ΙΟΝΙΟΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ 2001


Κωδικός Προϊόντος: 10843
  • Έκδοση: 2001
  • ISBN: 1109-3323
Η Ιόνιος Επιθεώρηση του Δικαίου αποτελεί περιοδική έκδοση του Δικηγορικού Συλλόγου Κερκύρας, η οποία καλύπτει τον χώρο του Ιονίου και κυρίως την Εφετειακή Περιφέρεια Κερκύρας. Εκδίδεται μία φορά το χρόνο και είναι γενικής ύλης. Κάθε τεύχος περιλαμβάνει άρθρα και γνωμοδοτήσεις πάνω σε επίκαιρα ζητήματα, ειδικά πρακτικά θέματα για τους δικηγόρους της μάχιμης δικηγορίας και πλούσια νομολογία.
Αγωγή περί κλήρου. Αν η αγωγή έχει μόνο αναγνωριστικό αίτημα, δεν απαιτείται για το νόμω βάσιμο αυτής να αναφέρεται ότι ο εναγόμενος κατακρατεί τα κληρονομιαία αντικείμενα ως κληρονόμος. Δεν απαιτείται η έκθεση του τρόπου κτήσης των κληρονομιαίων αντικειμένων, εκτός αν ο εναγόμενος διατείνεται ότι αυτά δεν είναι κληρονομιαία. ΕφΚερκ 92/2000, σ. 71. 
ʼδεια λειτουργίας κλινικής. Διεξαγωγή εγχείρησης αμυγδαλών σε κλινική που είχε γενική άδεια λειτουργίας, αλλά όχι ειδική άδεια τμήματος κλινικής ΩΡΛ. Δεν καλύπτει η γενική την ειδική άδεια. ΠολΠρΚερκ 156/2000, σ. 103. 
Αντίθετη η ΕφΚερκ 152/2001, σ. 103. 
Αδικαιολόγητος πλουτισμός-επικουρικότητα αξίωσης. Εφόσον η σχέση από την οποία μπορεί να προέλθει πλουτισμός στηρίζεται σε έγκυρη σύμβαση, οι διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού δεν εφαρμόζονται. ΕφΚερκ 46/2000, σ. 64. 
Αδικοπραξία. Ανικανότητα προς εργασία και συντρέχον πταίσμα. Ο ισχυρισμός ότι ο ενάγων μπορεί να ασκήσει άλλο παρεμφερές επάγγελμα προς εκείνο που ασκούσε πριν τραυματιστεί είναι αόριστος, εάν ο εναγόμενος δεν επικαλεστεί συγκεκριμένο επάγγελμα ή εργασία την οποία κατά τους κανόνες της καλής πίστης θα μπορούσε ο ενάγων να μετέλθει και ποια έσοδα θα αποκόμιζε. ΕφΚερκ 17/2000, σ. 59. 
Αίτημα καθορισμού αποζημίωσης λόγω κατάργησης δουλείας. ΓΟΚ και προϋποθέσεις κατάργησης δουλειών. Αποζημίωση, εφόσον οι οικοδομικές εργασίες που θα γίνουν με βάση νόμιμη άδεια καταστούν αδύνατη την άσκηση της δουλείας. Εξαιρείται η δουλεία διόδου. ΕιρΚερκ 43/2001, σ. 139. 
Αλληλόχρεος λογαριασμός. Έγκυρη η συμφωνία του ιδιώτη με την Τράπεζα ότι το απόσπασμα των βιβλίων της Τράπεζας που περιέχει την κίνηση του λογαριασμού αποτελεί πλήρη απόδειξη για το περιεχόμενο των κινήσεων αυτών. Για να εκδοθεί όμως διαταγή πληρωμής με αυτά τα έγγραφα πρέπει να είναι νόμιμα θεωρημένα από δημόσια αρχή ή δικηγόρο και να μην είναι απλώς υπογεγραμμένα από τους υπαλλήλους της Τράπεζας. ΜονΠρΘεσπρ 48/2001, σ. 133. 
ʼμεση συνέργεια σε έγκλημα. Για την στοιχειοθέτησή της απαιτείται άμεση από δόλο υποστήριξη της κύριας πράξης με άμεση προς αυτήν συνδεόμενη βοηθητική ενέργεια στο έγκλημα που τελεί η εκτέλεση του εγκλήματος με τις περιστάσεις που τελέστηκε. Εργαζόμενοι σε ναυτική εταιρεία. Πλοίαρχος και Α! Μηχανικός. Οι μισθοί τους δεν ζημιώνουν την εταιρεία καθώς είναι σταθεροί και ακόμη κι αν εργασθούν περισσότερο. Η απόφαση πρακτόρευσης του πλοίου από εταιρεία με ιδιωτικό συμφωνητικό δεν στοιχειοθετεί απιστία γιατί η εταιρεία δεν ήταν υποχρεωμένη να ακολουθήσει όρους του νόμου ν. 2190/1920, ο οποίος δεν εφαρμόζεται σε ναυτικές εταιρείες. ΣυμβΠλΚερκ 239/2000, σ. 162. 
Αναγκαστική εκτέλεση και προνόμιο Δημοσίου. Κατάταξη ληξιπρόθεσμων και μη ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων του Δημοσίου. Απαιτήσεις Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως και κατάταξη-χωρισμός πλειστηριάσματος σε 2/3 και 1/3. Είδος προβληματικών επιχειρήσεων που υπάγονται στον ν. 1386/83. Συμφωνίες πιστωτών και επιχείρησης και προϋποθέσεις εγκυρότητας και δέσμευσης του Δημοσίου και άλλων πιστωτών. Επιχειρήσεις ζωτικής σημασίας και ειδική εκκαθάριση-πιστωτές που ικανοποιούνται. Συνταγματικότητα ν. 1386/83. Ο έλεγχος της συνταγματικότητας από τα δικαστήρια είναι έλεγχος νομιμότητας και όχι σκοπιμότητας. ΕφΚερκ 95/2000, σ. 72. 
Ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής και αρμοδιότητα. Όταν αυτή δικάζεται κατά την τακτική διαδικασία, υπάγεται στο αρμόδιο καθύλην Ειρηνοδικείο, Μονομελές ή Πολυμελές Πρωτοδικείο, εκτός αν αφορά απαίτηση για την οποία καθιερώνεται εξαιρετική καθύλην αρμοδιότητα. ΕφΚερκ 79/2000, σ. 70. 
Ανακοπή 986 ΚΠολΔ. Οι λόγοι της ανακοπής πρέπει ν΄αναφέρονται στην ύπαρξη της απαίτησης που κατασχέθηκε, ενώ ο ανακόπτων υποχρεούται να προσδιορίσει τα θεμελιωτικά περιστατικά της κατασχεμένης απαίτησης, δηλαδή, τα παραγωγικά αυτής γεγονότα. Για ενοχικά, συνεπώς, δικαιώματα δεν αρκεί να εκτίθεται στο δικόγραφο ότι ο τρίτος οφείλει το κατασχεμένο ποσό δυνάμει ορισμένης έννομης σχέσης, αλλά, πρέπει ακόμη να εκτίθενται και τα δικαιοπαραγωγικά περιστατικά. ΕφΚερκ 97/2001, σ. 93. 
Ανακοπή κατά επιταγής προς εκτέλεση απόφασης που καταδικάζει τον καθού σε παράδοση εγγράφων και σε προσωπική κράτηση με βάση το άρθρο 946 ΚΠολΔ. ΜονΠρΚερκ 483/1999, σ. 114. 
Αντιπροσώπευση και πληρεξουσιότητα. Καταχρηστική υπογραφή σύμβασης εγγύησης από πληρεξούσιο. Όταν η πράξη αντιπροσώπου εμπίπτει μεν μέσα στα όρια της πληρεξουσιότητας, αλλά είναι προφανώς αντίθετη προς τα συμφέροντα του αντιπροσωπευομένου ή στον σκοπό για τον οποίο δόθηκε η πληρεξουσιότητα, ώστε να προκύπτει ότι ουδέποτε θα επιχειρούσε την πράξη ο αντιπροσωπευόμενος, συνιστά καταχρηστική άσκηση δικαιώματος και δεν δεσμεύει τον τελευταίο, εφόσον ο τρίτος με τον οποίο συναλλάχθηκε ο πληρεξούσιος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την αντίθεση αυτή. ΔιοικΠρΚερκ 219/2000, σ. 156. 
Ανώνυμη εταιρεία. «Ελλείποντα» μέλη της διοίκησης. Ο διορισμός προσωρινών συμβούλων από το Δ.Σ. ισχύει, μόνο μέχρι της πρώτης μετά τον διορισμό αυτό γενικής συνέλευσης, μετά από την οποία παύουν αυτοδικαίως οι εξουσίες των προσωρινώς διοριζομένων συμβούλων. ΕφΚερκ 57/2001, σ. 86. 
Απαλλοτρίωση-προσωρινή παρακράτηση ποσοστού της αποζημίωσης από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, για να αποδοθεί μετά το αμετάκλητο των σχετικών αποφάσεων καθορισμού μονάδας. Το Ταμείο μπορεί να υποχρεωθεί να αποδώσει στον δικαιούχο το σύνολο της αποζημίωσης που του έχει επιδικασθεί, με απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. ΜονΠρΘεσπρ 193/2001, σ. 124. 
Απαλλοτρίωση για δημόσια ωφέλεια. Για την αναγνώριση δικαιούχων αποζημιώσεως απαιτείται να έχει προηγηθεί κτηματογράφηση. Δεν απαιτείται κτηματογράφηση για τις ρυμοτομικές απαλλοτριώσεις του ν.δ. 797/1997, γιατί σε αυτές ο έλεγχος των τεχνικών κλπ στοιχείων διενεργείται κατά τη διαδικασία της Πράξης Τακτοποίησης Αναλογισμού και αποζημίωσης, που είναι αντίστοιχη διαδικασία με αυτή της σύνταξης της Πράξης Εφαρμογής του παραπάνω άρθρου 12 ν. 1337/1982. ΜονΠρΘεσπρ 279/2000, σ. 130. 
Απάτη από κοινού. Η παράσταση των ψευδών γεγονότων μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, προφορικά ή έγγραφα, αρκεί συνεπεία αυτής να προξενήθηκε η πλάνη και από την παραπλάνηση αυτήν να οδηγήθηκε ο παραπλανηθείς σε πράξη ή παράλειψη από την οποία προξενήθηκε περιουσιακή βλάβη σε αυτόν ή τρίτον. ΕφΚερκ 288/2001, σ. 94. 
Απιστία. Το αδίκημα συντελείται με την από πρόθεση άνευ σκοπού νοσφισμού ή άλλου εγκληματικού σκοπού επαγωγή ζημίας με πράξη ή παράλειψη οφειλομένης ενέργειας στην ξένη περιουσία της οποίας ο δράστης έχει την επιμέλεια ή διαχείριση εν όλων ή εν μέρει δυνάμει του νόμου ή δικαιοπραξίας. Απαιτείται επέλευση ζημίας αντικειμενικά και δόλος υποκειμενικά, έστω και ενδεχόμενος. Η απιστία περιορίζεται στις διαχειριστικές πράξεις μόνον που έχουν εξωτερικό και αντιπροσωπευτικό χαρακτήρα και συνιστούν κατάχρηση της αντιπροσωπευτικής διαχειριστικής εξουσίας. Ποινικά ενδιαφέρουσα είναι η ζημία που υπήρξε αποτέλεσμα απιστίας, ανεξαρτήτως επιμελούς διαχείρισης. ΣυμβΠλΚερκ 239/2000, σ. 162. 
