ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
- Έκδοση: 5η 2025
- Σχήμα: 17x24
- Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
- Σελίδες: 440
- ISBN: 978-618-08-0113-2
Το έργο αποτελεί μια περιεκτική σύνοψη όλων των κλάδων του Αστικού Δικαίου. Στόχος του είναι να εισάγει τους αναγνώστες στις βασικές έννοιες του Αστικού Δικαίου και να τους βοηθήσει στην κατανόηση και στην εμπέδωσή τους, με απλό, κατανοητό και μεθοδικό τρόπο. Προς τούτο παρατίθενται πλήθος παραδειγμάτων, τα οποία παρουσιάζονται σε διακριτά πλαίσια, ώστε να διευκολύνονται οι αναγνώστες.
Προηγείται μία εισαγωγή στην έννοια, γενικά, του δικαίου και των κλάδων του και ακολουθεί η ύλη των Γενικών Αρχών, του Ενοχικού Δικαίου (συμπεριλαμβανομένων και των σύγχρονων μορφών συμβάσεων), του Εμπραγμάτου, του Οικογενειακού και του Κληρονομικού Δικαίου.
Η πέμπτη έκδοση του έργου κρίθηκε επιβεβλημένη λόγω των σύγχρονων νομοθετικών εξελίξεων στο Αστικό Δίκαιο.
Το βιβλίο αποτελεί χρήσιμο εργαλείο τόσο για τους φοιτητές των πανεπιστημιακών σχολών όσο και για τους υποψήφιους για τον δικαστικό κλάδο, για τις εξετάσεις για την άσκηση δικηγορικού επαγγέλματος, για τις εξετάσεις συμβολαιογράφων, για τις κατατακτήριες στη Νομική Σχολή, αλλά και για κάθε νομικό που επιθυμεί να ανατρέξει στις βασικές έννοιες του Αστικού Δικαίου.
ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΠΕΜΠΤΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ IX
ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΕΤΑΡΤΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ XI
ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ XXXV
ΓΕΝΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΔΙΚΑΙΟ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ
ΔΙΚΑΙΟ - ΗΘΙΚΗ - ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΗΘΗ
§ 1. Έννοια του δικαίου 3
§ 2. Δίκαιο και ηθική 4
§ 3. Δίκαιο και κοινωνικά ήθη 5
§ 4. Θετικό δίκαιο - Φυσικό δίκαιο 6
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΔΙΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
§ 5. Εσωτερικό και διεθνές δίκαιο 8
Ι. Κλάδοι του εσωτερικού δικαίου 8
α) Εσωτερικό δημόσιο δίκαιο 9
β) Εσωτερικό ιδιωτικό δίκαιο 9
ΙΙ. Κλάδοι του διεθνούς δικαίου 10
§ 6. Αστικό Δίκαιο και Αστικός Κώδικας 13
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ
ΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΠΗΓΕΣ ΤΟΥΣ
§ 7. Έννοια και είδη κανόνων δικαίου 17
§ 8. Πηγές των κανόνων δικαίου 18
§ 9. Τα έθιμα ως πηγές δικαίου 19
§ 10. Οι νόμοι ως πηγές δικαίου 20
I. Έννοια και είδη 20
ΙΙ. Έναρξη της ισχύος του νόμου 21
ΙΙΙ. Κατάργηση του νόμου 22
§ 11. Ερμηνεία των κανόνων δικαίου 23
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ
TA ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΑ ΤΩΝ ΕΝΝΟΜΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ
§ 12. Φυσικά και Νομικά πρόσωπα 29
§ 13. Έναρξη και τέλος του φυσικού προσώπου 29
§ 14. Ιδιότητες ή καταστάσεις των φυσικών προσώπων 33
α) Το φύλο 33
β) Η ηλικία 33
γ) H υγεία 33
δ) Η τιμή 34
ε) Η θρησκεία 34
στ) Η συγγένεια 34
ζ) Το όνομα 34
η) Η κατοικία 35
θ) Η ιθαγένεια 36
§ 15. Το δικαίωμα της προσωπικότητας
και η προστασία του 36
§ 16. Προστασία του ονόματος 38
§ 17. Προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας 39
§ 18. Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία
προσωπικών δεδομένων 39
§ 19. Έννοια, φύση και διακρίσεις των νομικών προσώπων 42
§ 20. Σύσταση, έδρα, διοίκηση, δράση, διάλυση
των νομικών προσώπων 43
§ 21. Τα μη κερδοσκοπικά νομικά πρόσωπα
του αστικού δικαίου 45
α) Σωματείο 45
β) Ίδρυμα 47
γ) Επιτροπή εράνων 48
δ) Αστική εταιρία 48
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ
§ 22. Έννοια του δικαιώματος 49
§ 23. Διακρίσεις των δικαιωμάτων 50
§ 24. Κτήση, αλλοίωση και απώλεια του δικαιώματος 52
§ 25. Άσκηση, σύγκρουση και κατάχρηση δικαιωμάτων 53
§ 26. Ένδικη, εξωδικαστική και αυτοδύναμη
προστασία του δικαιώματος 55
Ι. Ένδικη προστασία 55
ΙΙ. Εξωδικαστική προστασία 57
α) Ιδιωτική διαμεσολάβηση 57
β) Δικαστική διαμεσολάβηση 59
γ) Διαιτησία 60
δ) Εξώδικη επίλυση της διαφοράς 61
ε) Συμβιβαστική επέμβαση δικαστή 62
ΙΙΙ. Αυτοδύναμη προστασία 62
α) Αυτοδικία 62
β) Άμυνα 63
γ) Κατάσταση ανάγκης 64
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ
ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΕΣ
§ 27. Έννοια νομικής πράξης και δικαιοπραξίας 66
§ 28. Είδη δικαιοπραξιών 67
Ι. Ανάλογα με τα πρόσωπα που μετέχουν
στην κατάρτισή τους:
Μονομερείς και πολυμερείς δικαιοπραξίες 67
II. Ανάλογα με το περιεχόμενό τους και τον τρόπο
που καταρτίζονται:
Δικαιοπραξίες «εν ζωή» και «αιτία θανάτου» 69
III. Ανάλογα με το αν αφορούν την περιουσία προσώπου
ή το ίδιο το πρόσωπο:
Δικαιοπραξίες περιουσιακού ή προσωπικού δικαίου 69
IV. Ανάλογα με τις έννομες συνέπειες που επιδιώκονται:
Δικαιοπραξίες διαθέσεως ή εκποιητικές και υποσχετικές 70
V. Ανάλογα με την επίδραση που έχει ο σκοπός
της δικαιοπραξίας στο κύρος της:
Δικαιοπραξίες αιτιώδεις και αναιτιώδεις 70
VI. Ανάλογα με την εξωτερική μορφή τους:
Δικαιοπραξίες τυπικές και άτυπες 71
§ 29. Προϋποθέσεις για την κατάρτιση των δικαιοπραξιών 71
I. Δικαιοπρακτική ικανότητα 72
α) Έννοια και διακρίσεις 72
β) Ικανοί για δικαιοπραξία 72
γ) Ο θεσμός της δικαστικής συμπαράστασης 73
δ) Ανίκανοι για δικαιοπραξία 74
ε) Περιορισμένα ικανοί για δικαιοπραξία 75
II. Δήλωση βούλησης 76
ΙΙΙ. Συμφωνία μεταξύ δήλωσης και βούλησης 77
IV. Τήρηση του απαιτούμενου τύπου 79
V. Περιεχόμενο σύμφωνο με το νόμο και τα χρηστά ήθη 81
§ 30. Κατάρτιση των συμβάσεων 82
§ 31. Ελαττωματικές δικαιοπραξίες 84
α) Ανυπόστατες δικαιοπραξίες 84
β) Ανενεργείς δικαιοπραξίες 85
γ) Άκυρες δικαιοπραξίες 85
δ) Ακυρώσιμες δικαιοπραξίες 86
§ 32. Ερμηνεία των δικαιοπραξιών 87
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ
ΑΙΡΕΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΘΕΣΜΙΑ
§ 33. Αίρεση 89
§ 34. Προθεσμία 91
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ
ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΣΗ ΚΑΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΤΗΤΑ
§ 35. Αντιπροσώπευση 93
§ 36. Πληρεξουσιότητα 94
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ
Ο ΧΡΟΝΟΣ ΣΤΟ ΔΙΚΑΙΟ. ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ, ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ,
ΑΠΟΣΒΕΣΤΙΚΗ ΠΡΟΘΕΣΜΙΑ
§ 37. Έννοια και υπολογισμός των προθεσμιών 97
§ 38. Παραγραφή 98
Ι. Έννοια και δικαιολογία της παραγραφής 98
ΙΙ. Αναστολή και διακοπή της παραγραφής 100
§ 39. Αποσβεστική προθεσμία 101
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΕΝΟΧΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ 105
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ
ΕΝΝΟΙΑ, ΠΗΓΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΝΟΧΩΝ
§ 1. Η ενοχική έννομη σχέση 106
Ι. Έννοια της ενοχής 106
ΙΙ. Ενοχή και ευθύνη. Ατελείς ενοχές 107
ΙΙΙ. Η αρχή της σχετικότητας των ενοχών και οι εξαιρέσεις της 108
§ 2. Πηγές των ενοχών 109
§ 3. Είδη ενοχών 110
Ι. Γενικά 110
ΙΙ. Πολυπρόσωπες ενοχές 111
ΙΙΙ. Ενοχές είδους και ενοχές γένους 112
IV. Διαζευκτικές ενοχές 113
V. Χρηματικές ενοχές 114
VI. Ενοχές τόκου 115
VII. Ενοχές για αποζημίωση 116
α) Ζημιά 117
β) Νόμιμος λόγος ευθύνης 118
γ) Αιτιώδης σχέση 118
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ
§ 4. Γενικά 120
§ 5. Έννοια και διακρίσεις αστικής ευθύνης 120
§ 6. Προϋποθέσεις αστικής ευθύνης 122
Ι. Παράνομη συμπεριφορά 122
II. Η υπαιτιότητα ως προϋπόθεση της υποκειμενικής ευθύνης 123
§ 7. Ευθύνη για πράξεις τρίτων 124
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ
ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΕΝΟΧΩΝ
§ 8. Γενικά 127
