ΙΟΝΙΟΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ 2004


Κωδικός Προϊόντος: 11334
  • Έκδοση: 2004
  • ISBN: 1109-3323
Η Ιόνιος Επιθεώρηση του Δικαίου αποτελεί περιοδική έκδοση του Δικηγορικού Συλλόγου Κερκύρας, η οποία καλύπτει τον χώρο του Ιονίου και κυρίως την Εφετειακή Περιφέρεια Κερκύρας. Εκδίδεται μία φορά το χρόνο και είναι γενικής ύλης. Κάθε τεύχος περιλαμβάνει άρθρα και γνωμοδοτήσεις πάνω σε επίκαιρα ζητήματα, ειδικά πρακτικά θέματα για τους δικηγόρους της μάχιμης δικηγορίας και πλούσια νομολογία. Στο τ. 4/2004 περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι μελέτες του Α. Κουτσουράδη "Νόμιμο ενέχυρο του ξενοδόχου επί των εισκομισθέντων πραγμάτων του πελάτη του διοργανωτή ταξιδίων - Μερικές συνοδευτικές σκέψεις στην υπ΄ αριθμ. 398/2003 Γνωμοδότηση του ΝΣΚ Α΄ Τμήμα, του Α. Χατζή "Ο Αριστοτέλης στη Σύγχρονη Αμερικάνικη Θεωρία Δικαίου" και της Α. Γιαννακούλα "Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και Απονομή Δικαιοσύνης". Επίσης δημοσιεύεται και η ΜονΠρΚέρκυρας 1318/2002, που αφορά σήματα και αθέμιτη εκμετάλλευση ξένου διακριτικού γνωρίσματος και η ΜονΠρωΚέρκυρας 1417/2002 σχετικά άδειες εγκατάστασης κεραιών κινητής τηλεφωνίας, και οι δύο με σχετικό σχόλιο του Σ. Δραγομάνοβιτς.
Αγωγή. Στοιχεία ορισμένου της αγωγής κατά ΚΠολΔ 216. Αυτεπάγγελτη εξέταση της αοριστίας της αγωγής, γιατί συνιστά έλλειψη προδικασίας. Διοίκηση κοινού. Ανήκει σε όλους τους κοινωνούς. Στις μεταξύ τους σχέσεις οι κοινωνοί ευθύνονται για κάθε πταίσμα. Εφαρμογή 297-298 ΑΚ. Προϋποθέσεις αποζημίωσης. ΑΠ 1147/2003, σ. 109. 
Αγωγή αναγνωριστική. Εφαρμογή άρθρου 70 ΚΠολΔ. Έννομο συμφέρον και λοιπές προϋποθέσεις. Κοινής χρήσεως πράγματα – έννοια. Κοινόχρηστα οι οδοί. Τρόποι με τους οποίους ένα ακίνητο μπορεί να αποκτήσει την ιδιότητα του κοινόχρηστου πράγματος. Αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα. Πότε το δικαίωμα θεωρείται, ότι ασκείται καταχρηστικά. ΠολΠρΚέρκυρας 64/2004, σ. 138. 
Αγωγή διεκδικητική. Διάδικοι. Περιεχόμενο. Πρέπει να αναγράφεται στην αγωγή ο τρόπος με τον οποίο απέκτησε ο ενάγων την κυριότητα του ακινήτου. Παράγωγος τρόπος με καθολική διαδοχή. Περιεχόμενο. Ο ενάγων, αν ο εναγόμενος αμφισβητήσει με τις προτάσεις της πρωτοβάθμιας συζήτησης, ειδικά την κυριότητα των δικαιοπαρόχων του ενάγοντα επί του ακινήτου, επικαλείται τη σαφή έκθεση του τρόπου κτήσης κυριότητας από τον άμεσο δικαιοπάροχό του. Περιεχόμενό της. Δεν απαιτείται η συγκεκριμένη αναφορά στην περίπτωση της πλασματικής νομής (ΑΚ 983). ΕισΝΑΚ 64 και 65. Φύση ισχυρισμού, ο οποίος προβάλλεται από τον εναγόμενο, ότι ο τελευταίος απέκτησε την κυριότητα με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία. Δικαιώματα συννομέα ακινήτου πράγματος πάνω σε αυτό. Εικοσαετής η παραγραφή διεκδικητικής αγωγής, η οποία έχει ως περιεχόμενο αξίωση απορρέουσα από το απόλυτο δικαίωμα της κυριότητας. Εξαιρέσεις. Εφαρμογή ΑΚ 271. ΜονΠρΚέρκυρας 21/2004, σ. 197. 
Αγωγή. Περιεχόμενό της. Αρμόδιο καθ’ ύλη δικαστήριο το ειρηνοδικείο, με βάση την αξία του επιδίκου ακινήτου. Αίτημα να αναγνωριστεί ο ενάγων κύριος ολόκληρου του ακινήτου δεν είναι νόμιμο, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος. Απόρριψη ένστασης ενιαυσίου παραγραφής, διότι η αγωγή είναι διεκδικητική και ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, διότι τα επικαλούμενα περιστατικά δεν συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος. Απαράδεκτες οι ενστάσεις ελλείψει προδικασίας στο μέτρο που προβλήθηκαν με τις προτάσεις και όχι προφορικά στο ακροατήριο. Αυτεπάγγελτα λαμβάνεται υπόψη το απαράδεκτο. Η προσθήκη των ενστάσεων στις προτάσεις συγχωρείται, μόνο, όταν αυτές προτείνονται στο ακροατήριο. ΕιρΚέρκυρας 91/2003, σ. 224. 
Αδικοπραξίες. Έφεση. Μεταβιβαστικό αποτέλεσμα. Εξουσία δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και ειδικότερα επί εφέσεως εναγομένου. Δικαιούχος αποζημίωσης από αδικοπραξία. είναι ο άμεσα ζημιωθείς. Η νοσηλεία αποτελεί περιουσιακή ζημία, η οποία βαρύνει την περιουσία του παθόντος, έστω και αν αυτός στερείται στην πραγματικότητα περιουσιακών στοιχείων. Τρίτα πρόσωπα τα οποία υφίστανται βλάβη στην περιουσία τους από πληρωμή νοσηλίων είναι εμμέσως ζημιούμενοι και δεν υποκαθίστανται στην αποζημιωτική αξίωση του παθόντος, αλλά ούτε αποκτούν ευθεία αξίωση αποζημίωσης, γιατί η έμμεση ζημία δεν εμπίπτει στις διατάξεις των άρθρων ΑΚ 914 και 929, αλλά αυτοί εμπίπτουν μόνο στις εξαιρετικές περιπτώσεις των διατάξεων των άρθρων ΑΚ 928 εδ. β και 929 εδ.β. Ευθύνη κατόχου ζώου κατά ΑΚ 924. ΕφΚέρκυρας 18/2003, σ. 114. 
