ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ


Ειδικό Μέρος

Συνδυάστε Βιβλίο (έντυπο) + e-book και κερδίστε 23.8€
Δωρεάν μεταφορικά σε όλη την Ελλάδα για αγορές άνω των 30€

Σε απόθεμα

Τιμή: Κανονική Τιμή 68,00 € Ειδική Τιμή 57,80 €

* Απαιτούμενα πεδία

Κωδικός Προϊόντος: 18675
Σατλάνης Χρ.
  • Εκδοση: 3η 2022
  • Σχήμα: 17x24
  • Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
  • Σελίδες: 544
  • ISBN: 978-960-654-850-5

Το έργο «Εισαγωγή στο Ποινικό Δίκαιο - Ειδικό Μέρος» είναι προορισμένο να σταθεί αρωγός στους φοιτητές στα πρώτα δύσκολα βήματά τους στον δύσβατο δρόμο της νομικής επιστήμης. Τα βασικά χαρακτηριστικά του είναι αφενός η απλοποίηση των εννοιών μέσα από μια παρουσίαση του κειμένου ενός άρθρου που προβλέπει ένα έγκλημα και τον εμπλουτισμό του κειμένου αυτού με ερμηνευτικά σχόλια και άφθονα παραδείγματα και αφετέρου η εξοικείωση των φοιτητών με τα στοιχεία της νομοτυπικής υπόστασης του κάθε εγκλήματος. Ασφαλώς, απολύτως αναγκαία για την κατανόηση του παρόντος είναι η πολύ καλή γνώση του Γενικού Ποινικού Δικαίου.
Συγκεκριμένα, παρουσιάζεται το Ειδικό Μέρος του Ποινικού Κώδικα, δηλαδή τα άρθρα 134-405 ΠΚ. Ωστόσο, η όλη διαμόρφωση του παρόντος είναι εναρμονισμένη και με τις απαιτήσεις, που θα προβάλλονται κάθε φορά στις εξετάσεις για την απόκτηση της άδειας ασκήσεως του Δικηγορικού Επαγγέλματος ή για την είσοδο στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών. Βασικά, παρατίθεται η κρατούσα στη νομολογία και στη νομική επιστήμη άποψη, αλλά μέσα από τις σελίδες του βιβλίου αναδύεται και μια γόνιμη νομική σκέψη, η οποία θα είναι πάντοτε απαραίτητη για την επίλυση πρακτικών νομικών ζητημάτων.
Αποφεύχθηκαν συνειδητά οι ακραίες νομικές θεωρίες, που δεν θα μπορούσαν ποτέ να βρουν ανταπόκριση στη νομολογία. Αποφεύχθηκαν επίσης αναλύσεις που αποτελούν μέρος κυρίως της ύλης του Γενικού Ποινικού Δικαίου, όπως οι πολλές αναφορές στην αμέλεια, στον αντικειμενικό καταλογισμό του αποτελέσματος, στις μορφές συμμετοχής στο έγκλημα, στην απόπειρα και στη συρροή εγκλημάτων.
Η έκδοση αυτή φιλοδοξεί μέσα από το τρίπτυχο «κείμενο του νόμου, ερμηνευτικά σχόλια και παραδείγματα» να αντιμετωπίζει τον φοιτητή όχι μόνο ως σπουδαστή αλλά και ως αυριανό δικηγόρο ή δικαστή ή εισαγγελέα.
Όλες οι έννοιες εξηγούνται και περιγραφικά και με πλούσια παραδείγματα, γεγονός που κάνει τα νοήματα κατανοητά. Επιπλέον, η νομολογία του Αρείου Πάγου, η οποία συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο, και οι νομοθετικές μεταρρυθμίσεις μετά τον Νέο Ποινικό Κώδικα του 2019 μέχρι και τον Ν 4947/23.6.2022 καθιστούν το βιβλίο μια αναγκαία συγγραφή όχι μόνο για τους φοιτητές και φοιτήτριες αλλά και για Δικηγόρους, Εισαγγελείς και Δικαστές.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΙΧ

 

 

ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Προσβολές του δημοκρατικού πολιτεύματος 1

ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Προσβολές της διεθνούς υπόστασης της χώρας 10

ΤΡΙΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Εγκλήματα κατά άλλων κρατών 18

ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Εγκλήματα κατά των πολιτειακών και πολιτικών οργάνων
και εγκλήματα κατά του εκλογικού σώματος 19

ΠΕΜΠΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Προσβολές κατά της πολιτειακής εξουσίας 24

ΕΚΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Εγκλήματα κατά της δημόσιας τάξης 46

ΕΒΔΟΜΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Επιβουλή της θρησκευτικής ειρήνης 66

ΟΓΔΟΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

[Κατάργηση] 66

ΕΝΑΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Εγκλήματα σχετικά με το νόμισμα, άλλα μέσα πληρωμής και ένσημα 67

ΔΕΚΑΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Εγκλήματα σχετικά με τα υπομνήματα 77

ΕΝΔΕΚΑΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Εγκλήματα σχετικά με την απονομή της δικαιοσύνης 102

XII

ΔΩΔΕΚΑΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Εγκλήματα σχετικά με την υπηρεσία 125

ΔΕΚΑΤΟ ΤΡΙΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Κοινώς επικίνδυνα εγκλήματα 161

ΔΕΚΑΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Εγκλήματα κατά συγκοινωνιών, τηλεπικοινωνιών και άλλων κοινωφελών εγκαταστάσεων 191

ΔΕΚΑΤΟ ΠΕΜΠΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Εγκλήματα κατά της ζωής και προσβολές του εμβρύου 224

ΔΕΚΑΤΟ ΕΚΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Εγκλήματα κατά της σωματικής ακεραιότητας 254

ΔΕΚΑΤΟ ΕΒΔΟΜΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

[Κατάργηση] 278

ΔΕΚΑΤΟ ΟΓΔΟΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Εγκλήματα κατά της προσωπικής ελευθερίας 279

ΔΕΚΑΤΟ ΕΝΑΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας και εγκλήματα οικονομικής
εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής 306

ΕΙΚΟΣΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Εγκλήματα σχετικά με την οικογένεια 354

ΕΙΚΟΣΤΟ ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Εγκλήματα κατά της τιμής 361

ΕΙΚΟΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Προσβολές ατομικού απορρήτου και επικοινωνίας 383

ΕΙΚΟΣΤΟ ΤΡΙΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Εγκλήματα κατά περιουσιακών αγαθών 404

