ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΑΝΗΛΙΚΩΝ
Αιτιολογικές προσεγγίσεις, πρόληψη και κοινωνικός έλεγχος
- Έκδοση: 4η 2025
- Σχήμα: 17x24
- Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
- Σελίδες: 408
- ISBN: 978-618-08-0673-1
Η εγκληματικότητα ανηλίκων αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα της σύγχρονης κοινωνίας, αλλά και ένα από τα πιο ενδιαφέροντα και σύνθετα αντικείμενα της εγκληματολογικής μελέτης και έρευνας. Το βιβλίο αυτό εξετάζει τις διάφορες θεωρίες για τα αίτια της εγκληματικότητας ανηλίκων, την πρόληψή της, και τη διαχείρισή της από τους φορείς επίσημου και ανεπίσημου κοινωνικού ελέγχου.
Εξετάζονται οι βιολογικές, ψυχολογικές και κοινωνιολογικές θεωρίες που αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο του θετικιστικού παραδείγματος, ώστε να καταδειχθεί το πλαίσιο στο οποίο διαμορφώθηκαν και εφαρμόστηκαν κατά κύριο λόγο οι σχετικές πολιτικές.
Η πρόληψη αποτελεί κεντρικό ζήτημα, δεδομένου ότι παρεμβαίνει στην ανάπτυξη του ανηλίκου και καθορίζει την υιοθέτηση ενός συμβατικού ή ενός παρεκκλίνοντος προτύπου. Τόσο ο ανεπίσημος κοινωνικός έλεγχος, ο οποίος ασκείται από την οικογένεια, το σχολείο τις ομάδες ομηλίκων και εν γένει το κοινωνικό περιβάλλον, όσο και το κράτος πρόνοιας διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο σε αυτήν τη διαδικασία. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι σχετικές εθνικές και διεθνείς νομοθετικές πρωτοβουλίες, οι οποίες επίσης παρουσιάζονται αναλυτικά.
Ο επίσημος κοινωνικός έλεγχος, ο οποίος αφορά κυρίως το σύστημα δικαιοσύνης ανηλίκων, αποτελεί την πλέον αποφασιστική διάσταση της μεταχείρισης των ανηλίκων. Εξετάζονται εθνικά και διεθνή σωφρονιστικά μοντέλα, καθώς και όλες οι φάσεις από την προδικασία ως τη μετασωφρονιστική μέριμνα, με έμφαση στην ιδρυματική και εξωιδρυματική μεταχείριση.
Η έκδοση αυτή περιλαμβάνει τις νομοθετικές και λοιπές εξελίξεις ως τον Σεπτέμβριο του 2025.
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΜΕΛΕΤΗΣ 1
Ο ανήλικος παραβάτης – εγκληματίας 2
ΙΙ. ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΓΕΝΕΣΗΣ
ΤΩΝ ΑΝΗΛΙΚΩΝ 5
1. Βιολογικοί παράγοντες 8
Σωματική τυπολογία 8
Κληρονομικότητα 10
Οργανικές δυσλειτουργίες 16
2. Ψυχοπαθολογικά αίτια 20
3. Ψυχολογικές θεωρίες 25
Διαμόρφωση της αντικοινωνικής προσωπικότητας 26
Η συμβολή του Adler 29
4. Κοινωνιολογικές προσεγγίσεις 30
Κοινωνική δομή και κοινωνικοποίηση 31
Ανομία και υποπολιτισμικές προσεγγίσεις 36
Αλληλεπίδραση - Στιγματισμός 47
5. Πολυπαραγοντική προσέγγιση 52
ΙΙΙ. KΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ 59
1. Ανεπίσημος κοινωνικός έλεγχος 61
Θεωρίες ελέγχου 62
Ο ρόλος της οικογένειας 71
Σχέση σχολείου και εγκληματικότητας 76
Ο ρόλος των ομάδων ομηλίκων και των συμμοριών 78
2. Πρόληψη της εγκληματικότητας 82
Διεθνής προστασία 83
Εθνική προστασία 91
Εθνική Στρατηγική για την Πρόληψη της Βίας και την Αντιμετώπιση
της Παραβατικότητας των Ανηλίκων 108
3. Επίσημος κοινωνικός έλεγχος 113
Α. H αντίδραση απέναντι στον ανήλικο εγκληματία 115
Β. Η αντιμετώπιση του ανήλικου εγκληματία στην Ελλάδα διαχρονικά 122
Γ. Αναμόρφωση της ποινικής νομοθεσίας ανηλίκων (2003-2019) 133
α. Αναμορφωτικά μέτρα 136
β. Θεραπευτικά μέτρα 142
γ. Ποινικός σωφρονισμός − Περιορισμός σε ειδικό κατάστημα
κράτησης νέων 143
Δ. Όργανα άσκησης επίσημου κοινωνικού ελέγχου 144
α. Αστυνομία 145
β. Εισαγγελέας ανηλίκων − Ανακριτής ανηλίκων 148
γ. Υπηρεσίες Επιμελητών Ανηλίκων − Υπηρεσίες Επιμελητών
Κοινωνικής Αρωγής 154
δ. Δικαστήρια ανηλίκων 162
4. Το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο 167
Α. Αναμορφωτικά μέτρα 170
α. Επίπληξη του ανηλίκου 172
β. Ανάθεση της υπεύθυνης επιμέλειας του ανηλίκου στους γονείς
ή στους επιτρόπους του 173
γ. Ανάθεση της υπεύθυνης επιμέλειας του ανηλίκου σε ανάδοχη
οικογένεια 176
δ. Ανάθεση της επιμέλειας του ανηλίκου σε προστατευτικές εταιρείες
ή σε ιδρύματα ανηλίκων ή σε επιμελητές ανηλίκων 177
ε. Συνδιαλλαγή μεταξύ ανήλικου δράστη και θύματος για
έκφραση συγγνώμης και εν γένει για εξώδικη διευθέτηση
των συνεπειών της πράξης 178
στ. Αποζημίωση του θύματος ή η κατ’ άλλον τρόπο άρση ή μείωση
των συνεπειών της πράξης από τον ανήλικο 180
ζ. Παρακολούθηση κοινωνικών και ψυχολογικών προγραμμάτων
σε κρατικούς, δημοτικούς, κοινοτικούς ή ιδιωτικούς φορείς 180
η. Φοίτηση σε σχολές επαγγελματικής ή άλλης εκπαίδευσης ή κατάρτισης 181
θ. Παρακολούθηση ειδικών προγραμμάτων κυκλοφοριακής αγωγής 181
θα. Παρακολούθηση ειδικών εκπαιδευτικών, καλλιτεχνικών ή πολιτιστικών
προγραμμάτων σε κρατικούς, δημοτικούς ή ιδιωτικούς φορείς /
θβ. Παρακολούθηση προγραμμάτων αθλητισμού και η συμμετοχή
σε αθλητικά σωματεία 183
ι. Παροχή κοινωφελούς εργασίας 187
ια. Ανάθεση της επιμέλειας και επιτήρησης του ανηλίκου
σε προστατευτικές εταιρείες ή σε επιμελητές ανηλίκων 190
ιβ. Τοποθέτηση σε κατάλληλο κρατικό, δημοτικό, κοινοτικό
ή ιδιωτικό ίδρυμα αγωγής 190
Διάρκεια, αντικατάσταση και άρση των αναμορφωτικών μέτρων 192
Β. Θεραπευτικά μέτρα 194
Διάρκεια, αντικατάσταση και άρση των θεραπευτικών μέτρων 198
Γ. Περιορισμός σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων 198
Δ. Εκδίκαση ή έναρξη εκτέλεσης της απόφασης μετά τη συμπλήρωση
του δέκατου όγδοου έτους − Συρροή − Νεαροί ενήλικοι 201
IV. ΕΞΩΙΔΡΥΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΙΔΡΥΜΑΤΙΚΗ ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΗ
ΤΩΝ ΑΝΗΛΙΚΩΝ 207
1. Ο ανήλικος ως «αντικείμενο μεταχείρισης» 214
2. Σωφρονισμός σε ελεύθερο περιβάλλον 216
Α. Εξωιδρυματικά μέτρα 216
Β. Απόλυση υπό όρο 217
Γ. Μετασωφρονιστική αρωγή 225
3. Σωφρονισμός σε κλειστό περιβάλλον 227
Α. Εγκλεισμός σε ίδρυμα αγωγής 228
Β. Εγκλεισμός σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων 230
α. Εκπαίδευση και ελεύθερος χρόνος 232
β. Συνθήκες της στέρησης της ελευθερίας 236
Υγεία 236
Επικοινωνία 239
Άδειες 242
γ. Η εργασία των κρατουμένων 247
δ. Δικαιώματα των κρατουμένων 250
ε. Πειθαρχικό καθεστώς 253
Γ. Προσωρινή κράτηση 255
V. ΓΕΝΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ 259
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ελληνική 263
Ξενόγλωσση 270
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ: ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
[1] Σύνταγμα της Ελλάδας 283
[2] Ποινικός Κώδικας 286
[3] Κώδικας Ποινικής Δικονομίας 296
[4] Νόμος 4938/2022 Κώδικας οργανισμού δικαστηρίων και κατάστασης
δικαστικών λειτουργών και λοιπές διατάξεις 303
[5] Σωφρονιστικός Κώδικας 305
[6] Νόμος 378/1976 Περί συστάσεως κλάδου και τακτικών θέσεων
Επιμελητών Ανηλίκων παρά τοις Δικαστηρίοις Ανηλίκων και
ρυθμίσεως συναφών θεμάτων 324
[7] Νόμος 2646/1998 Ανάπτυξη του Εθνικού Συστήματος Κοινωνικής
Φροντίδας και άλλες διατάξεις 325
[8] Νόμος 3106/2003 Αναδιοργάνωση του Εθνικού Συστήματος
Κοινωνικής Φροντίδας και άλλες διατάξεις 327
[9] Νόμος 3463/2006 Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων 328
[10] Νόμος 4538/2018 Μέτρα για την προώθηση των Θεσμών
της Αναδοχής και Υιοθεσίας και άλλες διατάξεις 329
[11] Νόμος 4689/2020 Ενσωμάτωση της οδηγίας (ΕΕ) 2016/800
του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου
της 11ης Μαΐου 2016 σχετικά με τις δικονομικές εγγυήσεις
για τα παιδιά που είναι ύποπτοι ή κατηγορούμενοι
στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών (ΕΕ L 132/21.5.2016) 332
[12] Προεδρικό Διάταγμα 49/1979 Περί λειτουργίας της Υπηρεσίας
Επιμελητών Ανηλίκων 346
[13] Προεδρικό Διάταγμα 30/2025 Οργανισμός του Υπουργείου
Δικαιοσύνης 350
[14] Κοινή Υπουργική Απόφαση 73461/2017 Πλαίσιο εφαρμογής
του αναμορφωτικού μέτρου της παροχής κοινωφελούς
εργασίας ανηλίκων 353
[15] Υπουργική Απόφαση 15461/2025 Εσωτερικός Κανονισμός
Λειτουργίας Ιδρυμάτων Αγωγής Ανηλίκων 358
[16] Υπουργική Απόφαση 47503/2005 Εσωτερικός Κανονισμός
Λειτουργίας των Ειδικών Καταστημάτων Κράτησης Νέων 380
Σελ. 1
Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΜΕΛΕΤΗΣ
Οι ανήλικοι δεν έχουν αφενός την ωριμότητα, αφετέρου τη δυνατότητα, από νομική, κοινωνική και οικονομική άποψη, να διαχειριστούν μόνοι τους τις καταστάσεις που αντιμετωπίζουν στην καθημερινή τους ζωή. Χρειάζονται την οικογένειά τους καθώς και, ιδιαίτερα σε περίπτωση που αυτή δεν υπάρχει, άτομα του ευρύτερου κοινωνικού περιβάλλοντος, ή αντίστοιχα κατάλληλα θεσμικά όργανα τα οποία θα τους στηρίζουν σε κάθε τους βήμα στο πλαίσιο μιας κοινωνικοποιητικής διαδικασίας. Η διαδικασία αυτή περιλαμβάνει και την άσκηση κοινωνικού ελέγχου, ο οποίος θεωρείται απαραίτητος για τη σωστή κοινωνικοποίηση ενός νέου ατόμου. Η μεταβίβαση κανόνων και αξιών, η απαραίτητη και χωρίς υπερβολές επιτήρηση, η μέριμνα, η αγάπη και η στήριξη των ανηλίκων σε κάθε τους βήμα, θα πρέπει να αποτελούν τα βασικά συστατικά στοιχεία του ελέγχου αυτού. Αντιλαμβάνεται κανείς ότι η στήριξη αυτή καθίσταται περισσότερο αναγκαία, σε ενδεχόμενη παρέκκλιση ή ακόμα και εγκληματική συμπεριφορά του ανηλίκου, δεδομένου ότι συντελείται σε μια τέτοια χρονική στιγμή, η οποία είναι καθοριστική για τη μελλοντική του πορεία και υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να επηρεάσει την ενήλικη ζωή του.
