ΔΙΚΑΙΟ ΤΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ

από 31,50 €

Έως 73,50 €

Συνδυάστε Βιβλίο (έντυπο) + e-book και κερδίστε 13.5€
Δωρεάν μεταφορικά σε όλη την Ελλάδα για αγορές άνω των 30€

Πληρώστε σε έως άτοκες δόσεις των /μήνα με πιστωτική κάρτα.

Σε απόθεμα

Τιμή: 31,50 €

* Απαιτούμενα πεδία

Κωδικός Προϊόντος: 17912
Μυλωνόπουλος Δ.
  • Έκδοση: 2η 2020
  • Σχήμα: 17x24
  • Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
  • Σελίδες: 304
  • ISBN: 978-960-654-155-1
  • Black friday εκδόσεις: 10%
Στο εγχειρίδιο «Δίκαιο του Εμπορίου» αναπτύσσονται οι βασικές θεματικές πτυχές της εμπορικής δραστηριότητας που λαμβάνει χώρα στην ελληνική επικράτεια. Το βιβλίο εστιάζει στα πρόσωπα του εμπορίου, στο θεσμικό πλαίσιο των εμπορικών επιχειρήσεων, στη βιομηχανική ιδιοκτησία και στη χρησιμότητα των αξιογράφων ως προς τη διεκπεραίωση της εμπορικής δραστηριότητας. Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στην κρατική παρέμβαση για την άσκηση του διοικητικού ελέγχου της διεξαγωγής του εμπορίου. Επιπρόσθετα, σημαντική αναφορά γίνεται στο θαλάσσιο και το εναέριο εμπόριο. Αποτελεί χρήσιμο βοήθημα για φοιτητές και όποιον αναλαμβάνει δράση στον δημιουργικό χώρο του εμπορίου.
αντί Προλόγου Σελ. vii
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ | ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ
Κεφάλαιο 1 - ΕΜΠΟΡΙΟ
1.1. Έννοια Σελ. 1
1.2. Ιστορική εξέλιξη Σελ. 2
1.3. Ελλάδα Σελ. 5
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 - ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΠΡΑΞΗ
2.1. Έννοια Σελ. 7
2.2. Εμπορικές πράξεις Σελ. 8
2.2.1. Χερσαίου χώρου Σελ. 8
2.2.2. Θαλάσσιου χώρου Σελ. 12
2.2.3. Εναέριου χώρου Σελ. 13
2.3. Συνέπειες Σελ. 14
2.4. Εμπορική ιδιότητα Σελ. 14
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 - ΜΕΣΙΤΗΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ
3.1. Έννοια Σελ. 16
3.2. Προϋποθέσεις άσκησης του επαγγέλματος Σελ. 16
3.3. Η σύμβαση μεσιτείας Σελ. 17
3.4. Υποχρεώσεις των μεσιτών ακινήτων Σελ. 20
3.5. Κυρώσεις Σελ. 20
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 - ΕΜΠΟΡΙΚΟΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΣ
4.1. Έννοια Σελ. 22
4.2. Σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας Σελ. 23
4.3. Υποχρεώσεις του εμπορικού αντιπροσώπου Σελ. 24
4.4. Δικαιώματα του εμπορικού αντιπροσώπου Σελ. 25
4.5. Υποχρεώσεις του αντιπροσωπευόμενου Σελ. 27
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 - ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ ΕΜΠΟΡΙΟ
5.1. Έννοια Σελ. 28
5.2. Άσκηση του εξωτερικού εμπορίου Σελ. 28
5.3. Κυρώσεις Σελ. 29
5.4. Ελεύθερες ζώνες και αποθήκες Σελ. 29
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ | Η ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΤΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 - Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ Σελ. 33
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 - ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ
2.1. Γενική Γραμματεία Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή Σελ. 35
2.1.1. Γενική Διεύθυνση Αγοράς Σελ. 36
2.1.2. Γενική Διεύθυνση Προστασίας Καταναλωτή Σελ. 36
2.2. Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας Σελ. 36
2.2.1. Γενική Διεύθυνση Βιομηχανικής και Επιχειρηματικής Πολιτικής Σελ. 37
2.2.2. Γενική Διεύθυνση Εφαρμογής Κανονισμών, Υποδομών και Ελέγχου Σελ. 37
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 - ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ ΤΟΥ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗ
3.1. Ίδρυση Σελ. 38
3.2. Αρμοδιότητες Σελ. 39
3.3. Διαδικασία έρευνας Σελ. 40
3.4. Κώδικας Καταναλωτικής Δεοντολογίας Σελ. 41
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 - ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ ΤΟΠΙΚΗΣ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
4.1. Δήμος Σελ. 43
4.2. Περιφέρεια Σελ. 44
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 - ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ Σελ. 46
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6 - EΠΙΤΡΟΠΗ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ
6.1. Ίδρυση Σελ. 48
6.2. Αρμοδιότητες της Επιτροπής Ανταγωνισμού Σελ. 48
6.3. Κυρώσεις Σελ. 49
6.4. Έρευνες σε κλάδους της οικονομίας ή σε τύπους συμφωνιών Σελ. 50
6.5. Υποχρέωση εχεμύθειας Σελ. 51
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7 - ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΑ
7.1. Έννοια Σελ. 52
7.2. Μέλη Σελ. 52
7.3. Ίδρυση - αρμοδιότητες Σελ. 52
7.4. Οργάνωση Επιμελητηρίων Σελ. 55
7.5. Όργανα διοίκησης Σελ. 55
7.5.1. Διοικητικό Συμβούλιο Σελ. 55
7.5.2. Διοικητική Επιτροπή Σελ. 56
7.6. Πόροι Σελ. 56
7.7. Ο Θεσμός της Διαιτησίας στα Επιμελητήρια Σελ. 57
7.7.1. Μόνιμη Διαιτησία στο Ε.Β.Ε.Α Σελ. 58
7.7.2. Μόνιμη Διαιτησία στο Ν.Ε.Ε. Σελ. 60
7.8. Διμερή Επιμελητήρια Σελ. 60
7.9. Κεντρική Ένωση Επιμελητήριων Σελ. 61
7.10. Διεθνές Εμπορικό Επιμελητήριο Σελ. 61
7.11. Ευρωεπιμελητήριο Σελ. 63
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8 - ΓΕΝΙΚΟ ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΜΗΤΡΩΟ
8.1. Έννοια Σελ. 64
8.2. Υπηρεσία Γ.Ε.ΜΗ. Σελ. 65
8.3. Πληροφοριακό σύστημα Γ.Ε.ΜΗ. Σελ. 66
8.3.1. Μερίδα Γ.Ε.ΜΗ. Σελ. 66
8.4. Διαγραφή Σελ. 67
8.5. Κυρώσεις Σελ. 68
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9 - Ο ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΟΥ ΠΑΡΑΕΜΠΟΡΙΟΥ
9.1. Θεσμικό πλαίσιο Σελ. 69
9.2. Έννοια Σελ. 69
9.3. Κατάσχεση - καταστροφή εμπορευμάτων Σελ. 70
9.4. Ελεγκτικοί φορείς Σελ. 70
9.5. Ελεγκτική διαδικασία Σελ. 70
9.6. Έντυπο αποτελεσμάτων ελέγχου Σελ. 72
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10 - OΙ ΦΟΡΕΙΣ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΜΟΥ ΣΤΟ ΕΜΠΟΡΙΟ
10.1. Θεσμικό πλαίσιο Σελ. 73
10.2. Διακρίσεις Σελ. 74
10.3. Βιβλία των επαγγελματικών οργανώσεων Σελ. 75
10.4. Πόροι των επαγγελματικών οργανώσεων Σελ. 76
10.5. Εγγραφή και αποβολή των μελών Σελ. 76
10.6. Όργανα διοίκησης των επαγγελματικών οργανώσεων Σελ. 77
10.7. Συνδικαλιστικοί φορείς Σελ. 79
10.7.1. Ελληνική Συνομοσπονδία Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας Σελ. 79
10.7.2. Η Γενική Συνομοσπονδία Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδας Σελ. 81
10.7.3. Σύνδεσμος Επιχειρήσεων Λιανικής Πωλήσεως Ελλάδος Σελ. 82
10.7.4. Σύνδεσμος Εμπορικών Αντιπροσώπων και Διανομέων Αθηνών Σελ. 82
10.7.5. Ελληνικός Σύνδεσμος Ηλεκτρονικού Εμπορίου Σελ. 83
ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ | ΥΠΑΙΘΡΙΟ ΕΜΠΟΡΙΟ ΚΑΙ ΛΑΪΚΕΣ ΑΓΟΡΕΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 - YΠΑΙΘΡΙΟ ΕΜΠΟΡΙΟ
1.1. Έννοια Σελ. 85
1.2. Επιλογή χώρου λειτουργίας υπαίθριων αγορών Σελ. 85
1.3. Δικαιούχοι αδειών Σελ. 86
1.3.1. Άδεια παραγωγού πωλητή υπαίθριου εμπορίου Σελ. 86
1.3.2. Άδεια επαγγελματία πωλητή υπαίθριου εμπορίου Σελ. 87
1.4. Υπαίθριες δραστηριότητες με ψυχαγωγικό αντικείμενο Σελ. 87
1.5. Υπαίθριες αγορές Σελ. 87
1.6. Αγορές των καταναλωτών Σελ. 89
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 - ΛΑΪΚΕΣ ΑΓΟΡΕΣ
2.1. Έννοια Σελ. 91
2.2. Ίδρυση λαϊκής αγοράς Σελ. 91
2.3. Κανονισμός λειτουργίας Σελ. 92
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 - ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ Σελ. 94
ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ | ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 - ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ Σελ. 97
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 - ΣΗΜΑ Σελ. 99
2.1. Θεσμικό πλαίσιο Σελ. 99
2.2. Έννοια Σελ. 99
2.3. Απαράδεκτο σήμα Σελ. 101
2.3.1. Απόλυτοι λόγοι απαραδέκτου Σελ. 101
2.3.2. Σχετικοί λόγοι απαραδέκτου Σελ. 102
2.3.3. Ενδεικτική Νομολογία Σελ. 103
2.4. Διοικητικός έλεγχος Σελ. 104
2.5. Μητρώο Σημάτων Σελ. 105
2.6. Περιεχόμενο του δικαιώματος Σελ. 106
2.7. Προσβολή του σήματος Σελ. 108
2.7.1. Καταβολή αποζημίωσης Σελ. 108
2.7.2. Ασφαλιστικά μέτρα Σελ. 109
2.8. Προστασία του σήματος Σελ. 110
2.9. Το Σήμα ως περιουσιακό αγαθό Σελ. 114
2.10. Συλλογικά σήματα Σελ. 115
2.11. Διεθνές σήμα Σελ. 116
2.12. Σήματα πιστοποίησης Σελ. 118
2.13. Σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης Σελ. 119
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 - ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΑ ΓΝΩΡΙΣΜΑΤΑ
3.1. Εμπορική επωνυμία Σελ. 120
3.2. Διακριτικός τίτλος Σελ. 120
3.3. Όνομα πεδίου Σελ. 121
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 - ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΕΠΙΝΟΗΣΕΙΣ
4.1. Πιστοποιητικό υποδείγματος χρησιμότητας Σελ. 122
4.2. Τεχνικοί νεωτερισμοί και βραβεία Σελ. 122
4.3. Βιομηχανικά σχέδια και υποδείγματα Σελ. 123
4.4. Τοπογραφικά προϊόντα ημιαγωγών Σελ. 125
4.5. Προγράμματα Η/Υ Σελ. 126
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 - ΔΙΠΛΩΜΑ ΕΥΡΕΣΙΤΕΧΝΙΑΣ
5.1. Έννοια Σελ. 127
5.2. Δικαίωμα Σελ. 128
5.3. Δίπλωμα Ευρεσιτεχνίας Σελ. 129
5.4. Προστασία Σελ. 131
ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟ | ΝΟΜΙΚΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 - ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ
1.1. Έννοια Σελ. 133
1.2. Νομική προσωπικότητα Σελ. 134
1.3. Προσωπικές Εταιρείες Σελ. 134
1.4. Κεφαλαιουχικές Εταιρείες Σελ. 135
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 - ΟΜΟΡΡΥΘΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (Ο.Ε.)
2.1. Έννοια Σελ. 136
2.2. Εταιρική επωνυμία Σελ. 136
2.3. Δημοσιότητα Σελ. 136
2.4. Διοίκηση και διαχείριση Σελ. 137
2.5. Έξοδος εταίρου Σελ. 137
2.6. Λύση Σελ. 138
2.7. Εκκαθάριση Σελ. 138
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 - ΕΤΕΡΟΡΡΥΘΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (Ε.Ε.)
3.1. Έννοια Σελ. 140
3.2. Εταιρική επωνυμία Σελ. 140
3.3. Δημοσιότητα Σελ. 140
3.4. Διαχείριση Σελ. 140
3.5. Εξουσία εκπροσώπησης Σελ. 141
3.6. Ευθύνη ετερόρρυθμου εταίρου Σελ. 141
3.7. Λύση Σελ. 141
3.8. Ετερόρρυθμη εταιρεία κατά μετοχές Σελ. 142
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 - ΑΦΑΝΗΣ Ή ΣΥΜΜΕΤΟΧΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ
4.1. Έννοια Σελ. 143
4.2. Αφανής εταίρος Σελ. 143
4.3. Εμφανής εταίρος Σελ. 144
4.4. Λύση και εκκαθάριση Σελ. 144
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 - ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ Σελ. 146
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6 - ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ
6.1. Έννοια Σελ. 147
6.2. Σύσταση Σελ. 148
6.3. Μέλη Σελ. 148
6.4. Συνεταιρική μερίδα Σελ. 149
6.5. Όργανα Σελ. 149
6.5.1. Γενική Συνέλευση Σελ. 149
6.5.2. Διοικητικό Συμβούλιο Σελ. 149
6.5.3. Εποπτικό Συμβούλιο Σελ. 150
6.6. Εποπτεία Σελ. 150
6.7. Αγροτικές Εταιρικές Συμπράξεις Σελ. 150
6.8. Εθνική Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Σελ. 151
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7 - ΑΣΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ
7.1. Έννοια Σελ. 152
7.2. Σύσταση Σελ. 152
7.3. Μέλη Σελ. 153
7.4. Συνεταιριστική μερίδα Σελ. 154
7.5. Όργανα Σελ. 154
7.5.1. Γενική Συνέλευση Σελ. 154
7.5.2. Διοικητικό Συμβούλιο Σελ. 155
7.5.3. Εποπτικό Συμβούλιο Σελ. 155
7.6. Βιβλία Σελ. 156
7.7. Διαχειριστική χρήση Σελ. 156
7.8. Λύση του Αστικού Συνεταιρισμού Σελ. 156
7.9. Ένωση Συνεταιρισμών Σελ. 157
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8 - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (Α.Ε.)
8.1. Ιστορική εξέλιξη Σελ. 158
8.2. Θεσμικό πλαίσιο Σελ. 159
8.3. Επωνυμία Σελ. 159
8.4. Μετοχικό Κεφάλαιο Σελ. 160
8.5. Όργανα Σελ. 161
8.5.1. Διοικητικό Συμβούλιο Σελ. 161
8.5.2. Γενική Συνέλευση Σελ. 162
8.6. Λύση και εκκαθάριση Σελ. 163
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9 - ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ (Ε.Π.Ε.)
9.1. Έννοια Σελ. 164
9.2. Επωνυμία Σελ. 164
9.3. Εταιρικό κεφάλαιο Σελ. 165
9.4. Όργανα Σελ. 165
9.5. Λύση Σελ. 166
9.6. Μετατροπή Σελ. 167
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10 - ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ
10.1. Έννοια Σελ. 168
10.2. Σύσταση Σελ. 168
10.3. Όργανα Σελ. 169
10.4. Εργαζόμενοι Σελ. 170
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11 - ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥΧΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (Ι.Κ.Ε.)
11.1. Έννοια Σελ. 171
11.2. Σύσταση Σελ. 171
11.3. Έδρα Σελ. 172
11.4. Επωνυμία Σελ. 172
11.5. Μετοχικό κεφάλαιο Σελ. 173
11.6. Επίλυση διαφορών Σελ. 174
11.7. Διαχείριση και εκπροσώπηση Σελ. 174
11.8. Εξουσία-ευθύνη διαχειριστή Σελ. 175
11.9. Όργανα Σελ. 176
11.10. Μεταβίβαση εταιρικού μεριδίου Σελ. 177
11.11. Είσοδος-έξοδος εταίρου Σελ. 178
11.12. Δικαιώματα και υποχρεώσεις εταίρων Σελ. 178
11.13. Λύση Σελ. 179
11.14. Εκκαθάριση Σελ. 179
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12 - ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΣΚΟΠΟΥ (Ε.Ο.Ο.Σ.)
12.1. Ιστορικό Σελ. 181
12.2. Σύσταση Σελ. 181
12.3. Όργανα Σελ. 182
12.4. Λύση Σελ. 182
12.5. Μητρώο του Ε.Ο.Ο.Σ. Σελ. 183
MΕΡΟΣ ΕΚΤΟ | ΑΞΙΟΓΡΑΦΑ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 - ΑΞΙΟΓΡΑΦΑ Σελ. 185
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 - Η ΣΥΝΑΛΛΑΓΜΑΤΙΚΗ
2.1. Έννοια Σελ. 187
2.2. Στοιχεία της συναλλαγματικής Σελ. 187
2.3. Αποδοχή της συναλλαγματικής Σελ. 189
2.4. Η τριτεγγύηση της συναλλαγματικής Σελ. 189
2.5. Η πληρωμή της συναλλαγματικής Σελ. 190
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 - Η ΕΠΙΤΑΓΗ
3.1. Έννοια Σελ. 191
3.2. Είδη επιταγής Σελ. 192
3.3. Πληρωμή επιταγής Σελ. 193
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 - ΑΠΟΘΕΤΗΡΙΟ ΚΑΙ ΕΝΕΧΥΡΟΓΡΑΦΟ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΠΟΘΗΚΩΝ Σελ. 195
ΜΕΡΟΣ ΕΒΔΟΜΟ | ΘΑΛΑΣΣΙΟ ΕΜΠΟΡΙΟ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 - ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ Σελ. 197
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 - ΤΟ ΠΛΟΙΟ
2.1. Τεχνική έννοια Σελ. 200
2.2. Νομοθετική έννοια Σελ. 201
2.2.1. Κώδικας Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου Σελ. 202
2.2.2. Κώδικας Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου Σελ. 203
2.2.3. Λοιπά νομοθετήματα Σελ. 204
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 - Η ΚΥΡΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΠΛΟΙΟΥ
3.1. Πρωτότυποι τρόποι απόκτησης της κυριότητας πλοίου Σελ. 206
3.1.1. Ναυπήγηση πλοίου Σελ. 206
3.1.2. Χρησικτησία Σελ. 206
3.2. Παράγωγοι τρόποι απόκτησης της κυριότητας πλοίου Σελ. 208
3.2.1. Συμβατική απόκτηση Σελ. 208
3.2.2. Απόκτηση αιτία θανάτου Σελ. 208
3.2.3. Απόκτηση κυριότητας με διάθεση της μερίδας συμπλοιοκτήτη Σελ. 209
3.2.4. Απόκτηση κυριότητας με εγκατάλειψη του πλοίου στον ασφαλιστή Σελ. 209
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 - Η ΝΗΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΠΛΟΙΟΥ
4.1. Νηολόγηση Σελ. 210
4.2. Αποτελέσματα της Νηολόγησης Σελ. 212
4.3. Διαγραφή πλοίου από τα νηολόγια Σελ. 214
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 - ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΑ ΕΓΓΡΑΦΑ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΑ Σελ. 215
5.1. Έννοια Σελ. 215
5.2. Έλεγχος ναυτιλιακών εγγράφων και βιβλίων Σελ. 216
5.3. Βιβλίο υποθηκών του πλοίου Σελ. 217
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6 - ΝΟΜΙΚΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΠΛΟΙΟΥ
6.1. Πλοιοκτησία Σελ. 218
6.2. Συμπλοιοκτησία Σελ. 219
6.3. Ναυτική εταιρεία Σελ. 220
6.4. Ναυτιλιακή Εταιρεία Πλοίων Αναψυχής Σελ. 221
6.5. Εταιρεία Επενδύσεων στην Ποντοπόρο Ναυτιλία Σελ. 222
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7 - ΥΠΟΘΗΚΗ ΠΛΟΙΟΥ
7.1. Υποθήκη Σελ. 223
7.2. Προτιμώμενη υποθήκη στα πλοία Σελ. 224
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8 - Ο ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΤΗΣ ΝΑΥΤΙΛΙΑΣ
8.1. Ιστορική εξέλιξη Σελ. 226
8.2. Οι Λιμενικές Αρχές Σελ. 227
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9 - Ο ΝΑΥΤΙΚΟΣ ΠΡΑΚΤΟΡΑΣ
9.1. Γενικά Σελ. 232
9.2. Δικαιώματα και ευθύνη του ναυτικού πράκτορα Σελ. 232
9.3. Νομοθετική ρύθμιση Σελ. 233
9.3.1. Χορήγηση άδειας άσκησης επαγγέλματος ναυτικού πράκτορα Σελ. 233
9.3.2. Ανάκληση της άδειας Σελ. 235
9.3.3. Ειδικές υποχρεώσεις του ναυτικού πράκτορα επιβατηγών και οχηματαγωγών πλοίων Σελ. 235
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10 - H ΣΥΜΒΑΣΗ ΝΑΥΛΩΣΗΣ
10.1. Έννοια Σελ. 237
10.2. Διακρίσεις της ναύλωσης Σελ. 239
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11 - ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΕΚΝΑΥΛΩΤΗ
11.1. Υποχρεώσεις του εκναυλωτή Σελ. 240
11.1.1. Υποχρεώσεις του εκναυλωτή που αναφέρονται στο πλοίο Σελ. 240
11.1.2. Υποχρεώσεις του εκναυλωτή που αναφέρονται στο φορτίο Σελ. 242
11.2. Ευθύνη του εκναυλωτή Σελ. 243
11.3. Δικαιώματα του εκναυλωτή Σελ. 244
11.4. Υποχρεώσεις του ναυλωτή Σελ. 244
11.5. Δικαιώματα του ναυλωτή Σελ. 244
ΜΕΡΟΣ ΟΓΔΟΟ | ΕΝΑΕΡΙΟ ΕΜΠΟΡΙΟ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 - ΑΕΡΟΣΚΑΦΟΣ
1.1. Έννοια Σελ. 245
1.2. Μητρώο Ελληνικών Αεροσκαφών Σελ. 247
1.3. Η κυκλοφορία του αεροσκάφους Σελ. 248
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 - Η ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΗ ΥΠΟΘΗΚΗ
2.1. Έννοια Σελ. 252
2.2. Περιεχόμενο Σελ. 252
2.3. Προτιμώμενη υποθήκη Σελ. 253
2.4. Υποθήκη σε αλλοδαπό αεροσκάφος Σελ. 254
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 - ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΑΕΡΟΣΚΑΦΟΥΣ
3.1. Η μίσθωση αεροσκάφους Σελ. 256
3.2. Η ναύλωση αεροσκάφους Σελ. 256
3.3. Η μεταφορά προσώπων, αποσκευών και πραγμάτων Σελ. 257
3.4. Η ευθύνη από την εκμετάλλευση αεροσκάφους Σελ. 259
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 - ΑΡΧΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ
4.1. Ιστορική εξέλιξη Σελ. 261
4.2. Αρμοδιότητες Σελ. 262
Βιβλιογραφία Σελ. 265
Νομοθεσία Σελ. 268
Ευρετήριο Σελ. 277

