ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ & ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ
- Έκδοση: 4η 2026
- Σχήμα: 17x24
- Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
- Σελίδες: 240
- ISBN: 978-618-08-0675-5
Πώς αξιολογείται η απολογία του κατηγορουµένου;
Υπάρχει άραγε περίπτωση να οµολογεί κάποιος ψευδώς την ενοχή του;
Ποιοι παράγοντες επηρεάζουν την αξιοπιστία της κατάθεσης του µάρτυρα;
Τι µπορεί να επηρεάζει τη ψυχολογία του δικαστή; Η απάντηση στα ανωτέρω επιβάλλει συχνά τη συνδρομή του πραγµατογνώµονα και, ειδικότερα, του ψυχολόγου ή του ψυχιάτρου.
Πόσο δεσµεύουν οι εκθέσεις και οι καταθέσεις των πραγµατογνωµόνων;
Ποιος είναι ο αρµόδιος ειδικός επιστήµονας στην κάθε περίπτωση και τι γίνεται, όταν οι ειδικοί διαφωνούν µεταξύ τους;
Ποια είναι ειδικότερη συµβολή του ψυχολόγου ή του ψυχιάτρου κατά τη µαρτυρική κατάθεση του ανήλικου ή του ευάλωτου θύµατος;
Το βιβλίο απευθύνεται σε δικαστές, δικηγόρους και φοιτητές. ∆ιαλέγεται µε τη σύγχρονη διεθνή βιβλιογραφία, προωθεί τη διεπιστηµονική προσέγγιση και αξιοποιεί πραγµατικές υποθέσεις υπό µορφή ασκήσεων.
2. Το βασικό ερώτημα: Πότε ο δράστης είναι ένοχος; Πότε φταίει; 19
3. Ελευθερία της βούλησης ή ετεροκαθορισμός 21
5. Η ειδικότερη διαμόρφωση των κριτηρίων στο πλαίσιο
της μικτής μεθόδου 34
6. Το πρώτο επίπεδο της μικτής μεθόδου 36
6.1 Η ψυχική ή διανοητική διαταραχή 36
6.2 Η διατάραξη της συνείδησης 47
9. Η μειωμένη ικανότητα για καταλογισμό (36 ΠΚ) 57
10. Μερική ανικανότητα, μερικώς μειωμένη ικανότητα
για καταλογισμό 60
11.1 Ανικανότητα προς καταλογισμό 62
11.2 Μειωμένη ικανότητα προς καταλογισμό 68
12. Η περίπτωση της υπαίτιας πρόκλησης ανικανότητας 69
14. Η ακούσια νοσηλεία του ψυχικά ασθενούς 75
1. Ανικανότητα για καταλογισμό 81
5. Μειωμένος καταλογισμός, μέθη 88
6. Αμφισβήτηση για την ύπαρξη μειωμένου καταλογισμού 90
7. Ανικανότητα για καταλογισμό 94
8. Η περίπτωση Ilias - Ανθρωποκτονία και ψυχική διαταραχή 97
9. James Fallon, Σε αναζήτηση του σκοτεινού μυστικού:
Ο ψυχοπαθής δολοφόνος 100
2. Το μεθοδολογικό πρόβλημα (έλλειψη ενιαίας θεωρίας) 108
3. Ειδικά θέματα κλινικού ψυχολόγου - Σύγκρουση ρόλων 110
4. Τεστ και δοκιμασίες, παρατήρηση, συνέντευξη 112
5. Απολογία κατηγορουμένου 118
6.1 Η αντίληψη του μάρτυρα 123
6.3 Το τρίτο στάδιο: η κατάθεση 133
6.4 Μια ιδιαίτερη περίπτωση: η αναγνώριση του δράστη 137
7. Η ψυχολογία του δικαστή 144
3. Διάχυση της ευθύνης - Ο αμέτοχος τρίτος 151
4. Η τάση για υπακοή στην εξουσία 153
5. Πλύση εγκεφάλου και θρησκευτικές σέκτες. Η σφαγή του Waco 156
6. Εσφαλμένη αναγνώριση και ψευδής ομολογία 158
7. Τι αντιλαμβανόμαστε; Μπροστά στο απρόβλεπτο 161
Ο ΠραγματογνΩμων
(ΔικαστικΟς ΨυχΙατρος - ΔικαστικΟς ΨυχολΟγος)
Στην ΠοινικΗ ΔΙκη
2. Οι ρυθμίσεις του ΚΠΔ (183-202) 167
3. Η επικοινωνία με το δικαστήριο (διαφορετική γλώσσα,
διαφορετικοί ρόλοι) 170
5. Η ενημέρωση του πραγματογνώμονα από τον δικαστή 175
7. Η ειδική περίπτωση της ψυχιατρικής
πραγματογνωμοσύνης (200 ΚΠΔ) 179
8. Δυσχέρειες στο έργο του πραγματογνώμονα 182
10. Οι ιδιαιτερότητες της ψυχολογικής πραγματογνωμοσύνης 188
12. Κατανομή αρμοδιοτήτων ψυχιάτρου-δικαστή -
Ο τελικός ρόλος του δικαστή 192
1. Το δικαστήριο δεν αποδέχεται το πόρισμα
της πραγματογνωμοσύνης 195
Σελ. 1
Γενική Εισαγωγή
Αντικείμενο αυτού του εγχειριδίου είναι η δικαστική ψυχιατρική (forensic psychiatry, forensische Prychiatrie) και η δικαστική ψυχολογία (forensic psychology, forensische Psychologie). Πρόκειται για ειδικότερους κλάδους των δύο επιστημών (ψυχιατρική και ψυχολογία αντιστοίχως), που διακρίνονται για την στενή σύνδεσή τους με τα δικαστήρια και το δικαιικό σύστημα. Σήμερα, οι δύο κλάδοι έχουν εξελιχθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε πλέον αποτελούν αντικείμενο έρευνας ειδικών επιστημόνων και όχι γενικών ψυχιάτρων ή ψυχολόγων. Στα γενικά εγχειρίδια ψυχιατρικής και ψυχολογίας, συναντά κανείς σήμερα συνήθως ένα σύντομο κεφάλαιο για την δικαστική ψυχιατρική και δικαστική ψυχολογία, καθώς θεωρούνται πλέον εξειδικευμένοι κλάδοι, που απαιτούν εξειδικευμένη ανάλυση. Η εξέλιξη αυτή έχει οδηγήσει και σε μια περαιτέρω προσέγγισή τους με το δίκαιο και τη νομική επιστήμη, έτσι ώστε σήμερα να αποτελούν μεν εξειδικευμένες κατευθύνσεις των αντίστοιχων επιστημονικών πεδίων (ψυχιατρική και ψυχολογία), αλλά και συγκεκριμένους τρόπους προσέγγισης του ποινικού φαινομένου. Ο επιθετικός προσδιορισμός «δικαστική» δεν αποτελεί σήμερα απλώς μια ειδίκευση του ουσιαστικού «ψυχιατρική» ή «ψυχολογία», αλλά προσδιορίζει καθοριστικά το γνωστικό αντικείμενο. Έτσι. π.χ. η ψυχιατρική που είναι δικαστική, έχει συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο, επιλύει συγκεκριμένα προβλήματα (π.χ. ικανότητα καταλογισμού σε ορισμένο χρονικό σημείο), διαμορφώνει ειδική μεθοδολογία, ελέγξιμη και αξιολογήσιμη από τον δικαστή, ασχολείται κυρίως με ασθενείς που δεν προσέρχονται εκουσίως στον ψυχίατρο και των οποίων η «θεραπεία» δεν ενδιαφέρει μόνο τους ίδιους ή το οικογενειακό τους περιβάλλον, αλλά και την κοινωνία και αυτό όχι μόνο υπό την έννοια της αλληλεγγύης προς τον πάσχοντα συνάνθρωπο, αλλά και της αγωνίας για τον κίνδυνο που αυτός συνιστά για τους τρίτους.