Για τον λόγο αυτόν είναι αναγκαία η μελέτη της ιδιαιτερότητας της ηλικιακής αυτής ομάδας σε σύγκριση με τους ενηλίκους, ως προς τα αίτια και τη διαδικασία εγκληματογένεσης, καθώς και τον ρόλο και την παρέμβαση του άτυπου και του επίσημου κοινωνικού ελέγχου, έτσι ώστε να συναχθούν συμπεράσματα τα οποία ενδεχομένως να οδηγήσουν σε νέες αντιλήψεις για μια σύγχρονη αντεγκληματική πολιτική για τους ανηλίκους, τόσο στο πλαίσιο της πρόληψης, με στόχο να εντοπιστούν και να μειωθούν οι πιθανές εγκληματογόνες αιτίες, όσο και στο πλαίσιο της καταστολής, με μια ρεαλιστική πολιτική, η οποία δεν θα εγκλωβίζεται στα μέχρι σήμερα αναποτελεσματικά μέτρα του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης.
Η παρουσίαση των βασικών εγκληματολογικών θεωριών οι οποίες εστιάζουν στην εγκληματικότητα των νέων και η ανάλυση των παραγόντων εκείνων οι οποίοι στη σημερινή κοινωνία επηρεάζουν την εξελικτική πορεία ενός ανήλικου ατόμου και σχετίζονται άμεσα με την οικογένεια, το σχολείο, τις ομάδες ομηλίκων και τις λοιπές κοινωνικές επιρροές που δέχεται στην καθημερινή του ζωή, αποτελούν τον πρώτο βασικό κορμό μελέτης της συμπεριφοράς των ανηλίκων. Στο πλαίσιο αυτό εξετάζονται κλασικές ατομοκεντρικές εγκληματολογικές θεωρί-
Σελ. 2
ες, οι οποίες εστιάζουν σε βιολογικά, ψυχοπαθολογικά και ψυχικά αίτια, καθώς και εκείνες, οι οποίες επικεντρώνονται κυρίως σε θέματα κοινωνικοποίησης, κοινωνικής δομής και διαστρωμάτωσης καθώς και στον στιγματισμό.
Στη συνέχεια αναλύονται οι άτυπες μορφές κοινωνικού ελέγχου, δεδομένου ότι είναι καθοριστικές για την υιοθέτηση ενός κομφορμιστικού ή ενός παραβατικού μοντέλου συμπεριφοράς για τον ανήλικο. Ο ανεπίσημος αυτός κοινωνικός έλεγχος έχει σημασία τόσο για την πρόληψη της εγκληματικότητας, όσο και για την «καταστολή» της «σκοτεινής» εγκληματικότητας, εκείνης δηλαδή, η οποία δεν γίνεται αντιληπτή από τα όργανα του επίσημου κοινωνικού ελέγχου, δεν παύει όμως να αποτελεί για τον ανήλικο την υιοθέτηση ενός τρόπου συμπεριφοράς ο οποίος κάποια στιγμή ενδεχομένως θα τον οδηγήσει στο επίσημο σύστημα.
Επειδή η πρόληψη της εγκληματικής συμπεριφοράς έχει ιδιαίτερη σημασία για την εξέλιξη του ανηλίκου, κρίνεται αναγκαία η αναφορά στο υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο τόσο στην Ελλάδα όσο και σε διεθνές επίπεδο, στο έργο που καλείται να επιτελέσει και στο κατά πόσο είναι σε θέση να επιτύχει ουσιαστικά την αποτροπή πιθανών εγκλημάτων.
Τέλος γίνεται εκτενής κριτική αναφορά στον επίσημο κοινωνικό έλεγχο, έτσι όπως υλοποιείται σήμερα από την ελληνική πολιτεία, ο οποίος στρέφεται κατά των ανηλίκων οι οποίοι καταγράφονται ως ύποπτοι τέλεσης μιας εγκληματικής πράξης και στοχεύει, μέσα από τη φιλοσοφία που τον διέπει, να επανεντάξει τους ανηλίκους, στο πλαίσιο κυρίως του ποινικού συστήματος. Τα όργανα που επιλαμβάνονται των εγκληματιών ανηλίκων, καθώς και το θεσμικό πλαίσιο αντίδρασης, επιτελούν μια διαδικασία επιλογής, ενός «φιλτραρίσματος» ατόμων και πράξεων, η οποία ουσιαστικά δεν διαφέρει από την αντίστοιχη των ενήλικων δραστών. Η διαδικασία αυτή εκτείνεται από το στάδιο της προδικασίας μέχρι και το στάδιο του σωφρονισμού, κατά το οποίο, μέσω είτε ιδρυματικής είτε εξωιδρυματικής μεταχείρισης, ολοκληρώνεται η αντίδραση της πολιτείας απέναντι στον ανήλικο εγκληματία, στο πλαίσιο μιας πολιτικής που εξακολουθεί να στοχεύει στην ατομική μεταχείριση.
Είναι αναγκαία, συνεπώς, μια ρεαλιστική πολιτική για τους ανηλίκους και τα προβλήματά τους, η οποία θα λαμβάνει υπόψη τη σημερινή κοινωνική πραγματικότητα και τις ιδιαιτερότητές της, σε συνδυασμό με μια παράλληλη οργάνωση στον τομέα της πρόνοιας και της μέριμνας.
Ο ανήλικος παραβάτης – εγκληματίας
Από τη δεκαετία του 1920 επικρατεί στα ελληνικά εγχειρίδια και στη νομοθεσία ο όρος «ανήλικος εγκληματίας». Στον Ποινικό Κώδικα μόλις το 2003 αντικα-
Σελ. 3
θίσταται ο τίτλος του σχετικού (όγδοου) κεφαλαίου «ανήλικοι εγκληματίες» με τον τίτλο «ειδικές διατάξεις για ανηλίκους».
Στην ελληνική βιβλιογραφία απαντώνται συχνά, ήδη από τη δεκαετία του 1970, οι όροι ανήλικος «παραβάτης» και «παραβατικότητα» ανηλίκων, για την περιγραφή της συμπεριφοράς των ανηλίκων που διαπράττουν αξιόποινες πράξεις. Στόχος της υιοθέτησης των όρων αυτών ήταν κυρίως η απαλλαγή του ανηλίκου από το βάρος του χαρακτηρισμού του ως εγκληματία. Παρότι η ορολογία αυτή έχει επικρατήσει σε μεγάλο βαθμό στον επιστημονικό χώρο, όπου πράγματι έχει συντελεστεί μια αλλαγή στην προσέγγιση του θέματος, δεν κατόρθωσε να επηρεάσει αφενός τα όργανα του επίσημου κοινωνικού ελέγχου, τα οποία εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τους ανηλίκους ως κοινούς εγκληματίες, και αφετέρου τη νομοθεσία και τη διοίκηση, ώστε να θεσμοθετούνται και να υλοποιούνται, αντί για κατασταλτικά, προληπτικά και ευμενέστερα μέτρα για τους ανηλίκους. Οι ανήλικοι άνω των 12 ετών εξακολουθούν να υπόκεινται με βάση τον Ποινικό Κώδικα σε αναμορφωτικά και θεραπευτικά μέτρα και οι άνω των 15 ετών επιπλέον (υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις) σε περιορισμό σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων. Οι ανήλικοι δράστες κάτω των 12 ετών είναι σήμερα ποινικά αδιάφορα άτομα ενώ η πολιτεία δεν έχει θεσπίσει ένα προνοιακό πλαίσιο αντιμετώπισης της παρεκκλίνουσας συμπεριφοράς αυτής της ηλικιακής κατηγορίας, έτσι ώστε να αποτρέψει μελλοντική εγκληματική συμπεριφορά σε ηλικία κατά την οποία θα μπορεί να παρέμβει ο επίσημος κοινωνικός έλεγχος.
