ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΤΑΙΡΙΚΗ ΚΙΝΗΤΙΚΟΤΗΤΑ

Διεθνής και ενωσιακή διάσταση υπό το πρίσμα του ιδιωτικού διεθνούς και του διεθνούς φορολογικού δικαίου
 

από 50,15 €

Έως 109,15 €

Συνδυάστε Βιβλίο (έντυπο) + e-book και κερδίστε 20.15€
Δωρεάν μεταφορικά σε όλη την Ελλάδα για αγορές άνω των 30€

Πληρώστε σε έως άτοκες δόσεις των /μήνα με πιστωτική κάρτα.

Σε απόθεμα

Τιμή: 50,15 €

* Απαιτούμενα πεδία

Κωδικός Προϊόντος: 21316
Ζουμπούλης Χ.
Παμπούκης Χ., Φορτσάκης Θ.
  • Έκδοση: 2026
  • Σχήμα: 17x24
  • Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
  • Σελίδες: 464
  • ISBN: 978-618-08-0876-6
Ποιες είναι οι νομικές και φορολογικές συνέπειες της διασυνοριακής μεταφοράς έδρας μιας εταιρείας, εντός ή εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και των πράξεων διασυνοριακού μετασχηματισμού αντίστοιχης εμβέλειας, σε επίπεδο ομίλου επιχειρήσεων - συγχώνευση, διάσπαση, μερική διάσπαση και εισφορά κλάδου;
Ποια τα νομικά και φορολογικά εμπόδια στις πράξεις διασυνοριακής εξαγοράς και απόκτησης ελέγχου;
Ποιο είναι το νομικό και το φορολογικό πλαίσιο εντός του οποίου λαμβάνει χώρα η διεθνής και η ενωσιακή εταιρική κινητικότητα και πώς αλληλεπιδρούν στην πράξη οι διαφορετικές εθνικές έννομες τάξεις, οι συμβάσεις αποφυγής διπλής φορολόγησης (ΣΑΔΦ), οι Κανονισμοί, οι Οδηγίες και το πρωτογενές δίκαιο της Ένωσης και η νομολογία του ΔΕΕ;  
Μπορεί το ιδιαίτερα πολύπλοκο αυτό φαινόμενο να αποτελέσει, μεθοδολογικά, τη βάση συγκρότησης ενός νέου, υβριδικού δικαιϊκού κλάδου;
Το παρόν έργο προσεγγίζει τη διεθνή και ενωσιακή εταιρική κινητικότητα όχι ως απλή τεχνική νομική διαδικασία, αλλά ως σύνθετο κανονιστικό φαινόμενο, το οποίο αναλύεται με βάση τη θεωρία της πολυπλοκότητας υπό το πρίσμα του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου και του διεθνούς φορολογικού (και φορολογικού διεθνούς) δικαίου. Μέσα από μια διεπιστημονική και συστημική ανάγνωση, εξετάζεται το δίκαιο της εταιρικής κινητικότητας στην τομή μεταξύ κρατικής κυριαρχίας, ελευθερίας εγκατάστασης, φορολογικής δικαιοσύνης και θεσμικής ευελιξίας. Απευθύνεται σε νομικούς, φοροτεχνικούς, συμβούλους επιχειρήσεων, ακαδημαϊκούς και φοιτητές που επιθυμούν να κατανοήσουν σε βάθος το κανονιστικό και θεσμικό υπόστρωμα των στρατηγικών διασυνοριακής δράσης των επιχειρήσεων στην Ευρώπη και διεθνώς.

ΠρOλογος VII

ΠρOλογος ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ XV

ΓΕΝΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ 1

Γενικό Μέρος

Η ΔιεθνΗς κινητικΟτητα των εταιρειΩν 5

τΙτλος ΠρΩτος

ΠρολεγΟμενα στη διεθνΗ εταιρικΗ κινητικΟτητα 7

ΚεφAλαιο 1

Ο θεμελιακΟς δεσμΟς μεταξΥ του νομικοΥ προσΩπου
και του κρΑτους 9

Ι. Η ιθαγένεια των νομικών προσώπων - Το δίκαιο της διεθνούς εταιρικής
κινητικότητας στη διασταύρωση του ιδιωτικού (διεθνούς) δικαίου και
του δημόσιου (διεθνούς) δικαίου 9

Α. Η ιθαγένεια διαχρονικά 10

Β. Ολιστική σύνδεση: η νομικo-πολιτική και οικονομική κατάσταση
του νομικού προσώπου 13

ΙΙ. Η μέθοδος της αναγνώρισης στο διεθνές εταιρικό δίκαιο 16

Α. Η κανονιστική αρμοδιότητα του κράτους σύστασης 17

Β. Η μέθοδος αναγνώρισης στη νομολογία 21

§1 Θεωρία της ίδρυσης και μέθοδος αναγνώρισης 22

§2 Η αναγνώριση των νομικών προσώπων και η έννοια
της καταστρατήγησης στις χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης 25

α) Γαλλία 27

β) Γερμανία 32

γ) Ελλάς 36

δ) Λοιπά κράτη της ηπειρωτικής Ευρώπης 44

ΚεφΑλαιο 2

Το περιεχΟμενο του θεμελιακοΥ δεσμοΥ 45

Ι. Νομική υπαγωγή των νομικών προσώπων 46

ΙΙ. Οικονομική υπαγωγή 50

Α. Η νομική κατάσταση των αλλοδαπών νομικών προσώπων και η αδιαίρετη έννοια
της ιθαγένειας 51

Β. Η εξέλιξη των εθνικών φορολογικών συστημάτων κατά τον 20ο και 21ο αι.
και η έννοια της φορολογικής κατοικίας 58

ΙΙΙ. Πολιτική υπαγωγή 72

ΣυμπΕρασμα του πρΩτου τΙτλου 73

ΤΙτλος 2

Η εταιρικΗ κινητικΟτητα στον 21ο αιΩνα 75

ΚεφΑλαιο 1

ΝομικΑ εμπΟδια 77

Ι. Προβλήματα κοινά σε όλες τις πράξεις διασυνοριακού μετασχηματισμού λόγω
της υπαγωγής τους στη μέθοδο του κανόνα σύγκρουσης 77

Α. Η απουσία κανόνων σύγκρουσης στις εθνικές νομοθεσίες 78

Β. Απουσία σύγκλισης των εσωτερικών νομοθεσιών και εξομοίωση με τη διασυνοριακή μεταφορά της έδρας 80

§1 Το πρόβλημα της απόκλισης των εθνικών νομοθεσιών σχετικά με
τις συγχωνεύσεις και τις ολικές διασπάσεις 81

§2 Το πρόβληµα της αµοιβαίας αναγνώρισης της διασυνοριακής μετατροπής,
της µερικής διάσπασης και της µερικής εισφοράς περιουσιακών στοιχείων 87

ΙΙ. Η σύγκρουση κανόνων αμέσου εφαρμογής (lois de police) ως πηγή εμποδίων
στην υλοποίηση διασυνοριακών πράξεων εξαγοράς και απόκτησης ελέγχου 94

Α. Η σωρευτική εφαρμογή των κανόνων αμέσου εφαρμογής παρεμποδίζει την απόκτηση ελέγχου επί εισηγμένων εταιριών ή την απόκτηση ελέγχου στο πλαίσιο πράξης συγκέντρωσης επιχειρήσεων 101

Β. Η ανεπάρκεια της μεθόδου της εξασθενημένης δράσης (effet atténué) των κανόνων αμέσου εφαρμογής 102

ΚεφΑλαιο 2

ΦορολογικΑ εμπΟδια 105

Ι. Φορολογικές στρεβλώσεις στις άμεσες διεθνείς επενδύσεις 105

Α. Τα κόστη συμμόρφωσης προς τη φορολογική νομοθεσία του κράτους υποδοχής 107

Β. Φόροι μετανάστευσης 108

Γ. Διακρίσεις που σχετίζονται με την εγκατάσταση της φορολογικής κατοικίας σε άλλο κράτος 111