1

ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Προσβολές του δημοκρατικού πολιτεύματος

Άρθρο 134. Εσχάτη προδοσία: 1. Όποιος επιχειρεί με βία ή απειλή βίας να καταλύσει, να μεταβάλει, να αλλοιώσει ή να καταστήσει ανενεργό, διαρκώς ή προσκαίρως, το δημοκρατικό πολίτευμα που στηρίζεται στη λαϊκή κυριαρχία ή θεμελιώδεις αρχές ή θεσμούς του πολιτεύματος αυτού ή να αποστερήσει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ή αυτόν που ασκεί την προεδρική εξουσία, τον Πρωθυπουργό, την Κυβέρνηση ή τη Βουλή από την εξουσία που έχουν κατά το Σύνταγμα, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη.[1] 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται και: (α) όποιος επιχειρεί να τελέσει την πράξη της προηγούμενης παραγράφου με κατάχρηση της ιδιότητάς του ως οργάνου του κράτους ή με σφετερισμό της ιδιότητας αυτής, καθώς και (β) όποιος ασκεί την εξουσία που ο ίδιος ή άλλος κατέλαβε με τους τρόπους και τα μέσα που προβλέπει[2] το άρθρο αυτό. 3. Θεμελιώδεις αρχές και θεσμοί του πολιτεύματος θεωρούνται στο Κεφάλαιο αυτό: α) η ανάδειξη του Αρχηγού του Κράτους με εκλογή, β) το δικαίωμα του λαού να εκλέγει τη Βουλή με γενικές, άμεσες, ελεύθερες, ίσες και μυστικές ψηφοφορίες μέσα στα συνταγματικά χρονικά πλαίσια, γ) το κοινοβουλευτικό σύστημα διακυβέρνησης, δ) η αρχή του πολυκομματισμού, ε) η αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, όπως προβλέπεται στο Σύνταγμα, στ) η αρχή της δέσμευσης του νομοθέτη από το Σύνταγμα και της εκτελεστικής και της δικαστικής λειτουργίας από το Σύνταγμα και τους νόμους, ζ) η αρχή της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης και η) η γενική ισχύς και προστασία των ατομικών δικαιωμάτων που προβλέπει το Σύνταγμα.

Προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι το δημοκρατικό πολίτευμα.[3] Στο άρθρο 134 παρ. 3 ΠΚ αναφέρονται οι θεμελιώδεις αρχές και θεσμοί του δημοκρατικού πολιτεύματος, το οποίο στηρίζεται στην αρχή της λαϊκής κυριαρχίας και ισχύει για την Ελλάδα. Πολίτευμα, βασικά, είναι η διαδικασία και ο τρόπος, με τον οποίο οργανώνεται και ασκείται η κρατική εξουσία. Με τον όρο πολίτευμα ή πολιτικό σύστημα εννοείται ειδικότερα το σύνολο των θεσμών, σύμφωνα με τους οποίους κυβερνάται ένα Κράτος ή μια Πολιτεία. Από τη σκοπιά του συνταγματικού δικαίου είναι η ιδιάζουσα τάξη,

2

σύμφωνα με την οποία η εκάστοτε Πολιτεία ρυθμίζει την οργάνωση της εξουσίας και τη θέση των πολιτών μέσα σε αυτή την τάξη. Ένας κάπως διαφορετικός -αλλά ισχύων- ορισμός για το πολίτευμα είναι ότι πρόκειται για το σύνολο των κανόνων που καθορίζουν τα άμεσα όργανα της Πολιτείας, τον τρόπο εκλογής τους, τις μεταξύ τους σχέσεις και τον κύκλο αρμοδιότητάς τους, όπως επίσης και τη σχέση των ατόμων προς την πολιτική εξουσία.

Η εσχάτη προδοσία είναι κακούργημα και συνεπώς απαιτείται για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος δόλος (άρθρα 18, 26 ΠΚ). Πρόκειται για αμιγώς πολιτικό έγκλημα, επειδή αποσκοπεί στην ανατροπή της συνταγματικής τάξης.[4] Το έγκλημα είναι κοινό, δυνάμενο να τελεσθεί από οποιονδήποτε. Κατ’ εξαίρεση στην παρ. 2 με τη διατύπωση «(α) όποιος επιχειρεί να τελέσει την πράξη της προηγούμενης παραγράφου με κατάχρηση της ιδιότητάς του ως οργάνου του κράτους ή με σφετερισμό της ιδιότητας αυτής, καθώς και (β) όποιος ασκεί την εξουσία που ο ίδιος ή άλλος κατέλαβε με τους τρόπους και τα μέσα που προβλέπει το άρθρο αυτό» εισάγεται έγκλημα ιδιαίτερο, επειδή ο δράστης θα πρέπει να έχει κάθε φορά την ιδιότητα που αναφέρεται στη διάταξη αυτή. Σε όλες του τις μορφές το έγκλημα της εσχάτης προδοσίας είναι διαρκές (διαρκεί δηλαδή όσο διαρκεί και η παράνομη κατάσταση και συγκεκριμένα η προσβολή-κατάλυση του δημοκρατικού πολιτεύματος: contra η ΟλΑΠ 684/1975, ΠοινΧρ 1975, 423, που το χαρακτήρισε στιγμιαίο, με αντίθετη όμως εισαγγελική πρόταση). Συνέπεια τούτου είναι το ότι θα τιμωρούνται ως συμμέτοχοι στο έγκλημα και όσοι δεν συμμετείχαν μεν στην κατάλυση του δημοκρατικού πολιτεύματος αλλά άσκησαν ενόσω διαρκούσε η κατάλυση αυτή και μέχρι την αποκατάσταση του δημοκρατικού πολιτεύματος την εξουσία (βλ. παρ. 2 (β) άρθρου 134 ΠΚ). Ασφαλώς, θα πρέπει εδώ να γίνει μια συσταλτική ερμηνεία της έννοιας «εξουσία», ώστε σε κάθε περίπτωση να μη θεωρηθούν συμμέτοχοι και οι απλοί υπάλληλοι ή και οι δικαστές του πρώτου και δεύτερου βαθμού και των τριών ανώτατων δικαστηρίων (Αρείου Πάγου, Συμβουλίου της Επικρατείας και Ελεγκτικού Συνεδρίου).