Κατά τον Ν. Χωραφά, δικαστική ψυχιατρική και δικαστική ψυχολογία αποτελούν βοηθητικές επιστήμες της νομικής επιστήμης: “δεν έχουν ως αντικείμενο ερεύνης αποκλειστικώς «την εγκληματικότητα και την προς καταπολέμησιν αυτής πολιτειακήν αντίδρασιν, αλλ’ εκτείνουν την έρευναν αυτών εις ευρύτερον έδαφος, αποτελούσαι, ως εκ τούτου γνώσεις βοηθητικάς και άλλων επιστημών μη ασχολουμένων με την εγκληματικότητα και την καταπολέμησιν αυτής».
Σελ. 2
Για να μπορέσουμε να οριοθετήσουμε το γνωστικό αντικείμενο της δικαστικής ψυχιατρικής χρήσιμο είναι να αναφέρουμε μερικά στοιχεία για τον επιστημονικό κλάδο της ψυχιατρικής, στον οποίο εντάσσεται η δικαστική ψυχιατρική ως ειδική κατεύθυνση.
Η ψυχιατρική ως ειδικότερος κλάδος της ιατρικής επιστήμης έχει ιστορία περίπου 200 ετών. Μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα, οι ψυχικώς πάσχοντες δεν αντιμετωπίζονταν διαφορετικά από τις άλλες κατηγορίες ατόμων με αποκλίνουσα συμπεριφορά. Οι ψυχίατροι οργανώνονται σε ανεξάρτητο επαγγελματικό κλάδο μόλις στα μέσα του 19ου αιώνα. Αν και η αναζήτηση ενός συγκεκριμένου χρονικού σημείου γέννησης μιας επιστήμης ενέχει πάντοτε αυθαιρεσία, αφού η επιστημονική γνώση δεν παράγεται εν κενώ, αλλά βασίζεται σε γνώσεις που προέρχονται από άλλους κεντρικούς επιστημονικούς κλάδους, στην σχετική βιβλιογραφία αναφέρονται συχνά δύο ονόματα επιστημόνων που διεκδικούν τον τίτλο του «πατέρα της ψυχιατρικής».
Ο πρώτος είναι ο Jean-Martin Charcot (1825-1893) που θεωρείται ο θεμελιωτής της νευρολογίας. Ασχολήθηκε κυρίως με την πάθηση της «υστερίας» που περιέγραφε ακραίες συναισθηματικές συμπεριφορές γυναικών και μέχρι τότε θεωρείτο ότι είχαν ως αίτιο προβλήματα της μήτρας (υστέρας). Ο Charcot χρησιμοποίησε ευρέως την ύπνωση και αναζήτησε το αίτιο σε κάποια οργανική γενετήσια αιτία. Οι μαθητές του Σαρκό και ιδίως ο Φρόιντ, έθεσαν τις βάσεις της ψυχοδυναμικής προσέγγισης και η υστερία είναι η πρώτη ασθένεια που περιέγραψε ο Φρόυντ στη Θεωρία της ψυχανάλυσης.
Λίγο αργότερα, ο Emil Kraepelin (1856-1926) έθεσε τις βάσεις της σύγχρονης περιγραφικής ψυχιατρικής, επιμένοντας ιδιαίτερα στη συστηματοποίηση και ανάλυση των ψυχασθενειών. Προσδιόρισε δύο σημαντικές ψυχιατρικές νόσους: την πρώιμη άνοια (σχιζοφρένεια) και τη μανιοκατάθλιψη, τις οποίες θεώρησε αποτέλεσμα οργανικής δυσλειτουργίας. Οι μαθητές του Kraepelin υιοθέτησαν την οργανική προσέγγιση του δασκάλου τους. Η θέση του Kraepelin ότι η αιτία πολλών ψυχικών νόσων είναι καθαρά βιολογική επηρέασε σημαντικό τμήμα της ψυχιατρικής και οδήγησε στην ευρεία χρήση των φαρμάκων ως θεραπευτικής μεθόδου. Στη σύγχρονη ψυχιατρική, η οργανική προσέγγιση δεν εστιάζει μόνο στον ανθρώπινο εγκέφαλο, αλλά γενικότερα στον ανθρώπινο οργανισμό. Οι προτεινόμενες θεραπευτικές μέθοδοι είναι και αυτές
Σελ. 3
φυσικές, σωματικές, δηλαδή φάρμακα, ηλεκτροσόκ, ψυχοχειρουργική λοβοτομή και μικροχειρουργική.
Η ψυχοδυναμική προσέγγιση με ιδρυτή τον Charcot οδήγησε αργότερα στην ψυχανάλυση με κύριο εκπρόσωπο τον Sigmund Freud και έμφαση στην διάκριση συνειδητού και ασυνείδητου και την απώθηση επιθυμιών στο ασυνείδητο. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, οι πρώιμες ασύνειδες επιθυμίες και οι συνακόλουθες εκκρεμείς συγκρούσεις επιζούσαν και μετά την παιδική ηλικία και αντανακλώνται στην ενήλικη ζωή. Την θεωρία της ψυχανάλυσης ανέπτυξαν επίσης, διαφοροποιούμενοι από τον Freud οι Carl Jung (1875-1961) και Wilhelm Reich (1897-1957).
Πέρα από αυτές τις δύο κατευθύνσεις, στη συνέχεια εμφανίσθηκαν η ψυχοθεραπεία, η ομαδική θεραπεία και εκλεκτικιστικές προσεγγίσεις. Οι τελευταίες φαίνεται σήμερα να επικρατούν, αφού επιχειρείται η υπέρβαση των μονοδιάστατων προσεγγίσεων (μόνο ένα αίτιο, μόνο μια προσέγγιση) και η αναζήτηση της κατά περίπτωση ορθότερης θεραπευτικής λύσης. Η αλματώδης πρόοδος των νευροεπιστημών και των τεχνικών απεικόνισης του εγκεφάλου, αλλά και η εξέλιξη της ψυχολογίας ως κλάδου μελέτης της εν γένει ανθρώπινης συμπεριφοράς οδηγούν σήμερα στην υιοθέτηση διεπιστημονικών προσεγγίσεων.
Ο ψυχίατρος κατά την σημερινή αντίληψη μπορεί να συνδυάζει μέχρι τρεις διαφορετικούς ρόλους: Ο πρώτος ιστορικά είναι αυτός του ιατρού που παρακολουθεί τον ψυχικά ασθενή και φροντίζει για την θεραπεία του, δηλ. ένας εξειδικευμένος ιδιώτης γιατρός που κυρίως ασχολείτο με όποιους είχαν τα
Σελ. 4
χρήματα ή την κοινωνική θέση και μπορούσαν να τύχουν ειδικής ιατρικής περίθαλψης. Ο δεύτερος ρόλος (από τον 19ο αιώνα και μετά) είναι ως διευθυντής ή επιστημονικό προσωπικό σε ειδικό άσυλο φύλαξης ή θεραπείας ψυχικά ασθενών, αφού κρίνεται πλέον ότι οι ψυχικά ασθενείς δεν μπορούν να αφήνονται εγκαταλελειμμένοι στους δρόμους, ούτε όσοι έχουν διαπράξει κάποια αξιόποινη πράξη να στοιβάζονται στις φυλακές μαζί με τους «κανονικούς» εγκληματίες. Τέλος, μόλις στον 20o αιώνα και κυρίως μετά το δεύτερο μισό του, ο ψυχίατρος αποκτά την ιδιότητα του πραγματογνώμονα, ή του μάρτυρα ειδικών γνώσεων (expert witness).
Η δικαστική ψυχιατρική αποτελεί ειδικότερο κλάδο της ψυχιατρικής που αντικατοπτρίζει την αμφίπλευρη σχέση δικαίου και ψυχιατρικής, καθώς το μεν δίκαιο απαιτεί συνδρομή του ψυχιάτρου σε συγκεκριμένα στάδια της διαδικασίας (π.χ. κρίση για την ικανότητα για καταλογισμό), η δε ψυχιατρική χρησιμοποιεί τους μηχανισμούς του δικαίου προκειμένου να επιτελέσει την θεραπευτική της λειτουργία (π.χ. διαδικασία ακούσιου εγκλεισμού του ασθενούς σύμφωνα με τον Ν 2071/1992). Σύμφωνα με τον N. Nedopil, «η δικαστική ψυχιατρική θεωρείται σήμερα ένας ειδικός κλάδος της Ψυχιατρικής, που ασχολείται με εξειδικευμένα ζητήματα γνωμοδότησης και αντιμετώπισης ψυχικά ασθενών παραβατών των νομικών κανόνων».
