ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΕΝΔΟΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ ΒΙΑΣ

Ζητήματα που ανακύπτουν στην πολιτική δίκη

από 40,00 €

Έως 80,00 €

Συνδυάστε Βιβλίο (έντυπο) + e-book και κερδίστε 15€
Δωρεάν μεταφορικά σε όλη την Ελλάδα για αγορές άνω των 30€

Πληρώστε σε έως άτοκες δόσεις των /μήνα με πιστωτική κάρτα.

Σε απόθεμα

Τιμή: 40,00 €

* Απαιτούμενα πεδία

Κωδικός Προϊόντος: 21345
Σκαμπέλα Μ.
Κατηφόρης Ν.
ΜΕΛΕΤΕΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ & ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ
Ορφανίδης Γ., Πανταζόπουλος Σ., Τσικρικάς Δ., Χριστακάκου-Φωτιάδη Κ.
  • Έκδοση: 2026
  • Σχήμα: 17x24
  • Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
  • Σελίδες: 304
  • ISBN: 978-618-08-0926-8

Τα τελευταία χρόνια, η χώρα μας βρίσκεται όλο και συχνότερα αντιμέτωπη με φαινόμενα βίας και κακοποίησης μέσα στην οικογένεια και στους συντροφικούς δεσμούς. Και ενώ υπάρχει πλούσια βιβλιογραφία επί της ποινικής διάστασης του θέματος, οι αστικές αξιώσεις των θυμάτων και η ορθή δικονομική τους προβολή παραμένουν λιγότερο διερευνημένες. Με στόχο τη χαρτογράφηση ενός ασφαλούς δρόμου δικαστικής επιδίωξης των σχετικών αξιώσεων, η παρούσα έρευνα εξετάζει ζητήματα όπως:

  • Ποιος νοείται ως θύμα για τους σκοπούς του ν. 3500/2006, ως αυτός ισχύει μετά το ν. 5090/2024 και πώς επηρεάζει αυτό την εν δυνάμει ενεργητική νομιμοποίηση στην πολιτική δίκη;
  • Ποια τα συνηθέστερα αιτούμενα ασφαλιστικά μέτρα κατόπιν περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας;
  • Μπορεί να δικαιολογηθεί η έκδοση αυτεπάγγελτης προσωρινής διαταγής σε τέτοιες περιπτώσεις;
  • Ποια τα δικαιώματα των θυμάτων, πώς αυτά προβάλλονται σε επίπεδο κύριας διαγνωστικής δίκης και σε τι πρέπει να αποδοθεί προσοχή διαμορφώνοντας την αγωγή;
  • Ποιο το παραχθέν δεδικασμένο από μια δίκη διαζυγίου λόγω ενδοοικογενειακής βίας;
  • Η προβολή περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας από τον εναγόμενο συνιστά άρνηση ή ένσταση; 
  • Ποιες αλλαγές έφερε ο ν. 5221/2025 στην τακτική διαδικασία και πώς επηρεάζεται η αστική δίκη με πραγματολογικό υπόβαθρο περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας;

    Το παρόν έργο, προσεγγίζοντας το θέμα υπό τα πλέον επίκαιρα νομολογιακά και νομοθετικά δεδομένα, αποτελεί έναν δικονομικό οδηγό προβολής των αστικών αξιώσεων των θυμάτων και απευθύνεται σε κάθε νομικό· από τον δικηγόρο της πράξης ως και τον φοιτητή Νομικής, ο οποίος επιθυμεί να αποκτήσει μία βαθύτερη κατανόηση των διατάξεων της Πολιτικής Δικονομίας.

Πρόλογος

ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ

ΜΕΡΟΣ Α΄

Δικαιοσυγκριτική ματιά, οριοθέτηση εννοιών υπό το φως
του ελληνικού δικαίου και πρώιμοι δικονομικοί προβληματισμοί

Ι. Δικαιοσυγκριτική ματιά∙ μια σύντομη επισκόπηση της αντιμετώπισης
του φαινομένου της ενδοοικογενειακής βίας από άλλα ευρωπαϊκά κράτη 1

ΙΙ. Οριοθέτηση εννοιών υπό το ελληνικό δίκαιο 6

Α. Η έννοια της οικογένειας στο ημεδαπό νομικό στερέωμα και ειδικότερα
υπό το πρίσμα του Ν.
3500/2006 6

1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις 6

α. Η έννοια της οικογένειας στο ιδιωτικό δίκαιο 6

β. Η οριοθέτηση των βαθμών συγγένειας 8

2. Η εν στενή και εν ευρεία εννοία οικογένεια υπό το φως του ν. 3500/2006 9

α. Η εν στενή εννοία οικογένεια 9

β. Η εν ευρεία εννοία οικογένεια 13

3. Επιμέρους προβληματικές στην οριοθέτηση της οικογένειας 14

α. Λοιπές σχέσεις επί των οποίων εφαρμόζεται ο Ν. 3500/2006 14

i. Η ελεύθερη ένωση 14

ii. Οι πρώην σύζυγοι, τα μέρη συμφώνου συμβίωσης που έχει λυθεί,
καθώς και οι πρώην μόνιμοι σύντροφοι 15

iii. Οι φορείς παροχής κοινωνικής μέριμνας 16

β. Τα ομόφυλα ζευγάρια ως οικογένεια∙ η υπαγωγή τους στο ν. 3500/2006 18

i. Γάμος και ομόφυλα ζευγάρια 18

ii. Σύμφωνο συμβίωσης και ομόφυλα ζευγάρια 19

iii. Ελεύθερη ένωση και ομόφυλα ζευγάρια 19

B. Η έννοια της ενδοοικογενειακής βίας 20

1. Η σωματική βία 21

α. Ορισμός και οριοθέτηση 21

β. Η βία ως μέσο σωφρονισμού του ανηλίκου 23

2. Η λεκτική βία 25

3. Η ψυχολογική βία 27

α. Γενικώς επί της ψυχολογικής βίας 27

β. Ειδικώς επί της γονικής αποξένωσης ως μορφής ενδοοικογενειακής βίας 28

4. Η σεξουαλική βία 31

α. Στο γενικότερο οικογενειακό πλαίσιο 31

β. Ειδικά ως προς τους συζύγους 33

Γ. Η οριοθέτηση του θύματος∙ το σημείο τομής μεταξύ ουσιαστικού
και δικονομικού δικαίου
34

1. Προσέγγιση της έννοιας του θύματος 34

2. Ειδικότερες προβληματικές ως προς τη νομιμοποίηση που εισάγει
ο ν. 3500/2006 ως ισχύει 36

α. Συντρέχουσα, κατ’ εξαίρεση και επικουρική νομιμοποίηση μέλους
της οικογένειας του θύματος σε περίπτωση βιασμού· η τροποποίηση
του ν. 5090/2024 36

β. Θύμα αν και απλός ανήλικος θεατής; 40

Δ. Δικαίωμα δικαστικής παράστασης ανηλίκων ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων 41

ΜΕΡΟΣ Β΄

Η δικαστική προστασία ενώπιον των εθνικών
πολιτικών δικαστηρίων

Ι. Η προσωρινή δικαστική προστασία 45

Α. Τα δυνατώς διατασσόμενα ασφαλιστικά μέτρα επί διαφορών ενδοοικογενειακής βίας 45

1. Τα συνηθεστέρως συναντώμενα αιτούμενα ασφαλιστικά μέτρα
σε υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας 45

α. Η απομάκρυνση από την οικογενειακή κατοικία και η μετοίκηση του θύτη 46

β. Η απαγόρευση προσέγγισης του θύματος 49

γ. Η προσωρινή επιδίκαση απαιτήσεων συνεπεία της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του θύτη (άρθρ. 728 § 1 περ. ε ΚΠολΔ) 50

2. Συνεφελκόμενα αιτήματα προσωρινής ρύθμισης κατάστασης
όταν η ενδοοικογενειακή βία εμπλέκει τα τέκνα 53

α. Προσωρινή ρύθμιση της επιμέλειας 54

β. Προσωρινή επιδίκαση διατροφής 55

γ. Προσωρινή ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας του φερόμενου
ως κακοποιητικού γονέα 55

δ. Ειδικώς, ως προς το αίτημα προσωρινής ανάθεσης/ αφαίρεσης
της γονικής μέριμνας 59

3. Διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου ως προς την επιλογή ασφαλιστικού
μέτρου, αιτηθέν ασφαλιστικό μέτρο και σχετικά ζητήματα εισαγωγικού δικογράφου ασφαλιστικών μέτρων 67

4. Ικανοποίηση δικαιώματος και περιπτώσεις υποθέσεων
ενδοοικογενειακής βίας 72

Β. Διαδικαστικά ζητήματα της αίτησης των ασφαλιστικών μέτρων 74

1. Ζητήματα διεθνούς δικαιοδοσίας 74

2. Ζητήματα εφαρμοστέου δικαίου επί αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων ενδοοικογενειακής βίας 80

3. Ζητήματα αρμοδιότητας 81

α. Τα ασφαλιστικά μέτρα πριν την κύρια αγωγή 81

i. Η υλική αρμοδιότητα 81

ii. Η τοπική αρμοδιότητα 82

iii. Εισαγωγή της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων σε αναρμόδιο δικαστήριο 86