Δ. Το πανταχού παρόν πρόβλημα της νομικής (ή οικονομικής) διπλής - ή και μη - φορολόγησης 112

Ε. Διασυνοριακός συμψηφισμός ζημιών 113

ΣΤ. Τα κρατικά μέτρα κατά των καταχρηστικών πρακτικών 114

§1 Κανόνες τιμολόγησης ενδοομιλικών συναλλαγών και η αρχή
των ίσων αποστάσεων 115

§2 Μέτρα για τις ελεγχόμενες αλλοδαπές εταιρείες (Control Foreign Companies
ή CFC rules) 116

§3 Εθνικοί κανόνες κατά της υποκεφαλαιοδότησης 120

ΙΙ. Φορολογικά εμπόδια στη διεθνή εταιρική κινητικότητα 123

Α. Φορολογικά εμπόδια στη διασυνοριακή μεταφορά φορολογικής κατοικίας 123

Β. Φορολογικά εμπόδια στους διασυνοριακούς μετασχηματισμούς 126

§1 Φορολογικά εμπόδια που σχετίζονται με τη φορολόγηση των επιμέρους
σταδίων κάθε πράξης 127

α) Φορολόγηση των λανθανουσών υπεραξιών 127

β) Η αναπροσαρμογή της αξίας των περιουσιακών στοιχείων της απορροφώμενης εταιρείας 128

γ) Φόροι μεταβίβασης 133

§2 Άλλες φορολογικές πτυχές των διασυνοριακών μετασχηματισμών και των διασυνοριακών εξαγορών 134

α) Η έκπτωση των φορολογικά μεταφερόμενων ζημιών 134

β) Η έκπτωση των δαπανών 137

γ) Φορολόγηση των μερισμάτων 140

δ) Η διαφορά στα φορολογικά καθεστώτα ως προς τη φορολόγηση
των κεφαλαιακών υπεραξιών 140

ΣυμπΕρασμα του ΤΙτλου 2 143

ΣυμπΕρασμα του γενικοΥ μΕρους 145

Ειδικό μέρος

Η κινητικΟτητα των εταιρεΙΩν
στον ενιαΙο ευρωπαϊκΟ χΩρο 147

Τίτλος πρΩτος

ΔομικΑ στοιχεΙα του νΕου ενωσιακοΥ μοντΕλου
εταιρικΗς κινητικΟτητας 149

ΚεφΑλαιο 1

Το ανταγωνιστικΟ παρΑδειγμα και η αμερικανικΗ προσΕγγιση
στην αναγνΩριση, το εφαρμοστΕο δΙκαιο και
τη φορολογΙα των εταιρειΩν 151

ΚεφΑλαιο 2

Η αρχΗ της αμοιβαΙας αναγνΩρισης στο πεδΙο της ελευθερΙας εγκατΑστασης των νομικΩν προσΩπων 155

ΚεφΑλαιο 3

Η εμφΑνιση ενΟς νΕου μοντΕλου Αμεσης φορολογΙας
των εταιρειΩν 163

Ι. Τα θεμελιώδη στοιχεία του ισχύοντος συστήματος υπό το πρίσμα του ενωσιακού δικαίου 163

Α. Άμεσες και έμμεσες διακρίσεις και αποδυνάμωση της έννοιας της φορολογικής
κατοικίας 164

Β. Ασυμβατότητα με το ενωσιακό δίκαιο των αντισταθμιστικών φόρων (μέθοδος
πίστωσης και εθνικές νομοθεσίες για τις Ελεγχόμενες Αλλοδαπές Εταιρείες) και
του κριτηρίου της έδρας της πραγματικής διοίκησης για τον καθορισμό
της φορολογικής κατοικίας 170

Γ. Οι καθολικές λύσεις 175

ΚεφΑλαιο 4

ΑποδυνΑμωση της επιτακτικΟτητας των κρατικΩν κανΟνων 181

Ι. Η έννοια της κατάχρησης δικαιώματος και ο έλεγχος της συμβατότητας
των εθνικών διατάξεων με το ενωσιακό δίκαιο 181

ΙΙ. Η αποδυνάμωση των εννοιών της καταστρατήγησης και της κατάχρησης
δικαιώματος στο νομικό και φορολογικό πεδίο 190

ΣυμπερΑσμα του πρΩτου τΙτλου 196

ΤΙτλος 2

Το νομικΟ και φορολογικΟ πλαΙσιο για την ενωσιακΗ
εταιρικΗ κινητικΟτητα 197

ΚεφΑλαιο 1

Η ΔιασυνοριακΗ μεταφορΑ Εδρας και φορολογικΗς κατοικΙας
εντΟς της Ενωσης 199

Ι. Νομική διάσταση της πρωτογενούς ελευθερίας εγκατάστασης: ενδοενωσιακή
μετατροπή 200

Α. Διασυνοριακή μεταφορά της πραγματικής έδρας 202

§1 Οι αποφάσεις Centros και Überseering 202

§2 Cartesio 203

Β. Μεταφορά καταστατικής έδρας (διασυνοριακή μετατροπή) 206

§1 Πτυχές της πράξης διασυνοριακής μετατροπής που αναδείχθηκαν από
το Δικαστήριο 207

α) Vale Epitési (εισερχόμενη εταιρική μετανάστευση): συνέχεια νομικής
προσωπικότητας και καθολική διαδοχή της περιουσίας της εταιρείας 207

β) Η απόφαση Polbud (εξερχόμενη εταιρική μετανάστευση) 210

γ) Η απόφαση Edil Work 2 214

§2 Η οδηγία 2017/1132 όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2019/2121 216

ΙΙ. Ενδοενωσιακή μεταφορά φορολογικής κατοικίας 223

Α. Η πρώτη νομολογία: η φορολογική διάσταση των αποφάσεων Daily Mail και Cartesio 227

Β. Εφαρμογή και τρόποι είσπραξης των φόρων εξόδου 232

§1 Η απόφαση National Grid Indus και η μεταγενέστερη νομολογία 232

§2 Το άρθρο 5 της οδηγίας 2016/1164 (Anti-Tax Avoidance Directive - ATAD) 238

ΚεφΑλαιο 2

Η ενδοενωσιακΗ κινητικΟτητα των ομΙλων επιχειρΗσεων 243

I. Ενδοομιλική φορολογική κινητικότητα (το ενωσιακό φορολογικό πλαίσιο
των στρατηγικών εγκατάστασης των ομίλων) 243

Α. Οι κανόνες περί ενδοομιλικών τιμολογήσεων 245

Β. Τα μέτρα για τις Ελεγχόμενες Αλλοδαπές Εταιρείες (CFC legislation): η νομολογία
Cadbury Schweppes 249

Γ. Φορολογική μεταχείριση της υποκεφαλαιοδότησης 258

Δ. Το πρόβλημα της διασυνοριακής μεταφοράς (συμψηφισμού) ζημιών εντός ομίλου 266

Ε. Η εκπεσιμότητα των εξόδων 273

ΙΙ. Νομικά και φορολογικά εμπόδια στις διασυνοριακές πράξεις μετασχηματισμού και αναδιάρθρωσης ομίλων επιχειρήσεων 274

Α. Οι λύσεις στα νομικά εμπόδια 275

§1 Η σταδιακή διαμόρφωση του νομικού πλαισίου από τα θεσμικά όργανα της ΕΕ 275

α) Εναρμόνιση των κύριων πτυχών των πράξεων μετασχηματισμού επιχειρήσεων
σε εθνικό επίπεδο 276

β) Καθιέρωση της ελευθερίας του συγχωνεύεσθαι από το Δικαστήριο: η απόφαση
Sevic 280