Από το ευρύτερο φάσμα αυτής της σχέσης, στο παρόν εγχειρίδιο θα εξετάσουμε την δικαστική ψυχιατρική κυρίως σε σχέση με την ποινική δίκη και όχι σε σχέση με άλλους κλάδους του δικαίου, όπως π.χ. το αστικό δίκαιο (κρίση για την ικανότητα δικαιοπραξίας ενός προσώπου). Θα αναφερθούμε επίσης σε ξεχωριστό κεφάλαιο και στην διαδικασία ακούσιου εγκλεισμού ενός ασθενούς προς προστασία του ίδιου και του κοινωνικού συνόλου.
Η δικαστική ψυχολογία σχετίζεται με την εφαρμογή της ψυχολογίας σε νομικά ζητήματα.
Η ψυχολογία γεννήθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα και μάλιστα με διπλή καταγωγή και υπόσταση, αφενός ως κλάδος των φυσικών επιστημών (κυρίως της φυσιολογίας του εγκεφάλου) και αφετέρου ως επιστήμη του ανθρώπου (κυρίως ως εξειδίκευση της φιλοσοφίας). Μάλιστα, αυτός ο δυισμός εκφράσθηκε και γεωγραφικά, καθώς η ψυχολογία ως κλάδος των φυσικών επιστημών κυριαρχούσε στην Ευρώπη και ιδίως στη Γερμανία, ενώ η ψυχολογία ως εξειδικευμένη φιλοσοφία επικρατούσε στον αγγλοσαξωνικό χώρο και ιδίως στις ΗΠΑ.
Σελ. 5
Τα κεντρικά πρόσωπα στην γέννηση της σύγχρονης ψυχολογίας θεωρούνται ο Wilhelm Wundt και ο William James.
O Wilhelm Wundt (1832-1920) ιδρύει το 1879 το πρώτο εργαστήριο πειραματικής ψυχολογίας στη Λειψία, που αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για πολλά τμήματα ψυχολογίας στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ, όπου εργάσθηκαν πολλοί μαθητές του. Ο Wundt πίστευε ότι μοναδικός στόχος της πειραματικής ψυχολογίας είναι η ακριβής περιγραφή της συνείδησης. Τον ενδιέφερε μόνο η προφανής μορφή της, γεγονός που τον οδήγησε στη μελέτη της ανθρώπινης συμπεριφοράς, η οποία μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο άμεσης παρατήρησης. Βασική θέση του ήταν ότι η συνείδηση περιλαμβάνει τις κατηγορίες: αναπαράσταση, βούληση και συναίσθημα.
Ο William James (1842-1910) εκδίδει το 1890 το βιβλίο Principles of Psychology. Συνέκρινε τις καθημερινές εμπειρίες συνείδησης με ένα ποτάμι που ρέει συνεχώς, παρά τα εμπόδια που συναντά. Η συνείδηση με την εικόνα του ποταμού, νοούμενη ως διαδικασία και όχι αντικείμενο που συνδέεται με ορισμένο πρόσωπο και δεν είναι αποκομμένη από αυτό αποτελούν βασικά σημεία της θεωρίας του James. Η πραγματιστική προσέγγιση του James που έθεσε ως στόχο όχι το αφηρημένα αληθές, αλλά αυτό που είναι ωφέλιμο να πιστεύουμε, οδήγησε πολλούς μεταγενέστερους ψυχολόγους να επικεντρώσουν το ενδιαφέρον τους στην μελέτη διεργασιών όπως η μνήμη, η προσοχή, η ωφέλιμη σκέψη, η φαντασία.
Στον 20ο αιώνα και περίπου μέχρι τα μέσα του, κεντρική θέση λαμβάνει ο συμπεριφορισμός (μπηχεβιορισμός). Με αφετηρία τα πειράματα του Ρώσου φυσιολόγου Ivan Pavlov σχετικά με τα εξαρτημένα αντανακλαστικά οι υποστηρικτές της θεωρίας επικέντρωσαν το ενδιαφέρον τους στην ανθρώπινη συμπεριφορά και στον τρόπο που αυτή επηρεάζεται από εξωτερικά ερεθίσματα και στην αλληλεπίδραση με το περιβάλλον. Μετά τα μέσα του 20ου αιώνα επικρατούν η ολιστική ανάλυση (ψυχολογία Gestalt) και κυρίως η γνωσιακή ψυχολογία που χρησιμοποίησε το μοντέλο της επεξεργασίας πληροφοριών για την ανάλυση της μνήμης, της αντίληψης και της γλώσσας, ενώ με την κοινωνική ψυχολογία εισήχθη η μελέτη της ατομικής συμπεριφοράς εντός του κοινωνικού περιβάλλοντος και με την εξελικτική ψυχολογία αξιοποιήθηκαν τα ψυχολογικά χαρακτηριστικά ως βιολογικά φαινόμενα που ακολουθούν τους νόμους της φυσικής επιλογής.
Σελ. 6
Αν και ένας Αμερικανός ψυχολόγος κατέθεσε ως μάρτυρας ειδικών γνώσεων ήδη το 1921, ο όρος «δικαστική ψυχολογία» κάνει την εμφάνισή του μόλις στην δεκαετία του 1970. Ειδικότερα, στις ΗΠΑ η ιστορία της δικαστικής ψυχολογίας χωρίζεται σε τρεις φάσεις: η πρώτη (1890-1930) είναι η φάση της γέννησης του κλάδου με κύριο έργο τη μονογραφία του H. Munsteberg, On the witness stand (1908), ενώ το 1922 ο William Marston καταλαμβάνει την πρώτη έδρα στο American University. Η δεύτερη φάση (1930-1960) χαρακτηρίζεται ως η περίοδος της αδράνειας, καθώς παρατηρείται στασιμότητα στην εξέλιξη του κλάδου. Την περίοδο αυτή πάντως εμφανίζεται η κλινική ψυχολογία και παρουσιάζονται τα πρώτα συγκροτημένα ψυχολογικά τεστ. Η τρίτη περίοδος που αρχίζει περίπου το 1970 χαρακτηρίζεται ως η περίοδος ανάπτυξης της δικαστικής ψυχολογίας με διεύρυνση της χρήσης των πορισμάτων της από τα δικαστήρια, επέκταση και εμβάθυνση των εμπειρικών ερευνών, ποσοτική έκρηξη και ποιοτική αναβάθμιση της σχετικής βιβλιογραφίας.
Στον γερμανικό χώρο, το πρώτο εξειδικευμένο εγχειρίδιο δικαστικής ψυχολογίας εκδίδεται ήδη το 1835, αλλά η δικαστική ψυχολογία αποκτά μια διακριτή παρουσία, ως θεματική ενότητα στον πανεπιστημιακό χώρο, πολύ αργότερα (στις αρχές του 20ου αιώνα) και παραμένει, ως αυτοτελές γνωστικό αντικείμενο, περιθωριακή μέχρι το 1990, ενώ οι πρώτες μεταφράσεις εγχειριδίων δικαστικής ψυχολογίας στην ελληνική γλώσσα κάνουν την εμφάνισή τους το 1917.
Η δικαστική ψυχολογία ερευνά τα ψυχικά φαινόμενα, τα οποία στην ποινική δίκη ασκούν κρίσιμη επιρροή στην ανεύρεση της ουσιαστικής αλήθειας και την δημιουργία της δικαστικής πεποιθήσεως, όπως είναι η ψυχολογία των παραγόντων της δίκης, και η αξιολόγηση της ψυχικής κατάστασης του δράστη κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης.
Σελ. 7
ΜΕΡΟΣ Α
Δικαστικη ψυχιατρικη
Σελ. 9
1. H αξιόποινη πράξη
Κατά την κεντρική διάταξη του Ποινικού μας Κώδικα, «έγκλημα είναι πράξη, άδικη και καταλογιστή σε εκείνον που την τέλεσε , η οποία τιμωρείται από το νόμο» (άρθρο 14 ΠΚ). Ο τυπικός αυτός ορισμός του εγκλήματος γίνεται σήμερα ευρέως δεκτό ότι παραπέμπει σε μια τρίβαθμη δόμηση του εγκλήματος που περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία: Πράξη - άδικο - καταλογισμός.