Διαφωτιστική και καθοριστική θα ήταν στο σημείο τούτο, έστω και αν δεν επαναδιατυπώθηκε στον νέο Ποινικό Κώδικα, η διάταξη του άρθρου 134Β του προϊσχύσαντος ΠΚ: «Δεν τιμωρούνται ως συμμέτοχοι στις πράξεις του άρθρου 134 δημόσιοι υπάλληλοι ή λειτουργοί που άσκησαν τα καθήκοντά τους όσο διήρκεσε ο σφετερισμός της λαϊκής κυριαρχίας ή η παράνομη κατάλυση, η μεταβολή ή η αδράνεια του δημοκρατικού πολιτεύματος, αν η άσκηση των καθηκόντων τους ήταν αναγκαία αποκλειστικώς για τη συνέχιση της λειτουργίας του κράτους και δεν έγινε με σκοπό τη διατήρηση της εξουσίας από τους σφετεριστές της».

Επιχειρεί κάποιος με βία ή απειλή βίας να καταλύσει, να μεταβάλει, να αλλοιώσει ή να καταστήσει ανενεργό, διαρκώς ή προσκαίρως, το δημοκρατικό πολίτευμα, όταν προσπαθεί να το μετατρέψει π.χ. σε βασιλευόμενη δημοκρατία ή σε στρατιωτική δικτατορία,

3

όπως συνέβη με το πραξικόπημα της 21.4.1967. Επιχειρεί κάποιος «να τελέσει την πράξη της προηγούμενης παραγράφου με κατάχρηση της ιδιότητάς του ως οργάνου του κράτους ή με σφετερισμό[5] της ιδιότητας αυτής», όταν επιχειρεί με βία ή απειλή βίας να καταλύσει, να μεταβάλει, να αλλοιώσει ή να καταστήσει ανενεργό, διαρκώς ή προσκαίρως, το δημοκρατικό πολίτευμα και πράγματι είναι κρατικό όργανο που έχει εκλεγεί και διορισθεί νόμιμα αλλά ενεργεί με κατάχρηση της ιδιότητάς του ως κρατικού οργάνου και με άσκηση της εξουσίας του πέραν των συνταγματικών της ορίων ή, αντιστοίχως, όταν δεν εκλέχθηκε νόμιμα ως κρατικό όργανο αλλά παράνομα (π.χ. με στρατιωτικό πραξικόπημα). Στην πρώτη εναλλακτική εκδοχή εντάσσεται π.χ. η περίπτωση, στην οποία Κυβέρνηση θα διέλυε τη Βουλή (για τη διάλυση αυτή βλ. άρθρα 32 παρ. 4, 37 παρ. 3, 41 και 53 παρ. 1 Συντάγματος) με το πρόσχημα της προκήρυξης εκλογών μέσα σε τριάντα ημέρες, θα ανέβαλλε επ’ αόριστο χρόνο τις εκλογές και με προεδρικά διατάγματα θα ασκούσε την εξουσία, ισχυριζόμενη, ότι αυτό θα διαρκέσει μέχρι να αντιμετωπίσει η Ελλάδα τα τρέχοντα προβλήματα και την οικονομική κρίση.

Ως βία νοείται όχι τόσο η προερχόμενη από το ανθρώπινο σώμα αλλά η στρεφόμενη κατ’ ανθρώπινου σώματος (ή και πράγματος που εξυπηρετεί το σώμα), δυνάμενη να είναι από απλή γροθιά με το χέρι ή χρήση σιδερολοστού για πρόκληση σωματικής βλάβης μέσω της περιαγωγής άλλου σε κατάσταση αναισθησίας ή ανικανότητας για αντίσταση με υπνωτικά ή ναρκωτικά ή άλλα ανάλογα μέσα μέχρι και τη χρήση πυροβόλου όπλου, που προκαλεί τον θάνατο (ένοπλη βία). Ειδικότερα ως βία νοείται η με υλική επενέργεια πάνω σε άνθρωπο αφαίρεση της σωματικής του δυνατότητας για ελεύθερη κίνηση ή επαφή με το περιβάλλον, που στοχεύει στην υπερνίκηση εκδηλωθείσας ή προβαλλόμενης ή αναμενόμενης αντίστασης και στον εξαναγκασμό του σε συγκεκριμένη πράξη, παράλειψη ή ανοχή.[6] Αναλυτικότερα: Βία είναι η χρήση δύναμης που επενεργεί σωματικά με σκοπό την υπερνίκηση είτε ήδη προβαλλόμενης είτε αναμενόμενης αντίστασης (τράβηγμα μαλλιών, σφίξιμο του σώματος με χέρια και πόδια, ξυλοδαρμός, σφίξιμο του λαιμού, δέσιμο με σχοινί, κτύπημα με αντικείμενο στο κεφάλι του θύματος για πρόκληση αναισθησίας, πυροβολισμός ή μαχαίρωμα που προκαλεί θάνατο στο θύμα κ.λπ.). «Σωματική βία συνιστά και η περιαγωγή άλλου σε κατάσταση αναισθησίας ή ανικανότητας για αντίσταση με υπνωτικά ή ναρκωτικά ή άλλα ανάλογα μέσα» (άρθρο 13 περ. δ΄ ΠΚ). Ως σωματική βία θεωρείται και κάθε συμπεριφορά

4

που επενεργεί πάνω στο θύμα σωματικά, όπως π.χ. η κατακράτηση της πατερίτσας αναπήρου ή του μπαστουνιού ενός τυφλού.

Απειλή είναι η εξαγγελία ενός κακού, η οποία προκαλεί τρόμο ή ανησυχία στο θύμα (άρθρο 333 παρ. 1 εδ. α΄ ΠΚ: «Όποιος προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, τιμωρείται με φυλάκιση έως ένα έτος ή χρηματική ποινή»). Eνδείκνυται εξάλλου να επισημανθεί, ότι το άρθρο 330 παρ. 1 ΠΚ ορίζει την «παράνομη βία» ως εξής: «1. Όποιος με σωματική βία ή απειλή σωματικής βίας ή άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης εξαναγκάζει άλλον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή για τις οποίες ο παθών δεν έχει υποχρέωση, τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή, ανεξάρτητα αν το απειλούμενο κακό στρέφεται εναντίον εκείνου που απειλείται ή κάποιου από τους οικείους του». Κατά την άποψή μου λοιπόν οι όροι «βία» και «σωματική βία» είναι ταυτόσημοι, ενώ «απειλή σωματικής βίας» και «απειλή βίας» σημαίνουν αντίστοιχα την πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας δια της εξαγγελίας παράνομης πράξης (κακού) με χρήση σωματικής βίας επάνω στο θύμα ή με χρήση βίας σε άλλα πρόσωπα πέραν του θύματος (π.χ. απειλεί ο δράστης, ότι θα σκοτώσει δέκα μαθητές που έχει απαγάγει ή ότι θα προκαλέσει έκρηξη σε 20 πολυκατοικίες).[7]