Απόγραφο-απώλεια. Έκδοση δευτέρου απογράφου με αίτηση στον Πρόεδρο Πρωτοδικών, Ειδικά Πρακτικά Ζητήματα, σ. 48 (επιμ. Σ. Σιντόρη). 
Αρμόδιο Δικαστήριο για τον διορισμό επιτρόπου αλλοδαπού ανηλίκου του οποίου οι γονείς έχουν αποβιώσει είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο της περιφέρειας, όπου ο ανήλικος έχει την κατοικία του κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας. Εφαρμοστέο δίκαιο για τον διορισμό επιτρόπου είναι το αλλοδαπό δίκαιο κατά άρθρ. 24 ΑΚ. ΜονΠρΚερκ 264/2000, σ. 111. 
Αρνητική πραγματική δουλεία ηλιασμού και αερισμού.. Ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας αρχίζει από τη στιγμή που ο κύριος του δεσπόζοντος ακινήτου εμπόδισε τον κύριο του δουλεύοντος να επιχειρήσει την πράξη που είναι αντίθετη στο δικαίωμα της δουλείας. ΕφΚερκ 8/2000, σ. 57. 
Ασφαλιστικά μέτρα προς επιδίκαση διατροφής λόγω διάστασης. Ένσταση ευπορίας της δικαιούχου. Όταν εφαρμόζεται η ΑΚ 1391, η ευπορία ή η απορία της δικαιούχου δεν επηρεάζει την άσκησή του από αυτό απορρέοντος δικαιώματος. ΜονΠρΚερκ 6/2001, σ. 119. 
Ασφαλιστικά μέτρα για προσωρινή διατροφή και παροχή πληροφοριών για την περιουσιακή κατάσταση του καθού συζύγου. Το δικαίωμα από την 1391 ΑΚ δεν επηρεάζεται από την ευπορία ή την απορία του δικαιούχου. ΜονΠρΚερκ 6/2001, σ. 119. 
ʼτομα με ειδικές ανάγκες. Υποχρεωτική πρόσληψη σε επιχείρηση-ποσοστά. Αν η επιχείρηση έχει υποκαταστήματα σε περισσότερους από έναν νομούς, ο υπολογισμός των ποσοστών γίνεται χωριστά για κάθε προστατευόμενη κατηγορία που προβλέπει ο νόμος. Αν μετατεθεί κάποιος από τους αναγκαστικά προσληφθέντες σε άλλο υποκατάστημα διαφορετικού νομού, δημιουργείται κενή θέση στη συγκεκριμένη κατηγορία προστατευόμενων ατόμων. ΔιοικΠρΚερκ 188/2000, σ. 155. 
Γενικές αρχές. Πλάνη και σύμβαση. Η άγνοια της πραγματικής κατάστασης για τον σχηματισμό της βούλησης που στοιχειοθετεί την πλάνη κατά το άρθρο ΑΚ 140 πρέπει να είναι ανεπίγνωτη και όχι συνειδητή. Απορρίπτεται ο ισχυρισμός ότι οι ανακόπτοντες κατάρτισαν σύμβαση εγγύησης λόγω ουσιώδους πλάνης, επειδή πίστευαν ότι τον έγγραφο που υπέγραψαν ενώ αγονούσαν το περιεχόμενό του δνε αποτελούσε εγγύηση, αλλά άλλο έγγραφ. ΠολΠρΚερκ 126/2000, σ. 100. 
Δάση και ελληνικό Δημόσιο. Έκτακτη χρησικτησία. Το βάρος απόδειξης ότι τα επίδικα ακίνητα ήταν ανέκαθεν δάση φέρει το ελληνικό Δημόσιο. ΕφΚερκ 19/2000, σ. 62. 
Δάση στα Ιόνια νησιά. Μόνη η επίκληση και απόδειξη από το Δημόσιο της δασικής μορφής δεν αρκεί προς θεμελίωση δικαιώματος κυριότητάς του σε κτήμα, αλλά απαιτείται παραδοχή τέτοιας κυριότητας του Δημοσίου και, αν αμφισβητείται, απόδειξη της κτήσης κατά έναν από τους προβλεπόμενους από τον Ιόνιο Αστικό Κώδικα ή από την 23η.2.1946 του Αστικού Κώδικα ή ειδικού νόμου τρόπου κτήσης κυριότητας. ΕφΚερκύρας 3/2001, σ. 80. 
Δημόσιες γαίες Οθωμανικού κράτους. Τεσσαρούφ και κυριότητα. Κτήση κυριότητας ακινήτου που ανήκε στις δημόσιες γαίες του Οθωμανικού κράτους με παράγωγο τρόπο, δηλαδή με δικαιοπραξία ή με κληρονομική διαδοχή. Δυνατή εφόσον ο κάτοχος είχε την 20.5.1917 δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ) κατά το οθωμανικό δίκαιο. ΕφΚερκ 24/2001, σ. 84. 
Δημόσιοι υπάλληλοι ΕΟΤ. Μη έγκριση μελετών και τοπογραφικών διαγραμμάτων συντεταγμένων από πτυχιούχους ΤΕΙ κατά παράβαση του π.δ. 318/1994. Δόλος πρόκλησης υλικής και ηθικής βλάβης, λόγω δημιουργίας εντυπώσεως στο κοινό της Κέρκυρας ότι μόνο οι πτυχιούχοι ΑΕΙ έχουν δικαίωμα σύνταξης και υπογραφής σχεδίων και μελετών οικοδομικών εργασιών. ΤρΠλΚερκ 2884/2000, σ. 160. 