Η ανάλυση των ζητημάτων αυτών ανήκει κατεξοχήν στα εγχειρίδια του γενικού ποινικού δικαίου. Ωστόσο, μια σύντομη αναφορά είναι απαραίτητη και εδώ, καθώς η δικαστική ψυχιατρική αναφέρεται μεν κυρίως στο τρίτο στοιχείο (καταλογισμός), αλλά προϋποθέτει αποσαφήνιση και του πρώτου (πράξη).
Αν θέλει κανείς να προσεγγίσει αυτόν τον φαινομενικά απλό ορισμό του άρθρου 14 ΠΚ, σύντομα θα διαπιστώσει ότι πρόκειται για μια νοηματική αλληλουχία τριών επιπέδων, που οδηγεί τον ερμηνευτή και εφαρμοστή σε μια αντίστοιχη χρονική σειρά εξέτασής τους.
1. Υπάρχει πράξη;
2. Είναι άδικη;
3. Είναι καταλογιστή;
Στο πρώτο επίπεδο, ο ίδιος ο νομοθέτης (άρθρο 14 παρ. 2) σπεύδει να διευκρινίσει ότι πράξη δεν είναι μόνο η (θετική) ενέργεια, αλλά και η παράλειψη.
Έτσι, για να αποφανθούμε αν υπάρχει πράξη δεν αρκεί να διαπιστώσουμε κάποια σωματική κίνηση του δράστη (ο Α πυροβολεί, αρπάζει μια τσάντα, σπάει το τζάμι ενός αυτοκινήτου κ.λπ.), αλλά θα πρέπει ανατρέξουμε στο νόημα της συμπεριφοράς του δράστη.
Ο Α βρίσκεται στην άκρη του λιμανιού και ατενίζει το πλοίο που μόλις διακρίνεται στο βάθος. Δεν υπάρχει πράξη.
Ο Α βρίσκεται στην άκρη του λιμανιού και ατενίζει το πλοίο που μόλις διακρίνεται στο βάθος, ενώ λίγα μέτρα πιο πέρα ο Β που έχει πέσει στην θάλασσα και κινδυνεύει να πνιγεί καλεί σε βοήθεια. Υπάρχει πράξη με την μορφή παράλειψης (307 ΠΚ).
Εδώ, από πλευράς Δικαστικής Ψυχιατρικής, δεν μας ενδιαφέρει κυρίως το ζήτημα της παράλειψης ως πράξης, αλλά το ζήτημα της αποσαφήνισης της έν-
Σελ. 10
νοιας της πράξης. Μπορούμε άραγε να ισχυρισθούμε ότι και στην πρώτη περίπτωση υπάρχει πράξη; Από τη θεωρία του ποινικού δικαίου γνωρίζουμε ότι πράττουν μόνο οι άνθρωποι και όχι τα ζώα ή οι φυσικές δυνάμεις, πράττουν τα φυσικά πρόσωπα και όχι τα νομικά πρόσωπα, πράττει εκείνος που δεν βρίσκεται σε κατάσταση ύπνου, αναισθησίας κ.λπ. Από την άποψη αυτή, ο Α πράγματι πράττει, κάνει κάτι.
Τι κάνει ο Α; Βρίσκεται στην άκρη του λιμανιού και ατενίζει το πλοίο που μόλις διακρίνεται στο βάθος άρα έχει επιλέξει να κάνει αυτό και όχι κάτι άλλο, να καθίσει στο διπλανό παγκάκι, να βουτήξει στην θάλασσα, στέκεται αντί να περπατάει, δεν διάβαζε το βιβλίο που έχει στην τσέπη του, δεν τηλεφωνεί σε κάποιον με το κινητό του κ.λπ.
Όμως, η πράξη του αυτή δεν είναι πράξη κατά το άρθρο 14 ΠΚ, καθώς για το ποινικό δίκαιο ως πράξη (θετική ενέργεια ή παράλειψη) νοείται μόνο εκείνη που «τιμωρείται από το νόμο», ή όπως θα λέγαμε στην γλώσσα της ποινικής θεωρίας αυτή που «πληροί την ειδική υπόσταση κάποιου εγκλήματος».
Συνεπώς, κατά την κρατούσα σήμερα άποψη περί τρίβαθμης δόμησης του εγκλήματος, στο πρώτο επίπεδο εντάσσεται η «πράξη που τιμωρείται από το νόμο», δηλ. α1) ανθρώπινη συμπεριφορά α2) που πληροί την ειδική υπόσταση ενός εγκλήματος/τυποποιείται από τον ποινικό νομοθέτη.
Για να απαντήσουμε λοιπόν στο πρώτο ερώτημα, δεν αρκεί να διαπιστώσουμε την ύπαρξη ανθρώπινης συμπεριφοράς, αλλά θα πρέπει να ανατρέξουμε και σε μια συγκεκριμένη ποινική διάταξη, τα στοιχεία της οποίας υπάρχουν (πλήρωση της ειδικής υπόστασης του εγκλήματος). Η επιτυχής ολοκλήρωση αυτού του πρώτου ελέγχου οδηγεί αναγκαία και στην καταφατική απάντηση του πρώτου ερωτήματος (π.χ. ναι υπάρχει πράξη, απλή σωματική βλάβη του άρθρου 308 ΠΚ).
Έτσι, όμως, σύμφωνα με τα όσα γνωρίζουμε από το γενικό ποινικό δίκαιο και επειδή δεν υπάρχουν στο σύστημά μας λόγοι θεμελίωσης του αδίκου ή του καταλογισμού, αλλά μόνο λόγοι άρσης του αδίκου (άρθρα 20 επ.) και άρσης του καταλογισμού (άρθρα 25 επ.), η καταφατική απάντηση του πρώτου ερωτήματος (ναι υπάρχει απλή σωματική βλάβη) συνεπάγεται αναγκαία και τις ακόλουθες προσωρινές απαντήσεις:
2* Ναι υπάρχει καταρχήν άδικη πράξη.
3* Ναι υπάρχει καταρχήν καταλογιστή πράξη.
Στην συνέχεια, η αρνητική κρίση ότι δεν υπάρχει κάποιος λόγος άρσης του αδίκου μας οδηγεί στην τελική απάντηση:
2. Ναι υπάρχει τελικά άδικη πράξη.
Και η αρνητική κρίση ότι δεν υπάρχει κάποιος λόγος άρσης του καταλογισμού στην τελική απάντηση:
Σελ. 11
3. Ναι υπάρχει τελικά καταλογιστή πράξη.
Η ολοκλήρωση της κρίσης του εγκλήματος σε αρκετές περιπτώσεις προϋποθέτει και έναν πρόσθετο αρνητικό έλεγχο των προϋποθέσεων που αποκλείουν την επιβολή ποινής/το τιμωρητό (όπως η παραγραφή, η έμπρακτη μετάνοια, η υπαναχώρηση από μη πεπερασμένη απόπειρα κ.λπ.).
Επιστρέφοντας τώρα στον χώρο της Δικαστικής Ψυχιατρικής, σε επίπεδο ποινικού κώδικα η λειτουργία της εντοπίζεται κυρίως στην ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 34 και 36 ΠΚ δηλαδή στους λόγους άρσης ή μείωσης του καταλογισμού.
Ωστόσο, η αποστολή αυτή δυσχεραίνεται μερικές φορές από την ανεπαρκή οριοθέτηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς, δηλ. από την πρώτη βαθμίδα του εγκλήματος.
Προκειμένου λοιπόν να προσεγγίσουμε το κύριο αντικείμενο της δικαστικής ψυχιατρικής, αν δηλ. μια πράξη είναι καταλογιστή στον δράστη της, και πιο συγκεκριμένα αν για τους λόγους που αναφέρονται στα άρθρα 34 και 36 ΠΚ αίρεται ή μειώνεται η ικανότητα καταλογισμού του δράστη, απαραίτητο είναι να διευκρινίσουμε πότε έχουμε πράξη.