Άρθρο 135. — Προπαρασκευαστικές πράξεις: 1. Όποιος δημόσια ή με τη διάδοση εγγράφων, εικόνων ή παραστάσεων ή μέσω του διαδικτύου προκαλεί με πρόθεση ή προσπαθεί να διεγείρει άλλους στο να επιχειρήσουν πράξεις από εκείνες που αναφέρονται στο προηγούμενο άρθρο τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται και όποιος οργανώνεται[8] με άλλον ή άλλους με

5

σκοπό[9] να εκτελέσουν πράξη από εκείνες που αναφέρονται στο προηγούμενο άρθρο ή σε συνεννόηση με ξένη κυβέρνηση προπαρασκευάζει την εκτέλεση μιας απ’ αυτές τις πράξεις.

Οτιδήποτε πράξει ο δράστης πριν από την πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης του εγκλήματος για να προετοιμάσει το έγκλημα ανήκει στις λεγόμενες προπαρασκευαστικές πράξεις του εγκλήματος, οι οποίες δεν τιμωρούνται με την ποινή της απόπειρας, εκτός αν τιμωρούνται αυτοτελώς στον νόμο. Δεν τιμωρείται π.χ. η αγορά βενζίνης με σκοπό την τέλεση εμπρησμού ή η αγορά δηλητηρίου με σκοπό την τέλεση ανθρωποκτονίας. Δεν τιμωρείται επίσης η αγορά όπλου με σκοπό την τέλεση ανθρωποκτονίας ως πράξη απόπειρας ανθρωποκτονίας. Παράδειγμα: Ο Α αγοράζει πυροβόλο όπλο από κάποιον του υποκόσμου, το κρύβει, αγοράζει σφαίρες από κατάστημα, εξασκείται στη σκοποβολή και παρακολουθεί τις κινήσεις του Β, τον οποίο θέλει να σκοτώσει. Μέχρι εδώ δεν υπάρχει απόπειρα ανθρωποκτονίας. Όλες αυτές οι πράξεις είναι προπαρασκευαστικές και μένουν ατιμώρητες, επειδή δεν περιέχουν αρχή εκτέλεσης του εγκλήματος.[10] Η συμπεριφορά του Α τιμωρείται αυτοτελώς από ειδικές διατάξεις ως κατοχή όπλου χωρίς άδεια ή ως οπλοφορία, εφόσον ο δράστης κυκλοφορεί ανάμεσα σε αόριστο αριθμό ανθρώπων. Κατ’ εξαίρεση ωστόσο, όπως και σε άλλες περιπτώσεις, τιμωρούνται οι προπαρασκευαστικές πράξεις εσχάτης προδοσίας.

Άρθρο 136. — Παρεπόμενες ποινές: Στις περιπτώσεις των άρθρων 134 και 135, μαζί με την ποινή της κάθειρξης το δικαστήριο επιβάλλει και αποστέρηση θέσεων και αξιωμάτων.

Άρθρο 137. — Έμπρακτη μετάνοια: 1. Στις περιπτώσεις των άρθρων 134 και 135, ο δράστης μένει ατιμώρητος αν με δική του θέληση παρεμπόδισε την επέλευση του αποτελέσματος που επιδίωξε με την πράξη του ή συντέλεσε αποφασιστικά στη ματαίωσή του. 2. Αν στις περιπτώσεις του άρθρου 134 ο δράστης συντέλεσε αποφασιστικά στην αποκατάσταση του δημοκρατικού πολιτεύματος, τιμωρείται με ποινή μειωμένη. Το δικαστήριο όμως μπορεί, εκτιμώντας ελεύθερα όλες τις περιστάσεις, να κρίνει την πράξη του ατιμώρητη.

 

6

Άρθρο 137Α. — Βασανιστήρια: 1. Υπάλληλος ή στρατιωτικός, στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η δίωξη, η ανάκριση ή η εξέταση αξιόποινων πράξεων ή πειθαρχικών παραπτωμάτων ή η εκτέλεση ποινών ή η φύλαξη ή η επιμέλεια κρατουμένων,[11] τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη, εάν υποβάλει σε βασανιστήρια[12] κατά την εκτέλεση αυτών των καθηκόντων πρόσωπο που βρίσκεται στην εξουσία του με σκοπό[13]: α) να αποσπάσει από αυτό ή από τρίτο πρόσωπο ομολογία, κατάθεση, πληροφορία ή δήλωση ιδίως αποκήρυξης ή αποδοχής πολιτικής ή άλλης ιδεολογίας, β) να το τιμωρήσει ή γ) να εκφοβίσει αυτό ή τρίτα πρόσωπα. Με την ίδια ποινή τιμωρείται υπάλληλος ή στρατιωτικός, που με εντολή των προϊσταμένων του ή αυτοβούλως σφετερίζεται τέτοια καθήκοντα και τελεί τις πράξεις του προηγούμενου εδαφίου.[14] 2. Επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών αν οι πράξεις της προηγούμενης παραγράφου: α) τελούνται με μέσα ή τρόπους συστηματικού βασανισμού, ιδίως κτυπήματα στα πέλματα του θύματος (φάλαγγα), ηλεκτροσόκ, εικονική εκτέλεση ή παραισθησιογόνες ουσίες ή β) έχουν ως αποτέλεσμα τη βαριά σωματική βλάβη του θύματος.[15] Η ποινή αυτή επιβάλλεται και όταν ο υπαίτιος, ως προϊστάμενος, έδωσε την εντολή τέλεσής τους. 3. Σωματική κάκωση, βλάβη της υγείας, άσκηση παράνομης σωματικής ή ψυχολογικής βίας και κάθε άλλη σοβαρή προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, που τελείται από τα πρόσωπα, υπό τις περιστάσεις και για τους σκοπούς που προβλέπει η παρ. 1, εφόσον δεν υπάγεται στην έννοια των βασανιστηρίων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών και χρηματική ποινή, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη.[16] Επιβάλλεται