Διαζύγιο και αξίωση διατροφής συζύγου. Για να υπάρχει αξίωση διατροφής θα πρέπει να εξαντληθούν όλες οι δυνατότητες που παρέχουν στον δικαιούχο όχι μόνο τα εισοδήματά του, αλλά και το ίδιο το κεφάλαιο της περιουσίας του. Αν ο δικαιούχος έχει περιουσία, υποχρεούται να ρευστοποιήσει το κεφάλαιό της προκειμένου να εξασφαλίσει τη διατροφή του. ΕφΚερκ 62/2000, σ. 68. 
Διάσταση συζύγων-ασφαλιστικά μέτρα. Το δικαίωμα για παροχή πληροφοριών από την 1445 ΑΚ συνδέεται με την διατροφή λόγω διαζυγίου και όχι με την αγωγή λόγω συμμετοχής στα αποκτήματα της 1400 ΑΚ. ΜονΠρΚερκ 6/2001, σ. 119. 
Διάσταση συζύγων-ασφαλιστικά μέτρα. Όταν η παραχώρηση της αποκλειστικής χρήσης οικίας στην αιτούσα είναι προσωρινή, δεν είναι απαραίτητη η συναίνεση του τρίτου κυρίου αυτής. ΜονΠρΚερκύρας 6/2001, σ. 119. 
Διαταγή πληρωμής. Προθεσμία επίδοσης διαταγής πληρωμής, Ειδικά Πρακτικά Ζητήματα, σ. 48 (επιμ. Κ. Σιντόρη) 
Δικαστική χορήγηση άδειας σε επίτροπο ανηλίκου να συνάψει εξώδικο συμβιβασμό με την ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία. ΜονΠρΚερκ 35/2000, σ. 109. 
Δικηγόροι και αναστολή δικηγορικού λειτουρήματος. Πρόσληψη δικηγόρων ως ειδικών συνεργατών στους Δήμους και αναστολή του δικηγορικού λειτουργήματος, Ειδικά Πρακτικά Ζητήματα, σ. 45 (επιμ. Κ. Σιντόρη). 
Δικονομικές ακυρότητες-απαλλοτρίωση. Η επιχείρηση μιας διαδικαστικής πράξης από τον ίδιο τον διάδικο επάγεται την ακυρότητα της πράξης, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή επέφερε βλάβη εις τον διάδικο, ο οποίος την προτείνει, η οποία δεν μπορεί να επανορθωθεί διαφορετικά, παρά μόνον με την κήρυξη της ακυρότητας. ΜονΠρΘεσπ 193/2001, σ. 124. 
Δικονομική ακυρότητα του 159 ΚΠολΔ. Υπάρχει και όταν ο νόμος χρησιμοποιεί παρεμφερείς προς την ποινή ακυρότητας εκφράσεις νομικά αντίστοιχες ή ισοδύναμες με αυτήν. ΕφΚερκ 96/2000, σ. 77. 
Εκκρεμείς δίκες με διάδικο μέρος κοινότητα ή Δήμο που δεν υφίσταται πια. Οι εκκρεμείς δίκες στις οποίες διάδικο μέρος είναι συνενωθείς δήμος ή κοινότητα συνεχίζονται στο όνομα του νέου Δήμου, χωρίς καμία άλλη διατύπωση, μη επερχομένης βίαιας διακοπής των δικών από την διαδοχή. ΣτΕ 2498/1999, σ. 51. 
Εκτελεστότητα δικαστικών αποφάσεων. Το διατακτικό πρέπει να είναι σαφές και ορισμένο έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για την απαίτηση του δανειστή, άλλως δεν παράγει εκτελεστότητα. Τυχόν ασάφεια μπορεί να συμπληρωθεί από το αιτιολογικό της απόφασης. ΕφΚερκ 96/2000, σ. 77. 
Εκτελεστότητα τίτλου. Η απόφαση στηρίχθηκε στο άρθρο 946 ΚΠολΔ και αποτελεί επομένως εκτελεστό τίτλο για την υποχρέωση της εκτέλεσης της πράξης και για τις επιβληθείσες ποινές. ʼρα, δεν απαιτείται νέα απόφαση ως προς την προσωπική κράτηση. Νέα απόφαση απαιτείται στην περίπτωση του άρθρου 947 ΚΠολΔ, η οποία είναι αντίθετη ρύθμιση. ΜονΠρΚερκ 483/1999, σ. 114. 
Εκχώρηση-ενστάσεις από την υποκείμενη σχέση-αοριστία αγωγής-προσεπίκληση εκχωρητή. H εκχώρηση αποτελεί αναιτιώδη σύμβαση της οποίας το κύρος είναι ανεξάρτητο από την υποκείμενη αυτής αιτία. Για το ορισμένο της αγωγής δεν απαιτείται να εκτίθεται σε αυτή η αιτία της γενόμενης εκχώρησης, αφού η εκχώρηση είναι αναιτιώδης σύμβαση. Η προσεπίκληση του εκχωρητή είναι μη νόμιμη, γιατί είναι ευθέως υπόχρεος προς αποζημίωση και η υποχρέωσή του δεν εξαρτάται από την έκβαση της κύριας δίκης. ΕφΚερκ 1/2000, σ. 55. 
Ελευθερία συμβάσεων και σύμβαση ναυτικής εργασίας. Μπορεί να περιληφθεί εγκύρως στην συναπτόμενη μεταξύ του πλοιοκτήτη ή εφοπλιστή και του ναυτικού προκαταρκτική σύμβαση ναυτικής εργασίας πρόσθετη συμφωνία με την οποία παρέχεται στον πλοιοκτήτη ή εφοπλιστή ή και στον πλοίαρχο το δικαίωμα να μεταθέτει το ναυτικό σε άλλο πλοίο. ΕφΚερκ 80/2001, σ. 90. 