§ 9. Η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων 127
§ 10. Συμβατικές ενοχικές σχέσεις. Έννοια και είδη 128
§ 11. Ενοχές από αδίκημα 130
§ 12. Ενοχές από αδικαιολόγητο πλουτισμό 132
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ
ΕΚΠΛΗΡΩΣΗ ΤΗΣ ΕΝΟΧΗΣ
§ 13. Καλόπιστη εκπλήρωση της ενοχής 135
§ 14. Τόπος και χρόνος εκτέλεσης της παροχής 136
§ 15. Μερική εκπλήρωση της παροχής 138
§ 16. Εκπλήρωση της παροχής από τρίτο 139
§ 17. Δικαίωμα επίσχεσης 139
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ
ΑΝΩΜΑΛΗ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΕΝΟΧΗΣ
§ 18. Περιπτώσεις ανώμαλης εξέλιξης της ενοχής 141
Ι. Αδυναμία παροχής 141
ΙΙ. Υπερημερία οφειλέτη 144
ΙΙΙ. Πλημμελής εκπλήρωση της παροχής 145
ΙV. Υπερημερία δανειστή 146
§ 19. Ειδικές αρχές που ισχύουν κατά την εξέλιξη
των αμφοτεροβαρών συμβάσεων 147
Ι. Ένσταση μη εκπλήρωσης της σύμβασης 148
II. Αδυναμία παροχής 148
ΙΙΙ. Υπερημερία εκπλήρωσης της παροχής
του ενός συμβαλλόμενου 150
ΙV. Απρόοπτη μεταβολή των συνθηκών 150
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ
ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΤΗΣ ΕΝΟΧΗΣ
§ 20. Μέσα εξασφάλισης της εκπλήρωσης της ενοχής 152
Ι. Εγγύηση 152
ΙΙ. Αρραβώνας 153
ΙΙΙ. Ποινική ρήτρα 154
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ
ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΤΗΣ ΕΝΟΧΗΣ
§ 21. Έννοια και τρόποι μεταβίβασης της ενοχής 156
Ι. Εκχώρηση 156
II. Αναδοχή χρέους 157
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΓΔΟΟ
ΑΠΟΣΒΕΣΗ ΤΗΣ ΕΝΟΧΗΣ
§ 22. Αποσβεστικοί λόγοι των ενοχών 159
Ι. Καταβολή 159
II. Δόση αντί καταβολής 159
III. Δημόσια κατάθεση 160
IV. Συμψηφισμός 160
V. Σύγχυση 161
VI. Άφεση χρέους 161
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑΤΟ
ΡΥΘΜΙΣΜΕΝΕΣ Ή ΕΠΩΝΥΜΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ
§ 23. Οι κυριότερες επώνυμες συμβάσεις 163
1. ΔΩΡΕΑ 163
I. Έννοια και χαρακτηριστικά 163
II. Υποχρεώσεις ευθύνη και δικαιώματα του δωρητή 164
2. ΠΩΛΗΣΗ 164
I. Έννοια, νομική φύση και πρακτική σημασία της πώλησης 164
ΙΙ. Έννοια πράγματος ή υπηρεσίας με ψηφιακά
στοιχεία (άρθρο 513Α ΑΚ) 166
ΙΙΙ. Υποχρεώσεις πωλητή και αγοραστή 167
ΙV. Συνέπειες αθέτησης των υποχρεώσεων
των συμβαλλόμενων 170
3. ΜΙΣΘΩΣΗ ΠΡΑΓΜΑΤΟΣ 171
I. Έννοια και χαρακτηριστικά 171
II. Υποχρεώσεις και ευθύνη των συμβαλλόμενων 171
4. ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ 173
I. Έννοια και χαρακτηριστικά 173
II. Υποχρεώσεις των συμβαλλόμενων 174
III. Λήξη της σύμβασης εργασίας 174
5. ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΡΓΟΥ 175
I. Έννοια, χαρακτηριστικά, διάκριση από τη σύμβαση
εργασίας 175
II. Υποχρεώσεις και ευθύνη των συμβαλλόμενων 176
6. ΜΕΣΙΤΕΙΑ 177
I. Έννοια 177
II. Χαρακτηριστικά και υποχρεώσεις των συμβαλλόμενων 177
7. ΕΝΤΟΛΗ 178
Ι. Έννοια και χαρακτηριστικά 178
ΙΙ. Υποχρεώσεις των συμβαλλόμενων 178
ΙΙΙ. Ανάκληση της εντολής 179
8. ΔΑΝΕΙΟ 179
Ι. Έννοια 179
ΙΙ. Χαρακτηριστικά, υποχρεώσεις των συμβαλλόμενων 180
9. ΧΡΗΣΙΔΑΝΕΙΟ 180
Ι. Έννοια και διαφορές από άλλες συμβάσεις 180
ΙΙ. Χαρακτηριστικά και υποχρεώσεις των συμβαλλόμενων 181
ΙΙΙ. Λήξη της σύμβασης χρησιδανείου 181
10. ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ 181
Ι. Έννοια 181
ΙΙ. Χαρακτηριστικά και υποχρεώσεις των συμβαλλόμενων 182
§ 24. Βασικές συμβατικές ενοχικές σχέσεις από το νόμο 182
Ι. Διοίκηση ξένων υποθέσεων 182
ΙΙ. Κοινωνία 183
ΙΙΙ. Ευθύνη ξενοδόχων 184
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ
ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ
§ 25. Γενικά 185
1. ΣΥΜΒΑΣΗ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΗΣ ΜΙΣΘΩΣΗΣ (LEASING) 185
Ι. Εννοιολογικές και γενικές παρατηρήσεις 185
II. Ουσιαστικές και τυπικές προϋποθέσεις για τη σύναψη
της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης 186
ΙΙΙ. Συμβατικοί τύποι χρηματοδοτικής μίσθωσης 189
α) Απλή χρηματοδοτική μίσθωση 189
β) Μικτή χρηματοδοτική μίσθωση 189
γ) Αντίστροφη χρηματοδοτική μίσθωση 190
IV. Λήξη της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης 190
2. ΣΥΜΒΑΣΗ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΑΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΩΝ
ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ (FACTORING) 191
Ι. Γενικές παρατηρήσεις 191
II. Μορφές του Factoring 192
α) Γνήσιο ή πλήρες ή χωρίς δικαίωμα αναγωγής
και μη γνήσιο ή με δικαίωμα αναγωγής Factoring 193
β) Αμιγώς χρηματοδοτικό και χωρίς χρηματοδότηση
Factoring 193
γ) Εμφανές και αφανές Factoring 193
δ) Εσωτερικό (ή εγχώριο) και διεθνές Factoring 194
ΙΙΙ. Η αντιμετώπιση του Factoring από τον Έλληνα νομοθέτη 195
IV. Προϋποθέσεις κατάρτισης και λειτουργία της σύμβασης
επιχειρηματικών απαιτήσεων 195
α) Τη χρηματοδότηση 196
β) Τη διαχείριση 196
γ) Την εξασφάλιση 197
V. Δικαιώματα και υποχρεώσεις των συμβαλλόμενων
από τη σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων 197
VI. Λήξη της σύμβασης πρακτορείας επιχειρηματικών
απαιτήσεων 198
3. ΣΥΜΒΑΣΗ ΠΩΛΗΣΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ
(FORFAITING) 198
Ι. Έννοια και λειτουργία της σύμβασης Forfaiting 198
ΙΙ. Ομοιότητες και διαφορές Factoring-Forfaiting 199
4. ΣΥΜΒΑΣΗ ΧΡΟΝΟΜΕΡΙΣΤΙΚΗΣ ΜΙΣΘΩΣΗΣ (TIME-SHARING) 200
Ι. Έννοια και χαρακτηριστικά 200
ΙΙ. Δικαιώματα και υποχρεώσεις των συμβαλλόμενων 202
5. ΣΥΜΒΑΣΗ ΔΙΚΑΙΟΧΡΗΣΗΣ (FRANCHISING) 203
Ι. Έννοια και ιστορική εξέλιξη 203
ΙΙ. Είδη Franchising 204
ΙΙΙ. Η σημασία του Franchising στη συναλλακτική πρακτική 205
IV. Κατάρτιση και περιεχόμενο της σύμβασης
δικαιόχρησης (Franchising) 206
V. Λύση της σύμβασης δικαιόχρησης (Franchising) 207
ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ
ΤΟ ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΟ ΔΙΚΑΙΟ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ 211
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ
ΤΟ ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ
§ 1. Έννοια και περιεχόμενο του εμπραγμάτου δικαιώματος 214
§ 2. Το πράγμα, ως αντικείμενο του εμπραγμάτου δικαιώματος 214
Ι. Έννοια του πράγματος 214
ΙΙ. Διακρίσεις των πραγμάτων 215
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΝΟΜΗ ΚΑΙ ΚΑΤΟΧΗ
§ 3. Έννοια και φύση της νομής και της κατοχής 217
§ 4. Είδη νομής 218
§ 5. Κτήση της νομής 219
Ι. Πρωτότυπη κτήση της νομής 220
ΙΙ. Παράγωγη κτήση της νομής 220
§ 6. Απώλεια της νομής 221
§ 7. Αυτοδύναμη και δικαστική προστασία της νομής 222
Ι. Γενικά 222
ΙΙ. Αυτοδύναμη προστασία της νομής 222
ΙΙΙ. Δικαστική προστασία της νομής 223
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ
Η ΚΥΡΙΟΤΗΤΑ
§ 8. Έννοια και είδη της κυριότητας 224
§ 9. Περιορισμοί της κυριότητας 225
§ 10. Κτήση της κυριότητας 226
Ι. Πρωτότυπη κτήση της κυριότητας 227
α) Κατάληψη αδέσποτων 227
β) Εύρεση απολωλότων (χαμένων πραγμάτων) -
Κτήση θησαυρού 227
γ) Κτήση κυριότητας με επιδίκαση 228
δ) Κτήση κυριότητας με προσκύρωση 228
ε) Κτήση κυριότητας ακινήτου με προσαύξηση 228
στ) Κτήση κυριότητας με χρησικτησία 229
1. Έννοια και σημασία της χρησικτησίας 229
2. Διακρίσεις της χρησικτησίας 229
i. Τακτική χρησικτησία 230
ii. Έκτακτη χρησικτησία 230
ζ) Κτήση κυριότητας κινητού από μη κύριο 231
η) Κτήση κυριότητας με ένωση κινητού με ακίνητο 232
θ) Κτήση κυριότητας με ένωση κινητού με κινητό 232
1. Συνάφεια 232
2. Σύμμιξη και σύγχυση 233
3. Κτήση κυριότητας με ειδοποιία 233
4. Κτήση κυριότητας καρπών 234
II. Παράγωγη κτήση της κυριότητας 234
α) Εμπράγματη σύμβαση μεταβίβασης κυριότητας κινητών 234
β) Εμπράγματη σύμβαση μεταβίβασης της κυριότητας ακινήτων 235
§ 11. Συγκυριότητα 236
§ 12. Οριζόντια και κάθετη ιδιοκτησία 237
§ 13. Προστασία της κυριότητας 238
§ 14. Απώλεια της κυριότητας 240
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ
