ΙΟΝΙΟΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ 2005


Κωδικός Προϊόντος: 11509
  • Έκδοση: 2006
  • Σελίδες: 208
  • ISBN: 1109-3323
Η Ιόνιος Επιθεώρηση του Δικαίου αποτελεί περιοδική έκδοση του Δικηγορικού Συλλόγου Κερκύρας, η οποία καλύπτει τον χώρο του Ιονίου και κυρίως την Εφετειακή Περιφέρεια Κερκύρας. Εκδίδεται μία φορά το χρόνο και είναι γενικής ύλης. Κάθε τεύχος περιλαμβάνει άρθρα και γνωμοδοτήσεις πάνω σε επίκαιρα ζητήματα, ειδικά πρακτικά θέματα για τους δικηγόρους της μάχιμης δικηγορίας και πλούσια νομολογία. Στο τ. 5/2005 περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι μελέτες του Μ. Σταθόπουλου "Η αντίθεση της ποινικής αποζημίωσης (punitive damages) στην ελληνική δημόσια τάξη", της Μ. Κανελλοπούλου-Μπότη "Χρήση βάσεων δεδομένων σε βιβλιοθήκες και αρχεία", του W. Cornish "Εφευρίσκοντας την Πνευματική Ιδιοκτησία" Στη στήλη Ειδικά Πρακτικά θέματα δημοσιεύεται το άρθρο της Μ. Κανελλοπούλου-Μπότη " Αξίωση αποζημίωσης για πλημμελή παροχή γενετικής πληροφορίας και γέννηση παιδιού με γενετική ασθένεια - Το ερώτημα του αγώγιμου της αξίωσης" και του Σ. Δαλιάνη "Αναιρετικοί λόγοι και ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία δικαστικών αποφάσεων".
Αγωγή. Έμποροι. Προσωπική κράτηση. Για να είναι ορισμένη η αγωγή, με την οποία διώκεται η προσωπική κράτηση εμπόρου για εμπορικές απαιτήσεις, δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται στο δικόγραφό της ότι ο εναγόμενος, παρόλο που έχει τη δυνατότητα, δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του, αλλά απόκειται στον εναγόμενο να ισχυρισθεί και να αποδείξει ότι η μη εκπλήρωση οφείλεται αποκλειστικά σε αδυναμία του. ΑΠ Ολ 23/2005, σ. 57. 
Αγωγή. Το δικαστήριο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι η δικαστική επίλυση των διαφορών που έχουν ως αντικείμενο την ανόρθωση ζημίας που προκλήθηκε από ενέργειες ή παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου ή άλλου ΝΠΔΔ κατά την εκτέλεση της σύμβασης επιδιώκεται με την άσκηση προσφυγής και όχι αγωγής, δεδομένου ότι οι αξιώσεις που πηγάζουν από σύμβαση δεν συνιστούν περιπτώσεις αποζημίωσης κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του Ν. 1406/1983. Μη νόμιμη η κρίση του δικαστηρίου, γιατί, εφόσον οι απαιτήσεις του αναιρεσείοντος είχαν ως πηγή τη σύμβαση και δεν ζητήθηκε από αυτόν η ακύρωση ή τροποποίηση κάποιας πράξης ή παράλειψης του νοσοκομείου, μπορούσαν να επιλυθούν δικαστικά με ευθεία αγωγή αποζημίωσης. ΣτΕ 1083/2004, σ. 83. 
Αγωγή. ʼρθρο 223 ΚΠολΔ. Ο περιορισμός του αιτήματος της αγωγής θεωρείται ως μερική παραίτηση από το δικόγραφο αυτής κατά το μέρος που περιορίσθηκε. ΠΠρΚέρκυρας 106/2005, σ. 89. 
Αγωγή. Όταν η αγωγή από τα αποκτήματα στηρίζεται στον πραγματικό υπολογισμό, απαραίτητο στοιχείο της είναι ο καθορισμός της συμβολής του ενάγοντος συζύγου στην επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου. Αν η αξίωση περιορίζεται και επικεντρώνεται σε συγκεκριμένα περιουσιακά αντικείμενα, τότε δεν χρειάζεται ο προσδιορισμός, αποτίμηση και αναγωγή της αξίας της αρχικής και τελικής περιουσίας. ΜΠρΚέρκυρας 548/2005, σ. 100. 
Αγωγή. Αδικαιολόγητος πλουτισμός σε περίπτωση παροχής εργασίας από εργαζόμενο με άκυρη σύμβαση εργασίας. Στοιχεία ορισμένου της αγωγής κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ. ΜΠρΚέρκυρας 285/2005, σ. 119. 
Αγωγή. ʼρθρα 294 και 295 παρ. 1 ΚΠολΔ. Σε περίπτωση παραίτησης από το δικόγραφο της αγωγής η αγωγή θεωρείται πως δεν ασκήθηκε, ενώ ο περιορισμός του αιτήματος θεωρείται ως μερική παραίτηση από το δικόγραφο. ʼρθρο 298 ΚΠολΔ. Ο εναγόμενος μπορεί και στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων να αποδεχθεί την αγωγή αναγνωρίζοντας, ολικά ή μερικά, το δικαίωμα που έχει ασκηθεί με αυτήν. Αν γίνει αποδοχή, εκδίδεται απόφαση σύμφωνα με αυτήν, καθώς στην περίπτωση αυτή δεν ερευνάται η βασιμότητα της αγωγής. ΜΠρΚέρκυρας 284/2005, σ. 121. 
Αγωγή. ʼρθρο 138 ΑΚ. Έννοια απόλυτης και σχετικής εικονικότητας. Στοιχεία ορισμένου της αγωγής κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ σε περίπτωση εικονικής δικαιοπραξίας. ΜΠρΚέρκυρας 194/2005, σ. 127. 
Αγωγή. Η αναγνωριστική αγωγή -με την οποία δεν επιδιώκεται αξίωση- δεν υπόκειται σε παραγραφή στην οποία υπόκειται η αξίωση που απορρέει από το δικαίωμα που αφορά η αναγνώριση. ΜΠρΚέρκυρας 127/2005, σ. 138. 
