ΙΟΝΙΟΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ 2002


Κωδικός Προϊόντος: 10973
  • Έκδοση: 2002
  • ISBN: 1109-3323
Η Ιόνιος Επιθεώρηση του Δικαίου αποτελεί περιοδική έκδοση του Δικηγορικού Συλλόγου Κερκύρας, η οποία καλύπτει τον χώρο του Ιονίου και κυρίως την Εφετειακή Περιφέρεια Κερκύρας. Εκδίδεται μία φορά το χρόνο και είναι γενικής ύλης. Κάθε τεύχος περιλαμβάνει άρθρα και γνωμοδοτήσεις πάνω σε επίκαιρα ζητήματα, ειδικά πρακτικά θέματα για τους δικηγόρους της μάχιμης δικηγορίας και πλούσια νομολογία.
Αγωγή αληθινού κυρίου κατά πωλητή του ακινήτου που ανήκει σε αυτόν: διεκδικητική αγωγή. Επίσης, δυνατή η άσκηση αωαγνωριστικής της κυριότητας αγωγής. Δυνατή σύρρευση αγωγής «ακυρότητας του συμβολαίου», αγωγή η οποία είναι αρνητική αναγνωριστική αγωγή. Η έλλειψη της κυριότητας του πωλητή δεν καθστά τη σύμβαση της πώλησης άκυρη. Βάρη απόδειξης. ΠολΠρΚέρκ 209/2001, σ. 164. 
Αγωγή για παροχή δικαιώματος δουλείας μη νόμιμη, γιατί οι ενάγοντες και στις τρεις προτεινόμενες διόδους ζητούν άμεσα επικοινωνία με προϋφιστάμενες ιδιωτικές οδούς ή δουλείες και μέσω αυτών, οι δίοδοι θα καταλήγουν στον δημοτικό δρόμο. Απόρριψη αγωγής. ΕιρΛευκ 3/2001, σ. 254. 
Αγωγή διατροφής τέκνου. Ο εναγόμενος γονέας μπορεί να προτείνει ότι ο άλλος γονέας έχει την οικονομική δυνατότητα για διατροφή του κοινού τέκνου τους, οπότε περιορίζεται η δική του υποχρέωση. Ορισμένο αγωγής. Περιγραφή αναγκών τέκνου, χωρίς να απαιτείται για το οριεσμένο της αγωγής η αναλυτική έκθεσή τους ή το ποσό για την ικανοποίηση της κάθε μιας. Νέα διάταξη: συνεισφορά στη διατροφή τέκνου όχι σε ίσα μέρη, αλλά ανάλογα με τις δυνάμεις του καθενός. Δυνατή σύμβαση για ρύθμιση διατροφής, εφόσον δεν παραβιάζονται διατάξεις αναγκαστικού δικαίου. Μεταβολή όρων διατροφής και δικαίωμα δικαστικής επιδίωξης αύξησής της. Ανάλυση τρόπου υπολογισμού οφειλόμενης διατροφής τέκνου. ΜονΠρΚερκ 39/2001, σ. 197. 
Αγωγή περί νομής. Δεν υπάρχουν οι όροι της αποβολής και δεν χωρεί αγωγή περί αποβολής ούτε λήψη ασφαλιστικών μέτρων, όταν ο κάτοχος με ενοχική σχέση αρνείται την απόδοση όχι αντιποιούμενος δική του νομή, αλλά ισχυριζόμενος ότι συνεχίζει να έχει δικαίωμα κατοχής λόγω ενοχικής σχέσης. Το Δικαστήριο δικαιούται να κρίνει εάν ο ισχυρισμός συνιστά συγκαλυμμένη αντιποίηση νομής. ΕιρΚερκ 359/2000, σ. 247. 
Αθέμιτος ανταγωνισμός. Κατάσταση έντασης μεταξύ δυο τουλάχιστον ανταγωνιστών, οι οποίοι επιδιώκουν να προτιμηθούν τα εμπορεύματα ή οι υπηρεσίες τους από έναν πελάτη. Θεμιτή διαφήμιση-όροι. Επικριτική συγκριτική διαφήμιση. Επιτρέπεται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν για παράδειγμα, η διαφήμιση χρησιμοποιείται ως αμυντικό μέσο, άλλως είναι αθέμιτη και απαγορεύεται. Τουριστικά γραφεία στο Brindizi της Ιταλίας-εσκεμμένα ψευδείς πληροφορίες στο κοινό εναντίον ξενοδοχείου της Κέρκυρας. Έκδοση από ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου διαφημιστικού φυλλαδίου ως άμυνα κατά της παραπάνω συμπεριφοράς και σχετική καταχώριση στο διδίκτυο. Κρίση ότι πρόκεται για άμυνα, επομένως όχι πράξη αθέμιτου ανταγνωισμού. ΜονΠρΚερκ 327/2002, σ. 237. 
Αθέμιτος ανταγωνισμός. Τάση ευρείας και δυναμικής ερμηνείας της «πράξης ανταγωνισμού» του αρ. 1, Ν. 146/1914, έτσι ώστε να συλλαμβάνονται και εκείνες οι αντίθετες προς τα χρηστά ήθη πράξεις παρεμποδιστικού χαρακτήρα που ενεργούνται μεταξύ προσώπων που δεν συνδέονται με σχέση ανταγωνισμού. Αρκεί ότι η πράξη ενεργείται προς το συμφέρον τρίτων, ανταγωνιστών αυτού κατά του οποίου στρέφεται ο μετερχόμενος την αθέμιτη πράξη. Με την ερμηνεία αυτή επιτυγχάνεται η διεύρυνση των ορίων εφαρμογής του Ν. 146/1914. ΜονΠρΚερκ 645/2000, σ. 190. 
Αιγιαλός και παραλία. Δεν νοείται διάκριση σε φυσικά δημιουργούμενο αιγιαλό και σε διοικητικά καθοριζόμενο αιγιαλό. Ο καθορισμός του ανήκει στον δικαστή, βάσει νομίμων και συνήθων αποδεικτικών μέσων. Αν όμως έχει γίνει διοικητικός καθορισμός αιγιαλού, προσδιορίζεται αποκλειστικά από την οικεία πράξη, έστω και εάν τα φυσικά όρια είναι άλλα. ΜονΠρΚερκ 181/2001, σ. 206. 