Αδικοπραξίες. ΑΚ 931. Για τη θεμελίωση της αυτοτελούς αξίωσης που απορρέει από το παρόν άρθρο πρέπει να συντρέχουν περιστατικά, πέρα από εκείνα που απαιτούνται για τη θεμελίωση αξιώσεων με βάση τα άρθρα ΑΚ 929 και 932, τα οποία θα συνθέτουν την έννοια της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του παθόντος. Ως μέλλον εννοείται η επαγγελματική, κοινωνική και οικονομική εξέλιξη του ατόμου. Τι καλύπτει η αποζημίωση. Για το ορισμένο της αγωγής πρέπει να προσδιορίζονται τα περιστατικά εκείνα από τα οποία να προκύπτει η επίδραση στο μέλλον της αναπηρίας και της παραμόρφωσης και η έκταση της περιουσιακής ζημίας. ΜονΠρΚέρκυρας 270/2003, σ. 181. 
Αδικοπραξίες. Αποζημίωση από αδικοπραξία κατά ΑΚ 914. Προϋποθέσεις. Ο χαρακτηρισμός της παράλειψης ως παράνομης συμπεριφοράς προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης για επιχείρηση θετικής ενέργειας που παραλήφθηκε. Πότε συντρέχει τέτοια νομική υποχρέωση. Το βάρος επίκλησης και απόδειξης των προϋποθέσεων της αδικοπραξίας φέρει ο ζημιωθείς. Οι μαρτυρικές καταθέσεις που έχουν ληφθεί σύμφωνα με τους κανόνες της ποινικής δικονομίας δεν μπορούν να υπαχθούν στο καθαρόαιμο αποδεικτικό μέσο των μαρτύρων, ούτε και στην έννοια των αποδεικτικών εγγράφων. Αποτελούν ανώνυμο αποδεικτικό μέσο. Δικανικός συλλογισμός. Λειτουργία του. ΜονΠρΚέρκυρας 317/2003, σ. 182. 
Απαλλοτριώσεις. Διάρρηξη απαλλοτρίωσης. Προϋποθέσεις προστασίας δανειστών. Περιεχόμενο απαλλοτρίωσης. Το ότι μια διάθεση γίνεται προς εκπλήρωση απλώς ηθικών υποχρεώσεων ή της κοινωνικής ευπρέπειας του οφειλέτη δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη βλάβη των δανειστών. Καταδολιευτικός χαρακτήρας απαλλοτρίωσης. Πότε αναιρείται και πότε όχι. Εφαρμογή ΚΠολΔ 936 παρ. 3 και 992 παρ. 1. Η διάρρηξη δεν γεννά πλέον ενοχική υποχρέωση αναμεταβίβασης του αντικειμένου της απαλλοτρίωσης. Δικαιώματα του δανειστή, ήτοι κατάσχεση του πράγματος στην περιουσία του οφειλέτη. Νόημα ΑΚ 943. ΠολΠρΚέρκυρας 23/2002, σ. 129. 
Δεδικασμένο. Η απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων ισχύει προσωρινά και δεν επηρεάζει την κύρια υπόθεση. Παράγεται προσωρινό δεδικασμένο, το οποίο παύει να ισχύει με την έκδοση αντίθετης απόφασης ή με τη μη έκδοση απόφασης στην κύρια δίκη. Χαρακτηριστικά της απόφασης που περατώνει τη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων και ειδικότερα της απόφασης που δέχεται την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων. Η απόφαση έχει άμεση διαπλαστική ενέργεια. Λειτουργία προσωρινού δεδικασμένου. ΚΠολΔ 321-334. Πότε μπορεί να υποβληθεί νέα αίτηση μεταξύ προσώπων που δεσμεύονται από το δεδικασμένο. Μεταβολή συνθηκών κατά Κ.Πολ.Δ. 696 παρ. 3. ΜονΠρΚέρκυρας 254/2004, σ. 213. 
Διαιτησία. Περιεχόμενο συμφωνίας. Εκούσια δικαιοδοσία. Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει, ότι η διαιτητής έχει προκαλέσει υπόνοια για μεροληψία. Το ότι η διαιτητής αποτέλεσε πληρεξούσια δικηγόρος του συζύγου της κυρίως παρεμβαίνουσας σε διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων του τελευταίου δεν προκαλεί υπόνοιες μεροληψίας, γιατί δεν αφορά την ίδια διαφορά και δεν συνεπάγεται ιδιαίτερη σχέση καθήκοντος ή εξάρτησης μεταξύ της πρώτης και της κυρίως παρεμβαίνουσας. ΜονΠρΚέρκυρας 360/ 2003, σ. 186. 
Διαιτητής. Αίτηση εξαίρεσής του. Πραγματικά περιστατικά και λόγοι εξαίρεσης. Από κανένα έγγραφο δεν προκύπτει υπόνοια μεροληψίας σε βάρος της διαιτητού. ΜονΠρΚέρκυρας 7/2004, σ. 196. 
Διατροφή. Διατάραξη έγγαμης συμβίωσης. Πραγματικά περιστατικά. Ο σύζυγος δεν δικαιούται διατροφής από την σύζυγό του. Επιδίκαση διατροφής σε τέκνα, εις βάρος του συζύγου. ΜονΠρΚέρκυρας 693/2004, σ. 220. 