Αγωγή. Στοιχεία για να είναι ορισμένη η αγωγή ιδιοκτήτη οριζόντιας ιδιοκτησίας οικοδομής κατά άλλου ιδιοκτήτη για την καταβολή κοινόχρηστης δαπάνης που βαρύνει τη χωριστή ιδιοκτησία. ΜΠρΚέρκυρας 38/2005, σ. 156. 
Αγωγή. Στην αγωγή με την οποία ζητείται η διανομή κληρονομιαίου ακινήτου πρέπει, τόσο για την ενεργητική όσο και για την παθητική νομιμοποίησή της, να αναφέρεται ότι έχει μεταγραφεί η αποδοχή του κληρονομικού μεριδίου και του ενάγοντος και του εναγομένου. Σύμφωνα με αντίθετη γνώμη, ο ενάγων δεν χρειάζεται να αναφέρει στην αγωγή του ότι ο εναγόμενος έχει αποδεχθεί την κληρονομία και έχει μεταγράψει τη δήλωση αποδοχής. ΜΠρΚέρκυρας 30/2005, σ. 159. 
Αγωγή. Στοιχεία ορισμένου της αγωγής αδικαιολόγητου πλουτισμού σε περίπτωση παροχής εργασίας με άκυρη σύμβαση. ΕιρΚέρκυρας 109/2005, σ. 182. 
Αγωγή αναγνωριστική. Δικαιοπραξίες. Έλλειψη συνείδησης πραττομένων. Απόλυτη ακυρότητα. Αναγνωριστική αγωγή. Αναίρεση. ΑΠ Ολ 18/2005, σ. 52. 
Αδικαιολόγητος πλουτισμός. ʼρθρο 904 ΑΚ. Η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επικουρικής φύσης και μπορεί να ασκηθεί μόνο όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός αν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή αυτή. ΜΠρΚέρκυρας 24/2005, σ. 161. 
Αδικοπραξία. ʼρθρο 914 ΑΚ. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας συνίσταται σε πράξη ή παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. ʼρθρο 197 ΑΚ. Η αντίθετη προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη προσυμβατική συμπεριφορά δημιουργεί υποχρέωση προς αποζημίωση μόνο όταν οφείλεται σε υπαιτιότητα. Η αθέτηση των υποχρεώσεων που επιβάλλουν τα άρθρα 197 και 198 ΑΚ δεν δημιουργεί υποχρέωση προς χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, γιατί η ευθύνη του υπαιτίου δεν είναι από αδικοπραξία, αλλά από αθέτηση ειδικής εκ του νόμου ενοχής. ΠΠρΚέρκυρας 106/2005, σ. 89. 
Αθέμιτος ανταγωνισμός. ʼρθρο 1 Ν. 146/1914 «περί αθέμιτου ανταγωνισμού». Προϋποθέσεις για να εμπίπτει μια πράξη ανταγωνισμού στην απαγόρευση. Στην έννοια του αθέμιτου ανταγωνισμού περιλαμβάνεται και η χρησιμοποίηση μέσων τέτοιων κατά το είδος αυτών και το σκοπούμενο αποτέλεσμα, ώστε να απειλείται ο πληττόμενος απ’ αυτά στην επαγγελματική του εγκατάσταση. Η πρόθεση ανταγωνισμού δεν είναι αναγκαίο να αποτελεί και τον αποκλειστικό σκοπό τέλεσης μίας πράξης. ΜΠρΚέρκυρας 425/2005, σ. 110. 
Αιγιαλός. Παράνομη κατάληψη τμήματος αιγιαλού. Πραγματικά περιστατικά. Μη συμμόρφωση του καθού με το διατακτικό απόφασης ασφαλιστικών μέτρων. Αγωγή με αίτημα να βεβαιωθεί η παράβαση του διατακτικού της παραπάνω απόφασης από τον καθού. Ο αιτών έχει αξίωση για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από τις παράνομες ενέργειες του καθού, δεν πιθανολογήθηκε, όμως, επείγουσα περίπτωση λήψης ασφαλιστικού μέτρου. ΜΠρΚέρκυρας 555/2004, σ. 171. 
Ακυρότητα. Η ακυρότητα κατά κανόνα είναι απόλυτη και προτείνεται έναντι οποιουδήποτε και ιδίως έναντι εκείνου που αξιώνει δικαίωμα από την άκυρη δικαιοπραξία. Κατ’ εξαίρεση ωστόσο δεν προτείνεται έναντι ορισμένου τρίτου ως προς τη δικαιοπραξία προσώπου, προβλεπόμενου άμεσα ή έμμεσα αλλά σαφώς στο νόμο. Ακόμη και όταν ισχύει ο κανόνας της αυτοδίκαιης επελεύσεως της ακυρότητας, δεν αποκλείεται η έγερση αναγνωριστικής αγωγής για την από το δικαστήριο αναγνώριση της ακυρότητας ορισμένης δικαιοπραξίας. Αν κατά τη σύναψη συμβάσεως στον έναν των συμβαλλομένων έλειπε η συνείδηση των πραττομένων ή το λογικό, η ακυρότητα είναι απόλυτη, προβάλλεται έναντι παντός και ενεργεί αυτοδίκαια. ΑΠ Ολ 18/2005, σ. 52. 