Σελ. 1

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ | ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ

Κεφάλαιο 1

ΕΜΠΟΡΙΟ

1.1. Έννοια

Το εμπόριο, ως δραστηριότητα ανταλλαγής αγαθών μεταξύ των μελών μιας κοινωνίας, είναι συνυφασμένο με την κοινωνική οργάνωση των ανθρώπων. Η δραστηριότητα αυτή διέπεται από κανόνες, το σύνολο των οποίων χαρακτηρίζεται ως δίκαιο του εμπορίου. Η νομική έννοια του εμπορίου είναι ευρύτερη από την οικονομική έννοια του εμπορίου που συνίσταται στη διαμεσολάβηση μεταξύ παραγωγού και καταναλωτή, κατά την κυκλοφορία και ανταλλαγή των οικονομικών αγαθών, με σκοπό το κέρδος. Επιπλέον, η νομική έννοια του εμπορίου περιλαμβάνει και την επεξεργασία των φυσικών προϊόντων και των πρώτων υλών καθώς και τον μετασχηματισμό τους (χειροτεχνία, βιοτεχνία, βιομηχανία) σε προϊόντα που προορίζονται για κατανάλωση. Επίσης περιλαμβάνει διάφορες δραστηριότητες που ανήκουν στον τομέα παροχής υπηρεσιών όπως είναι η μεταφορά προσώπων, αγαθών και ειδήσεων, στην ξηρά (χερσαία μεταφορά), στη θάλασσα (θαλάσσια μεταφορά) και στον αέρα (εναέρια μεταφορά), η πρακτορεία, κ.λπ.. Έτσι, αντικείμενο του εμπορίου μπορεί να καταστεί κάθε οικονομικό αγαθό είτε αυτό είναι ενσώματο είτε είναι άυλο.

Η βασική λειτουργία του εμπορίου είναι η διαμεσολάβηση. Η διαμεσολάβηση αρχίζει από τη στιγμή που το αγαθό τίθεται σε κυκλοφορία και μετατρέπεται σε εμπόρευμα με οποιαδήποτε μορφή. Στην ευρεία έννοια της μεσολάβησης υπάγεται και κάθε παροχή βοήθειας όπως είναι η ασφάλιση, η χρηματοδότηση κ.λπ.. Με βάση το είδος της διαμεσολάβησης το εμπόριο μπορεί να χαρακτηρισθεί ως μεταπρατικό ή βιομηχανικό, ως χονδρικό ή λιανικό, ως επιτόπιο ή διατοπικό, ως εσωτερικό ή εξωτερικό, ως μεγαλεμπόριο ή μικρεμπόριο, ως χερσαίο ή θαλάσσιο ή εναέριο, ως επαγγελματικό ή ευκαιριακό κ.λπ.. Σήμερα, η ανάπτυξη του ηλεκτρονικού εμπορίου μέσω του διαδικτύου, καθώς επιτρέπει την άμεση επαφή του παραγωγού και του καταναλωτή, επιφέρει τροποποιήσεις στην κλασική λειτουργία της διαμεσολάβησης. Η διαμεσολάβηση αποτελεί στοιχείο της βιοτεχνίας και της βιομηχανίας και δραστηριοτήτων που έχουν

Σελ. 2

περιβληθεί τον τύπο της οργανωμένης επιχείρησης. Βέβαια, η έννοια της επιχείρησης, παρά την τεράστια οικονομική και κοινωνική σημασία της στο σύγχρονο κοινωνικό σχηματισμό, ακόμα και σήμερα στο ισχύον δίκαιο δεν έχει αποκτήσει ακριβές και ασφαλές περιεχόμενο. Μάλιστα στον εμπορικό νόμο, ο όρος επιχείρηση συναντάται με διαφορετικές έννοιες ενώ στο διάταγμα για την αρμοδιότητα των εμποροδικείων συγχέεται με την έννοια της εμπορικής πράξης.

Το εμπόριο είναι συνυφασμένο με την αβεβαιότητα και την ανάληψη κινδύνου που ενυπάρχει σε κάθε οικονομική δραστηριότητα. Η αβεβαιότητα μπορεί να συνδέεται είτε με το είδος της επιχείρησης (επιχειρηματική αβεβαιότητα) είτε με τη διοίκηση-λειτουργία της επιχείρησης (λειτουργική αβεβαιότητα) κ.λπ..

Το εμπόριο αποβλέπει στο κέρδος. H επιδίωξη του κέρδους χαρακτηρίζει το σύνολο των ενεργειών του εμπόρου. Η επιδίωξη και η διευκόλυνση του κέρδους είναι το κύριο και συνεκτικό στοιχείο της εμπορικής δραστηριότητας.

Το εμπόριο είναι συνυφασμένο με την αγορά. Ως αγορά νοείται ο χώρος όπου είναι δυνατόν να συναντηθεί η προσφορά με τη ζήτηση ενός προϊόντος και κατ’ επέκταση να λάβουν χώρα οι συναλλακτικές πράξεις. Κατά κανόνα, η αγορά προσδιορίζεται γεωγραφικά στο χώρο αλλά και στο χρόνο. Στη σημερινή εποχή, η αγορά μέσω του διαδικτύου καθίσταται ηλεκτρονική δηλαδή ένας ιδεατός χώρος συναλλαγών. Για την ύπαρξη της αγοράς, είναι απαραίτητη προϋπόθεση η λειτουργία της με βάση τις αρχές της ελεύθερης οικονομίας. Επειδή όμως συχνά παρατηρείται διατάραξη της αγοράς, το κράτος παρεμβαίνει με κανονιστικές ρυθμίσεις που αφορούν όλες τις παραμέτρους της αγοράς με σκοπό να εξυπηρετήσει το δημόσιο συμφέρον. Για την επίτευξη του στόχου αυτού, το κράτος δημιουργεί δημόσιους φορείς για την άσκηση διοικητικής εποπτείας στο εμπόριο.

1.2. Ιστορική εξέλιξη

Στις πρωτόγονες κοινωνίες υπήρχαν εμπορικές σχέσεις και σύμφωνα με ορισμένους συγγραφείς οι πρώτες εντοπίζονται στην περιοχή των Κυκλάδων, πριν από 5000 χρόνια. Οι πρώτες εμπορικές σχέσεις καθορίζονταν από τις συνήθειες, που ενδεχομένως εξελίχθηκαν σε εμπορικά έθιμα. Ως πρώτο γραπτό κείμενο που εμπεριέχει

Σελ. 3

κανόνες δικαίου σχετικά με το εμπόριο, αναφέρεται ο κώδικας Hammurabi, ο οποίος βασίλευσε στη Βαβυλώνα (1792-1750 π.Χ.). Ο κώδικας αυτός περιέχει διατάξεις που διέπουν τη μεταφορά στους πλωτούς ποταμούς, Τίγρη και Ευφράτη, τη σύμβαση έντοκου δανείου, την παρακαταθήκη, την παραγγελία, τη σύγκρουση πλοίων και τη θαλάσσια αρωγή κ.λπ..

Καθώς το εμπόριο αναπτύσσεται στο θαλάσσιο χώρο της Μεσογείου, λόγω και της εύκολης πρόσβασης μεταξύ των διαφόρων λαών, διαμορφώνονται τα πρώτα εμπορικά έθιμα που λαμβάνουν διεθνή διάσταση. Σ’ αυτή τη διαμόρφωση, οι Έλληνες είχαν μεγάλη συμβολή λόγω της έντονης εμπορικής δραστηριότητας που ανέπτυξαν σε όλο το μεσογειακό θαλάσσιο χώρο μέχρι τις ακτές της Μικράς Ασίας, του Εύξεινου Πόντου και της νοτιοδυτικής Ευρώπης. Χάρη στη δραστηριότητα αυτή, αναπτύχθηκαν σημαντικοί θεσμοί του εμπορίου, ιδίως του θαλάσσιου εμπορίου, που συνέβαλαν στη μελλοντική διαμόρφωση του εμπορικού δικαίου. Δεν βρέθηκαν όμως γραπτά κείμενα που να αποδεικνύουν τη δημιουργία συστηματικού εμπορικού δικαίου παρά μόνο εμπορικές διατάξεις σε κείμενα δικανικών ρητόρων όπως του Δημοσθένη, του Λυσία και άλλων.

Στη ρωμαϊκή εποχή, αν και αναπτύχθηκε το αστικό δίκαιο (Jus civile), το εμπορικό δίκαιο δεν είχε καμία άνθιση, ενδεχομένως επειδή το εμπόριο ασκείτο από τους ξένους, για τους οποίους ίσχυε γενικά το Jus gentium.

Ιδιαίτερη ανάπτυξη του δικαίου του εμπορίου παρατηρείται στη διάρκεια του Μεσαίωνα, ιδίως από τον 11ο αιώνα όταν το εμπόριο ανθεί σε πόλεις της Ιταλίας (Βενετία, Μιλάνο κ.ά.) και της Βορειοδυτικής Ευρώπης (Χανσεατική Ένωση - Κολωνία, Βρέμη, κ.ά.). Έτσι δημιουργείται η τάξη των εμπόρων, η οποία οργανώνεται σε κλειστές εμπορικές ενώσεις, σε συντεχνίες που αποκτούν μεγάλη πολιτική εξουσία. Οι ενώσεις αυτές προβαίνουν σε ρυθμίσεις των εμπορικών σχέσεων των μελών τους, τα λεγόμενα Statuta mercatorum. Μάλιστα οι ενώσεις ασκούσαν εξουσία στα μέλη τους μέσω των προξένων - Consules mercatorum. Τα Statuta mercatorum μαζί με τη νομολογία συνετέλεσαν στη διαμόρφωση του Jus mercatorum. Το Jus mercatorum ήταν εθιμικό και αυτόνομο δίκαιο που δημιουργήθηκε από την τάξη των εμπόρων χωρίς κρατική παρέμβαση. Μάλιστα απέκτησε οικουμενική διάσταση χάρη στις εμπορικές αγορές που γίνονταν σε διάφορες πόλεις κυρίως της Γαλλίας.