Διεθνής δικαιοδοσία. Διατάραξη έγγαμης συμβίωσης. Πραγματικά περιστατικά. Διεθνής Σύμβαση της Χάγης 1980. Η μετακίνηση του ανήλικου τέκνου των διαδίκων έγινε κατά παράβαση της ανωτέρω συνθήκης. Υφίσταται δικαιοδοσία του δικαστηρίου τούτου να δικάσει την υπόθεση. Παραδεκτή άσκηση ανταίτησης. Ζητήματα διεθνούς δικαιοδοσίας. Διεθνής δικαιοδοσία του δικαστηρίου να δικάσει την ανταίτηση. Κατά τόπο αρμοδιότητα. Τα ασφαλιστικά μέτρα κρίνονται κατά το δίκαιο της πολιτείας του δικαστή που δικάζει (lex fori). Εφαρμοστέο δίκαιο το ελληνικό. Εκκρεμοδικία. Η εσωτερική έννομη τάξη δίδει ευθέως προτεραιότητα στην ημεδαπή δικαιοδοσία. ΜονΠρΚέρκυρας 1087/2004, σ. 221. 
Δικαίωμα εκμετάλλευσης περιπτέρων. Νομοθετικό καθεστώς. Προϋποθέσεις χορήγησης σχετικής άδειας. ʼσκηση προσφυγής από κάθε ενδιαφερόμενο για παράβαση νόμου. Μίσθωση περιπτέρων και αδειών λιανικής πώλησης. Νομοθετικό καθεστώς. Η παραχώρηση του δικαιώματος χρήσης περιπτέρων σε αναπήρους και θύματα πολέμου αποτελεί ειδική διάταξη για την παραχώρηση ιδιαίτερων δικαιωμάτων χρήσης κοινόχρηστων χώρων. Προστασία του δικαιώματος κατά το δημόσιο δίκαιο. Ο δικαιούχος προστατεύεται με τις αγωγές της νομής κατά ΑΚ 997. ΕιρΚέρκυρας 273/2003, σ. 227. 
Ένορκη Διοικητική Εξέταση. Πειθαρχικά παραπτώματα αστυνομικών που επισύρουν την ποινή της αργίας. Μυστικότητα της ανάκρισης. Μόνο ο εγκαλούμενος αστυνομικός δύναται να λαμβάνει γνώση των στοιχείων αυτής. Γνώση των διοικητικών εγγράφων. Έννοια διοικητικού εγγράφου. Δικαίωμα λήψεως αντιγράφου των εγγράφων αυτής με δαπάνη του αστυνομικού. Τι απαιτείται για την απόδειξη της γνώσης των εγγράφων της ΕΔΕ. Τυχόν άρνηση εκ μέρους της διοίκησης του δικαιώματος λήψης αντιγράφων των εγγράφων της δικογραφίας δεν μπορεί να βρει έρεισμα στη μυστικότητα της ΕΔΕ, αφού αυτή δεν αφορά τον εγκαλούμενο. ΔιοικΕφΙωαννίνων 95/2001, σ. 126. 
Επίδειξη εγγράφου. Δυνατότητα κάθε πολίτη να ζητήσει την επίδειξη εγγράφου Εξαίρεση. Επίδειξη εγγράφου που βρίσκεται σε δημόσια αρχή. Αρμόδιο δικαστήριο για να διατάξει την επίδειξη είναι το πολυμελές πρωτοδικείο της έδρας του καθ’ ου απευθύνεται η αξίωση φ.π. ή ν.π. Δυνατότητα ασφαλιστικών μέτρων. Κοινός λογαριασμός. Οι διατάξεις του εφαρμόζονται και επί μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου Ο αναλαμβάνων το ποσό της κατάθεσης δεν διαπράττει το έγκλημα της υπεξαίρεσης, αλλά ενέχεται έναντι του άλλου σύμφωνα με την υποκείμενη σχέση. Η κατά παράβαση εντολής διαχείριση λογαριασμού δημιουργεί ευθύνη έναντι στον εντολέα κατ’ άρθρο 714 ΑΚ. ΜονΠρΚέρκυρας 1422/ 2003, σ. 190. 
Επιμέλεια τέκνων. Διατάραξη έγγαμης συμβίωσης. Πραγματικά περιστατικά. Επικίνδυνη κατάσταση. Επιβάλλεται ως ασφαλιστικό μέτρο η απομάκρυνση της αιτούσας από τη συζυγική οικία, η προσωρινή παραχώρηση της συζυγικής οικίας στον καθ’ου η αίτηση και η προσωρινή ανάθεση της επιμέλειας των δυο ανήλικων τέκνων των διαδίκων στην αιτούσα. Η αιτούσα δικαιούται διατροφής από τον σύζυγό της. ΜονΠρΚέρκυρας 608/2004, σ. 218. 
Επιταγές. Ο αρμόδιος για την είσπραξη υπάλληλος σφράγισε τις επιταγές εντός οκταημέρου λόγω ελλείψεως διαθέσιμων κεφαλαίων, πλην όμως δεν τις διαβίβασε αμελλητί στην τράπεζα, ως όφειλε, αλλά απέκρυψε το γεγονός από την τράπεζα και παρακράτησε τις επιταγές. Εφαρμογή ΑΚ 914, 919, 298. Δεκτή ένσταση συνυπαιτιότητας. ΠολΠρΚέρκυρας 303/2003, σ. 133. 
Επιταγές. Η ενοχή από επιταγή είναι αναιτιώδης. Φύση της περιεχόμενης στην επιταγή διπλής εξουσιοδότησης (προς τον λήπτη και τον πληρωτή). Υποχρεώσεις του κομιστή και του εναγόμενου στην αγωγή εκ του τίτλου που ασκεί ο κομιστής. Η ένσταση ότι ο τίτλος κλάπηκε και συμπληρώθηκε εκ των υστέρων, ως ένσταση πλαστότητας ενεργεί απόλυτα και συνεπώς προτείνεται και κατά του καλόπιστου κομιστή. ΜονΠρΚέρκυρας 37/2003, σ. 172. 