Αμοιβαία κεφάλαια. Η έννοια του αμοιβαίου κεφαλαίου. Οι διατάξεις του Ν. 5638/1932 εφαρμόζονται ανάλογα και επί μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου. Σε περίπτωση θανάτου συνδικαιούχου μεριδίου αμοιβαίων κεφαλαίων που κατατέθηκε σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό, οι κληρονόμοι αυτού δεν υποκαθίστανται στη θέση του έναντι της τράπεζας κατά της οποίας και δεν μπορούν να στραφούν, επικαλούμενοι το κληρονομικό τους δικαίωμα. Μπορούν, ωστόσο, να αξιώσουν από τον επιζώντα συνδικαιούχο το τμήμα εκείνο της κατάθεσης (μεριδίου αμοιβαίου κεφαλαίου) που αναλογεί στο δικαιοπάροχό τους με βάση τις εσωτερικές σχέσεις των συνδικαιούχων, εκτός αν έχει τεθεί ο όρος του άρθρου 2 του Ν. 5638/1932, δηλ., ότι σε περίπτωση θανάτου ενός από τους καταθέτες περιέρχεται αυτοδικαίως και ιδίω ονόματι το μερίδιο αμοιβαίου κεφαλαίου στους επιζώντες, έναντι των οποίων οι κληρονόμοι του αποθανόντος δεν μπορούν να στραφούν και να αξιώσουν το με βάση τις εσωτερικές σχέσεις τμήμα αυτού που αναλογούσε σε εκείνον, όπως θα μπορούσαν αν δεν είχε τεθεί ο παραπάνω όρος. ΜΠρΚέρκυρας 194/2005, σ. 127. 
Αναγκαστική εκτέλεση. Με την επίδοση επιταγής προς εκτέλεση αρχίζει κατά το άρθρο 924 ΚΠολΔ η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης. Η επίδοση της επιταγής χαρακτηρίζεται ως εξώδικη πράξη. Συγχρόνως, όμως, συνεπάγεται δικονομικές και ουσιαστικές συνέπειες. Παραίτηση (ρητή ή σιωπηρή) από την επιταγή εκ μέρους του επισπεύδοντος, οπότε η επιταγή θεωρείται ως μη ασκηθείσα. Χωρίς αντικείμενο και η τυχόν ασκηθείσα αίτηση αναστολής από την οποία παραιτήθηκε ο επισπεύδων. Κατά το άρθρο 915 ΚΠολΔ, για να πραγματοποιηθεί η αναγκαστική εκτέλεση, απαιτείται η απαίτηση να είναι βέβαιη, να μην τελεί, δηλαδή, υπό αναβλητική αίρεση, προθεσμία ή όρο. ΜΠρΚέρκυρας 380/2005, σ. 114. 
Αναγκαστική εκτέλεση. Ο καθού η εκτέλεση μπορεί να προβάλει αντιρρήσεις κατά της εκτέλεσης με την άσκηση της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ. Μπορεί, επίσης, να ζητήσει την αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 938 ΚΠολΔ. ΜΠρΚέρκυρας 322/2005, σ. 118. 
Αναίρεση. Αναιρετικοί λόγοι και ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία δικαστικών αποφάσεων, Σπυρίδων Δαλιάνης, σ. 46. 
Αναίρεση. Αναγκαστική απαλλοτρίωση. Αποζημίω­ση. Αναίρεση. Δικαστική δαπάνη. Αμοιβή δικηγόρου. Κατά της απόφασης του Εφετείου περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης επί απαλλοτρίωσης, που είναι τελεσίδικη και παράγει δεδικασμένο, επιτρέπεται μόνο αναίρεση. Στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας. Η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο. ΑΠ Ολ 20/2005, σ. 54. 
Αναίρεση. Οροφοκτησία. Αγωγή για απόδοση εξώστη οικοδομής. Ζητήματα αρμοδιότητας και διαδικασίας. Αναίρεση. ΑΠ Ολ 35/2005, σ. 62. 
Αναίρεση. ʼρθρο 143 παρ. 1 ΚΠολΔ. Ο κατ’ άρθρο 96 διορισμένος δικαστικός πληρεξούσιος είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η επίδοση της οριστικής απόφασης. Από την επίδοση της οριστικής απόφασης του Εφετείου σε αυτόν αρχίζει η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης. Σε περίπτωση που παρέστησαν περισσότεροι του ενός δικαστικοί πληρεξούσιοι, αρκεί η επίδοση της οριστικής απόφασης σε έναν από αυτούς. Εξάλλου, για την κτήση της ιδιότητας του αντικλήτου από τον νομίμως διορισμένο δικαστικό πληρεξούσιο δεν απαιτείται να διατελεί αυτός στο δικαστήριο που διεξήχθη η δίκη και εξέδωσε την οριστική απόφαση. ΑΠ 669/2004, σ. 75. 
Ανακοπή. Ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής. Κατά­χρηση δικαιώματος. Παραδεκτά προβαλλόμενες ενστάσεις. Δεδικασμένο. Λόγο της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής αποτελεί και η αντίθεση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως στο άρθρο 281 ΑΚ. Ο λόγος ανακοπής προβάλλεται μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1α ΚΠολΔ, αν αναφέρεται στην εγκυρότητα του ίδιου του εκτελεστού τίτλου, ενώ μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1β΄ ΚΠολΔ αν αφορά στην απαίτηση ή στη διαδικασία της εκτελέσεως. Το απαράδεκτο των μη αποδεικνυόμενων αμέσως ισχυρισμών απόσβεσης της απαίτησης (933 παρ. 4 ΚΠολΔ) περιλαμβάνει και τις παρακωλυτικές ενστάσεις, όπως είναι η ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ. ΑΠ Ολ 49/2005, σ. 70. 
Ανακοπή κατά πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής. Κατά την πάγια θέση της νομολογίας και της θεωρίας, αντικείμενο της ανακοπής που ασκείται κατά του πρωτοκόλλου από τον καθού και κάθε άλλον που έχει έννομο συμφέρον κατ’ εφαρμογή του άρθρου 583 ΚΠολΔ δεν είναι η έστω και προσωρινή αναγνώριση της κυριότητας του δημοσίου ή η κυριότητα έναντι του δημοσίου, που αποκτήθηκε με έκτακτη χρησικτησία ή έστω η προσωρινή ρύθμιση της νομής στην επίδικη έκταση, αλλά αποκλειστικά το κύρος του προσβαλλόμενου πρωτοκόλλου. Απαραίτητες προϋποθέσεις για το κύρος του πρωτοκόλλου. ΜΠρΚέρκυρας 52/2005, σ. 153. 
