ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ
Κατ' άρθρο ερμηνεία του Ν 2496/1997
- Έκδοση: 2η 2025
- Σχήμα: 17x24
- Βιβλιοδεσία: Σκληρόδετη
- Σελίδες: 672
- ISBN: 978-618-08-0836-0
Το έργο «Ασφαλιστική Σύμβαση – Κατ’ άρθρο ερμηνεία του Ν 2496/1997» (2η έκδοση) συνιστά την μοναδική στην ελληνική νομική βιβλιογραφία ερμηνεία κατ’ άρθρο των διατάξεων του νόμου για την ασφαλιστική σύμβαση (ΑσφΝ), στις διατάξεις του οποίου συμπυκνώνεται το εν Ελλάδι ισχύον συμβατικό ιδιωτικό ασφαλιστικό δίκαιο.
Στο έργο αναλύονται, με τρόπο ευσύνοπτο και πρακτικά προσανατολισμένο, οι διατάξεις του ΑσφΝ, όπως έχουν ερμηνευθεί από την νομολογία και την θεωρία, κατά τα 28 έτη από την εισαγωγή του ΑσφΝ, ο οποίος αντικατέστησε πλήρως το προϊσχύσαν καθεστώς του 1910. Οι ερμηνευόμενες διατάξεις συσχετίζονται με την νομοθεσία που επηρεάζει άμεσα την ιδιωτική ασφάλιση, όπως το δίκαιο προστασίας του καταναλωτή (Ν 2251/1994), της εποπτείας των ασφαλιστικών επιχειρήσεων (Ν 4364/2016) και της διανομής ασφαλιστικών προϊόντων (Ν 4583/2018).
Πρόκειται για συλλογικό έργο, στην εκπόνηση του οποίου συμμετείχε πολυμελής ομάδα ακαδημαϊκών και νομικών της πράξης, ώστε η ερμηνεία να λαμβάνει υπόψη της τόσο την οπτική της ακαδημαϊκής κοινότητας όσο και της πρακτικής και της αγοράς. Ο συντονισμός και επιμέλεια της έκδοσης ανήκουν στον εισηγητή του ΑσφΝ, ομ. Καθηγητή Εμπορικού Δικαίου στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και Δικηγόρο, Ιωάννη Ρόκα.
Το έργο απευθύνεται τόσο σε ακαδημαϊκούς όσο και σε νομικούς της πράξης που ασχολούνται με το ιδιωτικό ασφαλιστικό δίκαιο, αποτελώντας συγχρόνως μία ακαδημαϊκά μοναδική συμβολή στη διάπλαση του δικαίου της ασφαλιστικής σύμβασης, όσο και ένα εύχρηστο πρακτικό βοήθημα για τους επαγγελματίες νομικούς .
ΠΡΟΛΟΓΟΣ β’ έκδοσης
ΠΡΟΛΟΓΟΣ α’ έκδοσης
ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ
ΓΕΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ 1
ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ
Κατ' άρθρο ερμηνεία του Ν 2496/1997
ΤΜΗΜΑ ΠΡΩΤΟ
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 1 – Η έννοια και στοιχεία της ασφαλιστικής σύμβασης 8
Ι. Αντικείμενο και σκοπός της διάταξης 9
ΙΙ. Έννοια της ασφάλισης και της ασφαλιστικής σύμβασης 10
ΙΙI. Νομικός χαρακτήρας της ασφαλιστικής σύμβασης 14
ΙV. Στοιχεία της ασφαλιστικής σύμβασης 17
V. Προσωρινή ασφαλιστική σύμβαση 19
Κανονισμός 593/2008 Άρθρο 7 – Ζητήματα ιδιωτικού διεθνούς δικαίου
στις ασφαλιστικές συμβάσεις 22
I. Εφαρμοστέες διατάξεις 25
II. Διαχρονικό δίκαιο 26
III. Πεδίο εφαρμογής 27
IV. Ειδική ρύθμιση 28
V. Γενική ρύθμιση 31
VI. Περιορισμοί στο εφαρμοστέο δίκαιο 33
VII. Σύνθετες περιπτώσεις 33
Άρθρο 2 – Ασφαλιστήριο 34
Ι. Αντικείμενο της διάταξης και πεδίο εφαρμογής 37
ΙΙ. Ασφαλιστήριο 38
ΙΙI. Ειδικότερα, οι ασφαλιστικοί όροι 43
ΙV. Το δικαίωμα εναντίωσης λόγω παρεκκλίσεων από την αίτηση ασφάλισης 52
V. Το δικαίωμα εναντίωσης λόγω μη παράδοσης πληροφοριών
και ασφαλιστικών όρων 56
Άρθρο 3 – Περιγραφή του κινδύνου 62
I. Εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου και προσυμβατικές δηλώσεις 65
II. Ρύθμιση και αντικείμενο των προσυμβατικών δηλώσεων 71
IIΙ. Έννομες συνέπειες της παράβασης 83
Άρθρο 4 – Επίταση του κινδύνου 106
Ι. Η αρχή της διατήρησης της ισορροπίας των εκατέρωθεν παροχών 107
II. Έννομες συνέπειες 111
Άρθρο 5 – Μείωση και έλλειψη του κινδύνου 116
Ι. Μείωση του κινδύνου 117
ΙΙ. Έλλειψη του κινδύνου 125
Άρθρο 6 – Καταβολή του ασφαλίστρου 133
Ι. Εισαγωγικά 134
ΙΙ. Καταβολή του ασφαλίστρου 134
ΙΙΙ. Χρονικός προσδιορισμός υποχρέωσης καταβολής ασφαλίστρου 136
Άρθρο 7 – Πραγματοποίηση του κινδύνου - Καταβολή του ασφαλίσματος 143
Ι. Ασφαλιστικές ανακοινώσεις μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης 146
ΙΙ. Αποφυγή / μείωση της ζημιάς, κάλυψη εξόδων, προληπτικά μέτρα
κατά του κινδύνου 167
ΙΙΙ. Πρόκληση της ασφαλιστικής περίπτωσης (παρ. 5) 172
IV. Υποχρέωση της ΑσφΕ προς καταβολή του ασφαλίσματος 189
V. Καταβολή ασφαλίσματος στα ασφαλιστήρια ζωής 195
Άρθρο 8 – Διάρκεια και λύση της σύμβασης 197
I. Η ασφαλιστική σύμβαση ως διαρκής ενοχή - Ασφαλιστική σύμβαση
ορισμένου χρόνου - Ασφαλιστική περίοδος 201
ΙΙ. Λύση ασφαλιστικής σύμβασης αορίστου χρόνου 203
ΙΙΙ. Ασφαλιστική υπαναχώρηση 203
IV. Καταγγελία της ασφαλιστικής σύμβασης 222
Άρθρο 9 – Ασφάλιση για λογαριασμό 231
Ι. Γενικά 233
ΙΙ. Νομοτυπική υπόσταση 250
ΙΙΙ. Έννομες συνέπειες 252
IV. Βάρος απόδειξης 257
V. Aσφάλιση για λογαριασμό όποιου ανήκει 257
Άρθρο 10 – Παραγραφή 262
Ι. Γενικά 266
ΙΙ. Η παραγραφή στις αλλοδαπές νομοθεσίες 268
ΙΙΙ. Η παραγραφή στο προϊσχύσαν δίκαιο και στο ΣχΑσφΣυμβ 268
IV. Η παραγραφή στα Σχέδια Εμπορικού Κώδικα 269
V. Η παραγραφή σε άλλα νομοθετικά κείμενα. Θαλάσσια ασφάλιση 269
VI. Η παραγραφή στην αεροπορική ασφάλιση 270
VII. Η παραγραφή στην ασφάλιση αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων 270
VIII. Συμπληρωματική εφαρμογή διατάξεων ΑΚ 273
IX. Η διάκριση μεταξύ των ειδών ασφάλισης και των προβλεπομένων παραγραφών 275
X. Η παραγραφή στα ασφαλιστικά προϊόντα χωρίς στοιχείο κινδύνου 277
XI. Η παραγραφή στις συμβάσεις αντασφάλισης 279
XII. Η παραγραφή στην ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις κατά τη σύναψη
της ασφαλιστικής συμβάσεως 283
XIII. Η παραγραφή της απαιτήσεως για τα ασφάλιστρα 283
XIV. Η παραγραφή στην υποκατάσταση του ασφαλιστή 284
XV. Εφαρμοστέο δίκαιο και παραγραφή απαιτήσεων 284
XVI. Παραγραφή και πτώχευση των μερών στη σύμβαση ασφάλισης 284
XVII. Παραγραφή και ακυρότητα της ασφαλιστικής συμβάσεως 285
XVIII. Έναρξη του χρόνου παραγραφής 285
XIX. Σχετικώς με τον χρόνο που γεννιέται η αξίωση ως αφετηρία της παραγραφής 286
XX. Έναρξη του χρόνου παραγραφής στην αναδρομική ασφάλιση 286
XXI. Έναρξη του χρόνου παραγραφής και γνώση της εκτάσεως της ζημίας 287
ΧΧΙΙ. Η έναρξη του χρόνου της παραγραφής στην ασφάλιση αστικής ευθύνης 288
XXIII. Ειδικώς η έναρξη του χρόνου της παραγραφής στην ασφάλιση
αστικής ευθύνης από αυτοκίνητα 290
XXIV. Η έναρξη του χρόνου της παραγραφής στην αντασφάλιση 290
ΤΜΗΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΖΗΜΙΩΝ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 11 – Έννοια και αντικείμενο της ασφάλισης ζημιών 294
Ι. Ασφαλιστικό συμφέρον 296
ΙΙ. Ασφαλιστική ζημία 302
ΙΙΙ. Περιορισμοί του ασφαλίσματος 305
Άρθρο 12 – Διαδοχή στην ασφαλιστική σχέση 315
I. Γενικά 316
II. Σκοπός της διάταξης 316
III. Περιπτώσεις διαδοχής 317
IV. Σχέσεις μεταξύ του διαδόχου και του αρχικού ασφαλισμένου 318
V. Υποχρεώσεις του προηγούμενου ασφαλισμένου 318
VI. Καταγγελία της σύμβασης 319
Άρθρο 13 – Εξαιρέσεις της κάλυψης 322
I. Κάλυψη και εξαιρέσεις 323
II. Ex lege εξαιρέσεις 324
III. Όριο των συμβατικών εξαιρέσεων 325
IV. Εξαίρεση κάλυψης και ασφαλιστικό βάρος 327
V. Κεκαλυμμένο ασφαλιστικό βάρος 327
VI. Εξαιρέσεις κάλυψης στην ασφάλιση για αυτοκινητικά ατυχήματα 330
Άρθρο 14 – Υποκατάσταση ασφαλιστή 332
Ι. Εισαγωγικές παρατηρήσεις 334
ΙΙ. Προϋποθέσεις της υποκατάστασης του ασφαλιστή 334
ΙΙΙ. Συνέπειες της υποκατάστασης του ασφαλιστή 337
IV. Περιορισμοί στην υποκατάσταση του ασφαλιστή 339
V. Υποχρέωση διαφύλαξης των δικαιωμάτων του ασφαλιστή
(άρθρο 14 παρ. 3 και 4) 341
VI. Παραγραφή (άρθρο 14 παρ. 5) 342
Άρθρο 15 – Ασφάλιση με περισσότερους ασφαλιστές 343
Ι. Επισκόπηση του ρυθμιστικού πλαισίου 348
ΙΙ. Πολλαπλή ασφάλιση (ή διπλή ασφάλιση) 353
ΙΙΙ. Συνασφάλιση 366
ΙV. Διαδοχική ασφάλιση 371
V. Διπλή ασφάλιση 372
VI. Πολλαπλή θαλάσσια ασφάλιση και ασφάλιση αεροσκάφους 373
VII. Ενωσιακή (κοινοτική) συνασφάλιση 374
VIII. Η συνασφάλιση στον Κανονισμό 1215/2012 - Ερμηνευτική προσέγγιση
του άρθρου 11 παρ. 1 περ. γ’ 375
Άρθρο 16 – Υπολογισμός του ασφαλίσματος 378
Ι. Γενικές παρατηρήσεις: Περιεχόμενο του άρθρου 16 ΑσφΝ 379
ΙΙ. Η τρέχουσα ή, κατά περίπτωση, συνηθισμένη αξία του πράγματος
(άρθρο 16 παρ. 1 ΑσφΝ) 380
ΙΙΙ. Η συμφωνία αποτίμησης της ασφαλιστικής αξίας (άρθρο 16 παρ. 3 ΑσφΝ) 383
Άρθρο 17 – Υπασφάλιση - Υπερασφάλιση 390
Ι. Εισαγωγικές παρατηρήσεις: Ασφαλιστικό ποσό - Ασφαλιστική αξία -
Συσχετισμός ασφαλιστικού ποσού και ασφαλιστικής αξίας
(πλήρης ασφάλιση, υπασφάλιση, υπερασφάλιση) 393
ΙΙ. Αντικείμενο ρύθμισης και πεδίο εφαρμογής του άρθρου 17 ΑσφΝ 396
ΙΙΙ. Η υπασφάλιση ειδικότερα (παρ. 1) 400
IV. Η υπερασφάλιση ειδικότερα (παρ. 2 και 3) 407
V. Το άρθρο 17 ΑσφΝ ως νόμιμη βάση ειδικού καθήκοντος του ασφαλιστή
για πληροφόρηση του λήπτη της ασφάλισης; 421
Άρθρο 18 – Ανοικτή ασφάλιση 423
Ι. Προεισαγωγικά 424
ΙΙ. Έννοια 424
ΙΙΙ. Ασφάλιστρο 428
ΙV. Παράβαση υποχρέωσης δήλωσης 428
V. Αποκλίνουσες συμφωνίες στο πλαίσιο ασφάλισης για επαγγελματικούς λόγους 430