§2 Η οδηγία 2017/1132 284

α) Πεδίο εφαρμογής 287

1° Οι διασυνοριακοί μετασχηματισμοί που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας (πεδίο εφαρμογής ratione materiae) 287

2° Πεδίο εφαρμογής ratione personae 290

β) Οι μη εναρμονισμένες πτυχές που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής
των εθνικών δικαίων των κρατών-μελών 291

1° Η λογιστική ημερομηνία 292

2° Αστική ευθύνη του ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα και των μελών του διοικητικού
οργάνου 293

3° Έγκριση από τη γενική συνέλευση (άρθρα 126 και 160η) 294

4° Ενημέρωση και διαβούλευση των εργαζομένων (άρθρο 126γ / άρθρο 160ια) 295

5° Ο μηχανισμός για την καταπολέμηση καταχρηστικών πρακτικών 296

6° Ποικιλία μεθόδων αποτίμησης της σχέσης ανταλλαγής μεριδίων 299

γ) Εναρμονισμένες πτυχές 299

1° Δημοσιότητα και έκθεση του οργάνου διεύθυνσης ή διοίκησης προς τους εταίρους
και τους εργαζομένους 299

2° Συμμετοχή των εργαζομένων 300

3° Προστασία των μετόχων (μειοψηφίας και πλειοψηφίας) και των πιστωτών 304

i) Προστασία των εταίρων 305

ii) Προστασία των πιστωτών 314

4° Το κοινό σχέδιο συγχώνευσης 319

5° Έλεγχος της νομιμότητας 319

6° Τα αποτελέσματα και το κύρος της διασυνοριακής συγχώνευσης και διάσπασης 321

Β. Οι λύσεις που εισάγει η οδηγία 2009/133 της 19ης Οκτωβρίου 2009 («οδηγία
περί συγχωνεύσεων») αναφορικά με τα φορολογικά εμπόδια στην υλοποίηση διασυνοριακών μετασχηματισμών 322

§1 Πεδίο εφαρμογής 324

α) Πεδίο εφαρμογής ratione personae και ratione loci 325

β) Καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής 329

§2 Η περιορισμένη συμβολή της οδηγίας 334

α) Προβλήματα που επιλύθηκαν μερικώς 334

1° Ο μηχανισμός αναβαλλόμενης φορολόγησης των υπεραξιών (deferral of capital
gains taxation) 335

i) Σε εταιρικό επίπεδο 335

ii) Σε επίπεδο μετόχων 339

2° Η μεταφορά της αναβαλλόμενης φορολόγησης των απαλλασσόμενων
ή αφορολόγητων αποθεματικών και των προβλέψεων (carry-over of provisions
and reserves) 350

β) Τα φορολογικά εμπόδια που εξακολουθούν να υφίστανται παρά την υιοθέτηση
της oδηγίας 353

1° Προβλήματα που αφορούν όλες τις πράξεις που καλύπτονται από την οδηγία 353

i) Μη ικανοποιητική λύση στο πρόβλημα της μεταφοράς των ζημιών 353

ii) Η προβληματική ενσωμάτωση του άρθρου 15 357

2° Προβλήματα που αφορούν ειδικότερα ζητήματα 361

i) Το πρόβλημα της αποτίμησης των τίτλων 362

ii) Η έννοια της μόνιμης εγκατάστασης και οι εταιρείες holding 365

ΙΙΙ. Η σύγκρουση κανόνων αμέσου εφαρμογής ως πηγή εμποδίων
στην πραγματοποίηση πράξεων εξαγοράς και απόκτησης ελέγχου 366

Α. Η σύγκρουση κανόνων αμέσου εφαρμογής στους τομείς των δημόσιων εξαγορών
και του ανταγωνισμού (κανόνες για τις συγκεντρώσεις επιχειρήσεων) 367

Β. Οι λύσεις που έδωσε ο ενωσιακός νομοθέτης στη σύγκρουση κανόνων αμέσου εφαρμογής στους τομείς των δημόσιων εξαγορών και του ανταγωνισμού 370

§1 Η λύση του Κανονισμού 139/2004 σχετικά με τον έλεγχο των συγκεντρώσεων
μεταξύ επιχειρήσεων 370

§2 Η λύση της οδηγίας 2004/25 σχετικά με τις Δημόσιες Προσφορές Εξαγοράς
(ΔΠΕ) - Οι ενοποιημένοι κανόνες σύγκρουσης 371

ΣυμπΕρασμα του ΤΙτλου 2 376

ΓΕΝΙΚΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ 377

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 381

ΞΕΝΟΓΛΩΣΣΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 381

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 416

ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

417

ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ 425

Σελ. 1

ΓΕΝΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ

1Προκαταρκτική σημείωση σχετικά με τη μέθοδο - Συστημική προσέγγιση βασισμένη στις αρχές της θεωρίας της πολυπλοκότητας. Η παρούσα μελέτη αποτελεί μια συστημική και διεπιστημονική ανάλυση της διεθνούς και ενωσιακής κινητικότητας των εταιρειών και των ομίλων επιχειρήσεων, η οποία δεν εξετάζεται ως μεμονωμένο νομικό αντικείμενο, αλλά ως σύνθετο φαινόμενο με τη θεωρητική έννοια του όρου. Ακολουθώντας το παράδειγμα της θεωρίας της πολυπλοκότητας που αναπτύχθηκε στις φυσικές και κοινωνικές επιστήμες, η προσέγγιση που υιοθετείται εδώ βασίζεται στην ιδέα ότι η δυναμική της κινητικότητας των νομικών οντοτήτων εκτυλίσσεται στη διασταύρωση πολλών κανονιστικών επιπέδων και οι κανόνες και οι κατηγορίες του νομικού πλαισίου της κινητικότητας αυτής κατασκευάζονται στη διασταύρωση πολλαπλών λογικών - οικονομικών, πολιτικών, φορολογικών, θεσμικών - που αλληλεπιδρούν σε ένα ασταθές, εξελισσόμενο και μη γραμμικό περιβάλλον, συγκροτώντας όμως ένα αναδυόμενο κανονιστικό σύστημα, το οποίο δεν ανήκει αποκλειστικά σε έναν κλάδο του δικαίου, αλλά αντλεί τη συνοχή του από την αλληλεπίδραση ιδιωτικών και δημόσιων, εθνικών και υπερεθνικών πηγών. Υπό αυτή την έννοια, η μέθοδος που ακολουθείται δεν βασίζεται σε μια αυστηρά δογματική ανάγνωση του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, του διεθνούς φορολογικού δικαίου, του διεθνούς κοινωνικού δικαίου, του διεθνούς εταιρικού δικαίου και του αναδυόμενου δικαίου της διεθνούς εταιρικής κινητικότητας. Η προσέγγιση που υιοθετείται εδώ, αντί να θεωρεί τους κλάδους αυτούς ως κλειστά και αυτάρκη συστήματα, τα οποία αναλύονται μέσω μιας εσωτερικής ιεραρχίας αφηρημένων εννοιών, εμπνέεται από τις αρχές της θεωρίας της πολυπλοκότητας. Από την άποψη αυτή, όλα αυτά τα δίκαια θεωρούνται ως νομικά υποσυστήματα που προσαρμόζονται, υβριδοποιούνται, αλληλεπιδρούν και αναδιοργανώνονται συνεχώς, παρά ως άκαμπτα σύνολα κανόνων. Στόχος είναι να προσφερθεί μια συστημική προσέγγιση που αποτυπώνει τη δυναμική, διασυνδεδεμένη και θεμελιωδώς διεπιστημονική φύση του υπό μελέτη φαινομένου όπως αυτό «συμβαίνει» στον χώρο και στον χρόνο.