Έφεση κατηγορουμένου κατά βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών. Παραδεκτό έφεσης. ΚΠΔ 476 παρ.1. Η άσκησή της κατά βουλεύματος επιτρέπεται στον κατηγορούμενο σύμφωνα με το άρθρο 478 ΚΠΔ. Απιστία δικηγόρου και απλή υπεξαίρεση. ΠΚ 233α και 375 1α. Το ότι ο κατηγορούμενος παραπέμπεται λόγω της ιδιάζουσας δωσιδικίας στο Τριμελές Εφετείο και όχι στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο δεν έχει σημασία για το παραδεκτό της έφεσης. Ratio διάταξης ΚΠΔ 478 1 εδ. α΄. Ακυρότητα πράξεων της προδικασίας, σύμφωνα με τα άρθρα ΚΠΔ 171 και 173. Η πρόταση ακυρότητας πράξεων της προδικασίας προτείνεται μέχρις ότου εκδοθεί το ανέκκλητο βούλευμα και όχι βραδύτερα. Η κήρυξη ακυρότητας ορισμένης διαδικαστικής πράξεως της προδικασίας δεν συνιστά ίδιο ένδικο μέσο. ΕισΝΚΠολΔ άρθρο 73 παρ. 1,4, και 5. Διάταξη ΚΠΔ 309 παρ. 2. Η αίτηση ακυρότητας πράξεων της προδικασίας έπρεπε να προταθεί από τον κατηγορούμενο πριν από την έκδοση οριστικού βουλεύματος. Ratio διάταξης ΚΠΔ 309 παρ.2. Περιορισμοί. Ειδικές ρυθμίσεις για την κλήτευση σε ορισμένες περιπτώσεις. ΣυμβΕφΚέρκυρας 8/2002, σ. 111. 
Έφεση. Ύπαρξη εννόμου συμφέροντος το οποίο πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο κατάθεσης του δικογράφου στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Έννοια εννόμου συμφέροντος. Ποιος δικαιούται να ασκήσει έφεση κατά τη διάταξη ΚΠολΔ 516. Κατά της αποφάσεως που δέχθηκε τους αγωγικούς ισχυρισμούς λόγω τεκμηρίου ομολογίας του εναγομένου από την ερημοδικία του, ο νικήσας ενάγων δεν έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει έφεση. Η έφεση που ασκήθηκε κρίθηκε απαράδεκτη. ΕφΚέρκυρας 39/2004, σ. 125. 
Κλοπή. Αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Πραγματικά περιστατικά. Βαριά αμέλεια των υπαλλήλων της Τράπεζας. Το ότι οι ενάγοντες κατήγγειλαν την κλοπή και την απώλεια 48 ημέρες μετά την πρώτη ανάληψη της πρώτης εναγομένης δεν τους καθιστά συνυπαίτιους της ζημίας, γιατί δεν προκύπτει, ότι είχαν γνώση της κλοπής των εγγράφων. Δεκτή αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη. ΠολΠρΚέρκυρας 227/2003, σ. 132. 
Κοινωνία. Καθορισμός χρήσης κοινού πράγματος. Κανονισμός διοίκησης κοινού από το δικαστήριο. ΑΚ 790. Αν η διοίκηση και η χρήση του κοινού πράγματος καθορίστηκε με κοινή συμφωνία ή απόφαση της πλειοψηφίας των κοινωνών δεν υφίσταται δικαιοδοσία του δικαστηρίου. Δυνατότητα μειοψηφίας για προσφυγή στο δικαστήριο. Η βούληση εκάστου κοινωνού αποτελεί κυρίαρχο στοιχείο στην απόφαση για διοίκηση. Απόφαση ολότητας των κοινωνών. ΑΚ 788 παρ. 1. Δικαιώματα υπολοίπων κοινωνών σε περίπτωση αποκλειστικής χρήσης του κοινού αντικειμένου από τον ένα από τους κοινωνούς. ΜονΠρΚέρκυρας 893/2003, σ. 187. 
Κοινόχρηστα πράγματα. Σ 18 παρ. 2. Πράγματα εκτός συναλλαγής. Α.Κ. 966. Πράγματα κοινής χρήσης. ΑΚ 967. Τα κοινόχρηστα πράγματα, που ανήκουν στο Δημόσιο, αν δεν ανήκουν σε δήμο ή κοινότητα ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά και είναι ανεπίδεκτα τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας, μπορούν να αποκτηθούν με παραχώρηση της αρχής κατά τους όρους του νόμου, εφόσον με τα δικαιώματα αυτά εξυπηρετείται ή δεν αναιρείται η κοινή τους χρήση, ενώ αποβάλλουν την ιδιότητά τους αυτή από τότε που έπαψε ο προορισμός τους για κοινή χρήση ή για δημόσιο, δημοτικό, κοινοτικό, θρησκευτικό σκοπό. Με ποια βάση κρίνεται ο προορισμός κατά την έννοια του ΑΚ 971. ΕισΝΑΚ 55. Η νομική ιδιότητα της κοινοχρησίας επέρχεται με νόμο ή με ιδιωτική βούληση. Χαρακτηριστικό της νομικής κατάστασης των κοινόχρηστων πραγμάτων. Η κυριότητα του δημοσίου επ’ αυτών αποτελεί ιδιόρρυθμο δικαίωμα που διέπεται από το διοικητικό δίκαιο και αποτελεί είδος δημόσιας κτήσης. Πότε επιτρέπεται η κτήση από ιδιώτες προνομιακών ιδιαίτερων δικαιωμάτων. Ενδεικτική η απαρίθμηση της διάταξης ΑΚ 967. Οι λιμνοθάλασσες αποτελούν πράγματα κοινής χρήσης. ΠολΠρΚέρκυρας 67/2004, σ. 142. 
Κώδικας διοικητικής δικονομίας. Δικολογική ικανότητα διαδίκων. Η υπογραφή δικογράφου ενδίκου βοηθήματος, το οποίο ασκείται στο όνομα του Δημοσίου ή άλλου ΝΠΔΔ μετά την έναρξη της ισχύος του, ήτοι την 17.7.1999, και εφόσον δεν υφίσταται φορολογική εν γένει διαφορά απαιτείται να διενεργείται από τον δικαστικό πληρεξούσιο του δημοσίου ή του ΝΠΔΔ σε αντίθετη δε περίπτωση το δικόγραφο είναι άκυρο. Τέτοια ιδιότητα δεν έχει ούτε η διευθύντρια ούτε η υπάλληλος του Ι.Κ.Α. Η εν λόγω έλλειψη δεν θεραπεύεται με την παράσταση του Ι.Κ.Α. κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, δια δικαστικού πληρεξουσίου. ΔιοικΠρΚέρκυρας 96/ 2003, σ. 152. 