ΟΙ ΔΟΥΛΕΙΕΣ
§ 15. Έννοια και διακρίσεις των δουλειών 241
§ 16. Γενικές αρχές που διέπουν όλες τις δουλείες 241
§ 17. Οι πραγματικές δουλείες 242
Ι. Έννοια και διακρίσεις πραγματικών δουλειών 242
II. Είδη πραγματικών δουλειών 242
ΙΙΙ. Σύσταση, περιεχόμενο και άσκηση
των πραγματικών δουλειών 243
§ 18. Οι προσωπικές δουλείες 243
Ι. Έννοια και είδη προσωπικών δουλειών 243
ΙΙ. Επικαρπία 244
α) Έννοια και είδη 244
β) Σύσταση, λειτουργία, λήξη της επικαρπίας 244
III. Οίκηση 246
IV. Περιορισμένες προσωπικές δουλείες 247
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ
Η ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑ
§ 19. Έννοια, σημασία, είδη και αρχές της εμπράγματης
ασφάλειας 248
§ 20. Το ενέχυρο 249
I. Ενέχυρο πράγματος 249
α) Κοινό ή Συμβατικό ενέχυρο πράγματος 249
β) Ενέχυρο αξιόγραφων 251
ΙΙ. Νόμιμο ενέχυρο 251
ΙΙΙ. Πλασματικό ενέχυρο 251
IV. Ενέχυρο δικαιώματος 252
§ 21. Η υποθήκη 253
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ
ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΔΗΜΟΣΙΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΩΝ
ΣΧΕΣΕΩΝ ΣΤΑ ΑΚΙΝΗΤΑ
§ 22. Γενικά 257
I. Το σύστημα μεταγραφών και υποθηκών 257
II. Το σύστημα του εθνικού κτηματολογίου 258
ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
I. Έννοια, σπουδαιότητα και βασικά χαρακτηριστικά
του οικογενειακού δικαίου 263
II. Βασικές έννοιες του οικογενειακού δικαίου 265
α) Η οικογένεια 265
β) Συγγένεια 266
γ) Τα οικογενειακά δικαιώματα 267
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ
Ο ΓΑΜΟΣ
§ 1. Σύμβαση για μελλοντικό γάμο (Μνηστεία) 269
§ 2. Έννοια, νομική φύση και αρχές που διέπουν το γάμο 270
α) Η αρχή της ελεύθερης σύναψης γάμου 270
β) Η αρχή της μονογαμίας 270
γ) Η αρχή της ελεύθερης επιλογής του συστατικού
τύπου του γάμου 270
δ) Η αρχή της ισοβιότητας του γάμου 271
ε) Η αρχή της ισονομίας των δύο φύλων στο γάμο 271
§ 3. Όροι σύναψης του γάμου 271
Ι. Θετικές προϋποθέσεις σύναψης γάμου 271
ΙΙ. Κωλύματα γάμου 272
α) Ύπαρξη άλλου γάμου ή συμφώνου συμβίωσης 272
β) Ύπαρξη συγγένειας 273
§ 4. Προληπτικός έλεγχος της ύπαρξης των όρων του γάμου 273
§ 5. Ελαττωματικός γάμος 274
I. Έννοια και μορφές ελαττωματικού γάμου 274
α) Ανυπόστατος γάμος 275
β) Άκυρος γάμος 275
γ) Ακυρώσιμος γάμος 276
II. Διαδικασία ακύρωσης του γάμου 277
ΙΙΙ. Νομιζόμενος γάμος 277
ΙV. Ισοτιμία φύλου 278
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΥΓΩΝ ΑΠΟ ΤΟ ΓΑΜΟ
§ 6. Η διάκριση των σχέσεων σε προσωπικές και περιουσιακές 279
Ι. Προσωπικές σχέσεις 279
α) Αμοιβαία υποχρέωση για συμβίωση 279
β) Ρύθμιση της συζυγικής ζωής 280
γ) Το επώνυμο των συζύγων 280
δ) Υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες 281
ε) Ρύθμιση της χρήσης της οικογενειακής στέγης 282
ΙΙ. Περιουσιακές σχέσεις των συζύγων 282
α) Η περιουσιακή αυτοτέλεια των συζύγων 283
β) Συμμετοχή στα αποκτήματα 283
γ) Τεκμήρια κυριότητας κινητών 284
δ) Ανάθεση της διαχείρισης της περιουσίας
του ενός συζύγου στον άλλον 284
ε) Το σύστημα της κοινοκτημοσύνης 285
§ 7. Διακοπή της συμβίωσης 287
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ
ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΟΥ ΔΙΑΖΥΓΙΟΥ
§ 8. Η λύση του γάμου 289
§ 9. Έννοια και είδη διαζυγίου 289
§ 10. Το κατ’ αντιδικία διαζύγιο 290
Ι. Ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέσης 290
ΙΙ. Τα μαχητά τεκμήρια ισχυρού κλονισμού του γάμου 291
ΙΙΙ. Το αμάχητο τεκμήριο της διετούς διάστασης 292
§ 11. Η αφάνεια ως λόγος διαζυγίου 293
§ 12. Συναινετικό διαζύγιο 293
§ 13. Αποτελέσματα του διαζυγίου 295
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ
Η ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΣΥΜΒΙΩΣΗ
§ 14. Εισαγωγικές παρατηρήσεις 298
§ 15. Σύμφωνο συμβίωσης 300
§ 16. Προϋποθέσεις σύναψης 300
§ 17. Το επώνυμο των συμβιούντων 301
§ 18. Προσωπικές και περιουσιακές σχέσεις των συμβιούντων 302
§ 19. Τεκμήριο πατρότητας 303
§ 20. Λύση του συμφώνου συμβίωσης 303
§ 21. Διατροφή μετά τη λύση του συμφώνου συμβίωσης 304
§ 22. Κληρονομικές σχέσεις 304
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ
ΙΑΤΡΙΚΗ ΥΠΟΒΟΗΘΗΣΗ ΣΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΗ
(ΤΕΧΝΗΤΗ ΓΟΝΙΜΟΠΟΙΗΣΗ)
§ 23. ΕΙΣΑΓΩΓΗ 306
§ 24. Έννοια και νομική φύση γεννητικού υλικού 307
§ 25. Προϋποθέσεις προσφυγής στην Ιατρικά Υποβοηθούμενη
Αναπαραγωγή 308
α) Αδυναμία φυσικής αναπαραγωγής 308
β) Αποφυγή μετάδοσης σοβαρής ασθένειας στο τέκνο 308
γ) Διατήρηση γονιμότητας 308
δ) Ηλικιακό όριο 308
ε) Απαγόρευση κλωνοποίησης και επιλογής φύλου 309
§ 26. Η συναίνεση ως προϋπόθεση της Ιατρικά
Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής 309
§ 27. Η τύχη του πλεονάζοντος γεννητικού υλικού 310
§ 28. Ανωνυμοποίηση ή γνωστοποίηση τρίτων δοτών
γεννητικού υλικού 311
§ 29. Μεταθανάτια τεχνητή γονιμοποίηση 312
§ 30. Παρένθετη μητρότητα 313
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ
ΣΧΕΣΕΙΣ ΓΟΝΕΩΝ ΚΑΙ ΤΕΚΝΩΝ
§ 31. Θεμελίωση της μητρότητας 315
§ 32. Η θεμελίωση της πατρότητας 315
§ 33. Προσβολή της πατρότητας 316
§ 34. Η εκούσια αναγνώριση της πατρότητας 318
§ 35. Η δικαστική αναγνώριση της πατρότητας 319
§ 36. Επιγενόμενος γάμος των γονέων 320
§ 37. Οι έννομες συνέπειες της γονικής σχέσης 320
Ι. Έννομες συνέπειες της γονικής σχέσης ανεξάρτητες
από την ηλικία του τέκνου 320
α) Το επώνυμο (άρθρα 1505-1506 ΑΚ) 320
β) Αμοιβαία υποχρέωση (άρθρο 1507 ΑΚ) 322
γ) Υποχρέωση για παροχής υπηρεσιών(άρθρο 1508 ΑΚ) 322
δ) Γονικές παροχές (άρθρο 1509 ΑΚ) 322
§ 38. Η γονική μέριμνα 322
α) Έννοια, φορείς, περιεχόμενο 322
β) Άσκηση γονικής μέριμνας 323
γ) Άσκηση της γονικής μέριμνας σε περίπτωση διάστασης,
διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου 324
δ) Παρέκκλιση από την από κοινού άσκηση
της γονικής μέριμνας 325
ε) Επιμέλεια του ανήλικου τέκνου 326
στ) Δικαίωμα επικοινωνίας 326
ζ) Η κακή άσκηση της γονικής μέριμνας και οι συνέπειές της 327
§ 39. Διατροφή από το νόμο 329
α) Έννοια και προϋποθέσεις 329
β) Σειρά υπόχρεων για διατροφή 330
γ) Σειρά δικαιούχων διατροφής 330
δ) Μέτρο και περιεχόμενο της διατροφής 331
ε) Χρόνος και τρόπος καταβολής της διατροφής 331
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ
ΤΕΧΝΗΤΕΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ
§ 40. Υιοθεσία 333
Ι. Εισαγωγικά 333
ΙΙ. Υιοθεσία ανηλίκων 334
ΙΙΙ. Υιοθεσία αλλοδαπών 335
IV. Υιοθεσία ενηλίκων 336
§ 41. Αναδοχή ανηλίκου 336
§ 42. Επιτροπεία ανηλίκου 337
§ 43. Δικαστική συμπαράσταση 338
ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟ
ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ 341
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ
Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΑΔΟΧΗ
§ 1. Έννοια της κληρονομικής διαδοχής 342
§ 2. Τα υποκείμενα της κληρονομικής διαδοχής 342
§ 3. Το αντικείμενο της κληρονομικής διαδοχής 343
§ 4. Το κληρονομικό δικαίωμα 344
§ 5. Λόγοι κληρονομικής διαδοχής 344
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΑΔΟΧΗ ΑΠΟ ΔΙΑΘΗΚΗ
§ 6. Γενικά χαρακτηριστικά της διαθήκης 345
§ 7. Τα είδη (οι τύποι) των διαθηκών 346
Ι. Ιδιόγραφη διαθήκη 346
ΙΙ. Δημόσια διαθήκη 349
α) Όρκιση των μαρτύρων 350
β) Δήλωση της βούλησης του διαθέτη 350
γ) Σύνταξη της συμβολαιογραφικής πράξης 350
δ) Ανάγνωση της πράξης 351
ε) Υπογραφή της πράξης 351
ΙΙΙ. Μυστική διαθήκη 352
IV. Έκτακτες διαθήκες 354
α) Διαθήκη σε πλοίο 354
β) Διαθήκη σε εκστρατεία 354
γ) Διαθήκη αποκλεισμένων 355
§ 8. Ικανότητα για τη σύνταξη διαθήκης 355
Ι. Πλήρως ανίκανοι για σύνταξη διαθήκης 356
ΙΙ. Περιορισμένα ανίκανοι για σύνταξη διαθήκης 356
§ 9. Ανάκληση της διαθήκης 356
§ 10. Δημοσίευση της διαθήκης 357
§ 11. Ερμηνεία της διαθήκης 358
§ 12. Προϋποθέσεις εγκυρότητας της διαθήκης.