2Το δίκαιο της διεθνούς εταιρικής κινητικότητας ως μέθοδος. Η διεθνής κινητικότητα των εταιρειών συνιστά σήμερα ένα αυτόνομο κανονιστικό φαινόμενο, το οποίο έχει αναδείξει την ανάγκη διαμόρφωσης ενός ενιαίου δικαίου της διεθνούς (και ενωσιακής) κινητικότητας. Το δίκαιο αυτό, υβριδικό εκ φύσεως, αποτελείται από ένα σύνολο κανόνων, αρχών και μεθόδων που διατρέχουν τα όρια μεταξύ του ιδιωτικού και του δημοσίου δικαίου και αποβλέπουν στη ρύθμιση των μορφών με τις οποίες η εταιρική ύπαρξη, η δραστηριότη-

Σελ. 2

τα και ο μετασχηματισμός εκτείνονται πέραν των εθνικών εννόμων τάξεων. Πέρα όμως από την παράθεση και τη συστηματοποίηση εθνικών και υπερεθνικών κανόνων, το δίκαιο της διεθνούς εταιρικής κινητικότητας οφείλει να γίνει αντιληπτό ως μία μέθοδος· ως ένα εργαλείο κατανόησης του φαινομενικά ρευστού (αλλά στην ουσία υποκείμενου σε συγκεκριμένες λογικές και αδήριτες ανάγκες) πλαισίου στο οποίο λαμβάνει χώρα η διεθνής εταιρική κινητικότητα, του οποίου η πολυπλοκότητα μπορεί να τιθασευτεί μόνο μέσω της συνειδητής καλλιέργειας της ίδιας της μεθόδου που το διέπει.

3Κλάδος του εν ευρεία έννοια ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Νοείται δε ως κλάδος του εν ευρεία έννοια ιδιωτικού διεθνούς δικαίου: το πλαίσιο αυτό περιλαμβάνει όχι μόνο την προβληματική του εφαρμοστέου δικαίου (lex societatis και εφαρμοστέο δίκαιο στους διασυνοριακούς μετασχηματισμούς) και της διεθνούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων στο πεδίο του εταιρικού δικαίου, αλλά και μία δέσμη ζητημάτων που άπτονται κλάδων του δημοσίου δικαίου, όπως το κοινωνικό δίκαιο (εργατικό διεθνές δίκαιο και ζητήματα κοινωνικής ασφάλισης των εργαζομένων) και το φορολογικό δίκαιο (ζητήματα φορολόγησης της διεθνούς δραστηριότητας και κινητικότητας των εταιρειών και των ομίλων επιχειρήσεων που διέπονται από τους κανόνες του φορολογικού διεθνούς δικαίου και του δημοσίου διεθνούς φορολογικού δικαίου ιδίως μέσω των συμβάσεων αποφυγής της διπλής φορολογίας), καθώς και θεμελιώδη ζητήματα των οποίων η φύση είτε μετέχει και του δημοσίου διεθνούς δικαίου (ιθαγένεια και αναγνώριση των νομικών προσώπων) είτε εμπίπτει αμιγώς σε αυτό, όπως η διπλωματική προστασία των νομικών προσώπων.

4Ο αρχικός δεσμός μεταξύ του νομικού προσώπου και του κράτους: η εθιμική βάση της διεθνούς κινητικότητας των εταιρειών. Διαχρονικά, άλλωστε, η διεθνής διάσταση του εταιρικού φαινομένου προσεγγίστηκε ολιστικά, προσέγγιση που συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Αυτό σημαίνει ότι σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας, και σε ένα επίπεδο αφαίρεσης που χαρακτηρίζει το συγκριτικό δίκαιο, η κυρίαρχη προσέγγιση ήταν να θεωρείται ότι το κράτος σύστασης μιας εταιρείας είναι το κράτος στο οποίο η εταιρεία οφείλει τη νομική, πολιτική και οικονομική της υπαγωγή. Στη συντριπτική πλειονότητα των εννόμων τάξεων

Σελ. 3

- με την επιφύλαξη ορισμένων περιστασιακών ασυμφωνιών στη νομολογία ορισμένων κρατών - τα νομικά πρόσωπα θεωρούνταν (και εξακολουθούν να θεωρούνται) υποκείμενα του νομικού συστήματος του κράτους αυτού. Ως εκ τούτου, τα άλλα κράτη μεριμνούν, εθελοντικά και κατά τρόπο μη δεσμευτικό, για τη μονομερή άσκηση των κυριαρχικών τους εξουσιών λαμβάνοντας υπόψη αυτόν τον δεσμό, που μπορεί να χαρακτηριστεί ως «θεμελιακός», που έχει το νομικό πρόσωπο με το κράτος ίδρυσής του. Ο μηχανισμός αυτός, μολονότι δεν επιβάλλεται από το διεθνές δίκαιο, έχει την πηγή του σε έναν εθιμικό κανόνα του δημόσιου διεθνούς δικαίου, η ύπαρξη του οποίου αναδεικνύεται από τη συνεχή και επαναλαμβανόμενη παρατήρηση της κρατικής πρακτικής. Αυτή η πραγματικότητα αποτελεί ουσιαστικό σημείο εκκίνησης για την κατανόηση του πολύπλοκου μηχανισμού της εταιρικής κινητικότητας σε διεθνές και περιφερειακό (ενωσιακό στην περίπτωσή μας) επίπεδο: αποτελεί τόσο το δομικό στοιχείο όσο και το κανονιστικό πλαίσιο αναφοράς εντός του οποίου οργανώνεται αυτή η κινητικότητα.

5Ολιστική προσέγγιση και μέθοδος αναγνώρισης. Από αυτή την άποψη, φαίνεται να συνάδει με τούτη την παραδοχή το γεγονός ότι, επί σχεδόν τρεις αιώνες, επικράτησε στο φαινόμενο της διεθνούς κινητικότητας των εταιρειών μια προσέγγιση που, από την ιδιωτικοδιεθνολογική σκοπιά, είναι πλέον γνωστή - χάρη ιδίως στην καθοριστική συμβολή των Lagarde, Mayer και Παμπούκη - ως «μέθοδος της αναγνώρισης». Η μέθοδος αυτή χαρακτηρίζεται από την ευρύτατη εμβέλειά της: αναγνωρίζοντας μια αλλοδαπή εταιρεία, το αναγνωρίζον κράτος φαίνεται να αποδέχεται σιωπηρά την κανονιστική αρμοδιότητα του κράτους ίδρυσης, τόσο στο πεδίο του ιδιωτικού όσο και του δημοσίου δικαίου, ιδίως στους τομείς του φορολογικού δικαίου, του κοινωνικού δικαίου (ή δικαίου κοινωνικής προστασίας) και της διπλωματικής προστασίας. Αυτή η ιστορική ερμηνεία της αναγνώρισης των νομικών προσώπων εξακολουθεί να παρατηρείται πλήρως στα σύγχρονα νομικά συστήματα και ειδικότερα στα εσωτερικά συστήματα των κρατών-μελών καθώς και στην πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η κατανόηση αυτού του γεγονότος και των συνεπειών του είναι απαραίτητη για κάθε εις βάθος ανάγνωση αυτών των διαφορετικών κανονιστικών πηγών.

