ΔΗΜΟΣΙΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟ
Μεθοδολογία και πρακτικά θέματα
από 23,80 €
Έως 51,80 €
- Έκδοση: 2026
- Σχήμα: 17x24
- Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
- Σελίδες: 184
- ISBN: 978-618-08-0677-9
Το δημόσιο διεθνές δίκαιο είναι ο κλάδος του δικαίου που γνωρίζει τα τελευταία χρόνια εντυπωσιακή εξέλιξη και διεύρυνση και αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του εθνικού δικαίου. Ακολουθώντας τη βασική συστηματική δομή του κλάδου, επιχειρείται η προσέγγιση του διεθνούς δικαίου όπως λειτουργεί και εφαρμόζεται στην πράξη, μέσα από απαραίτητη τεκμηρίωση, όπως διεθνή νομολογία, κείμενα διεθνούς και ελληνικής πρακτικής του διεθνούς δικαίου, καθώς και με θέματα και πρακτικά προς ανάπτυξη και επίλυση. Στόχος της έκδοσης είναι η συμπλήρωση της θεωρητικής μελέτης με πρακτική και εύληπτη προσέγγιση των βασικών θεσμών του διεθνούς δικαίου, έτσι ώστε να εισάγεται ο αναγνώστης στη μεθοδολογική προσέγγιση του διεθνούς δικαίου, στην τεχνική σχολιασμού δικαστικών αποφάσεων διεθνών δικαστηρίων, αποφάσεων διεθνών οργάνων, καθώς και στην επίλυση πρακτικών θεμάτων.
ΠΡΟΛΟΓΟΣ VII
ΕΙΣΑΓΩΓΗ (Φ. Παζαρτζή) 1
I. Πηγές του διεθνούς δικαίου (Φ. Παζαρτζή) 5
ΙΙ. Δίκαιο διεθνών συνθηκών (Α. Γουργουρίνης) 19
III. Σχέσεις διεθνούς και εσωτερικού δικαίου (Α. Γουργουρίνης) 53
IV. Κράτος/Έδαφος (Γ. Κυριακόπουλος) 63
V. Ετεροδικία (Λ.-Α. Σισιλιάνος) 77
VI. Διεθνής ευθύνη (Φ. Παζαρτζή) 87
VII. Διπλωματική προστασία (Λ.-Α. Σισιλιάνος) 105
VIII. Ειρηνική επίλυση διεθνών διαφορών (Φ. Παζαρτζή) 115
IX. Δίκαιο της χρήσης βίας (Λ.-Α. Σισιλιάνος/Ε. Παπασταυρίδης) 131
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι 153
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ 155
Σελ. 1
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Το δημόσιο διεθνές δίκαιο είναι το σύστημα νομικών κανόνων που διέπει τη διεθνή κοινότητα. Ως σύστημα διανέμει και οριοθετεί αρμοδιότητες, περιλαμβάνει δε ολοένα και περισσότερους ουσιαστικούς κανόνες που καλύπτουν πολλά πεδία της διεθνούς ζωής και απευθύνονται σε πολλούς αποδέκτες. Στην εποχή μας, το δημόσιο διεθνές δίκαιο διαχέεται και αφορά όλους μας. Πολλά ζητήματα όπως η προστασία του περιβάλλοντος, η μετανάστευση, τα ανθρώπινα δικαιώματα, και οι ένοπλες συρράξεις, που απασχολούν την κοινωνική και πολιτική ζωή αποτελούν εκφάνσεις του δημοσίου διεθνούς δικαίου. Ο κλάδος παρουσιάζει δε τις τελευταίες δεκαετίες μια εντυπωσιακή εξέλιξη και διεύρυνση σε πολλά πεδία. Αρκεί κανείς να αναφερθεί σε νέους τομείς που δείχνουν τη δυναμική του κλάδου: κλιματική αλλαγή, εκμετάλλευση του διεθνούς βυθού της θάλασσας, διάστημα, μεταξύ άλλων.
Το διεθνές δίκαιο, πρωτίστως διακρατικό αφορά κυρίως τα κράτη στις μεταξύ τους σχέσεις. Στο σύγχρονο διεθνές δίκαιο υπάρχουν πολλοί συμμετέχοντες στη διεθνή κοινωνία, πολλοί ‘χρήστες’ του διεθνούς δικαίου. Τα υποκείμενα του διεθνούς δικαίου δεν περιορίζονται μόνο στα κράτη, αλλά περιλαμβάνουν τους διεθνείς οργανισμούς, και τα άτομα, με την εντυπωσιακή εξέλιξη της διεθνούς προστασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η δομή της διεθνούς έννομης τάξης είναι διαφορετική από αυτή των εθνικών εννόμων τάξεων. Το διεθνές σύστημα δεν διαθέτει κεντρική νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική εξουσία, όπως τις απαντάμε στα εθνικά νομικά συστήματα. Θεμελιωμένο στην αρχή της κυριαρχίας και της κυρίαρχης ισότητας των κρατών, στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στη συναίνεσή τους και σε αποκεντρωμένες διαδικασίες δικαιοπαραγωγής (διεθνείς συνθήκες και διεθνές έθιμο).
Κατά πρώτον, απουσιάζει ένας κεντρικός νομοθέτης που να θεσπίζει κανόνες δεσμευτικούς για όλα τα κράτη. Όπως θα δούμε παρακάτω, οι κανόνες του διεθνούς δικαίου βρίσκονται πρωτίστως στις διεθνείς συνθήκες, το διεθνές έθιμο και τις γενικές αρχές του δικαίου.
Δεύτερον, δεν υπάρχει στο διεθνές δίκαιο κεντρική εκτελεστική εξουσία με δυνατότητα επιβολής των κανόνων του. Το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων
Σελ. 2
Εθνών, με βάση το Άρθρο 25 του Χάρτη των ΗΕ και του Κεφαλαίου VII, μπορεί να λάβει αποφάσεις δεσμευτικές για όλα τα κράτη μέλη του Οργανισμού σε καταστάσεις που απειλούν τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια. Ωστόσο, όπως συνέβη στην περίοδο του Ψυχρού Πολέμου αλλά και στο πιο πρόσφατο παρελθόν (Ουκρανία, Γάζα), το δικαίωμα αρνησικυρίας των πέντε μονίμων μελών μπορεί να εμποδίσει τη λήψη αποφάσεων.
Εξάλλου, στο διεθνές πεδίο απουσιάζει ένα ενιαία οργανωμένο σύστημα δικαστικής εξουσίας. Το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, ένα από τα επτά κύρια όργανα του ΟΗΕ, αποτελεί το ‘οικουμενικό’ δικαστήριο της διεθνούς κοινότητας (‘world court’). Ωστόσο, μπορεί να κρίνει μόνο υποθέσεις, στις οποίες τα εμπλεκόμενα κράτη έχουν αποδεχθεί τη δικαιοδοσία του. Πάντως, θα πρέπει να παρατηρηθεί ότι σήμερα υπάρχουν πολλά διεθνή δικαιοδοτικά όργανα, όπως το Διεθνές Δικαστήριο για το Δίκαιο της Θάλασσας, περιφερειακά δικαστήρια ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το Διαμερικανικό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το Αφρικανικό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Δικαιωμάτων των Λαών, το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο. Το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης και τα άλλα διεθνή δικαιοδοτικά όργανα (δικαστικά και διαιτητικά) έχουν συμβάλλει σημαντικά με τη νομολογία τους στην διαπίστωση, επιβεβαίωση και στην ανάπτυξη των κανόνων του διεθνούς δικαίου.