β. Δυνατότητα λήψης ασφαλιστικών μέτρων και από δικαστήριο
κύριας δίκης κατ’ άρθρ. 684 ΚΠολΔ 87

4. Υποχρέωση προς άσκηση κύριας αγωγής μετά από δεκτή αίτηση
ασφαλιστικών μέτρων 88

α. Κύρια αγωγή επί των ασφαλιστικών μέτρων του άρθρ. 735 ΚΠολΔ
και εν γένει του άρθρ. 731 ΚΠολΔ 88

β. Κύρια αγωγή επί αιτήσεων προσωρινής επιδίκασης απαιτήσεων
(728 ΚΠολΔ) 91

5. Ανακύπτοντα ζητήματα κατά τη διάρκεια της συζήτησης
των ασφαλιστικών μέτρων υποθέσεων ενδοοικογενειακής βίας 94

6. Δυνατότητα ανάκλησης ή μεταρρύθμισης απόφασης ασφαλιστικών
μέτρων λόγω περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας 102

7. Το χορηγούμενο στα θύματα ευεργέτημα πενίας 105

8. Ειδικότερα ζητήματα 105

α. Σύνδεση ασφαλιστικών μέτρων επί υποθέσεων ενδοοικογενειακής
βίας με δυνατότητα διαμεσολάβησης 105

β. Εκτέλεση των αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων επί υποθέσεων ενδοοικογενειακής βίας 106

Γ. Δυνατότητα έκδοσης (αυτεπάγγελτης) προσωρινής διαταγής 107

1. Η αναγκαία λύση 107

2. Η προσωρινή διαταγή στην αμφισβητούμενη δικαιοδοσία (691Α ΚΠολΔ) 109

α. Εισαγωγικά σχόλια 109

β. Διαδικαστικά ζητήματα έκδοσης προσωρινής διαταγής κατ’ άρθρ. 691Α
στο πεδίο των οικογενειακών διαφορών 111

i. Ζητήματα δικαιοδοσίας 111

ii. Ζητήματα αρμοδιότητας· προβληματισμοί εκ της εκδόσεως προσωρινής
διαταγής από αναρμόδιο δικαστήριο συναρτήσει οικογενειακών διαφορών 112

iii. Η αίτηση της προσωρινής διαταγής 115

iv. Η αυτεπάγγελτη (ex officio) δυνατότητα έκδοσης προσωρινής διαταγής
αν το δικαστήριο των ασφαλιστικών μέτρων έχει υπόνοιες
ενδοοικογενειακής βίας 117

v. Η κλήτευση του αντιδίκου επί αίτησης προσωρινής διαταγής με στοιχεία ενδοοικογενειακής βίας 118

vi. Η εκδοθείσα προσωρινή διαταγή επί υπόθεσης με στοιχεία
ενδοοικογενειακής βίας 120

vii. Η ανάκληση προσωρινής διαταγής λόγω περιστατικού
ενδοοικογενειακής βίας 123

3. Η προσωρινή διαταγή στην εκούσια δικαιοδοσία (781 ΚΠολΔ)·
όταν αιτούμενο ασφαλιστικό μέτρο είναι η αφαίρεση της γονικής μέριμνας 124

4. Η επέμβαση του Εισαγγελέα (1532 § 4 ΑΚ) 126

Δ. Η παραβίαση της προσωρινής δικαστικής προστασίας από τον θύτη και υπαίτιο της ενδοοικογενειακής βίας 131

1. Ποινικό σκέλος 131

2. Αστικό σκέλος 132

Ε. Η διασυνοριακή προστασία του θύματος όταν αίτημα
είναι η απαγόρευση προσέγγισης και επικοινωνίας
132

II. Η οριστική δικαστική προστασία των θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας 137

Α. Προ της άσκησης της κύριας αγωγής. Η Υποχρεωτική Αρχική Συνεδρία Διαμεσολάβησης (ΥΑΣΔ) και αγωγές έχουσες ως ιστορική βάση
γεγονότα ενδοοικογενειακής βίας
137

Β. Οι τρόποι εξέτασης της ενδοοικογενειακής βίας στην πολιτική δίκη 143

1. Εξέταση της ενδοοικογενειακής βίας «κυρίως» στην πολιτική δίκη 143

α. Αγωγή λύσης του γάμου με λόγο κλονισμού την ενδοοικογενειακή βία 144

i. Το μαχητό τεκμήριο του άρθρ. 1439 § 2 ΑΚ και ζητήματα νόμω ορισμένου
της αγωγής διαζυγίου 144

ii. Η προβολή των περιστατικών βίας ως ασήμαντων και –ειδικά– η προβολή παροχής συγγνώμης εκ μέρους του ενάγοντος 150

iii. Το αντικείμενο της δίκης διαζυγίου λόγω ενδοοικογενειακής βίας
και το παραχθέν από αυτή δεδικασμένο 154

β. Αγωγή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης
εκ της ασκηθείσας ενδοοικογενειακής βίας 157

i. Εισαγωγικές παρατηρήσεις 157

ii. Δυνατότητας συρροής αιτήματος αποζημίωσης και αιτήματος διαζυγίου 158

ii.1. Δυνατότητα σώρευσης αιτημάτων κατ’ απόκλιση του άρθρ. 218 § 1 ΚΠολΔ 158

ii.2. Αδυναμία σώρευσης λοιπών αιτημάτων· επάνοδος στο άρθρ. 218 § 1 ΚΠολΔ 165

iii. Αντικειμενική ευθύνη του θύτη ενδοοικογενειακής βίας για το περιστατικό
βίας ή ανάγκη για επίκληση και απόδειξη υπαιτιότητος αυτού
στο εισαγωγικό δικόγραφο του θύματος; 166

iv. Το άρθρ. 5 του ν. 3500/2006, ο ορισμός ελαχίστου ποσού αποζημίωσης
και η αρχή της διάθεσης στην πολιτική δίκη (άρθρ. 106 ΚΠολΔ) 170

v. Η διασφάλιση της παροχής αποζημίωσης στο θύμα 171

γ. Κύρια δίκη και τέκνο· έκπτωση από τη γονική μέριμνα, αποκλειστική
επιμέλεια και επικοινωνία με τον κακοποιητικό γονέα 173

i. Αίτηση αφαίρεσης γονικής μέριμνας 173

i.1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις 173

i.2. Η ορθή δικονομική οδός της αίτησης της αφαίρεσης της γονικής μέριμνας 178

i.3. Ενεργητική νομιμοποίηση προς υποβολή της αίτησης αφαίρεσης
γονικής μέριμνας 180

i.4. Το ανακριτικό σύστημα στη δίκη αφαίρεσης της γονικής μέριμνας εν όψει ενδοοικογενειακής βίας· προσέγγιση, θέση και διευκρινίσεις 182

i.5. Δυνατότητα άσκησης ενδίκων μέσων κατά της απόφασης αφαίρεσης
της γονικής μέριμνας 186

i.5.α. Το ανέκκλητο των εκδοθεισών αποφάσεων 186

i.5.β. Η κατ’ άρθρ. 1536 ΑΚ μεταρρύθμιση της πρωτοβάθμιας απόφασης
αφαίρεσης γονικής μέριμνας 190

i.6. Δεδικασμένο και απόφαση αφαίρεσης γονικής μέριμνας εξαιτίας ενδοοικογενειακής βίας 191

ii. Αγωγή ανάθεσης αποκλειστικής επιμέλειας στον έναν εκ των δύο γονέων
μετά από δικαστικό χωρισμό 193

2. Εξέταση της ενδοοικογενειακής βίας «παρεμπιπτόντως» στην πολιτική δίκη· ο αμυντικός ισχυρισμός του εναγόμενου στηριζόμενος σε περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας 199

α. Γενικές παρατηρήσεις· διάκριση ενστάσεων και αρνήσεων 199

β. Ειδικότερη αναφορά στις δίκες ανάθεσης αποκλειστικής επιμέλειας 200

γ. Ειδικώς επί αγωγής διατροφής· ζητήματα ελαττωμένης διατροφής εξαιτίας ενδοοικογενειακής βίας και η σχετική άμυνα του εναγομένου προς τούτο 205

δ. Ειδικώς επί (αντίθετης) αγωγής κακοποιητικού γονέα προς ρύθμιση
της επικοινωνίας του με το τέκνο (ΑΚ 1520) 207

3. Προστασία του συκοφαντικά «κατηγορηθέντα» για ενδοοικογενειακή βία στην πολιτική δίκη 209

α. Η προστασία του θιγέντος οικογενειακού μέλους στο πλαίσιο
εκκρεμούς σχετικής δίκης εναντίον του 210

β. Η προστασία του θιγέντος οικογενειακού μέλους «αυτόνομα»,
με κύρια αγωγή 212

Γ. Έτερα ζητήματα της δικαστικής διαδικασίας ανακύπτοντα
επί πολιτικών δικών με ιστορικό ενδοοικογενειακής βίας
215