6Αντικείμενο και σκοπός της μελέτης. Αντικείμενο της παρούσας μελέτης είναι η εν ευρεία έννοια διασυνοριακή εταιρική κινητικότητα, η οποία περιλαμβάνει την εν στενή έννοια κινητικότητα (ήτοι τη διασυνοριακή μετατροπή με μεταφορά της καταστατικής έδρας ή τη διασυνοριακή μεταφορά της διοικητικής έδρας) και τη διασταλτική της έννοια, δηλαδή τις διασυνοριακές συγχωνεύσεις και διασπάσεις, τις πράξεις διασυνοριακής εξαγοράς και απόκτησης ελέγχου και τη διασυνοριακή φορολογική κινητικότητα μεταξύ επιχειρήσεων

Σελ. 4

του ίδιου ομίλου ή αλλιώς την κινητικότητα των κερδών, των ζημιών και των δαπανών μεταξύ της μητρικής εταιρείας και των θυγατρικών της ή μεταξύ των διαφόρων θυγατρικών του ομίλου, στο μέτρο που η τελευταία αποτελεί παράμετρο που επηρεάζει σημαντικά τόσο τον τόπο εγκατάστασης όσο και τη νομική μορφή των εταιρειών ενός ομίλου. Στόχος της παρούσας μελέτης είναι, σε ένα πρώτο και Γενικό Μέρος, να αναδείξει ότι η διεθνής διάσταση του εταιρικού φαινομένου δεν μπορεί να κατανοηθεί επαρκώς μέσα από την παραδοσιακή διάκριση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, αλλά απαιτεί μια ολιστική προσέγγιση, η οποία φωτίζει τις ιστορικές και θεωρητικές της ρίζες και επιτρέπει την ερμηνεία της πολύπλοκης δυναμικής της διεθνούς εταιρικής κινητικότητας. Στη συνέχεια, σε ένα δεύτερο, Ειδικό Μέρος, επιδιώκεται, βάσει του ερμηνευτικού αυτού πλαισίου, η ανάλυση και η ερμηνεία του κανονιστικού πλαισίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σελ. 5

Γενικό Μέρος

Η Διεθνής κινητικότητα των εταιρειών

7Εισαγωγική παράγραφος. Η διεθνής κινητικότητα των εταιρειών, νοούμενη ως η δυνατότητα μιας οντότητας που διαθέτει νομική προσωπικότητα να ασκεί τις δραστηριότητές της, να μετασχηματίζεται ή να μεταφέρει τις δομές της πέραν των κρατικών συνόρων, αποτελεί σήμερα αντικείμενο έντασης μεταξύ δύο αντίθετων δυναμικών: αφενός, της αυξανόμενης ρευστότητας των νομικών και οικονομικών συναλλαγών· αφετέρου, της εμμονής των κρατικών πλαισίων ελέγχου σε κανονιστικό, φορολογικό και δικαιοδοτικό επίπεδο. Κάθε εταιρεία, ανεξαρτήτως μορφής ή βαθμού διεθνοποίησης, είναι, από νομική άποψη, δημιούργημα μιας ορισμένης έννομης τάξης. Υπό την έννοια αυτή, παραμένει, ακόμη και στις πιο παγκοσμιοποιημένες εκφάνσεις της, συνδεδεμένη με μια αρχική, καταγωγική εθνική κυριαρχία (sovereignty of origin/souveraineté d’origine), η οποία καθορίζει την ύπαρξή της, τη νομιμοποίησή της και την αναγνώρισή της από άλλα κράτη. Αυτός ο πρωτογενής και πολύ-επίπεδος δεσμός συνθέτει το αόρατο πλαίσιο της διεθνούς εταιρικής κινητικότητας. Το παρόν Γενικό Μέρος στοχεύει στον προσδιορισμό των θεωρητικών θεμελίων της κινητικότητας των εταιρειών στο πλαίσιο της διεθνούς έννομης τάξης και στην ανάδειξη των πρακτικών συνεπειών τους. Η ανάλυση που ακολουθεί αναδεικνύει, λοιπόν, μια κεντρική υπόθεση: η διεθνής κινητικότητα των εταιρειών δεν μπορεί να νοηθεί ανεξάρτητα από το βεστφαλιανό παράδειγμα της εθνικής κυριαρχίας και των κανονιστικών συνεπειών της, που είναι η νομική, οικονομική και πολιτική υπαγωγή των υποκειμένων του δικαίου στο κράτος του οποίου φέρουν την ιθαγένεια (Πρώτος Τίτλος). Πράγματι, είτε μέσω της επιλογής εφαρμοστέου δικαίου, είτε μέσω της άρνησης αναγνώρισης των αλλοδαπών νομικών προσώπων είτε ακόμη μέσω μηχανισμών εξωεδαφικής φορολόγησης, επαναφέρεται διαρκώς στο προσκήνιο το ζήτημα των κανονιστικών και φορολογικών αρμοδιοτήτων των κρατών (Δεύτερος Τίτλος). Γι’ αυτόν τον λόγο, το παρόν Γενικό Μέρος δεν περιορίζεται σε μια τεχνική παρουσίαση στο επίπεδο της μεθόδου του κανόνα σύγκρουσης, αλλά επιδιώκει να αποκαλύψει τα υποκείμενα ζητήματα - πολιτικά, οικονομικά και διαρθρωτικά.

Σελ. 7

τΙτλος Πρώτος

Προλεγόμενα στη διεθνή εταιρική κινητικότητα

8Εισαγωγικό απόσπασμα. Κάθε εταιρεία, ακόμη και όταν εντάσσεται σε μια διασυνοριακή δυναμική, παραμένει νομικά «αγκυροβολημένη» σε μια κρατική έννομη τάξη που την αναγνωρίζει ως υποκείμενο δικαίου. Προτού εξεταστεί η κινητικότητά της - είτε πρόκειται για κινητικότητα ως προς την έδρα ή τη δραστηριότητά της είτε για διασυνοριακό μετασχηματισμό - είναι απαραίτητο να κατανοηθεί τι είναι αυτό που, εξ αρχής, τη συνδέει με ένα κράτος και της προσδίδει την ιδιότητα του νομικού προσώπου αναγνωρίσιμου και σε άλλες έννομες τάξεις. Διότι είναι ακριβώς αυτός ο αρχικός δεσμός, ταυτοχρόνως νομικός και συμβολικός, που θεμελιώνει τη δυνατότητα της ίδιας της διεθνούς κινητικότητας της εταιρείας. Σκοπός του πρώτου αυτού τίτλου είναι να θέσει τα εννοιολογικά και κανονιστικά θεμέλια αυτού του ζητήματος. Η υπόθεση ότι τα νομικά πρόσωπα συνδέονται με ένα κράτος -και όχι με μια αφηρημένη έννομη τάξη- μέσω του θεσμού της ιθαγένειας, βρίσκει ορισμένη απήχηση στην κρατική πρακτική (Κεφάλαιο 1). Τα κράτη τείνουν προς την οικειοθελή προσαρμογή της άσκησης των κανονιστικών τους εξουσιών ώστε να γίνεται σεβαστή η εξουσία του κράτους της ιθαγένειας επί της αναγνωρισμένης αλλοδαπής εταιρείας, όχι μόνο στο ιδιωτικό δίκαιο αλλά και στο δημόσιο δίκαιο και στο δημόσιο διεθνές δίκαιο. Από την άλλη πλευρά, η ίδια αυτή ιθαγένεια χρησιμοποιείται επίσης ως βάση για τη μονομερή επέκταση της κανονιστικής τους αρμοδιότητας, ιδίως σε τομείς όπως η φορολογία ή γενικότερα στο πλαίσιο της εξωεδαφικής κανονιστικής παρέμβασης (Κεφάλαιο 2).