Στον όρο, εξάλλου, «παραβατικότητα ανηλίκων» μπορεί να υπαχθεί κάθε μορφή συμπεριφοράς, η οποία παραβιάζει τους κανόνες που τίθενται από την κοινωνία συνολικά ή ακόμη και από την κατά περίπτωση ομάδα ελέγχου − κανόνες οι οποίοι καθορίζουν όλες τις εκδηλώσεις της καθημερινής ζωής των ανηλίκων, από την εξωτερική τους εμφάνιση μέχρι και τη διάπραξη ενός εγκλήματος. Όλοι οι ανήλικοι επομένως μπορούν εν δυνάμει να θεωρηθούν κατά κάποιον τρόπο «παρεκκλίνοντες». Για παράδειγμα, η αδικαιολόγητη απουσία από το σχολείο, η κατανάλωση αλκοόλ, η φυγή από την οικογενειακή εστία, η παρενόχληση μέσω κινητών τηλεφώνων, οι ομοφυλοφιλικές σχέσεις, κ.ά. θα μπορούσαν να ενταχθούν στις αποδοκιμαζόμενες από το κοινωνικό σύνολο (ή συγκεκριμένες ομάδες) συμπεριφορές και να προκαλέσουν κάποια μορφή κοινωνικής αντίδρασης.
Σελ. 4
Για τους παραπάνω λόγους θεωρείται σκόπιμη η αποφυγή του όρου «παραβάτης» και «παραβατικότητα», διότι αφενός μπορούν να περιλάβουν συμπεριφορές, όπως για παράδειγμα οι προαναφερθείσες, οι οποίες ενδέχεται να μην είναι εγκληματοποιημένες τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, αφετέρου η χρήση του όρου «παραβατική» ή «παραπτωματική» στη θέση της «εγκληματικής» συμπεριφοράς, δεν αντικατοπτρίζει, όπως προαναφέρθηκε, την αντιμετώπιση των ανηλίκων από την πολιτεία, η οποία παραμένει σε ένα αυστηρά ποινικό πλαίσιο.
Αντικείμενο μελέτης αποτελεί επομένως ο ανήλικος 12-18 ετών, ο οποίος δεν παραβιάζει απλώς κάποιον κοινωνικό κανόνα και προκαλεί κοινωνική αντίδραση, αλλά συγκεκριμένα εκείνος που εκδηλώνει μια συμπεριφορά, το περιεχόμενο της οποίας έχει εγκληματοποιηθεί (περιγράφεται στον νόμο ως έγκλημα) και συνεπάγεται κυρώσεις από τα όργανα του επίσημου κοινωνικού ελέγχου. Φυσικά η αναφορά περιορίζεται στους ανηλίκους οι οποίοι έχουν εντοπιστεί και εμπίπτουν στη διαδικασία απονομής δικαιοσύνης και όχι σε εκείνους οι οποίοι παραμένουν στον σκοτεινό αριθμό εγκληματικής δράσης.
Καθοριστικό ρόλο στην εγκληματικότητα ανηλίκων διαδραματίζει η εικόνα η οποία διαμορφώνεται μέσω στερεοτύπων και κυρίως από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, δεδομένου ότι οι πληροφορίες που παρέχονται στο κοινό σχετικά με την εγκληματικότητα των ανηλίκων προέρχονται κυρίως από αυτά. Από εμπειρικές έρευνες έχει διαπιστωθεί ότι με τον τρόπο αυτόν δίνεται έμφαση σε μεμονωμένα, ιδιαίτερα βίαια περιστατικά, τα οποία αφενός ενισχύουν την αντίληψη μιας γενικότερης απειλής, αφετέρου κατασκευάζεται μια εικόνα για την εγκληματικότητα, η οποία πολύ απέχει από την πραγματικότητα.
Σελ. 5
ΙΙ. ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΓΕΝΕΣΗΣ ΤΩΝ ΑΝΗΛΙΚΩΝ
Ήδη από τον 19ο αιώνα επισημαίνεται η ανάγκη της ειδικής μεταχείρισης των ανήλικων εγκληματιών. Με την αύξηση του αριθμού των ανηλίκων στις εγκληματολογικές στατιστικές εντείνεται και η επιστημονική έρευνα προς αυτήν την κατεύθυνση. Όσον αφορά την εγκληματογένεση, στην παραδοσιακή εγκληματολογία ακολουθείται η αιτιολογική προσέγγιση, η οποία βασίζεται σε γενεσιουργά αίτια του εγκλήματος τα οποία σχετίζονται με μια μορφή παθογένειας του ατόμου. Η αναζήτηση αυτών των αιτίων γίνεται κατά περίπτωση στον χώρο της βιολογίας, της ψυχολογίας, της ψυχοπαθολογίας και της κοινωνιολογίας. Η παραδοσιακή εγκληματολογία είναι απόλυτη, διότι εστιάζει στο άτομο. Διαπνέεται από την αντίληψη της βελτίωσης του δράστη και προσπαθεί με κάθε μέσο να καταστείλει την παρεκκλίνουσα / εγκληματική συμπεριφορά και να την εξουδετερώσει. Στόχος της είναι να διαμορφώσει ένα όσο το δυνατόν αρτιότερο σύστημα επανακοινωνικοποίησης και με βάση αυτήν την αντίληψη να κατασκευάσει ένα πλέγμα αντίδρασης απέναντι στον δράστη.
Κυριαρχεί η θετικιστική προσέγγιση στο έγκλημα και τον εγκληματία. Βασική υπόθεσή της είναι ότι η ανθρώπινη συμπεριφορά καθορίζεται από παράγοντες που βρίσκονται πέρα από τον έλεγχο του ατόμου. Αντικείμενο της έρευνας είναι ο άνθρωπος και όχι οι πράξεις του και τα συμπεράσματα δεν έχουν πλέον φιλοσοφική προέλευση, αλλά είναι αποτέλεσμα μιας αντικειμενικής, εμπειρικής και πειραματικής επιστημονικής έρευνας, η οποία βασίζεται σε μια αυστηρή μεθοδολογική προσέγγιση.
Μέσα από μια διεπιστημονική ανάλυση επικρατεί ένας μονομερής, νομικός, κλινικός προσανατολισμός. Κυριαρχεί η ντετερμινιστική φύση της ανθρώπινης πράξης, η οποία διέπεται από τον νόμο, και η ελευθερία βούλησης είναι ανύπαρκτη. Η ισότητα των ανθρώπων αντικαθίσταται από ιδιαιτερότητες στον χώρο της βιολογίας, της ψυχολογίας και της ψυχοπαθολογίας, οι οποίες ευθύνονται για τη συμπεριφορά του, η οποία μπορεί να εξελιχθεί σε παρεκκλίνουσα, ακόμα και εγκληματική. Αντίστοιχα και οι κοινωνικοί θετικιστές αναζητούν τους γενεσιουργούς παράγοντες του εγκλήματος στο κοινωνικό περιβάλλον του ατόμου.
Σελ. 6
Σε κάθε περίπτωση κυριαρχεί η αντίληψη της βελτίωσης του δράστη. Η διαφορά ανάμεσα στην κομφορμιστική και την παρεκκλίνουσα συμπεριφορά μπορεί να εξαλειφθεί μόνο με την καταπολέμηση της τελευταίας με όλα τα διαθέσιμα μέσα.
Η ριζοσπαστική εγκληματολογία από την άλλη αντιτίθεται στην προσπάθεια «βελτίωσης» του δράστη, όπως την αντιλαμβάνεται η θετικιστική εγκληματολογία. Η τελευταία, στο όλο πλέγμα επανακοινωνικοποίησης του εγκληματία και στο σύστημα το οποίο έχει αναπτύξει, παραλείπει εσκεμμένα την αναφορά στις βλαβερές συνέπειες της δράσης των οργάνων του κοινωνικού ελέγχου πάνω στον εγκληματία. Η ριζοσπαστική, όμως, ως κοινωνιολογία της παρέκκλισης, μελετά και αναλύει τις δράσεις αυτές και ιδιαίτερα της δικαιοσύνης και του σωφρονιστικού συστήματος. Κινείται πέραν της διεπιστημονικότητας και της θετικιστικής αντίληψης. Η διαφορετική προσέγγιση της παρέκκλισης, από την πλευρά του δράστη, δίνει νέες διαστάσεις στο φαινόμενο της εγκληματικότητας. Η παρεκκλίνουσα συμπεριφορά είναι το προϊόν αλληλεπιδράσεων. Στόχος της ριζοσπαστικής εγκληματολογίας είναι να αποκαλύψει τις σχέσεις ανάμεσα στην παρέκκλιση και τις κοινωνικές δομές. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από την ανάλυση των δομών, διαδικασιών, θεσμών και μηχανισμών του δικαίου, των δυνάμεων που επικρατούν σε μια κοινωνία και την κυριαρχία που ασκούν σε σχέση πάντοτε με τους πολιτικούς και κρατικούς θεσμούς. Αυτή η αλληλεπίδραση μεταξύ δράστη και αντίδρασης των οργάνων του κοινωνικού ελέγχου οδηγεί σε μια περισσότερο συστηματική προσέγγιση της εγκληματογενετικής διαδικασίας. Αν σε αυτήν προστεθούν η ανάλυση και διερεύνηση των οικονομικών παραμέτρων σε μια ταξικά οργανωμένη κοινωνία, γίνεται σαφές ότι ο ορισμός της εγκληματικότητας και της σχετικής διαδικασίας εγκληματοποίησης προέρχονται από την ταξική δομή, στη διατήρηση της οποίας συμβάλλουν οι κατέχοντες την εξουσία. Αντικείμενο ανάλυσης επομένως από τη ριζοσπαστική άποψη αποτελούν η νομοθετική διαδικασία, η αστυνομία και η δικαιοσύνη στο σύνολό της, ως θεσμοί του επίσημου κοινωνικού ελέγχου.
Σχετικά με την εφαρμογή των αιτιολογικών προσεγγίσεων στην εγκληματογένεση των νέων πρέπει να είναι κανείς πολύ προσεκτικός, διότι είναι πολύ δύσκολο να καθοριστεί ποιο ακριβώς αίτιο, στο πλαίσιο της πολυπλοκότητας της κοινωνικοποίησης και του κοινωνικού ελέγχου, αντιστοιχεί σε κάθε έκφανση της συμπεριφοράς του ανηλίκου. Η μελέτη του φαινομένου της εγκληματικότητας των ανηλίκων αποτελεί από το ξεκίνημά της συνάρτηση ποικίλων παραγόντων, όχι μόνο καθαρά επιστημονικών, αλλά και κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών.