ΚΕΔΕ. Απαράδεκτη ανακοπή κατά το μέρος που στρέφεται κατά καταλογιστικής πράξης του Διευθυντή του Β τελωνείου Πειραιώς. Παραδεκτά ασκείται μόνο αίτηση ακύρωσης ή προσφυγή. Παραδεκτά ασκείται ανακοπή κατά της πράξεως ταμειακής βεβαίωσης του Προϊσταμένου της Β΄ ΔΟΥ Κέρκυρας. Οι λόγοι που μπορούν να προβληθούν σε περίπτωση ανακοπής περιορίζονται, αν η αμφισβήτηση του κατ’ ουσία βάσιμου της απαίτησης και ο προσδιορισμός της έχει ανατεθεί σε δικαστήρια ή υπάρχει σχετικώς δεδικασμένο αποκλειστικώς στη νομιμότητα της πράξης της ταμειακής βεβαίωσης χρέους. Αναγκαίος όρος της έναρξης των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής είναι να έχει γίνει το χρέος ληξιπρόθεσμο μετά από νόμιμη ταμειακή βεβαίωση (διοικητική εκτέλεση κατά ΚΕΔΕ). Υπολογισμός έναρξης προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής κατά άρθρο 5 του ΚΕΔΕ. ΔιοικΠρΚέρκυρας 126/2003, σ. 153. 
Κεραίες κινητής τηλεφωνίας. Προσωρινό δεδικασμένο, αντικειμενικά όρια. Αντικείμενο του δεδικασμένου της δίκης των ασφαλιστικών μέτρων είναι η διάγνωση του διαπλαστικού δικαιώματος του αιτούντος για παροχή προσωρινής δικαστικής προστασίας. Η απόφαση που απορρίπτει την αίτηση ασφαλιστικού μέτρου δεν μπορεί να ανακληθεί και συνεπώς δημιουργείται οριστικό δεδικασμένο. Με τον τρόπο αυτό δεν προκαλείται φυσικά δεσμευτική διάγνωση της κρίσιμης έννομης συνέπειας, αλλά η εξασφάλισή της, προκαλείται όμως εκδήλωση της αρνητικής μορφής του δεδικασμένου με τη μορφή της απαγόρευσης της επανάληψης εκδίκασης της ίδια διαφοράς ανάμεσα στους διαδίκους. ΜΠρΚέρκυρας 1417/2002 (σχόλιο Σ. Δραγομάνοβιτς), σ. 165. 
Μισθώσεις. Εφαρμογή άρθρου 131 παρ. 1 Π.Δ. 34/1995. Στη ρύθμισή του, υπάγονται όλες οι μισθώσεις ακινήτων που χρησιμοποιούνται κατά ρητή ή σιωπηρή συμφωνία των συμβαλλομένων, για επιχείρηση σε αυτά εμπορικών πράξεων είτε λόγω της ιδιότητας αυτού που τις ενεργεί ως εμπόρου, είτε αντικειμενικά, αρκεί να διενεργούνται κατά τη σύμβαση στο μίσθιο εμπορικές πράξεις ανεξάρτητα από το αν ο μισθωτής έχει ή όχι την εμπορική ιδιότητα. Αν ο μισθωτής κατά τρόπο διαρκή και μόνιμο παύσει να ασκεί στο μίσθιο δραστηριότητα που προστατεύεται από το παρόν ΠΔ αίρεται η προστασία που του παρέχει και η μίσθωση μετατρέπεται σε αστική και διέπεται αποκλειστικά από τις διατάξεις του ΑΚ. Για την άρση της προστασίας αρκεί το γεγονός της παύσης της προστατευόμενης δραστηριότητας. Δεν απαιτείται προηγούμενη δικαστική αναγνώρισή της, προκειμένου ο εκμισθωτής να ασκήσει το δικαίωμα της καταγγελίας της μίσθωσης. ΕφΚέρκυρας 187/2003, σ. 121. 
Μισθώσεις. Ο εκμισθωτής υποχρεούται να παραδώσει στο μισθωτή το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνηθείσα χρήση και να το διατηρεί έτσι σε όλη τη διάρκεια της μίσθωσης. Δικαιώματα του μισθωτή σε περίπτωση παράβασης της ανωτέρω υποχρέωσης του εκμισθωτή. Δικαίωμα αποζημίωσης. Εφαρμογή ΑΚ 335, 336, 243. Περιεχόμενο αποζημίωσης. Για τη θεμελίωση της αποζημίωσης αρκεί η επίκληση της σύμβασης, η αδυναμία παροχής από πταίσμα του οφειλέτη και ο προσδιορισμός της ζημίας από το πταίσμα. ΠολΠρΚέρκυρας 131/2003, σ. 130. 
Μισθώσεις. Αγωγή ΕισΝΚΠολΔ. άρθρο 66 και ΑΚ 597. Διαφορά τους. Αν στην αγωγή γίνεται λόγος για καθυστέρηση μισθώματος από δυστροπία, χωρίς να διαπιστώνεται ρητή βούληση καταγγελίας, η αγωγή έχει έρεισμα στο άρθρο 66 ΕισΝΚΠολΔ. Αν γίνεται λόγος για δυστροπία και επανειλημμένη δυστροπία, συγχρόνως δε διατυπώνεται και ρητή δήλωση καταγγελίας, η αγωγή έχει έρεισμα στο ΑΚ 597. Υποκειμενικά όρια δεδικασμένου. Ratio περιορισμού δεδικασμένου μεταξύ των διαδίκων και των διαδόχων του, δέσμευσης των διαδίκων, επέκτασης στο διάδοχο του διαδίκου και σε τρίτους. ΕιρΚέρκυρας 315/ 2003, σ. 229. 
Μισθώσεις. Κάθε ελάττωμα που εμποδίζει ολικά ή μερικά τη συμφωνημένη χρήση είναι πραγματικό. ΑΚ 576. Η ακριβής οριοθέτηση της συγκεκριμένης συμφωνίας των συμβαλλομένων είναι αναγκαία για την κρίση σχετικά με την ύπαρξη των ελαττωμάτων ή την έλλειψη των ιδιοτήτων. Προϋποθέσεις για τη γέννηση της ευθύνης του εκμισθωτή. Με ποιους τρόπους αποκλείεται η ευθύνη του. Απαλλακτική ρήτρα ΑΚ 332 παρ 1. ΜονΠρΚέρκυρας 38/2003, σελ. 176. 
