ΔΙΚΑΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΑΣΥΛΙΕΣ & ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

Συνδυάστε Βιβλίο (έντυπο) + e-book και κερδίστε 16€
Δωρεάν μεταφορικά σε όλη την Ελλάδα για αγορές άνω των 30€

Πληρώστε σε έως άτοκες δόσεις των /μήνα με πιστωτική κάρτα.

Σε απόθεμα

Τιμή: 36,00 €

* Απαιτούμενα πεδία

Κωδικός Προϊόντος: 18454
Ιακωβίδης Ι.
Σισιλιάνος Λ. Α.
ΜΕΛΕΤΕΣ ΓΙΑ ΤΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ
Σισιλιάνος Λ. Α.
  • Έκδοση: 2021
  • Σχήμα: 17x24
  • Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
  • Σελίδες: 400
  • ISBN: 978-960-654-491-0
  • Black friday εκδόσεις: 10%

Το βιβλίο «Δικαιοδοτικές ασυλίες & Ανθρώπινα δικαιώματα» αποτελεί την πλέον πρόσφατη καταγραφή των εξελίξεων στο διεθνές δίκαιο των κρατικών δικαιοδοτικών ασυλιών και της διάδρασής του με το δίκαιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η εθιμική αρχή της κρατικής δικαιοδοτικής ασυλίας συμβαδίζει δύσκολα με το διεθνές δίκαιο των δικαιωμάτων του ανθρώπου, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί τις τελευταίες δεκαετίες. Είτε ως εφαλτήριο για περαιτέρω ακαδημαϊκή έρευνα και εμβάθυνση, είτε ως εργαλείο στα χέρια δικηγόρων και δικαστών, το συγκεκριμένο βιβλίο προσφέρει στον αναγνώστη το σύνολο των αναγκαίων παραμέτρων για την κατανόηση της διαλεκτικής σχέσης μεταξύ αυτών των δύο κλάδων του δημόσιου διεθνούς δικαίου.

Περιεχόμενα
Πρόλογος Σελ. VΙΙ
Εισαγωγή Σελ. 1
ΜΕΡΟΣ Α΄
Επιβεβαίωση του κανόνα της δικαιοδοτικής ασυλίας του αλλοδαπού δημοσίου και των κρατικών αξιωματούχων
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ
Aσυλία αλλοδαπού δημοσίου
I. Η κυριαρχία ως θεωρητική βάση της ασυλίας - Η αρχή par in parem non habet imperium Σελ. 20
A. H έννοια της κρατικής ασυλίας Σελ. 23
1. Η θεωρία Σελ. 23
2. Η εξέλιξη του θετικού δικαίου Σελ. 30
α. Οι πρώτες απόπειρες κωδικοποίησης της κρατικής ετεροδικίας Σελ. 30
β. Η έννοια της δικαιοδοτικής ασυλίας σε διεθνείς συμβάσεις Σελ. 35
i. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Kρατική Eτεροδικία Σελ. 35
ii. Η Σύμβαση του ΟΗΕ για τις δικαιοδοτικές ασυλίες των κρατών και της περιουσίας τους Σελ. 40
γ. Τα προνόμια και οι ασυλίες στο ενωσιακό δίκαιο Σελ. 47
δ. Η έννοια της ασυλίας σε εθνικές νομοθεσίες και συνακόλουθη νομολογία Σελ. 49
i. Η αμερικανική νομοθεσία Σελ. 50
ii. Η βρετανική νομοθεσία Σελ. 52
iii. Η ελληνική νομοθεσία Σελ. 56
iv. Η γαλλική νομοθεσία Σελ. 61
B. Η πηγή και η φύση του κανόνα Σελ. 63
1. Η πηγή του κανόνα Σελ. 63
α. Αβρότητα (Comity) Σελ. 64
β. Εθνικές νομοθεσίες Σελ. 67
γ. Διεθνές εθιμικό δίκαιο Σελ. 69
2. Η φύση του κανόνα Σελ. 70
ΙΙ. Η κυριαρχική πράξη ως πρακτική προϋπόθεση της ασυλίας - Actum jure imperii Σελ. 78
Α. Η κυριαρχική πράξη Σελ. 79
1. Ορισμός Σελ. 79
2. Ο χαρακτηρισμός Σελ. 81
α. Μεγάλες προσδοκίες: Διάκριση από τη διαχειριστική πράξη Σελ. 81
β. Τα κριτήρια διαχωρισμού Σελ. 82
γ. Χαμένες ψευδαισθήσεις: Σύμφυτοι προβληματισμοί με το χαρακτηρισμό της κυριαρχικής πράξης Σελ. 84
Β. Η ενεργοποίηση της κρατικής ασυλίας Σελ. 90
Γ. Διάκριση αστικής και ποινικής δικαιοσύνης Σελ. 92
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
Η ασυλία των κρατικών αξιωματούχων
I. Ασυλία Αρχηγών Κρατών και κυβερνήσεων Σελ. 97
Α. Ασυλία εν ενεργεία Αρχηγών Κρατών και κυβερνήσεων - Ratione personae Σελ. 99
1. Ορισμός Σελ. 99
2. Ποινική δικαιοδοσία Σελ. 103
3. Αστική – διοικητική δικαιοδοσία Σελ. 110
Β. Ασυλία πρώην αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων - Ratione materiae Σελ. 116
1. Ορισμός Σελ. 117
2. Νομολογία Σελ. 121
II. Ασυλία υπουργών εξωτερικών και λοιπών κρατικών αξιωματούχων Σελ. 125
Α. Υπουργοί εξωτερικών Σελ. 126
1. Ορισμός Σελ. 127
2. Παράμετροι Σελ. 128
Β. Υπουργοί άμυνας Σελ. 129
Γ. Λοιποί κρατικοί αξιωματούχοι Σελ. 131
ΙΙΙ. Διπλωματική και προξενική ασυλία Σελ. 139
A. Η Σύμβαση της Βιέννης για τις διπλωματικές σχέσεις Σελ. 140
B. Η Σύμβαση της Βιέννης για τις προξενικές σχέσεις Σελ. 143
ΜΕΡΟΣ Β΄
Η κάμψη της ασυλίας
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ
Η κάμψη της κρατικής ασυλίας
Ι. Οι παραδοσιακές εξαιρέσεις-Τα πρώτα ρήγματα στο φράγμα της κρατικής ασυλίας Σελ. 151
Α. Acta iure gestionis Σελ. 151
1. Το κράτος έμπορος - H εξαίρεση των εμπορικών συναλλαγών Σελ. 152
2. Το κράτος πλοιοκτήτης – Η εξαίρεση των πλοίων Σελ. 157
3. Το κράτος εργοδότης – Η εξαίρεση των συμβάσεων εργασίας Σελ. 161
Β. Το κράτος αδικοπραγεί – Η εξαίρεση locus delicti Σελ. 169
Γ. Το κράτος παραιτείται της ασυλίας του – Η εξαίρεση της αποποίησης ασυλίας (waiver) Σελ. 177
Δ. H εξαίρεση ratione loci - Το κράτος ως φορέας εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων Σελ. 179
Ε. Διαιτησία Σελ. 182
ΙΙ. Οι σύγχρονες εξαιρέσεις - Τρομοκρατία και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας Σελ. 183
Α. Τρομοκρατία Σελ. 183
1. Antiterrorism and Effective Death Penalty Act (AEDPA) - 1996 Σελ. 184
2. Justice against Sponsors of Terrorism Act (JASTA) - 2016 Σελ. 185
Β. Εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας Σελ. 189
1. Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Βοιωτίας κατά ΟΔΓ – Ελληνικά δικαστήρια ουσίας και Άρειος Πάγος Σελ. 189
2. Ferrini κατά ΟΔΓ – Ιταλικά δικαστήρια ουσίας και Corte di Cassazione Σελ. 193
3. Δικαιοδοτικές Ασυλίες του Κράτους – Διεθνές Δικαστήριο ΟΗΕ Σελ. 195
4. La Sentenza 238/2014 - Συνταγματικό Δικαστήριο της Ιταλίας Σελ. 201
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
Η κάμψη της ασυλίας των κρατικών αξιωματούχων
I. Αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων Σελ. 209
Α. Πράξεις ιδιωτικού χαρακτήρα Σελ. 209
Β. Διεθνή εγκλήματα και προσωπική ποινική ευθύνη Σελ. 210
1. Διεθνείς Συμβάσεις Σελ. 211
α. Σύμβαση για την Πρόληψη και την Τιμωρία του Εγκλήματος της Γενοκτονίας Σελ. 211
β. Σύμβαση κατά των Βασανιστηρίων και άλλων τρόπων σκληρής, απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης ή τιμωρίας Σελ. 216
γ. Διεθνής Σύμβαση για την προστασία όλων των ατόμων από τις αναγκαστικές εξαφανίσεις Σελ. 221
2. Πρακτική εθνικών δικαστηρίων Σελ. 222
Γ. H κάμψη της ασυλίας στα διεθνή ποινικά δικαστήρια Σελ. 228
1. Οι Αρχές της Νυρεμβέργης Σελ. 229
2. Αd hoc ποινικά δικαστήρια ΟΗΕ Σελ. 232
3. Τα διεθνοποιημένα μικτά δικαστήρια Σελ. 236
4. Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο Σελ. 245
ΙΙ. Υπουργοί εξωτερικών, διπλωμάτες και λοιποί κρατικοί αξιωματούχοι Σελ. 260
Α. Ένα βραχύβιο οbiter dictum? - H κριτική στην απόφαση Ένταλμα Σύλληψης Σελ. 262
Β. Αναδυόμενες εξαιρέσεις στη λειτουργική ασυλία: Οι εργασίες στην ΕΔΔ και στην 6η Επιτροπή Σελ. 264
Γ. Διπλωματικοί και προξενικοί υπάλληλοι Σελ. 269
Δ. Κρατικοί αξιωματούχοι Σελ. 274
Ε. Εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας - Το Σχέδιο Σύμβασης της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου Σελ. 280
ΙΙΙ. Συμπληρωματικές νομικές βάσεις υποχώρησης ασυλίας Σελ. 285
Α. Οικουμενική δικαιοδοσία Σελ. 287
1. Θεωρία Σελ. 287
2. Εθνικές νομοθεσίες Σελ. 296
3. Νομολογία Σελ. 308
B. Έμμεση αποποίηση ασυλίας Σελ. 313
Γ. Έλλειψη συναίνεσης του κράτους Σελ. 318
Δ. Κανονιστική ιεραρχία και η εξαίρεση jus cogens Σελ. 321
1. Η απόφαση Al-Adsani Σελ. 323
2. H ισχυρή μειοψηφία Σελ. 325
Συμπεράσματα Σελ. 335
Τεκμηρίωση Σελ. 345
Βιβλιογραφία – Αρθρογραφία Σελ. 361
Ευρετήριο Σελ. 377