Σελ. 4

Στο τέλος όμως του Μεσαίωνα, η εμπορική τάξη έχασε την πολιτική της δύναμη και το δίκαιο του εμπορίου γίνεται κρατικό δίκαιο. Η εμπορική δικαιοδοσία ανήκει στα δικαστήρια του κράτους και όχι στα εμποροδικεία. Τώρα, το εμπόριο διέπεται από νόμους που θεσπίζει το κράτος και ισχύουν στα εδαφικά του όρια. Έτσι δημιουργούνται οι εθνικοί εμπορικοί κώδικες. Στην κωδικοποίηση του εμπορικού δικαίου συμβάλλουν δύο νομοθετήματα του Λουδοβίκου ΙΔ΄. Το πρώτο αναφέρεται στο χερσαίο εμπόριο και τιτλοφορείται Οrdonnance (Διάταγμα) «Sur le commerce» (1673) και το δεύτερο αναφέρεται στο θαλάσσιο εμπόριο με τίτλο Ordonnance «Touchant la marine» του 1681. Το δίκαιο των Ordonnances ίσχυσε μέχρι τη γαλλική επανάσταση, οπότε η κήρυξη της ελευθερίας του εμπορίου διέλυσε τις συντεχνιακές αντιλήψεις και το εμπορικό δίκαιο από δίκαιο των εμπόρων (υποκειμενικό σύστημα) γίνεται δίκαιο του εμπορίου (αντικειμενικό σύστημα).

Το έτος 1807 εκδίδεται ο Γαλλικός Εμπορικός Κώδικας (Code de commerce) με έναρξη ισχύος το έτος 1808. Ο Κώδικας αυτός, χάρη στη σαφήνεια των διατάξεών του και στις κατακτήσεις του Ναπολέοντα, διαδόθηκε σε πολλές χώρες και αποτέλεσε τη βάση της κωδικοποίησης του εμπορικού δικαίου σ’ όλο τον κόσμο. Περιείχε 648 άρθρα, κατανεμημένα σε τέσσερα βιβλία δηλαδή α) στο γενικό μέρος που περιλάμβανε διατάξεις περί εμπόρων, βιβλίων, εταιρειών κ.λπ., β) στο ναυτικό δίκαιο, γ) στο πτωχευτικό δίκαιο, δ) στην εμπορική δικαιοδοσία.

Με βάση το Γαλλικό Εμπορικό Κώδικα, συντάχθηκε ο Ιταλικός Εμπορικός Κώδικας για πρώτη φορά το έτος 1865 και για δεύτερη φορά το έτος 1882. Η αναθεώρηση όμως του κώδικα και η συγχώνευση της αστικής και εμπορικής νομοθεσίας στον αστικό κώδικα του 1942, σχετικά με τις εμπορικές σχέσεις, καθιέρωσε το σύστημα της οργανωμένης επιχείρησης και του επιχειρηματία, συνδυάζοντας το αντικειμενικό με το υποκειμενικό σύστημα.

Επίσης ο Γερμανικός Εμπορικός Κώδικας του 1861 επηρεάσθηκε από το Γαλλικό Εμπορικό Κώδικα. Ο Κώδικας όμως του 1897 απομακρύνθηκε από το γαλλικό πρότυπο και υιοθέτησε το υποκειμενικό σύστημα. Ο Κώδικας αυτός (1897) υπήρξε το πρότυπο για πολλούς κώδικες ευρωπαϊκών κρατών π.χ. Αυστρίας, Ελβετίας και κρατών της Λατινικής Αμερικής και της Ιαπωνίας.

Ο Γαλλικός Εμπορικός Κώδικας υιοθετήθηκε και από τους εμπόρους κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Μετά την επανάσταση του 1821 κυρώθηκε νομοθετικά από τις διάφορες εθνικές συνελεύσεις. Με Β.Δ. του 1835 (ΦΕΚ Α’15) «Περί του εμπορικού νόμου» και «περί της αρμοδιότητος των εμποροδικείων» (ΦΕΚ Α’16) καθιερώθηκε στην Ελλάδα, με επίσημη μετάφραση, ως το βασικό νομοθέτημα του δικαίου του εμπορίου.

Σελ. 5

1.3. Ελλάδα

Στην Ελλάδα, το δίκαιο του εμπορίου εδράζεται στο αστικό δίκαιο και μέσα από αυτό συνδέεται με όλο το δικαιϊκό σύστημα. Έτσι οι πηγές του διακρίνονται σε κύριες ή άμεσες και σε βοηθητικές ή έμμεσες. Οι άμεσες πηγές του είναι ο εμπορικός νόμος και το εμπορικό έθιμο. Οι έμμεσες πηγές είναι η εμπορική συνήθεια και οι γενικοί όροι των συναλλαγών.

Ως εμπορικός νόμος νοείται κάθε νόμος, τυπικός ή ουσιαστικός, που αναφέρεται στη διεξαγωγή του εμπορίου. Βέβαια, το Σύνταγμα του 1975/1986/2001/2008/2019 είναι ο υπέρτατος νόμος. Σ’ αυτό, προστατεύεται η οικονομική ελευθερία (άρθρο 5 παρ. 1), η οποία είναι απαραίτητη για την ανάληψη κάθε επαγγελματικής δραστηριότητας, και η ιδιοκτησία (άρθρο 17 παρ. 1). Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 106, παρ. 1, το κράτος, για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος, προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στη Χώρα, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας, με την παράλληλη προώθηση της περιφερειακής ανάπτυξης και την προαγωγή ιδίως της οικονομίας των ορεινών, νησιωτικών και παραμεθόριων περιοχών.

Βασικός εμπορικός νόμος είναι ο Εμπορικός Νόμος ή Εμπορικός Κώδικας του 1835 όπως αυτός μέχρι σήμερα τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε. Επίσης πληθώρα εμπορικών νόμων διαμορφώνουν την ελληνική εμπορική νομοθεσία, η οποία εμπλουτίζεται με διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας. Καθώς οι εμπορικές σχέσεις διακρίνονται για το διεθνή χαρακτήρα τους, οι διεθνείς εμπορικές συμβάσεις, μετά την κύρωσή τους και την ένταξή τους στο ελληνικό δικαιϊκό σύστημα, συνιστούν άμεση πηγή του εμπορικού δικαίου.

Το εμπορικό έθιμο, για να διαμορφωθεί, απαιτεί την πλήρωση των προϋποθέσεων του εθίμου. Δηλαδή απαιτείται η μακρά και ομοιόμορφη άσκηση ορισμένης συμπεριφοράς στις εμπορικές συναλλαγές, η οποία γίνεται με την πεποίθηση δικαίου. Μάλιστα τα εμπορικά και βιομηχανικά επιμελητήρια συγκεντρώνουν και καταγράφουν τα εμπορικά έθιμα σε ιδιαίτερο βιβλίο. Τα εμπορικά έθιμα διακρίνονται σε α) γενικά, που ισχύουν σε όλη την Ελλάδα, ή εφαρμόζονται σε όλους τους κλάδους του εμπορίου και της βιομηχανίας, β) ειδικά, που ισχύουν σε ορισμένο κλάδο του εμπορίου ή της βιομηχανίας, γ) τοπικά, που ισχύουν σε ορισμένη περιοχή του κράτους. Τα ειδικά και τοπικά έθιμα υπερισχύουν των γενικών εθίμων, σύμφωνα με την γενική αρχή της υπεροχής του ειδικού έναντι του γενικού.

Οι εμπορικές συνήθειες ή συναλλακτικά ήθη είναι διάφοροι συνηθισμένοι τρόποι ενέργειας στις εμπορικές συναλλαγές που ισχύουν σε ορισμένη περιοχή ή σε ορισμένο

Σελ. 6

επαγγελματικό κλάδο. Κάποιες φορές, ο νόμος μπορεί να παραπέμπει σ΄ αυτές, οπότε αποκτούν κανονιστικό χαρακτήρα, κανονιστική συνήθεια ή συνήθεια- κανόνας δικαίου. Αυτός που επικαλείται την εμπορική συνήθεια έχει την υποχρέωση να προβεί σε σχετική απόδειξη. Επίσης τα εμπορικά και βιομηχανικά επιμελητήρια συγκεντρώνουν και καταγράφουν τις εμπορικές συνήθειες σε σχετικό βιβλίο.

Οι γενικοί όροι των συναλλαγών είναι προκαθορισμένες ρήτρες που περιλαμβάνονται στις συμβάσεις τις οποίες θα συνάψουν οι ενδιαφερόμενοι με την επιχείρηση που τους θεσπίζει. Με τον τρόπο αυτό επιδιώκεται η απλοποίηση και η τυποποίηση των δικαιοπραξιών. Παράλληλα όμως αναιρείται η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, σύμφωνα με την οποία τα συμβαλλόμενα μέρη διαπραγματεύονται ελεύθερα. Στην πραγματικότητα πρόκειται για αναγκαστικές συμβάσεις, όπου ο οικονομικά ισχυρότερος επιβάλλει τη θέλησή του. Τέτοιοι γενικοί όροι υπάρχουν στα ασφαλιστήρια συμβόλαια, στις φορτωτικές κ.λπ..

Στη διαμόρφωση του εμπορικού δικαίου συμβάλλουν η πάγια νομολογία και η νομική επιστήμη, χωρίς όμως να ανήκουν στις πηγές του. Η πάγια νομολογία δηλαδή το σύνολο των δικαστικών αποφάσεων που καταλήγουν στην ίδια λύση για το ίδιο νομικό πρόβλημα, ιδιαίτερα στον πολυποίκιλο χώρο των εμπορικών συναλλαγών, συμβάλλει στην πλήρωση των κενών του νόμου που προκύπτουν από τις μεταβολές των οικονομικών συνθηκών. Η νομική επιστήμη, τόσο ως ερευνητική όσο και ως διδακτική δραστηριότητα, οδηγεί στη διάπλαση νέων αντιλήψεων που ενσωματώνονται στους κανόνες του εμπορικού δικαίου.

 

Σελ. 7

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΠΡΑΞΗ

2.1. Έννοια

Για τη διεξαγωγή του εμπορίου, απαραιτήτως διενεργούνται διάφορες ενέργειες, πράξεις, δραστηριότητες, οι οποίες είναι αναγκαίες για να κυκλοφορήσουν τα ποικίλα οικονομικά αγαθά, σε υλική ή άυλη μορφή, από το στάδιο της παραγωγής μέχρι το τελικό στάδιο της κατανάλωσης. Σκοπός αυτών των πράξεων είναι η επίτευξη κέρδους. Όλες όμως οι εμπορικές πράξεις δεν μπορούν να ενταχθούν σε ένα ενιαίο ορισμό καθώς η μεγάλη τους ποικιλία και διαφοροποίηση και η υπεροχή άλλοτε του ενός και άλλοτε του άλλου στοιχείου (κυκλοφορία, διαμεσολάβηση, κέρδος) καθιστούν αδύνατη την καθιέρωση ορισμού της εμπορικής πράξης, τουλάχιστον από το νομοθέτη. Έτσι, προέκυψαν διάφορες προσεγγίσεις του περιεχομένου της εμπορικής πράξης, η αντικειμενική προσέγγιση, η υποκειμενική προσέγγιση και η μικτή προσέγγιση.

Σύμφωνα με την αντικειμενική προσέγγιση, οι εμπορικές πράξεις καθορίζονται από το νόμο. Ο νόμος απαριθμεί αποκλειστικά ή ενδεικτικά εκείνες τις πράξεις που θεωρεί εμπορικές. Αυτές προσδίδουν την ιδιότητα του εμπόρου σε όποιον τις διενεργεί. Έτσι, το εμπορικό δίκαιο γίνεται το δίκαιο του εμπορίου.