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΕΙΔΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΖΗΜΙΩΝ
Άρθρο 19 – Ασφάλιση πυρκαγιάς 431
Ι. Εισαγωγικά 433
ΙΙ. Ασφαλιστικός κίνδυνος 438
IΙΙ. Ασφαλιστική ζημία 442
ΙV. Εξαιρούμενοι κίνδυνοι 445
V. Ουσιαστική έναρξη της ασφαλιστικής κάλυψης 450
VI. Επαγγελματικές ασφαλίσεις πυρκαγιάς 451
Άρθρο 20 – Ασφάλιση μεταφοράς πραγμάτων 453
I. Πεδίο εφαρμογής 455
II. Έκταση καλύψεως 457
III. Ασφαλιστικό συμφέρον 461
IV. Ευθύνη ασφαλιστή 463
V. Βάση υπολογισμού του ασφαλίσματος 467
Άρθρο 21 – Ασφάλιση εσοδείας 470
Ι. Εισαγωγή - ratio legis 470
ΙΙ. Έννοια εσοδείας 471
ΙΙΙ. Ασφαλισμένοι κίνδυνοι 472
IV. Αντικείμενο της ασφάλισης 473
V. Προσδιορισμός της ασφαλιστικής αξίας 473
VI. Ο χρόνος ωρίμανσης και ο χρόνος συγκομιδής 474
VII. Ο Οργανισμός Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων 474
Άρθρο 22 – Ασφάλιση πιστώσεων και εγγυήσεων 476
I. Ασφάλιση πιστώσεων 477
II. Ασφάλιση εγγυήσεων 483
Άρθρο 23 – Ασφάλιση περιβαλλοντικών ζημιών 485
Ι. Γενικά 488
ΙΙ. Η ασφάλιση περιβαλλοντικών ζημιών 490
ΙΙΙ. Η ασφάλιση της περιβαλλοντικής ευθύνης κατά την Οδηγία 2004/35/ΕΚ
και το σχετικό π.δ. 148/2009 500
Άρθρο 24 – Ασφάλιση διακοπής λειτουργίας επιχείρησης 522
I. Εννοιολογικά στοιχεία / περιεχόμενο 523
ΙΙ. Νομοθετική ρύθμιση 527
III. Παρεμφερή συμβατικά μορφώματα 528
Άρθρο 25 – Ασφάλιση αστικής ευθύνης 530
Ι. Εισαγωγικά 532
ΙΙ. Λειτουργία της σύμβασης 536
ΙΙΙ. Ειδικές μορφές ασφάλισης επαγγελματικής αστικής ευθύνης 544
Άρθρο 26 – Υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης 546
Ι. Εισαγωγικά 547
ΙΙ. Λειτουργία της σύμβασης 549
ΤΜΗΜΑ ΤΡΙΤΟ
ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΠΡΟΣΩΠΩΝ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 27 – Έννοια - Ασφαλιστήριο - Ασφάλιση ποσού 560
Ι. Ασφάλιση ποσού ή ασφάλιση ζημιών 561
ΙΙ. Καθολικότητα 561
ΙΙΙ. Εξαιρέσεις 561
IV. Έλλειψη ασφαλιστικού συμφέροντος 562
V. Ονομαστικό ασφαλιστήριο 564
VI. Ασφάλιση για λογαριασμό 565
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΖΩΗΣ
Άρθρο 28 – Ασφάλιση ζωής ιδίου ή τρίτου 566
I. Συστηματική ένταξη 567
II. Έννοια και τυπολογία - κατηγοριοποίηση 567
III. Οι ιδιότητες των εμπλεκόμενων προσώπων στην ασφάλιση ζωής 570
IV. Ασφάλιση επί της ζωής τρίτου για τον κίνδυνο θανάτου
(ασφάλιση θανάτου τρίτου) 571
V. Ορισμός δικαιούχου - Ασφάλιση ζωής υπέρ τρίτου 572
VI. Εκχώρηση ή ενεχυρίαση απαίτησης για ασφάλισμα από δικαιούχο 578
Άρθρο 29 – Δήλωση στοιχείων του ασφαλισμένου - Εξαγορά 580
I. Η ηλικία ως ουσιώδες στοιχείο για την κατάρτιση των ασφαλίσεων ζωής 581
ΙΙ. Παράβαση από δόλο της παρ. 1 του άρθρου 3 ΑσφΝ και η συνέπειά της 582
ΙΙΙ. Προθεσμία άσκησης του δικαιώματος εξαγοράς 584
IV. Αξία εξαγοράς 588
Άρθρο 30 – Αυτοκτονία ή θανάτωση 590
Ι. Ευθύνη του ασφαλιστή σε περίπτωση αυτοκτονίας του ασφαλισμένου 591
II. Έκπτωση του δικαιούχου από το δικαίωμά του 592
ΙΙΙ. Μη απαλλαγή του ασφαλιστή όταν ο θάνατος προκλήθηκε
από τα πρόσωπα του άρθρου 7 παρ. 5 ΑσφΝ 593
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΑΣΘΕΝΕΙΩΝ
Άρθρο 31 – Ασφάλιση ατυχημάτων 595
I. Συστηματική ένταξη 596
II. Η έκταση της ασφαλιστικής κάλυψης 596
III. Η ύπαρξη άλλης ασφάλισης κατά ατυχημάτων 598
IV. Η μορφή της ασφαλιστικής αποζημίωσης 599
Άρθρο 32 – Ασφάλιση ασθενειών 600
I. Συστηματική ένταξη 600
II. H έκταση της ασφαλιστικής κάλυψης 601
III. Αναλογική εφαρμογή των διατάξεων για την ασφάλιση ατυχημάτων 603
Άρθρο 33 – [Ημιαναγκαστικός χαρακτήρας / Μεταβατικές διατάξεις] 605
Ι. Όρια προστασίας του λήπτη της ασφάλισης 606
ΙΙ. Μεταβατικές και λοιπές διατάξεις 620
Άρθρο 34 – [Έναρξη ισχύος] 621
ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΟ ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ 623
Σελ. 1
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Το δίκαιο της ασφαλιστικής σύμβασης περιείχετο μέχρι την 17η.11.1997, που τέθηκε σε ισχύ ο ΑσφΝ, στον Εμπορικό Νόμο (β.δ. 19.4.1835), ως το ένατο τμήμα αυτού (άρθ. 189-225). Αρχικά το τμήμα αυτό δεν υπήρχε στον Εμπορικό Νόμο, καθότι ο Code de Commerce του 1807, απ’ όπου προέρχεται ο ΕμπΝ, δεν περιελάμβανε διατάξεις για την χερσαία ασφάλιση, παρά μόνο για τη θαλάσσια. Το ένατο τμήμα του ΕμπΝ προστέθηκε εκεί με το ν. ΓΨΙΖ/1910 και αποτελούσε μετάφραση των άρθρων 417-453 του Ιταλικού Εμπορικού Κώδικα του 1882, ο οποίος αντικαταστάθηκε εξ ολοκλήρου με νέες διατάξεις από τον Ιταλικό Αστικό Κώδικα του 1942. Νομοπαρασκευαστικές προσπάθειες ανανέωσης των ιταλικής προέλευσης διατάξεων για την ασφαλιστική σύμβαση του ΕμπΝ, έγιναν το 1917, 1929, 1948, 1987 και 1989, χωρίς όμως να υλοποιηθούν. Έτσι, ο ΑσφΝ αποτελεί το πρώτο ειδικό νομοθετικό κείμενο για την ασφαλιστική σύμβαση που έχει ελληνική προέλευση, όχι μόνο γιατί δεν είναι μετάφραση αλλοδαπού νομοθετήματος, αλλά και διότι έχει δικά του χαρακτηριστικά που συνίστανται στην θεαματική ενίσχυση της θέσης του λήπτη της ασφάλισης σε σχέση με το προϊσχύσαν δίκαιο και προέρχεται από την επίδραση που είχαν στο νόμο αυτό οι σύγχρονες τάσεις σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο και οι οποίες, την εποχή της εισαγωγής του ΑσφΝ, δεν είχαν αρχίσει να υλοποιούνται πραγματικά στα διάφορα εθνικά νομοθετικά κείμενα.
Έτσι ο ΑσφΝ αποτελεί αναμφισβήτητα πρωτοπόρο, σε ευρωπαϊκό τουλάχιστον επίπεδο, νομοθετικό κείμενο, αφού διατάξεις του, που αναβαθμίζουν την συμβατική θέση του λήπτη της ασφάλισης, και η μεθοδολογία που ακολούθησε περιέχονται στο κύμα νομοθετικής ανανέωσης που ακολούθησε μετά την εισαγωγή του, όπως λ.χ. ο ανανεωμένος Ολλανδικός Αστικός Κώδικας της 1ης.1.2006, όπου περιέχονται οι διατάξεις για την ασφαλιστική σύμβαση (άρθ. 925-992), το επίσημο σχέδιο νόμου που ανανεώνει ριζικά τον ελβετικό νόμο για την ασφαλιστική σύμβαση, οι πολυάριθμες τροποποιήσεις του γαλλικού ασφαλιστικού κώδικα, ο ριζικά ανανεωμένος γερμανικός νόμος για την ασφαλιστική σύμβαση της 1ης.1.2008 κ.α., ενώ στην Αγγλία, κατά τον χρόνο εισαγωγής του ΑσφΝ, βρισκόταν σε εξέλιξη διαδικασία νομοθετικής ενίσχυσης των δικαιωμάτων του λήπτη της ασφάλισης.
Το νομοθετικό κείμενο, αν και σύντομο κατ’ επιθυμία της τότε πολιτικής ηγεσίας, περιέχει εντούτοις όλα τα βασικά χαρακτηριστικά των νεωτερισμών των σύγχρονων δικαίων της ασφαλιστικής σύμβασης. Σ’ αυτά συγκαταλέγονται ο χαρακτήρας ημιαναγκαστικού δικαίου των περισσότερων διατάξεών του, που έχει την έννοια ότι δεν είναι έγκυρη η τροποποίησή τους σε βάρος των δικαιωμάτων του λήπτη της ασφάλισης, παρά μόνο υπέρ αυτών. Έτσι, οι ρυθμίσεις που εισάγει ο ΑσφΝ δεν έχουν ως σκοπό την εισαγωγή των συμβατικών υποχρεώσεων των μερών στην ασφαλιστική σύμβαση, αφού αυτές προβλέπονται στους στερεότυπους ασφαλιστικούς όρους που επεξεργάζεται η ασφαλιστική βιο-
Σελ. 2
μηχανία και με τους οποίους πωλείται το «νομικό προϊόν», όπως χαρακτηρίζεται η ασφάλιση. Αφορούν οι ρυθμίσεις κυρίως φραγμούς στην επιβολή, εκ μέρους του ασφαλιστή, υποχρεώσεων στον λήπτη της ασφάλισης και κυρώσεων για την περίπτωση παραβίασής τους. Πέντε εξαιρέσεις εισάγονται για μεγάλους εμπορικούς κινδύνους, όπου οι ημιαναγκαστικού δικαίου διατάξεις είναι ενδοτικού δικαίου. Σ’ αυτούς ο νόμος εντάσσει την θαλάσσια ασφάλιση, την αεροπορική ασφάλιση, την ασφάλιση μεταφοράς πραγμάτων, την ασφάλιση πιστώσεων και την ασφάλιση εγγυήσεων. Τα χρόνια όμως που πέρασαν από την εισαγωγή του νόμου, οι ασφαλίσεις πιστώσεων, κυρίως, αλλά και εγγυήσεων, συνάπτονται πλέον όχι μόνο με επιχειρήσεις, αλλά και με καταναλωτές / λήπτες της ασφάλισης, οπότε πρέπει να εντάσσονται ερμηνευτικά κι αυτές στην προστατευτική ρύθμιση υπέρ του λήπτη όταν αυτός είναι καταναλωτής.
Κατά το μοντέλο του ΑσφΝ την ειδική προστασία από τις ημιαναγκαστικού δικαίου διατάξεις έχει και εκείνος ο λήπτης της ασφάλισης που αγοράζει την ασφάλιση για μη εμπορικούς ή επαγγελματικούς λόγους, δηλ. και ο λήπτης που δεν έχει την ιδιότητα του καταναλωτή, αρκεί να μην εντάσσεται η ασφάλισή του στους πέντε ως άνω μεγάλους εμπορικούς κινδύνους. Μόνο σε (επίσης) πέντε ειδικότερες επιμέρους ρυθμίσεις του ΑσφΝ δεν περιέχονται ηθικά φορτισμένες διατάξεις υπέρ του όποιου λήπτη της ασφάλισης, αρκεί να μην εντάσσεται η ασφάλισή του στους ως άνω μεγάλους εμπορικούς κινδύνους, αλλά περιέχονται μόνο υπέρ εκείνου του λήπτη που έχει την ιδιότητα του καταναλωτή ασφάλισης. Με άλλα λόγια, είναι ημιαναγκαστικού δικαίου οι πέντε ειδικότερες ρυθμίσεις λόγω της χαμηλότερης έντασης του προστατευτικού υπέρ του λήπτη της ασφάλισης σκοπού που περιέχουν, μόνο όταν ο λήπτης δεν έχει την ιδιότητα του καταναλωτή κατά την ως άνω έννοια.