1. Ιδιαίτερα ζητήματα απόδειξης 215

α. Γενικώς επί της απόδειξης 215

β. Ειδικότερες προβληματικές αποδεικτικών μέσων σε δίκες με στοιχεία ενδοοικογενειακής βίας 220

i. Τα παιδιά στην αποδεικτική «μάχη» 220

i.1. Η ακρόαση των ανηλίκων κατ’ άρθρ. 612 ΚΠολΔ 220

i.2. Τα παιδιά ως μάρτυρες 223

ii. Οι ιατρικές γνωματεύσεις 225

iii. Πλέον ειδικότερες περιπτώσεις αποδεικτικών μέσων σε υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας 226

iii.1. Τα γραπτά μηνύματα (sms, DMs σε Instagram κ.λπ.) 226

iii.2. Η χρήση του χορηγούμενου εκ της αστυνομίας panic button 228

iv. Τα παρανόμως κτηθέντα αποδεικτικά μέσα· η κρυφή βιντεοσκόπηση
του κακοποιητικού οικογενειακού μέλους 229

2. Ειδικότερες προβληματικές ζητημάτων αναγκαστικής εκτέλεσης
σε δίκες με στοιχεία ενδοοικογενειακής βίας 230

α. Η υποχρέωση του δράστη να παραλείπει πράξεις βίας ή προσέγγισης
του θύματος 230

β. Η εκτέλεση της απόφασης ανάθεσης αποκλειστικής επιμέλειας
του τέκνου στον έτερο γονέα που δεν ασκεί ενδοοικογενειακή βία 235

3. Ιδιαίτερα δικονομικά ζητήματα σε αστικές δίκες ενδοοικογενειακής βίας 237

α. Ζητήματα παραδεκτού της αγωγής μετά τον ν. 5221/2025·
η διόρθωση της αοριστίας του εισαγωγικού δικογράφου 237

β. Λοιπά δικονομικά ζητήματα της δίκης 241

i. Συζήτηση κεκλεισμένων των θυρών 241

ii. Η αντιμετώπιση της ερημοδικίας 242

4. Οικονομικές παράμετροι της δίκης ενδοοικογενειακής βίας 245

α. Η υποχρέωση για καταβολή δικαστικού ενσήμου· ασυμμετρία ρύθμισης
με τη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων; 245

β. Ιδιαίτερες διατάξεις ως προς τα δικαστικά έξοδα 246

ΜΕΡΟΣ Γ΄

Διασταύρωση πολιτικής και ποινικής δίκης επί υποθέσεων
ενδοοικογενειακής βίας

Ι. Ο προβλεφθείς υπό τον ν. 3500/2006 θεσμός της ποινικής
διαμεσολάβησης και η επιρροή του στην πολιτική δίκη 249

Α. Η διαδικασία της ποινικής διαμεσολάβησης 249

Β. Ποινική διαμεσολάβηση και επιρροή στις αστικές αξιώσεις 252

ΙΙ. Έτερα σημεία σύμπτωσης της ποινικής και πολιτικής δικαιοσύνης
σε υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας 254

Α. Εισαγωγικά σχόλια 254

Β. Η εφαρμογή του άρθρ. 250 ΚΠολΔ 254

Γ. Κίνηση ποινικής δίωξης επ’ αφορμής πολιτικής δίκης· το άρθρ. 39 ΚΠΔ 259

Επίμετρο - Επίλογος 262

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 265

ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΟ ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ 277

Σελ. 1

ΜΕΡΟΣ Α΄

Δικαιοσυγκριτική ματιά, οριοθέτηση εννοιών υπό το φως
του ελληνικού δικαίου και πρώιμοι δικονομικοί προβληματισμοί

Ι. Δικαιοσυγκριτική ματιά∙ μια σύντομη επισκόπηση της αντιμετώπισης του φαινομένου της ενδοοικογενειακής βίας από άλλα ευρωπαϊκά κράτη

Στο πλαίσιο της ελληνικής έννομης τάξης, όπως αναφέρθηκε και προλογικά, το 2006, ψηφίσθηκε ο νόμος «[γ]ια την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας και άλλες διατάξεις», ο οποίος και σκοπό είχε την ποινική και αστική αντιμετώπιση του φαινομένου αυτού. Η ψήφιση αυτή του νόμου, εντάσσεται σε ένα γενικότερο διεθνές κλίμα επιταγής αντιμετώπισης της ενδοοικογενειακής και έμφυλης βίας, τη σημασία της οποίας ασπάζονται και άλλα ευρωπαϊκά κράτη, όπως η Ιταλία, η Γερμανία, η Αυστρία, η Ισπανία και η Γαλλία.

Ξεκινώντας με τα ευρωπαϊκά δεδομένα, τα πλησιέστερα ημών, στην ιταλική έννομη τάξη, βλέπει κανείς πως στον οικείο ΚΠολΔ, με τη μεταρρύθμιση Cartabia (Riforma Cartabia) του έτους 2022 (Ν.Δ. 149 της 10ης.10.2022), έχει εισαχθεί ένα

Σελ. 2

τρίτο κεφάλαιο με τίτλο «ειδικές διατάξεις», με το πρώτο τμήμα αυτού να είναι ειδικώς αφιερωμένο στην ενδοοικογενειακή ή έμφυλη βία [Τμήμα Ι «Ενδοοικογενειακή ή Βία λόγω φύλου» (“Della Violenza domestica o di genere”)]. Πρόκειται για τα νέα άρθρα 473-bis.40-46 c.p.c., τα οποία περιγράφουν μια ταχεία διαδικασία [συνοπτική διαγνωστική διαδικασία (cognizione sommaria)] στην πολιτική δίκη με σκοπό την άμεση προστασία του μέλους της οικογένειας (ενήλικα ή ανηλίκου) από τη βία και την κακοποίηση, καθώς και για τα άρθρα 473-bis.69-71 c.p.c., τα οποία αφορούν τις χορηγηθείσες από το πολιτικό δικαστήριο «διαταγές προστασίας». Τα άρθρα 473-bis.40-46 c.p.c., δημιουργούν μια «υπο-διαδικασία» ενδοοικογενειακής βίας, η οποία προβλέπει ορισμένες παρεκκλίσεις από τους γενικούς κανόνες της ενιαίας διαδικασίας που άπτεται σε θέματα οικογένειας, με την υπό -διαδικασία αυτή να απολαμβάνει ένα αρκετά ευρύ φάσμα εφαρμογής, καθώς μπορεί να εφαρμοστεί σε κάθε περίπτωση υπόθεσης κακοποίησης ή βίας, αρκεί να προβάλλονται στα εισαγωγικά δικόγραφα τα βίαια περιστατικά, τα οποία –όμως– δε χρειάζεται να είναι απαραιτήτως και «εγκληματικά» (εντάσσεται εδώ η σωματική, ψυχολογική, σεξουαλική, οικονομική βία κ.λπ.). Αν στο εισαγωγικό δικόγραφο γίνεται μνεία τέτοιων περιστατικών, ο δικαστής εφαρμόζει και αυτεπαγγέλτως την ειδική αυτή διαδικασία των άρθρ. 473-bis.40-46 c.p.c.. Αν πιθανολογήσει ότι έχουν λάβει χώρα τέτοια συμβάντα, μάλιστα, ο τελευταίος, θα μπορεί να εκδώσει «διαταγή προστασίας» (ordini di protezione, άρθρ. 473-bis.69-72 c.p.c.) ακόμη και χωρίς ακρόαση της αντίθετης πλευράς (σαν την –παρ’ ημίν– ex parte εκδοθείσα προσωρινή διαταγή), με περιεχόμενο, π.χ. την απομάκρυνση του δράστη από την κατοικία∙ η διαταγή δε αυτή

Σελ. 3

έχει άμεση εκτελεστότητα. Βεβαίως, η αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης διασφαλίζεται, καθώς ορίζεται άμεσα ακροαματική διαδικασία σε διάστημα όχι μεγαλύτερο των δέκα πέντε ημερών, μετά την οποία ο δικαστής επιβεβαιώνει, τροποποιεί ή ανακαλεί τα ληφθέντα προστατευτικά μέτρα. Σημειωτέον, ακόμα –επί διαδικαστικών ζητημάτων των «διαταγών προστασίας»– πως υπό το ιταλικό δίκαιο, καθιερώνεται ένα forum actoris, καθότι ο παθών προσφεύγει στο δικαστήριο του τόπου διαμονής του, χωρίς μάλιστα την τήρηση τύπων (ακόμη, δηλαδή, και χωρίς την παρουσία δικηγόρου) και ζητά την έκδοση μέτρων προστασίας, κατ’ άρθρ. 473 bis.71 c.p.c.. Σε επίπεδο, δε, κύριας διαδικασίας, ο δικαστής μπορεί να συντομεύει τις προθεσμίες στο μισό (άρθρ. 473 bis.42 c.p.c.). Ακόμα, σε αντίθεση με το ελληνικό δίκαιο όπου το εκάστοτε αίτημα του διαδίκου σηματοδοτεί και την κατάλληλη διαδικασία εκδίκασης [αμφισβητούμενη (τακτική ή ειδική) ή εκούσια δικαιοδοσία], για το ιταλικό δίκαιο, και μόνο η επίκληση περιστατικών βίας ενεργοποιεί τις αυξημένες ανακριτικές εξουσίες του πολιτικού δικαστή (σα να ενεργοποιείται παρ’ ημίν αυτομάτως η εκουσία δικαιοδοσία). Ο δικαστής μπορεί να λάβει συνοπτικές πληροφορίες από πρόσωπα που γνωρίζουν τα γεγονότα της υπόθεσης, να αποκτήσει πράξεις και έγγραφα από δημόσιες αρχές, να διατάξει τη διεξαγωγή ερευνών για τα εισοδήματα με τη βοήθεια της οικονομικής αστυνομίας, να διατάξει αυτεπάγγελτα την εξέταση μαρτύρων, παρεκκλίνοντας από την αρχή της διάθεσης (ή συζητήσεως) του άρθρου 115 c.p.c. αλλά και να ζητήσει τη διεξαγωγή αποδεικτικών μέσων ακόμη και εκτός των ορίων παραδεκτού.