Μισθώσεις. Υποχρεώσεις μισθωτή. Δικαιώματα εκμισθωτή στην περίπτωση, κατά την οποία, προξενήθηκαν από τον μισθωτή φθορές στο μίσθιο. Ποια πραγματικά περιστατικά πρέπει να επικαλεστεί ο εκμισθωτής στην αγωγή του. Η ΑΚ 592 είναι διάταξη ενδοτικού δικαίου. Κακή χρήση του μίσθιου. Έννοια. Ποιες αναγκαίες δαπάνες στο μίσθιο βαρύνουν τον εκμισθωτή. Οι ΑΚ 575, 591 είναι διατάξεις ενδοτικού δικαίου. Εφαρμογή ΑΚ 361. Τρόποι λύσης εμπορικής μίσθωσης. Εγγύηση. Έννοια, τρόπος και περιεχόμενο της καταβολής. Μη εφαρμογή άρθρου 450 παρ. 2 ΑΚ. ΜονΠρΚέρκυρας 149/2003, σελ. 178. 
Μισθώσεις. Εμπορική μίσθωση. Δικαιώματα εκμισθωτή σε περίπτωση καθυστέρησης του μισθώματος. Κατάργηση δίκης. Κοινή συνισταμένη των δυο αγωγών που στηρίζονται στα άρθρα ΑΚ 597 και ΕισΝΚΠολΔ 66 είναι η υπαίτια καθυστέρηση κατά ΑΚ 340. Μεταξύ των δυο αγωγών υπάρχει αντίφαση και απαγορεύεται η σώρευσή τους, εκτός αν γίνει επικουρικά. Η έννοια της επανειλημμένης δυστροπίας δεν δίδεται από το νόμο. Περιπτώσεις. Η οικονομική αδυναμία του μισθωτή να καταβάλλει το μίσθωμα δεν αποτελεί εύλογη αιτία και γεγονός που αίρει τη δυστροπία του. Ανώτερη βία - έννοια. Δεν υφίσταται υποχρέωση του εκμισθωτή, αντί καταβολής, να δεχθεί επιταγή πελάτη του μισθωτή. Η κατά ανοχή του εκμισθωτή καθυστερημένη καταβολή του μισθώματος δεν επιφέρει σιωπηρή τροποποίηση της μίσθωσης ως προς το χρόνο καταβολής αυτού με συνέπεια η καθυστερημένη προσφορά του να μην είναι η προσήκουσα. Περιεχόμενο διατάξεων ΑΚ 281 και ΚΠολΔ 261. ΜονΠρΚέρκυρας 32/2004 σ. 200. 
Μονές. Σύμφωνα με τον καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος είναι ΝΠΔΔ. Με τον ίδιο νόμο ρυθμίζονται οι προϋποθέσεις ίδρυσης νέων και συγχώνευσης υφιστάμενων μονών της Εκκλησίας της Ελλάδος. Νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε στην Κέρκυρα. Οι διατάξεις του Α.Ν. 1539/1938 περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων έχουν ανάλογη εφαρμογή και στις Ιερές Μονές. Τα επί των ακινήτων δικαιώματα του δημοσίου δεν υπόκεινται σε παραγραφή. Η Ιερά Μονή θεωρείται, ότι έχει αδιαλείπτως τη νομή επί των κτημάτων αυτής από της κτήσεως της κυριότητας, ανεξαρτήτως κάθε αφαίρεσης αυτής από οιονδήποτε τρίτο, όπως θεωρείται και νομέας ανεξάρτητα της επ΄ αυτών πραγματικής κατάστασης. Τα ακίνητά της είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας. Η Μητρόπολη δεν μπορεί να καταστεί νομέας σε ακίνητα που ανήκουν κατά κυριότητα στην Ιερά Μονή. ΠολΠρΚέρκυρας 68/2004, σ. 147. 
Νοσηλεία. Προσωρινή ρύθμιση κατάστασης. ΚΠολΔ άρθρα 731 επ. Περιεχόμενο, έννοια και αίτημα. Πραγματικά περιστατικά. Δεκτή η αίτηση. ΜονΠρΚέρκυρας 1162/2003, σ. 188. 
Περιβάλλον. Προστασία του δικαιώματος της προσωπικότητας [Σ άρθρο 5, ΑΚ 57 επ.]. Αναλογική εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και επί ν.π. Προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Κάθε επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου, εφόσον δεν την επιτρέπει ο νόμος, είναι παράνομη και ο εναγόμενος βαρύνεται με την απόδειξη του λόγου που αναιρεί το παράνομο. Προστασία φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος [Σ άρθρο 24 παρ.1]. Αρχή της αειφορίας. Ορισμός περιβάλλοντος κατά το Ν. 1650/1986. Αρχές του δικαίου προστασίας περιβάλλοντος. Υποκείμενο της δικονομικής έννομης σχέσεως είναι η ίδια η ένωση προσώπων και όχι τα πρόσωπα που την αποτελούν. Στο όνομα αυτής ασκείται η αγωγή, χωρίς να απαιτείται μνεία των μελών της. ΜονΠρΚέρκυρας 37/2003, σελ. 173. 
Πνευματική ιδιοκτησία. Η ενάγουσα εταιρεία έχει σκοπό την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας. Περιεχόμενο συμβάσεων που συνήψε η εταιρεία. Ο εναγόμενος ιδιοκτήτης disco έκανε χρήση του ρεπερτορίου της ενάγουσας, χωρίς προηγούμενη άδεια αυτής και παρά τις συνεχείς οχλήσεις, αρνήθηκε να καταβάλλει στην εταιρεία την αμοιβή της Η συμπεριφορά του εναγομένου συνιστά προσβολή του αποκλειστικού δικαιώματος που έχει η ενάγουσα για την εκμετάλλευση των έργων των συμβαλλομένων με εκείνη. Η ενάγουσα υπέστη ζημία και ηθική βλάβη και επιδικάζεται εύλογο ποσό χρηματικής ικανοποίησης. ΕιρΚέρκυρας 209/2003, σ. 226. 