Άκυρη και ακυρώσιμη διαθήκη 359
§ 13. Παροχές σε τρίτους με τη διαθήκη 360
Ι. Κληρονομικό καταπίστευμα 360
ΙΙ. Κληροδοσία 361
ΙΙΙ. Τρόπος 362
§ 14. Εκτελεστής διαθήκης 362
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ
ΕΞ ΑΔΙΑΘΕΤΟΥ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΑΔΟΧΗ
§ 15. Εννοιολογικές παρατηρήσεις 363
§ 16. Οι τάξεις της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής 364
α) Πρώτη τάξη 364
β) Δεύτερη τάξη 364
γ) Τρίτη τάξη 365
δ) Τέταρτη τάξη 365
ε) Πέμπτη τάξη 366
στ) Έκτη τάξη 366
§ 17. Συνεισφορά 367
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ
Η ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΑΔΟΧΗ
(ΝΟΜΙΜΗ ΜΟΙΡΑ)
§ 18. Έννοια και τάξεις της αναγκαστικής διαδοχής.
Ποσοστό νόμιμης μοίρας 369
§ 19. Μορφές κατάλειψης της νόμιμης μοίρας 370
§ 20. Προστασία της νόμιμης μοίρας 371
§ 21. Αποκλήρωση 371
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ
ΔΩΡΕΑ ΑΙΤΙΑ ΘΑΝΑΤΟΥ
§ 22. Έννοια, σύσταση, ανάκληση 373
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ
ΚΤΗΣΗ ΤΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ
§ 23. Η επαγωγή της κληρονομίας 374
§ 24. Η αποδοχή της κληρονομίας 374
§ 25. Η αποποίηση της κληρονομίας 375
§ 26. Κληρονομική αναξιότητα 376
§ 27. Σχολάζουσα κληρονομία 376
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ
ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ
§ 28. Γενικά 378
§ 29. Αγωγή περί κλήρου 378
§ 30. Αξίωση παροχής πληροφοριών 379
§ 31. Κληρονομητήριο 379
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΓΔΟΟ
ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ
§ 32. Έννοια, διαδικασία, αποτελέσματα δικαστικής
εκκαθάρισης 382
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ, ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ, ΣΧΟΛΙΑ 383
ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΟ ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ 393
Σελ. 1
ΓΕΝΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΔΙΚΑΙΟ
Σελ. 3
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ
ΔΙΚΑΙΟ - ΗΘΙΚΗ - ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΗΘΗ
§ 1. Έννοια του δικαίου
Ο άνθρωπος από τη φύση του διακατέχεται από μια έντονη ροπή προς την κοινωνικότητα. Από την πρώτη στιγμή που εμφανίστηκε στη γη το κοινωνικό του ένστικτο τον οδήγησε στη δημιουργία των πρώτων κοινωνικών ομάδων, της οικογένειας αρχικά, της φυλής αργότερα. Πολύ σωστά αποδίδει το χαρακτηρισμό της ανθρώπινης φύσης ο Αριστοτέλης στα «Πολιτικά». Ο άνθρωπος λέει είναι «φύσει πολιτικόν ζώον» και εννοεί κοινωνικό. Η κοινωνία αποτελεί πράγματι το φυσικό πλαίσιο μέσα στο οποίο η ανθρώπινη προσωπικότητα διαμορφώνεται μέσω των εμπειριών που προέρχονται από την ομαδική συμβίωση. Η κοινωνική όμως συμβίωση δεν είναι κατά κανόνα ομαλή. Είναι γεμάτη αντιθέσεις και διαφορές και για να μπορέσουν οι άνθρωποι να συνυπάρξουν αρμονικά, πρέπει να προσαρμόσουν τη συμπεριφορά τους προς ορισμένους κανόνες. Οι κανόνες αυτοί, είτε θεσπίζονται και επιβάλλονται στους ανθρώπους από την κάθε σε κράτος οργανωμένη κοινωνία, είτε προέρχονται από τη συνείδηση του ανθρώπου, είτε αποτελούν συνήθειες της κοινωνικής ζωής.
Οι πρώτοι αποτελούν το δίκαιο της κάθε πολιτείας και είναι επόμενο ότι εκφράζουν τις κοινωνικοπολιτικές επιλογές εκείνων που τους θεσπίζουν. Οι δεύτεροι αποτελούν τους κανόνες ηθικής και οι τρίτοι τους κανόνες των κοινωνικών ηθών. Ανάμεσά τους πρωταρχική θέση κατέχουν οι κανόνες δικαίου και τούτο γιατί έχουν τη δύναμη της επιβολής ή της απαγόρευσης, χωρίς φυσικά το τελευταίο να σημαίνει βία ή αυθαιρεσία. Η εξαναγκαστικότητα των κανόνων του δικαίου κινείται σε ορισμένα πλαίσια, σαφώς προδιαγεγραμμένα και σκοπός της είναι ο ομαλός διακανονισμός των αντιθέτων συμφερόντων και η εναρμόνιση των κοινωνικών σχέσεων με πνεύμα ισότητας και δικαιοσύνης.
Οι νομομαθείς, ανάλογα με τις πολιτικές και κοσμοθεωρητικές θέσεις τους, έχουν διατυπώσει διάφορες απόψεις για το τι είναι δίκαιο, ως αντικείμενο μελέτης της Νομικής Επιστήμης. Ένας ορισμός που νομίζουμε ότι περιέχει τα πλήρη στοιχεία της έννοιας του δικαίου είναι ο ακόλουθος: «Δίκαιο είναι σύνολο κανόνων, που θεσπίζονται από την κάθε οργανωμένη σε κράτος κοινωνία κατά μια ορισμένη διαδικασία και ρυθμίζουν επιτακτικά την οργάνωση και λειτουργία της και την εξωτερική συμπεριφορά
Σελ. 4
των ανθρώπων ως μελών της». Σύμφωνα με τον ορισμό αυτό, τα κύρια χαρακτηριστικά των κανόνων δικαίου είναι ότι:
α) Θεσπίζονται από το κράτος κατά μια ορισμένη διαδικασία. Δεν είναι δηλαδή ελεύθεροι οι άνθρωποι να ρυθμίζουν μόνοι τους τις μεταξύ τους ή τις με το κράτος σχέσεις τους , αλλά οι σχέσεις αυτές ρυθμίζονται με κανόνες, που προέρχονται από τη βούληση της Πολιτείας, θεσπίζονται και επιβάλλονται από αυτήν (ετερόνομοι κανόνες).
β) Αφορούν στην εξωτερική συμπεριφορά του ανθρώπου και όχι στην εσωτερική του διάθεση, καθώς μόνο η εξωτερική συμπεριφορά επηρεάζει την κοινωνική συμβίωση. Νομικά είναι αδιάφορο αν ο άνθρωπος συμμορφώνεται ενσυνείδητα προς τις επιταγές του δικαίου ή αν η συμμόρφωση αυτή έρχεται σε αντίθεση με τις πεποιθήσεις του. Μόνο εξαιρετικά ο εσωτερικός κόσμος του ανθρώπου ενδιαφέρει το δίκαιο. Τέτοιες εξαιρέσεις υπάρχουν όταν ο Νόμος διακρίνει τους βαθμούς υπαιτιότητας, δηλαδή το δόλο ή την αμέλεια και όταν αναγνωρίζονται ορισμένες έννομες συνέπειες με βάση την εσωτερική διάθεση του ανθρώπου, που νομικά χαρακτηρίζεται ως υποκειμενική καλή πίστη.
γ) Ρυθμίζουν την εξωτερική συμπεριφορά του ανθρώπου κατά τρόπο επιτακτικό, αφού η μη συμμόρφωση προς τους κανόνες αυτούς συνεπάγεται διάφορες κυρώσεις π.χ. χρηματική αποζημίωση, φυλάκιση, κ.λπ.
§ 2. Δίκαιο και ηθική
Αντίθετα με το δίκαιο που αναφέρεται στον άνθρωπο ως κοινωνικό μέλος και ρυθμίζει τη συμπεριφορά του αδιαφορώντας για τα κίνητρά του, η ηθική αναφέρεται στον άνθρωπο ως ατομικό στοιχείο και επιδιώκει τη βελτίωση και καλλιέργεια των εσωτερικών του διαθέσεων.
Τα κύρια χαρακτηριστικά των κανόνων της ηθικής και οι διαφορές τους από τους κανόνες δικαίου είναι:
α) Οι κανόνες της ηθικής πηγάζουν από τον ίδιο τον άνθρωπο, από τη συνείδησή του (αυτόνομοι κανόνες), ενώ οι κανόνες του δικαίου είναι ανεξάρτητοι από την ατομική θέληση, θεσπίζονται από την Πολιτεία (ετερόνομοι κανόνες).