Παρά τις ιδιαιτερότητές του, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι ο κλάδος του δημοσίου διεθνούς δικαίου είναι ατελής. Αντιθέτως, θεμελιώνεται σε ένα κανονιστικό πλαίσιο που αποτελεί τη βάση της οργάνωσης της διεθνούς κοινότητας. Αυτό το πλαίσιο συνεχώς κωδικοποιείται, κυρίως με διεθνείς πολυμερείς συμβάσεις, και αναπτύσσεται προοδευτικά μέσα από την πρακτική των κρατών, των διεθνών οργανισμών, και άλλων δρώντων, καθώς και με τη νομολογία διεθνών δικαιοδοτικών οργάνων. Αυτό που είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί είναι ότι, ενώ τα κράτη συχνά αμφισβητούν το περιεχόμενο του διεθνούς δικαίου, σπάνια ισχυρίζονται ότι δεν δεσμεύονται από αυτό. Αντίθετα, προβάλλουν νομικά επιχειρήματα για να υποστηρίξουν την νομιμότητα των πράξεών κατά το διεθνές δίκαιο. Παραδείγματος χάριν, η επέμβαση του ΝΑΤΟ στο Κοσσυφοπέδιο (1999) ή η επέμβαση της ‘συμμαχίας των προθύμων’ στο Ιράκ (2003).
Ως ιδιαίτερος κλάδος του δικαίου, το δημόσιο διεθνές δίκαιο διέπεται από τις δικές του πηγές, δικαιοπαραγωγικές διαδικασίες και τους δικούς του μηχανισμούς επιβολής των κανόνων του. Ο μελετητής και ο εφαρμοστής των κανόνων του δι-
Σελ. 3
εθνούς δικαίου πρέπει λοιπόν να αντιμετωπίζει τον κλάδο υπό το πρίσμα των ιδιαιτεροτήτων του διεθνούς συστήματος.
Η μεθοδολογία του δημόσιου διεθνούς δικαίου αφορά τις αρχές, τις πηγές και τις τεχνικές ερμηνείας μέσω των οποίων προσδιορίζονται, αναπτύσσονται και εφαρμόζονται οι διεθνείς νομικοί κανόνες. Για να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει κανείς τους κανόνες του διεθνούς δικαίου, πρέπει να γνωρίζει από πού προέρχονται και πώς παράγονται. Κύριο σημείο αναφοράς σήμερα ως προς τις πηγές του διεθνούς δικαίου αποτελεί το άρθρο 38, παρ. 1 του Καταστατικού του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, το οποίο προσδιορίζει τις κύριες πηγές του δικαίου: τις συνθήκες, το εθιμικό διεθνές δίκαιο και τις γενικές αρχές του δικαίου. Οι δικαστικές αποφάσεις και τα διδάγματα διακεκριμένων δημοσιολόγων χρησιμεύουν ως επικουρικά μέσα για τον προσδιορισμό των νομικών κανόνων. Μεθοδολογικά, το πλαίσιο αυτό απαιτεί προσεκτική ανάλυση της πρακτικής των κρατών και της πεποίθησης δικαίου (opinio juris), την προσφυγή σε γενικές αρχές κοινές στα κύρια νομικά συστήματα και επικουρικά τη μελέτη της διεθνούς νομολογίας και θεωρίας.
Υποστηρίζεται ότι η καταγραφή των πηγών του διεθνούς δικαίου στο άρθρο 38 Κατ. ΔΔΧ δεν ανταποκρίνεται πλήρως στη σύγχρονη διεθνή πραγματικότητα. Η δημιουργία των Ηνωμένων Εθνών (και άλλων διεθνών οργανισμών ) έχει συμβάλει, ιδίως μέσα από ψηφίσματα της Γενικής Συνέλευσης των ΗΕ, στη διαμόρφωση, παραγωγή και τροποποίηση των κανόνων διεθνούς δικαίου. Από την άλλη, κανόνες συμπεριφοράς διατυπώνονται και σε κείμενα ήπιου δικαίου (soft law). Παρά την έλλειψη τυπικής νομικής δεσμευτικότητας, τέτοια κείμενα μπορούν να συμβάλουν στην αποκρυστάλλωση διεθνών εθιμικών κανόνων και στην προοδευτική ανάπτυξη του διεθνούς δικαίου.
Ένα άλλο αποτέλεσμα της ιδιομορφίας του διεθνούς συστήματος αποτελεί ο προβληματισμός ως προς την ιεραρχία των κανόνων του διεθνούς δικαίου. Διεθνείς συνθήκες και έθιμο αποτελούν πηγές ισότιμες. Εντούτοις, η ιεραρχία των κανόνων εκδηλώνεται με τους κανόνες αναγκαστικού διεθνούς δικαίου (jus cogens), δηλαδή κανόνες εθιμικού δικαίου που δεν επιτρέπουν απόκλιση ή τροποποίηση με συνθήκη, παρά μόνο σε περίπτωση που ο μεταγενέστερος κανόνας διαθέτει τον ίδιο χαρακτήρα. Προϋπόθεση αποτελεί η αναγνώριση ενός κανόνα ως jus cogens από ‘τη διεθνή κοινότητα στο σύνολό της’ (άρθρο 53 ΣΒ 1969). Οι κανόνες του αναγκαστικού διεθνούς δικαίου δημιουργούν υποχρεώσεις που
Σελ. 4
ισχύουν έναντι πάντων (erga omnes). Κανόνες όπως η απαγόρευση χρήσης βίας στις διεθνείς σχέσεις, η απαγόρευση γενοκτονίας, η απαγόρευση βασανιστηρίων, η απαγόρευση φυλετικών διακρίσεων, η αρχή της αυτοδιάθεσης των λαών γίνεται δεκτό ότι έχουν τον χαρακτήρα jus cogens. Πάντως, πρέπει να παρατηρηθεί ότι δεν είναι όλοι οι εθιμικοί κανόνες jus cogens, λίγοι εθιμικοί κανόνες εντάσσονται στο στενό κύκλο του jus cogens.
Εν τέλει, όπως έχει εύστοχα σημειωθεί, ο μελετητής του διεθνούς δικαίου πρέπει να έχει πάντοτε υπόψη του ότι υπάρχει κινητικότητα ως προς τους τρόπους παραγωγής του γενικού διεθνούς δικαίου και ακόμη περισσότερο ως προς τους τρόπους δεσμεύσεως των παραγόντων της διεθνούς ζωής.
Η ερμηνεία των διεθνών κανόνων διαδραματίζει επομένως κεντρικό ρόλο, και οι μέθοδοι ερμηνείας του διεθνούς δικαίου κωδικοποιούνται συστηματικά στη Σύμβαση της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών (1969), η οποία δίνει έμφαση στην ερμηνεία καλής πίστης σύμφωνα με την συνήθη έννοια των όρων, υπό το πρίσμα του αντικειμένου και του σκοπού της συνθήκης, αλλά και σε συνάρτηση προς όλους τους σχετικούς κανόνες του διεθνούς δικαίου που εφαρμόζονται στις σχέσεις μεταξύ των συμβαλλομένων κρατών, κατά τρόπον ώστε η ερμηνεία να λαμβάνει υπόψη το γενικότερο περιβάλλον του διεθνούς δικαίου.
