογισμός της μείωσης 145

3. Συνέπειες της άσκησης 146

IV. Το δικαίωμα υπαναχώρησης 146

1. Νομική φύση - Άσκηση 146

2. Λοιποί περιορισμοί 148

α. Επουσιώδες ελάττωμα 148

β. Καταστροφή ή χειροτέρευση πράγματος 149

γ. Επιδίκαση μείωσης ή αντικατάστασης από το δικαστήριο υπό
το προϊσχύσαν δίκαιο 150

3. Συνέπειες 151

α. Υποχρεώσεις αγοραστή 152

β. Υποχρεώσεις πωλητή 153

γ. Εκπλήρωση υποχρεώσεων 154

V. Το δικαίωμα αποζημίωσης 154

1. Εισαγωγικά 154

2. Προϋποθέσεις 155

3. Έκταση αποζημίωσης 156

α. Γενικά 156

β. Εναλλακτική άσκηση 157

γ. Σωρευτική άσκηση 158

VI. Συρροή - Άσκηση 159

1. Εκλεκτική συρροή 159

α. Συμβάσεις που υπάγονται στο προηγούμενο δίκαιο 159

β. Συμβάσεις που υπάγονται στο νέο δίκαιο 161

2. Επικουρική σώρευση 161

3. Διαπίστωση νέας έλλειψης ανταπόκρισης 161

4. Επισκόπηση των επιλογών του αγοραστή 162

α. Προϊσχύσαν δίκαιο 162

β. Νέο δίκαιο 163

5. Συρροή με άλλες διατάξεις 164

§ 22. Παραγραφές

Ι. Γενικά 164

ΙΙ. Έναρξη της παραγραφής 166

ΙΙΙ. Διακοπή και αναστολή της παραγραφής 167

IV. Λοιπές αξιώσεις 168

V. Προθεσμία ευθύνης του πωλητή 168

VΙ. Δόλια απόκρυψη ή αποσιώπηση από τον πωλητή 169

VΙΙ. Άσκηση δικαιωμάτων με ένσταση 169

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ
Ειδικά ζητήματα από την πώληση καταναλωτικών αγαθών

§ 23. Εμπορικές εγγυήσεις

Ι. Γενικά 171

II. Η έννοια της εγγύησης σύμφωνα με το άρθρο 5α Ν. 2251/1994 172

ΙΙΙ. Η πρακτική σημασία της εγγύησης 173

IV. Η κατάρτιση της σύμβασης εγγύησης 174

V. Περιεχόμενο και προδιαγραφές της εγγύησης 174

1. Ελάχιστο υποχρεωτικό περιεχόμενο 175

α. Η σύμβαση 175

β. Η διαφήμιση 176

2. Υποχρεώσεις διαφάνειας 176

3. Δικαιώματα του καταναλωτή 177

§ 24. Όρος διατήρησης κυριότητας

Ι. Γενικά 178

ΙΙ. Οι ερμηνευτικοί κανόνες του άρθρου 532 ΑΚ 178

ΙΙΙ. Πώληση με παρακράτηση κυριότητας και χρηματοδότηση τιμήματος 180

1. Γενικά 180

2. Η εξασφάλιση της τράπεζας 180

3. Η προστασία του αγοραστή - δανειολήπτη 182

§ 25. Η πώληση αυτοκινήτου με ανταλλαγή 183

§ 26. Η ευθύνη του παραγωγού για ελαττωματικά προϊόντα

Ι. Εισαγωγικά 183

ΙΙ. Υπόχρεοι 184

ΙΙΙ. Δικαιούχοι αποζημίωσης 185

IV. Προϋποθέσεις ευθύνης 185

1. Προϊόν 185

2. Ελάττωμα του προϊόντος 185

3. Οι καλυπτόμενες ζημίες 186

4. Αιτιώδης συνάφεια 186

V. Λόγοι απαλλαγής 186

VI. Παραγραφή και αποσβεστική προθεσμία 187

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠEΜΠΤΟ
Συναλλαγές από απόσταση/εκτός εμπορικού καταστήματος και
ηλεκτρονικό εμπόριο

§ 27. Συμβάσεις από απόσταση και εκτός εμπορικού καταστήματος

Ι. Εισαγωγικά 189

ΙΙ. Βασικοί εννοιολογικοί προσδιορισμοί 191

1. Η έννοια της σύμβασης από απόσταση 191

2. Η έννοια της σύμβασης εκτός εμπορικού καταστήματος 193

3. Οι συμβάσεις “click-away” 194

α. Εισαγωγικά 194

β. Νομική φύση 196

γ. Οι συμβάσεις “ click away” ως συμβάσεις από απόσταση κατά
το άρθρο 3 παρ. 1 Ν. 2251/1994 197

ΙΙΙ. Πεδίο εφαρμογής 199

1. Υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής 199

2. Αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής - Εξαιρέσεις 199

IV. Απαιτήσεις ενημέρωσης 201

1. Το περιεχόμενο της προσυμβατικής ενημέρωσης 201

2. Τυπικές απαιτήσεις διαφάνειας και ενημέρωσης 203

α. Γενικά 203

β. Τυπικές απαιτήσεις στις συμβάσεις εκτός εμπορικού καταστήματος 203

γ. Τυπικές απαιτήσεις στις συμβάσεις από απόσταση 203

3. Συνέπειες παραβίασης υποχρεώσεων από τον προμηθευτή 205

V. Το δικαίωμα υπαναχώρησης 206

1. Γενικά 206

2. Προθεσμία υπαναχώρησης 208

3. Άσκηση του δικαιώματος και συνέπειες 209

4. Υποχρεώσεις του προμηθευτή και του καταναλωτή 210

§ 28. Οι ρυθμίσεις για το ηλεκτρονικό εμπόριο

I. Γενικά 211

II. Η ηλεκτρονική σύμβαση 213

III. Υποχρεώσεις προσυμβατικής ενημέρωσης 214

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ
Διεθνείς συναλλαγές

§ 29. Διεθνής δικαιοδοσία και εφαρμοστέο δίκαιο

Ι. Διεθνής δικαιοδοσία 215

ΙΙ. Εφαρμοστέο δίκαιο 216

III. Η Σύμβαση της Βιέννης 216

ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ

Α. Δήλωση υπαναχώρησης σε συμβάσεις από απόσταση/εκτός εμπορικού καταστήματος 219