Προσωρινή επιδίκαση απαίτησης. Έννοια. Η διάταξη του άρθρου 728 παρ.1ε ΚΠολΔ δεν καλύπτει, λόγω του εξαιρετικού χαρακτήρα της, όλες τις περιπτώσεις αποζημίωσης που αναφέρονται στην διάταξη του άρθρου ΑΚ 929, αλλά μόνο όσες αναφέρονται περιοριστικά σε αυτή. Δεν υπάρχει δυνατότητα για προσωρινή επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, όπως επίσης και για υλικές ζημίες σε πράγματα. Σκοπός του γνήσιου ασφαλιστικού μέτρου της προσωρινής επιδίκασης απαίτησης. Το ότι ο δικαιούχος κάλυψε ενδεχομένως τις ανάγκες του ως την υποβολή της αιτήσεως δεν αναιρεί την συνδρομή της επείγουσας περίπτωσης για την προσωρινή επιδίκαση της απαίτησης και για τον προηγούμενο της αιτήσεως χρόνο, ιδίως όταν αυτός δημιούργησε για την συντήρησή του ληξιπρόθεσμα χρέη. Η εφαρμογή στην πράξη της δυνατότητας προσωρινής επιδίκασης απαίτησης αποζημίωσης περιορίζεται σημαντικά προκειμένου περί παθόντων ασφαλισμένων στο ΙΚΑ. Εφαρμογή Ν. 1654/1986 άρθρο 18. Περιεχόμενο. Δεν εφαρμόζεται η διάταξη αυτή, όταν ο παθών δεν καλύπτεται ασφαλιστικά από το ΙΚΑ κατά το χρόνο του ατυχήματος. ΜονΠρΚέρκυρας 458/2004, σ. 215. 
Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Ο μισθωτός τελεί κατά την εκτέλεσή της υπό τις οδηγίες και τον έλεγχο του εργοδότη, ο οποίος καθορίζει τον τόπο, τον χρόνο και την έκταση της παροχής κατά τρόπο δεσμευτικό για το μισθωτό. Τέτοια σύμβαση συνάπτει καλαθοσφαιριστής αμοιβόμενος, με συγκεκριμένο αθλητικό σωματείο που διατηρεί τμήμα καλαθοσφαίρισης, εφόσον ο αθλητής έχει με βάση τη σύμβαση την υποχρέωση να παρέχει τις υπηρεσίες του ακολουθώντας τις οδηγίες του εργοδότη σωματείου. Υπεροχή του κοινοτικού δικαίου έναντι του εθνικού και συνεπώς σχετικές διατάξεις που είναι αντίθετες στο κοινοτικό δίκαιο δεν μπορούν να εφαρμοστούν. Απόφαση Δ.Ε.Κ. Καταγγελία σύμβασης εργασίας για σπουδαίο λόγο. Προϋποθέσεις ΑΚ 672. Δικαιώματα εργαζομένου σε περίπτωση που ο εργοδότης κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να υφίσταται σπουδαίος λόγος. ΜονΠρΚέρκυρας 123/2004, σ. 205. 
Σύμβαση έργου. Αν το έργο που εκτελέστηκε έχει ελλείψεις συμφωνημένων ιδιοτήτων ή πραγματικά ελαττώματα που το καθιστούν άχρηστο, ο κύριος του έργου έχει τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 687-690 και 694 ΑΚ δικαιώματα, ενώ δεν έχει για το λόγο αυτό την ένσταση της μη εκπλήρωσης ή μη προσήκουσας εκπλήρωσης της σύμβασης. Αν το έργο που παραδόθηκε είναι εντελώς διαφορετικό από το συμφωνημένο μπορεί ο εργοδότης να αποποιηθεί το προσφερόμενο με τα ελαττώματα έργο και να καταστήσει ανενεργό το δικαίωμα του εργολάβου για αμοιβή. Επίσης, ο εργοδότης μπορεί να κρατήσει το ελαττωματικό έργο και να ζητήσει αποζημίωση για τη ζημία που προκλήθηκε σε αυτόν από τις ελλείψεις του έργου και να συμψηφίσει τη σχετική απαίτησή του στην οφειλή της αμοιβής του εργολάβου. Με τις διατάξεις των άρθρων 688-690 ΑΚ ρυθμίζεται η ευθύνη του εργολάβου μετά την περάτωση του έργου. ΑΚ 693: Παραγραφή αξιώσεων εργοδότη. ΄Εννοια παραλαβής του έργου και ακίνητης εγκατάστασης. Τέτοιο έργο θεωρείται η κατασκευή και η τοποθέτηση μεταλλικών κουφωμάτων σε αναγειρόμενο υπάρχον ακίνητο. ΕφΚέρκυρας 26/2004, σελ. 124. 
Σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών (ΑΚ 648 επ.). Η σύμβαση υπό δοκιμή αποτελεί ειδική κατηγορία συμβάσεων ανεξάρτητων υπηρεσιών. Η συγκεκριμένη σύμβαση συνάπτεται για ορισμένη χρονική περίοδο στο τέλος της οποίας,αν ο εργοδότης κρίνει κατάλληλο το μισθωτό συνάπτεται οριστική σύμβαση, αλλιώς λύεται. Η σύμβαση χρησιμοποιείται ως μέσο επιλογής ικανών εργαζομένων. Στο τέλος της περιόδου προβλέπεται κρίση του εργοδότη για την ικανότητα του μισθωτού της οποίας ελέγχεται η αντικειμενικότητα. Αν η δοκιμαστική περίοδος συμφωνείται για ορισμένο χρόνο, η σύμβαση λειτουργεί ως ορισμένου χρόνου, άλλως είναι αόριστης διάρκειας. Σε περίπτωση άδικης κρίσης του εργοδότου, ο εργαζόμενος δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση [Α.Κ. 914] και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη. [ΑΚ 932]. Η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να ζητηθεί και όταν έχει καταρτιστεί έγκυρη σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών, αλλά ο εργοδότης δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζόμενου, υπό περιστάσεις που υπερβαίνουν προφανώς τα κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ και συνιστούν παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του εργαζόμενου. ΜονΠρΚέρκυρας 140/2004, σ. 207. 
Οικογενειακό επίδομα. Συνταγματική προστασία της πολύτεκνης οικογένειας στο άρθρο 21 παρ. 2. Δεν είναι συνταγματικά ανεκτές ρυθμίσεις με τις οποίες ορισμένες πολύτεκνες οικογένειες εξαιρούνται της κρατικής φροντίδας, όπως η θέσπιση εξαιρέσεων με κριτήρια αναγόμενα στο εισόδημά τους. Η θέσπιση ανωτάτου ορίου ετήσιου οικογενειακού επιδόματος ως προϋποθέσεως για την χορήγηση των παροχών του Ν. 1892/1990 αντίκειται στην ανωτέρω συνταγματική διάταξη. ΔιοικΠρΚέρκυρας 27/2004, σ. 155. 