Αίτηση ακύρωσης απόφασης Συμβουλίου Κρίσης και Επιλογής Ιατρικού και Οδοντιατρικού Προσωπικού Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων (ΣΚΕΙΟΠΝΙ) Περιφέρειας Ιονίων Νήσων για τη θέση Διευθυντή Μικροβιολογίας-Βιοπαθολογίας του ΓΝ Νοσοκομείου Κερκύρας. ʼρ. 13 Ν. 2690/1999: το συλλογικό όργανο δεν μπορεί να λειτουργήσει πάρα από ένα τρίμηνο αν κάποιο από τα μέλη του εκλείψει ή αποχωρήσει...ή χάσει την ιδιότητά του, ακόμη και εάν τα λοιπά μέλη αρκούν για να υπάρχει απαρτία. Ακύρωση της απόφασης του ΣΚΕΙΟΠΝΙ κατά συνεδρίαση στην οποία δεν υπήρχε νόμιμη σύνθεση. ΔιοικΕφΙωαν 260/2001, σ. 145. 
ΑΚ 914 ως νομική βάση-έλλειψη αιτιώδους συνάφειας. Απόρριψη αγωγής, γιατί τα προ της ακινητοποίησης του φερόμενου ως ζημιογόνου αυτοκινήτου περιστατικά δεν ήταν ικανά να επιφέρουν το ατύχημα ως χρονικά απομακρυσμένα από αυτό. Οδηγός που μετά από αριστερή στροφή βρίσκεται μπροστά σε ακινητοποιημένο αυτοκίνητο και συγκρούεται με αυτό. Ώφειλε να υπολογίζει ότι μπορεί να υπήρχε εκεί παγετός και να μην μπορεί να σταματήσει. Μη ισχυρισμός ότι ο εναγόμενος οδηγός ώφειλε να θέσει στο οδόστρωμα προειδοποιητική σήμανση. Αυτός ο ισχυρισμός θα μπορούσε να θεμελιώσει αιτιώδη συνάφεια κατά ΑΚ914. ΜονΠρΚερκ 168/2001, σ. 205. 
ΑΚ 1003 και επενέργειες. Εκπομπές από γειτονικό ακίνητο. Εφόσον ο ιδιοκτήτης δεν είναι υποχρεωμένος να ανεχθεί τις εκπομπές από το γειτονικό κτήμα (ΑΚ 1003), γιατί αυτές βλάπτουν ουσιωδώς τη χρήση του ακινήτου του, προστατεύεται με την αρνητική αγωγή ή αγωγή διατάραξης νομής, αν είναι νομέας και όχι ιδιοκτήτης. Η τοποθέτηση τεντών από τους ιδιοκτήτες του καταστήματος στο δικό τους, όπως δέχεται το Δικαστήριο, ακίνητο δεν αποτελεί επενέργεια κατά την έννοια των άρθρων ΑΚ 1000-1003, επομένως ο θιγόμενος ιδιοκτήτης του μεσορόφου δεν προστατεύεται με αρνητική αγωγή. ΕιρΚερκ 260/1999, σ. 245. 
ΑΚ 1007-εκσκαφή. Ο κύριος μπορεί ελέυθερα να ανασκάπτει το οικόπεδό του υπό προυποθέσεις. Η εκσκαφή μπορεί να είναι είτε προσωρινή, είτε διαρκής. Ο σκοπός της εκσκαφής είναι αδιάφορος. Η διάταξη του άρ. 1007ΑΚ προασπίζει τα συμφέροντα του γείτονα, μόνο όταν η ανόρυξη θα διακινδυνεύσει τη στερεότητα του εδάφους του ομόρου ακινήτου, γιατί αν κρημνισθεί απλά το επ’ αυτού κτίριο ή τμήμα του, η ΑΚ 1007 δεν εφαρμόζεται. Αν η οικοδομή επί του ομόρου ακινήτου δεν είχε κατασκευασθεί σύμφωνα με τους κανόνες της οικοδομικής τέχνης, αυτό μπορεί να δώσει λαβή σε ένσταση του άρ. ΑΚ 300, όταν αξιώνεται αποζημίωση. ΕιρΚερκ 292/2001, σ. 249. 
ΑΚ1400 και συμμετοχή στα αποκτήματα. Το απόκτημα του ενός συζύγου από δωρεά του άλλου δεν θα αυξήσει την τελική του περιουσία, ώστε να έχει πάνω σε αυτό αξίωση συμμετοχής ο δωρητής σύζυγος, αλλά θα προσμετρηθεί στην αρχική περιουσία του δωρεοδόχου. Οι δωρεές αυτές μπορούν να ανακαλούνται μόνο για λόγους αχαριστίας κατά το άρθρο 505 ΑΚ και να αναζητούνται με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. ΕφΚερκ 118/2001, σ. 107. 
Ακάλυπτη επιταγή ΕΠΕ - συρροή - ευθύνη και προσωπική κράτηση. Διαχειριστής ΕΠΕ εκδίδει ακάλυπτη επιταγή στο όνομα της εταιρείας. Ευθύνη διαχειριστή όχι προσωπική για τα χρέη της εταιρείας, αλλά λόγω αδικοπραξίας. Δυνατή και η διαταγή προσωπικής κράτησης διαχειριστή κατά το άρ. 1047ΚΠολΔ παρ. 1, γιατί η προσωπική κράτηση δεν διατάσσεται μόνο για τους νόμιμους εκπροσώπους της οι οποίοι όμως δεν ενέχονται προσωπικά από την αδικοπραξία. ΜονΠρΚερκ 50/2001, σ. 201. 
Αλληλόχρεος λογαριασμός και επιτρεπόμενος ανατοκισμός. Τα πιστωτικά ιδρύματα, που εδρεύουν στην Ελλάδα υποχρεούνται να παύσουν τον εκτοκισμό των δανείων μετά τη συμπλήρωση χρονικού διαστήματος δώδεκα μηνών. Στο διάστημα αυτό οι λογισθέντες τόκοι από των δανείων παραμένουν ανείσπρακτοι. Μετά το δωδεκάμηνο επιτρέπεται μόνο ο εξωλογιστικός προσδιορισμός των τόκων. Περιλαμβάνοται και οι τόκοι υπερημερίας, οι οποίοι θα λογιστικοποιούνται και εφόσον εισπράττονται ειδικά προκειμένου περί δανείων με τη μορφή αλληλόχρεων λογαριασμών. ΕφΚερκ 105/2001, σ. 106. 