Β. Εξώδικη δήλωση υπαναχώρησης 220

Γ. Αγωγή μείωσης τιμήματος 222

Βιβλιογραφία

Ελληνική Βιβλιογραφία 229

Ξενόγλωσση βιβλιογραφία 237

Αλφαβητικό ευρετήριο 239

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ
Αστικός Κώδικας (προ του Ν. 4967/2022) 245

Άρθρα 513Α, 534 – 562 όπως τροποποιήθηκαν με το Ν. 4967/2022 254

Ν. 2251/1994, όπως τροποποιήθηκε με τους Ν. 4933/2022 και Ν. 4967/2022
(επιλογή διατάξεων) 260

ΠΔ 131/2003 (επιλογή διατάξεων) 294

Άρθρα 17 - 19 Κανονισμού ΕΚ/1215/2012 299

Άρθρο 6 Κανονισμού ΕΚ/593/2008 300

ΚΕΦΑΛΑΙΟ

ΠΡΩΤΟ

Δίκαιο πώλησης
και προστασία
του καταναλωτή

§ 1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις

Ι. Η αλληλεπίδραση του δικαίου προστασίας καταναλωτή με το δίκαιο
της πώλησης

Βασική στόχευση του δικαίου προστασίας καταναλωτή είναι η αποκατάσταση της συμβατικής ανισορροπίας ανάμεσα στον καταναλωτή και τον προμηθευτή, μέσω της θέσπισης κανόνων αναγκαστικού δικαίου. Ως βασικότερες αιτίες για την ανισορροπία αυτή αναγνωρίζονται τα στοιχεία που κατεξοχήν χαρακτηρίζουν τις συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ επιχειρήσεων και καταναλωτών. Πρώτον, το έλλειμμα χρόνου, οργάνωσης, οικονομικής ισχύος και εναλλακτικών λύσεων (στο βαθμό που ο ανταγωνισμός δε λειτουργεί τέλεια ή έστω αποτελεσματικά)[1] που χαρακτηρίζει τους καταναλωτές σε σχέση με τους προμηθευτές και έχει ως συνέπεια τη διαπραγματευτική τους μειονεξία ή την πλήρη αδυναμία τους να επηρεάσουν το συμβατικό περιεχόμενο[2]. Δεύτερον, η ασυμμετρία πληροφόρησης, καθώς η πρόσβαση των επιχειρήσεων στην πληροφορία είναι συνήθως συντριπτικά μεγαλύτερη σε σχέση με τους πελάτες τους.

Οι παραπάνω συνθήκες ισχύουν κατά κανόνα στις συμβάσεις προμήθειας προϊόντων και υπηρεσιών για ιδιωτική χρήση, όπου ο ένας συμβαλλόμενος είναι ο έμπορος και ο άλλος ενεργεί για σκοπούς που δε σχετίζονται με την επαγγελματική δραστηριότητά του, επομένως έχει πολύ μικρότερη εξοικείωση σε σχέση με τον πρώτο. Είναι, επομένως, προφανές ότι το δίκαιο προστασίας καταναλωτή εφαρμόζεται κατά κύριο λόγο στις ετερομερώς εμπορικές συμβάσεις, στις οποίες ο αντισυμβαλλόμενος του εμπόρου είναι ο καταναλωτής (business to consumer - B2C).

Ωστόσο, είναι σύνηθες και στις συμβάσεις που συνάπτονται στο πλαίσιο της επαγγελματικής δραστηριότητας και των δύο αντισυμβαλλόμενων, να διαμορφώνονται συνθήκες συμβατικής ανισορροπίας[3], κυρίως λόγω του ερασιτεχνικού χαρακτήρα που έχει η συναλλαγή για το ένα μέρος. Ένα τέτοιο παράδειγμα θα μπορούσε να αποτελεί η σύμβαση πώλησης επαγγελματικού εξοπλισμού ανάμεσα σε επαγγελματία φυσικό

2

πρόσωπο και μεγάλη επιχείρηση[4]. Υπό το πρίσμα αυτό, το δίκαιο προστασίας καταναλωτή δεν αφορά μόνο τον καταναλωτή που συναλλάσσεται για την κάλυψη ιδιωτικών αναγκών του αλλά, υπό προϋποθέσεις, και τον επαγγελματία. Η προστασία του επαγγελματία επιτυγχάνεται είτε με τη θεώρησή του ως καταναλωτή[5], είτε με την εφαρμογή του δικαίου προστασίας καταναλωτή στις συμβάσεις που συνάπτει[6].

Το δίκαιο της πώλησης τυχαίνει να αποτελεί κλάδο του αστικού δικαίου που έχει δεχτεί μεγάλης έκτασης επίδραση από το δίκαιο προστασίας του καταναλωτή. Η φυσιογνωμία και μορφολογία των σχετικών ρυθμίσεων του ΑΚ οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στην Οδηγία 1999/44/ΕΟΚ σχετικά με ορισμένες πτυχές της πώλησης και των εγγυήσεων καταναλωτικών αγαθών και την ενσωμάτωσή της στην ελληνική έννομη τάξη με το Ν. 3043/2002[7]. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην Εισηγητική Έκθεση του Ν. 3043/2002, η Οδηγία αυτή ήταν τότε κατά γενική ομολογία η σημαντικότερη Οδηγία στο χώρο του ουσιαστικού ιδιωτικού δικαίου[8]. Την Οδηγία αυτή αντικατέστησε η Οδηγία 2019/771 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με ορισμένες πτυχές που αφορούν τις συμβάσεις για τις πωλήσεις αγαθών, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2394 και της Oδηγίας 2009/22/ΕΚ, και την κατάργηση της Oδηγίας 1999/44/ΕΚ.

Με αφορμή τη μεταφορά της Οδηγίας 1999/44/ΕΟΚ στην ελληνική έννομη τάξη, οι σταθμίσεις του κοινοτικού νομοθέτη σχετικά με την προστασία του καταναλωτή κατά την αγορά αγαθών από προμηθευτές αξιολογήθηκαν ως γενικεύσιμες από τον έλληνα νομοθέτη, που τροποποίησε το κεφάλαιο της πώλησης στον ΑΚ. Έτσι, μεταρρυθμίστηκε το δίκαιο πώλησης προς την κατεύθυνση της μεγαλύτερης προστασίας του αγοραστή, μετατρέποντας τη μέχρι τότε εγγυητική ευθύνη του πωλητή σε κανονική συμβατική υποχρέωση να παραδίδει το αγαθό με τις συνομολογημένες ιδιότητες και χωρίς πραγματικά ελαττώματα[9].