Σήμα. Αθέμιτη εκμετάλλευση ξένου διακριτικού γνωρίσματος. Αθέμιτος ανταγωνισμός, αναλογική εφαρμογή άρθρ. 1 Ν. 146/ 1914, όταν δεν είναι επαρκής η προστασία από τις διατάξεις περί σημάτων. Πιθανότητα δημιουργίας σύγχυσης κρίνεται αντικειμενικά και δεν απαιτείται να επέλθει η σύγχυση. Τι είναι διακριτικό γνωρισμα, πότε προσβάλλεται. Δεν απαιτείται δόλος. Δυνατότητα να διαταχθεί η δημοσίευση της σχετικής απόφασης με έξοδα του καθού. ΜονΠρΚέρκυρας 1318/ 2002 (σχόλιο Σ. Δραγομάνοβιτς), σ. 157. 
Σύμβαση διανομής. ΄Ομιλος εταιριών κατασκευαστής πολυτελών ειδών ένδυσης. Απεικονίσεις και λεκτικά σήματα. Κατοχύρωση. Η εταιρία είναι αποκλειστικός διανομέας στην Ελλάδα. Περιεχόμενο και όροι σχετικής σύμβασης. Τύπος συμβάσεων διανομής. Περίπτωση γκρίζας αγοράς. Πραγματικά περιστατικά. Οι δραστηριότητες αυτές είναι αντίθετες προς τα χρηστά ήθη. Δεκτή η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων. ΜονΠρΚέρκυρας 1602/2003, σ. 193. 
Συναλλαγματικές. Ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής. Λόγοι της ανακοπής. Πραγματικά περιστατικά. ΜονΠρΚέρκυρας 283/2004, σ. 214. 
Σωματικές βλάβες. Τροχαίο ατύχημα. Επικίνδυνη σωματική βλάβη. Διακεκριμένη αντίσταση στην προσπάθεια αστυνομικού οργάνου για σύλληψη του δράστη. Εξύβριση. Αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων. Πραγματικά περιστατικά. Μη συνδρομή ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 Π.Κ. Δεν υφίσταται άμεση συνέργια σε επικίνδυνη σωματική βλάβη και αντίσταση. ΕφΚέρκυρας 52/2003, σ. 116. 
Σωματικές βλάβες. Αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης. Υφίσταται άμεσος δόλος πρώτου βαθμού λόγω της έντασης των κτυπημάτων σε βάρος των εναγόντων, της σοβαρότητας των σωματικών κακώσεων που επέφεραν οι εναγόμενοι, των σημείων του σώματος των εναγόντων που επλήγησαν, του τρόπου και των μέσων που χρησιμοποίησαν οι εναγόμενοι. ΄Υπαρξη αιτιώδους συνάφειας της εγκληματικής συμπεριφοράς των εναγομένων με το επιζήμιο αποτέλεσμα σε βάρος των εναγόντων, στο μέτρο που η εγκληματική τους συμπεριφορά ήταν σύμφωνα με τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης πρόσφορη να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα σε βάρος των εναγόντων. Υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν αποζημίωση και απειλή προσωπικής κράτησης σε βάρος τους. Κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής για εξαιρετικούς λόγους. ΠολΠρΚέρκυρας 10/2004, σ. 135. 
Τιμολόγια. Με ποιες προϋποθέσεις, τα τιμολόγια που εκδίδονται στην αγορά κυρίως για φορολογικούς λόγους, μπορούν να έχουν αποδεικτική δύναμη. Υπογραφή του φερόμενου ως αγοραστή. Με μόνα τα τιμολόγια του πωλητή δεν είναι δυνατή η έκδοση διαταγής πληρωμής, γιατί δεν αποδεικνύεται με αυτά η κατάρτιση της σύμβασης της πώλησης που αποτελεί την αιτία της χρηματικής απαίτησης. ΜονΠρΚέρκυρας 1489/2003, σ. 193. 
Τροχαίο ατύχημα. Αυτοκινητικό ατύχημα. Σοβαρές υλικές ζημιές. Το αυτοκίνητο μετά την επισκευή του δεν θα συμπεριφέρεται σύμφωνα με τις αρχικές προδιαγραφές του από απόψεως αντοχής και θα αντιμετωπίζει συνεχώς ποικίλα προβλήματα. Μετά την σύγκρουση έχασε το 80% της ονομαστικής του αξίας. Η δαπάνη αποκατάστασης των ζημιών αποτιμάται στο ίδιο ποσό της ονομαστικής του αξίας. Ολική καταστροφή του οχήματος. Επιδικάζεται ποσό που αντιστοιχεί στην ονομαστική αξία. Μετά το ατύχημα ο ενάγων της πρώτης αγωγής εγκατέλειψε το αυτοκίνητο στο Τελωνείο. Αβάσιμος ισχυρισμός του ενάγοντος της δεύτερης αγωγής και δεν στηρίζεται ούτε στην διάταξη ΑΚ 300. ΕφΚέρκυρας 270/2003, σ. 122. 
Τροχαίο ατύχημα. Παράβαση διατάξεων Κ.Ο.Κ. Υπαιτιότητα εναγομένου. Σωματική βλάβη ενάγουσας συνεπεία της υπαίτιας συμπεριφοράς του. Δεκτή ηθική βλάβη και επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης. ΜονΠρΚέρκυρας 66/2004, σ. 203. 
Υιοθεσία. Η υιοθεσία ενηλίκου επιτρέπεται μόνο, όταν ο υιοθετούμενος είναι τέκνο του συζύγου εκείνου που υιοθετεί. Από την ισχύ του Ν. 2447/1996 καταργείται η υιοθεσία ενηλίκου, εκτός από την ανωτέρω περίπτωση. Ratio εξαίρεσης. Η διάταξη του ΑΚ 1579 δεν αντίκειται στο Σ 5 παρ.1 και 21 παρ. 1. Ποιο δίκαιο ρυθμίζει τις ουσιαστικές προϋποθέσεις σύστασης και λύσης της υιοθεσίας. Πότε δεν εφαρμόζεται η αλλοδαπή διάταξη. Υιοθεσία κατά το Αλβανικό δίκαιο. ΠολΠρΚέρκυρας 18/2002, σ. 127. 
Back to Top