Αμοιβές σερβιτόρων-υπερωρία-υπερεργασία. Προσαυξήσεις. Αμοιβες με ποσοστά. Ο εργαζόμενος με συμφωνία αμοιβής με ποσοστά φιλοδωρημάτων δεν έχει αξίωση για την προσαύξηση 25% για υπερεργασία για εργασία πέραν των 40 έως 45 ωρών. Υπερωριακή απασχόληση. Ο σερβιτόρος λαμβάνει τα ποσοστά φιλοδωρημάτων, άρα δεν του οφείλεται πλουτισμός, του οφείλεται όμως η προσαύξηση 100% για την παράνομη υπερωριακή απασχόληση. ΜονΠρΚερκ 204/2001, σ. 211. 
Αναγκαστική απαλλοτρίωση λόγω δημοσίας ωφέλειας. Το τεκμήριο ωφέλειας των παροδίων ιδιοκτητών σε αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου, κατά το άρθρο 1 του Ν. 653/77 είναι μαχητό. Η σχετική αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου ασκείται ενώπιον των Πολιτικών Δικαστηρίων, κατά την τακτική διαδικασία. ΠολΠρΘεσπρ 22/2002, σ. 165. 
Αναγκαστικός πλειστηριασμός. Εκτίμηση αξίας ακινήτου. Προσφυγή κατά χαμηλής εκτίμησης. Κριτήρια-περιγραφή. Αύξηση εκτίμησης από 80.000.000δρχ σε 130.000.000δρχ. ΔιοικΠρΚερκ 81/2001, σ. 182. 
Ανάκληση μη οριστικής απόφασης του Δικαστηρίου, κατά τη συζήτηση της κύριας υπόθεσης μετά από κλήση για έκδοση οριστικής απόφασης. Εάν με απόφαση του Δικαστηρίου έχει ανασταλεί η έκδοση οριστικής απόφασης κατ’ άρθρο 249 ΚΠολΔ, προκειμένου να εκδοθεί απόφαση άλλου δικαστηρίου για παρεμφερή υπόθεση, μπορεί το Δικαστήριο της ουσίας με αίτημα κάποιου διαδίκου ή αυτεπαγγέλτως, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης που επανέρχεται με κλήση, να ανακαλέσει την προηγούμενη μη οριστική περί αναστολής απόφαση, αν συντρέχουν σοβαροί λόγοι, όπως είναι η επί μακρόν χρόνο καθυστέρηση έκδοσης της απόφασης του δευτέρου Δικαστηρίου. ΜονΠρΘεσπρ 349/2001, σ. 243. 
Ανακοπή ακύρωσης διαταγής πληρωμής. Αοριστία ανακοπής. Σε περίπτωση πλημμελούς εκπλήρωσης παροχής από πωλητή, ο αγοραστής για να αναζητήσει το καταβληθέν τίμημα με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, πρέπει να ισχυριστεί ότι είτε έταξε εύλογη προθεσμία εκπλήρωσης, ή δεν έταξε γιατί αυτό θα ήταν άσκοπο, είτε ότι υπαναχώρησε, οπότε επήλθε απόσβεση των συμβατικών υποχρεώσεων, οπότε ανακύπτει υποχρέωση επιστροφής παροχών, κατά την ΑΚ904. Εφόσον αυτοί οι ισχυρισμοί δεν περιλαμβάνονται στην ανακοπή, απορρίπτεται. ΜονΠρΚερκ 1/2002, σ. 233. 
Ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής. Ισχυρισμός παραγραφής απαίτησης εν επιδικία. Την παραγραφή κατά το άρθρο 261ΑΚ δεν διακόπτει η άσκηση από τους υπόχρεους κατά το άρ. ΚΠολΔ 632 παρ. 1 ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, ούτε η υποβολή αίτησης αναστολής της εκτέλεσης. Αναστολή λόγω ανωτέρας βίας. Δεν αποτελεί ανωτέρα βία η έκδοση προσωρινής διαταγής για αναστολή εκτέλεσης διαταγής πληρωμής μέχρι τη συζήτηση της αίτησης αναστολής. Δεκτή η αίτηση. Αναστολή διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης. ΜονΠρΚερκ 1082/2001, σ. 232. 
Ανακοπή κατά πίνακα κατάταξης πλειστηριασμού. Επίδοση εντός 12 ημερών. Εξαιρετέες ημέρες. Προσημείωση υποθήκης. Τροπή σε υποθήκη. Πριν την τροπή, η απαίτηση που ασφαλίζεται με προσημείωση κατατάσσεται κατά τη σειρά εγγραφής της, σαν να ήταν υποθήκη, με την αναβλητική αίρεση τηε τελεσίδικης επιδίκασής της στο μέλλον, μετά την πλήρωση της οποίας ο δικαιούχος θα μπορεί να εισπράξει το επιδικασθέν μέρος της απαίτησής του. Μέρος του πλειστηριάσματος κρατείται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού για να δοθεί στον προνομιούχο δανειστή. ΜονΠρΚερκ 251/2001, σ. 215. 
Ανατοκισμός τόκων. Πιστωτικά ιδρύματα. Οι καθυστερούμενοι τόκοι δεν καθίστανται αυτοδίκαια τοκοφόροι από την πρώτη μέρα της καθυστέρησής τους ούτε μπορούν να εκτοκίζονται χωρίς συμφωνία των μερών, με μονομερή δήλωση της Τράπεζας. Αποκλείεται ο μονομερής και πιθανόν χρονικά απεριόριστος ανατοκισμός. ΑΚ361. Για την ποσοτική αλλοίωση της ενοχής απαιτείται σύμβαση. Ερμηνεία απόφασης Νομισματικής Επιτροπής. Όροι ανατοκισμού. ΜονΠρΚερκ 248/2001, σ. 213. 