Εφόσον υιοθετηθεί ένα θετικιστικό παράδειγμα προσέγγισης της εγκληματικότητας των ανηλίκων, η έρευνα τείνει να εστιάζει στο μικροεπίπεδο, ερμηνεύοντας την κάθε μια περίπτωση ατομικά, σε όλα εκείνα τα αίτια ή τους παράγοντες που ευθύνονται για την υιοθέτηση της εγκληματικής συμπεριφοράς, και να τα αναλύει, τόσο σε βιολογικό, ψυχολογικό, ψυχοπαθολογικό όσο και σε κοινω-
Σελ. 7
νιολογικό πλαίσιο. Αν, αντίθετα, η έρευνα κινηθεί σε ένα μακροεπίπεδο, πέρα από τις επιμέρους περιπτώσεις, και γίνει δεκτό ότι οι εγκληματίες ανήλικοι «κατασκευάζονται» – σε συνθήκες που σχετίζονται με πολιτικές διαχείρισης της ανθρώπινης συμπεριφοράς, στις οποίες περιλαμβάνεται ο αποκλεισμός, η περιθωριοποίηση και η ολοένα αυξανόμενη εγκληματοποίηση – αποσπώνται από τον κοινωνικό ιστό και οδηγούνται στην ανομία, θα πρέπει να υπάρξει παρέμβαση στις υφιστάμενες κοινωνικές και πολιτικές δομές, ώστε να επέλθουν οι αναγκαίες εκείνες μεταβολές για την εξάλειψη του φαινομένου της εγκληματικότητας.
Επειδή, σύμφωνα με τη δεύτερη προσέγγιση, εκείνοι οι ανήλικοι που έχουν τη μεγαλύτερη πιθανότητα να οδηγηθούν στο έγκλημα είναι εκείνοι οι οποίοι ανήκουν στις κατώτερες κοινωνικοοικονομικές τάξεις, οι φτωχοί, οι αλλοδαποί, γενικότερα οι κοινωνικά αποκλεισμένοι, εκείνοι οι οποίοι με άλλα λόγια είναι περισσότερο ευάλωτοι στον κοινωνικό στιγματισμό και στα στερεότυπα που αναπαράγονται από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, είναι πολύ δύσκολη η επίσημη αποδοχή των στρατηγικών εκείνων που θα κινηθούν για την αποτροπή της εγκληματοποίησης αυτής. Αντιθέτως, με τη διόγκωση της ανομίας, η πολιτική εξουσία αυξάνει την αστυνόμευση και ανανεώνει την πίστη των πολιτών στο κράτος, το οποίο εμφανίζεται ως αδιαμφισβήτητος προστάτης τους. Είναι προς το συμφέρον της να εστιάζει τα αίτια στον ανθρώπινο παράγοντα, να πείθει ότι ο κάθε άνθρωπος μέσα από διεργασίες, τις οποίες προσπαθεί μέσω των ειδικών να αναλύσει, οδηγείται στο έγκλημα, έτσι ώστε να αποποιείται κάθε ευθύνη από την πλευρά της για την αποτυχία εξάλειψης ή περιορισμού των κοινωνικοοικονομικών παραγόντων της εγκληματικότητας.
Οι θετικιστές εγκληματολόγοι καλούνται επομένως ως ειδικοί, αρνούμενοι ως απόλυτοι ντετερμινιστές την ελευθερία της βούλησης του ανθρώπου, να αναζητήσουν επιστημονικές αποδείξεις για το ότι το έγκλημα οφείλεται σε παράγοντες οι οποίοι βρίσκονται και λειτουργούν πέραν του προσωπικού ελέγχου. Κινούνται σε δύο βασικά ρεύματα, στον βιολογικό και στον κοινωνικό ντετερμινισμό. Οι πρώτοι, μελετούν το εγκληματικό φαινόμενο με βάση την υπόθεση ότι οι βιολογικοί παράγοντες είναι εκείνοι, οι οποίοι καθορίζουν κατά κύριο λόγο την ανθρώπινη συμπεριφορά, άρα και την εγκληματική. Αρχικά δίνουν έμφαση στον εγκέφαλο και το σώμα του εγκληματία, αγνοώντας τους εξωτερικούς κοινωνικούς παράγοντες. Κατ’ αναλογία και οι κοινωνικοί θετικιστές αναζητούν αίτια, παράγοντες στο κοινωνικό περιβάλλον του ατόμου και εστιάζουν με τη σειρά τους στο άτομο και τη συμπεριφορά του. Μπορεί να μην εστιάζουν σε εγγενή ή επίκτητα βιολογικά ελαττώματα, σε ψυχοπαθολογικές καταστάσεις ή σε ψυχικές ιδιαιτερότητες ως γενεσιουργές αιτίες των εγκλημάτων, διερευνούν όμως την κοινωνική κατάσταση του ατόμου και τις επιδράσεις των κοινωνικών και πολιτισμικών μεταβλητών στη διαμόρφωση της συμπεριφοράς του. Οι παράγοντες αυτοί επενεργούν στα συγκεκριμένα άτομα, και πάλι μέσα από ένα σχήμα αιτίου-αιτιατού, και τα καθιστούν υπεύθυνα για την εκδήλωση παρεκκλίνουσας ή εγκληματικής συμπεριφοράς. Στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, με την έντονη πολιτισμι-
Σελ. 8
κή ανομοιομορφία και τα οξυμμένα κοινωνικά προβλήματα γνώρισε μεγάλη άνθηση η κοινωνιολογική προσέγγιση του φαινομένου, ενώ στην ηπειρωτική Ευρώπη, κυρίως για λόγους παράδοσης, η κλινική, με ψυχιατρικό-ψυχολογικό κυρίως χαρακτήρα.
1. Βιολογικοί παράγοντες
Διαχρονικά, ο βιολογικός ντετερμινισμός ασκεί μεγαλύτερη γοητεία από τον κοινωνιολογικό ντετερμινισμό, επειδή εξαλείφει οποιονδήποτε υπαινιγμό ότι το έγκλημα μπορεί να είναι το αποτέλεσμα κοινωνικών ανισοτήτων: το έγκλημα είναι κάτι που βρίσκεται στη φύση του εγκληματία και όχι μια δυσλειτουργία της κοινωνίας. Το άλλοθι, το οποίο προσφέρει μια τέτοια προσέγγιση για την ερμηνεία του εγκλήματος, απαλλάσσοντας την κοινωνία από κάθε είδους ευθύνη για την εμφάνιση της εγκληματικότητας, διαμορφώνει ένα πλαίσιο αναφοράς που υποστηρίζεται και χρηματοδοτείται ευκολότερα από την εκάστοτε εξουσία και προβάλλεται περισσότερο στον επιστημονικό χώρο, σε σύγκριση με άλλες εγκληματολογικές αναζητήσεις που παραμένουν στην αφάνεια, στον βαθμό που θεωρούνται ότι θίγουν συμφέροντα των ισχυρών.
Σωματική τυπολογία
Οι θεωρίες οι οποίες αναφέρονται στον σωματότυπο του ανθρώπου χρησιμοποιήθηκαν κυρίως για την εδραίωση μιας ρατσιστικής βιολογικής θεώρησης της εγκληματογένεσης. Στο σκεπτικό τους βασίστηκαν θεωρητικές κατασκευές γύρω από την υπεροχή της συγκεκριμένης φυλής, ομάδας (και των εκλεκτών ατόμων που την απαρτίζουν) σε σχέση με άλλες, βιολογικά κατώτερες. Ολοκληρωτικά καθεστώτα στήριξαν σε αυτές την κοσμοθεωρία τους, όπως λ.χ. αυτό της ναζιστικής Γερμανίας, για την υπεροχή της Αρίας φυλής και την εξόντωση των Εβραίων και άλλων «υποδεέστερων φυλών».
Για τους ανηλίκους, συγκεκριμένα, υποστηρίχθηκε αρχικά η άποψη ότι η σωματική τυπολογία αποτελεί σημαντικό εγκληματογόνο παράγοντα. Ο Αμερικανός ψυχολόγος και γιατρός William Herbert Sheldon, ιδρυτής της «σωματοτυπικής και ιδιοσυγκρασιακής ψυχολογίας» (somatotype and constitutional psychology), βασιζόμενος στη θεωρία του Ernst Kretschmer διακρίνει τρεις σωματικούς τύπους ανθρώπων: τον ενδόμορφο, τον μεσόμορφο και τον εκτόμορφο. Ο ενδόμορφος είναι παχύς, ειρηνικός, επιεικής και εξωστρεφής χαρακτήρας. Ο μεσόμορφος είναι εύρωστος, δραστήριος, δυναμικός και έχει βίαιες τάσεις. Ο
Σελ. 9
εκτόμορφος είναι αδύνατος, επιρρεπής σε διάφορες ασθένειες και αποφεύγει τις συναναστροφές, είναι δηλαδή εσωστρεφής χαρακτήρας. Μελέτησε, από το 1939 έως το 1949, 200 περιπτώσεις νεαρών εγκληματιών και τους συνέκρινε με μια ομάδα ελέγχου από 200 φοιτητές κολεγίου. Στην ομάδα των εγκληματιών εντόπισε υψηλό αριθμό μεσόμορφων ανηλίκων και χαμηλό εκτομόρφων. Πρέπει να σημειωθεί ότι η μελέτη του Sheldon ήταν καθαρά υποκειμενική, διότι αξιολόγησε και κατέταξε ο ίδιος σε κατηγορίες τον σωματότυπο των ατόμων που μελέτησε.
Μεταγενέστερες έρευνες έγιναν από τον νομικό Sheldon Glueck και την παιδαγωγό Eleanor Glueck Touroff, οι οποίοι δημοσίευσαν πορίσματα σχετικά με τη σωματική τυπολογία του δείγματός τους από τους πολλούς εγκληματογενετικούς παράγοντες που είχαν απομονώσει, συγκρίνοντας επί οκτώ χρόνια 500 κατ’ εξακολούθηση υπότροπους ανηλίκους (11-17 ετών) με 500 μη εγκληματίες ίδιας ηλικίας και παρόμοιων κοινωνικών συνθηκών. Στο δείγμα τους από εγκληματίες ανηλίκους εντόπισαν 60% μεσόμορφους έναντι 31% στην αντίστοιχη ομάδα μη εγκληματιών.