Το ότι στα πέντε είδη μεγάλων εμπορικών κινδύνων οι διατάξεις του ΑσφΝ είναι ενδοτικού δικαίου, καθώς και το ότι στις πέντε ειδικότερες επιμέρους ρυθμίσεις επιτρέπονται παρεκκλίσεις από τη νομοθετική ρύθμιση, ακόμα και σε βάρος του λήπτη όταν αυτός δεν είναι καταναλωτής, δεν σημαίνει όμως ότι ο λήπτης της ασφάλισης στερείται στις περιπτώσεις αυτές κάθε προστασίας ή ότι δεν θα πρέπει να χαρακτηρίζονται ποτέ ως καταχρηστικοί οι ασφαλιστικοί όροι που ο ασφαλιστής ενέταξε στο ασφαλιστήριο ελεύθερα, ιδιαίτερα όταν δεν προηγήθηκε διαπραγμάτευση. Έτσι, περιπτώσεις ασφαλιστικών όρων που η νομολογία και επιστήμη με το προ του ΑσφΝ καθεστώς είχαν χαρακτηρίσει καταχρηστικούς κατ’ εφαρμογή των αρχών του γενικού δικαίου, αποτελούν και με το ισχύον δίκαιο πηγή αναφοράς, αν αφορούν ζητήματα που δεν περιλαμβάνει ο ΑσφΝ στις ημιαναγκαστικού δικαίου διατάξεις του.
Επίσης αναγκαστικού δικαίου και μάλιστα και για τους δύο συμβαλλόμενους (δηλ. όχι μόνο ημιαναγκαστικού δικαίου) παραμένουν οι διατάξεις που αποτρέπουν την χρήση ασφαλιστικών όρων που καθιστούν την ασφάλιση αμιγές μέσο πλουτισμού του λήπτη της ασφάλισης, όπως κυρίως οι διατάξεις για την αναδρομική ασφάλιση, την υπερασφάλιση, την υποκατάσταση του ασφαλιστή, αλλά και η διάταξη που αποκλείει την υποχρέωση κα-
Σελ. 3
ταβολής ασφαλίσματος στον δικαιούχο που φόνευσε το πρόσωπο του κινδύνου, το πρόσωπο δηλαδή επί της ζωής του οποίου είχε συναφθεί η ασφάλιση.
Το ασφάλισμα καλύπτεται από τα αποθέματα της ασφαλιστικής επιχείρησης που τροφοδοτούνται κυρίως από τα ασφάλιστρα που καταβάλλει η κοινωνία των ασφαλισμένων για να αντιμετωπίσει τις οικονομικές συνέπειες που θα επιφέρει η τυχόν πραγματοποίηση κινδύνων. Έτσι, αντιβαίνει στην δημόσια τάξη το να κατευθύνεται το ασφάλισμα στην κερδοσκοπία κάποιου μέλους της κοινωνίας των ασφαλισμένων. Η ασφάλιση δεν είναι ούτε εν όλω ούτε εν μέρει τυχερή σύμβαση για τον λήπτη της ασφάλισης, με την έννοια ότι καλύπτει μόνο οικονομικές συνέπειες ατυχίας, χωρίς να προσφέρει πλούτο από τυχαίο γεγονός, όπως είναι λ.χ. το να κερδίσει κάποιος λαχείο. Το γεγονός ότι καλύπτει δυσμενείς οικονομικές συνέπειες που «τυχαία επέρχονται» δεν την μετατρέπει σε τυχερό παίγνιο, γιατί η μεταφορά του κινδύνου από τον λήπτη της ασφάλισης στον ασφαλιστή υπολογίζεται και, ακολούθως, τιμολογείται επακριβώς με την ασφαλιστική τεχνική και την μαθηματική επιστήμη. Συνεπώς, ούτε για τον ασφαλιστή είναι τυχερή σύμβαση, αφού με βάση την αρχή του «μεγάλου αριθμού» και τα ασφαλιστικά μαθηματικά προϋπολογίζει, με αρκετή ακρίβεια, τις υποχρεώσεις του από τους κινδύνους που θα πραγματοποιηθούν στο μέλλον. Ο ασφαλιστής αγοράζει έναντι ασφαλίστρου κάτι από το οποίο θέλει ο αιτών ασφάλιση να απαλλαγεί, δηλαδή το συγκεκριμένο κίνδυνο που τον απειλεί· δεν πωλεί «ελπίδα» σ’ εκείνον που θέλει να πληρώσει κάποιο αντίτιμο μήπως και σταθεί τυχερός και κερδίσει.
Η ιδιαίτερη σημασία που έχει ο ΑσφΝ τόσο για το ελληνικό όσο και για το ευρωπαϊκό ασφαλιστικό δίκαιο έγκειται στις ημιαναγκαστικού δικαίου διατάξεις του, οι οποίες δεν μπορούν να παραμεριστούν από τις ευρωπαϊκές αρχές της ελευθερίας εγκατάστασης και παροχής υπηρεσιών ούτε από τις διατάξεις για το ηλεκτρονικό εμπόριο ούτε, κατά μείζονα λόγο, από τις αρχές του ΟΟΣΑ. Οι διατάξεις αυτές, που αποτελούν τον κανόνα, είναι το ελληνικό δίκαιο της ασφαλιστικής σύμβασης. Έτσι, οι μεν λίγες αναγκαστικού δικαίου διατάξεις (και για τους δυο συμβαλλόμενους) εκφράζουν βασικές αρχές αναγνωρισμένες από όλα τα γνωστά δίκαια της ασφαλιστικής σύμβασης. Στις δε περιπτώσεις των πέντε μεγάλων εμπορικών κινδύνων του άρθ. 33 παρ. 1 ΑσφΝ που αναφέραμε, η σημασία του νόμου αυτού για τις συναλλαγές είναι πολύ μικρή. Τούτο γιατί στην διαμόρφωση των όρων της ασφαλιστικής σύμβασης δεν συμμετέχουν οι συμβαλλόμενες με τους ασφαλιστές επιχειρήσεις, πράγμα που οφείλεται στη φύση της συναλλαγής αυτής. Κάτι αντίστοιχο άλλωστε συμβαίνει και με τα ναυλοσύμφωνα που διέπονται από διεθνείς στερεότυπους τύπους συμβάσεων που, έτσι, παρακάμπτουν τον Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου. Όμως οι διατάξεις του ΚΙΝΔ είναι, αντίθετα απ’ ό,τι του ΑσφΝ, κατά κανόνα ενδοτικού δικαίου. Οι συμβαλλόμενοι (λήπτες της ασφάλισης) στις πέντε ως άνω περιπτώσεις συμμετέχουν στην διαμόρφωση της ασφαλιστικής σύμβασης μόνο σε ποσοτικά και πάντως μη τεχνικοασφαλιστικά θέματα (ύψος ασφαλίστρου, έκταση κάλυψης, εν μέρει εξαιρέσεις, ύψος ποσού απαλλαγής). Τα θέματα αυτά όμως δεν αφορούν κανόνες της ασφαλιστικής σύμβασης, αλλά διαμόρφωση των εξειδικευμένων στοιχείων της κάθε επιμέρους σύμβασης. Οι
Σελ. 4
κανόνες αποτελούνται κατά κανόνα από προπαρασκευασμένους από την διεθνή ασφαλιστική αγορά όρους, οι οποίοι τελικά διέπουν τις περιπτώσεις των πέντε ως άνω κινδύνων και οι οποίοι παρακάμπτουν τον ΑσφΝ στο μεγαλύτερό του μέρος.
Τέλος, εννοείται, ότι δεν δεσμεύονται από τις ημιαναγκαστικού δικαίου διατάξεις ούτε τα συμβαλλόμενα μέρη σε αντασφαλιστικές συμβάσεις, πέραν του ότι αφορούν «ενδοασφαλιστικές» συναλλαγές με αντικείμενο μεγάλους κινδύνους, κυρίως για το ότι ο ΑσφΝ δεν τυγχάνει άμεσης εφαρμογής στις αντασφαλιστικές συμβάσεις.
Το σχέδιο ΑσφΝ, όπως και σε άλλη θέση είχαμε επισημάνει, αλλοιώθηκε σε μερικά κεντρικά χαρακτηριστικά του κατά τη συζήτησή του στη Βουλή (μια που δεν εντάχθηκε ως κώδικας για να ψηφισθεί ως έχει). Έτσι, κατά το γράμμα του νόμου και κατά τροποποίηση του αρχικού σχεδίου, στην περίπτωση που ο ασφαλισμένος σε ασφάλιση ασθενειών ή ατυχημάτων με δόλο δεν ανακοινώνει την επέλευση του κινδύνου εντός οκτώ ημερών όπως υποχρεούται κατά τον ΑσφΝ δεν επιτρέπεται η εισαγωγή καμίας κύρωσης ούτε και ευθύνης για την αποκατάσταση της ζημίας που, κατά τις διατάξεις του γενικού δικαίου, θα μπορούσε να θεμελιώσει ο ασφαλιστής. Εξάλλου, κατά το γράμμα του νόμου, στις κατά ζημιών ασφαλίσεις επιτρέπεται οι συμβαλλόμενοι να συμφωνήσουν εξαιρέσεις κάλυψης που υπαγορεύονται μόνο από δικαιολογημένες τεχνικές ανάγκες του ασφαλιστή, κατά διαγραφή της δυνατότητας εισαγωγής εξαιρέσεων που υπαγορεύονται από δικαιολογημένες εμπορικές ανάγκες του ασφαλιστή που προβλεπόταν στο σχέδιο νόμου. Αποτέλεσμα του εξωπραγματικού αυτού περιορισμού είναι η πλήρης αγνόησή του από την αγορά. Σχετικοποιείται η αρχή της «ειδικής προστασίας των καταναλωτών», χάριν των οποίων συντάχθηκαν οι ευνοϊκές προς τον λήπτη της ασφάλισης διατάξεις που κατάργησαν σχεδόν κάθε περίπτωση απαλλαγής του ασφαλιστή για παραβίαση ασφαλιστικών βαρών (εκτός αν οφείλεται σε δόλο), με το να μην επιτρέπεται συμφωνία που περιορίζει τα εκ του ΑσφΝ δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης ακόμα και στις βιομηχανικές και εμπορικές ασφαλίσεις, ανεξάρτητα του μεγέθους τους, πλην των πέντε ως άνω μεγάλων εμπορικών κινδύνων και να εξισώνεται, έτσι, καταναλωτής και επιχειρηματίας. Τέλος, η παραγραφή των αξιώσεων από την ασφαλιστική σύμβαση κατά ζημιών επιμηκύνθηκε αδικαιολόγητα σε τέσσερα χρόνια από το τέλος του χρόνου εντός του οποίου γεννήθηκαν. Πέραν των τεσσάρων αυτών σημείων, δύο τροποποιήσεις που επέφερε στον ΑσφΝ αφενός το άρθ. 34 ν. 3477/2005, με προσθήκη στην παρ. 8 του άρθ. 7 ΑσφΝ, αφετέρου η υπ. Αποφ. Ζ1-629/ 10.5.2005, με τροποποίηση του άρθ. 8 παρ. 3 ΑσφΝ, αλλοιώνουν βασικές έννοιες του δικαίου της ασφαλιστικής σύμβασης. Τούτο γιατί στην μεν πρώτη περίπτωση, χωρίς να προστίθεται κάτι στις κείμενες διατάξεις, προβλέπεται ότι το δικαίωμα του λήπτη να ζητήσει απ’ τον ασφαλιστή την επαναγορά του ασφαλιστηρίου ζωής θεωρείται επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, που όμως δεν είναι, αφού επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης έχουμε, κατά τον ορισμό του άρθ. 1 ΑσφΝ, όταν επέρχεται το ζημιογόνο γεγονός (πραγματοποιείται κίνδυνος), ενώ επιπλέον η νέα διάταξη εισάγει και διοικητικές κυρώσεις, σαν να πρόκειται για νομοθέτημα δημοσίου δικαίου. Στη, δε, δεύτερη περίπτωση
Σελ. 5
αλλοιώνεται η ορολογία του ΑσφΝ, ενώ κατ’ αποτέλεσμα, στην προσπάθεια της υπ. Απόφασης να εναρμονίσει το ελληνικό δίκαιο με την Οδηγία για την από απόσταση εμπορία χρηματοοικονομικών αγαθών, μειώνει τελικά, αντί ν’ αυξάνει, την προστασία που ήθελε ο ενωσιακός νομοθέτης να έχει ο λήπτης της ασφάλισης στις πωλήσεις αυτές, πέραν του ότι ο ΑσφΝ δεν είναι το κατάλληλο νομοθέτημα για την υποδοχή των εν λόγω ενωσιακών ρυθμίσεων.
Παρά τις ως άνω αρνητικές παρεμβάσεις στο περιεχόμενό του, το σύνολο του ΑσφΝ αποτελεί μία θεαματική ανανέωση του ελληνικού δικαίου για την ασφαλιστική σύμβαση. Εισήγαγε πρωτοποριακές ρυθμίσεις που απασχολούσαν την διεθνή επιστήμη μεν, πλην όμως δεν είχαν ακόμα υλοποιηθεί σε νόμους κατά τον χρόνο εισαγωγής του ΑσφΝ, όπως η κατάργηση του κανόνα «ή ολόκληρο το ασφάλισμα ή καθόλου ασφάλισμα» σε περίπτωση παραβίασης όρων του ασφαλιστηρίου και η αντικατάστασή του με τον κανόνα της αναλογικής μείωσης του ασφαλίσματος - κανόνα που ακολούθησαν αργότερα διάφορες ευρωπαϊκές νομοθεσίες -, ο περιορισμός των προσώπων που ζημίωσαν τον λήπτη της ασφάλισης, κατά των οποίων μπορεί να στραφεί αναγωγικά ο ασφαλιστής που αποζημίωσε τον λήπτη, το δικαίωμα εναντίωσης του λήπτη όταν το περιεχόμενο της αίτησής του για ασφάλιση δεν συμπίπτει με την κάλυψη που έλαβε, το δικαίωμα αναίτιας υπαναχώρησης του λήπτη από τη σύμβαση κ.ά. Επιπλέον, ο ΑσφΝ ρύθμισε ασφαλίσεις που δεν γνώριζε το παλαιό καθεστώς, όπως η ασφάλιση περιβαλλοντικών ζημιών, διακοπής λειτουργίας επιχείρησης, πιστώσεων και εγγυήσεων και, κυρίως, η ασφάλιση αστικής ευθύνης.