Το γεγονός ότι η Οδηγία 1999/44 ενσωματώθηκε στον ΑΚ σήμαινε ότι την προστασία του αγοραστή απολάμβαναν τόσο ο καταναλωτής που συνάπτει συμβάσεις για ιδιωτικούς σκοπούς όσο και τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που συνάπτουν συμβάσεις για σκοπούς επαγγελματικούς. Τον ίδιο δρόμο ακολούθησε ο έλληνας νομοθέτης με την

3

ενσωμάτωση της Οδηγίας 2019/771[10], που αντικατέστησε την Οδηγία 1999/44. Κατά μία έννοια, λοιπόν, το δίκαιο πώλησης είναι λειτουργικά ανεξάρτητο από το δίκαιο προστασίας του καταναλωτή, αφού ισχύουν οι ίδιοι κανόνες, είτε η σύμβαση έχει ιδιωτικό είτε επαγγελματικό σκοπό.

ΙΙ. Οριοθέτηση του δικαίου πώλησης καταναλωτικών αγαθών

Ως δίκαιο πώλησης καταναλωτικών αγαθών (“consumer goods” σύμφωνα με την Οδηγία 1999/44) εννοούμε το σύνολο των κανόνων δικαίου που ρυθμίζουν τις συμβάσεις πώλησης ενσώματων αγαθών, όταν ο πωλητής έχει την ιδιότητα του προμηθευτή[11] και ο αγοραστής έχει την ιδιότητα του καταναλωτή[12]. Δεν καταλαμβάνει, επομένως, τις συμβάσεις πώλησης ανάμεσα σε επαγγελματίες (business to business - B2B) και ανάμεσα σε καταναλωτές (consumer to consumer - C2C).

Παρά το γεγονός ότι οι Οδηγίες 1999/44 και 2019/771 ενσωματώθηκαν στον ΑΚ, επομένως ο προσδιορισμός των εννοιών του προμηθευτή και του καταναλωτή είναι χωρίς σημασία όσον αφορά στις διατάξεις του ΑΚ, το δίκαιο πώλησης καταναλωτικών αγαθών εξακολουθεί να νοείται ως ειδικότερος κλάδος του δικαίου πώλησης για διάφορους λόγους. Πρώτον, ορισμένες ρυθμίσεις της Οδηγίας 1999/44 για τις εμπορικές εγγυήσεις μεταφέρθηκαν στο Ν. 2251/1994, που αποτελεί το βασικό νομοθέτημα για την προστασία του καταναλωτή, αντικαθιστώντας το Ν. 1961/1991[13]. Δεύτερον, στο ίδιο νομοθέτημα περιλαμβάνονται οι κανόνες σχετικά με τις συμβάσεις πώλησης (και παροχής υπηρεσιών) από απόσταση καθώς και κανόνες σχετικά με ορισμένες πτυχές των καταναλωτικών συμβάσεων, όπως οι υποχρεώσεις προσυμβατικής πληροφόρησης των προμηθευτών, η μετάθεση του κινδύνου, η παράδοση του αγαθού με αποστολή κα. Οι παραπάνω ρυθμίσεις εφαρμόζονται μόνο εφόσον ο αγοραστής έχει την ιδιότητα του καταναλωτή. Τρίτον, ορισμένες διατάξεις της Οδηγίας 2019/771 σχετικά με τις εμπορικές εγγυήσεις ομοίως ενσωματώθηκαν στο Ν. 2251/1994. Τέταρτον, οι διατάξεις του ΑΚ είναι αναγκαστικού δικαίου όταν ο αγοραστής έχει την ιδιότητα του καταναλωτή και ενδοτικού δικαίου όταν αγοράζει αγαθά στο πλαίσιο της επαγγελματικής του δραστηριότητας.

4

§ 2. Η εξέλιξη του δικαίου πώλησης καταναλωτικών αγαθών

Ι. Ιστορική αναδρομή

Η επίδραση του δικαίου για την προστασία του καταναλωτή στο δίκαιο της πώλησης καταδεικνύεται από το γεγονός ότι η μορφολογία των ρυθμίσεων του ΑΚ για την πώληση πήρε τη σημερινή της μορφή με την ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη της Οδηγίας 1999/44/ΕΚ[14].

Η Οδηγία 1999/44 σε γενικές γραμμές ακολουθεί το πρότυπο της Σύμβασης της Βιέννης «για τις διεθνείς πωλήσεις κινητών πραγμάτων»[15], η οποία κατέστη εσωτερικό δίκαιο στην Ελλάδα με το Ν. 2532/1997, ώστε να ισχύουν κατά το δυνατό παρεμφερείς ρυθμίσεις του δικαίου πώλησης τόσο στην εσωτερική όσο και στη διεθνή αγορά.

Όπως αναφέρθηκε, ο έλληνας νομοθέτης, προκειμένου να αποφύγει τον κατακερματισμό των ρυθμίσεων, ανάλογα με το αν το αγαθό πωλείται σε καταναλωτή ή επαγγελματία και επειδή έκρινε ότι οι ρυθμίσεις της Οδηγίας ήταν γενικεύσιμες σε όλα τα είδη πώλησης[16], επέλεξε να τις ενσωματώσει στο σχετικό κεφάλαιο του ΑΚ, ώστε να εφαρμόζονται σε όλα τα είδη πωλήσεων. Η Οδηγία ενσωματώθηκε με το Ν. 3043/2002, ο οποίος τροποποίησε τις διατάξεις των άρθρων 534 έως 537 και 540 έως 561 ΑΚ, επιφέροντας σημαντικές αλλαγές στο δίκαιο της πώλησης[17].