Η σύγχρονη μεθοδολογία του διεθνούς δικαίου ενσωματώνει πολλές θεωρητικές προσεγγίσεις -όπως το φυσικό δίκαιο, ο θετικισμός, ο ρεαλισμός-, που διαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο οι μελετητές κατανοούν τη φύση, τη νομιμότητα και την εξέλιξη των διεθνών κανόνων, και συμπληρώνονται σήμερα με άλλες θεωρητικές προσεγγίσεις, όπως η κριτική νομική θεώρηση (critical legal theory), η οικονομική ανάλυση του διεθνούς δικαίου, οι προσεγγίσεις του Τρίτου Κόσμου (TWAIL), και άλλες.
Συνοψίζοντας, η μεθοδολογία του δημόσιου διεθνούς δικαίου αναφέρεται στις προσεγγίσεις, τα εργαλεία, και τις τεχνικές συλλογισμού που χρησιμοποιούνται για την διαπίστωση, την ερμηνεία, την εφαρμογή και την ανάπτυξη των κανόνων του διεθνούς δικαίου. Συνδυάζει την πρωτογενή ανάλυση των πηγών, την ερμηνευτική συλλογιστική, την μελέτη της διεθνούς νομολογίας και της θεωρίας προκειμένου να πλοηγηθεί σε ένα νομικό σύστημα που βασίζεται στην κρατική κυριαρχία, αλλά ανταποκρίνεται όλο και περισσότερο στην ιδέα της ύπαρξης της διεθνούς κοινότητας.
Σελ. 5
I. ΠΗΓΕΣ ΤΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΔΙΚΑΙΟΥ
Τυπικές / ουσιαστικές πηγές
Τρόποι διαμόρφωσης εθιμικού και συμβατικού δικαίου
Σχέσεις/συλλειτουργία των πηγών του διεθνούς δικαίου
Ιεραρχία κανόνων του διεθνούς δικαίου
Σελ. 7
Εισαγωγή
Πώς παράγονται οι κανόνες του διεθνούς δικαίου; Οι τρόποι παραγωγής του δημοσίου διεθνούς δικαίου διαφοροποιούνται από το εσωτερικό δίκαιο, και ανταποκρίνονται στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του δικαιϊκού κλάδου αυτού:
• Αρχή της κυρίαρχης ισότητας των κρατών και αποκεντρωμένη διάρθρωση της διεθνούς κοινότητας
• Απουσία κεντρικής νομοθετικής εξουσίας
Οι ιδιαιτερότητες του διεθνούς δικαίου αντικατοπτρίζονται και στις θεωρίες των πηγών του διεθνούς δικαίου.
|
Άρθρο 38 παρ. 1 του Καταστατικού του ΔΔΧ Το Δικαστήριο, που έργο έχει να εκδικάζει, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, τις υποθέσεις που υποβάλλονται σε αυτό, θα εφαρμόζει: α. τις διεθνείς συμβάσεις, γενικές ή ειδικές, που θέτουν κανόνες οι οποίοι αναγνωρίζονται ρητά από τα αντίδικα κράτη, β. το διεθνές εθιμικό δίκαιο, ως απόδειξη γενικής πρακτικής που γίνεται δεκτή ως κανόνας δικαίου, γ. τις γενικές αρχές του δικαίου που αναγνωρίζονται από τα πολιτισμένα έθνη, δ. με την επιφύλαξη όσων προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 59, τις δικαστικές αποφάσεις και τα διδάγματα των πιο αναγνωρισμένων δημοσιολόγων των διαφόρων εθνών, ως επικουρικά μέσα για τον καθορισμό των κανόνων δικαίου. |
Το άρθρο 38 παρ. 1 είναι σήμερα το κοινό σημείο αναφοράς ως προς τις πηγές του διεθνούς δικαίου. Το έθιμο και οι διεθνείς συνθήκες είναι οι κύριες (τυπικές, formal) πηγές. Οι υπόλοιπες (γενικές αρχές, δικαστικές αποφάσεις, διδάγματα) είναι επικουρικές. Υποστηρίζεται ότι η καταγραφή των πηγών του διεθνούς δικαίου στο άρθρο 38 ΚατΔΔ δεν ανταποκρίνεται με ακρίβεια στην εικόνα της σύγχρονης πραγματικότητας. Για παράδειγμα, πράξεις των διεθνών οργανισμών, όπως τα ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών, καίτοι δεν περιλαμβάνονται στο άρθρο 38 ως πηγή του διεθνούς δικαίου, εντάσσονται στο δικαιοπαραγωγικό έργο της διεθνούς κοινότητας. Εξάλλου, πολύ σημαντικό ρόλο στην επιβεβαίωση των κανόνων διεθνούς δικαίου έχει η νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου των Ηνωμένων Εθνών και άλλων διεθνών δικαιοδοτικών οργάνων, επίσης δε και η νομολογία εθνικών δικαστηρίων (πχ. ως προς την ετεροδικία κράτους, βλ. κατωτέρω). Από την άλλη, κανόνες συμπεριφοράς διατυπώνονται και σε μη-δεσμευτική μορφή (soft law). Παρά την έλλειψη τυπικής νομικής δεσμευτικότη-
Σελ. 8
τας, τέτοιες ρυθμίσεις μπορούν να συμβάλλουν στην αποκρυστάλλωση εθιμικών κανόνων ή να αναβαθμισθούν σε δεσμευτικούς κανόνες.
Το διεθνές έθιμο
|
Ορισμός [Η] γενική πρακτική που γίνεται αποδεκτή ως κανόνας δικαίου. Άρθρο 38, παρ. 1(α) Κατ. ΔΔΧ |
Στοιχεία του εθίμου: πρακτική και πεποίθηση δικαίου
Πρακτική
Η πρακτική των κρατών μπορεί να προκύπτει, για παράδειγμα, από δηλώσεις ή ενέργειες κρατικών φορέων αρμοδίων για την άσκηση εξωτερικής πολιτικής, διπλωματική αλληλογραφία, αποφάσεις εθνικών δικαστηρίων, εσωτερική νομοθεσία, συμμετοχή σε διεθνή συμβατικά κείμενα, κλπ.
«Παρότι η πάροδος ενός σύντομου μόνο χρονικού διαστήματος δεν συνιστά απαραίτητα, αυτή καθ’εαυτή, εμπόδιο στη διαμόρφωση ενός νέου κανόνα εθιμικού διεθνούς δικαίου βάσει αυτού που αρχικά ήταν ένας αποκλειστικά συμβατικός κανόνας, απαραίτητη προϋπόθεση είναι, εντός του εν λόγω χρονικού διαστήματος, όσο σύντομο κι αν είναι, η κρατική πρακτική, συμπεριλαμβανομένης αυτής των κρατών των οποίων τα συμφέροντα επηρεάζονται ιδιαίτερα, να είναι τόσο εκτεταμένη όσο και σχεδόν ομοιόμορφη...και, επιπλέον, να έχει λάβει χώρα κατά τρόπο που να εκδηλώνει γενική αναγνώριση ότι εμπλέκεται κανόνας δικαίου ή νομική υποχρέωση.»