Ιδιαίτερα καινοτόμος είναι και η ρύθμιση στην Γερμανία. Εκεί, εάν υποβληθεί καταγγελία ενδοοικογενειακής βίας εναντίον ενός δράστη, αυτός ή αυτή πρέπει να εγκα-

Σελ. 4

ταλείψει αμέσως το σπίτι με διαταγή της αστυνομίας . Ακόμα, στην Αυστρία, σε περιπτώσεις όπου ο δράστης αποτελεί απειλή ή προκαλεί βλάβη σε ένα άτομο που διαμένει στο ίδιο κατάλυμα με αυτόν, η αστυνομία έχει το δικαίωμα να τον διώξει από το σπίτι και να απαγορεύσει την επιστροφή του, ανεξάρτητα από το αν είναι ιδιοκτήτης του ακινήτου, ενώ ακόμα μπορεί να απαγορευτεί η εμφάνισή του κοντά στο σπίτι και σε άλλους καθορισμένους χώρους όπου μπορεί να συναντήσει το θύμα (άρθρ. 38a του Αυστριακού αστυνομικού νόμου ασφάλειας). Εν προκειμένω, η αστυνομία δρα άμεσα, και, μετά, «περνάει η σκυτάλη» στο δικαστήριο. Πιο συγκεκριμένα, η αστυνομική απαγόρευση διαρκεί 14 ημέρες και σκοπό έχει να δώσει στο θύμα τον απαραίτητο χρόνο («χρόνο ηρεμίας») για να προσφύγει στο Δικαστήριο· αν υποβληθεί αίτηση ασφαλιστικών μέτρων (einstweilige Verfügung), τότε η διάρκεια της αστυνομικής προστασίας παρατείνεται για άλλες 14 ημέρες, ώστε να μην υπάρξει κενό ασφαλείας μέχρι τη δικαστική απόφαση επί των ασφαλιστικών, η οποία εκδίδεται μέσα σε αυτό το διάστημα των 28 ημερών. Αν ο δικαστής εγκρίνει τα ασφαλιστικά μέτρα, τότε εκδίδει μια διαταγή η οποία έχει διάρκεια έως και 6 μή-

Σελ. 5

νες , χρονικό διάστημα που θεωρείται ικανό ώστε το θύμα να έχει ξεκινήσει την κύρια δίκη (Hauptverfahren) για να εκδοθεί οριστική δικαστική απόφαση.

Στην Ισπανία, ο οργανικός νόμος 1/2004 της 28ης Δεκεμβρίου 2004 εστιάζει κυρίως στην προστασία της κακοποιημένης γυναίκας, είτε συζύγου, ή συντρόφου, ακόμη και χωρίς συνοίκηση. Καινοτόμος ρύθμιση εν προκειμένω είναι η ίδρυση ενός ειδικού δικαιοδοτικού οργάνου, του δικαστηρίου για την ενδοοικογενειακή βία κατά των γυναικών (Juzgados de Violencia sobre la Mujer), αλλά και του δικαστή της έμφυλης βίας, ο οποίος έχει αποκλειστική δικαιοδοσία και σε αστικές δίκες διαζυγίου, δικαστικού χωρισμού και ακυρότητας του γάμου, όταν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις τέλεσης πράξεων ενδοοικογενειακής βίας σε βάρος των γυναικών. Έχει διευρυμένη εξουσία, καθόσον παράλληλα με την μετοίκηση του θύματος, ακόμη και χωρίς αίτηση των μερών, μπορεί να λάβει μέτρα αστικού χαρακτήρα, όπως η ανάθεση της επιμέλειας των τέκνων, η ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας και η αξίωση διατροφής.

Τέλος, στην γαλλική έννομη τάξη υφίσταται ειδικός νόμος (αποτελούμενος από τρία άρθρα συνολικά), ο οποίος ρητώς απαγορεύει τη σωματική τιμωρία των τέκνων με σκοπό την διαπαιδαγώγησή τους. Πρόκειται για το νόμο υπ’ αριθμ. 2019-721 της 10 Ιουλίου 2019, ο οποίος ρητώς, στο πρώτο του άρθρο διακηρύττει πως η γονική μέ-

Σελ. 6

ριμνα ασκείται χωρίς σωματική ή ψυχολογική βία. Ακόμα, εντελώς πρόσφατοι είναι οι νόμοι της 28ης Δεκεμβρίου 2019 και της 30ης Ιουλίου 2020 με στόχο τη λήψη μέτρων κατά της ενδοοικογενειακής βίας και την προστασία των θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας, οι οποίοι βελτιώθηκαν με το νόμο υπ’ αριθμ. 2024-233 της 18ης Μαρτίου 2024. Πλέον ειδικότερα, με τον τελευταίο νόμο, καθίσταται πιο συστηματική η πλήρης/ ολική αφαίρεση της γονικής μέριμνας από τα δικαστήρια σε περίπτωση καταδίκης του γονέα για σεξουαλική επίθεση ή αιμομικτικό βιασμό ή άλλο έγκλημα που διαπράχθηκε εις βάρος του παιδιού ή για έγκλημα που διαπράχθηκε εις βάρος του άλλου γονέα· οι πράξεις αυτές, μπορεί να ειπωθεί, πως συνιστούν ένα «νόμιμο τεκμήριο» αφαίρεσης της γονικής μέριμνας. Ο δικαστής που δεν διατάσσει την ολική αφαίρεση της γονικής μέριμνας πρέπει να αιτιολογήσει ειδικά την απόφασή του και να διατάξει τη μερική αφαίρεση ή την ανάκληση της άσκησης της γονικής μέριμνας, εκτός αν αποφασίσει διαφορετικά με ειδική –όμως– αιτιολογία.

ΙΙ. Οριοθέτηση εννοιών υπό το ελληνικό δίκαιο

Α. Η έννοια της οικογένειας στο ημεδαπό νομικό στερέωμα και ειδικότερα υπό το πρίσμα του Ν. 3500/2006

1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις

α. Η έννοια της οικογένειας στο ιδιωτικό δίκαιο

Τι σημαίνει για τον κάθε άνθρωπο οικογένεια; Για κάποιον οικογένεια συνιστούν οι στενοί του φίλοι, οι οποίοι έχουν –με τα χρόνια– αναχθεί σε οικογένεια, για κάποιον άλλον μέλη της οικογένειάς του αποτελούν και τα κατοικίδιά του, ενώ για κάποιον άλλον η οικογένεια ταυτίζεται με το «κλασικό» σχήμα της πυρηνικής- συζυγικής οικογένειας, η οποία αποτελείται από τους δύο συζευγμένους γονείς και τα ανήλικα

Σελ. 7

και άγαμα τέκνα τους, με τα οποία συμβιούν. Η κοινωνιολογική επιστήμη, στην οποία καταρχήν και «ανήκει» η ερμηνεία του όρου της οικογένειας, προσεγγίζει τον όρο αυτό ως μία μεταβαλλόμενη έννοια, αποσυνδεδεμένη από παλαιότερες απόψεις, οι οποίες απέδιδαν σε αυτή το αυστηρά πατριαρχικό πρότυπο, και –εν γένει– μια πιο παραδοσιακή μορφή. Όμως, αν και η επιστημονική θεώρηση του όρου είναι αλληλένδετη και ταυτοχρόνως αναπτυσσόμενη με τον εκάστοτε παλμό της κοινωνίας, αυτή δεν υπόκειται στις υποκειμενικές θεωρήσεις του κάθε ανθρώπου, ούτε είναι διαρκώς μεταβαλλόμενη και εναλλασσόμενη. Ευλόγως –λοιπόν– ανακύπτουν αμφιβολίες περί του σωστού αποδοτέου ορισμού.

Αν και έτσι έχουν τα πράγματα, η νομική επιστήμη δεν διορθώνει την σύγχυση που γεννούν οι διάφορες υποκειμενικές απόψεις, θέτοντας ένα αντικειμενικό φίλτρο. Πλέον ειδικότερα, αν και το τέταρτο κεφάλαιο του Αστικού Κώδικα αναλώνεται στη διευθέτηση των οικογενειακών σχέσεων, παρόλα αυτά, εκεί, δεν εντοπίζεται συγκεκριμένος νομοθετικός ορισμός του όρου. Παρατηρείται συνολικά, δηλαδή, ανυπαρξία συγκεκριμένου ορισμού της «οικογένειας» στο ιδιωτικό δίκαιο [εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις (βλ. ΑΚ 1929, 1930, 2010)], γεγονός που πιθανώς δίνει έρεισμα στην άποψη, σύμφωνα με την οποία ο ίδιος ο όρος, συνιστά αόριστη νομική έννοια. Το κενό αυτό και την προκαλούμενη σύγχυση εντόπισε ο νομοθέτης του ν. 3500/2006, και για αυτό φρόντισε να σχηματίσει ένα σαφές πλαίσιο «οικογένειας». Ξεκινώντας, λοιπόν, την (δικονομική) διερεύνηση της ενδοοικογενειακής βίας στην πολιτική δίκη, χρήσιμο και αναγκαίο σημείο αφετηρίας φαίνεται να είναι ο ορισμός που αποδίδει ο ν. 3500/2006 στον όρο «οικογένεια».