ΙΙ. Οι βασικές ρυθμίσεις της Οδηγίας 1999/44/ΕΚ

Πρέπει καταρχάς να επισημανθεί ότι στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας περιλαμβάνονταν οι συμβάσεις πώλησης αγαθών ανάμεσα σε προμηθευτές και καταναλωτές με τη στενή έννοια, δηλαδή φυσικά πρόσωπα τα οποία ενεργούν για σκοπό μη εντασσόμενο στο πλαίσιο της εμπορικής, επιχειρηματικής ή επαγγελματικής δραστηριότητάς τους. Επομένως, καταλαμβάνονταν μόνο οι συμβάσεις μεταξύ προμηθευτών και

5

καταναλωτών και όχι οι συμβάσεις μεταξύ εμπόρων ή μεταξύ καταναλωτών[18]. Για την έννοια του καταναλωτή γίνεται λόγος εκτενέστερα σε επόμενο κεφάλαιο[19]. Πάντως, η Οδηγία ήταν ελάχιστης εναρμόνισης, παρέχοντας στα κράτη - μέλη τη δυνατότητα να θεσπίσουν ή να διατηρήσουν διατάξεις με σκοπό την εξασφάλιση υψηλότερου επιπέδου προστασίας των καταναλωτών (άρθρο 8 παρ. 2).

Στον πυρήνα των ρυθμίσεων της Οδηγίας βρέθηκε η «ανταπόκριση του αγαθού στους όρους της σύμβασης». Θεσπίστηκε έτσι η κύρια συμβατική υποχρέωση του πωλητή να παραδίδει το αγαθό σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης (άρθρο 2 παρ. 1), δηλαδή - κατά την προηγούμενη διατύπωση του ΑΚ - χωρίς πραγματικά ελαττώματα και με τις συμφωνημένες ιδιότητες[20]. Η ευθύνη αυτή του πωλητή είναι γνήσια αντικειμενική, δηλαδή γεννιέται ανεξάρτητα από τυχόν υπαιτιότητά του[21]. Παράλληλα, καθιερώθηκαν κριτήρια συμμόρφωσης (αντικειμενικά και υποκειμενικά), δηλαδή οι όροι που εφόσον πληρούνται σωρευτικά[22], τεκμαίρεται μαχητά[23] ότι το αγαθό είναι σύμφωνο με τη σύμβαση[24].

Δεύτερη σημαντική δέσμη ρυθμίσεων συνιστούσαν οι διατάξεις για τα δικαιώματα του καταναλωτή σε περίπτωση έλλειψης συμμόρφωσης (άρθρα 3 και 4). Τα δικαιώματα αυτά διαβαθμίζονται σε δύο επίπεδα: πρώτα ασκούνται τα δικαιώματα της δωρεάν αποκατάστασης της συμμόρφωσης του αγαθού (επισκευή ή αντικατάσταση) και, εφόσον αυτό δεν είναι εφικτό ή δεν ολοκληρώνεται χωρίς σημαντική ενόχληση του καταναλωτή ή εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, ασκούνται τα δικαιώματα της μείωσης του τιμήματος ή της υπαναχώρησης από τη σύμβαση.

Τα παραπάνω δικαιώματα υπόκεινται σε ορισμένους περιορισμούς: ο πιο βασικός είναι η θέσπιση διετούς προθεσμίας[25] για την άσκησή τους (άρθρο 5 παρ. 1). Παράλληλα, τα μεν δικαιώματα επισκευής ή αντικατάστασης δεν ασκούνται αν η αντίστοιχη πράξη είναι αδύνατη ή δυσανάλογη (άρθρο 3 παρ. 3), ενώ ο καταναλωτής δε δικαιούται να ασκήσει το δικαίωμα της υπαναχώρησης εάν η έλλειψη συμμόρφωσης είναι

6

ασήμαντη (άρθρο 3 παρ. 6). Από την άλλη, παρεχόταν στον καταναλωτή η αποδεικτική διευκόλυνση του τεκμηρίου έλλειψης συμμόρφωσης κατά το χρόνο παράδοσης του αγαθού, εφόσον εκδηλωθεί εντός έξι μηνών από την παράδοση (άρθρο 5 παρ. 3).

Τέλος, η Οδηγία περιείχε ρυθμίσεις σχετικά με το αναγωγικό δικαίωμα του πωλητή έναντι του παραγωγού ή προηγούμενων πωλητών (άρθρο 4), τις εμπορικές εγγυήσεις του πωλητή ή του παραγωγού (άρθρο 6)[26] και τον αναγκαστικό χαρακτήρα των διατάξεων υπέρ του καταναλωτή (άρθρο 7).

ΙΙΙ. Η ενσωμάτωση της Οδηγίας 1999/44 στην ελληνική έννομη τάξη

Όπως αναφέρθηκε, ο έλληνας νομοθέτης προκειμένου να αποφύγει τη διάσπαση της νομοθετικής ύλης και τον κίνδυνο απαρχαίωσης του ΑΚ, επέλεξε να ενσωματώσει τις περισσότερες ρυθμίσεις της Οδηγίας στο κεφάλαιο του ΑΚ σχετικά με την πώληση, αντί να τις εισαγάγει σε κάποιο ειδικό νομοθέτημα για την προστασία του καταναλωτή, όπως ο Ν. 2251/1994[27]. Αντίθετα, ορισμένες ρυθμίσεις σχετικά με τις εμπορικές εγγυήσεις και τον αναγκαστικό χαρακτήρα των διατάξεων υπέρ του καταναλωτή τις μετέφερε στο Ν. 2251/1994 (πρώην άρθρο 5 και ήδη 5, 5α - 5β), κρίνοντας ότι προβλέπαν ειδική προστασία για τον άπειρο καταναλωτή και επομένως δε χρειαζόταν να γενικευτούν σε κάθε πώληση[28].