Αντίκλητος. ʼρθρο 143 παρ. 1 ΚΠολΔ. Ο κατ’ άρθρο 96 διορισμένος δικαστικός πληρεξούσιος είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η επίδοση της οριστικής απόφασης. Από την επίδοση της οριστικής απόφασης του Εφετείου σε αυτόν αρχίζει η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης. Σε περίπτωση που παρέστησαν περισσότεροι του ενός δικαστικοί πληρεξούσιοι, αρκεί η επίδοση της οριστικής απόφασης σε έναν από αυτούς. Εξάλλου, για την κτήση της ιδιότητας του αντικλήτου από τον νομίμως διορισμένο δικαστικό πληρεξούσιο δεν απαιτείται να διατελεί αυτός στο δικαστήριο που διεξήχθη η δίκη και εξέδωσε την οριστική απόφαση. ΑΠ 669/2004, σ. 75. 
Απαλλοτρίωση. Αναγκαστική απαλλοτρίωση. Αποζημίωση. Αναίρεση. Δικαστική δαπάνη. Αμοιβή δικηγόρου. Κατά της απόφασης του Εφετείου περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης επί απαλλοτρίωσης, που είναι τελεσίδικη και παράγει δεδικασμένο, επιτρέπεται μόνο αναίρεση. ΑΠ Ολ 20/2005, σ. 54. 
Απεργία. ʼρθρο 23 παρ. 1 και 2 Σ. και Ν. 1264/1982. Συνδικαλιστική ελευθερία. Απεργία. Υποκείμενο του απεργιακού δικαιώματος είναι οι συνδικαλιστικές οργανώσεις. Προϋποθέσεις για να είναι νόμιμη η ενάσκηση του απεργιακού δικαιώματος. Η έλλειψη οποιασδήποτε προϋπόθεσης καθιστά την ενάσκηση του απεργιακού δικαιώματος παράνομη. Εξάλλου, η ενάσκηση του απεργιακού δικαιώματος δεν είναι ανέλεγκτη, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 25 παρ. 3 του Συντάγματος και του άρθρου 281 ΑΚ. Τα όρια της εξουσίας του δικαστηρίου σε περίπτωση απεργίας που φέρεται στη δικαστική κρίση. ΜΠρΚέρκυρας 235/2005, σ. 123. 
Απόδειξη. Αρχή αναλογικότητας. Διαταγή πληρωμής. Αποδεικτικά μέσα. Εγγύηση. Χαρτοσήμανση συμβάσεων. Αν, επί αίτησης έκδοσης διαταγής πληρωμής, το προσκομιζόμενο για απόδειξη της απαίτησης έγγραφο δεν έχει συνταχθεί κατά νόμιμο αποδεικτικό τρόπο, ο δικαστής οφείλει να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, αν δε τυχόν αυτή εκδοθεί ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου. Όχι μόνο η σύμβαση εγγυήσεως, αλλά και η κυρία σύμβαση οφειλής πρέπει να συγκεντρώνει όλες τις απαιτούμενες από το νόμο προϋποθέσεις για τη δυνατότητα εκδόσεως διαταγής πληρωμής. Από την ισχύ του Ν 1676/1986 επήλθε κατάργηση των άρθρων 16 και 17 ΒΔ 23/24.8.1888 που προέβλεπαν αυστηρές διατυπώσεις χαρτοσημάνσεως, και οι συμβάσεις (κύριες και παρεπόμενες) υπόκεινται πλέον στο νέο φορολογικό καθεστώς. ΑΠ Ολ 43/2005, σ. 65. 
Αποζημίωση. Η αντίθεση της ποινικής αποζημίωσης (punitive damages) στην ελληνική δημόσια τάξη, Μιχάλης Σταθόπουλος, σ. 7. 
Αποζημίωση. Aξίωση αποζημίωσης για πλημμελή παροχή γενετικής πληροφορίας και γέννηση παιδιού με γενετική ασθένεια - Το ερώτημα του αγώγιμου της αξίωσης, Μαρία Κανελλοπούλου-Μπότη, σ. 43. 
Αποζημίωση. Αναγκαστική απαλλοτρίωση. Αποζη­μίω­ση. Αναίρεση. Δικαστική δαπάνη. Αμοιβή δικηγόρου. Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης του εδαφικού τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη μετά την απαλλοτρίωση απαιτείται να υποβληθεί αίτηση από κάποιον από τους ενδιαφερομένους, η οποία να έχει ορισμένο αίτημα, όπως στην κρινόμενη περίπτωση (αντίθ. μειοψ.). ΑΠ Ολ 20/2005, σ. 54. 
Αποζημίωση. Εμπορική μίσθωση. Πραγματικό ελάττωμα ή έλλειψη συμφωνημένης ιδιότητας μισθίου. Διαζευκτική συρροή αξιώσεων μισθωτή. Αν κατά το χρόνο παράδοσής του στο μισθωτή το μίσθιο έχει ελάττωμα που εμποδίζει μερικά ή ολικά τη συμφωνημένη χρήση ή αν κατά τη διάρκεια της μίσθωσης εμφανίστηκε τέτοιο ελάττωμα ή αν λείπει μια συμφωνημένη ιδιότητα, ο μισθωτής έχει δικαίωμα μείωσης ή μη καταβολής του μισθώματος. Αν από την ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος εμποδίστηκε ολικά η συμφωνημένη χρήση, ο μισθωτής έχει δικαίωμα, προβαλλόμενο και κατ΄ ένσταση, προς απόκρουση αγωγής του εκμισθωτή για καταβολή των μισθωμάτων, να μη καταβάλει το μίσθωμα όσο διάστημα διαρκεί η παρεμπόδιση της χρήσης του μισθίου από το ελάττωμα Ο μισθωτής έχει διαζευκτικά το δικαίωμα να απαιτήσει αποζημίωση για τη μη εκτέλεση της σύμβασης. Η ύπαρξη των διαζευκτικώς συρρεουσών αξιώσεων συνδέεται με το χρονικό διάστημα στο οποίο υπάρχουν τα ελαττώματα ή οι ελλείψεις, είναι δε ενδεχόμενο σε ένα ορισμένο χρονικό διάστημα να υπάρχει δικαίωμα μείωσης ή μη καταβολής του μισθώματος, όχι όμως και δικαίωμα αποζημίωσης. ΑΠ Ολ 50/2005, σ. 73. 