Σελ. 1

Εισαγωγή

«Α man without some kind of dream of perfection is
quite as much of a monstrosity as a noseless man»

G. K. Chesterton

Η σταδιακή ανάδειξη του διεθνούς δικαίου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μετά από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, προσέθεσε ένα νέο πεδίο κανόνων, εντός της κατηγορίας του δημοσίου διεθνούς δικαίου. Αρχικά, η Οικουμενική Διακήρυξη για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, το 1948 και, στη συνέχεια, τα Διεθνή Σύμφωνα του 1966, για τα αστικά και πολιτικά δικαιώματα, αφενός, και για τα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά δικαιώματα, αφετέρου, άνοιξαν το δρόμο στην κατοχύρωση μίας νέας ομάδας κανόνων, οι οποίοι εδραίωσαν θεμελιώδεις ελευθερίες και ανθρώπινα δικαιώματα, όπως, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα στη ζωή, την ελευθερία έκφρασης, την απαγόρευση βασανιστηρίων. Πέρα, όμως, από τη δημιουργία μίας καινούργιας δικαιοταξίας, τα δικαιώματα του ανθρώπου άσκησαν μία αδιαμφισβήτητη επιρροή, τόσο στην εξέλιξη του διεθνούς δικαίου, όσο και στις εθνικές έννομες τάξεις. Όπως συμβαίνει, σε αντίστοιχες περιπτώσεις, όταν οι κοινωνικοπολιτικές συνθήκες προβαίνουν στον καθορισμό νέων κανόνων δικαίου, ένα από τα πλέον ουσιαστικά ερωτήματα που ανακύπτουν είναι η διαδραστική σχέση των εν λόγω κανόνων με το προϋπάρχον νομικό πλαίσιο. Αν και, ορισμένες φορές, η απάντηση σε αυτή την ερώτηση μπορεί να φαίνεται προφανής, η πολυετής εμπειρία εφαρμογής των εν λόγω κανόνων καταδεικνύει ότι η ιεράρχησή τους δεν είναι τόσο ευχερής όσο φαίνεται.

Η κατακόρυφη αύξηση της κινητικότητας ατόμων και πληθυσμών, κατά τις τελευταίες δεκαετίες, ιδίως μετά την κατάρρευση του Τείχους του Βερολίνου, η ολοένα και μεγαλύτερη διεθνοποίηση του εμπορίου και των οικονομικών συναλλαγών, η παγκοσμιοποίηση της τεχνολογίας και η αυξανόμενη διεθνής εμπλοκή κρατικών και μη οντοτήτων, έθεσαν στο επίκεντρο της προάσπισης των κανόνων των δικαιωμάτων του ανθρώπου τη διεθνή προστασία τους. Η δημιουργία επιτροπών παρακολούθησης των διεθνών συμβάσεων («human rights treaty bodies»), η δημιουργία θέσης Ύπατου Αρμοστή για τα ανθρώπινα δικαιώματα στο σύστημα των Ηνωμένων Εθνών, η σύσταση ειδικών ποινικών δικαστηρίων και η δημιουργία διεθνών δικαιοδοτικών οργάνων, όπως το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), αποσκοπούν, πέρα από τη διάδοση και τον έλεγχο εφαρμογής των κανόνων, στη διεθνή εδραίωση της προστασίας τους.

Σελ. 2

Παράλληλα, η προβολή των κανόνων διασφάλισης των δικαιωμάτων του ανθρώπου, στο πεδίο των διεθνών σχέσεων, ειδικότερα, μετά από τη Διάσκεψη για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη και την Τελική Πράξη του Ελσίνκι, το 1975, ανέδειξε το γεγονός ότι η οικουμενικότητα της εφαρμογής των δικαιωμάτων του ανθρώπου συχνά προσκρούει σε πολιτικά, ιστορικά και κοινωνικά δεδομένα, τα οποία λειτουργούν ανασχετικά ως προς την εμπέδωσή της. Ωστόσο, μία προσεκτική ανάλυση αποφάσεων εθνικών και διεθνών δικαιοδοτικών οργάνων οδηγεί αβίαστα στο συμπέρασμα ότι δεν είναι τόσο η διαφορά στις δικαιοπολιτικές αντιλήψεις, που στερεί συχνά την οικουμενικότητα της εφαρμογής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όσο η ύπαρξη βαθιά εδραιωμένων στο διεθνές δίκαιο κανόνων που, αν και η νομιμοποιητική βάση τους φαίνεται να αποσκοπεί στην προστασία συγκεκριμένων έννομων αγαθών, η επίκλησή τους οδηγεί στην αναίρεση της εφαρμογής σημαντικών κανόνων των δικαιωμάτων του ανθρώπου.

Η δικαιοδοτική ασυλία του αλλοδαπού δημοσίου και των κρατικών αξιωματούχων αποτελεί έναν παγιωμένο κανόνα στο διεθνές δίκαιο. Το Άρθρο 6(1) της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών, για τις δικαιοδοτικές ασυλίες των κρατών και της περιουσίας τους προβλέπει ότι: «Ένα κράτος ενεργοποιεί την προβλεπόμενη από το Άρθρο 5 κρατική ασυλία, απέχοντας από την άσκηση δικαιοδοσίας σε μία διαδικασία εναντίον άλλου κράτους ενώπιον των δικαστηρίων του, και διασφαλίζει προς αυτό το σκοπό ότι τα δικαστήριά του θα καθορίζουν αυτεπαγγέλτως ότι η ασυλία του άλλου κράτους θα γίνεται σεβαστή».

Γενικά αποδεκτές, ως μία αρχή του εθιμικού διεθνούς δικαίου, οι δικαιοδοτικές ασυλίες των κρατών, είτε με την μορφή της ετεροδικίας, είτε ως ασυλία εκτέλεσης, αποτελούν ένα νομικό ισχυρισμό, ο οποίος προβάλλεται από την

Σελ. 3

εναγόμενη πλευρά, και, ως δικονομικός κανόνας, εξετάζεται κατά προτεραιότητα από τα εθνικά και διεθνή δικαστήρια, τόσο σε αστικές, όσο και σε ποινικές υποθέσεις. Ωστόσο, και ανεξάρτητα εάν η επίκληση της ασυλίας αφορά το κράτος αυτό κάθε αυτό ή κρατικούς αξιωματούχους, είναι συχνό το φαινόμενο η εφαρμογή του κανόνα της ετεροδικίας να οδηγεί στη μη έκδοση δικανικής κρίσης επί της ουσίας της υπόθεσης.

Όπως προκύπτει από τη νομολογία των εθνικών δικαστηρίων, όταν καλούνται να αποφανθούν περί της ύπαρξης ή μη ασυλίας κρατών και κρατικών αξιωματούχων, η ουσία των υποθέσεων αφορά συχνά διατάξεις, οι οποίες διέπουν την προστασία θεμελιωδών ελευθεριών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως π.χ. στην περίπτωση που θα έπρεπε να εφαρμοσθεί η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για την απαγόρευση των βασανιστηρίων, ή το Άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Ως εκ τούτου, παρά το γεγονός ότι, σε πολυάριθμες υποθέσεις υπάρχουν αποχρώσεις ενδείξεις για την τέλεση διεθνών εγκλημάτων, η δικαστική κατάληξη τείνει να είναι η μη απόδοση ευθυνών και η ατιμωρησία των υπαιτίων.