Στις βασικότερες καινοτομίες - μεταρρυθμίσεις του δικαίου της πώλησης συγκαταλέχθηκαν οι εξής[29]:

α. Η θέσπιση της συμβατικής υποχρέωσης του πωλητή να παραδίδει στον αγοραστή το αγαθό με τις συνομολογημένες ιδιότητες και χωρίς πραγματικά ελαττώματα (παλαιό άρθρο 534), σε αντίθεση με το προϊσχύαν δίκαιο, που δεν προέβλεπε αντίστοιχη υποχρέωση, οπότε γινόταν δεκτό ότι ο πωλητής είχε εγγυητική εκ του νόμου ευθύνη εφόσον παρέδιδε το αντικείμενο της πώλησης χωρίς τις συνομολογημένες ιδιότητες ή με πραγματικά ελαττώματα[30]. Η ευθύνη αυτή (ευθύνη μη εκπλήρωσης) είναι γνήσια αντικειμενική, δηλαδή ανεξάρτητη από πταίσμα του πωλητή[31], σε αντίθεση με την ευθύνη του οφειλέτη κατά τις γενικές διατάξεις του ΑΚ που είναι πταισματική, με αντιστροφή

7

όμως του βάρους απόδειξης ως προς το πταίσμα στον οφειλέτη (νόθος αντικειμενική ευθύνη)[32]. Η ρύθμιση της ευθύνης του πωλητή είναι ενιαία, ανεξάρτητα από το αν η πώληση είναι γένους ή είδους[33].

β. Η μεταφορά από την Οδηγία 1999/44 της έννοιας της «μη ανταπόκρισης του αγαθού στους όρους της σύμβασης» (παλαιό άρθρο 535), που σημαίνει «ύπαρξη ελαττώματος ή έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας» σύμφωνα με το προϊσχύσαν δίκαιο[34]. Στην ίδια διάταξη περιλαμβάνονταν αντικειμενικά και υποκειμενικά κριτήρια για τη μη ανταπόκριση στη σύμβαση. Περαιτέρω, η πλημμελής εγκατάσταση του πράγματος εξομοιώνεται υπό όρους με μη ανταπόκρισή στη σύμβαση (παλαιό άρθρο 536), ενώ εισήχθη τεκμήριο έλλειψης ανταπόκρισης κατά την παράδοση του πράγματος όταν το πραγματικό ελάττωμα ή η έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας διαπιστώνονται μέσα σε έξι μήνες από την παράδοση (παλαιό άρθρο 537 παρ. 1).

γ. Σχετικά με τα δικαιώματα του αγοραστή, ο όρος «αναστροφή» αντικαταστάθηκε από τον όρο «υπαναχώρηση» (παλαιό άρθρο 540), το δικαίωμα αποζημίωσης θα μπορούσε να ασκηθεί σωρευτικά με τα λοιπά δικαιώματα του παλαιού άρθρου 540 (παλαιό άρθρο 543), ενώ η παραγραφή τους ορίστηκε πλέον στα δύο έτη για τα κινητά και πέντε έτη για τα ακίνητα (ΑΚ 554).

δ. Διακρίθηκε η εμπορική από τη «νόμιμη» εγγύηση. Πιο συγκεκριμένα, η πρώτη αφορά τη σύμβαση με την οποία ο πωλητής ή ο παραγωγός αναλαμβάνουν ευθύνη έναντι του καταναλωτή ως προς το αντικείμενο της πώλησης (ΑΚ 559 και άρθρο 5α - πρώην άρθρο 5 - Ν. 2251/1994), πλέον της ευθύνης που έχει ο πωλητής για ανταπόκριση του πράγματος στους όρους της σύμβασης σύμφωνα με τις διατάξεις του ΑΚ (νόμιμη εγγύηση). Ο καταναλωτής σε κάθε περίπτωση διατηρεί τα δικαιώματά του από τη δεύτερη. Ο όρος βέβαια «νόμιμη» εγγύηση είναι μάλλον αδόκιμος, καθώς, όπως αναφέρθηκε, η ευθύνη του πωλητή δεν είναι πλέον εγγυητική αλλά ευθύνη μη εκπλήρωσης. Ωστόσο, φαίνεται ότι ο όρος είχε επικρατήσει στις συναλλαγές, προκειμένου να αντιλαμβάνονται οι καταναλωτές με σαφήνεια ότι τα δικαιώματά τους από τις διατάξεις του ΑΚ δεν κάμπτονται από την εμπορική εγγύηση που τυχόν παρέχει ο πωλητής. Μάλιστα, με το άρθρο 103 παρ. 2 Ν. 4512/2018 αναδιατυπώθηκε το άρθρο 5 Ν. 2251/1994 ώστε να γίνεται ρητή αναφορά στη «νόμιμη» εγγύηση των άρθρων 534 επ. ΑΚ, σε αντιδιαστολή με την εμπορική εγγύηση του άρθρου 5α Ν. 2251/1994.

 

8

ΙV. Η Οδηγία 2011/83/ΕΕ και η ενσωμάτωσή της στο Ν. 2251/1994

Μικρότερης έκτασης πηγή του δικαίου της πώλησης καταναλωτικών αγαθών αποτέλεσε και η Οδηγία 2011/83/ΕΕ, που ενσωματώθηκε στα άρθρα 3 έως 4η Ν. 2251/1994[35]. Η Οδηγία φέρει το φιλόδοξο τίτλο «σχετικά με τα δικαιώματα των καταναλωτών», ωστόσο ρυθμίζει ορισμένες μόνο πτυχές της προμήθειας προϊόντων και υπηρεσιών σε καταναλωτές[36]. Πιο συγκεκριμένα, με την Οδηγία και τις αντίστοιχες διατάξεις του Ν. 2251/1994 τίθενται για τους προμηθευτές υποχρεώσεις προσυμβατικής και συμβατικής ενημέρωσης σε συμβάσεις πώλησης (και παροχής υπηρεσιών) που συνάπτονται από απόσταση και εκτός εμπορικού καταστήματος (άρθρα 3β - 3δ Ν. 2251/1994), προβλέπεται δικαίωμα υπαναχώρησης του καταναλωτή (άρθρο 3ε) και οι τρόποι άσκησής του (άρθρα 3στ - 3ιβ), προβλέπονται ορισμένες υποχρεώσεις ενημέρωσης για τις συμβάσεις γενικά (άρθρο 4) και ρυθμίζονται, μεταξύ άλλων, η παράδοση του πράγματος (άρθρο 4β) και η μετάθεση του κινδύνου (άρθρο 4δ).