Αρμοδιότητα. Οροφοκτησία. Αγωγή για απόδοση εξώστη οικοδομής. Ζητήματα αρμοδιότητας και διαδικασίας. Αναίρεση. Δεν υπάγεται στην εκ του άρθρου 17 παρ. 2 ΚΠολΔ αρμοδιότητα του μονομελούς Πρωτοδικείου ούτε εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των άρθρων 648-657 ΚΠολΔ η διαφορά που έχει αντικείμενο την απόδοση στον ενάγοντα του ανήκοντος, σύμφωνα με την αγωγή του, σ’ αυτόν, ως μέρος του στην ίδια οικοδομή διαμερίσματός του, εξώστη της οικοδομής, τον οποίο νέμεται ή κατέχει ο εναγόμενος ιδιοκτήτης άλλου διαμερίσματος της ίδιας οικοδομής, ως μέρος του διαμερίσματός του. Η εν λόγω διαφορά είναι εκδικαστέα κατά την τακτική διαδικασία, αν όμως εκδικαστεί κατά την ειδική διαδικασία, η αναίρεση κατά της τελεσίδικης απόφασης υπόκειται στην οριζόμενη από τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 1 ΚΠολΔ (και όχι εκείνη του άρθρου 652 παρ. 1 ΚΠολΔ) προθεσμία. ΑΠ Ολ 35/2005, σ. 62. 
Αρχή αναλογικότητας. Διαταγή πληρωμής. Αποδει­κτικά μέσα. Εγγύηση. Χαρτοσήμανση συμβάσεων. Η όλη δημοσία δράση πρέπει να πληροί τα τρία κριτήρια της αναλογικότητας, να είναι δηλαδή κατάλληλη, αναγκαία και να τελεί σε εσωτερική αλληλουχία με τον επιδιωκόμενο σκοπό. Αν, επί αίτησης έκδοσης διαταγής πληρωμής, το προσκομιζόμενο για απόδειξη της απαίτησης έγγραφο δεν έχει συνταχθεί κατά νόμιμο αποδεικτικό τρόπο, ο δικαστής οφείλει να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, αν δε τυχόν αυτή εκδοθεί ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου. Όχι μόνο η σύμβαση εγγυήσεως, αλλά και η κυρία σύμβαση οφειλής πρέπει να συγκεντρώνει όλες τις απαιτούμενες από το νόμο προϋποθέσεις για τη δυνατότητα εκδόσεως διαταγής πληρωμής. Από την ισχύ του Ν 1676/1986 επήλθε κατάργηση των άρθρων 16 και 17 ΒΔ 23/24.8.1888 που προέβλεπαν αυστηρές διατυπώσεις χαρτοσημάνσεως, και οι συμβάσεις (κύριες και παρεπόμενες) υπόκεινται πλέον στο νέο φορολογικό καθεστώς. ΑΠ Ολ 43/2005, σ. 65. 
Αρχή της προφυλάξεως. Η αξιολόγηση όχι μόνον των αποδεδειγμένων κινδύνων (που προσήκει στην αρχή της προλήψεως), αλλά και των πιθανών που προέρχονται από την ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία των σταθμών βάσεως κινητής τηλεφωνίας και μπορούν να δημιουργήσουν αρνητικές επιδράσεις στην υγεία του ανθρώπου, σε συνδυασμό με την επιστημονική αβεβαιότητα, δημιουργεί τεκμήριο υπέρ της υγείας του ανθρώπου και του περιβάλλοντος, με βάση την αρχή της προφυλάξεως, η οποία συνιστά γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου. ΜονΠρωτΑθ 4531/2004, σ. 172. 
Α.Σ.Ε.Π. ʼρθρο 103 Σ. και άρθρα 1 και 14 Ν. 2190/1994. Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (ΟΤΑ) πραγματοποιείται με διαγωνισμό ή με επιλογή σύμφωνα με προκαθοριζόμενα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο του Α.Σ.Ε.Π., ο οποίος προκηρύσσει την πλήρωση θέσεων ή την πρόσληψη προσωπικού. Η χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορίζεται με νόμο. Η σύναψη σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου χωρίς να έχει προηγηθεί η παραπάνω διαδικασία λογίζεται άκυρη, ο μισθωτός, όμως, διατηρεί τη δυνατότητα να θεμελιώσει τις αξιώσεις του για την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών στις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού. Στην περίπτωση αυτή ο μισθωτός δικαιούται ευθέως από το νόμο και όχι με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού τα επιδόματα εορτών, τις αποδοχές αδείας και τα επιδόματα αδείας. ΜΠρΚέρκυρας 211/2005, σ. 126 
Ασφαλιστικά μέτρα. ʼρθρο 1400 ΑΚ. Αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα. ʼρθρο 1402 ΑΚ. Ενοχική αξίωση για την παροχή ασφάλειας. Προϋποθέσεις. Η αξίωση της ΑΚ 1402 μπορεί να ασκηθεί με κύρια αγωγή ή σε επείγουσα περίπτωση να εισαχθεί με αίτηση ασφαλιστικών μέτρων. Ως ασφάλεια μπορεί να διαταχθεί εγγυοδοσία ή ενέχυρο και επί ασφαλιστικών μέτρων και συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας του υποχρέου συζύγου ή προσημείωση. ΜΠρΚέρκυρας 548/2005, σ. 100. 
Ασφαλιστικά μέτρα. Στις επείγουσες περιπτώσεις ή για την αποτροπή επικείμενου κινδύνου ο έχων έννομο συμφέρον δικαιούται να ζητήσει να διαταχθεί ως ασφαλιστικό μέτρο με τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ η επίδειξη του εγγράφου. ΜΠρΚέρκυρας 545/2005, σ. 103. 
Ασφαλιστικά μέτρα. Αν συντρέχει επείγουσα περίπτωση, μπορούν κατ’ άρθρο 20 παρ. 1 του Ν. 146/1914 να ληφθούν ασφαλιστικά μέτρα. Κατάσχεση των αθεμίτως κυκλοφορούντων προϊόντων και προσωρινή απαγόρευση κατασκευής και κυκλοφορίας τους. Δυνατή η δημοσίευση του διατακτικού της απόφασης στον ημερήσιο τύπο. ΜΠρΚέρκυρας 425/2005, σ. 110. 