Ωστόσο, η διεθνής δικαιοσύνη έχει θέσει την προβληματική, με ανάγλυφο τρόπο, στο επίπεδο του διεθνούς δικαίου. Ίσως, η πιο αντιπροσωπευτική νομολογία είναι αυτή του ΕΔΔΑ, το οποίο τα τελευταία χρόνια έχει προβεί στην έκδοση ενός σημαντικού αριθμού αποφάσεων, οι οποίες έχουν ιδιαίτερη σημασία για τη σχέση ασυλιών και δικαιωμάτων του ανθρώπου. Το Άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ κατοχυρώνει το δικαίωμα στη χρηστή απονομή δικαιοσύνης, μέσω των δικονομικών προβλέψεων μίας δίκαιης, δημόσιας, και εντός λογικής προθεσμίας δίκης. Ωστόσο, οι εν λόγω εγγυήσεις θα ήταν νεκρό γράμμα, εάν δεν διασφαλιζόταν η πρόσβαση σε δικαστήριο, η οποία, κατ’ αυτόν τον τρόπο, κατέστη αναπόσπαστο κομμάτι της εφαρμογής του Άρθρου 6 παρ.1. Η εξέταση της μη παραβίασης αυτού του δικαιώματος αποτελεί, σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα, τη νομική βάση επί της οποίας έχει βασιστεί το σύνολο των προσφυγών ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, σε περιπτώσεις που τα εθνικά δικαστήρια έχουν αποδεχθεί την κρατική ετεροδικία ή την ασυλία κρατικών αξιωματούχων.

Σελ. 4

Ο λόγος είναι ότι η εφαρμογή της ασυλίας αποτρέπει την κατ’ ουσία εξέταση της υπόθεσης, με αποτέλεσμα την ύπαρξη ερωτήματος περί σύγκρουσης μεταξύ της Σύμβασης και της δικαιοδοτικής ασυλίας. Το ΕΔΔΑ, λοιπόν, καλείται να εξετάσει εάν ο περιορισμός στο δικαίωμα της πρόσβασης σε δικαστήριο, που επιβάλει η αναγνώριση δικαιοδοτικής ασυλίας, ακολουθεί, αφενός, ένα θεμιτό σκοπό, αφετέρου, εάν ο περιορισμός είναι αναλογικός με τον επιδιωκόμενο στόχο. Σε αυτό το νομικό πεδίο, η νομολογία του ΕΔΔΑ, μέσα από την ανάλυσή της, προσφέρει πολλά και ωφέλιμα συμπεράσματα για το διεθνές καθεστώς των ασυλιών.

Ως εκ των άνω, προκύπτει αβίαστα ότι υφίσταται ένα αδιαμφισβήτητο θεωρητικό ενδιαφέρον να καταγραφεί αυτή τη στιγμή ποια είναι η διάδραση των κανόνων ασυλίας κρατών και κρατικών αξιωματούχων με το jus cogens, ήτοι τους επιτακτικούς κανόνες του διεθνούς δικαίου. Η νομολογία των εθνικών και διεθνών δικαστηρίων, προεξάρχοντος του ΕΔΔΑ, η οποία αφορά κυρίως στην παραβίαση ή όχι του Άρθρου 6§1 της ΕΣΔΑ, δηλαδή του δικαιώματος της πρόσβασης σε δικαστήριο, προσφέρει μία πλούσια παλέτα επιχειρημάτων και θεωριών, οι οποίες δοκιμάζονται στη λυδία λίθο της εφαρμογής. Μία προσεκτική ανάγνωση των αποφάσεων υπαγορεύει, κατ’ αρχήν, τη λειτουργική κατηγοριοποίηση των περιπτώσεων ασυλίας, καθώς η τελευταία προσεγγίζεται μέσα από διαφορετική οπτική γωνία ανάλογα με τη φύση των υποθέσεων.

Δεδομένου ότι τα δικαστήρια συχνά θεωρούν ότι διαφορετικές κατηγορίες ασυλίας επισύρουν διαφορετικές νομικές συνέπειες, είναι απολύτως απαραίτητο να γίνει μία καταγραφή της υφιστάμενης τυπολογίας των ασυλιών, μέσα από τα μάτια της θεωρίας και της διεθνούς νομολογίας. Στη συνέχεια, η ανάλυση των αποφάσεων -οι οποίες έχουν βασιστεί στην αντιπαραβολή εθνικών νομοθεσιών, εθνικής και διεθνούς νομολογίας και της θεωρίας του διεθνούς δικαίου- κατατείνει στο γεγονός ότι, αν και, σε πολλές περιπτώσεις, η έκβαση της διάδρασης μεταξύ των κανόνων ασυλίας και των κανόνων jus cogens, οδηγεί σε επιβεβαίωση της ασυλίας, εντούτοις η ασυλία φαίνεται να υποχωρεί σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, οι οποίες οριοθετούνται προσεκτικά από το δίκαιο και τη νομολογία.

Η τυπολογία της ασυλίας θυμίζει μία μεγάλη ματριόσκα, την ξύλινη παραδοσιακή ρωσική κούκλα, στην κοιλιά της οποίας υπάρχει μία άλλη μικρότερη κούκλα, και στη συνέχεια μία άλλη ακόμα πιο μικρή κ.ο.κ. Οσάκις εθνικοί ή διεθνείς δικαστές καλούνται να αποφασίσουν επί ενός αιτήματος ασυλίας, το οποίο προβάλλεται από την εναγόμενη πλευρά, οφείλουν να διακρίνουν μεταξύ πολλών υποπεριπτώσεων προκειμένου να καθορίσουν ποιο είναι το νομικό

Σελ. 5

καθεστώς που πρέπει να εφαρμόσουν στην υπό εξέταση υπόθεση. Η διάκριση μεταξύ δικαιοδοτικής ασυλίας και ασυλίας εκτέλεσης, ο διαχωρισμός μεταξύ κράτους και κρατικών αξιωματούχων, η διάκριση ασυλίας ratione materiae και ratione personae, η κατηγοριοποίηση acta jure imperii και acta jure gestionis, και, τέλος, η διαφοροποίηση αστικών και ποινικών υποθέσεων αποτελούν τις πέντε βασικές διακρίσεις, τις οποίες καλούνται, σε ένα αρχικό στάδιο της διαδικασίας, να αναλύσουν οι δικαστές. Χωρίς να είναι απαραίτητη η προσφυγή σε όλες εξ αυτών, συχνά τα πραγματικά περιστατικά της κάθε υπόθεσης υπαγορεύουν ab initio την ανάγκη υπαγωγής σε συγκεκριμένη κατηγορία, προκειμένου να αποδοθούν οι απορρέουσες από αυτή ειδικές έννομες συνέπειες.

Στο σκληρό πυρήνα της ασυλίας, εκεί όπου δεν διαφαίνεται καμία υποχώρηση από τον κανόνα της απόδοσης του καθεστώτος ασυλίας στην εναγόμενη πλευρά, είναι η ετεροδικία του αλλοδαπού κράτους σε αστικές υποθέσεις για κυριαρχικές πράξεις. Ομοίως, ο κανόνας της ετεροδικίας φαίνεται να ανθίσταται και σε περιπτώσεις προσωπικής ασυλίας, ιδίως στην περίπτωση του τριπρόσωπου, των αρχηγού κράτους, αρχηγού κυβέρνησης και υπουργού εξωτερικών. Σε αντιδιαστολή με τη λειτουργική ασυλία (ratione materiae), η οποία αφορά σε πράξεις που πραγματοποιήθηκαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, η προσωπική ασυλία (ratione personae) απορρέει ipso facto από την ιδιότητα του κρατικού αξιωματούχου, το αξίωμα αυτό καθεαυτό.

Στην υπόθεση του Εντάλματος Σύλληψης, ένας Βέλγος ανακριτής εξέδωσε στις 11 Απριλίου 2000 ένα διεθνές ένταλμα σύλληψης κατά του εν ενεργεία υπουργού εξωτερικών του Κογκό, Abdulaye Yerodia Ndombasi, ως υπαιτίου ή συνεργού εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, καθώς και σοβαρών παραβιάσεων του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, όπως αυτό αποτυπώνεται στις Συμβάσεις της Γενεύης του 1949. Στην έναρξη του δικανικού συλλογισμού του, το Διεθνές Δικαστήριο των Ηνωμένων Εθνών παρατηρεί ότι: «είναι παγιωμένο στο διεθνές δίκαιο ότι, όπως οι διπλωματικοί και προξενικοί εκπρόσωποι, ορισμένοι κάτοχοι αξιωμάτων, για παράδειγμα, ο αρχηγός κράτους, ο αρχηγός κυβέρνησης και ο υπουργός εξωτερικών, απολαμβάνουν τόσο ποινικές, όσο και αστικές ασυλίες από δικαιοδοσία σε άλλα κράτη».