Έξωση και κοινόχρηστα. Έξωση μισθωτή από το μίσθιο (κατοικία) λόγω δυστροπίας, γιατί δεν καταβάλει μέρος των κοινοχρήστων δαπανών του μισθίου, που αποτελούν μέρος του μισθώματος. ΜονΠρΘεσπρ 406/2000, σ. 126. 
Επιθαλάσσια αρωγή και διαφυγόν κέρδος. Ο πλοιοκτήτης του πλοίου που προσφέρει τις πράξεις αρωγής, εκτός από το μισό της αμοιβής, έχει αξίωση αποκατάστασης της θετικής του μόνο ζημίας και όχι αποθετικής. ΜονΠρΚερκ 77/2001, σ. 120. 
Επικουρικό Κεφάλαιο. Παραγραφή αξιώσεων του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή. Η πραγματοποίηση της ασφαλιστικής περίπτωσης τοποθετείται χρονικά και όταν τα δυσμενή αποτελέσματα του ζημιογόνου γεγονότος αρχίζουν να συνδέονται με την περιουσία του ασφαλισμένου. Η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο ο τρίτος επέδωσε στον ασφαλισμένο την αγωγή, γιατί από τότε πραγματώνεται η ασφαλιστική περίπτωση. ΕιρΚερκ 58/2001, σ. 143. 
Επιταγή. Παραγραφή απαιτήσεων κομιστή. Αναστολή της εξάμηνης παραγραφής επί έκδοσης διαταγής πληρωμής μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της ανακοπής. Η εξάμηνη παραγραφή αναστέλλεται είτε γίνει δεκτή η ανακοπή είτε απορριφθεί και επικυρωθεί η διαταγή πληρωμής. ΜονΠρΚερκ 126/1999, σ. 113 
Επιταγή-ενστάσεις κατά τρίτου κομιστή. Για τη δυνατότητα αντιτάξεως κατά του τρίτου κομιστή της επιταγής ενστάσεων από την προσωπική σχέση εκδότη-κομιστών απαιτείται γνώση του λόγου της ένστασης κατά τον χρόνο κτήσης της επιταγής και σκοπός βλάβης του οφειλέτου. Το στοιχείο της βλάβης δεν εμπεριέχεται σε μόνο τον ισχυρισμό του οφειλέτη περί γνώσεως του κομιστού. ΕφΚερκ 9/2000, σ. 58. 
Ο επίτροπος μπορεί να εισπράξει για λογαριασμό του ανηλίκου το ποσόν των (22.000.000) δραχμών για πλήρη και ολοσχερή εξόφληση αξίωσης κατά ασφαλιστικής εταιρείας και να παραιτηθεί ρητά και ανεπιφύλακτα για λογαριασμό του ανηλίκου από κάθε περαιτέρω αξίωση προερχόμενη από ατύχημα κατά της εν λόγω ασφαλιστικής εταιρείας. ΜονΠρΚερκ 35/2000, σ. 109 
Εποπτεία (ως εποπτικό συμβούλιο) του διορισθέντος επιτρόπου ασκεί ο Ειρηνοδίκης Κερκύρας (αρ. 1635 ΑΚ). ΜονΠρΚερκ 264/2000, σ. 111. 
Εργαζόμενοι και βιβλιάριο υγείας. Υποχρεωτική τήρηση λόγω ειδικών επαγγελμάτων. Η έλλειψή του καθιστά άκυρη τη σύμβαση εργασίας και η ακυρότητα εξετάζεται αυτεπαγγέλτως. Αγωγή για μισθούς δεκτή με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. ΕιρΚερκ 31/2001, σ. 137. 
Ευθύνη από αναγωγή. Παρεμπίπτουσες αγωγές. Επικουρικό κεφάλαιο. Σε περίπτωση ανάκλησης αδείας ασφαλιστή, ευθύνεται όχι μόνο έναντι του ζημιωθέντα, αλλά έναντι του ασφαλισμένου εάν κατέβαλε στον ζημιωθέντα οποιοδήποτε ποσό. ΕιρΚερκ 246/2001, σ. 145. 
Ιδιότητα δασικής έκτασης-μη αναγκαία η πραγματογνωμοσύνη όταν υπάρχουν άλλα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες και έγγραφα) ΕφΚερκ 3/2001, σ. 80. 
ΙΚΑ-σύστημα υπολογισμού εισφορών για ασφάλιση τεχνιτών οικοδομικών εργασιών σε έργα του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ-αναλυτική περιγραφή υπολογισμού εισφορών κατά στάδια. Συντελεστές εργατικής δαπάνης. Η εργατική δαπάνη υπολογίζεται κατά το τέλος του έργου όχι σύμφωνα με τον προϋπολογισμό του, αλλά επί του τελικού του λογαριασμού. ΔιοικΠρΚερκ 333/2000, σ. 149. 
Ιόνιος Αστικός Κώδικας και Αστικός Κώδικας. Τα εμπράγματα δικαιώματα της συγκυριότητας των οροφοκτητών που αποκτήθηκαν μέχρι την εισαγωγή του ΕισΝΑΚ ν. 3741/29 «περί της ιδιοκτησίας κατ΄ορόφους» κρίνονται ως προς την απόκτησή τους κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν αποκτήθηκαν. ΜονΠρΚερκ 179/2000, σ. 116. 
Καταγγελία. Σπουδαίο λόγο καταγγελίας συνιστούν τα πραγματικά περιστατικά τα οποία εκτιμούμενα αντικειμενικά σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και σε συνδυασμό με το σύνολο των περιστάσεων κάνουν τη συνέχιση της συμβατικής δέσμευσης μη ανεκτή στον καταγγέλλοντα. Επιτρεπτό να συμφωνηθούν λόγοι παρέχοντες το δικαίωμα για έκτακτη καταγγελία λόγω 361 ΑΚ. ΕιρΚερκ 15/2001, σ. 134. 