7

κάθειρξη έως δέκα έτη αν συντρέχουν οι επιβαρυντικές περιστάσεις της προηγούμενης παραγράφου. Ως προσβολές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας θεωρούνται ιδίως: α) η χρησιμοποίηση ανιχνευτή αλήθειας, β) η παρατεταμένη απομόνωση,[17] γ) η σοβαρή προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας.[18] 4. Αν οι πράξεις των προηγούμενων παραγράφων επέφεραν το θάνατο του θύματος επιβάλλεται κάθειρξη ισόβια ή πρόσκαιρη τουλάχιστον δέκα ετών.[19] 5. Βασανιστήρια συνιστούν, κατά το άρθρο αυτό, κάθε μεθοδευμένη πρόκληση έντονου σωματικού πόνου ή σωματικής εξάντλησης επικίνδυνης για την υγεία ή ψυχικού πόνου ικανού να επιφέρει σοβαρή ψυχική βλάβη, καθώς και κάθε παράνομη χρησιμοποίηση χημικών, ναρκωτικών ή άλλων φυσικών ή τεχνικών μέσων με σκοπό να κάμψουν τη βούληση του θύματος. Δεν υπάγονται στην έννοια των βασανιστηρίων πράξεις ή συνέπειες συμφυείς προς τη νόμιμη εκτέλεση ποινής ή άλλου νόμιμου περιορισμού της ελευθερίας ή προς άλλο νόμιμο μέτρο δικονομικού καταναγκασμού.[20] 6. Η καταδίκη

8

για τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4 συνεπάγεται αυτοδίκαιη αποστέρηση αξιωμάτων και θέσεων, που επέρχεται μόλις η καταδικαστική απόφαση γίνεται αμετάκλητη. 7. Σε περίπτωση που οι πράξεις του άρθρου αυτού τελούνται υπό καθεστώς σφετερισμού της λαϊκής κυριαρχίας,[21] η προθεσμία της παραγραφής αρχίζει μόλις αποκατασταθεί η νόμιμη εξουσία.[22] 8. Η συνδρομή των όρων των άρθρων 20 έως 25 ουδέποτε αίρει τον άδικο χαρακτήρα των πράξεων αυτού του άρθρου.[23] 9. Ο παθών των πράξεων του άρθρου αυτού δικαιούται να απαιτήσει από τον αμετακλήτως καταδικασθέντα και από το δημόσιο, που ευθύνονται σε ολόκληρο, αποζημίωση για τις ζημίες που υπέστη και χρηματική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη ή περιουσιακή βλάβη.

Η διάταξη του άρθρου 137Α αντικαθίσταται ως εξής: «1. Υπάλληλος ή στρατιωτικός, στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η δίωξη, η ανάκριση ή η εξέταση αξιόποινων πράξεων ή πειθαρχικών παραπτωµάτων ή η εκτέλεση ποινών ή η φύλαξη ή η επιµέλεια κρατουµένων, τιµωρείται µε κάθειρξη έως δέκα έτη, εάν υποβάλλει σε βασανιστήρια κατά την εκτέλεση αυτών των καθηκόντων πρόσωπο που βρίσκεται στην εξουσία του µε σκοπό: α) να αποσπάσει από αυτό ή από τρίτο πρόσωπο οµολογία, κατάθεση, πληροφορία ή δήλωση ιδίως αποκήρυξης ή αποδοχής πολιτικής ή άλλης ιδεολογίας, β) να το τιµωρήσει ή γ) να εκφοβίσει αυτό ή τρίτα πρόσωπα. Με την ίδια ποινή τιµωρείται υπάλληλος ή στρατιωτικός, που µε εντολή των προϊσταµένων του ή αυτοβούλως σφετερίζεται τέτοια καθήκοντα και τελεί τις πράξεις του προηγούµενου εδαφίου.

9

2. Με την ίδια ποινή τιµωρούνται τα βασανιστήρια τα οποία τελούνται από τα πρόσωπα και υπό τις περιστάσεις που προβλέπει η προηγούµενη παράγραφος ακόµη και χωρίς τον αναφερόµενο σε αυτή σκοπό, εφόσον η επιλογή του παθόντος γίνεται λόγω των χαρακτηριστικών φυλής, χρώµατος, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, γενεαλογικών καταβολών, θρησκείας, αναπηρίας, γενετήσιου προσανατολισµού, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου. Στην περίπτωση αυτή δεν εφαρµόζεται το άρθρο 82Α. 3. Επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών αν οι πράξεις των προηγούµενων παραγράφων: α) τελούνται µε µέσα ή τρόπους συστηµατικού βασανισµού, ιδίως κτυπήµατα στα πέλµατα του θύµατος (φάλαγγα), ηλεκτροσόκ, εικονική εκτέλεση ή παραισθησιογόνες ουσίες ή β) έχουν ως αποτέλεσµα τη βαριά σωµατική βλάβη του θύµατος. Η ποινή αυτή επιβάλλεται και όταν ο υπαίτιος, ως προϊστάµενος, έδωσε την εντολή τέλεσής τους. 4. Σωµατική κάκωση, βλάβη της υγείας, άσκηση παράνοµης σωµατικής ή ψυχολογικής βίας και κάθε άλλη σοβαρή προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, που τελείται από τα πρόσωπα και υπό τις περιστάσεις που προβλέπουν οι παράγραφοι 1 και 2, εφόσον δεν υπάγεται στην έννοια των βασανιστηρίων, τιµωρείται µε φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών και χρηµατική ποινή, αν δεν τιµωρείται βαρύτερα µε άλλη διάταξη. Επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα έτη αν συντρέχει η περίπτωση β΄ της προηγούµενης παραγράφου. Ως προσβολές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας θεωρούνται ιδίως: α) η χρησιµοποίηση ανιχνευτή αλήθειας, β) η παρατεταµένη αποµόνωση, γ) η σοβαρή προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας. 5. Αν οι πράξεις των προηγούµενων παραγράφων επέφεραν τον θάνατο του παθόντος, επιβάλλεται κάθειρξη ισόβια ή πρόσκαιρη τουλάχιστον δέκα ετών. 6. Βασανιστήρια συνιστούν, κατά το άρθρο αυτό, κάθε εσκεµµένη πρόκληση έντονου σωµατικού πόνου ή σωµατικής εξάντλησης επικίνδυνης για την υγεία ή ψυχικού πόνου ικανού να επιφέρει σοβαρή ψυχική βλάβη, καθώς και κάθε παράνοµη χρησιµοποίηση χηµικών, ναρκωτικών ή άλλων φυσικών ή τεχνικών µέσων µε σκοπό να κάµψουν τη βούληση του παθόντος. Δεν υπάγονται στην έννοια των βασανιστηρίων πράξεις ή συνέπειες συµφυείς προς τη νόµιµη εκτέλεση ποινής ή άλλου νόµιµου περιορισµού της ελευθερίας ή προς άλλο νόµιµο µέτρο δικονοµικού καταναγκασµού. 7. Η καταδίκη για τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 5 συνεπάγεται αυτοδίκαιη αποστέρηση αξιωµάτων και θέσεων, που επέρχεται µόλις η καταδικαστική απόφαση γίνεται αµετάκλητη. 8. Σε περίπτωση που οι πράξεις των παραγράφων 1 έως 5 τελούνται υπό καθεστώς σφετερισµού της λαϊκής κυριαρχίας, η προθεσµία της παραγραφής αρχίζει µόλις αποκατασταθεί η νόµιµη εξουσία. 9. Η συνδροµή των όρων των άρθρων 20 έως 25 ουδέποτε αίρει τον άδικο χαρακτήρα των πράξεων αυτού του άρθρου. 10. Ο παθών των πράξεων του άρθρου αυτού δικαιούται να απαιτήσει από τον αµετακλήτως καταδικασθέντα και από το δηµόσιο, που ευθύνονται σε ολόκληρο, αποζηµίωση για τις ζηµίες που υπέστη και χρηµατική ικανοποίηση για ψυχική οδύνη ή περιουσιακή βλάβη» (άρθρο 2 N 4637/2019 που άρχισε να ισχύει στις 18 Νοεμβρίου 2019).