To Δικαστήριο κατέληξε στο απόλυτο συμπέρασμα ότι, η προβλεπόμενη στο διεθνές εθιμικό δίκαιο ασυλία του υπουργού εξωτερικών, η οποία έχει ως νομιμοποιητική βάση την αποτελεσματική εκτέλεση των καθηκόντων του, καταλήγει σε πλήρη ασυλία από ποινική δικαιοδοσία, χωρίς να υπάρχει διάκριση

Σελ. 6

μεταξύ επίσημων και ιδιωτικών πράξεων, ή μεταξύ πράξεων οι οποίες τελέστηκαν πριν από την ανάληψη των καθηκόντων του και όσων πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της θητείας του. Αρνούμενο την ύπαρξη εξαίρεσης jus cogens, σε περίπτωση επίκλησης της δικαιοδοτικής ασυλίας κρατικών αξιωματούχων υπόπτων για την τέλεση εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, το ΔΔΧ υιοθετεί μία, ως επί το πλείστον, διασταλτική ερμηνεία της ασυλίας, κρίνοντας πως ακόμα και μετά από το τέλος της θητείας του, οπότε και η προσωπική ασυλία του υπουργού εξωτερικών εκπίπτει, δεν είναι δυνατή η άσκηση δίωξης για πράξεις οι οποίες διαπράχθηκαν κατά την επίσημη άσκηση των καθηκόντων του.

Στο πλαίσιο δικών οι οποίες εμπλέκουν την εφαρμογή επιτακτικών κανόνων διεθνούς δικαίου, η διεθνής νομολογία επιδεικνύει τη δογματική ανάγκη μίας εις βάθος εξέτασης της αρχής της ετεροδικίας, της εθιμικής θεμελίωσής της στο διεθνές δίκαιο και του δικονομικού χαρακτήρα της, του εύρους και της διάρκειας εφαρμογής της, υπό το πρίσμα της διάκρισης κρατικής ετεροδικίας και δικαιοδοτικής ασυλίας κρατικών αξιωματούχων. Η επιβεβαίωση της ασυλίας συνοδεύεται από μία ομοβροντία διεθνών αποφάσεων, οι οποίες όμως πείθουν ολοένα και λιγότερο για τον απόλυτο χαρακτήρα της ετεροδικίας. Αντίστοιχη είναι η κατάσταση και στη θεωρία. Όπως ενδεικτικά αναφέρει στη δεύτερη έκθεσή του ο τότε ειδικός εισηγητής της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου του ΟΗΕ για την ετεροδικία των κρατικών αξιωματούχων από αλλοδαπή ποινική δικαιοδοσία, κ. Roman Anatolevich Kolodkin:

«[…] the prevailing view is that the immunity ratione personae from foreign criminal jurisdiction, which they enjoy, is not subject to exceptions».

Ωστόσο, στη συνέχεια της έκθεσής του, ο Ρώσος πρώην ειδικός εισηγητής προβαίνει σε μία διεξοδική μελέτη του ζητήματος των εξαιρέσεων στον κανόνα της ετεροδικίας των κρατικών αξιωματούχων, με έμφαση στην ύπαρξη ή όχι εξαίρεσης jus cogens. Πριν, όμως, από την εξέταση της αλληλεπίδρασης των κανόνων jus cogens με ένα δικονομικό κανόνα του διεθνούς εθιμικού δικαίου, η θεωρία έχει αποδεχθεί την ύπαρξη εξαιρέσεων στην ετεροδικία. «The law of sovereign immunity was – and still is – at a stage of transition». Η φράση αυτή του καθηγητή κ. Χ. Ροζάκη αποτυπώνει με απλότητα και πληρότητα συνάμα την τρέχουσα κατάσταση στο διεθνές δίκαιο, αναφορικά με τον κανόνα της κρατικής ετεροδικίας.

Σελ. 7

Το μεταιχμιακό στάδιο αυτού του κανόνα αποτελεί την αντανάκλαση της διεθνούς διάχυσης της κρατικής δραστηριότητας. Η αυξανόμενη διεθνοποίηση των κρατικών πολιτικών, οι μοναδικές για την ανθρώπινη ιστορία μετακινήσεις πληθυσμών, η απρόβλεπτη εξέλιξη της τεχνολογίας, η οποία διασυνέδεσε ένα μεγάλο μέρος του πλανήτη και η ανάδειξη μη κρατικών φορέων, προεξαρχούσης της κοινωνίας των πολιτών, ήταν αναπόφευκτο να οδηγήσει σε περιορισμό του κυριαρχικού προνομίου της ετεροδικίας. Προς αυτή την κατεύθυνση ήταν η υιοθέτηση από το Κογκρέσο των Ηνωμένων Πολιτειών της νομοθετικής πράξης JASTA το 2016, η οποία προβλέπει ότι ένα κράτος δεν μπορεί να επικαλεστεί την ετεροδικία ενώπιον των δικαστηρίων των Ηνωμένων Πολιτειών, σε αστική υπόθεση διεκδίκησης αποζημίωσης για σωματική βλάβη ή απώλεια περιουσίας ή θάνατο στις ΗΠΑ, που έχει προκληθεί από πράξη διεθνούς τρομοκρατίας. Το εν λόγω νομοθέτημα έρχεται να προσθέσει (δίπλα στα Άρθρα 12 της Σύμβασης των Δικαιοδοτικών Ασυλιών και 11 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης της Βασιλείας) ακόμη μία ρωγμή στο δικονομικό τείχος της ασυλίας, απ’ όπου περνάει ολοένα και περισσότερο το φως της δικαιοσύνης.

Σε αυτό το σημείο, αναφορικά με το συγκεκριμένο νομοθέτημα, αρμόζει να γίνει μία σημαντική επισήμανση: Δεκαπέντε χρόνια πριν την JASTA, στις 13 Μαρτίου του 2001, η Cour de Cassation, το γαλλικό ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο, εξέδωσε την απόφαση 1414, γνωστή ως απόφαση Kadhafi. Στην εν λόγω υπόθεση, μία ένωση συγγενών των θυμάτων της τρομοκρατικής επίθεσης της 19ης Σεπτεμβρίου του 1989, είχε στραφεί, επί τη βάσει πληροφοριών που υπήρχαν, κατά του Μουαμάρ Καντάφι, εν ενεργεία τότε αρχηγού κράτους της Λιβύης, με την κατηγορία συνέργειάς του στην ειδεχθή αυτή πράξη. Αν και το γαλλικό εφετείο είχε απορρίψει την επίκληση της ετεροδικίας του Λίβυου προέδρου, βασιζόμενο στο επιχείρημα ότι η τρομοκρατική πράξη αποτελεί ένα διεθνές έγκλημα, το οποίο αφαιρεί ουσιαστικά την προστασία της ετεροδικίας από τον δράστη, το γαλλικό ακυρωτικό αναίρεσε την εφετειακή απόφαση με το ακόλουθο σκεπτικό:

«Mais attendu qu’ en prononçant ainsi, en l’état du droit international, le crime dénoncé, quelle qu’en soit la gravité, ne relève pas des exceptions au principe de l’immunité de juridiction des chefs d’État étrangers en exercice, la chambre d’accusation a méconnu le principe susvisé;»

Σελ. 8

To γαλλικό ακυρωτικό αποφάνθηκε ότι, τον Μάρτιο του 2001, η εξέλιξη του διεθνούς δίκαιου δεν επέτρεπε τη μη εφαρμογή προσωπικής ασυλίας σε ποινική δίκη, κατά εν ενεργεία αρχηγού κράτους για έγκλημα τρομοκρατικής φύσεως. Το διεθνές δίκαιο, όμως, αποτελεί τον πλέον δυναμικό και συνεχώς εξελισσόμενο κλάδο της δικαιικής επιστήμης, και απόρροια αυτής της ιδιότητάς του είναι η ικανότητά του να ενσωματώνει, με πορώδη τρόπο, τις διεθνείς εξελίξεις σε επίπεδο παγκόσμιας πολιτικής. Η επίθεση στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου στη Νέα Υόρκη, τον Σεπτέμβριο του 2001, η πλέον θανατηφόρα τρομοκρατική πράξη στην ιστορία της ανθρωπότητας, και η κλιμακούμενη την τελευταία εικοσαετία τρομοκρατική δράση ανά τον κόσμο, οδήγησαν σε αλλαγή νοοτροπιών, ως προς την ανάγκη αντιμετώπισης του φαινομένου, προτάσσοντας το έννομο συμφέρον της προστασίας της ανθρώπινης ζωής.

Η υιοθέτηση από τον Αμερικανό νομοθέτη της JASTA είναι κατ’ ουσία μια ενθαρρυντική ένδειξη της επερχόμενης ιδεολογικής εξέλιξης, στη συνείδηση της διεθνούς κοινωνίας, η οποία αποδίδει ενισχυμένη τυπική ισχύ στην έννομη προστασία της ανθρώπινης ζωής, περιορίζοντας το πλέον κυριαρχικό κρατικό προνόμιο, την ετεροδικία. Και βέβαια, αν και το εν λόγω αμερικανικό νομοθέτημα δεν αποτελεί παρά μόνο μία εθνική νομοθεσία, δεν πρέπει να παροράται το γεγονός ότι το διεθνές έθιμο συνδιαμορφώνεται από την συμπεριφορά των κρατών και τη διάνοια δικαίου («opinio juris»), ήτοι την πεποίθηση της νομιμότητας των πράξεων των.