ΔΔΧ, Υπόθεση Υφαλοκρηπίδας Βόρειας Θάλασσας,1969, παρ. 69.
Πεποίθηση δικαίου (opinio juris sive necessitatis)
«Οι επιμέρους πράξεις πρέπει, όχι μόνο να συνιστούν μια καθιερωμένη πρακτική, αλλά και πρέπει να είναι τέτοιες ή να πραγματοποιούνται κατά τέτοιο τρόπο, που να αποδεικνύουν την πεποίθηση ότι αυτή η πρακτική είναι υποχρεωτική επειδή υπάρχει κανόνας δικαίου που την απαιτεί. Η ανάγκη μιας τέτοιας πεποίθησης, δηλαδή ενός υποκειμενικού στοιχείου, είναι συμφυής προς την έννοια της opinio juris sive necessitatιs. Τα ενδιαφερόμενα κράτη
Σελ. 9
πρέπει λοιπόν να αισθάνονται πως συμμορφώνονται σε ό,τι αποτελεί νομική υποχρέωση».
ΔΔΧ, Υπόθεση Υφαλοκρηπίδας της Βόρειας Θάλασσας, 1969, παρ. 77.
Διεθνείς συνθήκες
Κάθε συμβατική σχέση που συνάπτεται μεταξύ υποκειμένων του διεθνούς δικαίου και αποσκοπεί στην παραγωγή εννόμων αποτελεσμάτων. Οι διεθνείς συνθήκες (διμερείς και πολυμερείς) δεσμεύουν μόνο τα συμβαλλόμενα μέρη. Το δίκαιο των συνθηκών έχει κωδικοποιηθεί στη Σύμβαση της Βιέννης για το Δίκαιο Συνθηκών του 1969 (βλ. και Κεφ. 2)
|
|
Σχέσεις συμβατικού και εθιμικού διεθνούς δικαίου
Μια διεθνής σύμβαση μπορεί:
• να κωδικοποιεί διεθνή εθιμικό κανόνα
• να αποκρυσταλλώνει ήδη υφιστάμενο κανόνα εθιμικού χαρακτήρα
• να συμβάλλει στη δημιουργία νέου κανόνα εθιμικού διεθνούς δικαίου (εφόσον τηρούνται οι προϋποθέσεις στοιχειοθέτησης εθιμικού κανόνα, δηλαδή πρακτική και πεποίθηση δικαίου (βλ. ανωτ.)
«Δεν δύναται να υποστηριχθεί ότι, όταν το εθιμικό διεθνές δίκαιο αποτελείται από κανόνες πανομοιότυπους με εκείνους του συμβατικού δικαίου, το δεύτερο ‘επικαλύπτει’ το πρώτο, έτσι ώστε το εθιμικό διεθνές δίκαιο να μην έχει αυτοτελή ύπαρξη».
ΔΔΧ, Στρατιωτικές και παραστρατιωτικές δραστηριότητες στη Νικαράγουα και κατ’αυτής, 1986, παρ. 177.
«Το εθιμικό διεθνές δίκαιο συνεχίζει να υφίσταται και να εφαρμόζεται, ανεξάρτητα από τον διεθνή συμβατικό κανόνα, ακόμη και στην περίπτωση που οι δύο κατηγορίες κανόνων έχουν ίδιο περιεχόμενο».
Σελ. 10
ΔΔΧ, Στρατιωτικές και Παραστρατιωτικές Δραστηριότητες στη Νικαράγουα και κατ’αυτής, 1986, παρ. 179.
Ψηφίσματα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ
Σε ορισμένες περιπτώσεις Ψηφίσματα της ΓΣ ΗΕ μπορεί να αποτελούν απόδειξη της πρακτικής/opinio juris των κρατών, ωστόσο πρέπει να εξετάζεται το περιεχόμενο και η ορολογία που χρησιμοποιείται, η ψηφοφορία και οι τοποθετήσεις κρατών κατά την υιοθέτησή τους.
«Τα ψηφίσματα της Γενικής Συνέλευσης, ακόμη και αν δεν είναι νομικά δεσμευτικά, μπορεί μερικές φορές να έχουν κανονιστική αξία. Μπορούν, υπό ορισμένες συνθήκες, να παρέχουν σημαντικά στοιχεία για την απόδειξη της ύπαρξης ενός κανόνα ή της εμφάνισης μιας opinio juris. Για να διαπιστωθεί εάν αυτό ισχύει για ένα συγκεκριμένο ψήφισμα της Γενικής Συνέλευσης, είναι απαραίτητο να εξεταστεί το περιεχόμενο και οι συνθήκες έγκρισής του· είναι επίσης απαραίτητο να διαπιστωθεί εάν υπάρχει opinio juris ως προς τον κανονιστικό του χαρακτήρα. Ή μια σειρά ψηφισμάτων μπορεί να αναδεικνύει τη σταδιακή εξέλιξη της opinio juris που απαιτείται για τη θέσπιση ενός νέου κανόνα».
ΔΔΧ, Νομιμότητα της Απειλής ή Χρήσης Πυρηνικών Όπλων, Γνωμοδότηση, 1996, παρ. 70.
«Το Δικαστήριο θεωρεί ότι, αν και το Ψήφισμα 1514 (XV) είναι από τυπικής απόψεως μη δεσμευτικό, έχει διακηρυκτικό χαρακτήρα όσον αφορά το δικαίωμα αυτοδιάθεσης ως εθιμικό κανόνα, δεδομένου του περιεχομένου του και των όρων έγκρισής του. Το ψήφισμα εγκρίθηκε με 89 ψήφους έναντι 9 αποχών. Κανένα από τα κράτη που συμμετείχαν στην ψηφοφορία δεν αμφισβήτησε την ύπαρξη του δικαιώματος των λαών στην αυτοδιάθεση. Ορισμένα κράτη δικαιολόγησαν την αποχή τους με βάση τον χρόνο που απαιτείται για την εφαρμογή ενός τέτοιου δικαιώματος. Η διατύπωση που χρησιμοποιείται στο Ψήφισμα 1514 (XV) έχει κανονιστικό χαρακτήρα, στο βαθμό που επιβεβαιώνει ότι ‘[ό]λοι οι λαοί έχουν το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση’... Η φύση και το πεδίο εφαρμογής του δικαιώματος αυτοδιάθεσης των λαών, συμπεριλαμβανομένου του σεβασμού της ‘εθνικής ενότητας και εδαφικής ακεραιότητας ενός Κράτους ή χώρας’, επαναλήφθηκαν στη Διακήρυξη για τις Αρχές του Διεθνούς Δικαίου σχετικά με τις Φιλικές Σχέσεις και τη Συνεργασία μεταξύ Κρατών σύμφωνα με τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.
Σελ. 11
Αυτή η Διακήρυξη προσαρτήθηκε στο Ψήφισμα 2625 (XXV) της Γενικής Συνέλευσης, το οποίο υιοθετήθηκε με συναίνεση το 1970. Αναγνωρίζοντας το δικαίωμα αυτοδιάθεσης ως μία από τις «βασικές αρχές του διεθνούς δικαίου», η Διακήρυξη επιβεβαίωσε τον κανονιστικό του χαρακτήρα βάσει του εθιμικού διεθνούς δικαίου.»