Καταγγελία εργολαβικής σύμβασης από τον εργοδότη πριν από την αποπεράτωση του έργου. Ο εργοδότης οφείλει να καταβάλλει όλες τις δαπάνες του εργολάβου μέχρι την καταγγελία και το εργολαβικό κέρδος. Ο εργολάβος δεν έχει αξίωση προς αποζημίωση λόγω διαφυγόντος κέρδους που θα αποκέρδαινε εάν αποδεσμευόταν από τη σύμβαση, γιατί οποιαδήποτε ζημία περιλαμβάνεται στην αμοιβή που οφείλεται για ολόκληρο το έργο. ΕφΚερκ 43/2000, σ. 63. 
Κατάσχεση επικαρπίας. Θάνατος επικαρπωτή. Ο ψιλός κύριος, που απέκτησε πλέον την πλήρη κυριότητα μπορεί να εναντιωθεί και επιτύχει την ακύρωση και διαγραφή της κατάσχεσης της επικαρπίας γιατί δεν αποκτά βάσει διαδοχής ή με άλλον τρόπο το δικαίωμα επικαρπίας, αλλά οι εξουσίες και χρησιμότητες του πράγματος έλκονται και ενούνται υπό της κυριότητος, η οποία βάσει της ελαστικότητος ανακτά αυτομάτως την φυσική αυτής τελειότητα. ΕφΚερκ 64/2001, σ. 88. 
Κατάχρηση δικαιώματος και πλαγιαστική αγωγή. Τα φερόμενα ως θεμελιωτικά της ένστασης πραγματικά γεγονότα πρέπει να αφορούν την σχέση του δανειστή-εργολάβου και των οφειλετών-οικοπεδούχων, αφού ασκείται πλαγιαστική αγωγή, και όχι τη σχέση των τρίτων-προσυμφωνούχων με τους οικοπεδούχους. ΠολΠρΚερκ 107/2001, σ. 104. 
Κοινός λογαριασμός σε Τράπεζα. Τεκμαίρεται ότι οι δικαιούχοι έχουν δικαίωμα επ΄αυτού κατά 50% έκαστος, εκτός αν αποδειχθεί άλλη συμμετοχή του καθενός. ΜονΠρΘεσπρ 418/2000, σ. 126. 
Κοινόχρηστα. Διαταγή πληρωμής λόγω οφειλής κοινοχρήστων, Ειδικά Πρακτικά Ζητήματα, σ. 48 (επιμ. Κ. Σιντόρη). 
Κτηματολόγιο-«Ζητήματα από την εφαρμογή του νόμου 2308/1995-Κτηματογράφηση για τη δημιουργία Εθνικού Κτηματολογίου. Διαδικασία έως τις πρώτες εγγραφές στα Κτηματολογικά Βιβλία, εισήγηση Δωρή Φιλίππου, Καθηγητή Νομικής Σχολής Αθηνών. 
– δικαιοπολιτικός στόχος ν. 2664/1998, σ. 7 
– Κτηματολόγιο ΑΕ, σ. 8-9 
– υποχρέωση υποβολής δήλωσης, σ. 9 
Λαθραία μετανάστευση στο εξωτερικό και τύχη ακινήτου περιουσίας μετανάστη. Μετά από τρια έτη αποσβήνεται το δικαίωμα κυριότητας και το δημόσιο έχει δικαίωμα έκδοσης πρωτοκόλλου κατάληψης του ακινήτου το οποίο μεταγράφεται νόμιμα στο Υποθηκοφυλακείο. Μετά τριετία από την μεταγραφή το δημόσιο αποκτά κυριότητα κατά ν.δ. 3958/59. ΕφΚερκ 21/2001, σ. 82. 
Μελέτη από το Νομαρχιακό Ταμείο Κερκύρας που προτείνει διάφορες θέσεις ως χώρους ταφής απορριμμάτων εκτός από τη θέση Λιβάδι - Παληάμπελα. Μελέτη από μηχανικό περιβάλλοντος, μετά από ανάθεση από τον Σύνδεσμο Καθαριότητας και Προστασίας Περιβάλλοντος, που προτείνει τη θέση Λιβάδι - Παληάμπελα. Πράξη προέγκρισης χωροθέτησης της διεύθυνσης Περιβάλλοντος και Χωροταξίας της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων που εγκρίνει τη θέση Λιβάδι - Παληάμπελα. Παράνομη η πράξη αυτή, καθώς δεν είχε προηγηθεί εθνικός σχεδιασμός και περιφερειακός σχεδιασμός δεν έγινε από τις αρμόδιες αρχές αλλά από το Νομαρχιακό Ταμείο Κερκύρας, ενώ η δεύτερη μελέτη προτείνει άλλο χώρο που δεν είχε ποτέ προταθεί πριν, και καμία μελέτη δεν εγκρίθηκε με απόφαση του Νομάρχη. ΣτΕ 2498/1999, σ. 51. 
Μεσιτεία. Αοριστία αγωγής, γιατί ο ενάγων δεν αναφέρει το ειδικότερο περιεχόμενο της σύμβασης ούτε τις ειδικότερες ενέργειες που δικαιολογούν τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της μεσιτικής του δραστηριότητας και της σύναψης της κυρίας σύμβασης. ΕιρΚερκ 41/2001, σ. 139. 
Μεταβολή ουσιωδών γεγονότων γέννησης του δικαιώματος συνιστά απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής. Μεταβολή τρόπου κτήσης κυριότητας ακινήτου με τις προτάσεις είναι απαράδεκτη. ΕιρΚερκ 212/2001, σ. 141. 