Η έγκαιρη μετάφραση του ΑσφΝ στα αγγλικά έδωσε πρόσβαση σ’ αυτόν στην διεθνή επιστημονική κοινότητα και έτσι οι ρυθμίσεις του «αντανακλώνται» σε ευρωπαϊκά κείμενα και ο ΑσφΝ κατατάσσεται στα σύγχρονα ευρωπαϊκά νομοθετήματα. Μάλιστα η ρύθμιση του άρθ. 26 που δίδει στον ζημιωθέντα τρίτο δικαίωμα ευθείας αγωγής κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης σε κάθε, υπάρχουσα ή μέλλουσα να εισαχθεί, υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης, εφόσον προηγουμένως καθοριστεί η Υπηρεσία ή το νομικό πρόσωπο που θα δέχεται κοινοποιήσεις για το ποιος, υπόχρεος σε ασφάλιση, είναι ασφαλισμένος ή έληξε η ασφάλισή του, ονομάζεται από τη γερμανική επιστήμη ως το πρότυπο ανάλογης ρύθμισης του νέου γερμανικού νόμου για την ασφαλιστική σύμβαση της 1.1.2008. Εντούτοις, η ελληνική Διοίκηση δεν έχει κάνει χρήση αυτής της διάταξης μέχρι σήμερα, παρόλο που υπάρχουν ήδη περισσότερες από 50 υποχρεωτικές ασφαλίσεις αστικής ευθύνης, πολλές από τις οποίες εισήχθησαν μετά την εισαγωγή του ΑσφΝ.
Ο ΑσφΝ εισάγει ειδική, εν πολλοίς νέα, ορολογία, η οποία εντούτοις, λόγω της ευρείας χρήσης από την επιστήμη και τη νομολογία συγγραμμάτων που εκδόθηκαν με το παλαιό καθεστώς, σε συνδυασμό με την παραδοσιακά πολύ μικρή σημασία που αποδίδει η ελληνική ασφαλιστική βιομηχανία στη νομοθεσία για την ασφαλιστική σύμβαση και την ειδική ορολογία της, αναμιγνύεται με την παλαιά και με την κοινή, για όλες τις αμφοτεροβαρείς ενοχικές συμβάσεις ορολογία, με αποτέλεσμα να παρατηρούνται δυσχέρειες κατανόησης
Σελ. 6
και λάθη κατά την εφαρμογή, πέραν βεβαίως της αντιεπιστημονικής διάστασης που έχει το φαινόμενο αυτό. Για παράδειγμα, ναι μεν έχει πλέον επικρατήσει ότι ο «ασφαλισμένος» του ΕμπΝ είναι «ο λήπτης της ασφάλισης» του ΑσφΝ, αλλά ενίοτε διαφοροποιείται χωρίς λόγο η έννοια αυτή από την έννοια «ασφαλισμένος», παρότι ο «λήπτης της ασφάλισης» δεν είναι παρά ο «ασφαλισμένος» που συνήψε την ασφάλιση με τον ασφαλιστή για ίδιο λογαριασμό, όπως συμβαίνει κατά κανόνα. Μόνο όταν βρεθούμε εκτός του κανόνα αυτού και έχουμε ασφάλιση για λογαριασμό άλλου (ή, αλλιώς, ξένου συμφέροντος) νοηματοδοτείται η διάκριση μεταξύ του λήπτη της ασφάλισης και του ασφαλισμένου. Επιπλέον, ο «αντισυμβαλλόμενος» (ακριβέστερα, συμβαλλόμενος) του ασφαλιστή στο ειδικό δίκαιο της ασφαλιστικής σύμβασης ονομάζεται «λήπτης της ασφάλισης», όπως συμβαίνει αντίστοιχα λ.χ. στη γαλλική, γερμανική, αυστριακή, ελβετική και σε άλλες νομοθεσίες. Επίσης ο ΑσφΝ δίνει την έννοια «ασφαλιστής» που είναι η ασφαλιστική επιχείρηση, αλλ’ εντούτοις η αγορά ακόμα ονομάζει ασφαλιστή και τον πωλητή ασφαλιστηρίων, δηλαδή τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή που τα διανέμει. Δίδει, ακόμα, ο ΑσφΝ την έννοια «ασφάλισμα» που πρέπει να χρησιμοποιείται αντί των λέξεων «ασφαλιστική αποζημίωση». Επιπλέον, ο κίνδυνος που συμφωνήθηκε να μεταφερθεί στον ασφαλιστή ονομάζεται «ασφαλιστικός», όχι «ασφαλισμένος» κίνδυνος. Περαιτέρω, παρότι προβλέπεται ακριβώς η έννοια της «ασφαλιστικής περιόδου» (άρθ. 8 παρ. 6 ΑσφΝ), εντούτοις συχνά γίνεται αυθαίρετη χρήση της έννοιας αυτής. Ειδικό περιεχόμενο δίδεται και σε έννοιες όπως η ασφαλιστική ζημία, η συνασφάλιση, η πολλαπλή ασφάλιση, η ανοικτή ασφάλιση και προεχόντως η ασφάλιση αστικής ευθύνης.
Ο ΑσφΝ περιέχει, σε ένα μεγάλο βαθμό, το γενικό δίκαιο της ασφαλιστικής σύμβασης που διέπει κάθε ασφαλιστική σύμβαση ζημιών και προσώπων, συμπεριλαμβανομένων και των ασφαλίσεων που γνωρίζουν ειδική ρύθμιση, όπως οι θαλάσσιες ασφαλίσεις, που διέπονται από τον Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου, οι αεροπορικές ασφαλίσεις, που ρυθμίζονται από τον Κώδικα Αεροπορικού Δικαίου, και οι ασφαλίσεις αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων που διέπονται από τον κ.ν. 489/1976 για την υποχρεωτική ασφάλιση ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων. Εννοείται ότι όπου οι γενικές ρυθμίσεις του ΑσφΝ τροποποιούνται από διατάξεις των ως άνω νομοθετημάτων που ρυθμίζουν ειδικά κάποιο ζήτημα υπερισχύουν οι διατάξεις των ως άνω νόμων, ως ειδικές προς αυτές των άρθ. 1-10 του γενικού μέρους του ΑσφΝ. Οι ως άνω ασφαλίσεις αποτελούν είδη ασφαλίσεων ζημιών και ως εκ τούτου διέπονται επίσης και από τις γενικές διατάξεις για τις ασφαλίσεις ζημιών του ΑσφΝ (άρθ. 11-18), αλλά ενδεχομένως και από τις διατάξεις του που πραγματεύονται τα επτά επιμέρους είδη ασφαλίσεων ζημιών (άρθ. 19-26), στο μέτρο πάντα που τα κατά περίπτωση εγειρόμενα ζητήματα δεν τροποποιούνται / ρυθμίζονται ειδικά από τις διατάξεις των νομοθετημάτων που τις διέπουν, καθόσον τα επτά αυτά είδη αφορούν γενικές κατηγορίες κινδύνων και όχι κινδύνους ζημιών που σχετίζονται με το λεγόμενο θαλάσσιο ή αεροπορικό κίνδυνο.
Σελ. 7
ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ
Κατ' άρθρο ερμηνεία του Ν 2496/1997
ΤΜΗΜΑ ΠΡΩΤΟ
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Σελ. 8
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 1
Η έννοια και στοιχεία της ασφαλιστικής σύμβασης
1. Με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση έναντι του συμβαλλόμενού της (λήπτη της ασφάλισης) ή του τρίτου, έναντι ασφαλίστρου,
α) είτε να καταβάλει παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, σε είδος, όταν επέλθει εκείνο το περιστατικό εκ των προβλεπόμενων στο άρθρο 4 και στο άρθρο 5 περιπτώσεις α΄, β΄, γ΄ και δ΄ του νόμου με τον οποίο γίνεται η προσαρμογή στην Οδηγία 2009/138/ΕΚ, από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική περίπτωση),
β) είτε να εκτελέσει τις εργασίες του άρθρου 5 περιπτώσεις ε΄ ως και θ΄ του νόμου με τον οποίο γίνεται η προσαρμογή στην Οδηγία 2009/138/ΕΚ.
2. Η ασφαλιστική σύμβαση περιλαμβάνει τουλάχιστον:
α) τα στοιχεία των συμβαλλομένων και του δικαιούχου του ασφαλίσματος, αν αυτός είναι διαφορετικό πρόσωπο,
β) τη διάρκεια ισχύος της ασφαλιστικής σύμβασης,
γ) το πρόσωπο ή το αντικείμενο και τη χρηματική αξία του ή την περιουσία που απειλούνται ή σχετίζονται με την επέλευση του κινδύνου, στην περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 του παρόντος,
δ) το είδος των κινδύνων ή των εκτελούμενων εργασιών,
ε) το τυχόν ανώτατο όριο ευθύνης του ασφαλιστή (ασφαλιστικό ποσό),
στ) τις τυχόν εξαιρέσεις κάλυψης,
ζ) το εφάπαξ ή το αρχικό ασφάλιστρο και
η) το εφαρμοστέο δίκαιο, αν αυτό δεν είναι το ελληνικό.
ΚΥΡΙΟΤΕΡΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
– Ι. Αθανασιάδης, Ασφάλιση Αεροσκάφους, 2003· – Α. Αργυριάδης/Ρ. Χατζηνικολάου-Αγγελίδου/Λ. Σκαλίδης, ΣτοιχΑσφΔ· – Λ. Γεωργακόπουλος, Εγχειρίδιο Εμπορικού Δικαίου (ΕγχΕμπΔ), τ. ΙΙ/2 (Δ. Ασφαλιστικές), β΄ έκδ., 2002· – Απ. Γεωργιάδης, Ενοχικό Δίκαιο, Ειδικό Μέρος, τ. ΙΙ, 2007· – Β. Κιάντος, ΑσφΔ· – Αχ. Μπεχλιβάνης/Ε. Τζίβα, Δίκαιο Εμπορικών Δικαιοπραξιών, 2022· – Ι. Ρόκας, Δίκαιο ΙδΑσφ· – ο ίδιος, Ασφαλιστικός Κώδικας, Νομοθεσία-ερμηνευτικά σχόλια-κριτικές παρατηρήσεις, 3η έκδ., 2012· – ο ίδιος, Παρατηρήσεις επί των αλλαγών, που φέρνει στο νόμο για την Ασφαλιστική Σύμβαση, το Σχέδιο νόμου προσαρμογής προς την Οδηγία 2009/138 για την κρατική εποπτεία επί των ασφαλιστικών επιχειρήσεων,
Σελ. 9
NoB 2015, 1874 επ.· – ο ίδιος, Ομαδικά συνταξιοδοτικά ασφαλιστήρια διαχείρισης κεφαλαίου και ομαδική ασφάλιση (Μερικές παρατηρήσεις), ΕΕμπΔ 2023, 945 επ.· – Κ. Ρόκας, Ιδιωτικόν Ασφαλιστικόν Δίκαιον, 1974· – Α. Τσιριντάνης, Μαθήματα Ασφαλιστικού Δικαίου, 1959· – Α. Σινανιώτη-Μαρούδη, ΑσφΔ· – Ρ. Χατζηνικολάου-Αγγελίδου, ΙδΑσφΔ· – η ίδια, Ασφαλιστική σύμβαση προσωρινής κάλυψης, σε: Νομικά θέματα αστικής ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα, 2004, 65 επ. – Ρ. Χατζηνικολάου-Αγγελίδου/Ρ. Γιοβαννόπουλος, Η προσωρινή ασφαλιστική σύμβαση, η νομική φύση και η σχέση της με την μεταγενέστερη οριστική σύμβαση ασφάλισης, ιδίως υπό το πρίσμα της διαδοχικής ασφάλισης, ΕΕμπΔ 2020, 760 επ.
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Ι. Αντικείμενο και σκοπός της διάταξης 1-4
ΙΙ. Έννοια της ασφάλισης και της ασφαλιστικής σύμβασης 5-17
1. Γενικά χαρακτηριστικά της ασφάλισης 5-8
2. Ορισμός της ασφαλιστικής σύμβασης 9-17
ΙΙI. Νομικός χαρακτήρας της ασφαλιστικής σύμβασης 18-29
1. Θεωρίες για το αντικείμενο της παροχής του ασφαλιστή 18-21
2. Η ασφαλιστική σύμβαση ως ενοχική σύμβαση 22-26
3. Ο εμπορικός χαρακτήρας της ασφαλιστικής σύμβασης 27-29
ΙV. Στοιχεία της ασφαλιστικής σύμβασης 30-41
V. Προσωρινή ασφαλιστική σύμβαση 42-47
ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΟ ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ
Έννοια και στοιχεία της ασφαλιστικής σύμβασης
– ασφάλιση 5
– ασφάλισμα 13
– ασφαλίσματος παροχή 16
– ασφαλιστής 12
– ασφαλιστικές εργασίες 17
– ασφαλιστική περίπτωση 13
– κοινωνία των κινδύνων 7
– λήπτης της ασφάλισης 10
– ορισμός της ασφαλιστικής σύμβασης 9
– προσωρινή ασφαλιστική σύμβαση 42 επ.