ΔΔΧ, Έννομες Συνέπειες του Χωρισμού του Αρχιπελάγους Chagos από τον Μαυρίκιο το 1965, Γνωμοδότηση, 2019, παρ. 152-155.
Κανόνες αναγκαστικού διεθνούς δικαίου (jus cogens) και υποχρεώσεις και δικαιώματα έναντι πάντων (erga omnes) (βλ. και Κεφ. VI)
|
Σύμβαση Βιέννης 1969 για το Δίκαιο Συνθηκών, άρθρο 53: Άκυρη είναι κάθε συνθήκη που κατά το χρόνο συνομολογήσεώς της συγκρούεται με αναγκαστικό κανόνα του γενικού διεθνούς δικαίου. Για τους σκοπούς της Συμβάσεως αυτής, αναγκαστικός κανόνας του γενικού διεθνούς δικαίου είναι κανόνας αποδεκτός και αναγνωρισμένος από τη διεθνή κοινότητα των κρατών, στο σύνολό της, ως κανόνας από τον οποίο δεν επιτρέπεται καμία παρέκκλιση και που δεν μπορεί να τροποποιηθεί, παρά μόνο από νέο κανόνα του γενικού διεθνούς δικαίου, που να έχει τον ίδιο χαρακτήρα». |
«Θα πρέπει να γίνεται μια ουσιαστική διάκριση μεταξύ των υποχρεώσεων ενός Κράτους έναντι της διεθνούς κοινότητας στο σύνολό της και εκείνων που προκύπτουν έναντι ενός άλλου Κράτους στον τομέα της διπλωματικής προστασίας. Από την ίδια τους τη φύση, οι πρώτες αποτελούν μέλημα όλων των Κρατών. Δεδομένης της σημασίας των εμπλεκόμενων δικαιωμάτων, όλα τα Κράτη μπορούν να θεωρηθούν ότι έχουν έννομο συμφέρον για την προστασία τους· πρόκειται για υποχρεώσεις erga omnes. Τέτοιες υποχρεώσεις απορρέουν, για παράδειγμα, στο σύγχρονο διεθνές δίκαιο, από την απαγόρευση της επίθεσης και της γενοκτονίας, καθώς και από τις αρχές και τους κανόνες που αφορούν τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένης της προστασίας από τη δουλεία και τις φυλετικές διακρίσεις. Ορισμένα από τα αντίστοιχα δικαιώματα προστασίας έχουν ενταχθεί στο σώμα του γενικού διεθνούς δικαίου (Επιφυλάξεις στη Σύμβαση για την Πρόληψη και Τιμωρία του Εγκλήματος της Γενοκτονίας, Γνωμοδότηση, 1951, σ. 23)· άλλες παρέχονται από διεθνή κείμενα οικουμενικού ή σχεδόν οικουμενικού χαρακτήρα.»
Σελ. 12
ΔΔΧ, Υπόθεση Barcelona Traction, Light and Power Company, Limited, 1970, παρ. 33-34.
«Το Δικαστήριο θα ξεκινήσει επιβεβαιώνοντας ότι ‘οι αρχές που διέπουν τη Σύμβαση [Γενοκτονίας] είναι αρχές που αναγνωρίζονται από τα πολιτισμένα έθνη ως δεσμευτικές για τα κράτη, ακόμη και χωρίς καμία συμβατική υποχρέωση’ και ότι συνέπεια αυτής της αντίληψης είναι ‘ο παγκόσμιος χαρακτήρας τόσο της καταδίκης της γενοκτονίας όσο και της συνεργασίας που απαιτείται ‘για να απελευθερωθεί η ανθρωπότητα από μια τόσο ειδεχθή μάστιγα’ (Προοίμιο της Σύμβασης) (Επιφυλάξεις στη Σύμβαση για την Πρόληψη και Τιμωρία του Εγκλήματος της Γενοκτονίας, Γνωμοδότηση,1951, σ. 23). Συνεπώς, ‘τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που κατοχυρώνονται από τη Σύμβαση είναι δικαιώματα και υποχρεώσεις erga omnes’ (Εφαρμογή της Σύμβασης για την Πρόληψη και την Τιμωρία του Εγκλήματος Γενοκτονίας (Βοσνία-Ερζεγοβίνη κατά Γιουγκοσλαβίας), Προκαταρκτικές Ενστάσεις, Απόφαση,1996, σ. 616, παρ. 31). Το Δικαστήριο παρατηρεί, ωστόσο, όπως είχε ήδη την ευκαιρία να τονίσει, ότι ‘ο χαρακτήρας erga omnes ενός κανόνα και ο κανόνας συναίνεσης στη δικαιοδοσία είναι δύο διαφορετικά πράγματα’ (Ανατολικό Τιμόρ (Πορτογαλία κατά Αυστραλίας), Απόφαση,1995, σ. 102, παρ. 29), και ότι το γεγονός ότι δικαιώματα και υποχρεώσεις erga omnes μπορεί να αμφισβητούνται σε μια διαφορά δεν δίνει στο Δικαστήριο τη δικαιοδοσία να εξετάσει τη διαφορά αυτή. Το ίδιο ισχύει και για τη σχέση μεταξύ των αναγκαστικών κανόνων του γενικού διεθνούς δικαίου (jus cogens) και της θεμελίωσης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου: το γεγονός ότι μια διαφορά αφορά τη συμμόρφωση με έναν κανόνα τέτοιου χαρακτήρα, κάτι που σίγουρα ισχύει όσον αφορά την απαγόρευση της γενοκτονίας, δεν μπορεί από μόνο του να αποτελέσει βάση για τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδικάσει τη διαφορά αυτή. Σύμφωνα με το Καταστατικό του Δικαστηρίου, η δικαιοδοσία αυτή βασίζεται πάντα στη συναίνεση των μερών.»
ΔΔΧ, Ένοπλες Δραστηριότητες στο Έδαφος του Κογκό (Κογκό κ. Ρουάντας), Δικαιοδοσία και παραδεκτό, Απόφαση, 2006, παρ. 64.
«Δεδομένου ότι ο σεβασμός του δικαιώματος αυτοδιάθεσης είναι υποχρέωση erga omnes, όλα τα κράτη έχουν έννομο συμφέρον να προστατεύσουν αυτό το δικαίωμα».
ΔΔΧ, Έννομες Συνέπειες του Χωρισμού του Αρχιπελάγους Chagos από τον Μαυρίκιο το 1965, Γνωμοδότηση, 2019, παρ. 180.
Σελ. 13
«Το Δικαστήριο θεωρεί ότι, σε περιπτώσεις ξένης κατοχής όπως η παρούσα υπόθεση, το δικαίωμα αυτοδιάθεσης αποτελεί αναγκαστικό κανόνα του διεθνούς δικαίου».
ΔΔΧ, Έννομες Συνέπειες που προκύπτουν από τις πολιτικές και τις πρακτικές του Ισραήλ στα Κατεχόμενα Παλαιστινιακά Εδάφη, συμπεριλαμβανομένης της Ανατολικής Ιερουσαλήμ, Γνωμοδότηση, 2024, παρ. 233.