β) Οι κανόνες της ηθικής απευθύνονται στον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου, στη σκέψη του, στη συνείδησή του και επιδιώκουν να κάνει ο
Σελ. 5
άνθρωπος το καλό, όχι γιατί αυτό του επιβάλλεται, αλλά γιατί του το υπαγορεύει η συνείδησή του. Αντίθετα οι κανόνες του δικαίου, όπως προαναφέρθηκε, αξιώνουν απλώς μια ορισμένη εξωτερική συμπεριφορά.
γ) Οι κανόνες της ηθικής δεν είναι επιτακτικοί. Η παράβασή τους δεν έχει ως συνέπεια την επιβολή κυρώσεων κατά του παραβάτη, όπως έχει η παράβαση των κανόνων του δικαίου. Η μόνη συνέπεια της παράβασης των κανόνων της ηθικής είναι οι τύψεις συνειδήσεως ή η κοινωνική αποδοκιμασία, που όμως η επίδρασή τους σε ορισμένους ανθρώπους είναι τόσο ισχυρή, ώστε να μπορεί να συγκριθεί και με αυτή τη δύναμη του κρατικού εξαναγκασμού.
Παράδειγμα
Οι κανόνες της απαγόρευσης της κλοπής ή του φόνου αποτελούν κανόνες δικαίου, γιατί επιβάλλουν την εξωτερική συμμόρφωση του ανθρώπου προς τις επιταγές τους, ανεξάρτητα από τη συγκεκριμένη αιτία για την οποία ο κάθε άνθρωπος θα συμμορφωθεί (σεβασμός της περιουσίας ή της ζωής του άλλου, φόβος τιμωρίας κ.λπ.). Αντίθετα οι κανόνες «ουκ επιθυμίσεις όσα τω πλησίον σου εστί» ή «αγάπα τον πλησίον σου ως εαυτόν» είναι κανόνες ηθικής, γιατί απευθύνονται στην εσωτερική διάθεση και σκέψη, στον ψυχικό κόσμο του ανθρώπου και τον παροτρύνουν στην πραγμάτωση της ιδέας του καλού και η τήρησή τους δεν επιβάλλεται.
Δίκαιο και ηθική δεν ταυτίζονται, αλλά παρουσιάζουν κοινά σημεία, αν και το πεδίο εφαρμογής τους είναι διαφορετικό. Στην ελληνική νομοθεσία πολλές φορές κανόνες δικαίου παραπέμπουν ρητά σε κανόνες ηθικής, οπότε οι τελευταίοι, που στη νομική ορολογία ονομάζονται «χρηστά ήθη», παίρνουν το χαρακτήρα υποχρεωτικών κανόνων δικαίου π.χ. το άρθρο 178 ΑΚ που ορίζει ότι δικαιοπραξία που έρχεται σε αντίθεση με τα χρηστά ήθη είναι άκυρη.
§ 3. Δίκαιο και κοινωνικά ήθη
Η εξωτερική συμπεριφορά των ανθρώπων μέσα στο κοινωνικό σύνολο, εκτός από τους κανόνες δικαίου και τους κανόνες ηθικής, διέπεται και από άλλους κανόνες που αποτελούν τα κοινωνικά ήθη, την εθιμοτυπία, τις συνήθειες που διαμορφώνονται σε κάθε συγκεκριμένη κοινωνία (π.χ. χαιρετισμός, προσφορά δώρων, εκδηλώσεις πένθους κ.λπ.). Κύριος σκοπός των κανόνων αυτών είναι η ευπρεπισμένη συμπεριφορά των ανθρώπων.
Σελ. 6
Οι κανόνες των κοινωνικών ηθών μοιάζουν με τους κανόνες δικαίου, γιατί αναφέρονται, όπως και αυτοί, στην εξωτερική συμπεριφορά των ανθρώπων, διαφέρουν όμως γιατί λείπει από αυτούς το στοιχείο της αναγκαστικότητας, δεν είναι δηλαδή υποχρεωτικοί. Η παράβαση των κανόνων αυτών δε συνεπάγεται κυρώσεις παρά μόνο την κοινωνική αποδοκιμασία.
Είναι δυνατόν όμως ένας ορισμένος τρόπος συμπεριφοράς, άλλοτε μεν να θεωρείται ως κανόνας εθιμοτυπίας και άλλοτε ως κανόνας δικαίου, ανάλογα με τα πρόσωπα στα οποία αφορά.
Παράδειγμα
Ο χαιρετισμός μεταξύ γνωστών ανθρώπων θεωρείται ως κανόνας εθιμοτυπίας, ο χαιρετισμός όμως μεταξύ στρατιωτικών αποτελεί κανόνα δικαίου και η παράβασή του συνεπάγεται κυρώσεις.
Στην ελληνική νομοθεσία πολλές φορές κανόνες δικαίου παραπέμπουν ρητά στις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές κάνοντας χρήση του όρου «συναλλακτικά ήθη» και έτσι οι συνήθειες αυτές μεταβάλλονται έμμεσα σε υποχρεωτικούς κανόνες δικαίου, π.χ. το άρθρο 200 ΑΚ που ορίζει ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.
§ 4. Θετικό δίκαιο - Φυσικό δίκαιο
Ο ορισμός της έννοιας του δικαίου που αναφέρθηκε, αποδίδει αυτό που ονομάζεται θετικό ή ισχύον δίκαιο, δηλαδή το δίκαιο που έχει θεσπιστεί σε μια συγκεκριμένη κοινωνία, όπως αυτό ισχύει μεταβαλλόμενο διαχρονικά. Ποια είναι όμως η προέλευση αυτών των κανόνων, για ποιο ακριβώς λόγο θεσπίστηκαν, που πρέπει να βασίζονται; Τα ερωτήματα αυτά αποτελούν αντικείμενο μελέτης της φιλοσοφίας του δικαίου και οι απαντήσεις που δίνονται ποικίλλουν ανάλογα με τις κοσμοθεωρητικές απόψεις των στοχαστών του δικαίου.
Κατά τους οπαδούς του θετικισμού δεν υπάρχει άλλο δίκαιο εκτός από το θετικό. Αλλά και στα πλαίσια του θετικισμού οι απόψεις διαφέρουν ως προς την ακριβή έννοια, την προέλευση και τη λειτουργία του δικαίου. Κατά μία άποψη το δίκαιο αποτελείται αποκλειστικά και μόνο από τους κανόνες που το Κράτος άμεσα έχει θεσπίσει ή έμμεσα αναγνωρίζει ως δίκαιο (κρατικός θετικισμός). Κατ’ άλλη άποψη το δίκαιο αποτελείται από κανόνες που προέρχονται από την κοινωνία (κοινωνικός θετικισμός), η ο-
Σελ. 7
ποία κατ’ άλλους μεν υπέρκειται του Κράτους, κατ’ άλλους δε βρίσκεται σε σχέση αλληλεξάρτησης και αλληλεπίδρασης με αυτό.
Αντίθετα, οι οπαδοί του ιδεαλισμού πιστεύουν ότι, όπως κάθε ανθρώπινο έργο, έτσι και η θέσπιση των κανόνων δικαίου έχει ελλείψεις και ατέλειες. Για να εκπληρώσει επομένως το δίκαιο την κοινωνική του αποστολή, πρέπει να προσαρμοστεί προς κανόνες αναλλοίωτους και απόλυτους, κανόνες που αποτελούν το ιδεώδες, το ιδανικό, το φυσικό δίκαιο. Το ιδανικό αυτό δίκαιο υπερισχύει του θετικού και είναι το ίδιο για όλες τις εποχές και για όλους τους λαούς. Η έννοια του φυσικού δικαίου καθώς επίσης και ο όρος «φυσικό δίκαιο» ανήκουν κατ’ αρχήν στους αρχαίους Έλληνες (Σοφοκλή, Αριστοτέλη κ.ά.).
Κατά τους υποστηρικτές της θεωρίας του φυσικού δικαίου, τούτο πρέπει να αποτελεί την κατευθυντήρια γραμμή για τη βελτίωση και προαγωγή του θετικού δικαίου. Η θεωρία αυτή σήμερα δε γίνεται αποδεκτή, αν και πολλοί κανόνες οι οποίοι θεωρούνται από τους οπαδούς του φυσικού δικαίου ως κανόνες φυσικού δικαίου, έχουν θεσπιστεί και ως κανόνες θετικού δικαίου (π.χ. η απαγόρευση της ανθρωποκτονίας).
Σελ. 8
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΔΙΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
§ 5. Εσωτερικό και διεθνές δίκαιο
Εσωτερικό δίκαιο είναι το δίκαιο που θεσπίζεται από τα νομοθετικά όργανα ενός κράτους και ρυθμίζει τις έννομες σχέσεις που δημιουργού- νται μέσα στα όριά του.
Διεθνές δίκαιο είναι το δίκαιο που πηγάζει από τις διεθνείς συνθήκες ή τα διεθνή έθιμα και ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ των διαφόρων κρατών και των υπηκόων τους.
Ι. Κλάδοι του εσωτερικού δικαίου
Το εσωτερικό δίκαιο διακρίνεται σε δύο μεγάλες κατηγορίες, το δημόσιο και το ιδιωτικό, που υποδιακρίνονται σε πολλούς κλάδους.
Εσωτερικό δημόσιο δίκαιο είναι το δίκαιο που ρυθμίζει την οργάνωση και λειτουργία του κράτους και των κρατικών οργανισμών (π.χ. δήμων, κοινοτήτων, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου), καθώς και τις σχέσεις του κράτους, όταν αυτό ασκεί εξουσία προς τους πολίτες (π.χ. κανόνες υποχρεωτικής στράτευσης, φορολογίας κ.λπ.). Εσωτερικό ιδιωτικό δίκαιο είναι το δίκαιο που ρυθμίζει τις σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους. Οι κανόνες δικαίου π.χ. που ρυθμίζουν τις αγοραπωλησίες, τα δάνεια, το γάμο, την κληρονομική διαδοχή, είναι κανόνες εσωτερικού ιδιωτικού δικαίου. Επίσης εσωτερικού ιδιωτικού δικαίου είναι οι κανόνες που ρυθμίζουν τις σχέσεις ιδιωτών με το κράτος, όταν αυτό ενεργεί ως απλός ιδιώτης (π.χ. μίσθωση ακινήτων από το κράτος, αγοραπωλησίες κ.λπ.).