Νομικός χαρακτήρας της ασφαλιστικής σύμβασης 18
– εμπορικός χαρακτήρας 27
– ως ενοχική σύμβαση 22
Προσωρινή ασφαλιστική σύμβαση 42
– έγγραφο προσωρινής κάλυψης 44
Στοιχεία της ασφαλιστικής σύμβασης
– ασφαλιστικό ποσό 38
– ασφαλιστικός κίνδυνος 35
– διάρκεια 33
– εξαιρέσεις κάλυψης 39
– εφαρμοστέο δίκαιο 41
– ουσιώδη στοιχεία 30
– χερσαία ασφάλιση μεταφοράς 36
Ι. Αντικείμενο και σκοπός της διάταξης
1 Στο πρώτο άρθρο του ΑσφΝ, όπως συνηθίζεται στα σύγχρονα νομοθετήματα, γίνεται αναφορά σε βασικές έννοιες, οι οποίες διατρέχουν ολόκληρο το νομοθέτημα. Ειδικότερα, στην παρ. 1 του άρθρου 1 περιέχεται ο ορισμός της ασφαλιστικής σύμβασης, ο οποίος δομείται πάνω στις παροχές που οφείλουν τα αντισυμβαλλόμενα μέρη. Ταυτόχρονα, εισά-
Σελ. 10
γεται η ειδική ορολογία («ασφαλιστής», «λήπτης της ασφάλισης», «ασφάλισμα», «ασφαλιστική περίπτωση»), η οποία χρησιμοποιείται σε πλειάδα διατάξεων του ΑσφΝ στη θέση άλλων όρων, τους οποίους ενδεχομένως διαθέτει το γενικό ενοχικό δίκαιο.
2 Στην παρ. 2 του άρθρου 1 περιλαμβάνεται απαρίθμηση των στοιχείων της ασφαλιστικής σύμβασης, τα οποία πρέπει σε κάθε περίπτωση να περιέχονται σε αυτήν. Πρόκειται, λοιπόν, για τα ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης. Η διάταξη, επιπλέον, εισάγει έναν ακόμη ειδικό όρο, που χρησιμοποιείται στον ΑσφΝ («ασφαλιστικό ποσό»).
3 Το άρθ. 1 υπέστη τροποποιήσεις με το άρθ. 278 παρ. 7 ν. 4364/2016 (σε ισχύ από 1.1.2016). Ειδικότερα, στην παρ. 1 του άρθ. 1, όπως διαμορφώθηκε, προβλέπεται ότι, εκτός από την καταβολή του ασφαλίσματος, η παροχή του ασφαλιστή μπορεί να συνίσταται στην εκτέλεση των εργασιών που απαριθμούνται στις περ. ε΄ ως θ΄ του άρθ. 5 ν. 4364/2016 (βλ. επ’ αυτού παρακάτω). Στην παρ. 2 του άρθ. 1 έχουν γίνει ορισμένες προσαρμογές, που οφείλονται κυρίως στην προσθήκη των ως άνω εργασιών ως είδος παροχής του ασφαλιστή. Τέλος, με τον ν. 4364/2016 καταργήθηκε η παρ. 3 του άρθρ. 1, η οποία περιείχε μία σύντομη ρύθμιση για την προσωρινή ασφαλιστική σύμβαση. Παρά την κατάργηση αυτής της πρόβλεψης, η δυνατότητα σύναψης προσωρινής ασφαλιστικής σύμβασης εξακολουθεί να υπάρχει (βλ. και την πρόβλεψη του άρθ. 2 παρ. 2 περί προσωρινής κάλυψης), οπότε η σχετική ανάλυση διατηρείται στο παρόν άρθρο.
4 Συνεπώς, παρότι εκ πρώτης όψεως οι προβλέψεις του άρθ. 1 έχουν κυρίως εισαγωγικό ή θεωρητικό χαρακτήρα, το άρθρο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, κυρίως από συστηματικής πλευράς. Εισάγει θεμελιώδεις όρους και καθιστά φανερό ότι η ασφαλιστική σύμβαση είναι μία σύμβαση που διαθέτει μια σειρά από ιδιαιτερότητες, αλλά και μεγάλη πρακτική σημασία, και γι’ αυτό χρήζει εκτενούς ρυθμίσεως, και μάλιστα με χρήση ορολογίας που δεν απαντάται στον Αστικό Κώδικα. Όπως θα επισημανθεί και πιο κάτω, η ασφαλιστική σύμβαση είναι μια ενοχική σύμβαση με σημαίνουσες ιδιομορφίες. Εφαρμόζονται, συνεπώς, διατάξεις του Αστικού Κώδικα, αλλά μόνο εφόσον δεν έρχονται σε αντίθεση με τις ειδικές διατάξεις του ΑσφΝ.
ΙΙ. Έννοια της ασφάλισης και της ασφαλιστικής σύμβασης
1. Γενικά χαρακτηριστικά της ασφάλισης
5 Πριν γίνει αναφορά στον ορισμό της ιδιωτικής ασφαλιστικής σύμβασης, θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο ορισμός αυτός δεν ταυτίζεται με τον ορισμό της «ασφάλισης». Η ασφάλιση είναι ευρύτερος όρος, και περιλαμβάνει, επί παραδείγματι, και την κοινωνική ασφάλιση. Η κοινωνική ασφάλιση, ωστόσο, διαφέρει σημαντικά από την ιδιωτική ασφάλιση, καθώς η τελευταία εδράζεται πάντοτε σε σύμβαση, ενώ η πρώτη ρυθμίζεται απ’ ευθείας από το νόμο, με διατάξεις δημοσίου δικαίου (βλ. ενδεικτικά Αργυριάδη/Χατζηνικολάου-Αγγελίδου/Σκαλίδη, ΣτοιχΑσφΔ, σελ. 29).
Σελ. 11
6 Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν ορισμένα γενικά χαρακτηριστικά, τα οποία απαντώνται σε κάθε είδος ασφάλισης. Κυριότερο εξ αυτών είναι ο κίνδυνος. Ως κίνδυνος ορίζεται γενικώς το ενδεχόμενο επελεύσεως ενός επιβλαβούς περιστατικού (βλ. ενδεικτικά Τσιριντάνη, Μαθήματα Ασφαλιστικού Δικαίου, σελ. 8· Ι. Ρόκα, Δίκαιο ΙδΑσφ, αρ. περιθ. Ι 86, ΙΙ 535 επ.). Το περιστατικό αυτό μπορεί να επιφέρει βλάβη τόσο στην περιουσία του φέροντος τον κίνδυνο όσο και στην υγεία ή απώλεια της ζωής του. Γενικότερα, γίνεται λόγος για δημιουργία οικονομικής ανάγκης σε αυτόν που φέρει τον κίνδυνο, είτε λόγω πρόκλησης μίας περιουσιακής ζημίας είτε λόγω δημιουργίας μιας δυσμενούς κατάστασης, όπως είναι π.χ. ο θάνατος ενός συγγενικού προσώπου (πρβλ. Αργυριάδη/Χατζηνικολάου-Αγγελίδου/Σκαλίδη, ΣτοιχΑσφΔ, σελ. 19). Βασικό χαρακτηριστικό του κινδύνου είναι η αβεβαιότητα, που αφορά το αν θα συμβεί το περιστατικό, το πότε θα συμβεί ή/και το εύρος των συνεπειών που θα προκαλέσει. Στο ασφαλιστικό δίκαιο, ο κίνδυνος αποκαλείται ασφαλιστικός κίνδυνος, καθώς πρόκειται για τον κίνδυνο που συμφωνήθηκε να καλυφθεί με την ασφαλιστική σύμβαση.
7 Περαιτέρω χαρακτηριστικό της ασφάλισης είναι η κοινωνία των κινδύνων, η έκθεση δηλ. μιας ομάδας ανθρώπων σε (κατά βάση ομοειδείς) κινδύνους, τις συνέπειες των οποίων όμως μόνο ορισμένα μέλη της ομάδας θα υποστούν (βλ. ενδεικτικά Χατζηνικολάου-Αγγελίδου, ΙδΑσφΔ, αρ. περιθ. 52· Ι. Ρόκα, Δίκαιο ΙδΑσφ, αρ. περιθ. Ι 87). Κατ’ ουσίαν, αυτό που επιτυγχάνεται μέσω της ασφάλισης είναι η μετάθεση του κινδύνου από αυτόν που τον φέρει στον ασφαλιστή, ο οποίος με τη σειρά του «κατακερματίζει» τις συνέπειες του κινδύνου στα μέλη της ομάδας των ασφαλισμένων (πρόκειται για τη λεγόμενη «διασπορά του κινδύνου»). Για τους ασφαλισμένους, συνεπώς, η μετάθεση του κινδύνου συνεπάγεται αίσθημα ασφάλειας, για το οποίο είναι διατεθειμένοι να καταβάλλουν ανάλογο αντίτιμο. Για να έχει νόημα η καταβολή αντιτίμου, θα πρέπει οι ασφαλισμένοι να έχουν νομική αξίωση κατά του ασφαλιστή προς ασφαλιστική παροχή.
8 Ο ακόλουθος ορισμός συνοψίζει τα αναφερθέντα χαρακτηριστικά της ασφάλισης: «Ασφάλιση είναι η κοινωνία όμοιων κινδύνων που παρέχει στα μέλη της, με αντάλλαγμα, αυτόνομη αξίωση για κάλυψη οικονομικής ανάγκης» (έτσι Αργυριάδης/Χατζηνικολάου-Αγγελίδου/Σκαλίδης, ΣτοιχΑσφΔ, σελ. 23).
2. Ορισμός της ασφαλιστικής σύμβασης
9 Σε αντίθεση με τον ορισμό της ασφάλισης, ο ορισμός της ασφαλιστικής σύμβασης εστιάζεται στα ιδιωτικού δικαίου χαρακτηριστικά αυτής, καθώς αυτά την ξεχωρίζουν από άλλες μορφές ασφάλισης. Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 1 ΑσφΝ, ως ισχύει: «Με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση έναντι του συμβαλλόμενού της (λήπτη της ασφάλισης) ή του τρίτου, έναντι ασφαλίστρου, α) είτε να καταβάλει παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, σε είδος, όταν επέλθει εκείνο το περιστατικό εκ των προβλεπόμενων στο άρθρο
Σελ. 12
4 και στο άρθρο 5 περιπτώσεις α΄, β΄, γ΄ και δ΄ του νόμου με τον οποίο γίνεται η προσαρμογή στην Οδηγία 2009/138/ΕΚ, από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική περίπτωση), β) είτε να εκτελέσει τις εργασίες του άρθρου 5 περιπτώσεις ε΄ ως και θ΄ του νόμου με τον οποίο γίνεται η προσαρμογή στην Οδηγία 2009/138/ΕΚ.».
10 Στοιχεία του παραπάνω ορισμού είναι οι παροχές που οφείλουν τα μέρη, καθώς και ο όρος από τον οποίο εξαρτάται η ενεργοποίηση της ευθύνης του ασφαλιστή. Πλεονέκτημα του αναφερθέντος ορισμού της ασφαλιστικής σύμβασης θεωρείται ότι, σε αντίθεση με το προϊσχύσαν δίκαιο (άρθ. 189 ΕμπΝ), κατορθώνει να συμπεριλάβει σε μία διατύπωση τόσο την ασφάλιση κατά ζημιών, όσο και την ασφάλιση ποσού (βλ. Ι. Ρόκα, Δίκαιο ΙδΑσφ, αρ. περιθ. ΙΙ 2· βλ. όμως Αθανασιάδη, Ασφάλιση Αεροσκάφους, 91).
11 Ειδικότερα: ο «λήπτης της ασφάλισης», ο αντισυμβαλλόμενος δηλ. του ασφαλιστή, οφείλει να καταβάλει το ασφάλιστρο. Ασφάλιστρο είναι το χρηματικό αντάλλαγμα για την ανάληψη του κινδύνου από τον ασφαλιστή (για την καταβολή του ασφαλίστρου βλ. τις ειδικότερες ρυθμίσεις του άρθρου 6 ΑσφΝ). Όπως θα αναλυθεί παρακάτω (βλ. πιο κάτω, X. Χασάπη, άρθ. 9, αρ. περιθ. 1), ο λήπτης της ασφάλισης ενδέχεται να είναι διαφορετικό πρόσωπο από τον ασφαλισμένο, αυτόν δηλ. που πλήττεται από την επέλευση του κινδύνου. Επομένως, ο όρος «λήπτης της ασφάλισης» που εισάγεται με τον ΑσφΝ αποτρέπει τη σύγχυση με τον ασφαλισμένο, αλλά και τη χρήση του γενικού όρου «αντισυμβαλλόμενος» ή του περιγραφικού όρου «πρόσωπο που ενεργεί την ασφάλιση» (έτσι η Εισηγ. Έκθ. ΑσφΝ, ΝοΒ 1997, 581).
12 Αντισυμβαλλόμενος του λήπτη της ασφάλισης είναι ο ασφαλιστής. Ως «ασφαλιστής» νοείται η ασφαλιστική επιχείρηση, η λειτουργία της οποίας διέπεται από τον ν. 4364/2016 (βλ. άρθ. 2 και 14 του νόμου αυτού). Η ασφαλιστική επιχείρηση ασχολείται αποκλειστικά με ασφαλιστικές εργασίες, η κυριότερη εκ των οποίων είναι η σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων με σκοπό την ασφαλιστική κάλυψη κινδύνων (για τη λειτουργία των ασφαλιστικών επιχειρήσεων βλ. αναλυτικά Ι. Ρόκα, Δίκαιο ΙδΑσφ, αρ. περιθ. ΙΙ 38 επ. και VII 1 επ.· Χατζηνικολάου-Αγγελίδου, ΙδΑσφΔ, αρ. περιθ. 155 επ.).
13 Κύρια υποχρέωση του ασφαλιστή, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1, είναι να καταβάλει στον λήπτη της ασφάλισης μία ορισμένη παροχή, η οποία αποκαλείται ασφάλισμα (βλ. και τις ειδικότερες ρυθμίσεις του άρθρου 7 παρ. 7 ΑσφΝ). Για να δημιουργηθεί η ευθύνη του ασφαλιστή προς καταβολή του ασφαλίσματος, θα πρέπει να έχει επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του. Το περιστατικό αυτό ονομάζεται ασφαλιστική περίπτωση (βλ. και πιο κάτω, Ι. Ρόκα, άρθ. 7, αρ. περιθ. 2).