Ο Άγγλος ψυχίατρος Trevor Charles Noel Gibbens, εστίασε μεταξύ άλλων αιτιολογικών παραγόντων και στη σωματική διάπλαση εντοπίζοντας σε ομάδα εγκλείστων ανηλίκων 17-21 ετών υψηλά ποσοστά μεσομόρφων. Από τους 58 εγκληματίες ανηλίκους οι 29 ήταν μεσόμορφοι.
Οι Juan B. Cortés και Florence M. Gatti διαπίστωσαν ότι σε δείγμα 100 εγκληματιών το 75% ήταν μεσόμορφοι σε σύγκριση με μία μη εγκληματική ομάδα ελέγχου, στην οποία το ποσοστό των μεσομόρφων ήταν 19%. Οι επιστήμονες, τέλος, που μελέτησαν εκ νέου την ίδια εγκληματική ομάδα του Sheldon, 30 χρόνια μετά την έρευνά του, διαπίστωσαν ότι επικρατούσε και πάλι ο μεσόμορφος τύπος ανθρώπου. Τα αποτελέσματα του Μichael Edwin John Wadsworth όμως το 1979 ήταν αντικρουόμενα με εκείνα του Sheldon. Άγγλοι εγκληματίες, δράστες σοβαρών εγκλημάτων, ήταν μικρότεροι ως προς τον σωματότυπό τους από τον μέσο όρο, ενδεχομένως γιατί άργησαν να μπουν στην εφηβεία.
Οι Donald James West και David Philip Farrington στη διαχρονική μελέτη τους σε αγόρια της εργατικής τάξης στο Λονδίνο (Cambridge Study in Delinquent Development) δεν βρήκαν σχέση μεταξύ εγκληματικότητας και μορφής ή μεγέθους του σώματος.
Σελ. 10
Ο Maurice Philip Feldman υποστήριξε ότι το μέγεθος των μεσομόρφων ήταν εκείνο που επηρέαζε τη συμπεριφορά τους. Ήταν πιθανότερο να επικρατήσουν σε έναν καυγά λόγω του μεγέθους του σώματός τους και της δύναμής τους. Δεν πίστευε ότι οι μυώδεις τύποι ήταν εγκληματίες ως αποτέλεσμα της σωματικής τους κατασκευής. Θεωρούσε ότι οι σχέσεις μεταξύ σωματότυπου και εγκληματικότητας μπορούν να ερμηνευθούν περισσότερο ως το αποτέλεσμα των προσδοκιών από τους άλλους (οι μεσόμορφοι είναι πιθανότερο να τραβήξουν την προσοχή της αστυνομίας, η δε εμφάνιση ενός μεσόμορφου στο δικαστήριο με τη μεγάλη μυώδη σωματική διάπλαση μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τους ενόρκους ή τον δικαστή ώστε να τον τιμωρήσουν). Επίσης είναι πιθανότερο οι μεσόμορφοι να είναι περισσότερο επιθετικοί λόγω του μεγέθους τους.
Τα αποτελέσματα πάντως των ερευνών αυτών αμφισβητούνται, δεδομένου ότι στις περισσότερες περιπτώσεις το δείγμα των εγκληματιών προέρχεται κυρίως από έγκλειστους ανηλίκους και μάλιστα ανηλίκους των κατώτερων κοινωνικοοικονομικών τάξεων, στη δε ομάδα ελέγχου δεν λαμβάνεται υπόψη ο σκοτεινός αριθμός της εγκληματικότητας, αλλά ούτε και η κοινωνική προέλευση των μη εγκληματιών, οι οποίοι ανήκουν κυρίως στα μεσαία στρώματα.
Οι πιο σύγχρονες θεωρίες λαμβάνουν υπόψη, εκτός από τον σωματότυπο, και το μέρος όπου διαπράττονται τα εγκλήματα καθώς και εκείνο στο οποίο διαβιώνουν και μεγαλώνουν τα παιδιά. Βιολογικοί και κοινωνικοί παράγοντες συνυπολογίζονται ως βιοκοινωνικές ερμηνείες. Τα πρότυπα επίσης των γονέων μπορεί να επιδρούν στην εγκληματογένεση των παιδιών. Δύσκολα διαχωρίζει κανείς τη φύση και την ανατροφή (το βιολογικό και το κοινωνικό). Η εγκληματικότητα δεν οφείλεται στο ότι κληρονομούν τον σωματότυπο των γονέων. Μπορεί μεν να μεταβιβάζονται κάποιες σωματικές ιδιομορφίες, όμως το ότι τα παιδιά οδηγούνται στην εγκληματική συμπεριφορά ίσως να οφείλεται περισσότερο στο ότι μιμούνται τη συμπεριφορά των γονέων, ακολουθούν δηλαδή τα γονικά πρότυπα.
Κληρονομικότητα
Ένα ζήτημα το οποίο απασχόλησε τους επιστήμονες σχετικά με την εγκληματικότητα των ανηλίκων ήταν το αν αυτή κληρονομείται. Οι επιστημονικές βάσεις της κληρονομικότητας τέθηκαν αρχικά τον 19ο αιώνα από τον Gregor Johann Mendel, το έργο του οποίου αναγνωρίστηκε στις αρχές του 20ου αιώνα. Στις σχετικές αυτές μελέτες επέδρασε η εξελισσόμενη επιστήμη της βιολογίας καθώς και η στατιστική ως μεθοδολογικό εργαλείο.
Διαπιστώθηκε ότι στην κληρονομικότητα συμβάλλουν κατά το 1/4 ο πατέρας και η μητέρα, κατά το 1/16 οι παππούδες, και κατά το 1/64 οι προπάπποι. Υπάρ-
Σελ. 11
χουν κληρονομικές ιδιότητες που φαίνονται, εκδηλώνονται («φαινότυποι») και άλλες λανθάνουσες, οι οποίες δεν εμφανίζονται και το άτομο είναι απλώς φορέας αυτών («γονότυποι»). Κατά τη σύλληψη ενώνονται 23 χρωμοσώματα του πατέρα με τα 23 της μητέρας από τα 46 που έχει ο καθένας. Είναι τυχαίο ποια 23 θα ενωθούν και ποια θα μείνουν έξω, τόσο από τον πατέρα όσο και από τη μητέρα. Τυχαίο είναι, επομένως, και το ποιες ιδιότητες θα μεταβιβαστούν στο παιδί και ποιες όχι. Το ερώτημα που τέθηκε είναι το κατά πόσο, παράλληλα με τις σωματικές ιδιαιτερότητες, μπορούν να μεταβιβαστούν και οι ψυχικές ιδιότητες, τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας, ο συνδυασμός των οποίων θα μπορούσε να δημιουργήσει μια εγκληματική προδιάθεση ή να αυξήσει την τάση για εγκληματικές ενέργειες. Για να διαπιστωθεί κάτι τέτοιο, μελετήθηκαν αρχικά, από τα στοιχεία αρχείων, τα γενεαλογικά δέντρα οικογενειών που είχαν δοσοληψίες με την ποινική δικαιοσύνη επί γενεές.
Ο πρώτος που έστρεψε την προσοχή του στο θέμα της κληρονομούμενης εγκληματικότητας ήταν ο Άγγλος ιατρός φυλακών Charles Buckman Goring, ο οποίος το 1913 ανέπτυξε τη θεωρία της «εγγενούς φυσικής και διανοητικής κατωτερότητας του εγκληματία».
Ο Goring επί 12 χρόνια έκανε ανθρωπομετρικές μελέτες σε 3.000 Άγγλους, καταδικασμένους για σοβαρά εγκλήματα σε κάθειρξη τουλάχιστον 3 ετών, και τους συνέκρινε με μη εγκληματικές ομάδες (σπουδαστές, στρατιώτες, τροφίμους νοσοκομείων). Δεν παρατήρησε – αντίθετα από τον Cesare Lombroso – κάποια ειδικά σωματικά ή ιδιοσυγκρασιακά χαρακτηριστικά που να διαφοροποιούσαν τους εγκλείστους από τις ομάδες ελέγχου. Αντίθετα, εντόπισε δύο χαρακτηριστικά που τον οδήγησαν στη διαμόρφωση των απόψεών του για την αλληλεπίδραση κοινωνικών και βιολογικών παραγόντων: οι κρατούμενοι προέρχονταν, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, από τα κατώτερα κοινωνικοοικονομικά στρώματα και παρουσίαζαν μεγάλα ποσοστά ψυχικής ασθένειας και διανοητικής αναπηρίας.
O Goring αμφισβητεί τη λομπροζιανή θεωρία, αρνούμενος την ύπαρξη εγκληματικών τύπων, παραδέχεται όμως ότι σε όλα τα άτομα υπάρχουν εγκληματικές ροπές (προδιαθέσεις), με διαφορετική διαβάθμιση. Σύμφωνα με τις μελέτες του η αντικοινωνική τάση συνδέεται με την ύπαρξη χαμηλής ευφυΐας σε πολλούς εγκληματίες. Η εγκληματική συμπεριφορά, τέλος, οφείλεται κυρίως σε κληρονομικά αίτια (γύρω στο 60%), παρά σε περιβαλλοντικά. Επιπλέον, μελετώντας τα αντίστοιχα χαρακτηριστικά και την εγκληματικότητα των γονέων και των αδελφών των εγκλείστων, διαπίστωσε ότι ο στατιστικός συσχετισμός ήταν αρκετά υψηλός, πράγμα που του δημιούργησε την πεποίθηση ότι η εγκληματική συμπεριφορά κληρονομείται. Ο Goring ήθελε να αποδείξει ότι η εγκληματική τάση εί-
Σελ. 12
ναι ένα χαρακτηριστικό που καθορίζεται από την οικογένεια. Προσπάθησε να απομονώσει τον κληρονομικό παράγοντα από τις περιβαλλοντικές επιδράσεις, ώστε να θεμελιώσει εμπειρικά την υπόθεσή του, κάτι που δεν μπόρεσε να πετύχει. Όπως ο ίδιος παραδέχθηκε, η επίδραση του περιβάλλοντος αποτελούσε ένα σημαντικό παράγοντα στη διαμόρφωση εγκληματικών τάσεων, τον οποίο όμως δεν μπορούσε να διερευνήσει στατιστικά.
Γεγονός είναι ότι παραμένει αναπόδεικτο κατά πόσο η υιοθέτηση εγκληματικής συμπεριφοράς από τα παιδιά μιας οικογένειας αποτελεί συνέπεια κληρονομικότητας, και όχι ταύτισης με τους γονείς, μεταβίβασης δηλαδή εγκληματικών προτύπων και αρχών.