Ασφαλιστικά μέτρα. ʼρθρο 682 παρ. 1 ΚΠολΔ. Προϋποθέσεις για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων. Έννοια επικείμενου κινδύνου. Ως προς τα κληρονομιαία αντικείμενα, διαφορά γεννάται σε περίπτωση προσβολής του κληρονομικού δικαιώματος που ο κληρονόμος απέκτησε αυτοδικαίως με την επαγωγή, το οποίο προστατεύεται με την αγωγή περί κλήρου. ΜΠρΚέρκυρας 347/2005, σ. 114. 
Ασφαλιστικά μέτρα. Σε περίπτωση ανυπαρξίας ή μη πιθανολόγησης επικείμενου κινδύνου ή επείγουσας περίπτωσης δεν δικαιολογείται η λήψη ασφαλιστικών μέτρων, τα οποία αποτελούν εξαίρεση του κανόνα κατά τον οποίο τα εξαναγκαστικά μέτρα κατά της περιουσίας ή κάποιου προσώπου λαμβάνονται μόνο μετά την οριστική και τελεσίδικη διάγνωση της απαίτησης και με τις εγγυήσεις και διατυπώσεις της τακτικής διαδικασίας. Δεν θεωρείται ότι αποτελεί επικείμενο κίνδυνο ή επείγουσα περίπτωση πιθανή μεταβολή στο μέλλον της περιουσιακής κατάστασης κάποιου προσώπου, γιατί έτσι θα δικαιολογείτο η λήψη ασφαλιστικών μέτρων με τη μορφή της συντηρητικής κατάσχεσης σε κάθε εκκρεμή αγωγή, ενόψει της ενδεχόμενης μεταβολής ή ελάττωσης της περιουσιακής κατάστασης του διαδίκου. ΜΠρΚέρκυρας 159/2005, σ. 135. 
Ασφαλιστικά μέτρα. Παράνομη κατάληψη τμήματος αιγιαλού. Πραγματικά περιστατικά. Μη συμμόρφωση του καθού με το διατακτικό απόφασης ασφαλιστικών μέτρων. Αγωγή με αίτημα να βεβαιωθεί η παράβαση του διατακτικού της παραπάνω απόφασης από τον καθού. Ο αιτών έχει αξίωση για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από τις παράνομες ενέργειες του καθού, δεν πιθανολογήθηκε, όμως, επείγουσα περίπτωση λήψης ασφαλιστικού μέτρου. ΜΠρΚέρκυρας 555/2004, σ. 171. 
Ατύχημα. Πραγματικά περιστατικά. Ο τραυματισμός που προκλήθηκε οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα των εκπροσώπων της εναγομένης, που ήταν υποχρεωμένοι να τηρούν όχι απλά τη συνήθη, αλλά την απαιτούμενη από τις συναλλαγές επιμέλεια. Η υποχρέωση αυτή απορρέει και από την αρχή της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών. Συνυπαιτιότητα του ίδιου του παθόντος. Επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. ΜΠρΚέρκυρας 41/2005, σ. 155. 
Αυτοκινητικό ατύχημα. ʼρθρο 26 ΑΚ. Η έννομη σχέση που δημιουργείται από τη διάπραξη αδικήματος στην Ελλάδα διέπεται από το ελληνικό δίκαιο. Ζημίες που προκαλούνται από αυτοκινητικό ατύχημα. ʼρθρο 929 ΑΚ. Η έννοια των νοσηλίων περιλαμβάνει κάθε δαπάνη που έγινε ή κρίθηκε αναγκαία να γίνει για την αποκατάσταση της υγείας του θύματος. ʼρθρο 43 παρ. 6 Κ.Ο.Κ. (Ν. 2696/1999). Σε περίπτωση που το ζημιογόνο αυτοκίνητο είναι ασφαλισμένο σε αλλοδαπό ασφαλιστή, ο ζημιωθείς δικαιούται να στραφεί κατά του τελευταίου, για να υπέχει, όμως, αυτός ευθύνη, πρέπει να έχει εκδώσει πιστοποιητικό διεθνούς ασφάλισης. Εξάλλου, για τις περιπτώσεις ατυχημάτων με αλλοδαπά αυτοκίνητα θεμελιώνεται ευθεία αξίωση του ζημιωθέντος κατά του Γραφείου Διεθνούς Ασφάλισης (Γ.Δ.Α.) κατ’ άρθρο 30 παρ. 4 Ν. 489/1976. Προϋποθέσεις για την ευθύνη του Γ.Δ.Α. προς αποζημίωση του ζημιωθέντος. Δυνατότητα άσκησης με πλαγιαστική αγωγή των δικαιωμάτων του ασφαλισμένου κατά του αλλοδαπού ασφαλιστή. Προϋποθέσεις. ΜΠρΚέρκυρας 75/2005, σ. 147. 
ʼφεση χρέους. ʼρθρο 454 ΑΚ. Η άφεση χρέους έχει ως αποτέλεσμα την άμεση απόσβεση της ενοχής. Η σύμβαση άφεσης χρέους καταρτίζεται με άτυπη δήλωση του δανειστή προς τον οφειλέτη, η οποία μπορεί να γίνει ακόμη και σιωπηρά, αρκεί να είναι σαφής και αναμφίβολη. Με την πάροδο εύλογης προθεσμίας, εντός της οποίας ο οφειλέτης θα μπορούσε να αρνηθεί την αποδοχή της πρότασης του δανειστή και δεν την αρνήθηκε, συνάπτεται η σύμβαση άφεσης και δεν είναι δυνατή εντός του ευλόγου χρόνου η ανάκληση της πρότασης από τον δανειστή. ΕφΚέρκυρας 141/2005, σ. 84. 
Βάσεις δεδομένων. Χρήση βάσεων δεδομένων σε βιβλιοθήκες και αρχεία, Μαρία Κανελλοπούλου-Μπότη, σ. 11. 