Πέρα, βέβαια, από την περιστολή της κρατικής ετεροδικίας προς όφελος του ατόμου, η υποχώρηση της δικαιοδοτικής ασυλίας του αλλοδαπού δημοσίου συνεπάγεται και έναν άλλο περιορισμό: αυτόν, της υποχώρησης των κρατικών συμφερόντων ενώπιον της ανάδειξης των συμφερόντων της διεθνούς έννομης τάξης και της διεθνούς κοινότητας, εν γένει. Όπως σημειώνει η ειδική εισηγήτρια των Ηνωμένων Εθνών για την ασυλία των κρατικών αξιωματούχων από την αλλοδαπή ποινική δικαιοδοσία, Concepción Escobar Hernandez, ο απώτερος σκοπός χορήγησης των προσωπικών ασυλιών στους κρατικούς αξιωματούχους είναι η προστασία των δικαιωμάτων και των συμφερόντων του Κράτους. Αλλά η ανθρωπότητα πρέπει να υπερέχει του κράτους, ως εκ τούτου η προάσπιση του συμφέροντός της έχει το προβάδισμα. H διαφύλαξη οικουμενικών αξιών της ανθρωπότητας κατέληξε, εν προκειμένω, με την υιοθέτηση εθνικών νομοθεσιών και διεθνών συμβάσεων στην υποχώρηση των κρατικών προνομίων, με την αποδοχή, μεταξύ άλλων, της άρσης της κρατικής ασυλίας, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις αστικών αξιώσεων, για πράξεις οι οποίες παραβιάζουν κατάφωρα το διεθνές δίκαιο των δικαιωμάτων του ανθρώπου.

Σελ. 9

Στο πλαίσιο της παρούσας μονογραφίας, λοιπόν, θα εξετάσουμε όλες τις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες, οι διεθνείς συμβάσεις, η θεωρία, και η εθνική και διεθνής νομολογία, φαίνεται να διακρίνουν σημεία υποχώρησης του κανόνα της κρατικής ασυλίας και της ασυλίας των κρατικών αξιωματούχων. Η εξέλιξη της διεθνούς ποινικής δικαιοσύνης και, όπως υπογραμμίζει ο Πρόεδρος του ΕΔΔΑ, Λ.-Α. Σισιλιάνος «η ανάδυση της αρχής της προσωπικής ποινικής ευθύνης», στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα, από τη Νυρεμβέργη στη Ρώμη, και τα καταστατικά των ειδικών δικαστηρίων για τη Γιουγκοσλαβία και τη Σιέρα Λεόνε, καταδεικνύουν την αδιαμφισβήτητη βούληση της διεθνούς κοινότητας για την απόδοση ατομικών ευθυνών για εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Παράλληλα, η διογκούμενη εμπορικότητα των κρατικών δραστηριοτήτων έχει οδηγήσει στην υποχώρηση της ασυλίας, επιπλέον, για μία σειρά κρατικών πράξεων εμπορικού και διαχειριστικού χαρακτήρα («acta jure gestionis»).

Τέλος, μέσα από το καλειδοσκόπιο της εξέλιξης της δογματικής του διεθνούς δικαίου, θα εξετασθούν τα επιχειρήματα, δηλαδή, οι νομικές βάσεις οι οποίες προτείνουν την κατίσχυση των κανόνων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οποτεδήποτε υπάρχει σύγκρουση με κανόνες ασυλίας. Παραδείγματος χάρη, η θεωρία της κανονιστικής ιεραρχίας υποστηρίζει ότι η αρχή της ετεροδικίας υποχωρεί όταν έρχεται σε σύγκρουση με ιεραρχικά ανώτερους κανόνες, όπως οι κανόνες αναγκαστικού δικαίου. Παράλληλα, η νομολογία και η θεωρία έχουν καταγράψει μία σειρά από συναφή επιχειρήματα, όπως η θεωρία της οικουμενικής δικαιοδοσίας, η άποψη της έμμεσης αποποίησης του δικαιώματος επίκλησης της δικαιοδοτικής ασυλίας λόγω της σοβαρότητας του διαπραχθέντος εγκλήματος, ο αποχαρακτηρισμός της πράξης ως κυριαρχικής και η ελκόμενη αρμοδιότητα από τον τόπο τέλεσης αδικήματος («locus delicti»).

Βέβαια, ακόμη και σε αυτά τα επιχειρήματα ασκείται κριτική, την οποία θα προσπαθήσουμε να αναλύσουμε, ούτως ώστε να καταλήξουμε σε ένα ασφαλές έδαφος σχετικά με την τρέχουσα κατάσταση της δογματικής επί του θέματος. Η εξόχως πολιτική και ήκιστα νομική αιτιολογική βάση του κανόνα της ετεροδικίας, ήτοι η μη διατάραξη των διεθνών σχέσεων της χώρας, όπως υπενθύμισε το Συμβούλιο της Επικρατείας στην υπόθεση Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση

Σελ. 10

Βοιωτίας κατά του Υπουργού Δικαιοσύνης, χρήζει μίας εις βάθος ανάλυσης, καθώς, μεταξύ άλλων, βρίσκεται και στο επίκεντρο της αξιολόγησης της αναλογικότητας της ετεροδικίας, ως μέσου περιορισμού του δικαιώματος του Άρθρου 6§1 ΕΣΔΑ, εφόσον αποτελεί τον επιδιωκόμενο θεμιτό στόχο.

Αν και το θέμα έχει απασχολήσει εκτενώς τη θεωρία, η ασυλία των διεθνών οργανισμών και των υπαλλήλων τους βρίσκεται εκτός του αντικειμένου του παρόντος βιβλίου. Η εξέταση των ζητημάτων τα οποία ανακύπτουν από την ετεροδικία, τα προνόμια και τις ασυλίες των διεθνών οργανισμών θα μπορούσαν να αποτελέσουν per se ξεχωριστό αντικείμενο μελέτης. Παράλληλα, και παρά το γεγονός ότι η λειτουργία των διεθνών οργανισμών οργανώνεται και υλοποιείται μέσα από ένα διακυβερνητικό πλέγμα σχέσεων, το οποίο αποτελεί και το βασικό πολιτικό και νομικό θεμέλιο τους, οι εθνικοί και διεθνείς κανόνες, που διέπουν την εν λόγω κατηγορία ασυλιών, είναι, αν και ομοειδείς, διαφορετικοί από τους κανόνες του δημοσίου διεθνούς δικαίου, που διέπουν την ασυλία των κρατών και των κρατικών αξιωματούχων. Ωστόσο, θα ανατρέξουμε σε αυτούς, στο μέτρο που η εφαρμογή τους πρέπει να ερμηνευθεί υπό το φως του Άρθρου 6§1 ΕΣΔΑ, και του περιορισμού του δικαιώματος της πρόσβασης σε δικαστήριο.

Παράλληλα, εκτός αντικειμένου της παρούσας μελέτης βρίσκεται και η ασυλία εκτέλεσης. Αν και το ΕΔΔΑ έχει καθορίσει ότι η εκτέλεση μίας απόφασης πρέπει να θεωρείται αναπόσπαστο μέρος της δίκης, όπως αυτή καταγράφεται στο Άρθρο 6 ΕΣΔΑ, η εκτέλεση αποτελεί, κατ’ εξοχήν, αρμοδιότητα εσωτερικού δικαίου του κράτους του forum. Πρόκειται, βέβαια, για μία εσωτερική αρμοδιότητα η οποία έχει, πολύ συχνά, διεθνείς επιπτώσεις όπως εύγλωττα καταδεικνύουν σημαντικές υποθέσεις, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση του Βρετανού υπουργού εξωτερικών, Jack Straw, o οποίος αρνήθηκε να υπογράψει την έκδοση του Χιλιανού δικτάτορα Πινοσέτ στην Ισπανία, ή, αντίστοιχες ανά τον κόσμο περιπτώσεις, όπου η εκτελεστική εξουσία, συνήθως μέσω του αρμόδιου υπουργού δικαιοσύνης ή εξωτερικών, δεν εγκρίνει την εκτέλεση αναγκαστικών μέτρων εις βάρος ακίνητης περιουσίας τρίτου κράτους, παρά το γεγονός ότι αυτά έχουν επιδικαστεί από τα καθ’ ύλην και κατά τόπο αρμόδια δικαστήρια. Ωστόσο, παρά την ύπαρξη διεθνών συμβατικών κανόνων, οι οποίοι ρυθμίζουν πτυχές της ασυλίας εκτέλεσης, ο κατ’ εξοχήν εθνικός χαρακτήρας των διατάξεων, που διέπουν τις προϋποθέσεις αναγκαστικής εκτέλεσης, και η γενικότερη οικονομία του βιβλίου επιβάλλουν την εξέταση

Σελ. 11

μόνο συγκεκριμένων υποθέσεων, μέσα από το πρίσμα των κανόνων δικαιοδοτικής ασυλίας του αλλοδαπού δημοσίου και των κρατικών αξιωματούχων.