Ανθρωποκτονία από αμέλεια. Ηλεκτρολογικές εργασίες. Ποινική ευθύνη επιβλέποντος εργολάβου συνεργείου ηλεκτρολογικών εργασιών. Ανάθεση αποκατάστασης φθορών εξωτερικού ηλεκτρολογικού πίνακα κλιματισμού σε θανόντα από ηλεκτροπληξία. Ο επιβλέπων εργολάβος δεν επέστησε την προσοχή των άλλων εργατών υδραυλικών, που εργάζονταν παράλληλα με το δικό του συνεργείο, ούτε προμήθευσε στον θανόντα ειδικά μονωτικά γάντια, φόρμα και παπούτσια. Αθώος ο υπεύθυνος του συνεργείου υδραυλικών εργασιών. ΕφΚερκ 52/2001, σ. 136. 
Αντικατάσταση ασφαλιστικών μέτρων με εγγυοδοσία. Όταν έχουν ήδη διαταχθεί ασφαλιστικά μέτρα για την εξασφάλιση χρηματικής απαίτησης ή απαίτησης που μπορεί να μετατραπεί σε χρήματα, το δικαστήριο με αίτηση έχοντος έννομο συμφέρον μπορεί να αντικαταστήσει τα ασφαλιστικά μέτρα με εγγυοδοσία. Πρόκειται για υπηρεσιακό καθήκον του δικαστηρίου, που εισάγεται ως εξαίρεση στη διακριτική του ευχέρεια και που το δεσμέυει στα πλαίσια των κανόνων του δημοσίου δικαίου. ΠολΠρΚερκ 41/2001, σ. 150. 
Ανώνυμη εταιρεία λήψης και διαβίβασης εντολών. Χρηματιστηριακές υπηρεσίες. Ασφαλιστικά μέτρα κατά του διατελέσαντος προέδρου του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας για συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας τους μέχρι 200.000.000δρχ. Ψευδής διαβεβαίωση ανώνυμων χρηματιστηριακών εταιρειών ότι ο καθού είχε την εντολή πελατών για αγορά και πώληση μετοχών. Διαβίβαση ψευδών εντολών με ζημία επενδυτών και ανώνυμης εταιρείας 619.964.151δρχ. Παράνομη αύξηση προμηθειών σε δεκάδες ετατομύρια. Ιδιοποιήση κεφαλαίων. Δεκτή η αίτηση. ΜονΠρΚερκ 210/2001, σ. 222. 
Απάτη. Δόλια συμπεριφορά που τείνει να παραγάγει ή να ενισχύσει ή να διατηρήσει μία πλανημένη αντίληψη ή εντύπωση, είτε συνίσταται η συμπεριφορά σε παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, είτε σε απόκρυψη ή αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση των αληθινών, χωρίς να απαιτείται η συνδρομή των όρων της απάτης του άρθρου 386 ΑΚ. Το δόλιο μέσο μπορεί να αναφέρεται και στο μέλλον, δηλαδή στην τήρηση μελλοντικά ορισμένης συμπεριφοράς. Αποζημίωση. ΕφΚερκ 221/2001, σ. 127. 
Απάτη. Εργαστήριο Ελευθέρων Σπουδών που διαφημιζόταν ως «Κέντρο Ελευθέρων Σπουδών» που παρείχε μαθήματα «κολλεγιακού επιπέδου», αναγνωρισμένα από το Κράτος. Δεν αποδείχθηκε ότι με αυτόν τον τρόπο, παραπλάνησε τους σπουδαστές του ως προς το περιεχόμενο των σπουδών. Δεν αποδείχθηκε περιουσιακή ζημία του πολιτικώς ενάγοντοας, ιδιοκτήτη ιδιωτικής επαγγελματικής σχολής και Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης, και αντίστοιχη ωφέλεια της κατηγορουμένης για απάτη. Αθώα. ΕφΚερκ 140/2001, σ. 137. 
Αποκλήρωση. Προϋποθέσεις. Η αποκλήρωση πρέπει να γίνει κατά τον τύπο της τελευταίας διάταξης βούλησης, ο λόγος της να υπάρχει κατά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης, ο λόγος να είναι αληθινός και να αναφέρεται στη διαθήκη. Ο λόγος αποκλήρωσης πρέπει να προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της τελευταίας διάταξης βούλησης, χωρίς να απαιτείται λεπτομερής αναγραφή γεγονότων. ΠολΠρΚερκ 140/2001, σ. 159. 
Αποκλήρωση συζύγου και επτά τέκνων-με διαθήκη, ορισμός μοναδικού κληρονόμου σωματείου με επωνυμία «Φιλαρμονική Εταιρεία...». Αναγνώριση δικαιώματος νόμιμης μοίρας στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους, καθώς δεν προκύπτει από τις αποδείξεις κακόβουλη εγκατάλειψη του διαθέτη. ΠολΠρΚερκ 140/2001, σ. 159. 
Αρραβώνας. Κατάπτωση αρραβώνα. Αξιώσεις και από κύρια σύμβαση και από αρραβωνική σύμβαση. Διαζευκτική η άσκησή τους, αλλά και σωρευτική, λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα της ΑΚ403. Υπαίτια αδυναμία υπάρχει και όταν ο πωλητής δεν είναι κύριος πωληθέντος. ΜονΠρΚερκ 252/2001, σ. 218. 
Αρχή προσβλητού των αποφάσεων πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με έφεση, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά. Η διάταξη του άρ. 699ΚΠολΔ που ορίζει το ανέκκλητο αποφάσεων επί αιτήσων ασφαλιστικών μέτρων δεν αφορά όλες τις αποφάσεις, αλλά μόνο εκείνες που εκδίδονται επί αιτήσεων για ασφαλιστικά μέτρα και όχι των αποφάσεων που εκδίδονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, χάριν συντομίας και απλότητας της διαδικασίας. Οι αποφάσεις των Μονομελών Πρωτοδικείων που εκδίδονται επί διαφορών περί την απόδοση από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων της παρακατατεθείσης για την αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου αποζημιώσεως στον δικαιούχο, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 8 παρ. 4 του ΝΔ 797/1971, με τις οποίες η διαφορά τέμνεται οριστικά και δεν λαμβάνονται ασφαλιστικά μέτρα, υπόκεινται στο ένδικο μέσο της εφέσεως. ΕφΚερκ 75/2001, σ. 94. 