Σύμφωνα με την υποκειμενική προσέγγιση, ως εμπορικές πράξεις χαρακτηρίζονται όσες πράξεις πραγματοποιούνται από τον έμπορο, δηλαδή το πρόσωπο που έχει νόμιμα, σύμφωνα με τη νομοθεσία, αποκτήσει την ιδιότητα του εμπόρου. Το εμπορικό δίκαιο γίνεται, με αυτό τον τρόπο, το δίκαιο των εμπόρων.

Η μικτή προσέγγιση της έννοιας της εμπορικής πράξης συνδυάζει την αντικειμενική με την υποκειμενική προσέγγιση. Δηλαδή σύμφωνα με αυτή, ως εμπορικές πράξεις χαρακτηρίζονται όσες καθορίζονται από το νόμο (αντικειμενικά) αλλά και όσες πραγματοποιούνται από τους εμπόρους (υποκειμενικά).

Το ελληνικό εμπορικό δίκαιο υιοθετεί τη μικτή προσέγγιση, διότι η διάταξη του ΒΔ του 1835 περί της αρμοδιότητος των εμποροδικείων απαριθμεί τις εμπορικές πράξεις (αντικειμενική προσέγγιση) και το άρθρο 1 του Εμπορικού Κώδικα ορίζει ότι έμποροι είναι όσοι διενεργούν εμπορικές πράξεις και κύριο επάγγελμα έχουν την εμπορία (υποκειμενική προσέγγιση).

Οι εμπορικές πράξεις που καθορίζονται από το νόμο χαρακτηρίζονται ως αντικειμενικές ή πρωτότυπες εμπορικές πράξεις. Οι πράξεις που προσλαμβάνουν εμπορικό χαρακτήρα χαρακτηρίζονται ως σχετικές ή παράγωγες εμπορικές πράξεις. Οι παράγωγες εμπορικές πράξεις προσλαμβάνουν το στοιχείο της εμπορικότητας είτε

Σελ. 8

επειδή διενεργούνται από έμπορο οπότε η πράξη είναι παράγωγη εξ υποκειμένου εμπορική, είτε επειδή εξαρτώνται από πρωτότυπη εμπορική πράξη, οπότε η πράξη είναι παράγωγη εξ αντικειμένου εμπορική. Στην παράγωγη εξ υποκειμένου εμπορική πράξη ισχύει το τεκμήριο εμπορικότητας δηλαδή ότι οι πράξεις που διενεργούνται από τον έμπορο γίνονται για χάρη της εμπορίας του. Το τεκμήριο της εμπορικότητας είναι μαχητό δηλαδή ο έμπορος, αν έχει συμφέρον, μπορεί να αποδείξει ότι η πράξη δεν έχει σχέση με την εμπορία του.

2.2. Εμπορικές πράξεις

Το Διάταγμα της 2/12 Μαΐου 1835 (ΦΕΚ Α΄ 16) «Περί της αρμοδιότητος των εμποροδικείων», στο άρθρο 2, χαρακτηρίζει ως εμπορικές πράξεις την αγορά προϊόντων γης ή τέχνης, κάθε επιχείρηση χειροτεχνίας, παραγγελίας ή μετακόμισης μέσω της γης ή ύδατος, κάθε επιχείρηση προμήθειας, πρακτορίας, πλειστηρίασης και δημοσίων θεαμάτων και όλες τις κολλυβιστικές, τραπεζικές και μεσιτικές εργασίες, όλες τις εργασίες των δημοσίων τραπεζών, όλες τις μεταξύ εμπόρων και τραπεζιτών υποχρεώσεις, τις συναλλαγματικές και τις αποστολές χρημάτων από τόπο σε τόπο.

Το Διάταγμα της 2/12 Μαΐου 1835 «Περί της αρμοδιότητος των εμποροδικείων», άρθρο 3, θεωρεί επίσης ως εμπορική πράξη κάθε επιχείρηση κατασκευής και κάθε αγορά, πώληση ή μεταπώληση πλοίων, χρήσιμων για την εντός ή εκτός του κράτους ναυτιλία, όλες τις θαλάσσιες αποστολές, την αγορά ή πώληση αρμένων, ξαρτιών και ζωοτροφών, τη ναύλωση, το ναυτικό δάνειο, καθώς και όλα τα συναλλάγματα που αφορούν ασφάλειες και όσα αφορούν στο ναυτικό εμπόριο, όλες τις συμφωνίες και συμβάσεις που αφορούν στη μίσθωση πληρώματος καθώς και στις μισθώσεις ναυτικών.

Ασφαλώς, σήμερα, διενεργούνται εμπορικές πράξεις που δεν περιλαμβάνονται στην απαρίθμηση των άρθρων 2 και 3 και προέκυψαν από την εξέλιξη των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών που διέπουν την εμπορική δραστηριότητα. Επίσης, με νεότερους νόμους καθορίζονται πρωτότυπες εμπορικές πράξεις (π.χ. χρηματιστηριακές συναλλαγές).

2.2.1. Χερσαίου χώρου

Οι εμπορικές πράξεις του χερσαίου χώρου είναι:

Σελ. 9

Η αγορά για μεταπώληση ή μίσθωση προϊόντων γης ή τέχνης. Από το νόμο χαρακτηρίζεται ως εμπορική πράξη η αγορά προϊόντων γης ή τέχνης δηλαδή κινητών πραγμάτων σε υλική ή άυλη μορφή, με σκοπό είτε τη μεταπώλησή τους, σε ακατέργαστη ή κατεργασμένη ή μεταποιημένη μορφή, είτε τη μίσθωσή τους.

Ως αγορά εννοείται η απόκτηση του προϊόντος γης ή τέχνης που γίνεται με σύμβαση και με επαχθή αιτία δηλαδή αποκλείεται η απόκτηση τους με κληρονομική διαδοχή ή με χαριστική αιτία π.χ. δωρεά. Επίσης δεν είναι εμπορική πράξη η αγορά ακινήτων, η οποία είναι αστική πράξη. Σκοπός της αγοράς αυτής πρέπει να είναι είτε η μεταπώληση των προϊόντων γης ή τέχνης, σε αυτούσια μορφή ή κατεργασμένη ή μεταποιημένη, είτε η μίσθωσή τους. Σύμφωνα με τη θεωρία, για να χαρακτηρισθεί η πράξη αυτή ως πρωτότυπη εμπορική, αρκεί να συντρέχει η πρόθεση για μεταπώληση ή μίσθωση κατά τη χρονική στιγμή της αγοράς.

Η επιχείρηση χειροτεχνίας. Στην περίπτωση αυτή, η εμπορική πράξη συνίσταται στην επεξεργασία ή μεταποίηση ξένης πρώτης ύλης με αμοιβή. Η μεταποίηση της ύλης μπορεί να γίνει με χειρονακτικό ή μηχανικό τρόπο. Στην έννοια της επεξεργασίας ή μεταποίησης περιλαμβάνονται και διάφορες εργασίες π.χ. καθαρισμός, συσκευασία κ.ά. που δεν επιφέρουν ουσιαστική μεταβολή της ύλης. Γενικά η έννοια της χειροτεχνίας είναι ευρεία και σ’ αυτή περιλαμβάνεται κάθε δυνατή παρέμβαση στη μορφή της ύλης, από την επιφανειακή π.χ. καθαρισμός, συσκευασία, μέχρι την ουσιαστική παρέμβαση π.χ. επισκευή κ.λπ..

Η επιχείρηση παραγγελίας. Με την επιχείρηση παραγγελίας, ο ένας από τους συμβαλλόμενους που καλείται παραγγελιοδόχος αναλαμβάνει να διενεργήσει στο όνομά του, με αμοιβή, εμπορική πράξη, αλλά για λογαριασμό άλλου που καλείται παραγγελέας. Η αμοιβή που καταβάλλεται καλείται προμήθεια. Ο παραγγελιοδόχος υποχρεώνεται να μεταβιβάσει τα αποκτηθέντα πράγματα στον παραγγελέα και αυτός αντίστοιχα να καταβάλλει την προμήθεια και κάθε δαπάνη που έγινε για την πραγματοποίηση της παραγγελίας.

Η επιχείρηση μετακόμισης. Στην έννοια της επιχείρησης μετακόμισης περιλαμβάνεται κάθε μεταφορά προσώπων ή πραγμάτων που γίνεται στην γη ή στο νερό, με αμοιβή που καλείται κόμιστρο. Ο νομοθέτης αναφέρεται στη γη, στην έννοια της οποίας, η θεωρία, λαμβάνοντας υπόψη τα επιτεύγματα της τεχνολογίας, περιλαμβάνει όχι μόνο την ξηρά αλλά και τον αέρα. Βέβαια η αεροπορική μεταφορά διέπεται από το αεροπορικό δίκαιο που είναι νεότερος κλάδος του εμπορικού δικαίου. Στην έννοια του νερού

Σελ. 10

περιλαμβάνονται τα εγχώρια ύδατα δηλαδή οι λίμνες και οι ποταμοί. Αποκλείεται η θαλάσσια μεταφορά καθώς αυτή διέπεται από το ναυτικό δίκαιο που είναι ιδιαίτερος κλάδος του εμπορικού δικαίου.

Η επιχείρηση προμήθειας. Η επιχείρηση προμήθειας είναι η εμπορική πράξη, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους (προμηθευτής), αν και δεν έχει στην κατοχή του, αναλαμβάνει την υποχρέωση να προμηθεύσει το άλλο μέρος (προμηθευόμενος) με κινητά πράγματα, σε υλική ή άυλη μορφή. Ο προμηθευτής σκοπεύει να αποκτήσει τα πράγματα αυτά μεταγενέστερα και αυτό είναι σε γνώση του προμηθευόμενου. Για την πράξη αυτή καταβάλλεται αμοιβή που καλείται προμήθεια. Η επιχείρηση προμήθειας είναι είτε σύμβαση εφάπαξ παροχής προϊόντος, είτε διαρκής σύμβαση παροχής προϊόντος π.χ. ηλεκτρικού ρεύματος, είτε σύμβαση διαδοχικής παροχής π.χ. εναλλασσόμενες κρατήσεις σε ξενοδοχείο από τουριστικό γραφείο.

Η επιχείρηση πρακτορείας. Με την επιχείρηση πρακτορείας, ο πράκτορας αναλαμβάνει με αμοιβή την υποχρέωση παροχής υπηρεσιών σε τρίτους. Η επιχείρηση πρακτορείας περιλαμβάνει ένα ευρύ κύκλο ενεργειών και πράξεων. Σε πολλές περιπτώσεις ο νομοθέτης θέσπισε ιδιαίτερες διατάξεις όπως π.χ. για τα ταξιδιωτικά γραφεία κ.λπ.. Το χαρακτηριστικό γνώρισμα της επιχείρησης πρακτορείας είναι το γεγονός ότι ο πράκτορας αναλαμβάνει την υποχρέωση να επιμεληθεί ιδιωτικές υποθέσεις τρίτων προσώπων. Στην επιχείρηση πρακτορείας, η πράξη γίνεται στο όνομα του τρίτου δηλ. του πρακτορευόμενου, ενώ στην επιχείρηση παραγγελίας η πράξη γίνεται στο όνομα του παραγγελιοδόχου για λογαριασμό τρίτου.