Οι πρόσφατες εξελίξεις σε επίπεδο διεθνούς δικαίου, σε συνδυασμό με τη διαμόρφωση νέων πολιτικών συσχετισμών στο παγκόσμιο στερέωμα, επιβάλλουν μία προσεκτική ανάγνωση των εξελίξεων, ώστε να σταθμισθεί η αλληλεπίδραση τους στο θεσμό της ετεροδικίας. Λόγου χάρη, η απόφαση αφρικανών ηγετών, το καλοκαίρι του 2014, να θεσπίσουν κανόνα δικαιοδοτικής ασυλίας για τους εν ενεργεία ηγέτες και άλλους κρατικούς αξιωματούχους από τυχόν διώξεις του αφρικανικού Δικαστηρίου Δικαιοσύνης και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, εγκλήματα πολέμου και γενοκτονία, καταδεικνύει το ολοένα και μεταβαλλόμενο τοπίο της ετεροδικίας στο διεθνές δίκαιο, αλλά και την αδυσώπητη αντιπαράθεση του με τον πολιτικό ρεαλισμό.

Παράλληλα, η απόφαση, την ίδια χρονιά, τριών αφρικανικών χωρών να αποσυρθούν από τη δικαιοδοσία του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, (ΔΠΔ) ήταν μία αρνητική εξέλιξη στις προσπάθειες, οι οποίες καταβάλλονται για την εμπέδωση του διεθνούς ποινικού δικαίου και την εδραίωση της διεθνούς δικαιοσύνης, και αυτό παρά το γεγονός ότι αυτή δεν υλοποιήθηκε πλήρως, καθώς, τελικά, μόνο το ένα κράτος (Μπουρούντι) αποχώρησε. Ωστόσο, η διασύνδεση πολιτικής και δικαίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτέλεσε τη λυδία λίθο των δράσεων του ΔΠΔ, καθώς το γεγονός ότι από την έναρξη λειτουργίας του, το 2002, μέχρι και το 2016, το ΔΠΔ είχε απαγγείλει κατηγορίες, ως επί το πλείστον, σε υπηκόους αφρικανικών χωρών προκάλεσε αντιαποικιακά αντανακλαστικά στην Αφρική, τα οποία, σε συνδυασμό με την

Σελ. 12

επιθυμία κάποιων ηγετών να αποσείσουν από πάνω τους τυχόν μελλοντικές ποινικές ευθύνες κολάσιμων πράξεων (αλλά και τις ενδεχόμενες αστικές συνέπειες αυτών), οδήγησε στις αντιδράσεις μίας ολόκληρης ηπείρου.

Στην αντίπερα όχθη, όμως, υπάρχουν εθνικές αποφάσεις, οι οποίες κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση, όπως η απόφαση του Πρωτοδικείου της Χάγης, το καλοκαίρι του 2014, για την αναγνώριση ευθύνης του ολλανδικού κράτους αναφορικά με το θάνατο τριακοσίων (300) ατόμων στη γενοκτονία της Σρεμπρένιτσα. Αν και η προκείμενη απόφαση, την πρωτοβουλία για την οποία είχε αναλάβει η ΜΚΟ «Οι μητέρες της Σρεμπρένιτσα», δεν εμπίπτει στο υπό εξέταση αντικείμενο των διεθνών ασυλιών, αλλά αφορά, κυρίως, το πεδίο της κρατικής ευθύνης, εντούτοις, η σταδιακή αποδοχή της κρατικής ευθύνης για σοβαρές παραβιάσεις δικαιωμάτων διευκολύνει, έτι περαιτέρω, την υποχώρηση της ασυλίας σε υποθέσεις όπου τίθεται αντίστοιχο θέμα. Όπως θα αναλύσουμε κατωτέρω διεξοδικά, αντιστοίχου δικαιικού βεληνεκούς αποφάσεις εθνικών δικαστηρίων ρίχνουν μία δέσμη φωτός στο ιμπρεσσιονιστικό τοπίο της σχέσης ετεροδικίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων και μας επιτρέπουν να δούμε πιο καθαρά και να κατανοήσουμε πληρέστερα το διακύβευμα.

Μεθοδολογία

Στην παρούσα μελέτη έχουν χρησιμοποιηθεί τόσο ποσοτικές, όσο και ποιοτικές μέθοδοι. H χρήση αιτιωδών συμπερασμάτων («causal inference»), οι αναλυτικές αφηγήσεις («analytic narratives»), οι συνεντεύξεις, η ανάλυση περιεχομένου (κυρίως των δικαστικών αποφάσεων και των διατάξεων των διεθνών συμβάσεων) είναι μερικές από τις μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν στην ανά

Σελ. 13

χείρας μονογραφία, διατηρώντας, ωστόσο, πάντοτε μία στοχαστική απόσταση. Εντούτοις, το ερευνητικό πεδίο μας περιέχει σημαντικές και ειδικές μεθοδολογικές προκλήσεις, δεδομένου ότι η σύγχρονη ακαδημαϊκή προσέγγιση του δημοσίου διεθνούς δικαίου λαμβάνει συχνά την εμβέλεια και την αποτελεσματικότητα του δικαίου, ως εμπειρική ένδειξη, η οποία πρέπει να αξιολογηθεί.

Παράλληλα, η ταυτοποίηση ενός σώματος διεθνών κανόνων ασυλίας απαιτεί τη συγκριτική προσέγγιση μεταξύ εθνικών πρακτικών (νομοθεσιών και δικαστικών αποφάσεων), τόσο οριζόντια, δηλαδή μεταξύ τους, όσο και κάθετα, δηλαδή στη σχέση του εσωτερικού δικαίου με τους υφιστάμενους κανόνες του διεθνούς δικαίου. Το ζητούμενο είναι εάν θα υιοθετηθεί μία επαγωγική («inductive») ή απαγωγική («deductive») προσέγγιση. Ίσως, ένα μείγμα αυτών των δύο δυνατότητων είναι προτιμότερο, καθώς, όπως έχει ήδη διαπιστωθεί, το δίκαιο των ασυλιών είναι, κατά βάση, δημιούργημα των δικαστηρίων και όχι των κρατών. Άλλωστε, αυτό εξηγεί και τον μεγάλο αριθμό εθνικών, ευρωπαϊκών και διεθνών αποφάσεων, οι οποίες παρατίθενται σε αυτή τη μελέτη, με σκοπό τη βέλτιστη τεκμηρίωση των διαλαμβανομένων σε αυτή.

Πλάνο

Ως εκ των άνω, το πλάνο του βιβλίου διαρθρώνεται ως ακολούθως: στο Α΄ Μέρος του θα εξετάσουμε τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες επιβεβαιώνεται η εφαρμογή της ασυλίας του αλλοδαπού δημοσίου και των κρατικών αξιωματούχων. Στο πρώτο κεφάλαιο, θα εξετάσουμε την έννοια της κρατικής ασυλίας, την πηγή και τη φύση του κανόνα, παράμετροι από τις οποίες προκύπτει η σχεδόν άρρηκτη διασύνδεσή της με την κρατική κυριαρχία, αλλά και την κυριαρχική πράξη, ως προϋπόθεση ενεργοποίησης της ασυλίας. Στο δεύτερο κεφάλαιο, θα εξετάσουμε την ασυλία των κρατικών αξιωματούχων, ανιχνεύοντας το τριπρόσωπο αρχηγού κράτους, κυβέρνησης και υπουργού εξωτερικών, τόσο υπό το πρίσμα της προσωπικής, όσο και της λειτουργικής ασυλίας, ενώ, παράλληλα, θα μελετήσουμε την εφαρμογή του κανόνα και στο πρόσωπο άλλων, λιγότερο προβεβλημένων, κρατικών αξιωματούχων. Ειδικότερη μνεία θα υπάρξει στους υπουργούς άμυνας, μία κατηγορία η ανάρρηση της οποίας στο καθεστώς του τριπρόσωπου δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητη.

Σελ. 14

Στο Β΄ Μέρος, θα μας απασχολήσουν οι περιπτώσεις, κατά τις οποίες η κρατική ασυλία υποχωρεί σταδιακά, υπέρ μίας σχετικής αντίληψης της ετεροδικίας. Στο πρώτο κεφάλαιο, θα εξετάσουμε τις περιπτώσεις, που το αλλοδαπό δημόσιο, ως εναγόμενη πλευρά, δεν μπορεί να επικαλεστεί με επιτυχία την κρατική ετεροδικία, όπως, μεταξύ άλλων, στις εμπορικές πράξεις, στις συμβάσεις εργασίας και στις αδικοπραξίες. Στο δεύτερο κεφάλαιο, αντικείμενο ανάλυσης θα αποτελέσουν οι περιπτώσεις, που η ετεροδικία των κρατικών αξιωματούχων δεν τυγχάνει εφαρμογής, λόγω και μίας αναδυόμενης εμφατικής εφαρμογής του διεθνούς δικαίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως προκύπτει από σωρεία πηγών στη θεωρία και δικαστικών αποφάσεων.