Γενετική. Aξίωση αποζημίωσης για πλημμελή παροχή γενετικής πληροφορίας και γέννηση παιδιού με γενετική ασθένεια - Το ερώτημα του αγώγιμου της αξίωσης, Μαρία Κανελλοπούλου-Μπότη, σ. 43. 
Δεδικασμένο. Αναγκαστική απαλλοτρίωση. Αποζη­μίωση. Αναίρεση. Δικαστική δαπάνη. Αμοιβή δικηγόρου. Κατά της απόφασης του Εφετείου περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης επί απαλλοτρίωσης, που είναι τελεσίδικη και παράγει δεδικασμένο, επιτρέπεται μόνο αναίρεση. ΑΠ Ολ 20/2005, σ. 54. 
Δεδικασμένο. Ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής. Κατάχρηση δικαιώματος. Παραδεκτά προβαλλόμενες ενστάσεις. Το παραγόμενο δεδικασμένο εκτείνεται μόνο στο απαράδεκτο της προβολής αυτών, επομένως οι ισχυρισμοί αυτοί μπορούν να προβληθούν, εφόσον είναι ουσιώδεις κατά το ουσιαστικό δίκαιο, προς κατ’ ουσίαν έρευνα, σε μεταγενέστερη δίκη, που ανοίγεται με νέα ανακοπή κατά της ίδιας εκτέλεσης και δεν αποκρούονται από το κατά το άρθρο 330 ΚΠολΔ δεδικασμένο. Ο ανωτέρω περιορισμός του άρθρου 933 παρ. 4 ΚΠολΔ δεν αντίκειται στα άρθρα 20 παρ. 1 Σ, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 2 παρ. 3, 5 παρ. 1 και 2 και 14 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Ισχυρισμοί που απορρίφθηκαν ως μη αποδεικνυόμενοι αμέσως (933 παρ. 4 ΚΠολΔ) μπορεί, πέραν της περιπτώσεως του ανωτέρω άρθρου (940 παρ. 3 ΚΠολΔ), να προβληθούν προς έρευνα, ως προς τη βασιμότητά τους, αν είναι ουσιώδεις στα πλαίσια δίκης ανοιγόμενης με αγωγή κατά τα άρθρα 914 επ. ΑΚ, ή, επιβοηθητικά, κατά τα άρθρα 904 επ. ΑΚ, και δεν αποκρούονται από το κατά το άρθρο 330 ΚΠολΔ δεδικασμένο (αντίθ. μειοψ.). ΑΠ Ολ 49/2005, σ. 70. 
Δημόσια τάξη. Η αντίθεση της ποινικής αποζημίωσης (punitive damages) στην ελληνική δημόσια τάξη, Μιχάλης Σταθόπουλος, σ. 7. 
Δημόσια τάξη. Η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, που έχει έντονο τον χαρακτήρα δημοσίας τάξεως, εφαρμόζεται και επί δικαιωμάτων που απορρέουν από άλλες, επίσης δημοσίας τάξης διατάξεις, όπως είναι οι αξιώσεις των δικηγόρων προς καταβολή της ελάχιστης αμοιβής τους. ΑΠ Ολ 33/2005, σ. 61. 
Δημοσιογράφοι. ʼρθρο 4 παρ. 10 Ν. 2328/1995. Ο ιδιοκτήτης τηλεοπτικού σταθμού υποχρεούται σε αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία και σε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που προξενήθηκε υπαίτια με τηλεοπτική εκπομπή, που θίγει την τιμή και την υπόληψη οποιουδήποτε προσώπου (φυσικού ή νομικού), έστω και αν η κατά το άρθρο 914 ΑΚ υπαιτιότητα ή η κατά το άρθρο 919 ΑΚ πρόθεση και η κατά το άρθρο 920 ΑΚ γνώση ή υπαίτια άγνοια συντρέχει στον παραγωγό ή στον δημοσιογραφικό υπεύθυνο ή στον δημοσιογράφο-συντονιστή ή παρουσιαστή της εκπομπής ή, αν αυτός είναι άγνωστος, στον νόμιμο εκπρόσωπο ή στον υπεύθυνο προγράμματος του σταθμού, οι οποίοι ευθύνονται κατά τις γενικές διατάξεις του ΑΚ. Η έννοια του «εκδότη» προκειμένου για τηλεοπτικούς σταθμούς. ΜΠρΚέρκυρας 127/2005, σ. 137. 
Διαγωνισμοί. ʼρθρο 52 Π.Δ. 18/1989. Προκήρυξη δημόσιου ανοιχτού διαγωνισμού με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών συμβουλευτικής υποστήριξης (υπηρεσία που ανάγεται στην κατηγορία 11 του Παραρτήματος ΙΑ του Π.Δ. 346/1998). Το ύψος της προϋπολογισθείσας δαπάνης του διαγωνισμού ανέρχεται σε 90.000 ευρώ και, συνεπώς, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 92/50. Έτσι, η κρινόμενη αίτηση αποτελεί αίτηση αναστολής και όχι αίτηση ασφαλιστικών μέτρων του Ν. 2522/1997. ʼρθρα 14 παρ. 5 και 17 Π.Δ. 346/1998 και άρθρο 10 παρ. 6 Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (Ν. 2690/1999). Εκπρόθεσμη υποβολή προσφοράς σε διαγωνισμό συγχωρείται όταν συντρέχουν λόγοι ανωτέρας βίας. Έννοια ανωτέρας βίας. ΕΑ ΣτΕ 22/2005, σ. 78. 