ʼσκηση αγωγής. Δεν συνιστά γεγονός που μπορεί να στηρίξει αξίωση χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης, λόγω προσβολής της προσωπικότητας, καθώς προϋπόθεση είναι το παράνομο της προσβολής. Η άσκηση της αγωγής δεν μπορεί να είναι παράνομη ούτε καταχρηστική με την έννοια του άρ. 25 πρ. 3 Σ. ΜονΠρΚερκ 35/2001, σ. 195. 
Βάρος απόδειξης αλλοδαπού δικαίου. Το 337ΚΠολΔ δεν καθιερώνει βάρος απόδειξης του αλλοδαπού δικαίου, ούτε διαγράφει κάποια δυσμενή συνέπεια σε βάρος του διαδίκου που φέρει το βάρος απόδειξης. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου να ζητήσει τη συνδρομή των διαδίκων στην ανεύρεση του εφαρμοστέου αλλοδαπού δικαίου δεν καθιστά αυτό αντικείμενο απόδειξης, με τη γνωστή δικονομική του έννοια και γι’ αυτό δεν δεσμεύεται από τους γνωστούς δικονομικούς ή λοιπούς τύπους της αποδεικτικής διαδικασίας. ΠολΠρΚερκ 7/2001, σ. 146. 
Βίαιη διακοπή δίκης λόγω θανάτου διαδίκου. Κλήση από κληρονόμους του διαδίκου. Επέχει θέση πρόσκλησης προς εκούσια επανάληψη της δίκης. Ο κανόνας ότι ο κληρονόμος δεν μπορεί να κληθεί προς επανάληψη της δίκης, προ της παρελεύσεως της προς αποποίηση προθεσμίας ή της οπωσδήποτε άλλως επελθούσης απωλείας του δικαιώματος προς αποποίηση, έχει εφαρμογή μόνον υπέρ του κληρονόμου. ΕφΚερκ 77/2001, σ. 95 
Δάνειο 5.000.000δρχ. Καθυστέρηση. Ανατοκισμός παρά την έλλειψη σχετικής συμφωνίας, αλλά και μεσολάβηση αναγνώρισης χρέους από τον δανειολήπτη. Έγκυρος ο ανατοκισμός για το ποσό που περιλαμβάνεται στην αναγνώριση του χρέους. Μεταγενέστερος της αναγνώρισης ανατοκισμός έγκυρος μόνο εφόσον έγινε ανά εξάμηνο και κατά τις προϋποθέσεις που αναλύονται. ΜονΠρΚερκ 248/2001, σ. 213. 
Δεδικασμένο. Καλύπτει ολόκληρο τον δικανικό συλλογισμό που στήριξε την αναγνώριση της έννομης σχέσης- όχι μόνο το κριθέν δικαίωμα, αλλά και την ιστορική αιτία. Δεδικασμένο παράγουν και οι εσφαλμένες τελεσίδικες διαστικές αποφάσεις. Το δεδικασμένο εκτείνεται και στις ενστάσεις που μπορούσαν να προταθούν, αλλά δεν προτάθηκαν, εκτός από εκείνες που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα που μπορεί να ασκηθεί με κύρια αγωγή. ΜονΠρΚερκ 35/2001, σ. 195. 
Δήλωση αυτοεξαίρεσης δικαστού, λόγω κατάθεσης μήνυσης εναντίον της από τον εναγόμενο για παράβαση καθήκοντος. Υποχρέωση δικαστού να απέχει από τη συμμετοχή της στη σύνθεση του δικαστηρίου, το οποίο αδυνατεί να συγκροτηθεί νόμιμα. Διαταγή επανάληψης της συζήτησης. ΠολΠρΚερκ 158/2001, σ. 161. 
Δημοτικοί και κοινοτικοί δρόμοι αποτελούν πράγματα κοινής χρήσεως. Η ιδιότητα ενός πράγματος ως εκτός συναλλαγής ή κοινοχρήστου προκύπτει με τρεις τρόπους: α. από τον νόμο β. από τη βούληση του ιδιοκτήτη που θέτει στην κοινή χρήση, με νομότυπη δικαιοπραξία (διαθήκη ή δωρεά υπό τρόπο) κατά τα άρ. 1715ΑΚ, 503ΑΚ και 2014ΑΚ ή και με παραίτηση από την κυριότητα, με σκοπό να καταστεί συγκεκριμένο ακίνητο κοινόχρηστο-η δικαιοπραξία πρέπει να καταρτισθεί συμβολαιογραφικά, αφού περιέχει κατάργηση εμπραγμάτου δικαιώματος και γ. με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα που προβλεπόταν από το προισχύσαν βυζαντινορωμαικό δίκαιο, αρκεί να γνώρισαν την κοινή χρήση του δρόμου δυο συνεχείς γενιές, για συνολικό διάστημα 80 ετών. Απόρριψη αιτήματος αναγνώρισης οδού ως κοινόχρησης, διότι με κανέναν από τους παραπάνω τρόπους δεν προέκυψε ο κοινόχρηστος χαρακτήρας της. ΠολΠρΚερκ 70/2001, σ. 156. 
Διαζύγιο. Αγωγή λόγω τετραετούς διάστασης-αμάχητο τεκμήριο ισχυρού κλονισμού του γάμου. ʼρ. 281ΑΚ στη δίκη για τη λύση του γάμου με βάση την τετραετή διάσταση. Απαιτείται να γίνεται επίκληση σοβαρών και ακραίων περιστάσεων, που δημιουργούν ασυνήθιστη και σκληρή, πέρα από το συνηθισμένο, κατάσταση για τον σύζυγο που αντιτίθεται στη λύση του γάμου. Ενδιάμεση διακοπή της έγγαμης συμβίωσης εντός της τετραετίας δεν στηρίζει ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος διαζυγίου. ΠολΠρΚερκ 64/2001, σ. 155. 