Σε κάθε περίπτωση, η αντιπαραβολή αυτών των δύο ομάδων κανόνων, ήτοι της δικαιοδοτικής ασυλίας του αλλοδαπού δημοσίου και των κρατικών αξιωματούχων, αφενός, της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθερίων, αφετέρου, αποτελεί μία επιπλέον έκφανση της προσπάθειας ανάδειξης του ατόμου ως πλήρους υποκειμένου του δημοσίου διεθνούς δικαίου, ένα υποκείμενο με υποχρεώσεις και δικαιώματα που, ενδεχομένως, μπορούν να γίνουν σεβαστά και εκτελεστά από εθνικά και διεθνή δικαστήρια. Σε αυτόν τον αγώνα του πολίτη, ο Προμηθέας έρχεται αντιμέτωπος με το Κράτος, το οποίο, με την εδραιωμένη θέση και ρόλο του στο διεθνές σύστημα, κρατάει με ζηλοφθονία τα προνόμια, τα οποία του διασφάλισαν οι σχεδόν τέσσερις αιώνες μεταβεστφαλικής παρουσίας του εθνικού κράτους.

 

Σελ. 15

ΜΕΡΟΣ Α΄

Επιβεβαίωση του κανόνα της δικαιοδοτικής ασυλίας
του αλλοδαπού δημοσίου και
των κρατικών αξιωματούχων

Στα τελευταία εβδομήντα χρόνια, από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το 1945, έχει επιτελεστεί μία πραγματική κοσμογονία στο διεθνές δίκαιο, ίσως περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη περίοδο κατά τη διάρκεια της ανθρώπινης ιστορίας. Ειδικότερα, στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, έχουν υιοθετηθεί πολλές και σημαντικές συμβάσεις, οι οποίες έχουν συμβάλει, όχι μόνο στην εδραίωση ατομικών δικαιωμάτων και θεμελιωδών ελευθεριών, αλλά και στη δημιουργία ενός σώματος διεθνών κανόνων, το οποίο διευρύνει το πεδίο εφαρμογής του διεθνούς δικαίου από εθνικούς και διεθνείς δικαστές. Το διεθνές δίκαιο των ασυλιών δεν θα μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστο από αυτή την εξέλιξη. Στο παρόν μέρος του βιβλίου, θα εξετάσουμε τις περιπτώσεις, στις οποίες, παρά τις εξελίξεις στο διεθνές δίκαιο των δικαιωμάτων του ανθρώπου, που επέφεραν σημαντικούς περιορισμούς στην απόλυτη εφαρμογή της ετεροδικίας, η ασυλία συνεχίζει να εφαρμόζεται.

Οι δύο διεθνείς συμβάσεις, οι οποίες υιοθετήθηκαν στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης και των Ηνωμένων Εθνών, και τις οποίες θα εξετάσουμε στο πρώτο κεφάλαιο που αφορά στην ετεροδικία του αλλοδαπού δημοσίου, διαμόρφωσαν το θετικό δίκαιο του συγκεκριμένου κλάδου. Η ανάγκη εννοιοδότησης του όρου «ασυλία του αλλοδαπού δημοσίου» θα μας οδηγήσει στο πρώτο τμήμα του πρώτου κεφαλαίου, στην εξέταση του ορισμού του κανόνα, καθώς και της πηγής, της φύσης και της δικαιολογητικής βάσης αυτού, τόσο στη θεωρία, όσο και στις διατάξεις των εθνικών νομοθεσιών και των προαναφερθεισών συμβάσεων. Στο δεύτερο τμήμα του πρώτου κεφαλαίου, θα εξετάσουμε το ρόλο της κυριαρχικής πράξης στην ενεργοποίηση της κρατικής ασυλίας. Δεδομένου ότι οι κρατικές πράξεις εκτελούνται από ανθρώπους, όργανα του κράτους, αυτό θα μας φέρει στο δεύτερο κεφάλαιο του πρώτου μέρους, το οποίο αφορά την ετεροδικία των κρατικών αξιωματούχων. Χρησιμοποιώντας ως βασική διάκριση τη διαφοροποίηση μεταξύ προσωπικής (ratione personae) και λειτουργικής (ratione materiae) ασυλίας, στο πρώτο τμήμα του δεύτερου κεφαλαίου θα εστιάσουμε στον αρχηγό κράτους (με τον οποίο τείνει να ταυτισθεί στη θεωρία και στη νομολογία και ο αρχηγός κυβέρνησης).

Στο δεύτερο τμήμα, θα μας απασχολήσουν οι υπουργοί εξωτερικών και οι διπλωμάτες, από κοινού με τους άλλους κρατικούς αξιωματούχους, μία κατηγορία ιδιαίτερα ευρεία, καθώς θα μπορούσε δυνητικά να συμπεριλάβει από

Σελ. 16

χαμηλόβαθμους έως ανώτατους κρατικούς λειτουργούς. Ωστόσο, σε αυτό το σημείο, υπάρχει ανάγκη μίας μεθοδολογικής διευκρίνισης αναφορικά με την επιλογή να εξετασθεί η ασυλία του υπουργού εξωτερικών σε ξεχωριστό τμήμα από αυτή των αρχηγών κράτους και κυβέρνησης. Λαμβάνοντας υπόψη την απόφαση Ένταλμα Σύλληψης, και την εκεί άποψη του ΔΔΧ ότι η ασυλία που απολαμβάνει ο υπουργός εξωτερικών είναι ισοδύναμη με αυτή του αρχηγού κράτους (και του αρχηγού κυβέρνησης), θα ανέμενε κάποιος το καθεστώς της ετεροδικίας, της οποίας είναι αποδέκτης ο υπουργός εξωτερικών, να εξετασθεί στο ίδιο κεφάλαιο κατά το οποίο αναλύεται η περίπτωση των αρχηγών κρατών. Εντούτοις, αποτελεί πεποίθηση του γράφοντος ότι η δικαιοδοτική ασυλία του υπουργού εξωτερικών δεν ταυτίζεται, ούτε και εξισούται, με αυτήν του αρχηγού κράτους.

Πέρα από τη σοβαρή κριτική, η οποία ασκήθηκε κατά της απόφασης από τη θεωρία για την εξομοίωση του καθεστώτος του αρχηγού κράτους με αυτό του υπουργού εξωτερικών, υπάρχουν και άλλοι λόγοι, οι οποίοι επιτάσσουν την ξεχωριστή εξέταση του υπουργού εξωτερικών ως αποδέκτη ασυλιών. Μεταξύ αυτών των λόγων συγκαταλέγονται η σύγχυση προσωπικής και λειτουργικής ασυλίας από το Δικαστήριο, η ελλιπής τεκμηρίωση στο διεθνές δίκαιο της προσωπικής ασυλίας του υπουργού εξωτερικών, σε επίπεδο τόσο σταθερής πρακτικής (usus), όσο και πεποίθησης δικαίου (opinio juris), όπως επισημαίνει η δικαστής Van den Wyngaert στη μειοψηφούσα άποψή της, και, τέλος, η κρατική πρακτική, η οποία επιφυλάσσει στον υπουργό εξωτερικών μία θέση σαφώς υποδεέστερη από αυτές των αρχηγού κράτους και κυβέρνησης, σε σειρά προβαδίσματος και συναφών προνομίων.

 

Σελ. 17

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

Aσυλία αλλοδαπού δημοσίου

Η δικαιοδοτική ασυλία των κρατών είναι ένας κανόνας του δημοσίου διεθνούς δικαίου του οποίου η θεμελίωση είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την έννοια του κράτους ως υποκειμένου του εν λόγω δικαιώματος και, ως εκ τούτου, κάθε προσπάθεια ανάλυσης και κατανόησης του κανόνα διέρχεται υποχρεωτικά μέσα από το πρίσμα της αποστολής του κράτους. Η κρατική κυριαρχία και η κυρίαρχη ισότητα των κρατών φαίνεται να αποτελούν τη νομιμοποιητική βάση του κανόνα της ετεροδικίας και της ασυλίας εκτέλεσης, των δύο βασικών εκφάνσεων της ασυλίας του αλλοδαπού δημοσίου. Όπως διευκρινίζει ο Alain Pellet: «οι ασυλίες του Κράτους είναι προορισμένες να διασφαλίσουν το σεβασμό της κυριαρχίας του». Παρά το γεγονός ότι η ασυλία του αλλοδαπού δημοσίου προβλέπεται ήδη σ’ ένα σημαντικό αριθμό εθνικών νομοθεσιών ανά τον κόσμο, ο θεσμός αποτελεί κατ’ εξοχήν δημιούργημα του διεθνούς δικαίου, καθώς είναι η διεθνής δραστηριότητα των κρατών που γέννησε το ερώτημα της υπαγωγής ή όχι ενός κράτους στη δικαιοδοσία του κράτους του forum. Άλλωστε, το σύνολο των εθνικών νομοθεσιών, που έχουν ως αντικείμενο τη ρύθμιση των διεθνών ασυλιών, είναι χρονικά μεταγενέστερo των σημαντικότερων εθνικών και διεθνών δικαστικών αποφάσεων, οι οποίες εφάρμοσαν την αρχή της ασυλίας του αλλοδαπού δημοσίου.