Άρθρα 137Β-137Δ. (Καταργούνται)

 

10


ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Προσβολές της διεθνούς υπόστασης της χώρας

Ι. Προσβολές της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας

Άρθρο 138. — Επιβουλή της ακεραιότητας της χώρας: 1. Όποιος επιχειρεί με βία ή απειλή βίας να αποσπάσει από το ελληνικό κράτος τμήμα του εδάφους ή του θαλάσσιου χώρου που ανήκει σε αυτό ή να τα συγχωνεύσει σε άλλο κράτος, τιμωρείται με κάθειρξη ισόβια ή πρόσκαιρη τουλάχιστον δέκα ετών. Με την ίδια ποινή τιμωρείται και όποιος επιχειρεί να τελέσει την πράξη με κατάχρηση της ιδιότητάς του ως οργάνου του κράτους ή με σφετερισμό της ιδιότητας αυτής. 2. Οι διατάξεις των άρθρων 135 έως 137 έχουν και εδώ ανάλογη εφαρμογή.

Είναι έγκλημα αφηρημένης διακινδύνευσης, αφού η επέλευση ή η δυνατότητα επέλευσης του κινδύνου δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, και υπαλλακτικώς ή διαζευκτικώς μικτό. Για την έννοια της βίας, της απειλής βίας, την κατάχρηση της ιδιότητας του δράστη ως οργάνου του κράτους και τον σφετερισμό της ιδιότητας αυτής βλ. τα γραφόμενα σχόλια υπό το άρθρο 134 ΠΚ.

Στο έδαφος ενός κράτους ανήκουν, εκτός από την ηπειρωτική χώρα και τα νησιά, επιπλέον τα χωρικά ύδατα. Μάλιστα, κάθε νησί έχει δικά του χωρικά ύδατα ή αιγιαλίτιδα ζώνη ή χωρική θάλασσα.[24]

Παρατηρεί κανείς, ότι το έγκλημα της επιβουλής της (εδαφικής) ακεραιότητας της χώρας διαμορφώνεται στον νόμο ως έγκλημα απόπειρας, υπό την έννοια ότι για την τελείωση ή ολοκλήρωσή του δεν απαιτείται να επιτύχει κάποιος την απόσπαση εδάφους από το ελληνικό κράτος ή τη συγχώνευση τέτοιου εδάφους σε άλλο κράτος. Αρκεί κάθε πράξη και κάθε προσπάθεια που τελείται με σωματική βία ή με απειλές σωματικής βίας και που έχει ως σκοπό την απόσπαση εδάφους (για την ίδρυση νέου κράτους προφανώς) ή τη συγχώνευση εδάφους σε άλλη Πολιτεία. Τέτοια θα ήταν π.χ. η θέση σε κίνηση ένοπλου κινήματος, το οποίο με μάχες ή με απειλές μαχών θα επιδίωκε την απόσπαση εδάφους από το ελληνικό κράτος, έστω και αν τελικά δεν κατορθώθηκε η απόσπαση για την ίδρυση νέου κράτους: βλ. Χρ. Σατλάνη, Εγκλήματα πολέμου, εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας στο Ιράκ, δημοσιογραφική ενημέρωση και «Τουρκική

11

Ένωση Ξάνθης» (ένα πρακτικό ζήτημα με γεύση διεθνούς και ποινικού δικαίου), ΠοινΔικ 2009, σελ. 985επ., 1000.

Με την επιτασσόμενη εφαρμογή του άρθρου 135 ΠΚ[25] τιμωρείται με κάθειρξη για προπαρασκευαστικές πράξεις επιβουλής της ακεραιότητας της χώρας όποιος δημόσια (= με τρόπο που να γίνεται η πράξη ταυτόχρονα αντιληπτή από αόριστο αριθμό ανθρώπων) ή με τη διάδοση εγγράφων, εικόνων ή παραστάσεων ή μέσω του διαδικτύου προκαλεί άλλους (= δημιουργεί σε άλλους την απόφαση) με πρόθεση ή προσπαθεί να διεγείρει (= να ξεσηκώσει συναισθηματικά, να ερεθίσει) άλλους στο να επιχειρήσουν πράξεις επιβουλής της ακεραιότητας της χώρας ή οργανώνεται με άλλον ή άλλους με σκοπό να τελέσουν πράξεις επιβουλής της ακεραιότητας της χώρας ή σε συνεννόηση με ξένη κυβέρνηση προπαρασκευάζει την τέλεση επιβουλής ακεραιότητας της χώρας.[26]

Άρθρο 139. — Νόθευση αποδεικτικών: Όποιος νοθεύει, καταστρέφει ή κρύβει έγγραφα ή άλλα αντικείμενα που χρησιμεύουν για την απόδειξη των εδαφικών δικαιωμάτων του ελληνικού κράτους ή την υποστήριξη συμφερόντων του τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη.