Η Επιτροπή Διεθνούς Δικαίου του ΟΗΕ κατέληξε το 2022 σε Σχέδιο συμπερασμάτων σχετικά με τον προσδιορισμό και τις νομικές συνέπειες των επιτακτικών κανόνων του γενικού διεθνούς δικαίου (jus cogens), όπου περιλαμβάνεται η ακόλουθη απαρίθμηση κανόνων αναγκαστικού διεθνούς δικαίου (συμπέρασμα 23):
• Απαγόρευση της επίθεσης (Υπόθεση Νικαράγουα κ. ΗΠΑ, 1985)
• Απαγόρευση της γενοκτονίας (Υπόθεση Κονγκό κ. Ρουάντας 2006)
• Απαγόρευση των εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας
• Οι θεμελιώδεις κανόνες διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου
• Απαγόρευση δουλείας
• Απαγόρευση φυλετικών διακρίσεων και αpartheid
• Απαγόρευση βασανιστηρίων (ΔΔΧ, Ζητηματα Σχετικά με την Υποχρέωση Δίωξης ή Έκδοσης, Βέλγιο κ. Σενεγάλης, 2012, ΕΔΔΑ, Al-Adsani κ. Ην. Βασιλείου 2001)
• Δικαίωμα της αυτοδιάθεσης (Υπόθεση Ανατολικού Τιμόρ 1995, Γνωμοδότηση Chagos, 2019)
Επίσης, ως προς τη σχέση κανόνων jus cogens και υποχρεώσεων erga omnes, κατά την Επιτροπή Διεθνούς Δικαίου:
Αν και όλοι οι κανόνες jus cogens του γενικού διεθνούς δικαίου δημιουργούν υποχρεώσεις erga omnes, θεωρείται ευρέως ότι δεν προκύπτουν όλες οι υποχρεώσεις erga omnes από κανόνες jus cogens. Για παράδειγμα, ορισμένοι κανόνες που αφορούν τους κοινούς χώρους, ιδίως τα καθεστώτα κοινής κληρονομιάς, μπορούν να δημιουργήσουν υποχρεώσεις erga omnes ανεξάρτητα από το εάν έχουν επιτακτικό χαρακτήρα. Το Διεθνές Δικαστήριο για το Δίκαιο της Θάλασσας έχει αποφανθεί ότι οι υποχρεώσεις των κρατών σχετικά με τη διατήρηση του περιβάλλοντος της ανοικτής θάλασσας και του βυθού της θάλασσας Σύμφωνα με τη Σύμβαση των ΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982 έχουν χαρακτήρα erga omnes. (Συμπέρασμα 17, παρ. 3). (Βλ. και Κεφ. VI).
«Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι ορισμένοι κανόνες του διεθνούς δικαίου που αφορούν τα παγκόσμια κοινά αγαθά, όπως το κλιματικό σύστημα, μπορούν
Σελ. 14
να δημιουργήσουν υποχρεώσεις erga omnes... Εν προκειμένω, το Δικαστήριο θεωρεί ότι όλα τα κράτη έχουν κοινό συμφέρον στην προστασία των παγκόσμιων περιβαλλοντικών κοινών αγαθών, όπως η ατμόσφαιρα και η ανοικτή θάλασσα. Κατά συνέπεια, οι υποχρεώσεις των κρατών σχετικά με την προστασία του κλιματικού συστήματος και άλλων τμημάτων του περιβάλλοντος από τις ανθρωπογενείς εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, ιδίως η υποχρέωση να αποτρέπουν σημαντικές διασυνοριακές βλάβες σύμφωνα με το εθιμικό διεθνές δίκαιο, είναι υποχρεώσεις erga omnes. Στο πλαίσιο των διεθνών συνθηκών, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η UNFCCC και η Συμφωνία του Παρισιού αναγνωρίζουν ότι η κλιματική αλλαγή αποτελεί ‘κοινό μέλημα της ανθρωπότητας’... που απαιτεί ‘μια παγκόσμια απάντηση’... Επιδιώκουν να προστατεύσουν το ουσιαστικό συμφέρον όλων των κρατών για τη διαφύλαξη του κλιματικού συστήματος, το οποίο ωφελεί το σύνολο της διεθνούς κοινότητας. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο θεωρεί ότι οι υποχρεώσεις των κρατών βάσει των συνθηκών αυτών είναι υποχρεώσεις erga omnes partes.»
ΔΔΧ, Γνωμοδότηση για την Κλιματική Αλλαγή, 2025, παρ. 440.
|
|
Σελ. 15
Πρακτικό θέμα
Ο κ. Χ., δικαστής του Συμβουλίου της Επικρατείας, ορίζεται από την Ελλάδα στο Διεθνές Δικαστήριο των ΗΕ ως ad hoc δικαστής σε μια υπόθεση με διάδικο την Ελλάδα που έχει παραπεμφθεί στο Δικαστήριο. Μετά από πολλά χρόνια ενασχόλησης με νομικά ζητήματα εθνικού δικαίου, έχει τώρα να αξιολογήσει υλικό διεθνούς δικαίου που υποβάλλουν στο Δικαστήριο οι διάδικοι. Το υλικό αυτό περιλαμβάνει:
α) Τα Άρθρα περί ευθύνης κρατών από διεθνώς άδικες ενέργειες που έχουν εκπονηθεί από την Επιτροπή Διεθνούς Δικαίου (2001),
β) Ένα ψήφισμα της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών,
γ) Μια διεθνής συνθήκη την οποία έχει κυρώσει η Ελλάδα (αλλά όχι το αντίδικο κράτος)
δ) Μια επίσημη δήλωση του Υπουργού Εξωτερικών ενός εκ των διαδίκων
ε) Μια απόφαση ανωτάτου εθνικού δικαστηρίου
στ) Μια προηγούμενη απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου επί συναφούς θέματος
ζ) ένα επιστημονικό άρθρο διακεκριμένου καθηγητή διεθνούς δικαίου στο European Journal of International Law.
Σας ζητείται να ετοιμάσετε ένα υπόμνημα για τον Δικαστή κ. Χ., στο οποίο να εξηγείτε τις πηγές του σύγχρονου διεθνούς δικαίου, συμβουλεύοντάς τον ιδίως ως προς τη βαρύτητα που πρέπει να αποδώσει σε καθένα από τα παραπάνω στοιχεία ως πηγές και αποδεικτικά στοιχεία του διεθνούς δικαίου.
Συνοπτική απάντηση
Το πρακτικό αυτό πραγματεύεται τις πηγές του διεθνούς δικαίου που καλείται να εφαρμόσει ο διεθνής δικαστής. Για την ορθή προσέγγιση και απάντηση στο υπό ανάλυση πρακτικό, απαιτείται κατά πρώτον η αναφορά στο άρθρο 38 ΚατΔΔΔ, ως κύρια καταγραφή των πηγών του δδ. Παρόλο που το άρθρο 38 Κατ. κατ’ουσίαν αναφέρεται στο εφαρμοστέο δίκαιο ενώπιον του ΔΔ, αποτελεί το κύριο σημείο αναφοράς των πηγών του διεθνούς δικαίου. Το πρακτικό απαιτεί μια ανάλυση των πηγών, και τις μεταξύ τους σχέσεις, καθώς και μια συζήτηση για ενδεχόμενες άλλες πηγές του δδ, που δεν αναφέρονται στο άρθρο 38 Κατ.