Σελ. 9

Κεφάλαιο 1

Ο θεμελιακός δεσμός μεταξύ του νομικού προσώπου και του κράτους

9Εισαγωγικό απόσπασμα. Από τον 19ο αιώνα, ο νομοθέτης και η νομολογία συνδέουν συστηματικά το νομικό πρόσωπο με το κράτος σύστασης (ή ίδρυσής) του, μέσω του θεσμού της ιθαγένειας. Αυτός ο «θεμελιακός δεσμός» εγκαθιδρύει μια κατ’ αρχήν αρμοδιότητα του κράτους σύστασης, στην οποία το κράτος αναγνώρισης επιδιώκει να συμμορφώνεται. Το τελευταίο προσαρμόζει έτσι την άσκηση της δικής του κανονιστικής αρμοδιότητας στο πλαίσιο του δικαίου της διεθνούς εταιρικής κινητικότητας, νοούμενου ως κλάδος του εν ευρεία έννοια ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, δηλαδή όχι μόνο σε ζητήματα που γεννώνται εξ αφορμής της κινητικότητας αλλά αφορούν το ιδιωτικό δίκαιο (π.χ. προβληματική εξεύρεσης του εφαρμοστέου δικαίου σε διάφορες πτυχές ενός διασυνοριακού μετασχηματισμού), αλλά και σε ζητήματα που άπτονται κλάδων του δημοσίου δικαίου, όπως το κοινωνικό δίκαιο (εργατικό διεθνές δίκαιο και ζητήματα κοινωνικής ασφάλισης των εργαζομένων) και το φορολογικό δίκαιο (ζητήματα φορολόγησης της διεθνούς δραστηριότητας και κινητικότητας των εταιρειών και των ομίλων επιχειρήσεων που διέπονται από τους κανόνες του φορολογικού διεθνούς δικαίου και του δημοσίου διεθνούς φορολογικού δικαίου ιδίως μέσω των συμβάσεων αποφυγής της διπλής φορολογίας), καθώς και σε ζητήματα των οποίων η φύση είτε μετέχει και του δημοσίου διεθνούς δικαίου (όπως είναι το ζήτημα της αναγνώρισης και το σύμφυτο με αυτό ζήτημα της ιθαγένειας των νομικών προσώπων) είτε εμπίπτει αμιγώς στο δημόσιο διεθνές δίκαιο (όπως η διπλωματική προστασία των νομικών προσώπων) (Ι). Η εκούσια προσχώρηση των κρατών σε αυτή τη λογική κατανομής της κανονιστικής αρμοδιότητας μαρτυρεί τις ιστορικές ρίζες της μεθόδου της αναγνώρισης στο επιστημονικό πεδίο του διεθνούς εταιρικού δικαίου (ΙΙ).

Ι. Η ιθαγένεια των νομικών προσώπων - Το δίκαιο της διεθνούς εταιρικής κινητικότητας στη διασταύρωση του ιδιωτικού (διεθνούς) δικαίου και του δημόσιου (διεθνούς) δικαίου

10Εισαγωγικό απόσπασμα. Η ύπαρξη ή μη ύπαρξη ιθαγένειας των νομικών προσώπων δεν αποτελεί πλέον αντικείμενο διαμάχης στη θεωρία. Η έννοια αυτή είναι βαθιά ριζωμένη

Σελ. 10

τόσο στα ηπειρωτικά όσο και στα συστήματα του αγγλοσαξονικού δικαίου, όπου γίνεται δεκτή ως γενικό κριτήριο σύνδεσης. Καθιερώνει έναν ολιστικό δεσμό μεταξύ του νομικού προσώπου και του κράτους δυνάμει των νόμων (και με τη μεσολάβηση των κρατικών οργάνων) του οποίου έχει αυτό συσταθεί (Α). Αυτή η σύνδεση έχει καθιερωθεί ως εθιμικός κανόνας του διεθνούς δικαίου και αναγνωρίζεται από τις έννομες τάξεις όλων των κρατών (Β).

Α. Η ιθαγένεια διαχρονικά

11Ηπειρωτική Ευρώπη. Η έννοια της ιθαγένειας χρησιμοποιήθηκε από τη νομολογία και τη θεωρία των κρατών της ηπειρωτικής Ευρώπης για να καθοριστεί το δίκαιο προσωπικής κατάστασης των φυσικών προσώπων ή αλλιώς το «προσωπικό θέσμιο» (statut personnel/law governing personal status) από τις αρχές του 19ου αι., οι οποίες δεν δίστασαν να μεταφέρουν την έννοια αυτή, που είχε αρχικά δημιουργηθεί για τα φυσικά πρόσωπα, στα νομικά πρόσωπα. Η μεταφορά αυτή ήταν φυσική απόρροια του ότι στο εσωτερικό δίκαιο εξακολουθούσε να ισχύει το σύστημα των κρατικών εξουσιοδοτήσεων και, κατά συνέπεια, το νομικό πρόσωπο θεωρούνταν νομίμως «υπήκοος» της χώρας

Σελ. 11

της σύστασής του, λόγω της φύσης της παρέμβασης του κράτους στη διαδικασία «γέννησής» του. Ειδικότερα, η έννοια της «ιθαγένειας» ήταν πολύ δημοφιλής στη διδασκαλία και τη νομολογία των χωρών των οποίων το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο δεν είχε ακόμη κωδικοποιηθεί, δηλαδή του Βελγίου και της Γαλλίας και μπορούμε να δούμε την ίδια τάση στη γερμανική νομολογία, η οποία ακολούθησε τη γαλλική μεταφέροντας την έννοια της Staatsangehörigkeit, που παραδοσιακά χρησιμοποιείται για τα φυσικά πρόσωπα, στα νομικά πρόσωπα.

12Κοινοδίκαιο (αγγλο-αμερικανικό δίκαιο). Την ίδια περίοδο (19ος αιώνας), παρόμοια διαμορφώθηκε η κατάσταση στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου η εταιρεία συνδεόταν επίσης με ένα κράτος (και όχι απλά με μία έννομη τάξη) με το κριτήριο της ενσωμάτωσης ή συσσω-

Σελ. 12

μάτωσης (incorporation) και θεωρούνταν, όπως και τα φυσικά πρόσωπα, πολίτης με όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που της αναλογούσαν. Κατά την αγγλική αντίληψη της εμπορικής εταιρείας, ο τόπος σύστασης αποτελεί το συνδετικό στοιχείο που ενώνει την εταιρεία με ένα συγκεκριμένο κράτος και, ως εκ τούτου, αποτελεί «σύνδεσμο υποτέλειας» και όχι «σύνδεσμο υπαγωγής». Προκύπτει ότι η θεωρία της νομικής επινόησης της νομικής προσωπικότητας (fiction theory of legal personality/théorie de la fiction) επικράτησε σε διεθνή θέματα και το βρετανικό και αμερικανικό δίκαιο έδωσαν έμφαση στην πράξη της εγγραφής του νομικού προσώπου σε ένα κρατικό εταιρικό μητρώο. Στο βρετανικό δίκαιο των συγκρούσεων νόμων (conflict of laws), λοιπόν, η έννοια της domicile of origin (κατοικία προέλευσης) καθορίζει την προσωπική κατάσταση (personal status) του νομικού προσώπου. Παρά τη συγγένεια του όρου με την έννοια της κατοικίας (domicile) στο γαλλικό, γερμανικό, βελγικό και ελληνικό ιδιωτικό διεθνές δίκαιο, γίνεται δεκτό ότι η domicile of origin αντιστοιχεί στην έννοια της ιθαγένειας των φυσικών προσώπων στο ηπειρωτικό δίκαιο. Στο αγγλικό δίκαιο, στα νομικά πρόσωπα αποδίδεται ένα domicile of origin κατ’ αναλογία με τα φυσικά πρόσωπα, στα οποία επίσης αποδίδεται ένα domicile of origin το οποίο, όπως και στα φυσικά πρόσωπα, δεν μπορεί να αλλάξει κατά βούλη

Σελ. 13

ση των εταίρων ή των διαχειριστών κατά τη διάρκεια της ζωής του νομικού προσώπου. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ήδη από τις αρχές του 19ου αι., η ιθαγένεια του νομικού προσώπου (nationality ή citizenship) αποτελεί το κριτήριο για τον προσδιορισμό του δικαίου που εφαρμόζεται στην προσωπική του κατάσταση και στις εσωτερικές του υποθέσεις και καθορίζεται από την εγγραφή του νομικού προσώπου σε ένα κρατικό εταιρικό μητρώο (τον τόπο σύστασής του), επίσης λόγω της επικράτησης του συστήματος των κρατικών εξουσιοδοτήσεων και της θεωρίας της νομικής επινόησης της νομικής προσωπικότητας.