Διάρρηξη καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης. Η ανατροπή της καταδολιευτικής πράξεως του οφειλέτη με την ανωτέρω αγωγή ενεργείται ενοχικώς αφ’ ενός μεν υπέρ του προσβάλλοντος την απαλλοτρίωση δανειστή, αφ’ ετέρου δε έναντι του τρίτου προς τον οποίο έγινε η απαλλοτρίωση, ο οποίος υποχρεούται να επαναφέρει τα πράγματα στην προτέρα κατάσταση, ήτοι να αναμεταβιβάσει την κυριότητα του πράγματος στον οφειλέτη. Δεκτή η έφεση και ανατροπή της διάρρηξης κατά ποσοστό. ΕφΚερκ 27/2001, σ. 92. 
Διαταγή πληρωμής με βάση συναλλαγματικές. Επίδοση της διαταγής πληρωμής μετά από ένα έτος από την ημερομηνία λήξης τους. Ανακοπή-επίκληση παραγραφής. Αναστολή παραγραφής, γιατί η ανακόπτουσα είχε αποτρέψει δόλια την άσκηση της αξίωσης, με συνεχείς υποσχέσεις και διαβεβαιώσεις ότι θα καταβάλλει την οφειλή. Σχέσεις εμπιστοσύνης. Επικύρωση διαταγής πληρωμής. ΕιρΚερκ 225/1998, σ. 244. 
Διαφορές γονέων και τέκνων. Στάδιο υποχρεωτικής προδικασίας που περιλαμβάνει την έρευνα, από όργανα της αρμόδιας κοινωνικής υπηρεσίας, των συνθηκών διαβίωσης του ανηλίκου και την υποβολή στο δικαστήριο, έως την ημέρα της συζήτησης, σχετικής αναλυτικής έκθεσης η οποία, στις περιπτώσεις όπου φέρεται στο δικόγραφο της αγωγής ότι ο ένας από τους γονείς ή το ανήλικο τέκνο παρουσιάζει ψυχικά προβλήματα, θα πρέπει να συνοδεύεται και από ψυχιατρική έκθεση. Περιγραφή προδικασίας. Μη τήρηση προδικασίας-επανάληψη. Τέκνα κάτω των 6 ετών. Δεν καλούνται στο δικαστήριο. ΕφΚερκ 95/2001, σ. 98. 
Διεθνής ασφάλιση και τροχαία ατυχήματα. Ευθύνη αλλοδαπού ασφαλιστή. Απαιτείται η έκδοση απ’ αυτόν δελτίου διεθνούς ασφάλισης. Αν η αστική ευθύνη από τη λειτουργία οχήματος καλύπτεται από αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρεία και το όχημα αυτό προξενήσει ζημία στην Ελλάδα, η αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρεία μπορεί να εναχθεί στην Ελλάδα, εφόσον έχει εκδώσει πιστοποιητικό διεθνούς ασφάλισης, το οποίο έχει κατατεθεί ή απλώς κατέχεται στην Ελλάδα από τον υπόχρεο, δεδομένου ότι η κατάθεση ή και η απλή κατοχή του ενέχει πρόταση για τη σύσταση σύμβασης σωρευτικής αποδοχής (άρθρα 173, 185, 189 και 477 ΑΚ). Η σύμβαση αυτή καταρτίζεται με την κατά οποιοδήποτε τρόπο αποδοχή, τέτοια δε αποδοχή αποτελεί και η εκ μέρους του παθόντα έγερση αγωγής κατά του αλλοδαπού ασφαλιστή. ΕφΚερκ 100/ 2001, σ. 100. 
Διεκδίκηση ακινήτου-περιεχόμενο αγωγής. Στην παράγωγη κτήση ο ενάγων πρέπει να αποδείξει και την κυριότητα των δικαιοπαρόχων του, σε περίπτωση δε διαδοχικών μεταβιβάσεων, πρέπει να αποδείξει την κυριότητα και των απώτερων δικαιοπαρόχων μέχρι την αναγωγή σε πρωτότυπη κτήση (συνήθως έκτακτη χρησικτησία). Επίπονη απόδειξη («probatio diabolica»), αναγκαία όμως λόγω έλλειψης κτηματικών βιβλίων. ΕιρΛευκ 21/2001, σ. 255. 
Δίκαιο αλλοδαπής Πολιτείας, έθιμα και συναλλακτικά ήθη. Το Δικαστήριο τα λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη. Αν δεν τα γνωρίζει, μπορεί να διατάξει απόδειξη ή να χρησιμοποιήσει οποιοδήποτε μέσο πρόσφορο, χωρίς να περιορίζεται από τις αποδείξεις που προσάγουν οι διάδικοι. ΠολΠρΚερκ 7/2001, σ. 146. 
Δικαίωμα πληροφόρησης. Αίτηση ασφαλιστικών μέτρων από μέλος διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας για παύση παρεμπόδισης άσκησης δικαιώματος πληροφόρησης περί εταιρικών υποθέσεων διοίκησης και διαχείρισης. Πιθανολόγηση ότι είχε παρασχεθεί η σχετική πληροφόρηση και ότι δεν υπήρξε άρνηση παροχής πληροφοριών, αλλά διαφωνία ως προς τον τρόπο άσκησης του δικαιώματος πληροφόρησης. Απόρριψη της αίτησης. ΜονΠρΚερκ 142/2002, σ. 234. 
Δουλεία διόδου-άρ. 1012 ΑΚ. Το δικαίωμα παρέχεται μόνο όταν το ακίνητο στερείται της αναγκαίας διόδου σε δημόσιο δρόμο, κοινόχρηστο, ανεξάρτητα αν πρόκειται για εθνική, επαρχιακή, δημοτική ή κοινοτική οδό. ΕιρΛευκ 3/2001, σ. 254. 
Εισφορές ΙΚΑ. Απασχόληση συγγενών σε οικοδομικό έργο. Οι ασφαλιστικές εισφορές μειώνονται μόνο εάν ο κύριος του έργου γνωστοποιήσει πριν από τις εργασίες ότι πρόκειται να εκτελεστούν από συγγενικά πρόσωπα. ΔιοικΠρΚερκ 75/2001, σ. 179. 