14 Εφόσον συμφωνήθηκε, είναι δυνατόν ο ασφαλιστής να υποχρεούται να καταβάλει το ασφάλισμα, όχι στον λήπτη της ασφάλισης, αλλά σε τρίτο πρόσωπο. Το τρίτο αυτό πρόσωπο αποκαλείται δικαιούχος του ασφαλίσματος, και συνήθως ταυτίζεται με τον ασφαλισμένο (βλ. αναλυτικά, πιο κάτω X. Χασάπη, άρθ. 9, αρ. περιθ. 7).
Σελ. 13
15 Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1, η παροχή του ασφαλιστή μπορεί να είναι χρηματική, ή, εφόσον συμφωνήθηκε ειδικά, άλλη παροχή σε είδος (π.χ. νοσοκομειακή περίθαλψη αντί για χρήμα· ο κλάδος βοήθειας είναι επίσης παράδειγμα όπου ο κανόνας είναι η μη χρηματική παροχή - βλ. άρθ. 4 παρ. 1 περ. ιη΄ ν. 4364/2016). Σε αυτές τις ασφαλίσεις, δεν αρμόζει η εφαρμογή όλων των διατάξεων του ΑσφΝ (ως προς την ασφάλιση βοήθειας βλ. Ι. Ρόκα, Δίκαιο ΙδΑσφ, αρ. περιθ. III 182, VII 367 επ.). Κατά μία άποψη, η δυνατότητα παροχής σε είδος αποκλίνει από τις γενικές αρχές της ασφάλισης (Γεωργακόπουλος, ΕγχΕμπΔ, τ. ΙΙ/2, σελ. 842, 846).
16 Ύστερα από τις τροποποιήσεις του ν. 4364/2016 στο άρθ. 1 παρ. 1 ΑσφΝ, επιχειρείται να «αντιστοιχισθεί» το είδος της υποχρέωσης του ασφαλιστή με τους επιμέρους κλάδους ασφαλίσεων κατά ζημιών και ζωής, τους οποίους προβλέπει η (εποπτικού δικαίου) νομοθεσία, ήτοι τα άρθ. 4 και 5 ν. 4364/2016. Έτσι, η παροχή ασφαλίσματος, για την οποία έγινε ήδη λόγος, αποτελεί το πρώτο (και κυριότερο) είδος υποχρέωσης του ασφαλιστή, το οποίο αντιστοιχείται με την επέλευση των περιστατικών που προβλέπονται στο άρθ. 4 και άρθ. 5 περ. α΄, β΄, γ΄ και δ΄ ν. 4364/2016. Τα περιστατικά αυτά καταλαμβάνουν όλες τις περιπτώσεις ασφαλίσεων κατά ζημιών (συμπεριλαμβανομένης της ασφάλισης αστικής ευθύνης και της ασφάλισης ατυχημάτων και ασθενειών), όπως και τις κυριότερες περιπτώσεις ασφάλισης ζωής (ασφαλίσεις επιβίωσης ή θανάτου, σωματικών βλαβών, ασφαλίσεις ζωής συνδεδεμένες με επενδύσεις κ.ά.) (ως προς τις κατηγοριοποιήσεις του ν. 4364/2016 βλ. αναλυτικά Ι. Ρόκα, Δίκαιο ΙδΑσφ, αρ. περιθ. VII 289, 382 επ.).
17 Από την άλλη πλευρά, σε ό,τι αφορά τους κλάδους ασφάλισης ζωής που περιλαμβάνονται στο άρθ. 5 περ. ε΄ ως και θ΄ ν. 4364/2016, ο νόμος χαρακτηρίζει το περιεχόμενο της υποχρέωσης του ασφαλιστή ως «εκτέλεση εργασιών» (αντί για «καταβολή παροχής (ασφαλίσματος)»). Η διάκριση αυτή συναντάται και στο άρθ. 5 ν. 4364/2016, στο εισαγωγικό εδάφιο του οποίου γίνεται διάκριση μεταξύ ασφαλιστικών εργασιών (περ. α΄ ως δ΄) και εργασιών διαχείρισης (περ. ε΄ ως και θ΄). Οι τελευταίες είναι, κυρίως, εργασίες κεφαλαιοποίησης, διαχείρισης συνταξιοδοτικών κεφαλαίων κ.ά. Στο βαθμό που οι εργασίες αυτές δεν έχουν το χαρακτηριστικό της μεταφοράς κινδύνου σε ασφαλιστή, δεν αποτελούν κατά κυριολεξία ασφάλιση, οι δε διατάξεις του ΑσφΝ δύνανται να εφαρμοστούν μόνο αναλογικά, εφόσον προσιδιάζουν στην εκάστοτε συμβατική σχέση (βλ. Ι. Ρόκα, Δίκαιο ΙδΑσφ, αρ. περιθ. VII 436 επ. και γενικότερα υπό Ι 86, ΙΙ 1· πρβλ. τον ίδιο, ΕΕμπΔ 2023, 945 επ.). Ο λόγος απαρίθμησης αυτών των εργασιών στο άρθ. 5 ν. 4364/2016 είναι για τις ανάγκες της κρατικής εποπτείας των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, καθώς οι τελευταίες δύνανται να αδειοδοτούνται για να ασκούν τις εν λόγω δραστηριότητες (βλ. και Ι. Ρόκα, Δίκαιο ΙδΑσφ, αρ. περιθ. VII 463, ΙΙ 127 σημ. 2). Εξ ου και η ως άνω διάκριση που εισήγαγε ο ν. 4364/2016 στο άρθ. 1 ΑσφΝ υφίσταται κριτική, καθώς η σημασία της εκδηλώνεται βασικά στο πλαίσιο της χορήγησης της άδειας λειτουργίας των ασφαλιστικών επιχειρήσεων (δηλ. στο επίπεδο του εποπτικού δικαίου) και όχι στο πλαίσιο του δικαίου της ασφαλιστικής σύμβασης, στο επίκεντρο του οποίου βρίσκεται η παροχή του ασφαλιστή,
Σελ. 14
η οποία αντιστοιχεί με ορισμένο κίνδυνο (βλ. Ι. Ρόκα, NoB 2015, 1874, 1875· Χατζηνικολάου-Αγγελίδου, ΙδΑσφΔ, αρ. περιθ. 90). Άλλωστε, οι κλάδοι ασφάλισης ζωής των περ. ε΄ ως και θ΄ του άρθ. 5 ν. 4364/2016 προβλέπονταν ως κλάδοι ασφάλισης ήδη πριν τον ν. 4364/2016 (βλ. άρθ. 13 περ. 2 V - IX ν.δ. 400/1970), χωρίς αυτό να επηρεάζει την έννοια της παροχής του ασφαλιστή στο δίκαιο της ασφαλιστικής σύμβασης.
ΙΙI. Νομικός χαρακτήρας της ασφαλιστικής σύμβασης
1. Θεωρίες για το αντικείμενο της παροχής του ασφαλιστή
18 Σχετικά με το αντικείμενο της παροχής του ασφαλιστή, έχουν αναπτυχθεί δύο θεωρίες, οι οποίες παίζουν καθοριστικό ρόλο για το νομικό χαρακτηρισμό της ασφαλιστικής σύμβασης. Σύμφωνα με τη θεωρία της ανάληψης του κινδύνου, η οποία είναι και η κρατούσα θεωρία, παροχή του ασφαλιστή είναι η ανάληψη του κινδύνου, το γεγονός δηλ. ότι προβαίνει σε όλες τις δέουσες ενέργειες (ίδρυση επιχείρησης, συγκέντρωση κεφαλαίων κτλ.) ώστε να είναι σε θέση να καταβάλει το ασφάλισμα όταν επέλθει ο κίνδυνος (για το περιεχόμενο της θεωρίας βλ. Κ. Ρόκα, Ιδιωτικόν Ασφαλιστικόν Δίκαιον, παρ. 17 IΙ 4· Κιάντο, ΑσφΔ, σελ. 6). Η σύμβαση, σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, διέρχεται δύο στάδια, ένα «στατικό», όταν ο ασφαλιστής παραμένει έτοιμος για την κάλυψη της οικονομικής ανάγκης που ενδεχομένως θα δημιουργηθεί, και ένα «δυναμικό», όταν πια επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση και ο ασφαλιστής καλείται να καταβάλει το ασφάλισμα (πρβλ. Αργυριάδη/Χατζηνικολάου-Αγγελίδου/Σκαλίδη, ΣτοιχΑσφΔ, σελ. 30· Χατζηνικολάου-Αγγελίδου, ΙδΑσφΔ, αρ. περιθ. 93).
19 Από την άλλη πλευρά, σύμφωνα με τη θεωρία της χρηματικής παροχής, το αντικείμενο της παροχής του ασφαλιστή είναι πάντα χρηματικής φύσεως, η καταβολή της χρηματικής παροχής όμως εξαρτάται από την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης (για το περιεχόμενο της θεωρίας βλ. Κ. Ρόκα, όπ.π., παρ. 17 IΙ 4· Κιάντο, ΑσφΔ, σελ. 3 επ.). Βασικό μειονέκτημα της θεωρίας αυτής θεωρείται η αδυναμία της να εξηγήσει επαρκώς τον αμφοτεροβαρή χαρακτήρα της ασφαλιστικής σύμβασης σε περίπτωση που δεν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση (βλ. όμως Κ. Ρόκα, όπ.π., παρ. 17 IΙ 4, κατά τον οποίο διατηρείται ο αμφοτεροβαρής χαρακτήρας της σύμβασης και με τη θεωρία αυτή).
20 Σύμφωνα με μία άποψη, ο ορισμός του άρθρου 1 παρ. 1 ΑσφΝ συνηγορεί υπέρ της υιοθέτησης της θεωρίας της χρηματικής παροχής (Αθανασιάδης, όπ.π., σελ. 90· βλ. και Κιάντο, ΑσφΔ, σελ. 4). Σκοπός του νομοθέτη του άρθρου 1 παρ. 1 ΑσφΝ, ωστόσο, μάλλον δεν ήταν να λάβει θέση υπέρ της μίας ή της άλλης θεωρίας, αλλά να περιγράψει με μία συνεπτυγμένη πρόταση τις βασικότερες υποχρεώσεις που έχουν τα μέρη, οι οποίες για τον μεν ασφαλιστή είναι η καταβολή του ασφαλίσματος, για τον δε λήπτη της ασφάλισης η καταβολή του ασφαλίστρου. Αυτονόητο είναι ότι υπάρχουν πολλές ακόμα υποχρεώσεις και βάρη του λήπτη της ασφάλισης, όπως και σειρά υποχρεώσεων του ασφαλιστή, ώστε να
Σελ. 15
είναι αυτός σε θέση να φέρει τον κίνδυνο. Όλες αυτές οι υποχρεώσεις δεν θα είχαν θέση σε ένα συνεπτυγμένο νομοθετικό ορισμό όπως του άρθρου 1 παρ. 1 ΑσφΝ.
21 Πέρα από τις παραπάνω θεωρίες, ορθώς επισημαίνεται ότι παροχή του ασφαλιστή δεν είναι μόνο η καταβολή του ασφαλίσματος όταν παραστεί η οικονομική ανάγκη, ούτε μόνο η διαρκής ετοιμότητα για την καταβολή του ασφαλίσματος, αλλά και η δημιουργία συγκροτημένης επιχείρησης με υποδομές (π.χ. υποκαταστήματα, υπηρεσίες πραγματογνωμόνων κτλ.) που βρίσκονται διαρκώς στη διάθεση των ασφαλισμένων (βλ. Κιάντο, ΑσφΔ, σελ. 7).
2. Η ασφαλιστική σύμβαση ως ενοχική σύμβαση
22 Από τα παραπάνω συνάγεται ότι πρώτιστο χαρακτηριστικό της ασφαλιστικής σύμβασης είναι ότι αποτελεί μια σύμβαση ενοχική, καθώς τα μέρη υποχρεώνονται σε παροχή (ΑΚ 287). Στη σύμβαση εφαρμόζονται οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα (Γενικές Αρχές, Γενικό Μέρος Ενοχικού Δικαίου), εκτός αν υπάρχει ειδική διάταξη στον ΑσφΝ ή σε άλλο ειδικό νόμο (βλ. Αργυριάδη/Χατζηνικολάου-Αγγελίδου/Σκαλίδη, ΣτοιχΑσφΔ, σελ. 29 επ.). Συνεπώς, δημιουργείται ενοχική αξίωση στα πρόσωπα των μερών, στο μεν ασφαλιστή να ζητήσει το ασφάλιστρο, στο δε λήπτη της ασφάλισης να ζητήσει την παροχή του ασφαλιστή (για το περιεχόμενο της οποίας αναφέρθηκε ήδη ότι υφίστανται δύο θεωρίες).
23 Σημαντικό χαρακτηριστικό είναι ο αμφοτεροβαρής χαρακτήρας της ασφαλιστικής σύμβασης, καθώς δημιουργούνται ενοχικές υποχρεώσεις και για τα δύο μέρη, και η ανάληψη υποχρέωσης από το ένα μέρος αντιστοιχεί στην υποχρέωση που ανέλαβε το άλλο μέρος (βλ. Απ. Γεωργιάδη, Ενοχικό Δίκαιο, Ειδικό Μέρος, τ. ΙΙ, 2007, παρ. 28, αρ. περιθ. 15· Ι. Ρόκα, Δίκαιο ΙδΑσφ, αρ. περιθ. ΙΙ 6). Ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ως αμφοτεροβαρούς δεν σημαίνει απαραίτητα την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του ΑΚ (άρθ. 374 επ.), στο βαθμό που εφαρμόζονται οι ειδικότερες διατάξεις του ΑσφΝ (πρβλ. Κ. Ρόκα, όπ.π., παρ. 18 I).