Στον οικείο νόμο, η οικογένεια προσεγγίστηκε και ορίστηκε με κοινωνιολογικά –περισσότερο– κριτήρια παρά με τη «νομική» εκδοχή της, την ερειζόμενη στο γάμο. Με άλλα λόγια, η επίμαχη έννοια υπό το φως της προστασίας των θυμάτων της εν-

Σελ. 8

δοοικογενειακής βίας δεν αντιμετωπίζεται με αυστηρά και στεγανά όρια. Όπως διαφαίνεται και παρακάτω, η «οικογένεια» του ν. 3500/2006 δεν στηρίζεται μόνο στον γάμο, αλλά και σε άλλες καταστάσεις, δηλαδή τη συγγένεια (μέχρι και τον τέταρτο βαθμό, π.χ. θείοι, ανιψιοί, προπαππούδες, προγιαγιάδες, δισέγγονα, ξαδέλφια κ.α.), τη συνοίκηση, τις οιονεί οικογενειακές σχέσεις, καθώς και «τις ιδιαίτερες σχέσεις». Όπως εξηγεί, άλλωστε, και η αιτιολογική έκθεση του νόμου (άρθρ. 1), «η έννοια της “οικογένειας” καθορίσθηκε από την εγγύτητα της συγγένειας ή της σχέσεως που συνδέει διάφορα πρόσωπα».

β. Η οριοθέτηση των βαθμών συγγένειας

Χρήσιμη, προς καλύτερη κατανόηση του συνόλου των κείμενων στο ν. 3500/2006 διατάξεων, είναι η υπενθύμιση των βαθμών συγγένειας, όπως αυτοί αναγνωρίζονται από το ημεδαπό ιδιωτικό αστικό δίκαιο. Ο βαθμός συγγένειας ορίζεται από τον αριθμό γεννήσεων που μεσολαβούν μεταξύ δύο συγγενών εξ αίματος. Προς βέλτιστη, δε, κατανόηση, οι βαθμοί συγγένειας (εξ αίματος και εξ αγχιστείας) παρουσιάζονται συντόμως σχεδιαγραμματικά:

Σελ. 9

Βαθμός Συγγένειας

Συγγενείς εξ αίματος

Συγγενείς εξ αγχιστείας

(Οι συγγενείς εξ αίματος του ενός συζύγου είναι συγγενείς εξ αγχιστείας του άλλου στην ίδια γραμμή και στον ίδιο βαθμό)

Α΄ βαθμός

Γονείς, Παιδιά (τέκνα)

Πεθερός, Πεθερά, Γαμπρός (σύζυγος κόρης), Νύφη (σύζυγος γιου)

Β΄ βαθμός

Αδέλφια, Παππούς, Γιαγιά, Εγγόνια

Κουνιάδος, Κουνιάδα (αδέλφια του/της συζύγου), Παππούς/Γιαγιά του συζύγου, Εγγόνια του συζύγου

Γ΄ βαθμός

Θείοι (αδέλφια των γονέων), Ανίψια (παιδιά των αδελφών), Προπαππούς/Προγιαγιά, Δισέγγονα

Θείοι/Θείες του συζύγου, Ανίψια του/της συζύγου (παιδιά των αδελφών του/της), Προπαππούδες του/της συζύγου, Δισέγγονα του/της συζύγου

Δ΄ βαθμός

Ξαδέλφια (παιδιά των θείων)

Ξαδέλφια του/της συζύγου

2. Η εν στενή και εν ευρεία εννοία οικογένεια υπό το φως του ν. 3500/2006

α. Η εν στενή εννοία οικογένεια

Κατά την πρώτη, λοιπόν, περίπτωση της δεύτερης παραγράφου του πρώτου άρθρου (άρθρ. 1 § 2 περ. α΄) περί ορισμών του ν. 3500/2006, «οικογένεια [είναι] η κοινότητα που αποτελείται από συζύγους ή πρόσωπα που συνδέονται με σύμφωνο συμβίωσης ή γονείς και συγγενείς πρώτου και δεύτερου βαθμού εξ αίματος ή εξ αγχιστείας και τα εξ υιοθεσίας τέκνα τους». Η περίπτωση αυτή αναλώνεται στην υπό στενή εννοία οικογένεια, με την πρώτη αναφορά να γίνεται στους δύο συζύγους ή στα πρόσωπα που συνδέονται με σύμφωνο συμβίωσης. Αυτοί, ανήκουν στην οικογένεια σε στενή έννοια είτε έχουν είτε δεν έχουν τέκνα (οπότε πρόκειται για την καλούμενη «συζυγική» οικογένεια), εφόσον ο γάμος τους είναι υποστατός και δεν έχει λυθεί με διαζύγιο, ενώ είναι αδιάφορο αν είναι άκυρος ή ακυρώσιμος (αρκεί να μην έχει ακυρωθεί), αν οι δύο σύζυγοι συζούν, αν έχει ασκηθεί αγωγή ακυρώσεως του γάμου ή αγωγή διαζυγίου (ή έχει γίνει αίτηση για συναινετικό διαζύγιο), αν οι σύζυ-

Σελ. 10

γοι βρίσκονται σε διάσταση κ.λπ.. Ως σύζυγοι, ακόμα, νοούνται τα πρόσωπα τα οποία έχουν συμπληρώσει το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας τους (ΑΚ 1350 § 2 εδ. α΄), έχουν δηλαδή τη νόμιμη ηλικία προς τούτο. Σε διαφορετική περίπτωση, όταν δηλαδή ο μελλόνυμφος είναι κάτω της προβλεφθείσας αυτής ηλικίας, είναι δυνατή η σύναψη γάμου μόνο ύστερα από σχετική άδεια του δικαστηρίου (ΑΚ 1350 § 2 εδ. β΄)∙ σε καμία όμως περίπτωση κάτω των δέκα ετών, διότι αυτός δεν έχει ούτε περιορισμένη δικαιοπρακτική ικανότητα (βλ. και ΑΚ 1351, ΑΚ 128 αρ. 1). Κατ’ αυτόν τον τρόπο, και οι νυμφευμένοι ανήλικοι υπάγονται σε αυτή την κατηγορία.

Στην ίδια κατηγορία (της εν στενή εννοία οικογένειας) εντάσσονται και οι γονείς, είτε ως σύνολο (μητέρα και πατέρας) είτε μεμονωμένα (μονογονεϊκή οικογένεια). Πλέον ειδικότερα, υπό το φως του ν. 3500/2006, οι δύο γονείς μπορεί και να μην συνδέονται συζυγικά, αρκεί να έχουν την ιδιότητα του πατέρα (λόγω εκούσιας ή δικαστικής αναγνωρίσεως) και της μητέρας (έστω και με αναγνώριση της μητρότητας, π.χ. στην περίπτωση τεχνητής γονιμοποίησης με παρένθετη μητέρα, ΑΚ 1464). Στο ως άνω προαναφερθέν πλαίσιο, αν γάμος μεταξύ δύο συζύγων ακυρωθεί, η εκδο-

Σελ. 11

θείσα διαπλαστική απόφαση ακύρωσης που εκδίδεται και επιφέρει αποτελέσματα ex nunc, ακυρώνει τον τελεσθέντα άκυρο ή ακυρώσιμο γάμο, με αποτέλεσμα οι πρώην σύζυγοι να μην μπορούν να υπαχθούν στην πρώτη περίπτωση του πρώτου άρθρου του νόμου, εάν και εφόσον δεν έχουν αποκτήσει τέκνα εξ αίματος ή μέσω υιοθεσίας.

Ακόμα, διευκρίνισης χρήζει και η τελευταία περίπτωση της οικογένειας υπό στενή εννοία, καθότι στο «εύρος» των θετών τέκνων υπάγονται υιοθετημένα τέκνα ύστερα από κοινή υιοθεσία ή ύστερα από υιοθεσία από τον ένα μόνο σύζυγο/γονέα (π.χ. θεωρείται οικογένεια εν στενή εννοία ο παππούς με το εξ υιοθεσίας ανήλικο παιδί του συζύγου του τέκνου του), είτε πρόκειται για υιοθεσία ανηλίκου είτε πρόκειται για υιοθεσία ενηλίκου. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει να γίνει στο αν συνιστά οικογένεια για τους σκοπούς του ν. 3500/2006 η φυσική οικογένεια του ήδη υιοθετημένου ως προς τον ίδιο. Η απάντηση, με μία πρώτη ματιά, ανευρίσκεται στον ίδιο τον ΑΚ, όπου και ορίζεται πως αν πρόκειται για πρόσωπο που υιοθετήθηκε ενήλικο, η σχέση του με τη φυσική οικογένεια δεν καταλύεται λόγω της υιοθεσίας (ΑΚ 1584, 1585), σε αντίθεση με τον υιοθετούμενο ανήλικο, στην περίπτωση του οποίου ο δεσμός με τη φυσική οικογένεια διαρρηγνύεται πλήρως (ΑΚ 1561). Παρόλα αυτά όμως, γίνεται δεκτό πως τελεσθείσα βία από μέλος της φυσικής οικογένειας του υιοθετημένου προς τον τελευταίο, εντάσσεται στο εν λόγω πεδίο και στο νόμο περί ενδοοικογενειακής βίας. Αυτό γιατί, παρά το ότι ο υιοθετηθείς ανήλικος εντάσσεται στην οικογένεια η οποία και τον υιοθέτησε, εξακολουθεί να είναι συγγενής προς τα μέλη της φυσικής του οικογένειας∙ απλώς, αυτή η συγγένεια δεν αποτελεί πλέον θεμέλιο υποχρεώσε-

Σελ. 12

ων και δικαιωμάτων στο αστικό δίκαιο (διατροφή, κληρονομικά δικαιώματα, γονική μέριμνα κλπ.). Προς τούτο, εξάλλου, συνηγορεί και το ότι κώλυμα γάμου μεταξύ του υιοθετούμενου και μελών της φυσικής του οικογένειας, διατηρείται, σύμφωνα με το ΑΚ 1561, παρά τη διάρρηξη της συγγενικής σχέσης προς την φυσική (βιολογική) οικογένεια.