Σε μια προσπάθεια να ξεπεραστούν τα μεθοδολογικά προβλήματα, η έρευνα της κληρονομικότητας στράφηκε στη μελέτη των διδύμων. Πρωτοπόροι στη μελέτη των διδύμων υπήρξαν οι Johannes Lange, Friedrich Stumpfl και Heinrich Kranz. Ο πρώτος χρησιμοποίησε ως δείγμα 37 ζευγάρια δίδυμων αδελφών από τα οποία επέλεξε τα 30 - εκείνα στα οποία ο ένας είχε κάποια καταδίκη. Τα 13 ζευγάρια αποτελούσαν μονοζυγωτικά αδέλφια (προήλθαν από ένα μόνο ωάριο) και τα 17 διζυγωτικά (από δύο διαφορετικά ωάρια). Διαπίστωσε ότι στα 13 μονοζυγωτικά ζευγάρια υπήρχαν 10 καταδίκες και στον δεύτερο αδελφό, ενώ στα 17 διζυγωτικά μόνο στα 2 υπήρχε καταδίκη και στον δεύτερο αδελφό. Υπογραμμίζει ότι «οι μονοζυγωτικοί δίδυμοι αντιδρούν με έναν ακριβώς παρόμοιο τρόπο, ενώ οι διζυγωτικοί συμπεριφέρονται διαφορετικά. Η κληρονομικότητα (η προδιάθεση) αποτελεί την επικρατέστερη από τις αιτίες του εγκλήματος». Οι Stumpfl και Kranz καταλήγουν στο ότι η αναλογία στην εγκληματική συμπεριφορά και των δύο αδελφών των μονοζυγωτικών διδύμων είναι μεγαλύτερη από την αντίστοιχη στους διζυγωτικούς.
Ο Aaron Joshua Rosanoff και οι συνεργάτες του μελέτησαν 1.008 ζεύγη διδύμων, από τα οποία χρησιμοποίησαν τα 409 ως δείγμα (το μεγαλύτερο που υπήρξε σε σχετικές έρευνες). Ασχολήθηκαν με την εγκληματική συμπεριφορά ενηλίκων και ανηλίκων καθώς και με τις χαρακτηρολογικές δυσκολίες. Το βασικό συμπέρασμα το οποίο συνάγεται από τη δημοσίευση των αποτελεσμάτων τους το 1941 είναι ότι καταρχάς επαληθεύουν τα αποτελέσματα προηγούμενων ερευνητών (όπως του Lange, του Stumpfl και του Kranz). Η εγκληματικότητα και του δεύτερου αδελφού στα μονοζυγωτικά ζεύγη εμφανίζεται συχνότερα απ’ ό,τι στα διζυγωτικά. Παράλληλα όμως, τόνισαν ότι το μεγάλο ποσοστό ασυμφωνίας που υπάρχει στο είδος της εγκληματικότητας των δύο αδελφών στα μονοζυγωτικά δίδυμα σημαίνει ότι για την εμφάνιση της εγκληματικής συμπεριφοράς δεν αρκούν μόνο οι κληρονομικοί παράγοντες. Η συμφωνία επίσης, η οποία εμφανίζε-
Σελ. 13
ται στο είδος της εγκληματικότητας διζυγωτικών δίδυμων ανηλίκων, υπογραμμίζει τη σημασία των κοινωνικών παραμέτρων στην εμφάνιση του εγκλήματος.
Όλες αυτές οι έρευνες, εντούτοις, όπως και άλλες που ακολούθησαν, παρουσιάζουν σοβαρότατες μεθοδολογικές αδυναμίες: αφενός το μικρό δείγμα και αφετέρου το γεγονός ότι δεν λαμβάνονται υπόψη παράγοντες όπως το φύλο και ο σκοτεινός αριθμός, καθώς και η αυθαιρεσία με την οποία χειρίστηκαν τα στοιχεία οι ερευνητές, καθιστούν τα πορίσματά τους αμφίβολης αξίας.
Σε μια προσπάθεια να ξεπεράσει όλες αυτές τις αδυναμίες, ο Δανός Karl Otto Christiansen – ένας από τους διασημότερους επιστήμονες στον χώρο της βιοκοινωνικής εγκληματολογίας – ξεκίνησε μια μεγάλη έρευνα στη Δανία που περιέλαβε συνολικά 13.500 ζευγάρια διδύμων (από τα οποία περιορίστηκε στα 3.600 περίπου, τα οποία είχαν εγκληματολογικό ενδιαφέρον), χρησιμοποιώντας το επίσημο «Αρχείο Διδύμων» και το «Ποινικό Αρχείο» της Δανίας. Ούτε ο Christiansen ξεπέρασε την εγγενή αδυναμία των ερευνών αυτών: τη στάθμιση, δηλαδή, κοινωνικών (ανατροφή, διαπαιδαγώγηση) αλλά και ψυχολογικών (ταύτιση λόγω φυσικής ομοιότητας) παραγόντων.
Ακολούθησαν και άλλες μελέτες, όπως εκείνη των Odd Steffen Dalgard και Einar Kringlen, οι οποίοι δημοσίευσαν μια έρευνα σε δείγμα 139 ζευγών δίδυμων αδελφών, από τους οποίους ο ένας ή και οι δύο είχαν ήδη μια καταδίκη. Είναι πρωτοποριακή, σε σχέση με άλλες, διότι αυτή καταρρίπτει τη σχέση μεταξύ κληρονομικότητας και εγκληματικότητας. Τα στοιχεία της καταδεικνύουν ότι, τόσο στους μονοζυγωτικούς όσο και στους διζυγωτικούς διδύμους, δεν υπάρχουν σαφείς διαφορές στην αντιστοιχία της εγκληματικότητας.
Στην έρευνα του David Christian Rowe σε διδύμους, διαπιστώθηκε ότι οι δίδυμοι που είχαν διαφορετικές δραστηριότητες δεν παρουσίαζαν ομοιότητες στην εγκληματική συμπεριφορά, σε αντίθεση με εκείνους που είχαν κοινές ασχολίες. Μια άλλη εκδοχή για τη μεγαλύτερη αντιστοιχία στους μονοζυγωτικούς διδύμους είναι ότι είχαν μεγαλύτερες ομοιότητες στην ανατροφή τους από τους διζυγωτικούς διδύμους.
Μια μεταγενέστερη έρευνα του ίδιου αναφέρεται στην επίδραση γενετικών και περιβαλλοντικών στοιχείων στην αντικοινωνική συμπεριφορά. Έλαβε υπόψη τις ομοιότητες και τις διαφορές μεταξύ των διδύμων, χωρίζοντάς τους ανάλογα με το αν είναι μονοζυγωτικοί ή διζυγωτικοί και ανάλογα με το φύλο, τις κατέγραψε ως μεταβλητές και τις συσχέτισε με τις γενετικές και τις περιβαλλοντικές
Σελ. 14
επιδράσεις, τόσο στο πλαίσιο της οικογένειας όσο και στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον. Ο Rowe κατέληξε στο ότι ο γενετικός παράγοντας συνέβαλε αποφασιστικά στην ιδιοσυγκρασία των διδύμων και επίσης ότι δεν επιβεβαιώνεται η σχέση εγκληματικότητας και κακής επίδοσης στο σχολείο. Αυτή η σχέση μπορεί να προκύπτει από περιβαλλοντικούς παράγοντες, όπως είναι για παράδειγμα οι ομάδες ομηλίκων (peer groups). Αν, λόγου χάρη, τα αγόρια που τα πηγαίνουν άσχημα στο σχολείο ανήκουν σε ομάδες ομηλίκων τα μέλη των οποίων έχουν μεγάλη πιθανότητα να εκδηλώσουν παραβατική συμπεριφορά, τότε μπορεί να δημιουργηθεί ένας συσχετισμός περιβαλλοντικών επιδράσεων όσον αφορά τη στάση απέναντι στο σχολείο και την εγκληματικότητα.
Το γενικό συμπέρασμα είναι ότι τόσο οι γενετικοί όσο και οι περιβαλλοντικοί παράγοντες δεν είναι καθοριστικοί για την εγκληματική συμπεριφορά και ότι τα χαρακτηριστικά της ιδιοσυγκρασίας αποτελούν τον βασικότερο γενετικό αιτιακό παράγοντα για την εμφάνιση της εγκληματικότητας. Στο πλαίσιο της μελέτης των διδύμων, ορισμένες μελέτες στράφηκαν σε μονοζυγωτικούς διδύμους οι οποίοι ανατράφηκαν σε χωριστό περιβάλλον. Αυτό έγινε για να εξακριβωθεί αν υπεύθυνοι για την εγκληματικότητα ήταν οι γενετικοί ή οι περιβαλλοντικοί παράγοντες. Κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι στα άτομα γενικά επενεργούν τόσο οι γενετικές ιδιαιτερότητες όσο και οι επιδράσεις του περιβάλλοντος.
Καμία, πάντως, ερευνητική προσπάθεια δεν μπόρεσε να αποδείξει την κυριαρχία των γενετικών παραγόντων επί των περιβαλλοντικών στην εμφάνιση της εγκληματικής συμπεριφοράς. Η κληρονομικότητα και το περιβάλλον βρίσκονται σε μια δυναμική σχέση αλληλεπίδρασης και επηρεάζουν από κοινού τα άτομα.
Μια άλλη μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε για τη διερεύνηση της επίδρασης της κληρονομικότητας ήταν οι έρευνες σε υιοθετημένους. Βασίστηκε στην υπόθεση ότι η εγκληματικότητα έχει άμεση σχέση με τη βιολογική ταυτότητα του πατέρα καθώς και με την κοινωνικοοικονομική κατάσταση του θετού πατέρα. Σχετικές είναι οι έρευνες του Fini Schulsinger πάνω σε ψυχοπαθητικούς υιοθετημένους, με βάση την ηλικία, το φύλο, την ηλικία υιοθεσίας και την κοινωνική τάξη των θετών γονέων, του Raymond R. Crowe, ο οποίος μελέτησε υιοθετημένα παιδιά με μητέρες εγκληματίες, και των Barry Hutchings και Sarnoff Andrei Mednick, οι οποίοι εξέτασαν τα στοιχεία όλων των υιοθεσιών στην Κοπεγχάγη για αγόρια που είχαν γεννηθεί μεταξύ 1927 και 1941. Τα στοιχεία έδειξαν ότι είναι πιθανότερο να αναπτύξουν εγκληματική δραστηριότητα υιοθετημένα παιδιά των οποίων οι φυσικοί πατέρες έχουν βεβαρημένο ποινικό μητρώο. Όταν μάλιστα μόνο ο ένας έχει βεβαρημένο ποινικό μητρώο αυτή η επίδραση δεν είναι τόσο μεγάλη όσο όταν έχουν και οι δύο. Επίσης, η εγκληματική επίδραση του φυσικού πατέ-
Σελ. 15
ρα εμφανίζεται περισσότερο σημαντική από αυτήν του θετού, πράγμα που ενισχύει την υπόθεση για τον ρόλο της κληρονομικότητας. Οι δύο ερευνητές τονίζουν ότι «δεν υπάρχει πρόθεση να προβάλουν ένα απλό γενετικό μοντέλο για την εγκληματικότητα», αλλά πιστεύουν ότι «η εγκληματικότητα μπορεί να συσχετιστεί με μια σωρευτική γενετική μειονεξία: μερικά άτομα, εξαιτίας των γενετικών τους εφοδίων, βρίσκονται οργανικά και ψυχολογικά σε μια τέτοια θέση στην κοινωνία ώστε να έχουν περισσότερες πιθανότητες από τα άλλα μέλη της κοινωνίας να υποκύψουν στο έγκλημα».