Οι ρυθμίσεις αυτές εφαρμόζονται μόνο στις συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ προμηθευτή και καταναλωτή με τη στενή έννοια, όπως αναλύεται παρακάτω[37]. Αυτό βέβαια ίσχυε και πριν την τροποποίηση του ορισμού του καταναλωτή με το Ν. 4512/2018, με συνέπεια οι μεν ρυθμίσεις των άρθρων 3 έως 4η να εφαρμόζονται σε συμβάσεις που συνάπτουν καταναλωτές με τη στενή έννοια, το δε παλαιό άρθρο 5 Ν. 2251/1994 σχετικά με τις εμπορικές εγγυήσεις, την τεχνική υποστήριξη μετά την πώληση και την παροχή οδηγιών χρήσης να εφαρμόζεται και σε συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ επαγγελματώΝ. Μετά το Ν. 4512/2018, τα άρθρα 5, 5α - 5β (παλαιό άρθρο 5) καταλαμβάνονται επίσης από το στενό ορισμό του καταναλωτή.

V. Το εγχείρημα του κοινού ευρωπαϊκού δικαίου πωλήσεων

Η προσπάθεια του ενωσιακού νομοθέτη να εναρμονίσει τους κανόνες του δικαίου πώλησης με στόχο την ενίσχυση των διασυνοριακών συναλλαγών[38] κορυφώθηκε με την Πρόταση Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου σχετικά με τη θέσπιση ενός Κοινού Ευρωπαϊκού Δικαίου Πωλήσεων[39]. Με την πρόταση αυτή επιχειρήθηκε

9

να εισαχθεί ένα παράλληλο σύστημα κανόνων στις διασυνοριακές συμβάσεις πώλησης αγαθών και προμήθειας ψηφιακού περιεχομένου ή συναφών υπηρεσιών, χωρίς να τροποποιηθούν οι σχετικές διατάξεις που ίσχυαν σε κάθε εθνική έννομη τάξη με βάση την ελάχιστης εναρμόνισης Οδηγία 1999/44[40]. Σύμφωνα με την πρόταση, θα μπορούσαν πλέον οι έμποροι να βασίζονται σε ένα κοινό σύνολο κανόνων και να χρησιμοποιούν τους ίδιους συμβατικούς όρους για όλες τις διασυνοριακές συναλλαγές τους, γεγονός που, σύμφωνα με τους συντάκτες της πρότασης, θα ελάττωνε τα περιττά έξοδα και συγχρόνως θα παρείχε υψηλό βαθμό ασφάλειας δικαίου[41].

Η χρήση του κοινού ευρωπαϊκού δικαίου των πωλήσεων θα ήταν προαιρετική, καθώς θα προϋπέθετε σχετική συμφωνία των μερών. Στο πεδίο εφαρμογής του υπάγονταν τόσο οι συμβάσεις μεταξύ μιας επιχείρησης και ενός καταναλωτή, όσο και οι συμβάσεις μεταξύ επιχειρήσεων, όπου όμως ο ένας τουλάχιστον από τους συμβαλλομένους είναι μικρομεσαία επιχείρηση. Η ΠροτΚαν περιελάμβανε ορισμένες απαιτήσεις πληροφόρησης σχετικά με τους εφαρμοζόμενους κανόνες στην περίπτωση συμβάσεων μεταξύ ενός εμπόρου και ενός καταναλωτή, υποχρεώσεις προσυμβατικής ενημέρωσης, κανόνες σχετικά με τον τρόπο σύναψης συμφωνιών μεταξύ δύο μερών, πρόβλεψη δικαιώματος υπαναχώρησης από συμβάσεις από απόσταση ή εκτός εμπορικού καταστήματος και, τέλος, διατάξεις σχετικά με την ακύρωση συμβάσεων που είναι αποτέλεσμα πλάνης, απάτης, απειλής ή αθέμιτης εκμετάλλευσης.

Ωστόσο, η ιδέα μίας κοινής διασυνοριακής σύμβασης συνάντησε εύλογα σημαντικές επιφυλάξεις και αντιδράσεις από ευρωπαϊκούς οργανισμούς και ενώσεις καταναλωτών[42]. Τα βασικά επιχειρήματα της κριτικής ήταν, μεταξύ άλλων, η απόκλιση από το κοινοτικό κεκτημένο προστασίας του καταναλωτή, η υιοθέτηση κανόνων χαμηλότερης προστασίας σε σχέση με ορισμένες εθνικές νομοθεσίες και η ανασφάλεια δικαίου για τους καταναλωτές, καθώς διαφορετικοί κανόνες και επίπεδο προστασίας θα εφαρμόζονταν για το ίδιο προϊόν[43]. Έτσι, το εγχείρημα τελικά εγκαταλείφθηκε το 2014[44].

 

 

10

VΙ. Οι νέες οδηγίες 2019/770 και 2019/771[45]

Η ανάγκη θέσπισης ειδικών κανόνων για την προμήθεια ψηφιακού περιεχομένου και ψηφιακών υπηρεσιών[46] και ο στόχος της μεγαλύτερης εναρμόνισης των κανόνων αυτών και των υφιστάμενων σχετικά με τις συμβάσεις πώλησης[47], δεδομένου ότι η Οδηγία 1999/44 ήταν ελάχιστης εναρμόνισης, οδήγησαν στην ψήφιση των Οδηγιών 2019/770/ΕΕ «σχετικά με ορισμένες πτυχές που αφορούν τις συμβάσεις για την προμήθεια ψηφιακού περιεχομένου και ψηφιακών υπηρεσιών» και 2019/771/ΕΕ «σχετικά με ορισμένες πτυχές που αφορούν τις συμβάσεις για τις πωλήσεις αγαθών». Και οι δύο Οδηγίες είναι μέγιστης εναρμόνισης.

Η Οδηγία 2019/771 καταργεί και αντικαθιστά την 1999/44, διατηρώντας με ορισμένες τροποποιήσεις τη μορφολογία των κανόνων του δικαίου πώλησης και εισάγοντας νέες ρυθμίσεις, όπως η ευθύνη για τα νομικά ελαττώματα ή η εφαρμογή της στα αγαθά στα οποία ενσωματώνονται ή διασυνδέονται ψηφιακό περιεχόμενο ή ψηφιακές υπηρεσίες, εφόσον παρέχονται με τα αγαθά στο πλαίσιο πώλησης (πχ. «έξυπνο ρολόι» που για να λειτουργήσει απαιτείται η καταφόρτωση λογισμικού σε «έξυπνο τηλέφωνο»). Από την άλλη, στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 2019/770 υπάγονται οι συμβάσεις προμήθειας ψηφιακού περιεχομένου ή ψηφιακών υπηρεσιών, οι οποίες αποκλείονται από την 2019/771 και θεσπίζονται ορισμένοι ειδικότεροι κανόνες που εξυπηρετούν καλύτερα τον τύπο των συμβάσεων αυτών (πχ. η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας από τον καταναλωτή αντί της υπαναχώρησης στις συμβάσεις πώλησης ενσώματων αγαθών).