Για τα πρόσωπα που υπάγονται στην έννοια της «οικογένειας» υπό στενή εννοία, δεν απαιτείται συνοίκηση. Με άλλα λόγια, σωματική βλάβη κατά της αδελφής της συζύγου εκ μέρους του άντρα της δεύτερης (δηλαδή, κατά της κουνιάδας του), χαρακτηρίζεται ως πράξη ενδοοικογενειακής βίας, ακόμα και αν η αδελφή δεν συνοικεί με το ζευγάρι (όπως είναι το συνήθως συμβαίνον) καθώς, αυτή είναι συγγενής του άντρα δευτέρου βαθμού εξ αγχιστείας, και επομένως, σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρ. 1 § 2 περ. α΄ του Ν. 3500/2006, δεν απαιτείται, κατά νόμο, η συνοίκησή της με τον δράστη για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος του άρθρου 6 § 1 του Ν. 3500/2006. Στο μέτρο που θα υποστηριχθεί κάτι αντίθετο από τον σύζυγο, αυτό θα απορριφθεί ως νόμω αβάσιμο. Ενδιαφέρον, πάντως, ως προς την απαίτηση της συνοίκησης, παρουσιάζει και το ακόλουθο. Έχει υποστηριχθεί νομολογιακά πως η εν στενή εννοία οικογένεια δεν αφορά τους εκ πλαγίου συγγενείς, αλλά μόνο αυτούς σε ευθεία γραμμή∙ οι σε πλάγια γραμμή συγγενείς δεύτερου βαθμού (δηλαδή, τα αδέλφια) περιλαμβάνονται στην έννοια της εν ευρεία εννοία οικογένειας και, για αυτό, χρειάζεται να συνοικούν. Υποστηρίχθηκε αυτό, καθώς, κατά την ΔιατΕισΕφΘεσ 29/2013, αν γίνει δεκτή η αντίθετη εκδοχή, κατά την οποία όλοι οι πρώτου και δευτέρου βαθμού συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας αποτελούν εν στενή εννοία οικογένεια χωρίς να χρειάζεται συνοίκηση, η έννοια του όρου αυτού διευρύνεται ιδιαίτερα. Περαιτέρω αποτέλεσμα αυτού, θα ήταν –κατά την ίδια διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών– να θεωρείται πράξη ενδοοικογενειακής βίας με αυξημένη νομική και κοινωνική απαξία η τέλεση αξιοποίνων πράξεων μεταξύ εκ πλαγίου συγγενών β΄ βαθμού ανεξαρτήτως συνοίκησης, θεωρώντας μια –πιθανώς– νεκρή και

Σελ. 13

εγκαταλελειμμένη συγγενική σχέση (π.χ. λόγω διάστασης ή εχθρότητας μεταξύ των αδελφών) άξια αυξημένης προστασίας, όταν οι πρωταγωνιστές αυτής της σχέσης έχουν εκούσια αποστασιοποιηθεί από αυτήν. Η άποψη αυτή, όμως, κρίνεται αρκετά αυστηρή, αφού λαμβάνει ως δεδομένη την αποστασιοποίηση των εκ πλαγίου συγγενών β΄ βαθμού.

β. Η εν ευρεία εννοία οικογένεια

Ο νόμος περί ενδοοικογενειακής βίας όμως, απέβλεψε στην προστασία όχι μόνο της εν στενά όρια οικογένειας, αλλά της πλέον δυνατώς διευρυμένης μορφής που θα μπορούσε να της αποδώσει. Έτσι, κατά την δεύτερη περίπτωση της δεύτερης παραγράφου του πρώτου άρθρου του ν. 3500/2006 (άρθρ. 1 § 2 περ. β΄), «[σ]την οικογένεια περιλαμβάνονται, εφόσον συνοικούν, συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι τετάρτου βαθμού και πρόσωπα των οποίων επίτροπος, δικαστικός συμπαραστάτης ή ανάδοχος γονέας έχει ορισθεί μέλος της οικογένειας, καθώς και κάθε ανήλικο πρόσωπο που συνοικεί στην οικογένεια». Κατά την Αιτιολογική Έκθεση του νόμου, ο καθορισμός του τέταρτου βαθμού συγγένειας ως ανώτατου βαθμού οικογενειακής σχέσεως που εμπίπτει στη ρύθμιση του νόμου, επιβάλλεται εκ του λόγου ότι μέχρι τον τέταρτο βαθμό επέρχεται η εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή.

Μερικές, πάντως, παρατηρήσεις είναι εν προκειμένω απαραίτητες. Αρχικά, κριτήριο προς «χαλιναγώγηση» και προς αποφυγή κατάχρησης της νομοθετικής αυτής προστασίας, είναι τα πρόσωπα αυτά να συνοικούν . Αν δεν συνοικούν, παρ’ όλο που συνδέονται με συγγενικό δεσμό, δεν νοούνται ως «οικογένεια» για τους σκοπούς του ν. 3500/2006, με τον όρο συνοίκηση –πάντως– να μη ταυτίζεται με την ολοήμερη και συνεχή συγκατοίκηση, αλλά να αρκεί η πρόθεση μονιμότητας εγκατάστασης, ως ενδιάθετης βούλησης των μερών. Ακόμα, κατά το γράμμα του νό-

Σελ. 14

μου, στην οικογένεια του ν. 3500/2006 περιλαμβάνεται και ο ανήλικος που απλά συνοικεί με μία οικογένεια. Έτσι, προστατεύεται υπό τη σκέπη του ν. 3500/2006, π.χ., ο ανήλικος με μόνιμη κατοικία στην Αθήνα, που φιλοξενείται ευκαιριακά από φιλικά πρόσωπα στην Θεσσαλονίκη για να δώσει εξετάσεις στην οικεία σχολή Καλών Τεχνών. Ύστερα, ως προς τους εξ αγχιστείας συγγενείς, τονίζεται πως η αγχιστεία διατηρείται και μετά την λύση ή ακύρωση του γάμου, με τον οποίο δημιουργήθηκε, ενώ –τελικά– ελλείψει ειδικότερης ρύθμισης, ο επίτροπος μπορεί να είναι οριστικός, προσωρινός, ειδικός ή συνεπίτροπος, η δικαστική συμπαράσταση στερητική ή επικουρική, πλήρης ή μερική και ο δικαστικός συμπαραστάτης οριστικός, προσωρινός ή ειδικός, ενώ ακόμα ο ανάδοχος μπορεί να είναι προσωρινός ή οριστικός .

3. Επιμέρους προβληματικές στην οριοθέτηση της οικογένειας

α. Λοιπές σχέσεις επί των οποίων εφαρμόζεται ο Ν. 3500/2006

i. Η ελεύθερη ένωση

Με την ως άνω προβλεφθείσα εν στενή και εν ευρεία έννοια οικογένεια εξομοιώνονται και πλέον σύγχρονες μορφές συντροφικότητας, οι οποίες μπορεί να μην νοούνται ως οικογένεια per se κατά τον ν. 3500/2006, χρήζουν –όμως– όμοιας προστασίας. Ειδικότερα, η βούληση του νομοθέτη για προστασία αδυνάμων προσώπων δεν εξαντλείται στις ως άνω περιγραφείσες μορφές συνύπαρξης και οικογένειας. Αντιθέτως, κατά την τρίτη περίπτωση της δεύτερης παραγράφου του δεύτερου άρθρου του ν. 3500/2006 (άρθρ. 1 § 2 περ. γ΄), ο ίδιος νόμος περί ενδοοικογενειακής βίας εφαρμόζεται και «στους μόνιμους συντρόφους και στα τέκνα, κοινά ή ενός εξ αυτών», στους οποίους οι προστατευτικές διατάξεις εφαρμόζονται αναλογικά.