Β. Ολιστική σύνδεση: η νομικo-πολιτική και οικονομική κατάσταση του νομικού προσώπου

13Νομική, πολιτική και οικονομική υπαγωγή. Η ιθαγένεια των νομικών προσώπων είναι μια πρωτογενής έννοια του δημόσιου διεθνούς δικαίου που εγκαθιδρύει προσωπικό νομικό δεσμό μεταξύ ενός νομικού προσώπου και ενός κράτους, προσδιορίζοντας την υπαγωγή στο κράτος αυτό με τρόπο που αρμόζει στα νομικά πρόσωπα. Στο ανώτατο επίπεδο αφαίρεσης, η ιθαγένεια δεν είναι ένα απλό κριτήριο για την απόδοση δικαιωμάτων ή την επιβολή υποχρεώσεων αλλά ένα κριτήριο που παρεμβαίνει στις σχέσεις μεταξύ του κράτους που την απέδωσε και των άλλων κρατών, προσδίδοντας στο πρώτο δικαιοδοσία που μπορεί να επικαλεστεί έναντι των άλλων όσον αφορά τον υπήκοο φυ-

Σελ. 14

σικό ή νομικό πρόσωπο, ανεξάρτητα από τη φυσική του παρουσία στο έδαφός του. Ο δεσμός που καθιερώνεται από το κριτήριο της ιθαγένειας αναλύεται παραδοσιακά σύμφωνα με τη θεωρία σε έναν «δεσμό νομικής υπαγωγής» (lien d’allégeance juridique) ή «δεσμό του ανήκειν» (lien d’appartenance) και σε έναν «δεσμό πολιτικής υπαγωγής» (lien d’allégeance politique) ή «δεσμό υποτέλειας» (lien de sujetion) που συνδέουν το νομικό πρόσωπο με ένα κράτος (και όχι απλά με μία έννομη τάξη). Σύμφωνα, λοιπόν, με τη σύγχρονη αντίληψη, η νομική υπαγωγή προσδιορίζει την προσωπική κατάσταση του νομικού προσώπου από τη σκοπιά του ιδιωτικού δικαίου και, κατά συνέπεια, η νομική υπαγωγή των εταιρειών αποτελεί ζήτημα του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου (lex societatis/προσωπική κατάσταση)· και η έννοια της πολιτικής υπαγωγής προσδιορίζει την εξάρτηση του νομικού προσώπου από το κράτος της ιθαγένειας από τη σκοπιά του δημοσίου δικαίου και, κατά συνέπεια, ο δεσμός της πολιτικής υπαγωγής καθορίζει το εάν μια εταιρεία μπορεί να επωφεληθεί από δικαιώματα πολιτικής φύσης τα οποία, σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο του κράτους της ιθαγένειας, προορίζονται μόνο για τους υπηκόους (κατάσταση αλλοδαπών, οφέλη από διεθνείς συνθήκες και διπλωματική προστασία). Η έννοια της «οικονομικής υπαγωγής» προστέθηκε σε αυτή τη διχοτόμηση μετά την περίφημη έκθεση των οικονομικών εμπειρογνωμόνων της Κοινωνίας των Εθνών του 1923, οι οποίοι αναζητούσαν μια νέα έννοια στην οποία θα βασίζονταν οι φορολογικές υποχρεώσεις των φορολογουμένων, δεδομένου ότι αυτή της πολιτικής υπαγωγής που χρησιμοποιούνταν μέχρι τότε για τον σκοπό αυτό δεν ήταν πλέον προσαρμοσμένη σε μία ολοένα παγκοσμιοποιούμενη οικονομία.

14

Αδιαίρετο και κατακερματισμός. Μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αι., η έννοια της ιθαγένειας των νομικών προσώπων, η οποία προσδιοριζόταν από την καταστατική έδρα (ή έδρα σύστασης), ήταν μία και αδιαίρετη, με την έννοια ότι αποτελούσε το κριτήριο για την εύρεση του εφαρμοστέου εταιρικού (lex societatis) και φορολογικού δικαίου, των

Σελ. 15

κανόνων που εμπίπτουν στο δίκαιο της κατάστασης αλλοδαπών, για την εφαρμογή των διεθνών συνθηκών και της διπλωματικής προστασίας κ.λπ.. Έτσι, το δίκαιο του κράτους της ιθαγένειας του νομικού προσώπου διέπει παραδοσιακά τους ακόλουθους τομείς: το εφαρμοστέο δίκαιο για τη σύσταση, τη λειτουργία και τη λύση του, το δικαίωμά του να ενάγει και να ενάγεται, τη διπλωματική προστασία, τη φορολογική της κατάσταση (υποχρεώσεις και δικαιώματα), το ζήτημα της εφαρμογής ή μη όλων των διατάξεων που διακρίνουν ανάμεσα σε αλλοδαπούς και ημεδαπούς που εμπίπτουν στο δίκαιο της κατάστασης αλλοδαπών (άρα πρόκειται για το ζήτημα της απόλαυσης ή μη των δικαιωμάτων που το κράτος της ιθαγένειας αποδίδει στους υπηκόους του), καθώς και το ζήτημα του εάν μπορεί να επωφεληθεί από τις διεθνείς συνθήκες που συνάπτει το κράτος της ιθαγένειας. Συνεπώς, το κριτήριο της ιθαγένειας έμεινε ανεπηρέαστο από τις μεταβαλλόμενες αντιλήψεις ως προς την έκταση της κρατικής κυριαρχίας επί της οικονομίας, του εμπορίου και της ιδιωτικής αυτονομίας. Παρά τις απόψεις υπέρ ενός κατακερματισμού της έννοιας της ιθαγένειας που έχουν εκφραστεί κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών, είναι σα-

Σελ. 16

φές ότι τα κράτη τάσσονται υπέρ μιας ολιστικής σύνδεσης του νομικού προσώπου με το κράτος της ιθαγένειας.

ΙΙ. Η μέθοδος της αναγνώρισης στο διεθνές εταιρικό δίκαιο

15Το πρώτο ζήτημα στο διεθνές εταιρικό δίκαιο είναι αυτό της αναγνώρισης της νομικής προσωπικότητας του αλλοδαπού νομικού προσώπου, νοούμενη ως αναγνώριση της ικανότητάς του να συμμετέχει στον νομικό κόσμο ως πρόσωπο, να είναι υποκείμενο για το

Σελ. 17

δίκαιο. Η ιστορική και συγκριτική επισκόπηση της νομολογίας επί του θέματος αυτού αναδεικνύει μια σαφή τάση, ήδη από τον 19ο αι., υπέρ της μεθόδου αναγνώρισης (Β). Αντίστοιχα, η ευρεία χρήση της έννοιας της ιθαγένειας των νομικών προσώπων στα διάφορα νομικά συστήματα αντανακλά τη σταδιακή εμπέδωση ενός προνομιακού δεσμού μεταξύ της εταιρείας και του κράτους σύστασης - ενός δεσμού που μπορεί να χαρακτηριστεί ως θεμελιώδης (Α).

Α. Η κανονιστική αρμοδιότητα του κράτους σύστασης

16Αναγνώριση. Η αναγνώριση δεν αφορά τη δημόσια πράξη (το πιστοποιητικό εγγραφής του νομικού προσώπου στο μητρώο εταιρειών) αλλά ευρύτερα τη νομική κατάσταση στη δημιουργία της οποίας συνέβαλε η δημόσια πράξη. Η νομική προσωπικότητα (legal personality/personnalité morale/Rechtspersönlichkeit) που αποκτάται με μονομερή ενέργεια του κράτους σύστασης (μέσω της δημόσιας αρχής), δύναται να επεκταθεί σε άλλες επικράτειες βάσει των μονομερών «αδειών» που απορρέουν από το δίκαιο των κρατών υποδοχής. Και μόνο η σύμπτωση των μονομερών και κυρίαρχων βουλήσεων του κράτους σύστασης και των κρατών αναγνώρισης μπορεί να οδηγήσει στο επιθυμητό αποτέλεσμα της έννομης αποτελεσματικότητας του νομικού προσώπου στους τόπους παρουσίας του.