Η επιχείρηση πλειστηρίασης. Η επιχείρηση πλειστηρίασης έχει ως αντικείμενο την οργάνωση διαγωνισμού πώλησης ή αγοράς ξένων κινητών πραγμάτων. Δηλαδή αυτός που πραγματοποιεί τον πλειστηριασμό πωλεί αντικείμενα που ανήκουν σε τρίτους μέσω πλειοδοτικού διαγωνισμού. Σ’ αυτόν καταβάλλεται αμοιβή, η οποία συνήθως συνίσταται σε ποσοστό επί της τιμής των αντικειμένων που πωλήθηκαν. Χάρη στην επιχείρηση πλειστηρίασης, αυτός που επιχειρεί τον πλειστηριασμό παρέχει στον πελάτη του τη δυνατότητα πρόσβασης σε μεγαλύτερη αγορά με σκοπό τη μεγιστοποίηση του οφέλους του. Η επιχείρηση πλειστηρίασης είναι εμπορική πράξη και δεν έχει σχέση με τον αναγκαστικό δημόσιο πλειστηριασμό, που διενεργείται από συμβολαιογράφο στο πλαίσιο της Πολιτικής Δικονομίας.

Σελ. 11

Η επιχείρηση δημοσίων θεαμάτων. Ως επιχείρηση δημοσίων θεαμάτων νοείται η διοργάνωση εκδηλώσεων με σκοπό την ψυχαγωγία ή την επιμόρφωση του κοινού, με την καταβολή ανταλλάγματος. Βασικό στοιχείο της επιχείρησης δημοσίων θεαμάτων είναι η διαμεσολάβηση ανάμεσα στο δημιουργό του θεάματος και στο κοινό, με σκοπό την επιδίωξη του κέρδους. Επίσης απαραίτητο στοιχείο για την εμπορικότητα της επιχείρησης είναι η δημοσιότητα του θεάματος, δηλαδή το θέαμα να απευθύνεται στο ευρύ κοινό. Έτσι δεν θεωρείται επιχείρηση δημοσίων θεαμάτων η διοργάνωση ιδιωτικών θεαμάτων π.χ. για τα μέλη μιας λέσχης, μια σχολική παράσταση κ.λπ.. Η επιχείρηση δημοσίων θεαμάτων περικλείει ένα ευρύ κύκλο θεαμάτων όπως προβολή κινηματογραφικών ταινιών, θεατρικές παραστάσεις, συναυλίες, εκθέσεις, αθλητικούς αγώνες κ.ά.

Οι κολλυβιστικές εργασίες. Ως κολλυβιστικές εργασίες χαρακτηρίζονται οι εργασίες που έχουν ως αντικείμενο την ανταλλαγή νομισμάτων έναντι αμοιβής και γενικότερα αφορούν στην αγοραπωλησία συναλλάγματος.

Οι τραπεζικές εργασίες. Οι τραπεζικές εργασίες περιλαμβάνουν όλες τις εργασίες που διενεργούνται από τις τράπεζες και συνίστανται στην παροχή πίστης από τις τράπεζες στο κοινό (π.χ. δάνεια), και από το κοινό στις τράπεζες (π.χ. καταθέσεις χρημάτων) και στην παροχή διαφόρων υπηρεσιών που διευκολύνουν την πελατεία τους (π.χ. έκδοση επιταγών).

Οι μεσιτικές εργασίες. Μεσίτης αστικών συμβάσεων είναι το φυσικό πρόσωπο ή η εμπορική εταιρεία κάθε είδους που μεσολαβεί για τη σύναψη των συμβάσεων πώλησης, ανταλλαγής, μίσθωσης ακινήτων, παραχώρησης ακινήτων για οικοδόμηση με αντιπαροχή ή που υποδεικνύει ευκαιρία για τη σύναψη τέτοιων συμβάσεων, μέσα στο πλαίσιο του αστικού δικαίου.

Οι συναλλαγματικές. Ο νόμος θεωρεί τις συναλλαγματικές ως εμπορικές πράξεις. Καθώς δεν εξετάζει την εμπορικότητα, δίνει έμφαση στη μορφή και όχι στην ουσία. Κάθε πράξη στη συναλλαγματική είναι εμπορική, ακόμη και αν η σχέση που έδωσε αφορμή στην έκδοση ή την οπισθογράφησή της δεν είναι εμπορική

Οι αποστολές χρημάτων από τόπο σε τόπο. Η αποστολή χρημάτων από τόπο σε τόπο δηλαδή η διατόπια αποστολή χρημάτων είναι εμπορική πράξη. Στην ηλεκτρονική εποχή, η διατόπια αποστολή χρημάτων εκλαμβάνεται ως η ανάληψη χρημάτων σε τόπο διαφορετικό από τον τόπο κατάθεσής του.

Σελ. 12

2.2.2. Θαλάσσιου χώρου

Οι εμπορικές πράξεις του θαλάσσιου χώρου είναι:

Η επιχείρηση κατασκευής πλοίων. Η κατασκευή πλοίου, δηλαδή η ναυπήγηση πλωτού κατασκευάσματος που είναι χρήσιμο στη διεξαγωγή της ναυτιλίας, θεωρείται εμπορική πράξη.

Η αγορά, πώληση ή μεταπώληση πλοίων. Η αγορά πλοίου, όπως και η πώληση ή μεταπώλησή του, με σκοπό την χρησιμότητά του στη ναυτιλία θεωρείται εμπορική πράξη.

Οι θαλάσσιες αποστολές. Οι θαλάσσιες αποστολές, με την ευρύτητα που περικλείει ο όρος, θεωρούνται εμπορικές πράξεις. Είναι προφανές ότι αποκλείονται οι πολεμικές θαλάσσιες επιχειρήσεις.

Η αγορά ή πώληση αρμένων, ξαρτιών και ζωοτροφών. Κάθε πράξη που αναφέρεται στην αγορά πραγμάτων όπως άρμενα, ξάρτια ή ζωοτροφές, που είναι αναγκαία για τη λειτουργία του πλοίου θεωρείται εμπορική πράξη. Επίσης εμπορική πράξη θεωρείται και η πώληση αυτών.

Η ναύλωση. Η παραχώρηση του πλοίου, μερικά ή ολικά, για μεταφορά πραγμάτων ή προσώπων με αντάλλαγμα θεωρείται εμπορική πράξη.

Το ναυτικό δάνειο. Κάθε δάνειο που συνδέεται με τη διεξαγωγή της ναυτιλίας, δηλαδή της θαλάσσιας εμπορίας, θεωρείται εμπορική πράξη.

Τα συναλλάγματα που αφορούν ασφάλειες. Κάθε πράξη που αναφέρεται στην ασφάλιση του πλοίου, του φορτίου, των επιβατών, του ναύλου κατά των κινδύνων που ελλοχεύουν στο θαλάσσιο χώρο θεωρείται εμπορική πράξη.

Το ναυτικό εμπόριο. Κάθε πράξη που αναφέρεται γενικά στη διεξαγωγή του ναυτικού εμπορίου δηλαδή του εμπορίου που διεξάγεται στο θαλάσσιο χώρο χαρακτηρίζεται ως εμπορική πράξη. Προφανώς πρόκειται για ένα γενικό όρο.

Οι συμφωνίες και συμβάσεις που αφορούν στη μίσθωση πληρώματος καθώς και στις μισθώσεις ναυτικών για την υπηρεσία εμπορικών πλοίων. Κάθε συμφωνία που αναφέρεται στην πρόσληψη προσωπικού για παροχή υπηρεσίας στο πλοίο κατά την πραγματοποίηση του πλου χαρακτηρίζεται ως εμπορική πράξη.

 

Σελ. 13

2.2.3. Εναέριου χώρου

Οι πράξεις του εναέριου εμπορίου είναι εμπορικές κατά αναλογική εφαρμογή του άρθρου 3. Δηλαδή είναι εμπορικές οι πράξεις που αφορούν στην κατασκευή αεροσκάφους, στην αγορά και μεταβίβαση αεροσκάφους, στην αεροπορική μεταφορά, στη ναύλωση αεροσκάφους και γενικότερα στο εναέριο εμπόριο. Επίσης, για τα θέματα αυτά, από το έτος 1988 ισχύει ο Κώδικας Αεροπορικού Δικαίου (Ν 1815/1988, ΦΕΚ Α΄ 250). Οι εμπορικές πράξεις του εναέριου χώρου είναι:

Η επιχείρηση κατασκευής αεροσκαφών. Η κατασκευή αεροσκάφους που είναι χρήσιμο στη διεξαγωγή του αεροναυτιλίας, θεωρείται εμπορική πράξη.

Η αγορά, πώληση ή μεταπώληση αεροσκάφους. Η αγορά αεροσκάφους, όπως και η πώληση ή μεταπώλησή του, με σκοπό την χρησιμότητά του στην αεροναυτιλία θεωρείται εμπορική πράξη.

Οι εναέριες αποστολές. Οι εναέριες αποστολές, με την ευρύτητα που περικλείει ο όρος, θεωρούνται εμπορικές πράξεις. Προφανώς αποκλείονται οι πολεμικές εναέριες επιχειρήσεις.

Η αγορά ή πώληση εξαρτημάτων που είναι αναγκαία για την κίνηση και λειτουργία του αεροσκάφους. Κάθε πράξη που αναφέρεται στην αγορά πραγμάτων που είναι αναγκαία για τη λειτουργία του αεροσκάφους θεωρείται εμπορική πράξη. Επίσης εμπορική πράξη θεωρείται και η πώληση αυτών.

Η ναύλωση. Η παραχώρηση του αεροσκάφους, μερικά ή ολικά, για μεταφορά πραγμάτων ή προσώπων, με αντάλλαγμα, θεωρείται εμπορική πράξη.

Το αεροπορικό δάνειο. Κάθε δάνειο που συνδέεται με τη διεξαγωγή της της εναέριας μεταφοράς, θεωρείται εμπορική πράξη.

Τα συναλλάγματα που αφορούν ασφάλειες. Κάθε πράξη που αναφέρεται στην ασφάλιση του αεροσκάφους, του φορτίου, των επιβατών, του ναύλου κατά των κινδύνων που ελλοχεύουν στον εναέριο χώρο, θεωρείται εμπορική πράξη.

Το εναέριο εμπόριο. Κάθε πράξη που αναφέρεται γενικά στη διεξαγωγή του εναέριου εμπορίου δηλαδή του εμπορίου που διεξάγεται στο εναέριο χώρο χαρακτηρίζεται ως εμπορική πράξη. Πρόκειται προφανώς για ένα γενικό όρο.

Οι συμφωνίες και συμβάσεις που αφορούν στη μίσθωση πληρώματος καθώς και στη μίσθωση κυβερνήτη για αεροσκάφος. Κάθε συμφωνία που αναφέρεται στην

Σελ. 14

πρόσληψη προσωπικού για παροχή υπηρεσίας στο αεροσκάφος κατά την πραγματοποίηση του ταξιδιού χαρακτηρίζεται ως εμπορική πράξη.

2.3. Συνέπειες

Ο χαρακτηρισμός μιας πράξης ως εμπορικής επιφέρει ουσιαστικές, δικονομικές, φορολογικές και ποινικές συνέπειες.

Ουσιαστικές συνέπειες. Εφαρμόζεται η εμπορική νομοθεσία. Όποιος ενεργεί κατά σύνηθες επάγγελμα πρωτότυπα εμπορική πράξη αποκτά την εμπορική ιδιότητα. Οι παραγραφές που προβλέπονται από το εμπορικό δίκαιο είναι συντομότερες από αυτές που προβλέπονται από το αστικό δίκαιο.