Το «εναλλακτικό» αυτό οικογενειακό σχήμα, αφορά δύο ανθρώπους που συζούν χωρίς γάμο ή σύμφωνο συμβίωσης, είτε είναι ετερόφυλοι είτε ομόφυλοι (ειδικά ως προς τα ομόφυλα ζευγάρια, βλ. παρακάτω, σελ. 18 επ.). Η πρόβλεψη της ελεύθερης ένωσης αποτελούσε πρωτοποριακή ρύθμιση, δεδομένου ότι συμπεριλήφθη στο αρχικό κείμενο του νόμου, ήτοι ήδη από το 2006. Ειδικότερα, η περίπτωση αυτή αφορά τα ζευγάρια εκείνα που συμβιούν σαν να είναι παντρεμένοι και τα τέκνα

Σελ. 15

τους, κοινά ή ενός εξ αυτών. Πρόκειται για τη λεγόμενη ελεύθερη και μόνιμη συντροφικότητα, ή αλλιώς «ελεύθερη ένωση», για την κατάφαση της οποίας απαιτούνται νομολογιακά σωρευτικά τρία στοιχεία: η συγκατοίκηση των «μόνιμων συντρόφων» (χωρίς όμως να αρκεί από μόνη της), η εξακολουθητική εγκατάσταση τους και η κοινωνική εμφάνιση γάμου .

ii. Οι πρώην σύζυγοι, τα μέρη συμφώνου συμβίωσης που έχει λυθεί, καθώς και οι πρώην μόνιμοι σύντροφοι

Κατά τον ίδιο τρόπο, η έννοια της οικογένειας διευρύνεται έτι περαιτέρω, στο μέτρο που υπό την σκέπη του προμνησθέντος νόμου υπάγονται και οι πρώην σύζυγοι, τα μέρη συμφώνου συμβίωσης που έχει λυθεί, καθώς και οι πρώην μόνιμοι σύντροφοι (άρθρ. 1 § 2 περ. γ΄ του ν. 3500/2006, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 § 2 του ν. 4531/2018). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όμως, εν προκειμένω έχει το ακόλουθο. Με τον

Σελ. 16

ν. 5090/2024, διορθώθηκε μια αστοχία του προϋπάρχοντος θεσμικού πλαισίου καθότι ο επιθετικός προσδιορισμός «τέως» στη λέξη σύντροφος που υπήρχε προηγουμένως, αντικαταστάθηκε από το επίσης άκλιτο επίθετο «πρώην». Αυτό συνέβη γιατί η λέξη «τέως» ετυμολογικά παρέπεμπε αποκλειστικά στο «τελευταίος» και χρονολογικά πιο πρόσφατος σύντροφος, σε αντίθεση με το «πρώην» που ως έννοια συμπεριλαμβάνει όλα τα άτομα τα οποία στο παρελθόν είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα.

iii. Οι φορείς παροχής κοινωνικής μέριμνας

Αρκετά, δε, ακόμα πρωτοποριακή ρύθμιση αποτελεί η όλως πρόσφατη προσθήκη που έγινε στο εν λόγω νομοθέτημα με το άρθρο 21 § 2 του ν. 5172/2025, το οποίο αποτελεί ενσωμάτωση του άρθρ. 11 της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2024/1385 «για την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της εξ οικείων βίας». Σύμφωνα με αυτό, «για τις αξιόποινες πράξεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ν. 3500/2006, ως μέλη της οικογένειας θεωρούνται τόσο οι παρέχοντες όσο και οι αποδέκτες υπηρεσιών φορέα παροχής κοινωνικής μέριμνας» (π.χ. δομών φιλοξενίας, ιδρυμάτων ανηλίκων, ξενώνων κακοποιημένων γυναικών), με τους αποδέκτες των υπηρεσιών αυτών –πάντως– να μη χρειάζεται να διαμένουν στις εγκαταστάσεις του φορέα αυτού. Το γεγονός ότι το γράμμα του νόμου αναφέρεται σε «αξιόποινες πράξεις» δε μπορεί να ερμηνευθεί με την έννοια πως τα εκεί προβλεφθέντα πρόσωπα «υπάγονται» μόνο σε ποινικό κολασμό∙ τα θύματα προστατεύονται και αστικώς, αφού –όπως αναγνωρίζει και η ΑιτΈκθ του ν. 5172/2025– δε παύουν να θεωρούνται ως τέτοια, και –ως εκ τούτου– και οι αστικού χαρακτήρα διατάξεις του ν. 3500/2006 μπορούν να γίνουν αντικείμενο επίκλησης από αυτά, αρκεί η πράξη στην οποία προέβησαν να είναι ποινικώς κολάσιμη υπό το φως του ν. 3500/2006.

Σημειώνεται, πάντως, πως η πρόβλεψη αυτή είχε παρομοίως εισαχθεί στο νομοθέτημα της ενδοοικογενειακής βίας (ν. 3500/2006), ήδη από το 2024, με το άρθρ. 117 του ν. 5090/2024 βάσει του οποίου η § 1 του άρθρ. 1 του ν. 3500/2006, διαμορφώθηκε ως ακολούθως: «[ως] [ε]νδοοικογενειακή βία [θεωρείται] η τέλεση αξιόποινης πράξης, σε βάρος μέλους της οικογένειας ή σε βάρος προσώπου που δέχεται τις υπηρεσίες φορέα παροχής κοινωνικής μέριμνας στον οποίο ο δράστης εργάζεται, σύμφωνα με τα άρθρα 6, 7 και 9 του παρόντος και τα άρθρα 299, 311, 336 και 338 του

Σελ. 17

Ποινικού Κώδικα». Στο μέτρο δε, που με τον ν. 5172/2025 οι φορείς κοινωνικών υπηρεσιών, εντάσσονται πλέον (έστω αναλογικά) στον ευρύτερο ορισμό της οικογένειας, πιθανώς περιττεύει ειδικότερη μνεία στην πρώτη παράγραφο του άρθρου. Και αυτό γιατί, η διευρυμένη πλέον έννοια της οικογένειας (εκ του ν. 5172/2025), «χορηγεί» αυτομάτως τη δοθείσα προστασία του ν. 3500/2006 στους αποδέκτες των υπηρεσιών κοινωνικής μέριμνας, λογίζοντάς τους ως «μέλη της οικογένειας». Ερώτημα, βέβαια, προκύπτει ως προς τη διατύπωση της διάταξης του ν. 5172/2025, το γράμμα της οποίας ιδρύει αμφίδρομα την «οικογενειακή» σχέση («τόσο οι παρέχοντες όσο και οι αποδέκτες υπηρεσιών φορέα παροχής κοινωνικής μέριμνας»). Κατά μία άποψη –πιθανώς– εν προκειμένω, ο νομοθέτης εκφράστηκε ευρύτερα από ότι πράγματι επιθυμούσε. Στην περίπτωση, δηλαδή, των φορέων κοινωνικής μέριμνας, δράστης μπορεί να είναι μόνο ο εργαζόμενος σ’ αυτούς και θύμα μόνο πρόσωπο που δέχεται τις υπηρεσίες φορέα αυτού, αφού δε φαίνεται να συμβιβάζεται με τη ratio της διάταξης, δηλ. την προστασία των αδυνάτων μελών της οικογένειας, η εφαρμογή της σε περιπτώσεις όπου το ή ένα αδύναμο μέλος της οικογένειας στρέφεται κατά κάποιου ισχυρού μέλους. Το γράμμα του νόμου, βέβαια, μάλλον οδηγεί σε αντίθετο συμπέρασμα, πράγμα που σε αστικό δικονομικό επίπεδο ισοδυναμεί με νομική βασιμότητα μίας αγωγής χρηματικής αποζημίωσης φορέα κοινωνικής μέριμνας λόγω αξιόποινης πράξης από τον αποδέκτη των υπηρεσιών του με την οποία ζητείται το «μίνιμουμ» ποσό χρηματικής αποκατάστασης, που ορίζει το άρθρ. 5 του ν. 3500/2006 (ήτοι το ποσό των 2.000 ευρώ).

Πριν την προσθήκη, πάντως, του άρθρ. 117 του ν. 5090/2024 περί διεύρυνσης του όρου της ενδοοικογενειακής βίας (και όχι της ίδιας της οικογένειας, η οποία διεύρυνση έγινε το 2025), υπήρχε ειδικότερη πρόβλεψη για τους φορείς των κοινωνικών υπηρεσιών μόνο στο άρθρο 6 § 5 και στο άρθρο 9 § 3 του ν. 3500/2006, ήτοι στις διατάξεις περί σωματικής βλάβης και ενδοοικογενειακής προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας, ενώ ακόμα οι διατάξεις αυτές αφορούσαν την ασκηθείσα βία μονομερώς, δηλαδή τις κακοποιητικές πράξεις από τους εργαζόμενους στις υπηρεσίες προς τους αποδέκτες των υπηρεσιών. Με τον ν. 5090/2024, οι ειδικότερες προβλέψεις αυτές καταργήθηκαν και αντικαταστάθηκαν από την προαναφερόμενη και γενικότερη διάταξη περί διεύρυνσης των ορίων της ενδοοικογενειακής βίας, με παραπομπή σε όλες τις αξιόποινες πράξεις που προβλέπονται στον ν. 3500/2006. Έτσι,

Σελ. 18

ήδη υπό το καθεστώς του ν. 5090/2024, όπου και αναγνωρίστηκε και νομοθετικώς πως οι εργαζόμενοι σε έναν φορέα κοινωνικής μέριμνας μπορούν να διαπράξουν όλα τα –στον οικείο νόμο– αδικήματα (και όχι πλέον μόνο τα υπό το άρθρο 6 και 9 προβλεπόμενα), τα θύματα (ή οι οικογένειες αυτών) μπορούν να αξιώνουν αστική αποζημίωση και στις περιπτώσεις των άλλων αδικημάτων (π.χ. σε περίπτωση απειλής), με τη χορηγηθείσα χρηματική αποζημίωση να μη μπορεί να είναι κατώτερη εκείνης των δύο χιλιάδων ευρώ (2.000 €) (εκτός αν ο ίδιος ο παθών ζητήσει μικρότερο ποσό), κατ’ άρθρ. 5 του ν. 3500/2006 (βλ. σχετικά και κατωτέρω, σελ. 170-171).