Ναρκωτικά. Κατοχή και μεταφορά ναρκωτικών ουσιών-χρήση ναρκωτικών ουσιών. Τοξικομανής χαρακτηρίζεται όποιος δεν μπορεί να αποβάλλει την έξη της τοξικομανίας με τις δικές του δυνάμεις. Η ιδιότητα της τοξικομανίας διαπιστώνεται με πραγματογνωμοσύνη (με συγκεκριμένο όμως περιεχόμενο) της ιατροδικαστικής υπηρεσίας μη δεσμευτική για το δικαστήριο, εκτός αν αποφαίνεται ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι τοξικομανής. Χαρακτηριστικό της φυσικής εξάρτησης είναι οι έντονες σωματικές διαταραχές σε περίπτωση διακοπής της χρήσης τους και τα σύνδρομα στέρησης και αποχής. ΕφΚερκ 26/2001, σ. 96. 
Ναυτική εταιρεία. Είναι μία απλή μορφή εταιρικού τύπου με αναγνώριση ελευθερίας κινήσεων στο διοικητικό συμβούλιο, με αισθητή συμπίεση δικαιωμάτων, αλλά να προσφέρει ένα εύκαμπτο και συνεπώς ελαστικό εταιρικό τύπο. ΣυμβΠλΚερκ 239/2000, σ. 162. 
Νέοι λόγοι ανακοπής. Απαράδεκτη η προβολή με τις προτάσεις της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας δίκης ή κατά τη συζήτηση των προβληθέντων με την ανακοπή λόγων που παραπέμφθηκαν, οποιωνδήποτε νέων, ανεξαιρέτως, λόγων (ενστάσεων) έστω και αν πρόκειται για οψιγενείς ενστάσεις, των οποίων ο χρόνος γένεσης δεν καθιστούσε δυνατή την προγενέστερη προβολή τους. ΜονΠρΚερκ 126/1999, σ. 113. 
Ξενοδοχειακή σύμβαση (Hotel contract): Εφαρμοστέοι κανόνες και ζητήματα κύρους, Αχιλλέα Κουτσουράδη, Αναπληρωτή Καθηγητή Νομικής Σχολής Θεσσαλονίκης, σ. 2. 
Ξενοδόχοι. Allotment-έννοια. Προθεσμία ακύρωσης κρατήσεων τουριστικού γραφείου και αποζημίωση ξενοδόχου. Ειδική αυστηρότερη μεταχείριση τουριστικού γραφείου έναντι μεμονωμένου πελάτη. ΕφΚερκ 18/2000, σ. 60. 
Οδηγία ΕΟΚ του 1975 σχετικά με τον σχεδιασμό, οργάνωση και επίβλεψη των εργασιών διαθέσεως αποβλήτων. Μεταφορά της στο εσωτερικό δίκαιο με κοινή υπουργική απόφαση. Υποχρεωτική η κατάρτιση σχεδίων σε επίπεδο περιφέρειας για τα απόβλητα. Η αρμοδιότητα για τον περιφερειακό σχεδιασμό ανήκει στους Συνδέσμους Δήμων και Κοινοτήτων του Νομού, εφόσον έχουν συσταθεί τέτοιοι σύνδεσμοι για τη διαχείριση απορριμμάτων, άλλως ανήκει στις περιφερειακές υπηρεσίες ορισμένων υπουργείων. ΣτΕ 2498/1999, σ. 51. 
Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας και δικαιούχοι στεγαστικής συνδρομής. Δικαιούχοι είναι μόνο οι έγγαμοι εργατοϋπάλληλοι που έχουν προστατευόμενα μέλη που συγκατοικούν μόνιμα με τον δικαιούχο. Η προϋπόθεση αυτή της συγκατοίκησης ισχύει και για εκείνους των οποίων ο γάμος έχει λυθεί αμετάκλητα λόγω διαζυγίου ή θανάτου. Κρίσιμο είναι μόνο το πραγματικό γεγονός της συγκατοίκησης και όχι η έννοια της νόμιμης κατοικίας. ΔιοικΠρΚερκ 296/2000, σ. 159 
Οροφοκτησία. Αν δεν έχουν τηρηθεί οι νόμιμες διαδικασίες για την έγκυρη σύσταση της οριζόντιας ιδιοκτησίας, τα διαμερίσματα της πολυκατοικίας δεν είναι δεκτικά συστάσεως χωριστών εμπραγμάτων δικαιωμάτων, αλλά οι «οροφοκτήτες» έχουν δικαίωμα συγκυριότητας εξ αδιαιρέτου στο όλο ακίνητο κατά το ποσοστό συγκυριότητάς τους στο έδαφος. ΜονΠρΚερκ 179/2000, σ. 116. 
Παραγραφή-διακοπή. Δεν απαιτείται δικαιοπρακτική βούληση οφειλέτη αλλά αρκεί η αναγνώριση της οφειλής του. Η μερική καταβολή ενέχει αναγνώριση, διότι είναι ενέργεια απέναντι στον δανειστή, εμφαίνουσα γνώση του οφειλέτη σχετικά με την ύπαρξη του χρέους του. ΕφΚερκ 48/2000, σ. 65. 
Παρεμπίπτουσα αγωγή: αποτελεί αγωγή υπό αίρεση κατά το 219 ΚΠολΔ, γιατί το άρθρο αυτό αναφέρεται στην αίρεση που αφορά την ενέργεια της αγωγής ως διαδικαστικής πράξης και όχι την περίπτωση που το δικαίωμα στο οποίο αφορά η αγωγή εξαρτάται από την πλήρωση της αίρεσης ή από την επέλευση γεγονότος. ΕιρΚερκ 246/2001, σ. 145. 
Πιστοποιητικό περί μη προβολής δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου και απαλλοτρίωση και ν.δ. 979/1997. Δεν απαιτείται το πιστοποιητικό όταν το Δημόσιο παρίσταται στο Δικαστήριο και δεν προβάλει συγκεκριμένο δικαίωμα επί του απαλλοτριούμενου. ΜονΠρΘεσπρ 279/2000, σ. 130. 