Tον Φεβρουάριο του 1812, στην υπόθεση Schooner Exchange, η οποία, κατά γενική ομολογία, θεωρείται η πρώτη δικαστική απόφαση παγκοσμίως στο θέμα της ετεροδικίας του αλλοδαπού δημοσίου, το Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών αποφάνθηκε ότι δεν είχε αρμοδιότητα για να εξετάσει αίτηση, που είχε ως αντικείμενο το πολεμικό πλοίο ενός τρίτου μη εχθρικού κράτους. Ειδικότερα, o Chief Justice Marshall, βασιζόμενος στο διεθνές εθιμικό δίκαιο, όπως αυτό είχε αποκρυσταλλωθεί στις αρχές του 19ου αιώνα, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, αν και η κρατική κυριαρχία, και, κατά συνέπεια, η εξ αυτής απορρέουσα δικαιοδοτική αρμοδιότητα των κρατών αποτελεί τον

Σελ. 18

κανόνα, υφίστανται εξαιρέσεις στη δικαιοδοτική αρμοδιότητα του κράτους του forum, και η ασυλία του αλλοδαπού δημοσίου είναι μία από αυτές.

Αν και κατά τους πρώτους αιώνες δημιουργίας του διεθνούς δικαίου, η ετεροδικία εμφανίζεται ως εξαίρεση στην απόλυτη και αποκλειστική δικαιοδοσία που ένα κράτος ασκεί εντός της επικράτειάς του, στην πορεία η εν λόγω εξαίρεση εξελίσσεται σε δικαίωμα του εναγόμενου κράτους. Βέβαια, πρέπει να γίνει λόγος για ένα σχετικό δικαίωμα, εφόσον αν και εδράζεται στο διεθνές δίκαιο, συχνά συναντά περιορισμούς από την εθνική νομοθεσία του κράτους του forum. Η πηγή και η φύση του κανόνα, αλλά και η νομιμοποιητική βάση, αποτελούν μία χρήσιμη πυξίδα ανάλυσης, σε αυτό το πρώτο μέρος της μελέτης, καθώς είναι μόνο μέσα από την κατανόηση των εν λόγω παραμέτρων που μπορεί να καταστεί εφικτή η αντίληψη της λειτουργίας του. Μέσα από αυτή την ανάλυση αναδεικνύεται ανάγλυφα και η δεδομένη διασύνδεση της κυριαρχίας με την δικαιοδοσία, αλλά και της λιγότερο προφανούς σχέσης της δικαιοδοσίας του κράτους του forum με την δικαιοδοτική ασυλία του εναγόμενου κράτους.

Ωστόσο, θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη η παράμετρος ότι βρισκόμαστε σε ένα νομικό πεδίο έρευνας, που τελεί σε αέναη διάδραση με τη διεθνή πολιτική και τις διακρατικές σχέσεις. Αυτό γίνεται άμεσα κατανοητό όταν κάποιος αναζητήσει τη δικαιολογητική βάση του κανόνα της ετεροδικίας του αλλοδαπού δημοσίου. Τόσο οι διεθνείς δικαστές, όσο και η θεωρία, συγκλίνουν στη διαπίστωση ότι, όπως θα δούμε αναλυτικά πιο κάτω, η νομιμοποιητική βάση του κανόνα είναι η προστασία ενός ανώτερου έννομου συμφέροντος, αυτού της διασφάλισης ενός ειρηνικού συστήματος διεθνών σχέσεων. Σε μία σύνοψη του συμποσίου, το οποίο πραγματοποιήθηκε στη Villa Vigoni, μεταξύ 11ης και 13ης Μαΐου 2017, με αντικείμενο την απόφαση του Ιταλικού Συνταγματικού

Σελ. 19

Δικαστηρίου 238/2014, την οποία θα εξετάσουμε αναλυτικά κατωτέρω, ο πρώην Προέδρος της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου και πληρεξούσιος της Γερμανίας ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης στην υπόθεση Δικαιοδοτικές Ασυλίες του Κράτους, καθηγητής Christian Tomuschat, αναφέρει εμφατικά:

«Jurisdictional immunity, coming into play with regard to specific governmental acts (acta jure imperii), establishes stop gates where judges are warned that solutions of a dispute must be sought on the political level. […] Judges should be aware of the fact that their field of cognisance is limited. The foundations of a peaceful system of international relations must be laid by way of negotiation and conciliation, not by unilateral decision making».

Αν και η διατύπωση του Γερμανού καθηγητή μπορεί να προκαλέσει σοβαρές ενστάσεις, θέτοντας όρια στη γνώση και, κατά μείζονα λόγο, στη δικαιοδοτική εξουσία των δικαστών, παραπέμποντας σε μία πιο πραγματιστική αντίληψη του δικαίου, είναι γεγονός ότι οι υπέρμαχοι της απόλυτης κρατικής ετεροδικίας θεμελιώνουν τα επιχειρήματά τους στην ανάγκη της μη διατάραξης των διακρατικών σχέσεων. Παρά ταύτα, ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η διαπίστωση ότι αυτή η δικονομική μεταχείριση ενός κράτους σε μία δίκη επιφυλάσσεται σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, και δη, όταν υφίστανται κυριαρχικές πράξεις.

Ως εκ τούτου, όπως αποδέχεται τόσο η νομολογία του ΕΔΔΑ, όσο και αυτή του ΔΔΧ, η ύπαρξη ή μη κυριαρχικής πράξης, ή actum jure imperii, σε αντιδιαστολή με τις διαχειριστικές πράξεις (acta jure gestionis) ενός κράτους, αναδεικνύεται ως το κατ’ εξοχήν κριτήριο ενεργοποίησης της κρατικής ασυλίας του αλλοδαπού δημοσίου, ενώ, αντιστρόφως, η έλλειψή της μπορεί να οδηγήσει εύκολα στη μη χορήγηση ασυλίας. Ως εκ τούτου, οφείλουμε να αναλύσουμε τα κριτήρια, που χαρακτηρίζουν μία πράξη ως κυριαρχική, και τα οποία, κατά κανόνα, έλκουν τη δικαιοδοτική ασυλία στην εκάστοτε υπό κρίση υπόθεση.

Σελ. 20

Ως εκ των άνω, προκύπτει ότι το νήμα της ανάλυσης της δικαιοδοτικής ασυλίας του αλλοδαπού δημοσίου οφείλει να ξεκινήσει από την κρατική κυριαρχία, ως θεωρητικό θεμέλιο της ετεροδικίας. Η θεωρητική διασύνδεση της δικαιοδοτικής ασυλίας με την κυριαρχία του αλλοδαπού κράτους είναι τόσο ισχυρή, ώστε συχνά η ταυτότητα του κράτους, ως εναγομένου σε μία δίκη, αποτελεί μία από τις προϋποθέσεις ενεργοποίησής της (Άρθρο 6 παρ. 2 Σύμβασης ΟΗΕ). Παράλληλα, όμως, είναι η κυριαρχική πράξη, ως res judicata, η οποία συμπαρασύρει την εφαρμογή της ασυλίας. Επομένως, εφόσον θα έχουμε πρώτα εξετάσει τη σχέση δικαιοδοσίας και ασυλίας, θα εστιάσουμε στην κυριαρχική πράξη, ως πρακτικό έναυσμα της ασυλίας.

Όπως στην Ιλιάδα, οι θεοί ρίχνουν τον πέπλο τους πάνω στους αγαπημένους ήρωές τους, προκειμένου να τους προστατεύσουν, mutatis mutandis η ασυλία εναποθέτει τον προστατευτικό μανδύα της πάνω στις κυριαρχικές πράξεις των κρατών, θέτοντας τες εκτός δικαστικού ελέγχου.

I. Η κυριαρχία ως θεωρητική βάση της ασυλίας - Η αρχή par in parem non habet imperium

«Το κράτος προσδιορίζεται ως μία συλλογικότητα, η οποία αποτελείται από ένα έδαφος και έναν πληθυσμό, υπό μία οργανωμένη πολιτική εξουσία», και «χαρακτηρίζεται από την κυριαρχία». Αν και, όπως αφήνει να εννοηθεί ο συγκεκριμένος ορισμός της Επιτροπής Badinter της Διάσκεψης Ειρήνης για τη Γιουγκοσλαβία, είναι εφικτό να εντοπισθούν οντότητες, που συγκεντρώνουν τα άλλα τρία χαρακτηριστικά, ήτοι τον πληθυσμό, το έδαφος και την οργανωμένη πολιτική εξουσία, εντούτοις είναι η κυριαρχία, όπως ενδεικτικά αναφέρει ο Allain Pellet, η οποία αποτελεί το βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα του κράτους, και ανάγει, στο πλαίσιο της διεθνούς κοινωνίας, μία πολιτική οντότητα σε κράτος. Ο Vattel ορίζει ως κυρίαρχο το κράτος, «το οποίο κυβερνάται από μόνο του, χωρίς καμία εξάρτηση από ξένο κράτος». H έννοια της κυριαρχίας είναι τόσο καθοριστικής σημασίας για τον ορισμό του κράτους, που συχνά ταυτίζεται με την ανεξαρτησία. Από αυτή την εννοιολογική ταύτιση απορρέει και ο χαρακτηρισμός, που δίνει ο Sir Ian Brownlie στην κυριαρχία, όπου την αναφέρει ως «μία δικαιική στενογραφία για τη νομική προσωπικότητα του κράτους».

Back to Top