Σελ. 16
α) Η Επιτροπή Διεθνούς Δικαίου των Ηνωμένων Εθνών (International Law Commission) είναι επιφορτισμένη με την κωδικοποίηση και την προοδευτική ανάπτυξη του διεθνούς δικαίου. Το έργο της έχει συχνά οδηγήσει στην υιοθέτηση πολυμερών συνθηκών, π.χ. της Σύμβασης της Βιέννης του 1969 για το Δίκαιο των Συνθηκών, των Συμβάσεων για τις Διπλωματικές και Προξενικές Σχέσεις.
Τα σχέδια άρθρων μπορεί να είναι δηλωτικά της κατάστασης του εθιμικού διεθνούς δικαίου, οπότε αποτελούν πηγή βάσει του άρθρου 38 (1)(β). Εναλλακτικά, τα σχέδια άρθρων μπορεί να έχουν συμβάλει στη διαμόρφωση του εθιμικού διεθνούς δικαίου, εάν έχουν ακολουθηθεί από την κρατική πρακτική. Είναι πιθανό τα σχέδια άρθρων να περιέχουν άρθρα που δηλώνουν το εθιμικό διεθνές δίκαιο εάν έχουν ακολουθηθεί από τη συνεπή κρατική πρακτική. Αυτή είναι η περίπτωση των άρθρων για την Κρατική Ευθύνη. Κάθε μεμονωμένο άρθρο πρέπει να εξεταστεί για να διαπιστωθεί εάν δηλώνει ή απλώς επιδιώκει να αναπτύξει το εθιμικό διεθνές δίκαιο.
Τα σχέδια άρθρων μπορούν επίσης να αποτελέσουν τη βάση μιας διεθνούς νομοθετικής διάσκεψης. Τα σχέδια άρθρων συχνά ακολουθούνται είτε από μια διεθνή σύμβαση είτε από ένα ψήφισμα της Γενικής Συνέλευσης. Σε αυτή την περίπτωση, αυτές οι πηγές θα πρέπει να ληφθούν υπόψη. Τα σχέδια άρθρων μπορούν ναν υνιστούν απόδειξη της ύπαρξης εθιμικού διεθνούς δικαίου, σύμφωνα με το άρθρο 38(1)(β).
β) Τα Ψηφίσματα της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών δεν αποτελούν sticto sensu πηγή του διεθνούς δικαίου. Σε ορισμένες περιπτώσεις Ψηφίσματα της ΓΣ ΗΕ μπορεί να αποτελούν απόδειξη της πρακτικής/opinio juris ων κρατών, ωστόσο λαμβάνονται υπόψη παράγοντες όπως το περιεχόμενο και η ορολογία που χρησιμοποιείται, η ψηφοφορία και οι τοποθετήσεις κρατών κατά την υιοθέτησή τους.
Ένα ψήφισμα της Γενικής Συνέλευσης μπορεί να είναι διακηρύσσει κανόνα εθιμικού διεθνούς δικαίου εάν έχει εγκριθεί ομόφωνα ή με μεγάλη πλειοψηφία. Για παράδειγμα, το ψήφισμα της Γενικής Συνέλευσης 1803: Ψήφισμα για τη Μόνιμη Κυριαρχία επί των φυσικών πόρων, 1962). Δεύτερον, εάν εγκριθεί ομόφωνα ή με μεγάλη πλειοψηφία, μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση του εθίμου, εφόσον ακολουθείται από συνεπή κρατική πρακτική. Το ψήφισμα της Γενικής Συνέλευσης θα πρέπει να εξεταστεί από τον κ. Χ σε σχέση με τον πιθανό ρόλο του στη διακήρυξη κανόνα εθιμικού διεθνούς δικαίου.
Σελ. 17
γ) Οι διεθνείς συμβάσεις αποτελούν πηγή του διεθνούς δικαίου κατά το άρθρο 38 (1)(α) Κατ. ΔΔΧ. Ωστόσο, σύμφωνα με γενική αρχή του διεθνούς δικαίου, οι διεθνείς συμβάσεις δεσμεύουν μόνο τα κράτη που είναι συμβαλλόμενα μέρή (βλ. άρθρο 34 της Σύμβασης της Βιέννης του 1969). Αυτή η αρχή προκύπτει από τη συναινετική φύση των συνθηκών και την αρχή της κρατικής κυριαρχίας. Ωστόσο, το γεγονός ότι ένα κράτος δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος δεν σημαίνει ότι η συνθήκη στερείται νομικής ισχύος. Όπως έκρινε το ΔΔΧ στην Υπόθεση της Υφαλοκρηπίδας της Βόρειας Θάλασσας, μια διεθνής σύμβαση συνθήκη μπορεί να είναι δηλωτική διεθνούς εθίμου, οπότε θα μπορούσε να έχει δεσμευτική ισχύ ως εθιμικός κανόνας για ένα μη συμβαλλόμενο μέρος. Εναλλακτικά, η συνθήκη θα μπορούσε να εμπεριέχει έναν συγκεκριμένο κανόνα που στη συνέχεια ακολουθήθηκε από τόσο συνεπή κρατική πρακτική ώστε η συνθήκη να θεωρηθεί ότι συνέβαλε στη διαμόρφωση κανόνα εθιμικού διεθνούς δικαίου. Η μεταγενέστερη πρακτική πρέπει να αποδεικνύεται με σαφή στοιχεία. Η πρακτική θα πρέπει να είναι εκτεταμένη και ομοιόμορφη και να έχει κάποια διάρκεια. Εάν πρόκειται για πολυμερή συνθήκη, μπορεί να είναι είτε δηλωτική εθίμου, είτε αν δημιουργεί κανόνα εθιμικού διεθνούς δικαίου. Εάν η συνθήκη θεωρηθεί ως «dispositive», τότε θα δεσμεύει ένα μη συμβαλλόμενο μέρος ως εξαίρεση από τη γενική αρχή (πχ συνθήκες οριοθέτησης συνόρων). Επιπλέον, το κείμενο της συνθήκης θα πρέπει να μελετηθεί για να προσδιοριστεί εάν προκύπτουν οφέλη ή επιβάλλονται υποχρεώσεις σε μη συμβαλλόμενα κράτη (άρθρα 35 και 36 της Σύμβασης της Βιέννης του 1969).
δ) Μια δήλωση που γίνεται από τον Yπουργό των Εξωτερικών ενός εκ των διαδίκων δεν αποτελεί πηγή στο πλαίσιο του άρθρου 38. Ωστόσο, η δήλωση μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Θα είναι απαραίτητο να γνωρίζουμε το πλαίσιο εντός του οποίου έγινε η δήλωση. Σύμφωνα με το άρθρο 7(2) της Σύμβασης της Βιέννης του 1969 για το δίκαιο των συνθηκών, ο Υπουργός Εξωτερικών εκπροσωπεί το Κράτος του. Στην υπόθεση Νομικό Καθεστώς της Ανατολικής Γροιλανδίας (Δανία κατά Νορβηγίας, 1933), η δήλωση του Νορβηγού Υπουργού Εξωτερικών κρίθηκε ότι είχε έννομες συνέπειες. Στις υποθέσεις Πυρηνικών Δοκιμών (Αυστραλία κατά Γαλλίας· Νέα Ζηλανδία κατά Γαλλίας), η μονομερής δήλωση του Γάλλου Υπουργού Εξωτερικών κρίθηκε ότι έχει έννομες συνέπειες. Συνεπώς, μια μονομερής δήλωση, αν και δεν αποτελεί πηγή, μπορεί να αποτελεί απόδειξη της αποδοχής δικαιοδοσίας ή να έχει επίδραση στον καθορισμό των ουσιαστικών δικαιωμάτων των μερών, και άρα πρέπει να συνεκτιμηθεί.