Δικονομικές συνέπειες. Στις εμπορικές συναλλαγές επιτρέπεται η απόδειξη με μάρτυρες (άρθρα 393 και 394, παρ. 1, εδ.δ ΚΠολΔ). Σε ορισμένες εμπορικές διαφορές όπως είναι οι διαφορές από συναλλαγματικές, γραμμάτια σε διαταγή, επιταγές, ανώνυμες ομολογίες και τοκομερίδια ομολογιακών δανείων, αποθετήρια, ενεχυρόγραφα κ.λπ.. ορίζεται ειδική και σύντομη διαδικασία για την έκδοση διαταγής πληρωμής (άρθρα 635 - 646 ΚΠολΔ). Το δικαστήριο μπορεί σε ορισμένες εμπορικές διαφορές να κηρύξει προσωρινά εκτελεστή την απόφαση (908 παρ. 1 περ. στ. ΚΠολΔ). Επίσης, προβλέπεται ο θεσμός της μόνιμης Διαιτησίας στα Επιμελητήρια (εμπορική διαιτησία) για την επίλυση των διαφορών που προκύπτουν από εμπορικές πράξεις (εμπορικές διαφορές), σύμφωνα με το άρθρο 902 ΚΠολΔ.

Φορολογικές συνέπειες. Οι εμπορικές πράξεις συνήθως τυγχάνουν ευνοϊκότερης φορολογικής μεταχείρισης από τις αστικές πράξεις. Ο νομοθέτης επιφυλάσσει συχνά ειδική φορολογική μεταχείριση στην εμπορική δραστηριότητα.

Ποινικές συνέπειες. Σε ορισμένες περιπτώσεις (π.χ. αθέμιτος ανταγωνισμός, τήρηση εμπορικών βιβλίων κ.λπ.) η παράβαση των σχετικών διατάξεων συνιστά ποινικό αδίκημα.

2.4. Εμπορική ιδιότητα

Η νομική έννοια του εμπόρου, σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία, δεν απορρέει από μια μόνο πηγή. Προσδιορίζεται με βάση δύο κριτήρια ή όπως αναφέρεται στη θεωρία, με δύο συστήματα, το ουσιαστικό και το τυπικό. Σύμφωνα με το ουσιαστικό σύστημα, έμπορος είναι αυτός που πληροί τις ουσιαστικές προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος. Έτσι, ο Εμπορικός Νόμος, στο άρθρο 1, ορίζει ότι έμπορος είναι αυτός που

Σελ. 15

διενεργεί εμπορικές πράξεις και ασκεί την εμπορία ως σύνηθες επάγγελμα. Δηλαδή, ο νόμος απαιτεί να συντρέξουν δύο ουσιαστικές προϋποθέσεις για την απόκτηση της εμπορικής ιδιότητας, α) η ενέργεια εμπορικών πράξεων, και β) η άσκηση της εμπορίας για βιοποριστικούς λόγους (επάγγελμα). Μάλιστα, αυτή η άσκηση της εμπορίας πρέπει να γίνεται κατά συστηματικό τρόπο (σύνηθες επάγγελμα) και όχι τυχαία.

Σύμφωνα με το τυπικό σύστημα, έμπορος είναι αυτός ο οποίος ανεξάρτητα από τη φύση των πράξεων που ενεργεί, χαρακτηρίζεται ως έμπορος από ειδικό νόμο, όταν πληροί τις τυπικές προϋποθέσεις που θέτει. π.χ. ανώνυμη εταιρεία είναι εμπορική όταν τηρηθούν οι προϋποθέσεις του αντίστοιχου περί Α.Ε. νόμου, έστω και αν σκοπός της δεν είναι εμπορικός.

Για την απόκτηση της εμπορικής ιδιότητας, τα φυσικά πρόσωπα πρέπει να έχουν πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα, σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Δικαίου. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η εμπορική νομοθεσία (π.χ. πτωχευτικό δίκαιο) δεν αναγνωρίζει την ικανότητα για απόκτηση εμπορικής ιδιότητας (εμπορική ικανότητα) έστω και αν συντρέχει πλήρης δικαιοπρακτική ικανότητα (αστική ικανότητα) π.χ. αυτός που κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης.

Αν και η άσκηση εμπορίας είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη, καθώς σύμφωνα με το άρθρο 5 του Συντάγματος «Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, oικoνoμική και πολιτική ζωή της χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη», υπάρχουν περιορισμοί, απαγορεύσεις και ασυμβίβαστα για την απόκτηση της εμπορικής ιδιότητας, κυρίως για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Έτσι, σε ορισμένες περιπτώσεις, είτε απαιτείται ο εφοδιασμός με ειδική διοικητική άδεια π.χ. άδεια ταξιδιωτικού γραφείου, είτε λειτουργεί το ασυμβίβαστο δηλαδή κάποιοι δεν μπορούν να ασκούν την εμπορία π.χ. οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι στρατιωτικοί, κ.λπ..

Η απώλεια της εμπορικής ιδιότητας στα φυσικά πρόσωπα επέρχεται με το θάνατο του εμπόρου. Επίσης, η απώλεια επέρχεται και όταν ο έμπορος σταματήσει να ασκεί εμπορικές πράξεις κατά σύνηθες επάγγελμα ή όταν τεθεί σε κατάσταση δικαστικής συμπαράστασης ή όταν κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης. Η απώλεια της εμπορικής ιδιότητας στα νομικά πρόσωπα επέρχεται με την ολοκλήρωση της διαδικασίας της εκκαθάρισής τους.

 

Σελ. 16

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

ΜΕΣΙΤΗΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ

3.1. Έννοια

Στο μεσίτη ακινήτων αναφέρεται ο Ν 4072/2012 (ΦΕΚ Α΄86) και ειδικότερα τα άρθρα από 197 μέχρι 204. Συμπληρωματικά, για τα θέματα που δεν ρυθμίζονται από τον νόμο αυτό, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 703-707 του Αστικού Κώδικα περί μεσιτείας.

Σύμφωνα με το νόμο, μεσίτης ακινήτων είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παρέχει υπηρεσίες μεσιτείας επί ακινήτων. Ως υπηρεσία μεσιτείας θεωρείται η υπόδειξη ευκαιριών ή η μεσολάβηση για τη σύναψη συμβάσεων σχετικά με ακίνητα και ιδίως συμβάσεων πώλησης, ανταλλαγής, μίσθωσης, χρηματοδοτικής μίσθωσης, σύστασης δουλείας ή αντιπαροχής ακινήτων. Στην περίπτωση που οι υπηρεσίες μεσιτείας ακινήτων παρέχονται από νομικό πρόσωπο, απαιτείται σωρευτικά α) η παροχή υπηρεσιών μεσιτείας να προβλέπεται στον καταστατικό σκοπό του νομικού προσώπου και β) οι προϋποθέσεις άσκησης του επαγγέλματος του μεσίτη ακινήτων να συντρέχουν σε ένα τουλάχιστον από τα φυσικά πρόσωπα που εκπροσωπούν νόμιμα το νομικό πρόσωπο. Οι προϋποθέσεις αυτές πρέπει να συντρέχουν και στο πρόσωπο του υπευθύνου του κλάδου μεσιτείας κάθε υποκαταστήματος του νομικού προσώπου.

3.2. Προϋποθέσεις άσκησης του επαγγέλματος

Για την άσκηση του επαγγέλματος του μεσίτη ακινήτων απαιτείται η συνδρομή των ακόλουθων προϋποθέσεων στο ενδιαφερόμενο φυσικό πρόσωπο:

α) Η ελληνική υπηκοότητα ή υπηκοότητα κράτους-μέλους της ευρωπαϊκής ένωσης ή κράτους-μέλους του ευρωπαϊκού οικονομικού χώρου (Ε.Ο.Χ.) που αποδεικνύεται με αντίστοιχο έγγραφο π.χ. ταυτότητα ή διαβατήριο ή άδεια διαμονής και εργασίας στην Ελλάδα για πολίτη τρίτης χώρας.

β) Η μη καταδίκη για κακούργημα ή για πλημμέλημα για τα αδικήματα κλοπής, υπεξαίρεσης, απάτης, υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, πλαστογραφίας ή κατάχρησης ενσήμων, απιστίας, ψευδορκίας, δόλιας χρεοκοπίας, καταδολίευσης δανειστών, τοκογλυφίας, έκδοσης ακάλυπτης επιταγής ή για κάποιο από τα εγκλήματα περί το νόμισμα.

Σελ. 17

γ) Η μη υποβολή σε ολική ή μερική, στερητική ή επικουρική δικαστική συμπαράσταση, που αποδεικνύεται με πιστοποιητικό της αρμόδιας δικαστικής αρχής.

δ) Η κατοχή απολυτηρίου Λυκείου ή ισότιμου σχολείου της αλλοδαπής.

Τα παραπάνω έγγραφα και πιστοποιητικά υποβάλλονται από τον ενδιαφερόμενο στο αρμόδιο επιμελητήριο, το οποίο, ύστερα από έλεγχο πληρότητάς τους, προβαίνει στην εγγραφή στο μητρώο του Επιμελητηρίου και στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο. Οι προϋποθέσεις πρέπει να πληρούνται σε μόνιμη βάση και να ελέγχονται από το αρμόδιο επιμελητήριο. Για το σκοπό αυτό, οι μεσίτες ακινήτων υποχρεούνται να ενημερώνουν το αρμόδιο επιμελητήριο, μέσα σε ένα μήνα από την παύση συνδρομής των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την εγγραφή τους. Σε περίπτωση που εκλείψει έστω και μία από τις προϋποθέσεις αυτές, ο μεσίτης διαγράφεται από το Γ.Ε.ΜΗ. και το μητρώο του επιμελητηρίου.

Η άσκηση του επαγγέλματος του μεσίτη και η εγγραφή στο Γ.Ε.ΜΗ. απαγορεύεται σε όσους μεσίτες ακινήτων έχει επιβληθεί η πειθαρχική ποινή της οριστικής στέρησης του δικαιώματος άσκησης του επαγγέλματος ή της προσωρινής στέρησης, για όσο ισχύει αυτή, ή η παρεπόμενη ποινή της απαγόρευσης άσκησης του επαγγέλματος του μεσίτη, για όσο χρόνο ισχύει αυτή.

Για μεσίτη ακινήτων, αναγνωρισμένο από κράτος μέλος της ευρωπαϊκής ένωσης ή κράτος μέλος του Ε.Ο.Χ. και εγκατεστημένο σε αυτό, ο οποίος επιθυμεί να εγκατασταθεί στην Ελλάδα, μέσω ίδρυσης υποκαταστήματος, γραφείου ή άλλης εγκατάστασης, απαιτείται βεβαίωση εγγραφής του σε μητρώο ή άλλη αρμόδια αρχή ή επαγγελματική οργάνωση, σύμφωνα με τη νομοθεσία της χώρας εγκατάστασής του. Ο μεσίτης αυτός φέρει τον τίτλο που του αποδίδεται στη χώρα της κύριας εγκατάστασής του.