Κριτήρια πράξης
Το ερώτημα σχετικά με τον προσδιορισμό της πράξης απασχολεί συστηματικά την θεωρία του ποινικού δικαίου τουλάχιστον από τις αρχές του 18ου αιώνα, αν και σήμερα η σχετική συζήτηση φαίνεται να έχει ατονήσει, καθώς έχει επικεντρωθεί στο άδικο και την ενοχή, που θεωρούνται οι σημαντικότερες βαθμίδες του εγκλήματος. Πάντως, ακόμη και στην πρώτη βαθμίδα του εγκλήματος (πράξη που πληροί την ειδική υπόσταση) το ενδιαφέρον φαίνεται να στρέφεται περισσότερο στο δεύτερο σκέλος (δηλ. την πλήρωση της ειδικής υπόστασης του εγκλήματος) και λιγότερο στην πράξη καθαυτή, δηλ. στο πρώτο σκέλος (τι είναι πράξη; τι είναι ανθρώπινη συμπεριφορά).
Ωστόσο, η έννοια της πράξης δεν μπορεί να εγκαταλειφθεί, ούτε καν να παραμερισθεί, διότι αποτελεί το αρχικό σημείο αναφοράς τόσο για την πλήρωση της ειδικής υπόστασης, όσο και για την κρίση περί αδίκου και καταλογισμού. Για την Δικαστική Ψυχιατρική, το ερώτημα τι είναι πράξη στο ποινικό δίκαιο είναι καθοριστικό, καθώς προκειμένου να ασχοληθούμε με τις περιπτώσεις, όπου λόγω «διανοητικής ή ψυχικής διαταραχής ή διατάραξης της συνείδησης» αίρεται ή ελαττώνεται η ικανότητα του καταλογισμού, θα πρέπει πρώτα να έχουμε εξετάσει αν υπάρχει καν ανθρώπινη πράξη.
Σελ. 12
Σε ποιες περιπτώσεις άραγε αναφερόμαστε; Ποιες είναι αυτές οι περιπτώσεις όπου ο έλεγχος αν υπάρχει ανθρώπινη συμπεριφορά (πράξη) δεν προηγείται απλώς λογικά-συστηματικά του ελέγχου της ενοχής κατά τα άρθρα 34 και 36 ΠΚ, αλλά δημιουργεί και ουσιαστικές δυσχέρειες να διαπιστώσουμε αν δεν υπάρχει πράξη ή υπάρχει μεν πράξη της οποίας αίρεται ή ελαττώνεται η ενοχή.
Δεν αναφερόμαστε φυσικά στις περιπτώσεις, όπου δεν υπάρχει ανθρώπινη συμπεριφορά, διότι πρόκειται για «πράξεις» ζώων, νομικών προσώπων ή φυσικά φαινόμενα (λείπει το στοιχείο «ανθρώπινη»), αλλά για περιπτώσεις όπου υπάρχει άνθρωπος-φυσικό πρόσωπο, όμως αυτός δεν πράττει (ανθρώπινη μη-πράξη). Σχετικές είναι εδώ οι περιπτώσεις της ανθρώπινης πράξης που τελείται υπό συνθήκες βίας, περιπτώσεις απάλειψης της συνείδησης, ανακλαστικές κινήσεις, οι αυτοματισμοί και οι βραχυκυκλωτικές αντιδράσεις.
Για τις περιπτώσεις βίας, κρατεί η διάκριση μεταξύ απόλυτης βίας (vis absoluta) και vis compulsiva. Στην πρώτη περίπτωση, το ανθρώπινο σώμα χρησιμοποιείται ως υλικό αντικείμενο-όργανο από τρίτο πρόσωπο. Ο Α σπρώχνει τον Β, ο οποίος πέφτει πάνω στον Γ, προκαλώντας την πτώση και τον τραυματισμό του τελευταίου. Ο Β δεν πράττει αν και το δικό του σώμα προκάλεσε το αποτέλεσμα (σωματική βλάβη).
Η αξιολόγηση δεν αλλάζει στην περίπτωση που ο Β ευρισκόμενος σε ψυχωσικό παραλήρημα και κραδαίνοντας μαχαίρι αναζητεί τους εκπροσώπους του Σατανά για να τους εξολοθρεύσει και ο Α τον σπρώχνει πάνω στον Γ προκαλώντας τον τραυματισμό του Γ. Και εδώ δεν υπάρχει καν πράξη του ακαταλόγιστου, ο οποίος δεν αντελήφθη καν τι συνέβη και πιστεύει ότι με το μαχαίρι απέκρουσε επίθεση του Σατανά. Αφού λείπει το στοιχείο της πράξης (ο Β σπρώχτηκε από τον Α) περιττεύει κάθε συζήτηση περί της ικανότητας του καταλογισμού του Β.
Στην περίπτωση της vis compulsiva, όταν δηλ. ασκείται (φυσικός ή ψυχικός) καταναγκασμός σε άλλον, ο οποίος όμως διατηρεί τον έλεγχο της πράξης του, υπάρχει πράξη, το δε ζήτημα της ποινικής ευθύνης του εξαναγκαζόμενου θα κριθεί στο επίπεδο του καταλογισμού.
Ομοφωνία υπάρχει επίσης ότι δεν υπάρχει ανθρώπινη πράξη, σε περιπτώσεις απάλειψης της συνείδησης (τέτοιες είναι οι περιπτώσεις του ύπνου, της κρίσης του επιληπτικού ή του υπνοβάτη), αλλά και στις ανακλαστικές κινήσεις (ρεφλέξ), όπως άμεσες σωματικές αντιδράσεις σε εξωτερικά ερεθίσματα
Σελ. 13
(κλείσιμο των ματιών όταν δεχόμαστε ψεκασμό σε αυτά ή κάποιο αντικείμενο μπορεί να εισέλθει στο μάτι μας, αντιδράσεις σε τσιμπήματα ή επαφές του σώματος με το ηλεκτρικό ρεύμα, την φωτιά κ.λπ.).
Κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των περιπτώσεων είναι η απουσία σωματικής κίνησης του ατόμου που να έχει τον χαρακτήρα ανθρώπινης ενέργειας, αφού στις περιπτώσεις απάλειψης της συνείδησης το ανθρώπινο σώμα δεν είναι τίποτα περισσότερο από υλικό αντικείμενο, ενώ στις ανακλαστικές κινήσεις οι σωματικές κινήσεις έχουν καθαρά μηχανικό χαρακτήρα. Λείπει το απαραίτητο στοιχείο της κυριαρχίας πάνω στο ανθρώπινο σώμα. Διαφορετικές είναι πάντως οι απόψεις που υποστηρίζονται για τα θετικά προσδιοριστικά στοιχεία της ανθρώπινης συμπεριφοράς.
Απλούστερα διατυπωμένο: Όταν δεν υπάρχει κυριαρχία επί του σώματος, δεν υπάρχει πράξη.
Όταν υπάρχει κυριαρχία επί του σώματος, υπάρχει πράξη ή απαιτείται κάποιο πρόσθετο στοιχείο;
Δεν μπορούμε εδώ να αναφερθούμε αναλυτικά στις διάφορες απόψεις που έχουν υποστηριχθεί στην θεωρία του ποινικού δικαίου, αλλά είναι ενδεικτικό ότι σήμερα γίνεται κυρίως λόγος για «εξωτερίκευση του ψυχικού κόσμου του δράστη», για «εκδήλωση της συνείδησης» ή για «έκφραση της ανθρώπινης προσωπικότητας».
Δύο ακόμη κατηγορίες φαίνεται να απασχολούν την σύγχρονη θεωρία περί ποινικής πράξης. Η πρώτη είναι οι λεγόμενοι αυτοματισμοί, δηλ. σωματικές κινήσεις που εκτελούνται με αυτοματοποιημένο τρόπο (π.χ. στην οδική διαδικασία). Σύμφωνα με την απολύτως κρατούσα άποψη, οι αυτοματισμοί συνιστούν πράξη, διότι μπορεί να μην αποτελούν προϊόν μιας συνειδητής απόφασης εκείνης της συγκεκριμένης στιγμής, αλλά εντάσσονται σε έναν ευρύτερο σχεδιασμό του ατόμου, αποτελούν με άλλα λόγια τμήμα μιας γενικότερης απόφασης (π.χ. να σταματώ στο κόκκινο φανάρι, να βγάζω φλας όταν στρίβω κ.λπ.) και επίσης τελούν υπό τον διαρκή έλεγχο του ατόμου το οποίο ανά πάσα στιγμή μπορεί να αποφασίσει διαφορετικά και να πράξει με τρόπο διαφορετικό από ό,τι μέχρι τώρα έπραττε. Η αυτοματοποιημένη ενέργεια απο-
Σελ. 14
τελεί απλοποίηση της εκδήλωσης της ανθρώπινης βούλησης και όχι ακύρωση ή παράκαμψή της.