24 Όπως αναφέρθηκε, βάσει της κρατούσας θεωρίας της ανάληψης του κινδύνου, παροχή του ασφαλιστή είναι η ανάληψη του κινδύνου. Καθώς η παροχή αυτή υφίσταται σε όλη τη διάρκεια ισχύος της ασφαλιστικής σύμβασης, η ασφαλιστική σύμβαση χαρακτηρίζεται ως σύμβαση διαρκείας (βλ. Ι. Ρόκα, Δίκαιο ΙδΑσφ, αρ. περιθ. ΙΙ 8· Χατζηνικολάου-Αγγελίδου, ΙδΑσφΔ, αρ. περιθ. 95). Η παροχή του λήπτη της ασφάλισης, από την άλλη πλευρά, είναι στιγμιαία ή περιοδική, αναλόγως του πώς έχει συμφωνηθεί ο τρόπος καταβολής των ασφαλίστρων (βλ. Αργυριάδη/Χατζηνικολάου-Αγγελίδου/Σκαλίδη, ΣτοιχΑσφΔ, σελ. 31). Ορισμένα χαρακτηριστικά των διαρκών συμβάσεων, όπως το ότι η λύση της σύμβασης δεν ενεργεί κατά κανόνα αναδρομικά αλλά μόνο για το μέλλον, όπως και το ότι η λύση επέρχεται με καταγγελία και όχι υπαναχώρηση, επαληθεύονται γενικώς και στην ασφαλιστική σύμβαση (πρβλ. Κ. Ρόκα, όπ.π., παρ. 18 IΙ 4).
25 Περαιτέρω χαρακτηριστικά που αναφέρονται για την ασφαλιστική σύμβαση είναι ότι είναι σύμβαση επώνυμη (διότι ρυθμίζεται ειδικά στο νόμο), συναινετική (καθώς η συναίνεση
Σελ. 16
των μερών αρκεί για τη γέννηση της ενοχής, χωρίς να απαιτείται η καταβολή του ασφαλίστρου· βλ. Κ. Ρόκα, όπ.π., παρ. 18 IΙ 1· Αθανασιάδη, όπ.π., σελ. 72), επαχθής (καθώς είναι αμφοτεροβαρής), ενώ συχνά είναι και προσχωρητική (καθώς ο λήπτης της ασφάλισης δεν είναι σε θέση να διαπραγματευτεί τους όρους της· βλ. πιο κάτω, Αλ. Ρόκα, άρθ. 2, αρ. περιθ. 17). Η ασφαλιστική σύμβαση, επίσης, μπορεί να έχει χαρακτήρα σύμβασης υπέρ τρίτου (βλ. πιο κάτω, Χ. Χασάπη, άρθ. 9, αρ. περιθ. 6).
26 Σημειώνεται, τέλος, ότι, κατά μία άποψη, η ασφαλιστική σύμβαση είναι τυχηρή σύμβαση, καθώς η υποχρέωση του ασφαλιστή προς παροχή εξαρτάται από ένα τυχαίο περιστατικό, δηλ. την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης (Απ. Γεωργιάδης, όπ.π., παρ. 28, αρ. περιθ. 16· Μ. Σταθόπουλος, Γενικό Ενοχικό Δίκαιο, 5η έκδ., παρ. 14, αρ. περιθ. 29· Γεωργακόπουλος, όπ.π., σελ. 841). Σύμφωνα με την αντίθετη γνώμη, η οργάνωση της επιχείρησης και η στατιστική εκτίμηση των κινδύνων αποκλείουν τον τυχηρό χαρακτήρα της σύμβασης (Κ. Ρόκας, όπ.π., παρ. 18 IΙ 3· Ι. Ρόκας, Δίκαιο ΙδΑσφ, αρ. περιθ. Ι 87). Επιπλέον, αν δεχτούμε τη θεωρία της ανάληψης της υποχρέωσης, ο ασφαλιστής εκπληρώνει την παροχή του ακόμα και όταν δεν επέρχεται η ασφαλιστική περίπτωση.
3. Ο εμπορικός χαρακτήρας της ασφαλιστικής σύμβασης
27 Καθώς το άρθρο 3 του β.δ. 2/14 Μαΐου 1835 «περί της αρμοδιότητος των εμποροδικείων» περιλαμβάνει μόνο τη σύμβαση θαλάσσιας ασφάλισης στις εμπορικές πράξεις, δεδομένου ότι την εποχή εκείνη δεν ήταν διαδεδομένη η χερσαία ασφάλιση, γίνεται δεκτή η κατ’ αναλογία εφαρμογή της ρύθμισης και στη χερσαία ασφάλιση, όπως και στην αεροπορική (βλ. Γεωργακόπουλο, όπ.π., σελ. 845· Ι. Ρόκα, Δίκαιο ΙδΑσφ, αρ. περιθ. ΙΙ 10· Αργυριάδη/Χατζηνικολάου-Αγγελίδου/Σκαλίδη, ΣτοιχΑσφΔ, σελ. 32· Χατζηνικολάου-Αγγελίδου, ΙδΑσφΔ, αρ. περιθ. 97). Συνεπώς, η ασφαλιστική σύμβαση είναι εμπορική πράξη.
28 Η εμπορικότητα αυτή αφορά, ωστόσο, μόνο τον ασφαλιστή (Αργυριάδης/Χατζηνικολάου-Αγγελίδου/Σκαλίδης, ΣτοιχΑσφΔ, σελ. 32). Δεδομένου, βεβαίως, ότι ο ασφαλιστής είναι ανώνυμη εταιρία και συνεπώς έμπορος κατά το τυπικό σύστημα, η πρακτική σημασία της εμπορικότητας της ασφαλιστικής σύμβασης έγκειται στο ότι προσδίδει εμπορικότητα σε άλλες πράξεις που βρίσκονται σε σχέση εξάρτησης με αυτήν (έτσι Ι. Ρόκας, Δίκαιο ΙδΑσφ, αρ. περιθ. ΙΙ 10).
29 Σε ό,τι αφορά τον λήπτη της ασφάλισης, η ασφαλιστική σύμβαση δεν είναι εμπορική πράξη όταν αυτός ενεργεί ως ιδιώτης καταναλωτής (π.χ. ασφάλιση ευθύνης αυτοκινήτου Ι.Χ.). Αν, όμως, η σύμβαση συνδέεται με κάποια εμπορική πράξη ή με την εμπορική ιδιότητα αυτού που την ενεργεί, καθίσταται παράγωγα (εξ αντικειμένου ή εξ υποκειμένου, αντίστοιχα) εμπορική (βλ. Ι. Ρόκα, Δίκαιο ΙδΑσφ, αρ. περιθ. ΙΙ 9· Σινανιώτη-Μαρούδη, ΑσφΔ, σελ. 47). Θα πρόκειται, για παράδειγμα, για επαγγελματικές ή βιομηχανικές ασφαλίσεις. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η ασφαλιστική σύμβαση θα είναι και για τα δύο αντισυμβαλλόμενα μέρη εμπορική (αμφιμερώς εμπορική πράξη).
Σελ. 17
ΙV. Στοιχεία της ασφαλιστικής σύμβασης
30 Προκειμένου να καταρτισθεί οποιαδήποτε σύμβαση, πρέπει να έχει επέλθει συμφωνία σε όλα τα ουσιώδη στοιχεία της. Αυτόν τον κανόνα επαναλαμβάνει το άρθρο 2 παρ. 3 εδ. α΄ (βλ. πιο κάτω, Αλ. Ρόκα, άρθ. 2, αρ. περιθ. 5 και 14). Ως γνωστόν, τα ουσιώδη στοιχεία (essentialia negotii) οριοθετούν ορισμένο τύπο δικαιοπραξίας από τους υπόλοιπους τύπους δικαιοπραξιών. Μάλιστα, άνευ αυτών η δικαιοπραξία θεωρείται είτε ανυπόστατη είτε ότι υπάγεται σε κάποιο άλλο τύπο δικαιοπραξίας (βλ. Απ. Γεωργιάδη, Γεν. Αρχές Αστικού Δικαίου, 4η έκδ., 2012, παρ. 28, αρ. περιθ. 14).
31 Σε ό,τι αφορά την ασφαλιστική σύμβαση, η απαρίθμηση των ουσιωδών στοιχείων, χωρίς τα οποία δεν μπορεί να υπάρξει ασφαλιστική σύμβαση, περιέχεται στο άρθρο 1 παρ. 2 (βλ. και ΑΠ 242/2011, ΕΕμπΔ 2011, 623, 625). Πρόκειται για τα εξής:
32 i) Στοιχεία των συμβαλλομένων, δηλ. του ασφαλιστή και του λήπτη της ασφάλισης. Πρέπει, σύμφωνα με τη ρύθμιση, να αναφέρεται και το πρόσωπο του δικαιούχου του ασφαλίσματος, αν είναι τρίτο πρόσωπο (εκτός αν, ασφαλώς, το ασφαλιστήριο έχει εκδοθεί στον κομιστή ή για λογαριασμό όποιου ανήκει· βλ. Ι. Ρόκα, Δίκαιο ΙδΑσφ, αρ. περιθ. ΙΙ 353). Στην ασφάλιση ζωής, όπου ο λήπτης της ασφάλισης, ο ασφαλισμένος και ο δικαιούχος του ασφαλίσματος ενδέχεται να διαφέρουν, αυτονόητο είναι ότι η σύμβαση πρέπει να αναφέρει και τον ασφαλισμένο (όπως θα αναφερθεί παρακάτω, ο νόμος αναφέρει ρητά το πρόσωπο που σχετίζεται με την επέλευση του κινδύνου ως ένα από τα στοιχεία της σύμβασης).
33 ii) Διάρκεια ισχύος της ασφαλιστικής σύμβασης. Πριν την τροποποίηση του άρθ. 1 ΑσφΝ από τον ν. 4364/2016, γινόταν λόγος για την «διάρκεια της ασφαλιστικής κάλυψης», οπότε ήταν σαφές ότι στοιχείο της ασφαλιστικής σύμβασης είναι το χρονικό διάστημα στο οποίο συμφωνήθηκε ότι ο ασφαλιστής θα φέρει τον κίνδυνο (πρόκειται για την ουσιαστική διάρκεια της σύμβασης, βλ. σχετικά Ι. Ρόκα, Δίκαιο ΙδΑσφ, αρ. περιθ. ΙΙ 263). Η νεότερη διατύπωση του νόμου («διάρκεια ισχύος της ασφαλιστικής σύμβασης») δημιουργεί το ερώτημα, αν εδώ νοείται η τυπική ή η ουσιαστική διάρκεια της ασφαλιστικής σύμβασης (για την εν λόγω διάκριση βλ. ενδεικτικά, πιο κάτω, Ελευθεριάδη, άρθ. 8, αρ. περιθ. 2). Το μεν χρονικό σημείο σύναψης της σύμβασης (οπότε ξεκινάει η τυπική ή συμβατική διάρκεια της σύμβασης) είναι σε κάθε περίπτωση αναγκαίο στοιχείο αυτής, αυτό δε προκύπτει και από το άρθ. 2 παρ. 3 εδ. α΄, κατά το οποίο το ασφαλιστήριο πρέπει να φέρει ημερομηνία έκδοσης. Ωστόσο, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι η έννοια της «διάρκειας ισχύος της ασφαλιστικής σύμβασης» περιλαμβάνει και την ουσιαστική διάρκεια της σύμβασης, τη διάρκεια δηλ. για την οποία συμφωνήθηκε ότι ο ασφαλιστής θα καλύπτει τον ασφαλιστικό κίνδυνο. Τέλος, σε ό,τι αφορά το πέρας της ασφαλιστικής σύμβασης, θα αναλυθεί σε άλλο σημείο ότι η σύμβαση μπορεί να είναι ορισμένης ή αόριστης διάρκειας (βλ. πιο κάτω, Ελευθεριάδη, άρθ. 8, αρ. περιθ. 3). Με την πάροδο του συμβατικού χρόνου ισχύος της σύμβασης, παύει και η ασφαλιστική κάλυψη (βλ. Χατζηνικολάου-Αγγελί-
Σελ. 18
δου, ΙδΑσφΔ, αρ. περιθ. 257 επ.). Συνοψίζοντας, στοιχεία της ασφαλιστικής σύμβασης είναι ο χρόνος κατάρτισης, ο χρόνος κατά τον οποίο συμφωνείται η έναρξη της κάλυψης, όπως και η διάρκεια της σύμβασης (ορισμένου ή αορίστου χρόνου).
34 iii) Πρόσωπο ή αντικείμενο και χρηματική αξία του ή περιουσία που απειλούνται ή σχετίζονται με την επέλευση του κινδύνου. Με τη διατύπωση αυτή ο νόμος περικλείει τόσο την ασφάλιση κατά ζημιών όσο και την ασφάλιση προσώπων. Στη μεν ασφάλιση κατά ζημιών πρέπει να αναφέρεται το ασφαλιζόμενο αντικείμενο, δηλ. το αντικείμενο του ασφαλιστικού συμφέροντος. Περαιτέρω, αναφέρεται η χρηματική αξία του αντικειμένου, δηλ. η ασφαλιστική αξία (για την οποία βλ. πιο κάτω, Γ. Ψαρουδάκη, άρθ. 11, αρ. περιθ. 9 επ. καθώς και Αχ. Μπεχλιβάνη, άρθ. 17, αρ. περιθ. 3 επ.). Εξαίρεση αποτελεί η ανοικτή ασφάλιση, όπου το είδος των ασφαλισμένων πραγμάτων και οι ασφαλιστικές αξίες δηλώνονται μεταγενέστερα (βλ., επίσης στο παρόν, Γ. Θεοχαρίδη, άρθ. 18, αρ. περιθ. 4 επ.). Στην ασφάλιση προσώπων, θα πρέπει να αναφέρεται το καλυπτόμενο πρόσωπο. Ύστερα από τις τροποποιήσεις που επέφερε ο ν. 4364/2016, το εν λόγω υπό iii) στοιχείο περιορίζεται στις ασφαλίσεις του άρθ. 4 και άρθ. 5 περ. α΄, β΄, γ΄ και δ΄ ν. 4364/2016, δεδομένου ότι στις λοιπές περιπτώσεις δεν υπάρχει το χαρακτηριστικό της μεταφοράς κινδύνου, σε σχέση με ορισμένο πρόσωπο ή αντικείμενο, αλλά πρόκειται για «εργασίες» (βλ. παραπ. υπό 17).