Πλαγιαστική αγωγή-καταδίκη σε δήλωση βούλησης. Όταν οι τρίτοι-προσυμφωνούχοι ασκούν πλαγιαστικά την αξίωση του δανειστή-εργολάβου με αντικείμενο την καταδίκη του οφειλέτη-οικοπεδούχου σε δήλωση βούλησης, ο οικοπεδούχος δικαιούται να προτείνει έναντι των προσυμφωνούχων όλες τις καταλυτικές της αγωγής ενστάσεις που θα μπορούσε να προτείνει και έναντι του εργολάβου. ΠολΠρΚερκ 107/2001, σ. 104. 
Πλειστηριασμός. ʼδεια παραμεθορίου και συμμετοχή σε πλειστηριασμό, Ειδικά Πρακτικά Ζητήματα, σ. 46, (επιμ. Κ. Σιντόρη). 
Πλειστηριασμός ακινήτου που κείται εντός παραμεθορίου περιοχής: προκειμένου να συμμετάσχει κάποιος και να πλειοδοτήσει θα πρέπει εκ των προτέρων να έχει εφοδιαστεί με την άδεια του άρθρου 25 του ν. 1892/90. ΠολΠρΘεσπρ 44/2000, σ. 107. 
Πραγματική δουλεία-απόσβεση και ανάγκη εξυπηρέτησης δεσπόζοντος. Η πραγματική δουλεία αποσβήνεται αν η άσκηση αυτής γίνεται απολύτως και διαρκώς αδύνατη από λόγους πραγματικούς και νομικούς, όπως όταν εκλείπει η εξυπηρετούμενη ανάγκη του δεσπόζοντος, όπως όμως αυτή η ανάγκη έχει αποτελέσει στοιχείο του περιεχομένου της δουλείας. ΠολΠρΚερκ 157/2000, σ. 98. 
Πραγματογνωμοσύνη- «Η πραγματογνωμοσύνη ως αποδεικτικό μέσο στις δίκες για πλημμελή ενημέρωση του ασθενούς-επισημάνσεις ελληνικού και αγγλοσαξονικού δικαίου», Κ.Μ. Κανελλοπούλου-Μπότη, Λέκτορος, Ιόνιο Πανεπιστήμιο, σ. 34. 
– κίνδυνοι, σ. 39. 
– Ενημερωμένη συναίνεση (του ασθενούς), σ. 41 
– Ιατρική αμέλεια και ενημέρωση ασθενούς, σ. 40 
– Κριτήρια ενημέρωσης ασθενούς, σ. 37 
Πραγματογνωμοσύνη και διαφυγόν κέρδος. Δεν απαιτείται πραγματογνωμοσύνη για να αποδειχθεί το ποσό του διαφυγόντος κέρδους από ματαίωση αλιείας και πώλησης ψαριών, λόγω βλάβης της μηχανής αλιευτικού σκάφους από νοθευμένο με νερό πετρέλαιο. ΠολΠρΚερκ 122/2000, σ. 97. 
Προθεσμία ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής. Το Σάββατο είναι εργάσιμη ημέρα και υπολογίζεται για την προθεσμία προς άσκηση ανακοπής. ΜονΠρΚερκ 26/2001, σ. 123. 
Προθεσμίες. Η μηνιαία προθεσμία προς άσκηση έφεσης δεν νοείται σε καμία περίπτωση, ανεξάρτητα από την αναστολή της προθεσμίας λόγω δικαστικών διακοπών να είναι μικρότερη από 28 ημέρες. ΔιοικΠρΚερκ 219/2000, σ. 156. 
Προστασία περιβάλλοντος. Ν.1650/1986. Η διαχείριση των στερεών αποβλήτων πρέπει να γίνεται με τέτοιο τρόπο ώστε να μην δημιουργούνται κίνδυνοι για την υγεία ή το περιβάλλον και ενοχλήσεις από θόρυβο ή δυσοσμία, να μην υποβαθμίζεται το φυσικό περιβάλλον και σε χώρους οικολογικού, πολιτιστικού ή αισθητικού ενδιαφέροντος, να εξοικονομούνται πρώτες ύλες και να είναι δυνατή η επαναχρησιμοποίησή τους. ΣτΕ 2498/ 1999, σ. 51. 
Προσφυγή στην Επιτροπή Δασικών Αμφισβητήσεων προς ακύρωση πράξης χαρακτηρισμού ακινήτου ως δασικού δεν αποτελεί αναγκαία προδικασία της αγωγής αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου. ΕφΚερκ 3/2001, σ. 80. 
Προσωπικά δεδομένα-ευαίσθητα δεδομένα. Ν. 2472/1997. Αιτήσεις προς τις διοικητικές αρχές για στοιχεία που αφορούν στην ποινική δίωξη συγκεκριμένων ατόμων. Η διοικητική αρχή μπορεί να αρνηθεί την ικανοποίηση του δικαιώματος τούτου, αν είναι δυνατόν να δυσχεράνει ουσιωδώς την έρευνα των δικαστικών, αστυνομικών ή στρατιωτικών αρχών σχετικά με την τέλεση εγκλήματος ή διοικητικής παράβασης. Στόχος η εξισορρόπηση δικαιώματος πολίτη για πρόσβαση στα διοικητικά έγγραφα του δημοσίου τομέα και του δικαιώματος του άλλου πολίτη να διατηρήσει απαραβίαστη την ιδιωτική και οικογενειακή του ζωή. ΕισΠρΚερκ 7/2000, γνωμοδότηση, σ. 165. 
Προσωπική κράτηση για εμπορικά χρέη. Εξακολουθεί να ισχύει, εκτός αν ο έμπορος ισχυρισθεί και αποδείξει αδυναμία περί την καταβολή του χρέους αυτού. ΜονΠρΘεσπρ 457/2
Back to Top