Πιο περίπλοκα εμφανίζονται τα πράγματα στην περίπτωση της λεγόμενης «πλύσης εγκεφάλου». Η πρώτη δυσχέρεια ανακύπτει ήδη σε σχέση με τον εννοιολογικό προσδιορισμό της. Στην καθημερινή γλώσσα, αναφέρεται σε διάφορες μορφές συμπεριφοράς, οι οποίες ποικίλουν ως προς την ένταση και τις ιδιότητές τους με κοινό χαρακτηριστικό την προσπάθεια που καταβάλλεται να μεταβάλει το άτομο-αποδέκτης της πλύσης εγκεφάλου τις απόψεις του. Στην ηπιότερη μορφή της, πρόκειται για τεχνικές επηρεασμού της κοινής γνώμης ή μεμονωμένων ατόμων με πολιτικό, ιδεολογικό ή εμπορικό περιεχόμενο. Σύμφωνα με έναν τέτοιο ορισμό: είναι «η συνεχής προπαγάνδα που ασκείται υπέρ ή κατά προσώπου, κοινωνικής ομάδας ή πράγματος και η οποία στοχεύει στη διαμόρφωση συγκεκριμένης στάσης, θετικής ή αρνητικής, απέναντί τους». Κατά μια περιεκτική και εύστοχη διατύπωση, πρόκειται για την «συστηματική και πιεστική προσπάθεια με στόχο την ακούσια αλλαγή των πολιτικών και κοινωνικών πεποιθήσεων, στάσεων ή συναισθημάτων ενός ατόμου ή μιας ομάδας και την υιοθέτηση άλλων».
Στις περιπτώσεις που ενδιαφέρουν το ποινικό δίκαιο, αναγκαίο στοιχείο είναι η συστηματική και συχνά βίαιη εμφύτευση απόψεων σε έναν άλλο άνθρωπο, που μάλιστα λαμβάνει την μορφή θραύσης της ανθρώπινης βούλησης και μεταβολής της κρίσης και των απόψεων του άλλου μέσω άσκησης ισχυρής σωματικής και ψυχικής πίεσης. Συμπερασματικά, λοιπόν, για το ποινικό δίκαιο και την Δικαστική Ψυχιατρική θα πρέπει να διακρίνουμε μεταξύ τεχνικών επηρεασμού της βούλησης-σκέψης και πλύσης εγκεφάλου υπό στενή έννοια, όπου πρόκειται για τεχνικές εξάλειψης και αναδιαμόρφωσης της ανθρώπινης προσωπικότητας συνολικά ή σε ορισμένα πεδία συμπεριφοράς. Η διάκριση αυτή είναι σημαντική για την ποινική αξιολόγηση των αντίστοιχων περιπτώσεων, όπως θα δούμε στην συνέχεια.
Το δεύτερο, και ίσως σημαντικότερο, ερώτημα είναι αν είναι δυνατή η πλύση του εγκεφάλου, ή αν αποτελεί απλώς ευφάνταστο δημιούργημα κάποιων ή τμήμα συνωμοσιολογικών θεωριών.
Σελ. 15
Ενδιαφέρουσα είναι στο σημείο αυτό η παρατήρηση της Kathleen Taylor, που στην εισαγωγή του βιβλίου της Brainwashing, σημειώνει: «Όταν έγραφα αυτό το βιβλίο, κατέστη προφανές ότι οι αντιδράσεις των ανθρώπων στην ιδέα ενός βιβλίου για την πλύση εγκεφάλου χωρίζονταν σχεδόν πάντα σε δύο κατηγορίες. Η πρώτη, πολυπληθέστερη ομάδα ανθρώπων μου έλεγε «Τι συναρπαστικό!» και μου έκανε πολλές ερωτήσεις. Η δεύτερη ομάδα αντιδρούσε χλευαστικά: «Πλύση εγκεφάλου;», το ξέρεις ότι όλα αυτά είναι σαχλαμάρες, έτσι δεν είναι;».
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην διεθνή βιβλιογραφία μνημονεύονται συνήθως δυο περιπτώσεις που προέρχονται από την αμερικανική νομολογία: της Patty Hearst και του επιλοχία William Olsen.
Περίπτωση P. Hearst:
Η P. Hearst, εγγονή και κληρονόμος του πανίσχυρου αμερικανού ιδιοκτήτη ΜΜΕ W.R. Hearst απήχθη από μια οργάνωση που αυτοαποκαλείτο Συμβιονικός Απελευθερωτικός Στρατός. Κρατήθηκε δεμένη και με σφραγισμένα τα μάτια για εβδομάδες, δεχόμενη σωματικές επιθέσεις, απειλές ότι θα την σκοτώσουν και εξαναγκαζόμενη να έρθει σε ερωτική επαφή με μέλη της ομάδας. Μετά από περίπου τρεις μήνες, η ιστορία προκάλεσε ακόμη μεγαλύτερη αίσθηση, καθώς διαπιστώθηκε ότι η Hearst συμμετείχε σε ένοπλη ληστεία τράπεζας, μετά την οποία αποκήρυξε την οικογένειά της και εξέφρασε την υποστήριξη της στους στόχους της ομάδας. Συνελήφθη μετά από ενάμιση χρόνο περίπου, αφού είχε μεσολαβήσει άλλη μία ένοπλη ληστεία και ένοπλη σύγκρουση με την αστυνομία, κατά την οποία έξι μέλη της ομάδας είχαν σκοτωθεί. Aνέφερε στην αστυνομία ότι εργάζεται για το «αντάρτικο πόλεων» και διακήρυξε την πίστη της στην επανάσταση.
Περίπτωση W. Olsen
Ο επιλοχίας Όλσεν συνελήφθη, κατά την διάρκεια του πολέμου της Κορέας στα τέλη του 1950 και μεταφέρθηκε σε στρατόπεδο αιχμαλώτων, το οποίο διοικούσαν Κινέζοι που είχαν σκοπό να τους «επανεκπαιδεύσουν» σχετικά με την αληθή φύση του πολέμου δηλ. ότι είναι θύματα πολεμοκάπηλων και επιτέθηκαν στην Κορέα. Η «επανεκπαίδευση» περιλάμβανε ατέλειωτες ώρες ομιλιών, ομαδικών συζητήσεων και ανακρίσεων. Μέσω αυτής της διαδικασίας πειθούς, που δεν περιλάμβανε σημαντικές απειλές ή εξαναγκασμό τα αποτελέσματα ήταν αξιοσημείωτα. Οι αιχμάλωτοι κατέδιδαν ο ένας τον άλλον, απέτρεπαν αποδράσεις άλλων κρατουμένων και με τον έναν ή τον άλλο τρόπο συνεργάσθηκαν με τον εχθρό. Η τεχνική που χρησιμοποιήθηκε είχε ως κεντρικό
Σελ. 16
άξονα την τακτική «ξεκινούμε από τα μικρά και χτίζουμε πάνω σε αυτά» δηλ. μιας σταδιακής μεταβολής απόψεων που ξεκινούσε από λιγότερο σημαντικά θέματα για να προχωρήσει σε σημαντικότερες υποχωρήσεις. Όταν επιτυγχανόταν το επιθυμητό αποτέλεσμα, οι νέες απόψεις του αιχμαλώτου μεταδίδονταν μέσω ραδιοφώνου σε όλη την Κορέα. Ο αιχμάλωτος ήταν πλέον «συνεργάτης», ο οποίος μάλιστα αφού δεν είχε εξαναγκασθεί ψυχικά ή σωματικά, αισθανόταν ότι πρέπει να προσαρμοσθεί στη νέα του ταυτότητα που τον εξέφραζε αυθεντικά.
Στις ανωτέρω περιπτώσεις, αλλά και σε άλλες αντίστοιχες, τα αμερικανικά δικαστήρια δέχθηκαν πλήρη ποινική ευθύνη των κατηγορουμένων, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό ότι βρίσκονταν σε κατάσταση εξαναγκασμού που αποκλείει την ποινική ευθύνη (duress).