Εκκλησιαστική περιουσία και νομή ακινήτων. Τα νομικά πρόσωπα που διαχειρίζονται εκκλησιαστική περιουσία θεωρούνται ότι έχουν αδιαλείπτως τη νομή επί των ακινήτων κτημάτων τους από την κτήση της κυριότητάς τους και ανεξάρτητα από τυχόν αφαίρεση αυτής από οποιονδήποτε τρίτο και ανεξάρτητα από την πραγματική κατάσταση. ΠολΠρΚερκ 75/2001, σ. 158. 
Έλλειψη δικαιοδοσίας. Ερευνάται αυτεπαγγέλτως. Η εντολή είναι έννομη σχέση του ιδιωτικού δικαίου (αρ. 713ΑΚ). Η παροχή υπηρεσιών από ιδιώτη σε φορέα δημόσιας διοίκηησς και αν προκαλείται από δήλωση βούλησης εμφανιζόμενη ως εντολή, συνιστά έννομη σχέση δημοσίου δικαίου και υπόκειται μόνο στο δημόσιο δίκαιο. Οι διαφορές που προκύπτουν από την εντολή αυτή υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. ΠολΠρΚερκ 49/2001, σ. 152. 
Εμπορική μίσθωση-κακή χρήση. Συνιστά κακή χρήση και όταν ο μισθωτής δεν τηρεί την προσήκουσα συμπεριφορά προς τους λοιπούς ενοίκους του ακινήτου, ανάμεσα στους οποίους είναι και ο ίδιος ο εκμισθωτής, έστω κι αν η προσήκουσα συμπεριφορά δεν επιβάλλεται από συγκεκριμένο όρο της μίσθωσης. Κακή χρήση συνιστά και η έκθεση του εκμισθωτή σε κίνδυνο αστικής ευθύνης, λόγω παραβίασης από τον μισθωτή του άρ. 1003 ΑΚ, κατά το οποίο και ο ιδιοκτήτης ευθύνεται. ΕιρΚερκ 359/2000, σ. 247. 
Έννοια καταστρεπτικής κοπής ελαιοδένδρου κατά τον Ν. 5814/1933. Αλόγιστη και χωρίς τήρηση των κανόνων αποκοπή των κυριωτέρων τμημάτων του ελαιοδένδρου, εκ της οποίας μειώνεται ουσιαστικά στο ελάχιστο η παραγωγικότητά του ή πολύ περισσότερο καθίσταται ανενεργό και άχρηστο επί μεγάλο χρονικό διάστημα (σειρά ετών), η δε μελλοντική του ανάκαμψη στην προηγουμένη καρποφόρα κατάστασή του καθίσταται αν όχι αβέβαιη, τουλάχιστο χρονοβόρα. ΓνωμΝΣΚ 105/2001, σ. 256. 
Επικίνδυνη σωματική βλάβη. Βλάβη που μπορούσε να προκαλέσει ή κίνδυνο ζωής ή βαριά σωματική βλάβη. Η διάζευξη σημαίνει ότι στην καταδικαστική απόφαση πρέπει να αναφέρεται με ποιόν από τους δύο τρόπους τελέστηκε το έγκλημα, γιατί η διακινδύνευση της ζωής πρέπει να τύχει βαρύτερης ποινικής μεταχείρισης από τη διακινδύνευση βαριάς σωματικής βλάβης. Τυχόν ασάφεια δημιουργεί λόγο αναίρεσης. ΣυμβΕφΚερκ 15/99, σ. 142. 
Επιταγή - προθεσμίες - ανωτέρα βία. Η διάρκεια της ανωτέρας βίας για την ενέργεια των τυπικών πράξεων (εμφάνισης, σύνταξης διαμαρτυρικού κλπ) περιορίστηκε σε 15 ημέρες πέραν των οποίων ο κομιστής ελευθερώνεται από τις διατυπώσεις εμφάνισης της επιταγής και σύνταξης διαμαρτυρικού, δικαιούται να ασκήσει αναγωγή. Αν δεν υπάρχει οπισθογράφος, ειδοποιείται από τον κομιστή ο εκδότης για την περίπτωση της ανωτέρας βίας. Δεν είναι απαραίτητη η εν λόγω ειδοποίηση, εάν ο εκδότης τελούσε εν γνώσει της ύπαρξης ανωτέρας βίας. ΕφΚερκ 145/2001, σ. 116. 
Εσφαλμένος συνυπολογισμός αξίας ολόκληρου του κληρονομιαίου αγροτεμαχίου και όχι του ορθού 50% αυτού κατά τον προσδιορισμό της φορολογητέας αξίας της κληρονομικής περιουσίας. Εσφαλμένη καταλογιστική πράξη και πρακτικό εξώδικης λύσης της διαφοράς. Εσφαλμένος υπολογισμός φόρου. Τροποποίηση και νέα εκκαθάριση του φόρου. Το ασκηθέν δικόγραφο δεν είναι προσφυγή, αλλά αίτηση ακύρωσης. ΔιοικΠρΚερκ 81/2001, σ. 184. 
Έφεση. Απευθύνεται κατά των αντιδίκων του εκκαλούντος, οι οποίοι ωφελούνται από την προσβαλλόμενη απόφαση, όχι δε και κατ’ εκείνων, οι οποίοι ήταν ομόδικοί του και την ίδια με αυτόν βλάβη υφίστανται. Ο διάδικος που ηττήθηκε μπορεί να απευθύνει την έφεσή του και κατά των ομοδίκων στην πρωτόδικη δίκη υπό την προϋπόθεση ότι στην εκκαλούμενη απόφαση περιέχεται διάταξη επιβλαβής για τον εκκαλούντα και ωφέλιμη για τους ομόδικους του και ότι με την έφεση διώκεται και η διόρθωση της απόφασης και κατά την διάταξη αυτή. ΕφΚερκ 122/2001, σ. 111. 
Η απαίτηση του κάθε συζύγου από το άρθρο 1400 ΑΚ είναι κατ’ αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική αποτίμηση της περιουσίας αύξησης του υπόχρεου συζύγου που προέρχεται από τη συμβολή του δικαιούχου. Δυνατή όμως η (ενοχική) απόδοση του ποσοστού της συμβολής του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου, με αυτούσια απόδοση, είτε ανάλογου ποσοστού συγκυριότητας επί των αποκτημάτων, είτε ορισμένου ή ορισμένων πραγμάτων ίσης αξίας προς το ποσοστό της συμμετοχής του δικαιούχου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου. ΕφΚερκ 118/2001, σ. 107. 