Διαδικασία ειδική. Οροφοκτησία. Αγωγή για απόδοση εξώστη οικοδομής. Ζητήματα αρμοδιότητας και διαδικασίας. Αναίρεση. Δεν υπάγεται στην εκ του άρθρου 17 παρ. 2 ΚΠολΔ αρμοδιότητα του μονομελούς Πρωτοδικείου ούτε εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των άρθρων 648-657 ΚΠολΔ η διαφορά που έχει αντικείμενο την απόδοση στον ενάγοντα του ανήκοντος, σύμφωνα με την αγωγή του, σ’ αυτόν, ως μέρος του στην ίδια οικοδομή διαμερίσματός του, εξώστη της οικοδομής, τον οποίο νέμεται ή κατέχει ο εναγόμενος ιδιοκτήτης άλλου διαμερίσματος της ίδιας οικοδομής, ως μέρος του διαμερίσματός του. Η εν λόγω διαφορά είναι εκδικαστέα κατά την τακτική διαδικασία, αν όμως εκδικαστεί κατά την ειδική διαδικασία, η αναίρεση κατά της τελεσίδικης απόφασης υπόκειται στην οριζόμενη από τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 1 ΚΠολΔ (και όχι εκείνη του άρθρου 652 παρ. 1 ΚΠολΔ) προθεσμία. ΑΠ Ολ 35/2005, σ. 62. 
Διαθήκη. ʼρθρα 1718 και 1719 ΑΚ. Αναγνώριση ακυρότητας διαθήκης. Πρόσωπα ανίκανα να συντάσσουν διαθήκη. Έννοια της έλλειψης συνείδησης των πραττομένων. ΜΠρΚέρκυρας 347/2005, σ. 114. 
Διανομή. Λύση κοινωνίας δικαιώματος. Δικαστική διανομή κοινού πράγματος. Αυτούσια διανομή. Προϋποθέσεις. Αν η αυτούσια διανομή είναι ανέφικτη ή ασύμφορη, το δικαστήριο διατάσσει την πώληση με πλειστηριασμό. ʼρθρο 1887 ΑΚ. Η δυνατότητα δικαστικής διανομής υφίσταται και σε περίπτωση κοινού κλήρου. ΜΠρΚέρκυρας 30/2005, σ. 159. 
Διαταγή πληρωμής. Αρχή αναλογικότητας. Διαταγή πληρωμής. Αποδεικτικά μέσα. Εγγύηση. Χαρτοσήμανση συμβάσεων. Η όλη δημοσία δράση πρέπει να πληροί τα τρία κριτήρια της αναλογικότητας, να είναι δηλαδή κατάλληλη, αναγκαία και να τελεί σε εσωτερική αλληλουχία με τον επιδιωκόμενο σκοπό. Αν, επί αίτησης έκδοσης διαταγής πληρωμής, το προσκομιζόμενο για απόδειξη της απαίτησης έγγραφο δεν έχει συνταχθεί κατά νόμιμο αποδεικτικό τρόπο, ο δικαστής οφείλει να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, αν δε τυχόν αυτή εκδοθεί ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου. Όχι μόνο η σύμβαση εγγυήσεως, αλλά και η κυρία σύμβαση οφειλής πρέπει να συγκεντρώνει όλες τις απαιτούμενες από το νόμο προϋποθέσεις για τη δυνατότητα εκδόσεως διαταγής πληρωμής. Από την ισχύ του Ν 1676/1986 επήλθε κατάργηση των άρθρων 16 και 17 ΒΔ 23/24.8.1888 που προέβλεπαν αυστηρές διατυπώσεις χαρτοσημάνσεως, και οι συμβάσεις (κύριες και παρεπόμενες) υπόκεινται πλέον στο νέο φορολογικό καθεστώς. ΑΠ Ολ 43/2005, σ. 65. 
Διαταγή πληρωμής. Ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής. Κατάχρηση δικαιώματος. Παραδεκτά προβαλλόμενες ενστάσεις. Δεδικασμένο. Λόγο της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής αποτελεί και η αντίθεση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως στο άρθρο 281 ΑΚ. Ο λόγος ανακοπής προβάλλεται μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1α ΚΠολΔ, αν αναφέρεται στην εγκυρότητα του ίδιου του εκτελεστού τίτλου, ενώ μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1β΄ ΚΠολΔ αν αφορά στην απαίτηση ή στη διαδικασία της εκτελέσεως. Το απαράδεκτο των μη αποδεικνυόμενων αμέσως ισχυρισμών απόσβεσης της απαίτησης (933 παρ. 4 ΚΠολΔ) περιλαμβάνει και τις παρακωλυτικές ενστάσεις, όπως είναι η ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ. Το παραγόμενο δεδικασμένο εκτείνεται μόνο στο απαράδεκτο της προβολής αυτών, επομένως οι ισχυρισμοί αυτοί μπορούν να προβληθούν, εφόσον είναι ουσιώδεις κατά το ουσιαστικό δίκαιο, προς κατ’ ουσίαν έρευνα, σε μεταγενέστερη δίκη, που ανοίγεται με νέα ανακοπή κατά της ίδιας εκτέλεσης και δεν αποκρούονται από το κατά το άρθρο 330 ΚΠολΔ δεδικασμένο. Ο ανωτέρω περιορισμός του άρθρου 933 παρ. 4 ΚΠολΔ δεν αντίκειται στα άρθρα 20 παρ. 1 Σ, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 2 παρ. 3, 5 παρ. 1 και 2 και 14 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Ισχυρισμοί που απορρίφθηκαν ως μη αποδεικνυόμενοι αμέσως (933 παρ. 4 ΚΠολΔ) μπορεί, πέραν της περιπτώσεως του ανωτέρω άρθρου (940 παρ. 3 ΚΠολΔ), να προβληθούν προς έρευνα, ως προς τη βασιμότητά τους, αν είναι ουσιώδεις στα πλαίσια δίκης ανοιγόμενης με αγωγή κατά τα άρθρα 914 επ. ΑΚ, ή, επιβοηθητικά, κατά τα άρθρα 904 επ. ΑΚ, και δεν αποκρούονται από το κατά το άρθρο 330 ΚΠολΔ δεδικασμένο (αντίθ. μειοψ.). ΑΠ Ολ 49/2005, σ. 70. 
Διατροφή. Οριστική διακοπή έγγαμης συμβίωσης. Πραγματικά περιστατικά. Ανάγκη ρύθμισης της επιμέλειας ανήλικου τέκνου. Παραχώρηση στη σύζυγο της αποκλειστικής χρήσης της οικογενειακής στέγης (που ανήκει στο σύζυγο) χωρίς οποιοδήποτε αντάλλαγμα για την αξία της
Back to Top