ΙΙ. Προσβολές της διεθνούς ειρήνης της χώρας

Άρθρο 140. — Έκθεση σε κίνδυνο πολέμου: 1. Όποιος επιχειρεί με συνομιλίες ή διαπραγματεύσεις με ξένη κυβέρνηση ή οργάνωση που ασκεί στην πράξη κρατική εξουσία σε ορισμένο τόπο να προκαλέσει πόλεμο ή εχθροπραξίες εναντίον του ελληνικού κράτους ή συμμάχου του, τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη. 2. Αν εξαιτίας των ενεργειών του κηρύχθηκε πραγματικά πόλεμος ή άρχισαν εχθροπραξίες, επιβάλλεται κάθειρξη ισόβια ή πρόσκαιρη τουλάχιστον δέκα ετών. 3. Οι ποινές των προηγούμενων παραγράφων επιβάλλονται αν οι πράξεις δεν τιμωρούνται βαρύτερα με άλλες διατάξεις. 4. Ο δράστης της πράξης της πρώτης παραγράφου μένει ατιμώρητος, αν με δική του θέληση παρεμπόδισε την πρόκληση του πολέμου ή των εχθροπραξιών που επιδίωξε με την πράξη του.

12

Η παρ. 2 φαίνεται να εισάγει εξωτερικό όρο του αξιοποίνου, οπότε δεν χρειάζεται να καλύπτεται από δόλο του δράστη. Ωστόσο, συνιστά επιβαρυντική περίπτωση και θεσπίζει διακεκριμένο έγκλημα. Συνεπώς, απαιτείται δόλος, τουλάχιστον ενδεχόμενος, σχετικά με την κήρυξη πολέμου ή το ξέσπασμα πολέμου ή την έναρξη εχθροπραξιών.[27]

Άρθρο 141. — Έκθεση σε κίνδυνο αντιποίνων: 1. Όποιος, με πράξεις που θέτουν υπό αμφισβήτηση κυριαρχικά δικαιώματα άλλου κράτους ή με άλλες προκλητικές ενέργειες, εκθέτει το ελληνικό κράτος ή σύμμαχό του ή τους κατοίκους τους σε κίνδυνο αντιποίνων ή εκθέτει σε κίνδυνο διατάραξης τις φιλικές σχέσεις της Ελλάδας ή συμμάχου της με ξένο κράτος, τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή. 2. Αν τα αντίποινα επήλθαν πραγματικά εξαιτίας των ενεργειών του επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών.

Άρθρο 142. — Έκθεση σε κίνδυνο αντιποίνων από αμέλεια: Αν η πράξη του προηγούμενου άρθρου τελέστηκε από αμέλεια επιβάλλεται παροχή κοινωφελούς εργασίας ή χρηματική ποινή και, αν εξαιτίας αυτής επήλθαν αντίποινα, φυλάκιση έως ένα έτος ή χρηματική ποινή.

Η διάταξη του άρθρου 142 ΠΚ αντικαθίσταται ως εξής: «Αν η πράξη του προηγούµενου άρθρου τελέστηκε από αµέλεια, επιβάλλεται χρηµατική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας και, αν εξαιτίας αυτής επήλθαν αντίποινα, φυλάκιση έως ένα έτος ή χρηµατική ποινή» (άρθρο 3 παρ. 1 N 4637/2019 που άρχισε να ισχύει στις 18 Νοεμβρίου 2019).

Άρθρο 142Α. — Παραβάσεις κανονισµών της Ε.Ε.: Όποιος µε πρόθεση παραβιάζει κυρώσεις ή περιοριστικά µέτρα, που έχουν επιβληθεί σε βάρος κρατών ή οντοτήτων ή οργανισµών ή φυσικών ή νοµικών προσώπων, µε κανονισµούς της ΕΕ[28] τιµωρείται µε φυλάκιση έως δύο έτη εκτός αν από άλλη διάταξη προβλέπεται βαρύτερη ποινή. Οι διατάξεις του προηγούµενου εδαφίου εφαρµόζονται και όταν οι προβλεπόµενες σε αυτό πράξεις δεν είναι αξιόποινες, κατά τους νόµους της χώρας στην οποία τελέστηκαν.

Στη διάταξη του άρθρου 142Α ΠΚ στον τίτλο η συντοµογραφία «Ε.Ε.» και στο κείµενό της η συντοµογραφία «ΕΕ» αντικαθίσταται από τις λέξεις «Ευρωπαϊκής Ένωσης» (άρθρο 3 παρ. 2 N 4637/2019 που άρχισε να ισχύει στις 18 Νοεμβρίου 2019).

13


ΙΙΙ. Προσβολές της αμυντικής ικανότητας της χώρας

Άρθρο 143. — Υπηρεσία στον εχθρό: 1. Έλληνας πολίτης, ο οποίος σε καιρό πολέμου κατά του ελληνικού κράτους υπηρετεί στον στρατό του εχθρού ή παίρνει όπλα κατά της ελληνικής πολιτείας ή των συμμάχων της τιμωρείται με κάθειρξη ισόβια ή πρόσκαιρη τουλάχιστον δέκα ετών. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται και όποιος σε έδαφος του ελληνικού κράτους που βρίσκεται υπό εχθρική κατοχή, υποστηρίζει τη δύναμη του εχθρού σε αυτό καταδίδοντας άτομα που αντιστέκονται στις δυνάμεις κατοχής ή προσφέροντας τις υπηρεσίες του σε αυτές, με σκοπό τη διατήρηση του κατοχικού καθεστώτος.

Άρθρο 144. — Υποστήριξη της πολεμικής δύναμης του εχθρού: 1. Όποιος σε πόλεμο που κηρύχθηκε ή που επίκειται κατά της ελληνικής πολιτείας: α) ενισχύει τις πολεμικές δυνάμεις του εχθρού υπηρετώντας σε αυτές ως στρατιώτης ή προσφέροντας μέσα ή υπηρεσίες ή β) βλάπτει τις ελληνικές πολεμικές δυνάμεις καταστρέφοντας, αφαιρώντας ή μη παραδίδοντας τα πιο πάνω μέσα ή αρνούμενος τις οφειλόμενες υπηρεσίες, τιμωρείται με κάθειρξη ισόβια ή πρόσκαιρη τουλάχιστον δέκα ετών. 2. Ο ξένος υπήκοος που παρέχει στον εχθρικό στρατό τα μέσα ή τις υπηρεσίες της προηγούμενης παραγράφου δεν τιμωρείται, εκτός αν, κατά τον χρόνο της πράξης, κατοικούσε στην Ελλάδα ή σε έδαφος κατεχόμενο από την Ελλάδα ή αν όσα έδωσε προέρχονται από αυτά τα εδάφη. 3. Όποιος σε πόλεμο που κηρύχθηκε ή που επίκειται κατά της ελληνικής πολιτείας επιχειρεί να ενισχύσει τις πολεμικές δυνάμεις του εχθρού, ισχυριζόμενος ή διαδίδοντας ειδήσεις σχετικά με τις θέσεις, την ισχύ ή τις ενέργειες των ελληνικών ένοπλων δυνάμεων τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη.