Οι δυνατές αξιολογήσεις των περιπτώσεων «πλύσης εγκεφάλου» είναι οι ακόλουθες:
Πλήρης ποινική ευθύνη του δράστη.
Μη Καταλογιστή πράξη (λόγω duress κατά το αγγλικό-αμερικανικό δίκαιο, ή λόγω μη φευκτού της υπαιτιότητας ή γενικότερα άρσης του καταλογισμού).
Μη πράξη.
Πριν εξετάσουμε την τρίτη επιλογή που μας ενδιαφέρει κυρίως εδώ, ας διευκρινίσουμε τα ακόλουθα:
Ο όρος «πλύση εγκεφάλου» δεν έχει απολύτως προσδιορισμένο εννοιολογικό περιεχόμενο με αποτέλεσμα να χρησιμοποιείται ακόμη και για περιπτώσεις απλού επηρεασμού της βούλησης ενός άλλου προσώπου μέσω επαναλαμβανόμενης μετάδοσης διαφημιστικών μηνυμάτων. Τέτοιου είδους μικρής ή μεσαίας έντασης παρεμβάσεις στην ανθρώπινη βούληση δεν μπορούν να επηρεάζουν την ποινική ευθύνη, αλλά μπορούν ενδεχομένως να λαμβάνονται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και τούτο γιατί σε όλες αυτές τις περιπτώ-
Σελ. 17
σεις ο δράστης διατηρεί την συνείδησή του, έχει κυριαρχία στην πράξη του, απλώς έχει επηρεαστεί σε σχέση με τα κίνητρα και τους σκοπούς της συμπεριφοράς του. Διαφορετική πρέπει να είναι η αντιμετώπιση εκείνων των περιπτώσεων (υψηλής έντασης παρέμβασης) όπου το δρών υποκείμενο διατηρεί μεν τον έλεγχο της πράξης, την οποία θεωρεί δική του χωρίς να την επιθυμεί, αλλά δεν «μπορεί να κάνει αλλιώς» γιατί αισθάνεται μια αξεπέραστη ψυχική πίεση να προσαρμοστεί-συμβιβαστεί με τις απαιτήσεις του καθοδηγητή του, της ομάδας, της σέχτας κ.λπ., επειδή σε διαφορετική περίπτωση θα θεωρηθεί άπιστος, αμαρτωλός, προδότης κ.λπ. Όταν αυτή η πίεση αποκλείει το «άλλως δύνασθαι πράττειν» του δράστη, αποκλείεται το δεοντολογικό συστατικό του καταλογισμού.
Τι γίνεται όμως στην περίπτωση όπου μέσω της πλύσης εγκεφάλου σε ακραία μορφή (στην πραγματικότητα της πλύσης με στενή έννοια) εξαλείφεται εντελώς η προσωπικότητα του ατόμου (είτε καθολικά, είτε σε ορισμένο πεδίο δραστηριότητας π.χ. πολιτική ή φιλοσοφική άποψη, γνώμη για συγκεκριμένο πρόσωπο ή ομάδα ανθρώπων) και εμφυτεύεται εξωτερικά μια άλλη εντελώς ξένη «προσωπικότητα»; Ο Ν. Ανδρουλάκης, παρότι δέχεται ότι το πρόσωπο αυτό δεν έχει καμιά σχέση με το πρόσωπο που ήταν πριν ο δράστης και το πρόσωπο που είναι τώρα, θεωρεί ότι και εδώ πρόκειται για αποκλεισμό του καταλογισμού λόγω έλλειψης του δεοντολογικού στοιχείου της ενοχής (μη φευκτό της υπαιτιότητας).
Συνεπέστερο μου φαίνεται πως είναι να δεχθούμε ότι σε αυτές τις περιπτώσεις δεν έχουμε καν πράξη και τούτο διότι ο απολύτως ελεγχόμενος Α χρησιμοποιείται ως απολύτως ελεγχόμενο αντικείμενο (σαν τον εκπαιδευμένο σκύλο που διατάζει ο αφέντης του), δεν διαφέρει από ένα μηχάνημα που ο τρίτος χειρίζεται, είναι στην πραγματικότητα ένα ανθρώπινο ρομπότ, που δεν προσπαθεί ανεπιτυχώς να αντισταθεί σε κάποια εξωτερική ψυχική πίεση τρίτου (αφόρητη ψυχική πίεση), αλλά έχει μεταλλαχθεί σε όχημα εκτέλεσης της βούλησης του τρίτου και δεν αντιλαμβάνεται καν ότι πραγματώνει την βούληση τρίτου.
Για να καταλήξουμε βέβαια στην παραδοχή μιας τέτοιας πλύσης εγκεφάλου που οδηγεί σε μη-πράξη, θα πρέπει να συνεκτιμήσουμε τους εξής παράγοντες:
Η μεταβολή τα προσωπικότητας του ατόμου πρέπει να είναι αποτέλεσμα σκόπιμης πράξης τρίτου που έχει ακριβώς αυτό τον σκοπό.
Σελ. 18
Το παράδοξο, εντελώς διαφορετικό των νέων στοιχείων της προσωπικότητας σε σχέση με τα προηγούμενα. Όσο ριζικότερη η μεταβολή, τόσο πειστικότερο να μιλήσουμε για πλύση εγκεφάλου.
Το χρονικό πλαίσιο της μεταβολής. Όσο πιο ραγδαία και απότομη η μεταβολή της προσωπικότητας, τόσο ισχυρότερες οι ενδείξεις ότι πρόκειται για πλύση εγκεφάλου.
Η αδυναμία άλλης πειστικής εξήγησης. Η πλύση εγκεφάλου είναι μια εξαιρετικά σπάνια περίπτωση και θα πρέπει να χρησιμοποιείται ως ερμηνευτικό εργαλείο για την αλλαγή προσωπικότητας, όταν δεν υπάρχει άλλη εύλογη εξήγηση (π.χ. ο ειρηνικός Γ μεταβάλλεται σε άκρως επιθετικό και βίαιο άτομο μετά την δολοφονία του αδελφού του).
Η ένταση των νέων πεποιθήσεων. Η πλύση εγκεφάλου οδηγεί στην υιοθέτηση απόψεων, στις οποίες το άτομο εμμένει απολύτως και χωρίς περιορισμούς.
Η χρήση ψυχικής και σωματικής πίεσης. Συνηθέστερα, η επιτυχημένη πλύση εγκεφάλου συνδυάζεται με την άσκηση έντονης και συστηματικής ψυχικής ή σωματικής πίεσης, χωρίς να αποκλείεται πάντως και η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος με περιορισμένη άσκηση πίεσης ή και χωρίς πίεση, αλλά με χρήση τεχνικών παραπλάνησης και χειραγώγησης.
Σελ. 19
2. Το βασικό ερώτημα: Πότε ο δράστης είναι ένοχος; Πότε φταίει;
Το επόμενο και βασικό ερώτημα που απασχολεί την Δικαστική Ψυχιατρική εντοπίζεται στην τρίτη βαθμίδα του εγκλήματος, τον καταλογισμό της πράξης στο δράστη ή, με άλλη διατύπωση, την ενοχή του. Η κατάφαση ανθρώπινης πράξης που πληροί την ειδική υπόσταση ενός εγκλήματος μας παρέχει ως πρώτο δεδομένο ότι ένας άνθρωπος πράττει (με θετική ενέργεια ή παράλειψη) και η πράξη του αυτή έχει τα χαρακτηριστικά στοιχεία α, β, γ… ενός εγκλήματος. Η κρίση ότι η πράξη αυτή δεν είναι μόνο καταρχήν άδικη (αυτό το γνωρίζουμε ήδη από την πρώτη βαθμίδα), αλλά και τελειωτικά άδικη (δεν υπάρχει λόγος άρσης του αδίκου) ολοκληρώνει θα έλεγε κανείς (έστω σχηματικά) την αντικειμενική διάσταση του εγκλήματος. Όμως, η πράξη καθίσταται έγκλημα, μόνο εφόσον συνδεθεί με συγκεκριμένο υποκείμενο, κρίση που ολοκληρώνεται στην τρίτη βαθμίδα (καταλογισμός). Μόνο τότε κάποιος είναι ένοχος, έχει ενοχή (Schuld), όταν φταίει, όταν μπορεί να του αποδίδεται μομφή για αυτό που έπραξε. Χωρίς αυτή την προσωπική σύνδεση με την πράξη, χωρίς δηλ. την κατάφαση της ύπαρξης ενός ένοχου υποκειμένου καμιά ποινή δεν είναι δυνατή· βρισκόμαστε απλώς σε ένα επίπεδο διαπίστωσης της σύγκρουσης μιας πράξης-εξωτερικού συμβάντος με ένα αξιολογικό σύστημα (το σύστημα ποινικών κανόνων).