Χαρακτηριστικό γνώρισμα του εσωτερικού ιδιωτικού δικαίου είναι ότι στη διαμόρφωση ή στην εφαρμογή των κανόνων του σημαντικό ρόλο παίζει η ιδιωτική θέληση, αντίθετα με το δημόσιο δίκαιο όπου η ιδιωτική θέληση δεν μπορεί να επιδράσει στην εφαρμογή των κανόνων του, οι οποίοι κυρίως αφορούν στην άσκηση της κρατικής εξουσίας. Γι’ αυτό και οι κανόνες του δημοσίου δικαίου χαρακτηρίζονται ως «κανόνες αναγκαστικού δικαίου ή κανόνες δημόσιας τάξης». Αντίθετα, το ιδιωτικό δίκαιο περιλαμβάνει και ορισμένους κανόνες αναγκαστικού δικαίου, που συναντώνται κυρίως στο οικογενειακό και στο εμπράγματο δίκαιο (π.χ. οι κανόνες που αφορούν
Σελ. 9
το γάμο, το διαζύγιο, τη μεταβίβαση ακινήτων κ.λπ.), κυρίως όμως χαρακτηρίζεται ως «ενδοτικό δίκαιο».
α) Εσωτερικό δημόσιο δίκαιο
Στο εσωτερικό δημόσιο δίκαιο υπάγονται οι εξής κυρίως ειδικότεροι κλάδοι:
α) Το συνταγματικό δίκαιο, το οποίο είναι σύνολο κανόνων που αναφέρονται στο Σύνταγμα ενός κράτους και που ρυθμίζουν τις βασικές αρχές οργάνωσης και λειτουργίας του, τη μορφή και τη συγκρότηση της κρατικής εξουσίας, τη διάρθρωση των κρατικών οργάνων, τα ατομικά δικαιώματα των πολιτών κ.λπ.
β) Το διοικητικό δίκαιο, το οποίο ρυθμίζει την οργάνωση και λειτουργία των υπηρεσιών της Δημόσιας Διοίκησης και τις σχέσεις των υπηρεσιών αυτών με τους πολίτες. Ειδικότερο κύριο κλάδο του διοικητικού δικαίου αποτελεί το δημοσιονομικό δίκαιο, που ρυθμίζει θέματα που αφορούν στα έσοδα και στα έξοδα του κράτους. Υποδιαίρεση αυτού είναι το φορολογικό δίκαιο.
γ) Το ποινικό δίκαιο, το οποίο καθορίζει ποιες είναι οι αξιόποινες πράξεις και ποιες ποινές επισύρουν.
δ) Το εκκλησιαστικό δίκαιο, το οποίο ρυθμίζει την οργάνωση και λειτουργία της εκκλησίας και τις σχέσεις της προς το κράτος και προς τα μέλη της.
ε) Το δικονομικό δίκαιο (διοικητικό, ποινικό, εκκλησιαστικό, αστικό), το οποίο αναφέρεται στα όργανα και στη διαδικασία απονομής της δικαιοσύνης.
β) Εσωτερικό ιδιωτικό δίκαιο
Οι βασικοί κλάδοι του εσωτερικού ιδιωτικού δικαίου είναι:
α) το αστικό δίκαιο, που αποτελεί και το κυριότερο τμήμα του και ρυθμίζει έννομες σχέσεις των προσώπων ως ιδιωτών. Από το αστικό δίκαιο αποσπάστηκαν συγκεκριμένες έννομες σχέσεις, η ρύθμιση των οποίων αποτέλεσε σταδιακά αντικείμενο των κατωτέρω υπό στοιχεία β και γ αυτοτελών κλάδων του ιδιωτικού δικαίου.
β) το εργατικό δίκαιο, που ρυθμίζει τις σχέσεις εξαρτημένης εργασίας, δηλαδή τις σχέσεις εργοδοτών και εργαζομένων και υποδιακρίνεται σε ατομικό εργατικό δίκαιο, που ρυθμίζει αυτή καθ’ αυτή τη σχέση εξαρτημένης εργασίας και τις εξ’ αυτής συνέπειες και σε συλλογικό εργατικό δίκαιο, που αναφέρεται κυρίως σε συλλογικά εργατικά θέματα, όπως οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας και ο συνδικαλισμός. Μεγάλο μέρος του εργα
Σελ. 10
τικού δικαίου έχει χαρακτήρα δημοσίου δικαίου και τούτο οφείλεται στην επέμβαση του Κράτους για την προστασία των εργαζομένων.
γ) το δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας, που ρυθμίζει τις έννομες σχέσεις των προσώπων, ως δημιουργών πνευματικών έργων π.χ. ως ζωγράφων, συγγραφέων, μουσικών κλπ.
δ) το εμπορικό δίκαιο, που ρυθμίζει τις έννομες σχέσεις, που απορρέουν από το εμπόριο. Το εμπορικό δίκαιο διακρίνεται στους εξής ειδικότερους κλάδους:
Γενικό εμπορικό δίκαιο, που αναφέρεται γενικά στον έμπορο και στις εμπορικές πράξεις.
Δίκαιο των εμπορικών εταιρειών, που αναφέρεται στις εμπορικές εταιρείες.
Πτωχευτικό δίκαιο, που αναφέρεται στην πτώχευση του εμπόρου.
Ασφαλιστικό δίκαιο, που αναφέρεται στην ιδιωτική ασφάλιση.
Ναυτικό δίκαιο, που αναφέρεται στην κτήση και εκμετάλλευση των πλοίων.
Αεροπορικό δίκαιο, που αναφέρεται στις αεροπορικές μεταφορές.
Δίκαιο των αξιογράφων, που αναφέρεται στα αξιόγραφα (γραμμάτια, συναλλαγματικές, επιταγές κλπ.).
ΙΙ. Κλάδοι του διεθνούς δικαίου
Το διεθνές δίκαιο διακρίνεται και αυτό σε δύο μεγάλες κατηγορίες, στο δημόσιο και στο ιδιωτικό.
Δημόσιο διεθνές δίκαιο είναι το δίκαιο, που ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ των κρατών και την οργάνωση και λειτουργία των διεθνών οργανισμών.
Ιδιωτικό διεθνές δίκαιο είναι το σύνολο των κανόνων, που ρυθμίζουν ποιο εσωτερικό δίκαιο θα εφαρμοστεί σε έννομες σχέσεις ιδιωτών, οι οποίοι συνδέονται με δύο ή περισσότερα κράτη (π.χ. ποιο δίκαιο θα εφαρμοστεί για τη λύση του γάμου με διαζύγιο ενός Έλληνα και μιας Γαλλίδας).
Βασικοί κλάδοι του δημοσίου διεθνούς δικαίου είναι:
Το διεθνές ποινικό δίκαιο, που αναφέρεται στην ποινική ευθύνη των κρατών και αποβλέπει στην τιμωρία εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας.
Σελ. 11
Το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή Ευρωπαϊκό Ενωσιακό δίκαιο, που ρυθμίζει την οργάνωση και λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τις σχέσεις της με τα κράτη-μέλη της και με τους πολίτες τους, καθώς και τις σχέσεις της με τρίτα κράτη. Το Ευρωπαϊκό δίκαιο περιέχει και κανόνες ιδιωτικού δικαίου π.χ. κανόνες που ρυθμίζουν εργασιακές ή εμπορικές σχέσεις.
Το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης διακρίνεται σε πρωτογενές και παράγωγο.
Πρωτογενές Ενωσιακό Δίκαιο είναι οι κανόνες των διεθνών συνθηκών, που δημιούργησαν ή τροποποίησαν τις ευρωπαϊκές συνθήκες. Οι τρεις πρώτες ιδρυτικές ευρωπαϊκές συνθήκες είναι: α) η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ), που υπογράφηκε στις 18.4.1951 από έξη κράτη, τη Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Ολλανδία, Βέλγιο και Λουξεμβούργο, άρχισε να ισχύει από τις 23.7.1952 για πενήντα χρόνια μέχρι τις 23.7.2002, β) η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ) και γ) η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας (ΕΚΑΕ) που υπογράφηκαν στη Ρώμη στις 25.3.1957 από τα ίδια ανωτέρω κράτη μέλη και άρχισαν να ισχύουν την 1.1.1958.
Πρωτογενές είναι και το δίκαιο των τροποποιητικών συνθηκών. Τροποποιητικές συνθήκες είναι: α) Η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη, που υπογράφηκε στις 17/28.2.1986 και τέθηκε σε ισχύ την 1.7.1989 και επέφερε σημαντικές τροποποιήσεις στις αρχικές συνθήκες, β) η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση ή Συνθήκη του Μάαστριχτ, που υπογράφηκε στις 7.2.1992 και τέθηκε σε ισχύ την 1.11.1993, η οποία τροποποίησε τις αρχικές συνθήκες και ίδρυσε την Ευρωπαϊκή Ένωση, την οποία θεμελίωσε στις ευρωπαϊκές κοινότητες γ) η Συνθήκη του Άμστερνταμ, που υπογράφηκε στις 2.10.1997 και τέθηκε σε ισχύ την 1.5.1999, η οποία αναθεώρησε τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, δ) η Συνθήκη της Νίκαιας, που υπογράφηκε στις 26.2.2001 και άρχισε να ισχύει την 1.2.2003, η οποία ρυθμίζει θεσμικά ζητήματα της διευρυμένης Ευρωπαϊκής Ένωσης και 3) η Συνθήκη της Λισαβόνας, που υπογράφηκε στις 13.12.2007 και τέθηκε σε ισχύ την 1.12.2009. Με τη Συνθήκη της Λισαβόνας καταργούνται οι τρεις πυλώνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τροποποιείται η Συνθήκη του Μάαστριχτ για την Ευρωπαϊκή Ένωση και μετονομάζεται η ιδρυτική Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σε Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ). Η Ευρωπαϊκή Ένωση αποκτά ενιαία νομική προσωπικότητα, αν και βασίζεται σε δύο Συνθήκες, στη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊ-
Σελ. 12
κής Ένωσης, όπως τροποποιήθηκε και τη Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ). Η δημιουργία αυτής της ενιαίας νομικής προσωπικότητας έχει ως στόχο τη δημοκρατική νομιμοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη βελτίωση της συνοχής της δράσης των κρατών μελών της, έτσι ώστε να διαπραγματεύεται με μια φωνή στις διεθνείς σχέσεις, θέτοντας τις βάσεις για μια δημιουργικότερη και διαφανέστερη Ευρώπη, μια Ευρώπη που θα ανταποκρίνεται στις μελλοντικές προκλήσεις και προσδοκίες των πολιτών της.