VΙΙ. Ο Ν. 4967/2022

Με το Ν. 4967/2022 ενσωματώθηκαν στην εθνική έννομη τάξη τόσο η Οδηγία 2019/770 όσο και η 2019/771, δεδομένου ότι και οι δύο συγκροτούν ένα ενιαίο συστηματικό σύνολο, λειτουργικά εναρμονισμένο, στενά συνδεδεμένο και αλληλοσυμπληρούμενο, που διαπνέεται από συναφή νομοθετική σύλληψη και κατατείνει σε κοινό ρυθμιστικό σκοπό[48].

Οι μεν ρυθμίσεις της Οδηγίας 2019/771, όπως και στην περίπτωση της Οδηγίας 1999/44, ενσωματώθηκαν στον Αστικό Κώδικα, καθώς με τον τρόπο αυτό αφενός διασφαλίζεται η συνοχή του εξωτερικού συστήματος του δικαίου των συμβάσεων και αφετέρου προστατεύεται και ενισχύεται η τελολογική και συστηματική ενότητα του δικαίου αυτού[49]. Από την άλλη, παρά το γεγονός ότι επιλέχθηκε η εφαρμογή και των

11

ρυθμίσεων της Οδηγίας 2019/770 σε μη καταναλωτικές συμβάσεις, δεν υιοθετήθηκε η ενσωμάτωση της στον ΑΚ αλλά η δημιουργία ενός αυτοτελούς νομοθετήματος, ώστε να αποφευχθούν εκτενείς τροποποιήσεις και νομοτεχνικές προκλήσεις που δεν θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν σε εύλογο χρονικό διάστημα, λαμβανομένης υπόψη και της ανάγκης προσαρμογής στην Οδηγία[50].

Σύμφωνα με το άρθρο 70 Ν. 4967/2022, η ισχύς του νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Ως εκ τούτου, οι νέες ρυθμίσεις εφαρμόζονται στις συμβάσεις πώλησης και παροχής ψηφιακού περιεχομένου ή ψηφιακής υπηρεσίας που συνάπτονται μετά την 9.9.2022[51].

§ 3. Τα συμβαλλόμενα μέρη στη σύμβαση πώλησης καταναλωτικών αγαθών

I. Ο αγοραστής ως καταναλωτής

1. Εισαγωγικά

Όπως αναφέρθηκε, η ενσωμάτωση της Οδηγίας 1999/44 στον ΑΚ είχε ως συνέπεια την προστασία του αγοραστή, σύμφωνα με το νέο - τότε - δίκαιο της πώλησης, ανεξάρτητα από την ιδιότητά του ως καταναλωτή. Την ίδια οδό ακολούθησε ο έλληνας νομοθέτης και κατά την ενσωμάτωση της Οδηγίας 2019/771. Αντίθετα, οι υποχρεώσεις ενημέρωσης σε συμβάσεις πώλησης που συνάπτονται από απόσταση, οι ρυθμίσεις για τη μετάθεση του κινδύνου και την παράδοση με αποστολή κτλ., που προβλέπονται στις διατάξεις του Ν. 2251/1994 και, μετά τις τροποποιήσεις του Ν. 4512/2018, οι ρυθμίσεις σχετικά με τις εμπορικές εγγυήσεις, την παροχή οδηγιών χρήσης και την τεχνική υποστήριξη μετά την πώληση (άρθρα 5α - 5β) εφαρμόζονται μόνο στις συμβάσεις μεταξύ εμπόρων και καταναλωτών.

Έτσι, όταν ο αγοραστής δεν έχει την ιδιότητα του καταναλωτή, ο πωλητής έχει τις παρεπόμενες υποχρεώσεις ενημέρωσης και προστασίας που απορρέουν από την αρχή της καλής πίστης (ΑΚ 288)[52], ο κίνδυνος τυχαίας χειροτέρευσης ή καταστροφής του πράγματος μεταβαίνει στον αγοραστή κατά την παράδοση του πράγματος στο μεταφορέα για αποστολή (ΑΚ 524) και όχι μόνο αφού ο μεταφορέας το παραδώσει στον αγοραστή (άρθρο 4δ Ν. 2251/1994) κ.ο.κ.

12

Προκειμένου να διαπιστωθεί σε ποιες συμβάσεις πώλησης εφαρμόζονται οι διατάξεις του Ν. 2251/1994, είναι αναγκαία η εξέταση αφενός της έννοιας του καταναλωτή και αφετέρου των λεγόμενων συμβάσεων διττού σκοπού, δηλαδή των συμβάσεων που συνάπτονται για σκοπούς που βρίσκονται εν μέρει εντός και εν μέρει εκτός των εμπορικών δραστηριοτήτων του αγοραστή.

2. Η εξέλιξη της έννοιας του καταναλωτή στο Ν. 2251/1994

Στο ενωσιακό δίκαιο, η ανάγκη προστασίας ενός συμβαλλόμενου ως καταναλωτή συνδέεται με το αν κατά τις επίμαχες συναλλαγές του ενεργεί εκτός του πλαισίου της επαγγελματικής του δραστηριότητας. Για τον ενωσιακό νομοθέτη, η επαγγελματική σχέση του συμβαλλόμενου με το αντικείμενο της σύμβασης συνιστά τεκμήριο μη συνδρομής της ανάγκης για μεγαλύτερη προστασία[53]. Για το λόγο αυτό, από τον κύκλο των προστατευτέων προσώπων πρέπει να εξαιρούνται όσοι συνάπτουν συμβάσεις με επαγγελματικούς σκοπούς (στενή έννοια καταναλωτή). Έτσι, στις Οδηγίες σχετικά με την προστασία του καταναλωτή, οι ορισμοί του καταναλωτή περιλαμβάνουν τα φυσικά πρόσωπα που ενεργούν εκτός της επαγγελματικής τους δραστηριότητας.