Οι μεσίτες που είναι αναγνωρισμένοι από κράτος-μέλος της ευρωπαϊκής ένωσης ή κράτος-μέλος του Ε.Ο.Χ. και είναι εγκατεστημένοι σε αυτό, οι οποίοι εκτελούν στο πλαίσιο της διασυνοριακής παροχής υπηρεσιών περιστασιακά μεσιτικές πράξεις στην Ελλάδα, δεν έχουν υποχρέωση εγγραφής στο Γ.Ε.ΜΗ., εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις του κράτους προέλευσης για την άσκηση μεσιτικών πράξεων.

3.3. Η σύμβαση μεσιτείας

Για την παροχή υπηρεσιών μεσιτείας ακινήτων συνάπτεται η σύμβαση μεσιτείας, η οποία καταρτίζεται με έγγραφο. Για την πλήρωση της απαίτησης του έγγραφου τύπου, αρκεί η ανταλλαγή ενυπόγραφων επιστολών ή ενυπόγραφων τηλεομοιοτυπιών ή μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.

Σελ. 18

Στη σύμβαση πρέπει να περιλαμβάνονται τα στοιχεία των συμβαλλόμενων μερών, ο αριθμός φορολογικού τους μητρώου, καθώς και ο αριθμός Γ.Ε.ΜΗ. του μεσίτη. Σε περίπτωση διασυνοριακής παροχής μεσιτικών υπηρεσιών, αναγράφεται το μητρώο και η αρμόδια αρχή ή οργάνωση, στην οποία είναι εγγεγραμμένος ο μεσίτης, σύμφωνα με τη νομοθεσία της χώρας εγκατάστασής του. Επίσης στη σύμβαση πρέπει να καθορίζεται η ταυτότητα του αντικειμένου της μεσολάβησης ή υπόδειξης ευκαιρίας, το είδος της κύριας σύμβασης που πρόκειται να συναφθεί, καθώς και το ποσό ή ποσοστό της μεσιτικής αμοιβής, η οποία είναι ελεύθερα διαπραγματεύσιμη και δεν υπόκειται σε κατώτατα νόμιμα όρια.

Η διάρκεια της σύμβασης μεσιτείας είναι δωδεκάμηνη, με δικαίωμα παράτασης για 6 ακόμη μήνες, ύστερα από μονομερή έγγραφη δήλωση του εντολέα, εκτός αν έχει ορισθεί διαφορετικά. Μετά τη λήξη της μπορεί να συναφθεί νέα σύμβαση μεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων. Στην περίπτωση που η διάρκεια της σύμβασης είναι μεγαλύτερη, οποιοσδήποτε από τους συμβαλλόμενους έχει το δικαίωμα καταγγελίας αζημίως μετά την παρέλευση του δωδεκαμήνου. Τα αποτελέσματα της καταγγελίας επέρχονται μετά την πάροδο τριών μηνών.

Είναι δυνατή η σύναψη σύμβασης αποκλειστικής μεσιτείας, στο πλαίσιο της οποίας ο εντολέας δεν έχει το δικαίωμα να αναθέσει εντολή με το ίδιο περιεχόμενο σε άλλο μεσίτη ούτε και να δραστηριοποιηθεί ο ίδιος ή τρίτος για λογαριασμό του για την αναζήτηση ευκαιρίας για όσο χρόνο ισχύει η σύμβαση. Ο μεσίτης έχει την υποχρέωση να δραστηριοποιηθεί για την εκτέλεση της εντολής. Εξαιρέσεις από τη μη δραστηριοποίηση τρίτων για λογαριασμό του εντολέα είναι δυνατές μόνο αν αφορούν φυσικά ή νομικά πρόσωπα που κατονομάζονται ρητά στη σύμβαση. Η διάρκεια της σύμβασης αποκλειστικής μεσιτείας δεν μπορεί υπερβαίνει τους 8 μήνες, με δικαίωμα παράτασης για 4 ακόμα μήνες, ύστερα από μονομερή έγγραφη δήλωση του εντολέα. Μετά από τη λήξη της υπάρχει δυνατότητα σύναψης νέας σύμβασης. Αν η κύρια σύμβαση καταρτίστηκε κατά τη διάρκεια της αποκλειστικής μεσιτείας, τεκμαίρεται ότι καταρτίστηκε με την υπόδειξη ή μεσολάβηση του αποκλειστικού μεσίτη, εκτός εάν η κατάρτιση της κύριας σύμβασης έγινε με κάποιο από τα ρητά αναφερόμενα στη σύμβαση αποκλειστικής μεσιτείας πρόσωπα, για τα οποία συμφωνήθηκε ότι είναι δυνατή η προσωπική δραστηριοποίηση του εντολέα. Στην περίπτωση αυτή, ο μεσίτης έχει αξίωση για αποκατάσταση όλων των δαπανών, στις οποίες υποβλήθηκε για την προώθηση του ακινήτου, πλέον μιας εύλογης αποζημίωσης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει το 1/3 της συμφωνηθείσας αμοιβής, χωρίς το συνολικό ποσό να είναι μεγαλύτερο από το ήμισυ της συμφωνηθείσας αμοιβής. Στη περίπτωση που η κύρια σύμβαση καταρτίστηκε μέσα στο τρίμηνο από τη λήξη του χρόνου της αποκλειστικής μεσιτείας και στο μεταξύ ο εντολέας έχει δώσει εντολή σε άλλο μεσίτη, τότε αμοιβή

Σελ. 19

στον (πρώτο) αποκλειστικό μεσίτη οφείλεται μόνο αν αποδειχθεί ότι η κατάρτιση της σύμβασης οφείλεται σε δικές του ενέργειες.

Ο μεσίτης ακινήτων έχει το δικαίωμα να αξιώσει τη συμφωνηθείσα αμοιβή κατά την κατάρτιση της κύριας σύμβασης, εφόσον έχει ο ίδιος μεσολαβήσει στη σύναψή της ή έχει υποδείξει την ευκαιρία σύναψής της ανεξάρτητα από το είδος της κύριας σύμβασης που καταρτίστηκε τελικά για το ακίνητο.

Στην περίπτωση που περισσότεροι μεσίτες, σε συνεργασία μεταξύ τους υπέδειξαν ή μεσολάβησαν, τότε αμοιβή οφείλεται μόνο μία φορά, η οποία καταβάλλεται από τον εντολέα σε έναν από αυτούς, κατά του οποίου και μόνο έχουν δικαίωμα να στραφούν οι υπόλοιποι. Σε περίπτωση έλλειψης συμφωνίας μεταξύ τους, η αμοιβή κατανέμεται μεταξύ των μεσιτών κατά το ποσοστό συμβολής του καθενός στην κατάρτιση της σύμβασης. Αν περισσότεροι μεσίτες, προς τους οποίους ο εντολέας παρέσχε διαδοχικά διαφορετικές εντολές, υπέδειξαν διαδοχικά την ίδια ευκαιρία, δικαιούται να αξιώσει αμοιβή μόνο αυτός ο οποίος υπέδειξε πρώτος την ευκαιρία. Αν δεν μπορεί να αποδειχτεί το ποσοστό συμβολής κάθε μεσίτη στην κατάρτιση της σύμβασης, τότε κατανέμεται μεταξύ των μεσιτών κατά ίσα μέρη η μεγαλύτερη από τις αμοιβές που συμφώνησε ο εντολέας με τις διαφορετικές εντολές του.

Στην περίπτωση μεσιτείας για ανοικοδόμηση ακινήτου με αντιπαροχή, ο μεσίτης δικαιούται να αξιώσει πλήρη αμοιβή με την κατάρτιση του εργολαβικού προσυμφώνου, εκτός αν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά.

Αν συναφθεί για το ίδιο ακίνητο διαφορετική σύμβαση από την προβλεπόμενη στη σύμβαση μεσιτείας, η σύμβαση που τελικά συνάφθηκε τεκμαίρεται ως αποτέλεσμα της διαμεσολάβησης του μεσίτη.

Στη σύμβαση μεσιτείας πρέπει να αναγράφεται ρητά αν ο μεσίτης μπορεί να ενεργήσει και για τον αντισυμβαλλόμενο του εντολέα του. Αν, παρά την έλλειψη της πιο πάνω συμφωνίας, ο μεσίτης συμβληθεί και με το άλλο μέρος, ο εντολέας δικαιούται να αρνηθεί την καταβολή της συμφωνηθείσας αμοιβής ή να αξιώσει την επιστροφή της αμοιβής που ήδη καταβλήθηκε.

Σε κάθε αμφοτεροβαρή σύμβαση επί ακινήτου, η οποία καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, ενσωματώνεται στο περιεχόμενο η υπεύθυνη δήλωση των συμβαλλομένων σχετικά με τη μεσολάβηση ή μη μεσίτη ακινήτων στην κατάρτισή της και σε θετική περίπτωση τα στοιχεία του μεσίτη, ο αριθμός Γ.Ε.ΜΗ. αυτού και ο αριθμός φορολογικού του μητρώου, καθώς και το ποσό ή το ποσοστό της μεσιτικής αμοιβής.

Σελ. 20

Ο εντολέας υποχρεούται να ανακοινώσει στον μεσίτη την κατάρτιση της κύριας σύμβασης τουλάχιστον μία ημέρα πριν από την κατάρτισή της, διαφορετικά ευθύνεται σε αποκατάσταση κάθε ζημίας του μεσίτη για τη μη έγκαιρη ανακοίνωση.

Η αγωγή που ασκείται από τον μεσίτη κατά του εντολέα του με αίτημα την επιδίκαση μεσιτικής αμοιβής κοινοποιείται στη Δ.Ο.Υ. Φορολογίας Εισοδήματος του μεσίτη, διαφορετικά η συζήτηση είναι απαράδεκτη.

3.4. Υποχρεώσεις των μεσιτών ακινήτων

Ο μεσίτης ακινήτων οφείλει:

α) Να ενημερώνει, πριν από τη σύναψη της κύριας σύμβασης, τους εντολείς του και τους υποψήφιους αντισυμβαλλομένους, για τις ιδιότητες του ακινήτου της εντολής, καθώς και για τυχόν πραγματικά ελαττώματά του, που έχουν περιέλθει αποδεδειγμένα σε γνώση του.

β) Να ενημερώνει, πριν από τη σύναψη της σύμβασης μεσιτείας, τους εντολείς του για κάθε περίπτωση συναλλαγής, στην οποία υπάρχει διπλή εντολή (εντολή και από το άλλο μέρος) ή εμπλέκεται άλλο προσωπικό ή οικονομικό ενδιαφέρον των ιδίων, πέραν εκείνου της συμφωνηθείσας αμοιβής.

γ) Να προστατεύει το επαγγελματικό απόρρητο και να μην αποκαλύπτει σε τρίτους προσωπικά και οικονομικά στοιχεία των εντολέων του, πέραν αυτών που είναι αναγκαία για την κατάρτιση της σύμβασης.

3.5. Κυρώσεις

Ο νόμος προβλέπει την επιβολή ποινικών και πειθαρχικών κυρώσεων σε περιπτώσεις παράβασης της σχετικής νομοθεσίας.

Ποινικές κυρώσεις. Ειδικότερα, όποιος ενεργεί μεσιτικές πράξεις ή εμφανίζει τον εαυτό του ως μεσίτη αστικών συμβάσεων, χωρίς να πληροί τις προϋποθέσεις του νόμου και χωρίς να έχει εγγραφεί στο Γ.Ε.ΜΗ., τιμωρείται με ποινή φυλάκισης από έξι μήνες μέχρι δύο έτη ή με χρηματική ποινή από 5.000 μέχρι 30.000 ευρώ ή και με τις δύο ποινές.

Back to Top