ε) Απόφαση δικαστηρίου κατ’αρχήν εμπίπτει στο άρθρο 38 (1)(δ) ως επικουρική πηγή. Το βάρος που θα της αποδοθεί θα εξαρτηθεί από τη συνάφειά της
Σελ. 18
και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τα σχετικά ζητήματα διεθνούς δικαίου. Για παράδειγμα, η υπόθεση Schooner Exchange (1812) είναι μια απόφαση εθνικού δικαστηρίου που αναφέρεται συχνά μέχρι σήμερα.
στ) Το Άρθρο 38 (1)(δ) ορίζει ότι, με την επιφύλαξη του άρθρου 59, οι δικαστικές αποφάσεις αποτελούν επικουρική πηγή διεθνούς δικαίου. Το Άρθρο 59 ορίζει ότι η απόφαση του Δικαστηρίου δεν έχει δεσμευτική ισχύ παρά μόνο μεταξύ των διαδίκων και σε σχέση με τη συγκεκριμένη υπόθεση. Το Διεθνές Δικαστήριο, όπως και άλλα διεθνή δικαιοδοτικά όργανα, δεν διαθέτει σύστημα προηγούμενου (precedent), αλλά επιδιώκει να ερμηνεύσει το διεθνές δίκαιo τηρώντας τις γενικές γραμμές των προηγούμενων αποφάσεων. Προηγούμενες αποφάσεις και γνωμοδοτήσεις συχνά αναφέρονται στο Δικαστήριο στα επιχειρήματά τους από τα μέρη και η προηγούμενη νομολογία συχνά αναφέρεται στις αποφάσεις.
ζ) Το European Journal of International Law είναι ένα από τα σημαντικά περιοδικά στον τομέα του δημόσιου διεθνούς δικαίου. Σύμφωνα με το άρθρο 38 (1)(δ) Κατ. ΔΔΧ, οι «διδασκαλίες των πιο εξειδικευμένων δημοσιολόγων» θεωρούνται ως επικουρική πηγή του διεθνούς δικαίου. Το Διεθνές Δικαστήριο δεν αναφέρεται ποτέ άμεσα σε γραπτά ακαδημαϊκών στις αποφάσεις του, αλλά οι δικαστές συχνά βασίζονται και σε ακαδημαϊκές μελέτες. Ένα επιστημονικό άρθρο μπορεί επίσης να είναι σχετικό εάν ο ακαδημαϊκός επιχειρεί να εντοπίσει ή να διατυπώσει έναν κανόνα του εθιμικού διεθνούς δικαίου.
Σελ. 19
ΙΙ. ΔΙΚΑΙΟ ΔΙΕΘΝΩΝ ΣΥΝΘΗΚΩΝ
Σύμβαση της Βιέννης για το δίκαιο των συνθηκών (1969)
Τυπολογία και σύναψη διεθνών συνθηκών
Γενικές αρχές του δικαίου των διεθνών συνθηκών
Επιφυλάξεις σε διεθνείς συνθήκες
Ερμηνεία διεθνών συνθηκών
Λήξη/αναστολή ισχύος διεθνών συνθηκών
Σελ. 21
Εισαγωγή
Οι διεθνείς συνθήκες (ή συμβάσεις) είναι δικαιοπραξίες μεταξύ υποκειμένων του διεθνούς δικαίου οι οποίες αποτελούν σήμερα ίσως το πλέον σημαίνον εργαλείο του διεθνούς δικαίου. Μέσω της σύναψης διεθνών συνθηκών τα κράτη και οι διεθνείς οργανισμοί δύνανται να διαπλάθουν τις έννομες σχέσεις τους, μέσω της ανάληψης δικαιωμάτων και υποχρεώσεων βάσει του διεθνούς δικαίου. Οι διεθνείς συνθήκες διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην εμβάθυνση της συνεργασίας μεταξύ των κρατών, διασφαλίζοντας τη σταθερότητα στις διεθνείς σχέσεις και προάγοντας τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια.
Η κωδικοποίηση του δικαίου των διεθνών συνθηκών: η Σύμβαση της Βιέννης για το δίκαιο των συνθηκών του 1969
Παρά την πασιφανή σημασία των συμβάσεων στη διεθνή ζωή, η ολοκλήρωση του έργου της κωδικοποίησης του δικαίου των διεθνών συνθηκών, δηλ. του συνόλου των κανόνων του διεθνούς δικαίου που διέπουν τον ορισμό, τη σύναψη, τη θέση σε ισχύ, την εφαρμογή, την ερμηνεία, αναθεώρηση, την ακυρότητα, την καταγγελία και την αναστολή των διεθνών συνθηκών, πραγματοποιήθηκε μόλις το 1969 με την υιοθέτηση του κειμένου της Σύμβασης της Βιέννης για το δίκαιο των συνθηκών μεταξύ κρατών (ΣτΒ 1969). Η ΣτΒ 1969 έχει δικαίως χαρακτηριστεί ως «η συνθήκη για τις συνθήκες» και το κείμενό της βασίστηκε στο Σχέδιο άρθρων περί του δικαίου των διεθνών συνθηκών που είχε προετοιμάσει η Επιτροπή Διεθνούς Δικαίου του ΟΗΕ το 1966, συνοδευόμενο από λεπτομερείς σχολιασμούς βάσει της διεθνούς πρακτικής. Μολονότι η ΣτΒ 1969 έχει σήμερα 116 συμβαλλόμενα μέρη (η Ελλάδα την κύρωσε με το ν.δ. 402/1974 - ΦΕΚ Α’ 141/74), η πλειοψηφία των ουσιαστικών διατάξεων αποκρυσταλλώνει διεθνές εθιμικό δίκαιο και άρα οι κανόνες που αντανακλώνται σε αυτές δεσμεύουν και μη συμβαλλόμενα κράτη (τούτο όμως δεν ισχύει για τις δικονομικές/διαδικαστικής φύσης διατάξεις της ΣτΒ 1969).
Τυπολογία και σύναψη διεθνών συνθηκών
Α. Ορισμός των διεθνών συνθηκών
Με τον όρο «συνθήκη» νοείται κάθε είδους δικαιοπραξία μεταξύ υποκειμένων του διεθνούς δικαίου (κρατών ή/και διεθνών οργανισμών) που παράγει έννομα αποτελέσματα κατά το διεθνές δίκαιο, ανεξάρτητα από το πώς τιτλοφορείται.
Οι διεθνείς συνθήκες αποτελούν σήμερα την πιο σημαντική πηγή του διεθνούς δικαίου.