Μια μεταγενέστερη έρευνα των ιδίων επιβεβαίωσε την προηγούμενη. Επαληθεύτηκε το ότι «η επίδραση της εγκληματικότητας των φυσικών γονέων στα υιοθετημένα παιδιά παίζει μεγαλύτερο ρόλο από την επίδραση της εγκληματικότητας των θετών γονέων. Ενδεχομένως να μεταβιβάζονται κάποιοι γενετικοί παράγοντες που σχετίζονται με την εμφάνιση του εγκλήματος».
Μια σουηδική έρευνα το 1982 από τους Claude Robert Cloninger, Sören Sigvardsson, Michael Bohman και Anne-Liis von Knorring, σχετική με τον αλκοολισμό και την επιθετικότητα, επαληθεύει τα ευρήματα της προηγούμενης έρευνας. Η επίδραση των φυσικών γονέων για την εμφάνιση της εγκληματικότητας σε υιοθετημένα αγόρια παίζει τον καθοριστικό ρόλο. «Τα αγόρια, των οποίων οι φυσικοί γονείς είχαν καταχωριστεί ως εγκληματίες, είχαν μεγαλύτερη πιθανότητα να έχουν τη ίδια κατάληξη, από εκείνα των οποίων οι φυσικοί γονείς δεν είχαν καταδίκες για εγκληματική πράξη. Παράλληλα, γιοι φυσικών γονέων αλκοολικών είχαν μεγαλύτερες πιθανότητες να στραφούν και οι ίδιοι στον αλκοολισμό. Παιδιά φυσικών γονέων εγκληματιών (αλλά όχι αλκοολικών) ή αλκοολικών (αλλά όχι εγκληματιών) είχαν την τάση, και μετά την υιοθεσία τους από τρίτους, να παρουσιάζουν τα ίδια είδη προβλημάτων με τους φυσικούς τους γονείς».
Αποδείχθηκε εν μέρει ότι οι γενετικές προδιαθέσεις των παιδιών πρέπει απαραίτητα να συνοδεύονται και από ένα αρνητικό περιβάλλον του θετού σπιτιού. Μόνο τότε μπορεί να έχουμε εμφάνιση αντικοινωνικής συμπεριφοράς από τον υιοθετημένο. Δεν πρέπει όμως να παραβλεφθεί ότι οι έρευνες αυτές περιέλαβαν στο δείγμα τους παιδιά, πολλά εκ των οποίων είχαν εμπειρία εγκλεισμού (οικοτροφεία, ορφανοτροφεία, στέγες, κλπ.) πριν υιοθετηθούν. Οι θετοί γονείς, εξάλλου, συχνά έχουν έναν αρνητικό τρόπο αγωγής των παιδιών, διότι είναι περισσότερο ελαστικοί μαζί τους. Αν λοιπόν το περιβάλλον είναι κατάλληλο για τον
Σελ. 16
ανήλικο και η θέση του θετού πατέρα εξασφαλίζει στον ανήλικο μια ομαλή κοινωνικοποίηση, τότε οι πιθανότητες παρέκκλισης ελαχιστοποιούνται.
Η σημαντικότερη εξέλιξη των ερευνών οι οποίες σχετίζονται με την κληρονομικότητα είναι ότι με την πάροδο του χρόνου εγκατέλειψαν την αντίληψη της μονοδιάστατης αιτιολογικής σχέσης κληρονομικότητας και εγκλήματος και συνδέουν πλέον τη βιολογική κληρονομιά με κοινωνικές παραμέτρους, όπως είναι η κοινωνικοποίηση του ατόμου. Θεωρούν επίσης δεδομένο ότι υπάρχει μια συνεχής αλληλεπίδραση μεταξύ περιβαλλοντικών και κληρονομικών παραγόντων.
Οργανικές δυσλειτουργίες
Οι οργανικές δυσλειτουργίες, επίσης, τις οποίες έλαβε υπόψη της η εγκληματολογία για να αιτιολογήσει σε ορισμένες περιπτώσεις την εκδήλωση εγκληματικής συμπεριφοράς, δεν αποτελούν από μόνες τους ικανό παράγοντα εγκληματογένεσης. Μεταξύ αυτών ήταν οι χρωμοσωματικές ανωμαλίες και οι ενδοκρινικές δυσλειτουργίες.
Οι χρωμοσωματικές ανωμαλίες με τις οποίες ασχολήθηκε η εγκληματολογία αφορούν το ανδρικό ζεύγος χρωμοσωμάτων (ΧΥ) και συνίστανται στην παρουσία ενός τρίτου χρωμοσώματος (Χ ή Υ) στο ζεύγος ΧΥ. Αυτές είναι το σύνδρομο ΧΧΥ («σύνδρομο Klinefelter») και το σύνδρομο ΧΥΥ («σύνδρομο Jacobs»). Στο πρώτο, μεταξύ άλλων, αναπτύσσονται δευτερεύοντα γυναικεία χαρακτηριστικά και παρουσιάζεται συχνά μια μέσου επιπέδου διανοητική καθυστέρηση. Επίσης, δεν υπάρχουν ενδείξεις για αυξημένη επιθετικότητα ή εγκληματική ροπή. Για τους λόγους αυτούς το σύνδρομο αυτό δεν ενδιαφέρει από εγκληματολογική άποψη.
Αντίθετα, το σύνδρομο Jacobs, σύμφωνα με το οποίο οι άνδρες με καρυότυπο ΧΥΥ θεωρήθηκαν «υπερ-άρρενες», κίνησε το ενδιαφέρον της εγκληματολογίας, και γενικά της έρευνας πάνω στην αντικοινωνική συμπεριφορά, δεδομένου ότι το χρωμόσωμα αυτό θεωρήθηκε φορέας επιθετικότητας και μάλιστα ονομάστηκε «εγκληματικός καρυότυπος». Η Patricia Ann Jacobs, από την οποία πήρε το όνομά του το σύνδρομο, και οι συνεργάτες της χαρακτήρισαν, στη δημοσίευση των πορισμάτων της έρευνάς τους, τους φορείς του ΧΥΥ ως «επικίνδυνους, βίαιους, και με εγκληματικές ροπές». Παρότι τα αποτελέσματα των ερευνών της έγιναν αντικείμενο εκμετάλλευσης από συνηγόρους σε δικαστήρια αρκετών χωρών για
Σελ. 17
την καθιέρωση του ακαταλόγιστου σε άνδρες με σύνδρομο ΧΥΥ, αποδείχτηκαν αβάσιμα από μεταγενέστερες έρευνες.
Από εγκληματολογική άποψη τα άτομα με το προαναφερθέν σύνδρομο παρουσιάζουν μεγαλύτερα ποσοστά όχι διάπραξης εγκλημάτων, αλλά σύλληψης. Έχουν, δηλαδή, μικρότερες πιθανότητες να παραμείνουν στον σκοτεινό αριθμό εγκληματικότητας.
Σχετικά με τις ενδοκρινικές δυσλειτουργίες, η διασύνδεσή τους με την εγκληματική συμπεριφορά οδήγησε σε αρκετές μελέτες από τις αρχές του 20ου αιώνα.
Μια μελέτη των Max G. Schlapp και Edward H. Smith κατέληξε στο ότι τα εγκλήματα των νέων μεταναστών οφείλονταν σε κληρονομικής φύσεως ενδοκρινικές διαταραχές που μεταβιβάστηκαν στα παιδιά από τις μητέρες τους, οι οποίες παρουσίασαν αυτού του είδους τα προβλήματα εξαιτίας των δυσχερειών του μεταναστευτικού ταξιδιού και των άθλιων συνθηκών διαβίωσης. Η μελέτη αυτή, εντούτοις, δεν ήταν αποτέλεσμα έρευνας, αλλά απλή εφαρμογή των σχετικών βιολογικών πορισμάτων της εποχής. Επιπλέον, παρότι ευσταθεί το γεγονός ότι οι κακές συνθήκες ζωής είναι δυνατόν να προκαλέσουν ενδοκρινικές - όπως και άλλες οργανικές - διαταραχές, δεν έχει αποδειχθεί ότι οι διαταραχές αυτές κληρονομούνται.
Αργότερα οι Matthew Molitch και Sam Poliakoff διεξήγαγαν μια σειρά προσεκτικά σχεδιασμένων ερευνών στον Οίκο Αρρένων της Πολιτείας του Νιου Τζέρσεϊ. Μια ομάδα εγκληματιών νέων με ενδοκρινικές διαταραχές συγκρίθηκε με μια ομάδα υγιών εγκληματιών. Η έρευνα έδειξε ότι δεν υπήρχε διαφορά στην εγκληματικότητα ή την εν γένει συμπεριφορά των δύο κατηγοριών. Επίσης, το ποσοστό των εγκληματιών με σχετικές διαταραχές δεν ήταν μεγαλύτερο από τον μέσο όρο του γενικού πληθυσμού.
Επειδή η δραστηριότητα του εγκεφάλου είναι συνδεδεμένη με τις έσω εκκρίσεις, έγινε επίσης προσπάθεια να διαπιστωθεί μέσω ηλεκτροεγκεφαλογραφήματος αν η εγκληματική συμπεριφορά οφείλεται στην ανωριμότητα του εγκεφάλου. Η σχετική έρευνα δεν επαλήθευσε κάτι τέτοιο.