35 iv) Είδος των κινδύνων, ή εκτελούμενες εργασίες, τις οποίες αναλαμβάνει ο ασφαλιστής. Σε ό,τι αφορά τους κινδύνους: Πρόκειται για τους ασφαλιστικούς κινδύνους, για τους οποίους αναφέρθηκε ήδη ότι είναι οι κίνδυνοι που συμφωνήθηκε να καλύπτονται με την ασφαλιστική σύμβαση (βλ. πιο πάνω, αρ. περιθ. 6). Σημειώνεται ότι στο άρθ. 1 παρ. 2, ύστερα από τις τροποποιήσεις που επέφερε ο ν. 4364/2016, δεν τίθεται πλέον η έννοια των «ασφαλιστικών κινδύνων» εντός παρενθέσεως, δίνοντας την εντύπωση ότι δεν πρόκειται για τεχνικό όρο του ΑσφΝ. Παρά ταύτα, είναι σαφές ότι πρόκειται για τεχνικό όρο, που χρησιμοποιείται σε διάφορα σημεία (π.χ. άρθ. 5 παρ. 1, 11 παρ. 4), ενίοτε χωρίς των επιθετικό προσδιορισμό «ασφαλιστικοί» (π.χ. άρθ. 7 παρ. 1, 20 παρ. 2).
36 Περαιτέρω, σχετικά με τους ασφαλιστικούς κινδύνους, αξίζει να σημειωθεί ότι στη χερσαία ασφάλιση ο κανόνας είναι ότι πρέπει να καθορίζονται ειδικά οι ασφαλιζόμενοι κίνδυνοι, σε αντίθεση με τη θαλάσσια και την αεροπορική ασφάλιση, όπου ισχύει το σύστημα της καθολικότητας των ασφαλιστικών κινδύνων, ασφαλίζονται δηλ. όλοι οι κίνδυνοι που έχουν σχέση με το θαλάσσιο ή αεροπορικό ταξίδι αντίστοιχα (βλ. Χατζηνικολάου-Αγγελίδου, ΙδΑσφΔ, αρ. περιθ. 66). Μία ακόμα εξαίρεση είναι η χερσαία ασφάλιση μεταφοράς πραγμάτων, όπου η ειδικότερη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 (βλ. και πιο κάτω, Τσαβδαρίδη/Πανίτσα, άρθ. 20, αρ. περιθ. 11) ορίζει ότι καλύπτεται κάθε κίνδυνος που έχει σχέση με τη μεταφορά πραγμάτων, εκτός από αυτούς που ρητά συμφωνήθηκε ότι εξαιρούνται. Στο βαθμό αυτό, δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω η διάταξη του άρθ. 1 παρ. 2, που επιτάσσει τον προσδιορισμό του είδους των ασφαλιστικών κινδύνων.
Σελ. 19
37 Ύστερα από τις τροποποιήσεις που επέφερε ο ν. 4364/2016, προστέθηκαν διαζευκτικά οι «εκτελούμενες εργασίες». Είναι φανερό, βάσει της προηγηθείσας ανάλυσης, ότι το μεν «είδος των κινδύνων» αφορά τις ασφαλίσεις του άρθ. 4 και άρθ. 5 περ. α΄, β΄, γ΄ και δ΄ ν. 4364/2016, ενώ οι λοιποί κλάδοι ασφάλισης του άρθ. 5 εμπίπτουν στην έννοια των «εργασιών» (βλ. παραπ. υπό 17).
38 v) Aσφαλιστικό ποσό. Πρόκειται για το ανώτατο όριο ευθύνης του ασφαλιστή, στο οποίο ενδέχεται να συμφωνήσουν τα μέρη (γι’ αυτό και η ρύθμιση κάνει λόγο για «τυχόν» ασφαλιστικό ποσό). Στην ασφάλιση κατά ζημιών, αν δεν συμφωνήθηκε ασφαλιστικό ποσό, ανώτατο όριο ευθύνης του ασφαλιστή είναι η έκταση της ασφαλιστικής ζημίας (βλ. στο παρόν, Ψαρουδάκη, άρθ. 11, αρ. περιθ. 39). Ακόμη, στην ασφάλιση αστικής ευθύνης έχει γίνει δεκτό ότι αν δεν αναγράφεται το ασφαλιστικό ποσό τεκμαίρεται συμφωνία απεριόριστης, ως προς το ύψος, κάλυψης (ΑΠ 1683/1984, ΕλλΔνη 1985, 650⋅ βλ. σχετικά Ι. Ρόκα, Δίκαιο ΙδΑσφ, αρ. περιθ. ΙΙ 353). Στην ασφάλιση ποσού (βλ. άρθ. 27 παρ. 1), ο όρος «ασφαλιστικό ποσό» ταυτίζεται με το σταθερό ποσό που έχει συμφωνηθεί να καταβάλει ο ασφαλιστής σε περίπτωση επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης (βλ. σχετικά Ι. Ρόκα, Δίκαιο ΙδΑσφ, αρ. περιθ. ΙΙ 304).
39 vi) Εάν έχουν συμφωνηθεί, εξαιρέσεις κάλυψης πέραν αυτών που προβλέπει το άρθρο 13 παρ. 1 και 2 καθώς και το άρθρο 27 παρ. 2 («νόμιμες εξαιρέσεις κάλυψης»). Πρόκειται, λοιπόν, για περιπτώσεις συμβατικής διεύρυνσης των εξαιρέσεων κάλυψης, για τις οποίες υπάρχει ειδική πρόβλεψη στο άρθρο 13 παρ. 3 (βλ. πιο κάτω, Ψαρουδάκη, άρθ. 13, αρ. περιθ. 7).
40 vii) Ασφάλιστρο. Βλ. πιο πάνω αρ. περιθ. 11. Ο ν. 4364/2016 προσέθεσε τις λέξεις «το εφάπαξ ή το αρχικό», πριν τη λέξη ασφάλιστρο, σε αντιστοιχία, προφανώς, με τους δυνατούς τρόπους καταβολής του ασφαλίστρου (βλ. άρθ. 6 παρ. 1).
41 viii) Εφαρμοστέο δίκαιο (αν δεν είναι το ελληνικό). Με βάση το σκεπτικό που αναφέρθηκε αμέσως παραπάνω, στις εξαιρέσεις κάλυψης, η ρύθμιση για το εφαρμοστέο δίκαιο θεωρείται επουσιώδες στοιχείο της σύμβασης. Σημειώνεται ότι το εφαρμοστέο δίκαιο εντάσσεται στις πληροφορίες που πρέπει να παραδίδονται στο λήπτη της ασφάλισης βάσει του άρθρου 2 παρ. 6 (βλ. πιο κάτω, Αλ. Ρόκα, άρθ. 2, αρ. περιθ. 49). Για τις ιδιωτικού διεθνούς δικαίου πτυχές της ασφαλιστικής σύμβασης βλ. στη συνέχεια της ερμηνείας του παρόντος άρθρου, Τσαβδαρίδη, άρθρο 1, Ζητήματα ιδιωτικού διεθνούς δικαίου στις ασφαλιστικές συμβάσεις, αρ. περιθ. 48 επ.· Ι. Ρόκα, Δίκαιο ΙδΑσφ, αρ. περιθ. ΙΙ 57 επ.
V. Προσωρινή ασφαλιστική σύμβαση
42 Μέχρι την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων μεταξύ υποψήφιου λήπτη της ασφάλισης και ασφαλιστή ενδέχεται να μεσολαβεί ένα χρονικό διάστημα, συνήθως ολίγων εβδομάδων, λ.χ. για την αποτίμηση του κινδύνου από τον ασφαλιστή. Έτσι, προκειμένου ο αιτών την ασφάλιση να μην μείνει ακάλυπτος στο μεσοδιάστημα αυτό, υπάρχει η δυνατότητα
Σελ. 20
σύναψης προσωρινής ασφαλιστικής σύμβασης (βλ. Ι. Ρόκα, Δίκαιο ΙδΑσφ, αρ. περιθ. ΙΙ 261 επ.· Χατζηνικολάου-Αγγελίδου, ΙδΑσφΔ, αρ. περιθ. 204 επ.· την ίδια, Ασφαλιστική σύμβαση προσωρινής κάλυψης, σε: Νομικά θέματα αστικής ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα, 2004, 65 επ.· Κ. Ρόκα, όπ.π., παρ. 20· Κιάντο, ΑσφΔ, σελ. 76 επ.). Η δυνατότητα αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική για τους αιτούντες που επείγονται για άμεση ασφαλιστική κάλυψη, π.χ. για επαγγελματικούς λόγους ή για λόγους υγείας.
43Με το άρθ. 278 παρ. 7 ν. 4364/2016, όμως, καταργήθηκε η σχετική νομοθετική πρόβλεψη (άρθ. 1 παρ. 3, ως είχε), πιθανώς από αβλεψία (βλ. Ι. Ρόκα, NoB 2015, 1874, 1876). Παρά την κατάργηση της σχετικής πρόβλεψης του νόμου, η δυνατότητα σύναψης προσωρινής ασφαλιστικής σύμβασης παραμένει, αφενός λόγω της ελευθερίας των συμβάσεων, αφετέρου λόγω της διατήρησης της πρόβλεψης για έκδοση εγγράφου προσωρινής κάλυψης, σε περίπτωση που συμφωνήθηκε προσωρινή κάλυψη, στο άρθ. 2 παρ. 2 (βλ. και άρθ. 2 παρ. 3 εδ. α΄) (υπέρ της διατήρησης της δυνατότητας σύναψης προσωρινής ασφαλιστικής σύμβασης και Ι. Ρόκας, Δίκαιο ΙδΑσφ, αρ. περιθ. ΙΙ 262· Χατζηνικολάου-Αγγελίδου, ΙδΑσφΔ, αρ. περιθ. 204· Μπεχλιβάνης/Τζίβα, Δίκαιο Εμπορικών Δικαιοπραξιών, σελ. 293).
44 Η προσωρινή ασφαλιστική σύμβαση είναι μία ξεχωριστή σύμβαση, η οποία συνάπτεται ανεξάρτητα από τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης (Χατζηνικολάου-Αγγελίδου, ΙδΑσφΔ, αρ. περιθ. 204· Κιάντος, ΑσφΔ, σελ. 77· Ι. Ρόκας, Δίκαιο ΙδΑσφ, αρ. περιθ. ΙΙ 261· Κ. Ρόκας, όπ.π., παρ. 20 Ι 2· Χατζηνικολάου-Αγγελίδου/Γιοβαννόπουλος, ΕΕμπΔ 2020, 760, 763· πρβλ. ΑΠ 890/1997, ΕΕμπΔ 1997, 745· ΠΠρΑθ 147/1999, ΕπιΔικΙΑ 2003, 218, 219). Η προσωρινή ασφαλιστική σύμβαση παράγει κατ’ αρχήν τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις, όπως η «κανονική» ασφαλιστική σύμβαση (βλ. Ι. Ρόκα, παρατ. στην ΑΠ 1169/2009, ΕΕμπΔ 2010, 650, 651· Μπεχλιβάνη/Τζίβα, Δίκαιο Εμπορικών Δικαιοπραξιών, σελ. 293· βλ. και παράδειγμα μη τήρησης ασφαλιστικού βάρους σε ΑΠ 1390/2012, ΕΕμπΔ 2013, 651). Για την προσωρινή ασφαλιστική σύμβαση, εξάλλου, εκδίδεται ειδικό έγγραφο, το έγγραφο προσωρινής κάλυψης (για το οποίο βλ. και πιο κάτω, Αλ. Ρόκα, άρθ. 2, αρ. περιθ. 14 επ.). Για την κατάρτιση της σύμβασης, εκτός από την υποβολή της οικείας αίτησης ασφάλισης από τον αιτούντα, πρέπει να εκδηλωθεί και η αποδοχή του ασφαλιστή (ΑΠ 1092/2011, Νόμος· ΕφΑθ 865/2010, ΕπιΔικΙΑ 2011, 443, 448), λ.χ. με την αποστολή του εγγράφου προσωρινής κάλυψης ή του σημειώματος προσωρινής κάλυψης (το άρθ. 6α κ.ν. 489/1976 έκανε λόγο για «ειδικό σήμα», όμως η διάταξη αυτή, σχετική με την ασφάλιση αστικής ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα, καταργήθηκε) ή, ακόμα, της απόδειξης καταβολής ασφαλίστρων (ΑΠ 1026/2017, Νόμος· ΑΠ 675/2017, Νόμος· ΑΠ 938/2008, ΕπιΔικΙΑ 2009, 171, 172· ΑΠ 1081/2002, ΕπιΔικΙΑ 2003, 41).
45 Η προσωρινή ασφαλιστική σύμβαση διαφέρει από την οριστική σύμβαση ως προς τούτο, ότι η τελευταία περιέχει μια πλήρη περιγραφή των ουσιωδών στοιχείων της σύμβασης, ιδίως των ασφαλιζόμενων κινδύνων, ενώ η πρώτη ενδέχεται να έχει ορισμένα κενά, καθώς ο ασφαλιστής δεν έχει ακόμα αποτιμήσει πλήρως τον κίνδυνο (Χατζηνικολάου-Αγγελίδου, ΙδΑσφΔ, αρ. περιθ. 205· η ίδια, Ασφαλιστική σύμβαση προσωρινής κάλυψης, όπ.π., 65, 70, 73).