17Ιθαγένεια. Το ζήτημα της αναγνώρισης ενός νομικού προσώπου και η απόδοση ιθαγένειας σε αυτό είναι άρρηκτα συνδεδεμένα. Δεδομένου ότι η ιθαγένεια είναι ιδιότητα που προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής προσωπικότητας, πριν αποδοθεί σε ένα νομικό πρόσωπο, προέχει το ερώτημα αν αυτό έχει συσταθεί εγκύρως σύμφωνα με το δίκαιο που διέπει τη σύστασή του. Άρα, το εν λόγω δίκαιο δεν προσδιορίζεται μέσω κανόνα σύγκρουσης, καθώς γίνεται δεκτό ότι όταν καλούνται οι αρχές ενός κράτους να καθορίσουν την ιθαγένεια ενός νομικού προσώπου, εφαρμόζουν το δίκαιο από το οποίο το νομικό πρόσωπο αντλεί την ύπαρξή του. Είναι, επομένως, η καταχώρισή του σε μητρώο εταιρει-

Σελ. 18

ών ή η πράξη της σύστασης που προσδιορίζει το εφαρμοστέο δίκαιο για την εκτίμηση της εγκυρότητας του νομικού προσώπου· και αυτό το δίκαιο δεν μπορεί παρά να είναι η lex auctoris. Με άλλα λόγια, η ιθαγένεια του νομικού προσώπου, προσδιοριζόμενη από την καταστατική έδρα, αποτελεί έναν αντικειμενικό δεσμό ανάμεσα σε αυτό και το κράτος της σύστασής του, ο οποίος δεν εξαρτάται από κανόνα σύγκρουσης. Συνεπώς, το ζήτημα της αναγνώρισης του νομικού προσώπου ταυτίζεται με αυτό του εφαρμοστέου δικαίου, στον βαθμό που η αναγνώριση ανάγεται απλώς και μόνον στην παραδοχή της κανονιστικής αρμοδιότητας του κράτους σύστασης επί του νομικού προσώπου που δημιουργήθηκε βάσει των δικών του κανόνων και από τα δικά του όργανα. Στην πράξη, το κράτος υποδοχής δεν μπορεί παρά να εμπιστευτεί τις αρχές του κράτους σύστασης ως προς την

Σελ. 19

εγκυρότητα της δημιουργίας του νομικού προσώπου. Η συστηματική χρήση του όρου ιθαγένεια υπογραμμίζει την κοινή παραδοχή, εκ μέρους των κρατών, της θέσης σύμφωνα με την οποία, εφόσον το νομικό πρόσωπο αποτελεί μία νομική κατάσταση δημιουργημένη από αλλοδαπό δίκαιο, η εγκυρότητά του μπορεί να εκτιμηθεί μόνον μέσω της εφαρμογής της lex auctoris· κατά συνέπεια, το ερώτημα περί της ευρέσεως εφαρμοστέου δικαίου για την εκτίμηση της εγκυρότητας της σύστασης στερείται νοήματος: το μόνο ουσιαστικό ερώτημα είναι εκείνο που αφορά τους όρους υπό τους οποίους θα αναγνωριστεί μια έννομη κατάσταση που έχει δημιουργηθεί στο εξωτερικό, όπως είναι το επίμαχο νομικό πρόσωπο. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, θα πρέπει να διερωτηθούμε εάν υφίσταται, στο πλαίσιο του διεθνούς εταιρικού δικαίου, μια γενική αρχή σύμφωνα με την οποία η κανονιστική αρμοδιότητα του κράτους σύστασης του νομικού προσώπου οφείλει να αναγνωρίζεται από τα λοιπά κράτη:

18Είναι συμβατή με το διεθνές δίκαιο η διεθνής νομοθετική αρμοδιότητα του κράτους σύστασης; Για να απαντηθεί το ερώτημα αυτό πρέπει, κατ’ αρχάς, να διαπιστωθεί εάν η αρ-

Σελ. 20

μοδιότητα του κράτους ίδρυσης ως προς το νομικό πρόσωπο είναι συμβατή με το διεθνές δίκαιο και, στη συνέχεια, να εντοπιστεί η ύπαρξη μιας τέτοιας γενικής αρχής στη διεθνή κρατική πρακτική η οποία να εκφράζεται στο θετικό δίκαιο ή στη νομολογία των κρατών με έναν κανόνα μονομερούς καθορισμού της διεθνούς κανονιστικής αρμοδιότητας. Το ίδιο ερώτημα, από την οπτική γωνία της σύγκρουσης αρμοδιοτήτων δημοσίων αρχών (conflits d’autorités), μπορεί να επαναδιατυπωθεί ως εξής: η δημόσια αρχή που προσδίδει σε μια οντότητα νομική προσωπικότητα -και συνεπακόλουθα το δίκαιο το οποίο αυτή εφάρμοσε (lex auctoris)- θεωρείται ως διεθνώς αρμόδια προς τούτο από τα διάφορα εθνικά δίκαια ή, με άλλα λόγια, υπάρχει στις νομοθεσίες των κρατών ένας κανόνας σύγκρουσης αρμοδιοτήτων δημοσίων αρχών (règle de conflit d’autorités) που να δίδει αρμοδιότητα στις δημόσιες αρχές του κράτους σύστασης τη εταιρείας. Η μελέτη της πρακτικής των κρατών επιβεβαιώνει ότι η άσκηση της κανονιστικής τους αρμοδιότητας στο διεθνές πεδίο (συμπεριλαμβανομένων των κανόνων σύγκρουσης) βασίζεται σε δύο πρωτογενείς βάσεις αρμοδιότητας, την ιθαγένεια και την επικράτεια, και τελεί υπό την προϋπόθεση της συμβατότητας με το δημόσιο διεθνές δίκαιο, το οποίο καθορίζει την έκταση και τα όριά της. Επιπλέον, γίνεται δεκτό ότι η ιθαγένεια δεν μπορεί να παράγει τα επιδιωκόμενα διεθνή αποτελέσματα, δηλαδή να θεμελιώσει προσωπική αρμοδιότητα που να είναι αντιτάξιμη (opposable) στα άλλα κράτη, παρά μόνον εφόσον είναι συμβατή με το διεθνές δίκαιο. Στο πλαίσιο αυτό, η άσκηση της κρατικής κανονιστικής αρμοδιότητας πρέπει, αφενός, να είναι σε αρμονία με τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όπως αυτή της μη επέμβασης (non-intervention/non-ingérence) και της αμοιβαιότητας (reciprocity/réciprocité), και αφετέρου να συμμορφώνεται με τις πηγές που απαριθμούνται στο άρθρο 38 του Καταστατικού του Διεθνούς Δικαστηρίου, γεγονός που στην πράξη οδηγεί στην αναζήτηση του κράτους με τους πιο σημαντικούς/στενούς δεσμούς με τη συγκεκριμένη έννομη κατάσταση και στη χρήση γνωστών στους διεθνολόγους εννοιών όπως: “the seat of a legal relationship” (η έδρα της έννομης σχέσης), “the nature of the thing” (η φύση της έννομης κατάστασης ή του πράγματος), “the centre of gravity” (το κέντρο βάρους της έννομης σχέσης), “the most real (or closest) connection” (ο στενότερος ή ουσιαστικότερος δεσμός της έννομης σχέσης ή κατάστασης).

Back to Top