Αντίθετα, ο Έλληνας νομοθέτης είχε από νωρίς αναγνωρίσει την ανάγκη προστασίας και των επαγγελματιών, υιοθετώντας την ευρεία έννοια του καταναλωτή με το Ν. 2251/1994, τροποποιώντας το Ν. 1961/1991[54]. Σύμφωνα με το παλαιό άρθρο 1 παρ. 4 περ. α΄ Ν. 2251/1994, για να θεωρείται καταναλωτής, το φυσικό ή νομικό πρόσωπο έπρεπε να συμβάλλεται ως τελικός αποδέκτης προϊόντων και υπηρεσιών που προσφέρονται στην αγορά[55], ανεξάρτητα από το αν ενεργούσε εντός ή εκτός επαγγελματικής δραστηριότητας[56].

Η υιοθέτηση του κριτηρίου του τελικού αποδέκτη συνεπάγεται την προστασία και των επαγγελματιών, όταν συνάπτουν συμβάσεις με προμηθευτές τους. Προϋπόθεση είναι τα προϊόντα και οι υπηρεσίες να μη διοχετεύονται σε τρίτους, αλλά χρήση τους να κάνει μόνο ο αποδέκτης τους, ως τερματικός σταθμός της αλυσίδας (λ.χ. πάγια αντικείμενα)[57].

13

Όταν ο επαγγελματίας έχει ρόλο διαμεσολαβητικό, προκειμένου να μεταπωλήσει ένα αγαθό ή να το χρησιμοποιήσει ως πρώτη ύλη, ανταλλακτικό κτλ., τότε δεν έχει την ιδιότητα του καταναλωτή[58].

Υπό τον προϊσχύσαντα ορισμό, η συμπερίληψη των επαγγελματιών στον κύκλο των προστατευτέων προσώπων είχε επικριθεί από μέρος της θεωρίας και της νομολογίας, που προέκρινε μια συσταλτική εφαρμογή της έννοιας του καταναλωτή[59]. Η ΟλΑΠ 13/2015[60] επικύρωσε τελικά την αντίθετη και ορθότερη κρατούσα άποψη, κρίνοντας ότι «οι ορισμοί του προϊσχύσαντος Ν 1961/1991, που περιόριζαν την έννοια του καταναλωτή σ’ αυτόν που αποκτά προϊόντα ή υπηρεσίες για την ικανοποίηση μη επαγγελματικών του αναγκών, απέκλειαν ευρύτατες κατηγορίες καταναλωτών»[61]. Όπως γίνεται δε δεκτό, το γεγονός ότι ο ενωσιακός νομοθέτης έχει υιοθετήσει το στενό ορισμό του καταναλωτή δεν αποκλείει τη δυνατότητα του Έλληνα νομοθέτη να ορίσει ευρύτερα την έννοια του καταναλωτή[62].

14

Πάντως, προκειμένου να αποφεύγεται η επίκληση των διατάξεων του Ν. 2251/1994, ιδίως από επαγγελματίες, όταν δεν υφίσταται έλλειμμα αυτοπροστασίας, είχε υποστηριχθεί η απόκρουση των αξιώσεων τους ως καταχρηστικά ασκούμενων κατ’ ΑΚ 281. Το έλλειμμα αυτό θα κρίνεται ad hoc και κατά κανόνα δε θα συντρέχει όταν ο αιτούμενος προστασία διαθέτει ιδιαίτερη εμπειρία στο συγκεκριμένο είδος συναλλαγών ή εξειδικευμένες γνώσεις ή μπορεί να διαπραγματευθεί ισότιμα τους όρους της σύμβασης, επειδή διαθέτει αντίστοιχη οικονομική επιφάνεια και οργανωτική δομή[63]. Στις περιπτώσεις αυτές, την καταχρηστική επίκληση της ιδιότητας του καταναλωτή πρέπει να την προτείνει με ένσταση ο προμηθευτής, έχοντας και το σχετικό βάρος απόδειξης.

Οι παραπάνω επιφυλάξεις δεν έχουν νόημα, φυσικά, για τις συμβάσεις που καταρτίστηκαν μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 4512/2018, καθώς πλέον υιοθετείται ο στενός ορισμός του καταναλωτή. Ωστόσο, οι αξιολογικές επισημάνσεις σχετικά με την ανάγκη προστασίας και του επαγγελματία, όταν συντρέχουν συνθήκες διαπραγματευτικής μειονεξίας, σταθμίστηκαν από το νομοθέτη, ο οποίος αποφάσισε να επεκτείνει υπό προϋποθέσεις την προστασία και σε αυτή την κατηγορία συμβαλλομένων, αλλά μόνο όσον αφορά στον έλεγχο των ΓΟΣ (άρθρο 2 παρ. 9 Ν. 2251/1994).

3. Η στενή έννοια του καταναλωτή μετά τις τροποποιήσεις του Ν. 4512/2018

Με το Ν. 4512/2018 υιοθετείται πλέον η στενή έννοια του καταναλωτή για όλες τις διατάξεις του Ν. 2251/1994. Από πλευράς διαχρονικού δικαίου, με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 111 Ν. 4512/2018 ορίζεται ότι οι διατάξεις που τροποποιούν το Ν. 2251/1994, επομένως και τον ορισμό του καταναλωτή, δεν εφαρμόζονται σε συμβάσεις που είχαν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος τους, δηλαδή την 17.3.2018[64], αλλά μόνο στις ανανεώσεις των συμβάσεων αυτών.

Σύμφωνα με το νέο άρθρο 1α παρ. 1, καταναλωτής είναι κάθε φυσικό πρόσωπο που ενεργεί (όταν συνάπτει συμβάσεις προμήθειας προϊόντων ή υπηρεσιών) για λόγους οι οποίοι δεν εμπίπτουν στην εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή ελευθέρια επαγγελματική του δραστηριότητα. Δύο, επομένως, είναι τα κριτήρια για την απόδοση της ιδιότητας του καταναλωτή: α) ο συμβαλλόμενος να είναι φυσικό πρόσωπο και β) να συνάπτει τη σύμβαση για μη επαγγελματικούς σκοπούς.

Back to Top