Ηλεκτροπληξία εργάτη-θάνατος. Ελαττωματική κατασκευή μηχανήματος. Τόσο ουσιώδης η αμέλεια του εργοδότη, ώστε να μην αξιολογεί το δικαστήριο τη συντρέχουσα αμέλεια του εργαζόμενου. Απόρριψη αιτήματος αναβολής της αστικής δίκης μέχρι την τελεσίδικη περάτωση της ποινικής διαδικασίας, γιατί η υπαιτιότητα κρινόμενη κατά την ποινική δίκη δεν δεσμεύει το πολιτικό δικαστήριο. Επιδίκαση υψηλών ποσών αποζημίωσης και ικανοποίησης ηθικής βλάβης. ΜονΠρΚερκ 278/2001, σ. 218. 
Θαλάσσιο ατύχημα και θάνατος. Ταχύπλοο που τραυματίζει θανάσιμα δύτη που επιδιδόταν σε υποβρύχια αλιεία λόγω έλλειψης προσοχής χειριστού σκάφους. Περιστατκά-αποκλειστική υπαιτιότητα. Θύμα ηλικίας 58 ετών. Υπολογισμός αποζημίωσης. Αξία υπηρεσιών συζύγου που δεν ασκούσε βιοποριστικό επάγγελμα, αλλά ασχολούνταν με τα οικιακά. ΕφΚερκ 25/2001, σ. 90. 
Κακόβουλη αθέτηση υποχρέωσης διατροφής - λόγος αποκλήρωσης, εφόσον ο κατιών γνωρίζει ότι συντρέχουν οι προυποθέσεις της και παραλείπει την εκπλήρωση της υποχρέωσης, ενώ είναι σε θέση να την εκπληρώσει. Βάρος απόδειξης λόγου αποκλήρωσης: φέρει ο επικαλούμενος την αποκλήρωση. Ο ενάγων δεν υποχρεούται να αποδείξει την αναλήθεια του λόγου αποκλήρωσης. ΠολΠρΚερκ 140/2001, σ. 159. 
«Κενό». Όταν σε προδικαστική απόφαση δεν ορίστηκε το χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο οι διάδικοι οφείλουν να προσκομίσουν γνωμοδότηση του Ελληνικού Ινστιτούτου Αλλοδαπού Δικαίου, σε σχέση με το εφαρμοστέο αλλοδαπό δίκαιο, δεν πρόκειται για παράλειψη του Δικαστηρίου να τάξει προθεσμία διεξαγωγής αποδείξεων κατά το αρ. 341 ΚΠολΔ παρ. 6, αλλά για «κενό» που ανέκυψε στο Δικαστήριο μετά την περαίωση της συζήτησης. Το κενό θα συμπλρωθεί σε μια νέα δικάσιμο με επιμέλεια των διαδίκων. ΠολΠρΚερκ 7/2001, σ. 146. 
Κλήση παράστασης στην αποδεικτική διαδικασία. Μη κλήση-ακυρότητα μόνο εάν προκλήθηκε βλάβη στον διάδικο που την προτείνει. Πραγματογνωμοσύνη. Ακυρότητα της γνωμοδότησης του πραγματογνώμονα από τη μη κοινοποίηση της απόφασης διορισμού του στους διαδίκους επέρχεται μόνον αν η παράβαση αυτή επέφερε βλάβη στο διάδικο, που την επικαλείται και που δεν μπορεί να αποκατασταθεί αλλώς παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας. ΕφΚερκ 121/ 2001, σ. 109. 
ΚΤΕΛ. Εξυπηρέτηση του κοινού ωφέλους με την εξασφάλιση ασφαλούς, εύρυθμης και κατά το δυνατό οικονομικότερης συγκοινωνίας, αγαθού ζωτικής σημασίας για τις ανάγκες του κοινωνικού συνόλου. Ιδιότυπες επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας που λειτουργούν με τη μορφή οργανισμού, σύνολα δηλαδή πραγμάτων, δικαιωμάτων, καταστάσεων και σχέσεων οργανωμένων σε οικονομική ενότητα προς επίτευξη ορισμένου σκοπού. Δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των πιο πάνω, περί ανωτέρου ορίου αποζημίωσης, διατάξεων του άρθρου 2 του Α.Ν. 173/67 και 1 παρ. 1-2 του Ν. 618/70. Ο κοινωφελής δε αυτός χαρακτήρας των ΚΤΕΛ δεν αποκλείεται εκ του ότι, στα όρια της πραγμάτωσης του πιο πάνω σκοπού, επιδιώκουν παράλληλα και ελεγχόμενο κέρδος υπέρ των μετόχων της. ΕφΚερκ 77/2001, σ. 95. 
Λύση ΕΠΕ για σπουδαίο λόγο. Ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρεται στις σχέσεις της εταιρείας και στο πρόσωπο των εταίρων. Σπουδαίο λόγο λύσεως της ΕΠΕ αποτελεί και η μόνιμη αδυναμία λειτουργίας των εταιρικών οργάνων, όταν απορρέει από τη διακοπή ή τη διατάραξη των προσωπικών σχέσεων των διαδίκων και μοναδικών συνεταίρων της ΕΠΕ. ΕφΚερκ 119/2000, σ. 88. 
Μηνιαίο εξωιδρυματικό επίδομα αναπηρίας. Προϋποθέσεις. Η υγειονομική επιτροπή, εάν διαπιστώσει ότι η πάθηση του ασφαλισμένου δεν συνιστά παραπληγία ή τετραπληγία, οφείλει να εκφέρει ειδικώς αιτιολογημένη κρίση. Το ζήτημα είναι ιατρικής φύσεως και ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα των εν λόγω υγειονομικών επιτροπών. Παρά την κρίση της επιτροπής, η Προισταμένη του Τμήματος Αναπηρίας απέρριψε την αίτηση. Ακύρωση απόρριψης. ΔιοικΠρΚερκ 80/2001, σ. 181.
Back to Top