Σημειωτέο, τελικώς, και το ακόλουθο. Στο ν. 3500/2006, ύστερα και από το σύνολο των ως άνω τροποποιήσεων, δεν αναφέρεται περιοριστικά η ηλικία ή ηλικιακή ομάδα των ατόμων που μπορούν να υπαχθούν στην κατηγορία αυτή∙ επομένως ο νομοθέτης με την εν λόγω διεύρυνση προστατεύει κάθε τρίτο άτομο, ανήλικο ή ενήλικο (π.χ. άτομο τρίτης ηλικίας) που δέχεται υπηρεσίες από φορέα παροχής κοινωνικής μέριμνας και σε βάρος του οποίου τελέστηκε από εργαζόμενους των φορέων αυτών κάποιο από τα αδικήματα που υπάγονται στο ρυθμιστικό πεδίο του θεσμικού πλαισίου της ενδοοικογενειακής βίας.

β. Τα ομόφυλα ζευγάρια ως οικογένεια∙ η υπαγωγή τους στο ν. 3500/2006

i. Γάμος και ομόφυλα ζευγάρια

Με τον ν. 5089/2024, επεκτάθηκε η δυνατότητα σύναψης πολιτικού γάμου και σε πρόσωπα του ίδιου φύλου προς τον σκοπό, όπως αναφέρει η Αιτιολογική Έκθεση του νόμου, την ενίσχυση της προστασίας από διακρίσεις. Η επιλογή δε αυτή του νομοθέτη επικροτείται ως ορθή, στο μέτρο που ο πολιτικός γάμος συνιστά μία δυνατότητα έκφρασης συναισθημάτων στοργής μεταξύ του ζεύγους, παρεχόμενη από το Κράτος και ανεξάρτητη από το Εκκλησιαστικό σχήμα της χώρας. Πλέον ειδικότερα, το νομοθέτημα αυτό δεν παρεμβαίνει στην συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία της ανατολικής ορθόδοξης εκκλησίας, η οποία –κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1367 ΑΚ– δύναται να καθορίζει τις προϋποθέσεις της ιεροτελεστίας και κάθε θέμα σχετικό με αυτή σύμφωνα με το τυπικό και τους κανόνες της. Στο πλαίσιο αυτό, το Κράτος δε μπορεί να προβαίνει σε διακρίσεις κατά των πολιτών του. Ως εκ τούτου, με τον προαναφερθέντα νόμο, τροποποιήθηκε το άρθρο 1350 ΑΚ, και πλέον ο γάμος συνάπτεται μεταξύ δύο προσώπων διαφορετικού ή ίδιου φύλου.

Κατ’ αυτόν, δε, τον τρόπο, τα ομόφυλα ζευγάρια πλέον που τελούν πολιτικό γάμο υπάγονται στην έννοια των συζύγων, και ως εκ τούτου στην υπό στενή εννοία οι-

Σελ. 19

κογένεια του άρθρ. 1 § 2 περ. α΄ του ν. 3500/2006. Αντίθετα, πριν τη θέσπιση του ν. 5089/2024, τελεσθείς γάμος μεταξύ δύο ατόμων του ίδιου φύλου στην Ελλάδα καθιστούσε τον γάμο όχι απλώς άκυρο αλλά ανυπόστατο, και έτσι –για να έχουν σήμερα εφαρμογή οι κανόνες του ν. 3500/2006 επί αυτών των ζευγαριών– τα ομόφυλα ζευγάρια πρέπει να εμπίπτουν σε μία άλλη κατηγορία, όπως αυτή των συμφώνως συμβιούντων ή των μόνιμων συντρόφων∙ αλλιώς, χρειάζεται να τελέσουν εκ νέου έγκυρο πολιτικό γάμο. Στην περίπτωση, βέβαια, που ο γάμος έλαβε χώρα σε κάποια χώρα του εξωτερικού, όπου και επιτρέπονταν οι γάμοι μεταξύ ομοφυλόφιλων, τα πράγματα έχουν αλλιώς. Με άλλα λόγια, σε περίπτωση που Έλληνας πολίτης είχε τελέσει γάμο στο εξωτερικό με έτερο Έλληνα πολίτη του ίδιου φύλου πριν τις 16.02.2024 (έναρξη ισχύος του νόμου), ο γάμος αυτός θεωρείται υποστατός και ισχυροποιείται αναδρομικά, ήτοι από την στιγμή της τέλεσής του, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι κανένα από τα μέρη δεν έχει στο μεταξύ τελέσει άλλο έγκυρο γάμο ή ότι δεν έχει λυθεί ή αναγνωριστεί ως άκυρος ή ανυπόστατος ο εν λόγω γάμος με απόφαση ελληνικού ή αλλοδαπού δικαστηρίου (άρθρ. 10 του ν. 5089/2024).

ii. Σύμφωνο συμβίωσης και ομόφυλα ζευγάρια

Το ζήτημα εν προκειμένω, θεωρείται λυμένο ήδη εδώ και μία δεκαετία στη χώρα μας, ήτοι από το 2015. Πλέον ειδικότερα, κατά το άρθρο 1 εδ. α΄ του Ν. 4356/2015: «[η] συμφωνία δύο ενήλικων προσώπων, ανεξάρτητα από το φύλο τους, με την οποία ρυθμίζουν τη συμβίωσή τους (σύμφωνο συμβίωσης) καταρτίζεται αυτοπροσώπως με συμβολαιογραφικό έγγραφο». Το στοιχείο, λοιπόν του φύλου δεν απασχολεί πλέον, σε αντίθεση με το καθεστώς υπό τον ν. 3719/2008, κατά το οποίο η σύναψη συμφώνου συμβίωσης μεταξύ ατόμων του ίδιου φύλου θεωρούνταν πως καθιστούσε το σύμφωνο συμβίωσης ανυπόστατο και όχι απλώς άκυρο, με περαιτέρω πρακτική συνέπεια, όπως ανωτέρω, για να έχουν εφαρμογή οι κανόνες του Ν. 3500/2006, τα ομόφυλα ζευγάρια να πρέπει να εμπίπτουν σε μία άλλη κατηγορία, όπως αυτή των συμβιούντων.

iii. Ελεύθερη ένωση και ομόφυλα ζευγάρια

Κατά την αρχική διατύπωση της συμπερίληψης των «μονίμων συντρόφων», ο νομοθέτης του 2006 είχε επιλέξει την αμιγώς ετερόφυλη μόνιμη συμβίωση. Ανέφερε δηλαδή η διάταξη, στην αρχική και προϊσχύουσα μορφή της: «οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται και στη μόνιμη σύντροφο του άνδρα ή στον μόνιμο σύντροφο της γυναίκας και στα τέκνα, κοινά ή ενός εξ αυτών, εφόσον τα πρόσωπα αυτά

Σελ. 20

συνοικούν, ως και στους τέως συζύγους». Η διάταξη αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 του Ν. 4531/2018, για να προσαρμοστεί στις διατάξεις της «Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης», δηλαδή της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας, εξαλείφοντας την απαίτηση της ετεροφυλίας.

B. Η έννοια της ενδοοικογενειακής βίας

Ως ενδοοικογενειακή βία, ορίζεται «η τέλεση αξιόποινης πράξης, σε βάρος μέλους της οικογένειας ή σε βάρος προσώπου που δέχεται τις υπηρεσίες φορέα παροχής κοινωνικής μέριμνας στον οποίο ο δράστης εργάζεται, σύμφωνα με τα άρθρα 6 [σωματική βλάβη], 7 [παράνομη βία και απειλή] και 9 [προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας] του ίδιου νόμου και τα άρθρα 299 [ανθρωποκτονία από πρόθεση], 311 [θανατηφόρα σωματική βλάβη], 336 [βιασμός] και 338 [κατάχρηση σε ασέλγεια] του Ποινικού Κώδικα» (άρθρ. 1 § 1 ν. 3500/2006). Λίγο, δε, παρακάτω, από τα άρθρα 2 και 4 του ν. 3500/2006, συνάγεται ότι εν γένει απαγορεύεται απολύτως κάθε μορφή άσκησης βίας, σωματικής και ψυχολογικής, ανεξαρτήτως βαθμού και εντάσεως, μεταξύ των μελών της οικογένειας.

Στο πλαίσιο αυτό, στην προκείμενη υπο-ενότητα αναλύονται τα όρια, οι γραμμές εκείνες, οι οποίες όταν ξεπερνιούνται και παραβιασθούν άγουν στην ένταξη της εκάστοτε ενέργειας του οικογενειακού μέλους στο πεδίο του ν. 3500/2006. Ενδιαφέρει, δε, η σαφής οριοθέτηση της ενδοοικογενειακής βίας, στο μέτρο που η επιταγή του γράμματος του άρθρου 2, κατά το οποίο «[η] άσκηση βίας κάθε μορφής μεταξύ των μελών της οικογένειας απαγορεύεται», καθιερώνει τη βία μέσα στην οικογένεια αυτοτελώς ως αστικό αδίκημα.

Back to Top