Άρθρο 145. — (Καταργείται)

ΙV. Προσβολές κρατικών απορρήτων

Άρθρο 146. — Παραβίαση μυστικών της Πολιτείας: 1. Όποιος παραδίδει ή αφήνει να περιέλθει στην κατοχή ή τη γνώση άλλου κρατικό απόρρητο τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη. 2. Αν η πράξη τελείται σε καιρό πολέμου, επιβάλλεται κάθειρξη ισόβια ή πρόσκαιρη τουλάχιστον δέκα ετών. 3. Με τις ποινές των προηγούμενων παραγράφων τιμωρείται και όποιος δημόσια με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω του διαδικτύου ανακοινώνει ή διαδίδει κρατικό απόρρητο.

Άρθρο 147. — Παραβίαση μυστικών της Πολιτείας από αμέλεια: Όποιος τελεί τις πράξεις του προηγούμενου άρθρου από αμέλεια, εφόσον τα απόρρητα ήταν υπηρεσιακώς εμπιστευμένα σ’ αυτόν ή τού ήταν προσιτά λόγω της δημόσιας υπηρεσίας

14

του ή με εντολή κάποιας αρχής, τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή και σε καιρό πολέμου, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών και χρηματική ποινή.

Προστατευόμενο έννομο αγαθό είναι τα κρατικά απόρρητα, η παραβίαση των οποίων θα έθετε σε κίνδυνο την εδαφική ακεραιότητα, την εξωτερική ασφάλεια και τα διεθνή συμφέροντα της Πολιτείας (πρβλ. ΑΠ 247/1951, ΠοινΧρ 1951, 372, ΕφΑθ 2400/1998, ΠοινΧρ 2000, 359). Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 149 ΠΚ «Κρατικό απόρρητο κατά την έννοια των άρθρων 146 έως 148 είναι ένα γεγονός, αντικείμενο ή πληροφορία, η πρόσβαση στα οποία είναι δυνατή σε ένα προσδιορισμένο κύκλο προσώπων και που χαρακτηρίζονται ως μυστικά για να αποφευχθεί ο κίνδυνος προσβολής της εδαφικής ακεραιότητας, της αμυντικής ικανότητας, των διεθνών σχέσεων ή των οικονομικών συμφερόντων του ελληνικού κράτους και της διεθνούς ειρήνης». Πρόκειται για έγκλημα αφηρημένης διακινδύνευσης. Τα απόρρητα είναι δυνατό να είναι στρατιωτικά ή μη στρατιωτικά (βλ. ΣυμβΑΠ 1535/2008, Αρμ 2008, 1230). Ως παραβίαση μυστικών της Πολιτείας και κατασκοπεία (άρθρο 148 ΠΚ) κρίθηκε η δια εφημερίδας δημοσίευση των ονομάτων υπαλλήλων της ΕΥΠ: «Τα πιο πάνω ονόματα υπαλλήλων της ΕΥΠ τους είχαν γνωστοποιηθεί παρανόμως δηλαδή αντίθετα με την ικανοποίηση της αναγκαιότητας του ίδιου του κράτους και με την δημοσίευσή τους μετέδωσαν αυτά σε απροσδιόριστα μεγάλο αριθμό ατόμων (αναγνωστών της πιο πάνω εφημερίδας), αν και γνώριζαν ότι τα συμφέροντα της πολιτείας σύμφωνα με την κειμένη νομοθεσία (ν. 1645/1986) επέβαλαν να τηρηθούν τα ονόματα αυτά απόρρητα απέναντι στις ξένες κυβερνήσεις, ώστε να καθίσταται εφικτή η εκτέλεση του έργου που έχει ανατεθεί στα στελέχη της ΕΥΠ» (βλ. ΣυμβΑΠ 1535/2008, www.areiospagos.gr).

Βλ. ΑΠ 1535/2008, www.areiospagos.gr: «Κατά τη διάταξη του άρθρου 146 § 1 Π.Κ., όποιος µε πρόθεσή του και παράνοµα παραδίδει ή αφήνει να περιέλθουν στην κατοχή ή τη γνώση άλλου έγγραφα, σχέδια ή άλλα πράγµατα ή ειδήσεις που τα συµφέροντα της πολιτείας ή των συµµάχων της επιβάλλουν να τηρηθούν απόρρητα απέναντι σε ξένη κυβέρνηση, τιµωρείται µε κάθειρξη µέχρι δέκα ετών. Αντικείµενο προστασίας της διάταξης αυτής είναι τα κρατικά µυστικά, στρατιωτικά ή µη. Ως «µυστικό» νοείται κάθε περιστατικό που υλοποιείται σε έγγραφα, σχέδια ή άλλα πράγµατα ή ειδήσεις, αναγόµενο στη διεθνή θέση της Πολιτείας από στρατιωτική και πολιτική άποψη (κατά συνέπεια όχι συναρτώµενο µε την εσωτερική έννοµη τάξη) και του οποίου τη γνώση η Κυβέρνηση δεν επιθυµεί να επεκτείνει πέραν του κύκλου των προσώπων, τα οποία κατ’ ανάγκη το γνωρίζουν υπηρεσιακώς και του οποίου η γνώση πραγµατικά περιορίζεται στον κύκλο αυτό. Εποµένως, για να υπάρχει «µυστικό» της Πολιτείας, απαιτούνται δύο στοιχεία και ειδικότερα ένα υποκειµενικό, συνιστάµενο στη θέληση της Κυβέρνησης να περιορισθεί η γνώση του, και ένα αντικειµενικό, δηλαδή ο πραγµατικός περιορισµός της γνώσης του. Αν το περιστατικό είναι ήδη γνωστό στις ξένες Κυβερνήσεις, έναντι των οποίων σκοπείται η τήρησή του ως απορρήτου, δεν πρόκειται για «µυστικό» και εποµένως δεν είναι «µυστικό» κάθε έγγραφο, είδηση κλπ που χαρακτηρίζεται ως «απόρρητο» ή «εµπιστευτικό», εάν παράλληλα δεν συντρέχουν οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις ή όταν αυτό δεν αναφέρεται στο ελληνικό,

Back to Top