Όλες αυτές οι προαναφερθείσες βιολογικές ιδιαιτερότητες μπορεί να οδηγήσουν σε ειδικές καταστάσεις, οι οποίες ενδεχομένως συνοδεύονται, μεταξύ άλλων, από αντικοινωνικότητα, βία, επιθετικότητα ή από διανοητική καθυστέρηση, μειωμένη ικανότητα αντίληψης, κλπ. Με τις κατάλληλες συνθήκες μπορεί τα άτομα στα οποία απαντώνται αυτές οι ιδιαιτερότητες να οδηγηθούν σε εγκληματικές
Σελ. 18
πράξεις, με αυξημένη μάλιστα – λόγω της κατάστασής τους – πιθανότητα σύλληψής τους. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, δεν διαπιστώνεται η άμεση σχέση της βιολογικής τους κατάστασης με την εγκληματική συμπεριφορά, η δε επίδραση του περιβάλλοντος είναι οπωσδήποτε καθοριστική.
Και μεταγενέστερες έρευνες, με βάση τη συμβολή των βιολογικών παραγόντων στην εκδήλωση της ανθρώπινης συμπεριφοράς, προσπάθησαν μέσω της γενετικής να συσχετίσουν τη βιολογική κατάσταση του ατόμου με τη βίαιη ή εγκληματική συμπεριφορά. Η προσέγγιση είναι πλέον διεπιστημονική και διεξάγεται με σύγχρονα μεθοδολογικά εργαλεία. Οι βιολογικές θεωρίες αναβιώνουν, προσαρμοσμένες στα δεδομένα της σημερινής εποχής. Αναζητείται εκ νέου το «παθολογικό» άτομο στην κοινωνία, αλλά με διαφορετική προσέγγιση και μεθοδολογία. Αυτό δηλαδή του οποίου τα βιολογικά χαρακτηριστικά δεν είναι εμφανή, αλλά αποτυπώνονται στο γονιδίωμά του. Η θετικιστική προσέγγιση σχέσεως αιτίου - αιτιατού επανέρχεται στις βιολογικές προσεγγίσεις με τη σχέση γονιδίων και εγκλήματος.
Σε μία έρευνα του 2013, η οποία χρησιμοποίησε μια τεράστια βάση δεδομένων υιοθεσιών σε όλη τη Σουηδία για μια μακροχρόνια περίοδο στο πλαίσιο παρακολουθηματικής μελέτης, σε συνδυασμό με δεδομένα ποινικού μητρώου, μελετήθηκαν οι σχέσεις γονέων - γιων σε συνάρτηση με το έγκλημα. Για τους υιοθετημένους γιους που γεννήθηκαν στη Σουηδία υπήρξε πρόσβαση στα ποινικά αρχεία τόσο των θετών όσο και των βιολογικών γονέων. Αυτό επέτρεψε να εκτιμηθεί η σημασία των προγεννητικών παραγόντων (γονίδια, προγεννητικό περιβάλλον και περιγεννητικές καταστάσεις), καθώς και παραγόντων που επέδρασαν μετά τη γέννηση. Οι παράγοντες πριν τον τοκετό εξακολουθούν να έχουν σημασία, ωστόσο οι παράγοντες μετά τη γέννηση φαίνεται να κυριαρχούν.
Και άλλες έρευνες, οι οποίες ασχολήθηκαν με την επίδραση χημικών στοιχείων (νευροδιαβιβαστών) στη λειτουργία του εγκεφάλου, υπέθεσαν ότι υπάρχει ένας συσχετισμός των επιπέδων τους με την αντικοινωνική συμπεριφορά. Επειδή όμως τα ποσοστά των ουσιών αυτών επηρεάζονται άμεσα από τη λήψη αλ-
Σελ. 19
κοόλ καθώς και τις περιβαλλοντικές συνθήκες, όπως τρόπος διαβίωσης, στρες, κατάθλιψη, κλπ., είναι παρακινδυνευμένο να χρησιμοποιηθούν τα αποτελέσματα των ερευνών για την τεκμηρίωση ή μη προδιάθεσης εκδήλωσης εγκληματικής συμπεριφοράς.
Παρατηρήθηκε επίσης ότι μια σπάνια μετάλλαξη που οδηγεί σε πλήρη ανεπάρκεια της μονοαμινοξειδάσης Α (MAOA) συσχετίστηκε με παρορμητική και επιθετική συμπεριφορά σε Ολλανδούς οι οποίοι ήταν συγγενείς μεταξύ τους. Μέχρι στιγμής, μόνο δύο μελέτες έχουν αναφέρει συσχέτιση μεταξύ του συγκεκριμένου γονιδίου και εγκληματικής βίας.
Στη μελέτη των Caspi κ.ά., το 12% των αγοριών που μελετήθηκαν είχαν ένα συνδυασμό μετάλλαξης της MAOA και κακομεταχείρισης στην παιδική ηλικία, το οποίο αντιστοιχούσε στο 44% των βίαιων συγκρούσεων στην ομάδα τους. Αν και αυτό το εύρημα δεν έχει ερευνητικά επαληθευτεί και η πλειονότητα των βίαιων καταδικών σε αυτήν την ομάδα δεν ήταν σοβαρές, όπως ανθρωποκτονία ή απόπειρα ανθρωποκτονίας, αυτή η μετάλλαξη-παραλλαγή της MAOA έχει γίνει ευρέως γνωστή ως «γονίδιο πολεμιστή».
Μια μετα-ανάλυση που περιλάμβανε 11.000 άτομα έδειξε σημαντική αλληλεπίδραση μεταξύ του γονότυπου ΜΑΟΑ και των αντιξοοτήτων που αντιμετώπιζαν τα παιδιά, με επακόλουθο την αντικοινωνική έκβαση στη συμπεριφορά τους.
Ωστόσο, η μεγαλύτερη μελέτη σε σχέση με αυτό το ζήτημα, με περισσότερα από 4.000 άτομα, αφενός δεν μπόρεσε να επιβεβαιώσει την υπόθεση ότι αυτός ο γονότυπος MAOA μετριάζει τη σχέση μεταξύ κακοποίησης στην παιδική ηλικία και αντικοινωνικής συμπεριφοράς, αφετέρου τα στατιστικά στοιχεία που βρήκε δεν θεωρήθηκαν σημαντικά για την κύρια επίδραση του γονότυπου MAOA στη προδιάθεση απέναντι στη βία. Έτσι, το ζήτημα ενός «γονιδίου πολεμιστή» παρέμεινε αμφιλεγόμενο.
Οι προαναφερθείσες μελέτες ενισχύουν την πεποίθηση ορισμένων επιστημόνων ότι η εγκληματικότητα, πέρα από τις κοινωνικές, οικονομικές, ψυχολογικές και άλλες παραμέτρους, έχει και μια έμφυτη βιολογική - κληρονομική διάσταση, μία αντίληψη όμως με την οποία πολλοί άλλοι δεν συμφωνούν. Δεν είναι η πρώτη φορά, πάντως, που μια μελέτη συσχετίζει την εγκληματικότητα με τις επιρροές από τα γονίδια, δημιουργώντας εύλογες αντιδράσεις από άλλους επιστήμονες
Σελ. 20
ότι η ανθρώπινη συμπεριφορά είναι εξαιρετικά πολύπλοκη για να εξηγηθεί κυρίως από γενετικούς παράγοντες.
Η κατάληξη, επομένως, όλων αυτών των ερευνητικών προσπαθειών είναι το ίδιο συμπέρασμα το οποίο είχε προκύψει από τη μελέτη και την ανάλυση παλαιότερων βιολογικών προσεγγίσεων, ότι δηλαδή το έγκλημα και η αντικοινωνική συμπεριφορά οφείλονται στην αλληλεπίδραση τόσο βιολογικών όσο και περιβαλλοντικών παραγόντων, άποψη που υιοθετείται και από την αποκαλούμενη «βιοκοινωνική εγκληματολογία», η οποία εξετάζει τόσο τους βιολογικούς όσο και τους περιβαλλοντικούς και κοινωνικούς παράγοντες. Σε μια προσπάθεια αιτιολόγησης της αντικοινωνικής συμπεριφοράς, αποτελεί τον χώρο σύγκλισης των διαφόρων προσεγγίσεων της θετικιστικής εγκληματολογίας, της μοριακής γενετικής, της γενετικής της συμπεριφοράς και της νευρο-εγκληματολογίας, στη βάση της αντίληψης ότι όλα τα άτομα έχουν από τη φύση τους τη δυνατότητα να είναι βίαια και αντικοινωνικά, αλλά ως εξαρτημένα άμεσα από το περιβάλλον τους, μπορούν να εκδηλώσουν τη συμπεριφορά αυτή μόνο όταν συναντήσουν τις συνθήκες που την ευνοούν, δηλαδή τις κατάλληλες κοινωνικές συνθήκες.
2. Ψυχοπαθολογικά αίτια
Ανάλογο αναλυτικό πλαίσιο ισχύει και για τις ψυχοπαθολογικές ιδιαιτερότητες. Το ερώτημα που απασχόλησε τους ειδικούς ήδη από τα μέσα του 17ου αιώνα είναι το αν ο εγκληματίας αποτελεί έναν ψυχικά παθολογικό τύπο. Φυσικά δεν τίθεται το γενικότερο θέμα, το αν δηλαδή η εγκληματική συμπεριφορά αυτή καθαυτή θεωρείται ασθένεια ή διαταραχή. Αυτό από τους περισσότερους σήμερα δεν γίνεται πλέον αποδεκτό. Η υπόθεση αυτή έχει καταρριφθεί για πολλούς λόγους:
Η διακύμανση των ποσοστών στις εγκληματολογικές στατιστικές, σε σχέση με δημογραφικά χαρακτηριστικά, όπως η ηλικία, το φύλο, ή η εθνοτική προέλευση, αποτελεί επιχείρημα κατά της άποψης ότι το έγκλημα αποτελεί διαταραχή. Εξάλλου, το έγκλημα είναι μια κοινωνικοπολιτική, νομική κατασκευή, η οποία μπορεί να μεταβάλλεται διαχρονικά με την αλλαγή του νομοθετικού πλαισίου. Αντίθετα, οι ψυχιατρικές διαταραχές καθορίζονται από βιολογικά και άλλα περισσότερο σταθερά στοιχεία. Το έγκλημα επίσης αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της κοινωνίας. Εάν μάλιστα συνυπολογίσουμε ότι δράστης ενός εγκλήματος μπορεί να είναι μια ομάδα ατόμων, ακόμα και μια οργάνωση, δεν μπορεί να ευσταθεί ο ισχυρισμός περί διαταραχής.