Πρωτογενές είναι επίσης και το δίκαιο των συνθηκών προσχώρησης των κρατών μελών, που σήμερα ανέρχονται σε είκοσι (27) (Γαλλία, Ιταλία, Ολλανδία, Βέλγιο, Γερμανία, Λουξεμβούργο, Δανία, Ιρλανδία, Φινλανδία, Αυστρία, Ελλάδα, Πορτογαλία, Ισπανία, Σουηδία, Τσέχικη Δημοκρατία, Εσθονία, Κύπρος, Λετονία, Λιθουανία, Ουγγαρία, Μάλτα, Πολωνία, Σλοβακία, Σλοβενία, Βουλγαρία, Ρουμανία, Κροατία).
Παράγωγο Ενωσιακό Δίκαιο, είναι οι κανόνες που παράγονται από τα αρμόδια θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με βάση τις διαδικασίες που προβλέπονται από το πρωτογενές δίκαιο. Τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι:
— Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, που απαρτίζεται από εκπροσώπους των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίοι εκλέγονται κάθε πέντε χρόνια με άμεση καθολική και μυστική ψηφοφορία και το οποίο ασκεί μαζί με το Συμβούλιο νομοθετικές και δημοσιονομικές αρμοδιότητες.
— Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, που απαρτίζεται από τους αρχηγούς των κρατών μελών, τον Πρόεδρό του και τον Πρόεδρο της Επιτροπής, το οποίο δεν ασκεί νομοθετικές αρμοδιότητες, αλλά χαράσσει τις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
— Το Συμβούλιο, που απαρτίζεται από έναν εκπρόσωπο (Υπουργό) κάθε κράτους μέλους και ασκεί μαζί με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο νομοθετικές και δημοσιονομικές αρμοδιότητες.
— Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (ή Επιτροπή), που απαρτίζεται από έναν υπήκοο από κάθε κράτος μέλος, τον Πρόεδρό της και τον ύπατο εκπρόσωπο της Ένωσης για θέματα εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας, ο οποίος είναι ένας από τους αντιπροέδρους της. Ο αριθμός των μελών της Επιτροπής αντιστοιχεί στα 2/3 του αριθμού των κρατών μελών, εκτός αν το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αποφασίσει ομόφωνα διαφορετικά. Επιβάλλεται όμως ισότιμη αντιμετώπιση των κρατών μελών ως προς τη διάρκεια της θητείας και τη σειρά διαδοχής του διορισμού των Επιτρόπων τους. Η Επιτροπή εκφράζει την υπερεθνική διάσταση
Σελ. 13
της ευρωπαϊκής ενοποίησης, διότι ο ρόλος της είναι να προάγει το κοινό συμφέρον της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
— Το Δικαστήριο, που απαρτίζεται από έναν Δικαστή από κάθε κράτος μέλος και επικουρείται από γενικούς εισαγγελείς. Ρόλος του είναι η τήρηση, ερμηνεία και εφαρμογή των Συνθηκών. Το Δικαστήριο είναι ο θεματοφύλακας του δικαίου της Ένωσης.
— Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η οποία έχει το αποκλειστικό δικαίωμα έκδοσης ευρώ.
— Το Ελεγκτικό Συνέδριο, που απαρτίζεται από έναν υπήκοο κάθε κράτους μέλους και ασκεί τον έλεγχο των λογαριασμών της Ένωσης.
Οι κανόνες του παράγωγου ενωσιακού δικαίου περιέχονται κυρίως: α) σε κανονισμούς, οι οποίοι έχουν άμεση και γενική ισχύ στο εσωτερικό των κρατών μελών, β) σε οδηγίες, οι οποίες δεσμεύουν τα κράτη μέλη ως προς το αποτέλεσμα που επιδιώκουν, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων για την υλοποίησή τους και τη διαμόρφωση του τελικού περιεχομένου τους στα κράτη μέλη, γ) σε αποφάσεις, που δεσμεύουν τους αποδέκτες τους κράτη μέλη, φυσικά ή νομικά πρόσωπα και δ) σε συστάσεις και γνώμες, που στοχεύουν να συστήσουν μια ορισμένη συμπεριφορά στον αποδέκτη τους ή να διατυπώσουν εκτίμηση επί συγκεκριμένων περιστατικών αντίστοιχα.
§ 6. Αστικό Δίκαιο και Αστικός Κώδικας
Το μεγαλύτερο μέρος του ιδιωτικού δικαίου αποτελεί το αστικό δίκαιο, το οποίο εκτός από τις σχέσεις που ρυθμίζονται από το εμπορικό και το εργατικό δίκαιο ρυθμίζει όλες τις σχέσεις και καταστάσεις του ανθρώπου ως απλού ιδιώτη από τη γέννησή του μέχρι το θάνατό του. Ειδικότερα το αστικό δίκαιο καθορίζει την έναρξη και τη λήξη της προσωπικότητας του ανθρώπου, τη δικαιοπρακτική του ικανότητα, τις συναλλακτικές του σχέσεις, τις οικογενειακές του σχέσεις, καθώς και την τύχη της περιουσίας του μετά το θάνατό του. Ανάλογα δε με τις ρυθμιζόμενες σχέσεις το αστικό δίκαιο υποδιαιρείται σε πέντε τμήματα: α) Γενικές αρχές, που περιέχουν τους θεμελιώδεις κανόνες που εφαρμόζονται γενικά στο αστικό δίκαιο αλλά και σε άλλους κλάδους δικαίου, β) Ενοχικό δίκαιο, που ρυθμίζει τις λεγόμενες «ενοχικές σχέσεις» δηλαδή τις σχέσεις που δημιουργούνται από τις συναλλαγές του ανθρώπου, γ) Εμπράγματο δίκαιο που ρυθμίζει τις λεγόμενες «εμπράγματες σχέσεις», δηλαδή τις σχέσεις του ανθρώπου με τα πράγματα (κινητά, ακίνητα), δ) Οικογενειακό δίκαιο, που ρυθμίζει τις οικογενειακές σχέσεις και ε) Κληρονομικό δίκαιο, που ρυθμίζει την κληρονομική διαδοχή.
Σελ. 14
Ο όρος «αστικό δίκαιο» έχει ιστορική προέλευση. Αποτελεί μετάφραση του λατινικού όρου «jus civile», τον οποίο χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Ρωμαίοι για να υποδηλώσουν το δημόσιο και ιδιωτικό δίκαιο κάθε πόλεως. Το δίκαιο αυτό ρύθμιζε τις σχέσεις μόνο μεταξύ Ρωμαίων πολιτών, αντίθετα με το «jus gentium» που ρύθμιζε τις σχέσεις μεταξύ Ρωμαίων και ξένων ή μόνο μεταξύ ξένων. Αργότερα το δίκαιο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας κωδικοποιήθηκε από τον Ιουστινιανό, οπότε ο όρος «jus civile» σήμαινε το δημόσιο και το ιδιωτικό δίκαιο της Πολιτείας.
To «jus civile» αποδόθηκε σ’ εμάς αρχικά με τον όρο «πολιτικό δίκαιο» (στο βασιλικό διάταγμα της 23ης Φεβρουαρίου 1835) και αργότερα με τον όρο «αστικό δίκαιο» (στον Αστικό Νόμο του 1856) και φυσικά ρύθμιζε θέματα μόνο ιδιωτικού δικαίου.
Το κυριότερο νομοθέτημα πάνω στο οποίο βασίζεται το αστικό μας δίκαιο, είναι ο αναγκαστικός νόμος 2250 της 30 Ιανουαρίου/15 Μαρτίου 1940, ο οποίος φέρει τον τίτλο «Αστικός Κώδικας».
Οι προσπάθειες για τη σύνταξη ΑΚ ξεκίνησαν από το 1835 και για το σκοπό αυτό συστάθηκαν κατά καιρούς διάφορες ειδικές επιτροπές, που δεν ολοκλήρωναν το έργο τους. Τελικά μόλις κατά τα έτη 1934-1936 δημοσιεύτηκαν σχέδια των διαφόρων τμημάτων του Κώδικα, η τελική επεξεργασία των οποίων και η συγκρότηση τους σε ενιαίο κείμενο έγιναν από τον καθηγητή Γ. Μπαλή. Ο Αστικός μας Κώδικας, που σημειωτέον έχει πολλά από τα χαρακτηριστικά του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου αλλά και έντονη την επίδραση από τον Γερμανικό Αστικό Κώδικα, θα έπρεπε σύμφωνα με το τελευταίο άρθρο του να αρχίσει να ισχύει από 1η Ιουλίου 1941, λόγω όμως ότι η Χώρα μας την εποχή εκείνη ήταν υπό εχθρική κατοχή, άρχισε να ισχύει από 23 Φεβρουαρίου 1946.
Στα χρόνια που πέρασαν η πρόοδος της επιστήμης και της τεχνολογίας επέφεραν τέτοιες σημαντικές μεταβολές στο δίκαιο, που έκαναν τον ΑΚ στις περισσότερες διατάξεις του ένα ξεπερασμένο πλέον νομοθέτημα, ένα νομοθέτημα που δεν ανταποκρινόταν στις σύγχρονες συνθήκες. Λόγοι επομένως προσαρμογής στην κοινωνική δομή της εποχής μας επέβαλαν τη μεταρρύθμιση του αστικού μας δικαίου, παρά το ότι στο αρχικό κείμενο είχαν γίνει ορισμένες τροποποιήσεις, συμπληρώσεις ή καταργήσεις διατάξεων με νεότερους νόμους, όπως ο ΚΠολΔ, ο ΕισΝΚΠολΔ και ο Ν 1250/1982, με τον οποίο καθιερώθηκε ο πολιτικός γάμος, ως ισότιμος με τον θρησκευτικό.