Σύμφωνα με την ποινική θεωρία, αυτή η μομφή μπορεί να αποδοθεί εφόσον προηγηθεί η καταφατική απάντηση σε τρία ειδικότερα ερωτήματα:
Ο συγκεκριμένος άνθρωπος είχε ικανότητα για καταλογισμό;
Είχε υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια) την οποία απαιτεί το συγκεκριμένο έγκλημα;
Μπορούσε να πράξει αλλιώς στην συγκεκριμένη περίσταση;
Παλιότερα, αυτή η προσωπική μομφή του δράστη, η ενοχή του γινόταν δεκτή με κύριο σημείο αναφοράς την ψυχική στάση του δράστη (ψυχολογική θεωρία της ενοχής). Παρά την αρχική πειστικότητα αυτής της θεώρησης (φταις γιατί είχες ψυχική σύνδεση με την αξιόποινη πράξη, η πράξη δεν σου ήταν ψυχικά ξένη) η άποψη αυτή δεν υποστηρίζεται πλέον, διότι προσκρούει de lege lata σε δύο ανυπέρβλητα εμπόδια. Πρώτα απ’ όλα, ψυχική σύνδεση με την πράξη (π.χ. δόλο) μπορεί να έχει και ο δράστης που δεν είναι ένοχος, γιατί δεν
Σελ. 20
έχει συνείδηση του αδίκου της πράξης ή δεν μπορεί να συμμορφωθεί με την αντίληψή του αυτή, αλλά και διότι κάποιος μπορεί να είναι ποινικά υπεύθυνος χωρίς να έχει κάποια (ενεργή) ψυχική σύνδεση με την πράξη, όπως δηλ. συμβαίνει στην περίπτωση της άνευ συνειδήσεως αμέλειας. Όπως φανερώνει ο ίδιος ο προσδιορισμός αυτού του είδους αμέλειας, εδώ δεν υπάρχει μια ελαττωματική ψυχική σύνδεση με την πράξη (γνωρίζω, αλλά είμαι απρόσεκτος), αλλά ελλείπει κάθε ψυχική σύνδεση με την πράξη, λόγω ασυγχώρητης αδιαφορίας.
Κρατούσα είναι σήμερα η αξιολογική ή δεοντολογική θεωρία, που αποδίδει την μομφή στον δράστη ως αξιολόγηση της συμπεριφοράς του από την έννομη τάξη, που περιλαμβάνει και την κρίση περί της συγκεκριμένης δυνατότητας του δράστη να αποφύγει την πράξη του δηλ. ως μια αξιολογική κρίση περί μιας ψυχικής κατάστασης.
Στην γερμανική θεωρία, υποστηρίζεται μεμονωμένα (κυρίως από τον G. Jakobs) και η λεγόμενη λειτουργική θεωρία περί ενοχής, που ανάγει την ενοχή στην γενικοπροληπτική λειτουργία της ποινής και ουσιαστικά της αφαιρεί το ουσιαστικό της περιεχόμενο καθιστώντας την παράγωγο των σκοπών της ποινής (και πιο συγκεκριμένα της θετικής γενικής πρόληψης). Μια ενδιάμεση θέση υποστηρίζει ο C. Roxin, ο οποίος συμπληρώνει την ενοχή (την οποία ορίζει ως κανονιστική δεκτικότητα του υποκειμένου-normative Ansprechbarkeit) με το στοιχείο της «προληπτικής αναγκαιότητας της κύρωσης» εντάσσοντας και τα δύο στοιχεία στην ευρύτερη κατηγορία της υπευθυνότητας.
Κύριο συνδετικό στοιχείο όλων των βασικών απόψεων για την ενοχή είναι ότι συνδέουν την αξιόποινη πράξη με μια προσωπική μομφή προς τον δράστη που προϋποθέτει την προσωπική του ευθύνη. Αυτή η προσωπική ευθύνη του δράστη έχει, όπως αναφέρθηκε, ως πρώτη προϋπόθεση την ικανότητα καταλογισμού.
Σελ. 21
3. Ελευθερία της βούλησης ή ετεροκαθορισμός
Η μομφή προς τον δράστη προϋποθέτει προσωπική ευθύνη. Αυτή η βασική παραδοχή του ποινικού δικαίου θέτει αναπόφευκτα το ερώτημα: Μα υπάρχει προσωπική ευθύνη: Έχουμε, με άλλα λόγια, την δυνατότητα να αποφασίζουμε και να πράττουμε σύμφωνα με τις αποφάσεις μας, ή μήπως οι πράξεις μας είναι αποτέλεσμα άλλων αιτίων και όχι δικής μας βούλησης;
Το ερώτημα αυτό, θα μας απασχολήσει συνοπτικά και εδώ, διότι η απάντησή του επηρεάζει και την δικαστική ψυχιατρική, υπό την έννοια ότι ο προσδιορισμός των εξαιρετικών περιπτώσεων (ψυχική ή διανοητική διαταραχή, διατάραξη της συνείδησης) που αποκλείουν ή ελαττώνουν την ενοχή, σημαίνει ότι και η δικαστική ψυχιατρική, όπως και το ποινικό δίκαιο, εκκινεί από την αντίληψη ότι στις «κανονικές» περιπτώσεις υπάρχει προσωπική ευθύνη και άρα ελεύθερη βούληση.
Ο Ποινικός μας Κώδικας εκκινεί από την θέση ότι, αν δεν υπάρχουν κάποιοι εξαιρετικοί λόγοι (όπως των άρθρων 34, 36 ΠΚ) είμαστε όλοι ικανοί για καταλογισμό, ποινικά υπεύθυνοι για τις πράξεις μας και συνεπώς η τιμωρία που τυχόν μας επιβληθεί είναι δίκαιη. Τα ίδια δέχονται όλες οι σύγχρονες νομοθεσίες που συνδέουν το ποινικό τους σύστημα με την προσωπική ενοχή.
Μεγάλο μέρος της θεωρίας, μέχρι και σήμερα, δεν ασχολείται καν με το ερώτημα, διότι «ο ποινικός καταλογισμός (επομένως δε και ο ποινικός κολασμός) ουδεμίαν σχέσιν έχει με την καθαρώς μεταφυσικήν έριδα μεταξύ Determinismus και Indeterminismus.».
Την κρατούσα αντίληψη περί δεδομένης προσωπικής ευθύνης αποτυπώνει και η θεμελιώδης για το γερμανικό δίκαιο απόφαση του 1952 του Γερμανικού Ακυρωτικού Δικαστηρίου η οποία αποφαίνεται χαρακτηριστικά: «Ο βαθύτερος (ουσιαστικός) λόγος της ενοχικής μομφής εντοπίζεται στο γεγονός ότι ο άνθρωπος από την φύση του διαθέτει την ικανότητα ελεύθερου, υπεύθυνου, ηθικού αυτοκαθορισμού και συνεπώς είναι σε θέση να αποφασίσει υπέρ του Δικαίου και κατά του Αδίκου, να προσαρμόσει την συμπεριφορά του σύμφωνα με τους νομικούς κανόνες και να αποφύγει αυτό που το δίκαιο απαγορεύει, εφόσον διαθέτει την ηθική ωριμότητα και υπό τον όρο ότι η ικανότητά του για ελεύθερο ηθικό αυτοκαθορισμό δεν έχει περιορισθεί προσωρινά ή διαρκώς εξαλειφθεί λόγω των νοσηρών διεργασιών που αναφέρονται στο άρθρο 51 ΓερμΠΚ (σημερινό 20 ΓερμΠΚ)».