Τελικά η μεταρρύθμιση του ΑΚ επιβλήθηκε από το Σύνταγμα του 1975. Το Σύνταγμα του 1975 με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 2 θέσπισε την ισότητα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μεταξύ Ελλήνων και Ελληνίδων. Πα-
Σελ. 15
ράλληλα ο συντακτικός νομοθέτης περιέλαβε μεταβατική διάταξη, τη διάταξη του άρθρου 116 παρ. 1, σύμφωνα με την οποία θα εξακολουθούσαν να ισχύουν προγενέστερες του Συντάγματος νομοθετικές ρυθμίσεις, που ήταν αντίθετες ή ασυμβίβαστες με τη συνταγματική επιταγή της ισότητας των δύο φύλων, μέχρι την κατάργηση ή τροποποίησή τους, που θα έπρεπε όμως να πραγματοποιηθεί το αργότερο μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1982. Ήδη από το τέλος του 1975 είχαν ξεκινήσει οι εργασίες για την προσαρμογή του αστικού μας δικαίου στην καθιερούμενη από το Σύνταγμα ισονομία των δύο φύλων και σε άλλες συνταγματικές διατάξεις. Τελικά, ύστερα από δύο προσπάθειες που δεν ευοδώθηκαν, τρίτη ειδική νομοπαρασκευαστική επιτροπή υπό τον καθηγητή Α. Μάνεση κατάρτισε σχέδιο νόμου για την «εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας ανδρών και γυναικών στον Αστικό Κώδικα, τον Εισαγωγικό του Νόμο, την Εμπορική νομοθεσία και τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, καθώς και για τον μερικό εκσυγχρονισμό των διατάξεων του Αστικού Κώδικα, που αφορούν το Οικογενειακό δίκαιο». Το νομοσχέδιο αυτό ψηφίστηκε από τη Βουλή ως κώδικας με τη διαδικασία του άρθρου 76 παρ. 6 του Συντάγματος και δημοσιεύτηκε ως Ν 1329 στις 18.2.1983, άρχισε όμως να ισχύει, λόγω της προθεσμίας του άρθρου 116 του Συντάγματος, αναδρομικά από 1.1.1983.
Ο Ν 1329/1983 δεν περιορίστηκε μόνο στην υλοποίηση της συνταγματικής επιταγής της ισότητας ανδρών και γυναικών, αλλά αναμόρφωσε και εκσυγχρόνισε το μεγαλύτερο μέρος του αστικού μας δικαίου, όπως θα αναλυθεί στις παραγράφους που ακολουθούν. Ο εκσυγχρονισμός του αστικού μας δικαίου συνεχίσθηκε με το Ν 2447/1996, με τον οποίο αναμορφώθηκαν οι οικογενειακοί θεσμοί της υιοθεσίας και της επιτροπείας ανηλίκων, που δεν είχαν θιγεί με τον Ν 1329/1983, καθιερώθηκε ο θεσμός της αναδοχής ανηλίκων και αντικαταστάθηκαν οι αναχρονιστικοί θεσμοί της δικαστικής απαγόρευσης και δικαστικής αντίληψης με ένα νέο θεσμό, το θεσμό της δικαστικής συμπαράστασης. Είχε προηγηθεί η έκδοση του ΠΔ 456/1984 με το οποίο τα άρθρα του Αστικού Κώδικα και του Εισαγωγικού μας Νόμου μεταγλωττίστηκαν στη δημοτική.
Στην πορεία νεότεροι νόμοι επέφεραν σημαντικές τροποποιήσεις στον ΑΚ, πολλές από τις οποίες επιβλήθηκαν από τις εκάστοτε ισχύουσες κοινωνικές συνθήκες και ήδη βρίσκονται υπό επεξεργασία νομοσχέδια που θα επιφέρουν νέες. Η παρούσα έκδοση είναι εναρμονισμένη με τους τελευταίους νόμους βάσει των οποίων επήλθαν σημαντικές τροποποιήσεις στις επί μέρους διατάξεις του ΑΚ και συγκεκριμένα με τους Ν 4800/2021, Ν 4837/2021, Ν 4958/2022, Ν 4967/2022, Ν 5023/2023, Ν 5089/2024, Ν 5095/2024, Ν 5123/2024, Ν 5197/2025, Ν 5221/2025.
Σελ. 16
Ο Αστικός μας Κώδικας διαιρείται σε πέντε μέρη ή, όπως τα ονομάζει, βιβλία. Στο πρώτο βιβλίο (άρθρα 1-286) περιλαμβάνονται οι γενικές αρχές του αστικού δικαίου, στο δεύτερο (άρθρα 287-946) το ενοχικό δίκαιο, στο τρίτο (άρθρα 947-1345) το εμπράγματο δίκαιο, στο τέταρτο (άρθρα 1346-1709) το οικογενειακό δίκαιο και στο πέμπτο βιβλίο (άρθρα 1710-2035) το κληρονομικό δίκαιο.
Σελ. 17
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ
ΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΠΗΓΕΣ ΤΟΥΣ
§ 7. Έννοια και είδη κανόνων δικαίου
Κανόνες δικαίου είναι οι ετερόνομοι κανόνες, που ρυθμίζουν επιτακτικά, δηλαδή υποχρεωτικά τη συμβίωση των μελών μιας κοινωνίας.
Όλοι οι κανόνες δικαίου δεν έχουν την ίδια δύναμη ή έκταση εφαρμογής. Γι’ αυτό και διακρίνονται σε διάφορα είδη τα σπουδαιότερα των οποίων είναι:
α) Κανόνες αυστηρού δικαίου ή δημόσιας τάξης και κανόνες ενδοτικού δικαίου. Η εφαρμογή των πρώτων δεν μπορεί να αποκλειστεί από την ιδιωτική θέληση ορίζει το άρθρο 3 του ΑΚ, γιατί προστατεύουν γενικότερα συμφέροντα του κοινωνικού συνόλου. Οι δεύτεροι εφαρμόζονται μόνον όταν οι ενδιαφερόμενοι δεν όρισαν διαφορετικά.
Παραδείγματα
• Για την έγκυρη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου ο νόμος απαιτεί συμβολαιογραφικό έγγραφο (άρθρο 1033 ΑΚ). Αν αγοραστής και πωλητής συντάξουν ιδιωτικό έγγραφο, αυτό δεν παράγει έννομο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν μεταβιβάζεται η κυριότητα του ακινήτου από τον πωλητή στον αγοραστή.
• Στη μίσθωση πράγματος ο νόμος ορίζει ότι το μίσθωμα καταβάλλεται στις συμφωνημένες ή συνηθισμένες προθεσμίες. Αν στο ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης δεν υπάρχει τέτοια συμφωνία, το μίσθωμα ορίζει ο νόμος ότι θα καταβάλλεται στο τέλος της μίσθωσης (άρθρο 595 ΑΚ).
Στο αστικό δίκαιο κανόνες αναγκαστικού δικαίου περιέχονται κυρίως στο οικογενειακό και στο εμπράγματο δίκαιο (π.χ. οι κανόνες που ρυθμίζουν τα του γάμου, του διαζυγίου, της μεταβίβασης ακινήτων κ.λπ.), ενώ το ενοχικό δίκαιο περιέχει κυρίως κανόνες ενδοτικού δικαίου (π.χ. οι κανόνες που ρυθμίζουν την πώληση, τη μίσθωση, τη δωρεά κ.λπ.).
Σελ. 18
β) Κανόνες γενικοί και κανόνες ειδικοί ανάλογα με το αν εφαρμόζονται σε ευρύ ή σε στενό κύκλο προσώπων ή σχέσεων. Π.χ. οι κανόνες του αστικού δικαίου είναι γενικοί σε σχέση με τους κανόνες του εργατικού δικαίου που είναι ειδικοί. Οι ειδικοί κανόνες δικαίου υπερισχύουν των γενικών.
γ) Κανόνες με κυρώσεις (οι περισσότεροι) και κανόνες χωρίς κυρώσεις.
δ) Μια ειδικότερη κατηγορία κανόνων θεωρούνται και οι λεγόμενες «γενικές ρήτρες». Οι γενικές ρήτρες είναι αόριστοι κανόνες, στους οποίους ο δικαστής έχει τη δυνατότητα να δώσει διαφορετική έννοια, ανάλογα με τη συγκεκριμένη έννομη σχέση που κρίνει. Η αξία των ρητρών αυτών βρίσκεται στο γεγονός ότι με την ελαστικότητα τους λύνουν διαφορές για τις οποίες δεν υπάρχει ή υπάρχει ανεπαρκής νομοθετική κάλυψη. Τέτοιες γενικές ρήτρες είναι ο σεβασμός στην καλή πίστη και στα χρηστά ήθη, η απαγόρευση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος κλπ.
§ 8. Πηγές των κανόνων δικαίου
Κανόνες δικαίου είναι δυνατόν να παραχθούν από δύο πηγές. Από τους νόμους και τα έθιμα. Αυτό ορίζεται ρητά στο άρθρο 1 του ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο «οι κανόνες του δικαίου περιλαμβάνονται στους νόμους και τα έθιμα». Η διάταξη αυτή δεν αναφέρεται μόνο στις πηγές του αστικού δικαίου, αλλά γενικά στις πηγές όλου του δικαίου.
Οι νόμοι και τα έθιμα αποτελούν τους βασικούς γενεσιουργούς λόγους δικαίου. Παράλληλα το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος καθιερώνει ως πηγές του εσωτερικού μας δικαίου και τους γενικά παραδεδεγμένους κανόνες του διεθνούς δικαίου και τις διεθνείς συμβάσεις, από τη στιγμή που οι τελευταίες θα επικυρωθούν με νόμο.
Τους γενικά παραδεδεγμένους κανόνες του διεθνούς δικαίου, ποιοι είναι δηλαδή αυτοί, καθορίζει το Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο. Σε περίπτωση αμφισβήτησης ως προς το αν ένας κανόνας του διεθνούς δικαίου είναι γενικά παραδεδεγμένος, κατά τον όρο που χρησιμοποιεί το Σύνταγμα, ώστε να αποτελεί μέρος του εσωτερικού μας δικαίου, αποφαίνεται το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, που συστήθηκε με το άρθρο 100 παρ. 1στ’ του Συντάγματος. Οι γενικά παραδεδεγμένοι κανόνες του διεθνούς δικαίου αποτελούν άμεση πηγή του εσωτερικού μας δικαίου αντίθετα με τις διεθνείς συνθήκες που αποτελούν έμμεση (δευτερογενή) πηγή, αφού σύμφωνα με το Σύνταγ-
Σελ. 19
μα αυτές γίνονται τμήμα του εσωτερικού μας δικαίου, μόνον εφόσον επικυρωθούν με τυπικό νόμο, οπότε και έχουν αυξημένη ισχύ απέναντι των νόμων και δεν μπορούν να καταργηθούν από αυτούς.
Άμεση πηγή του εσωτερικού δικαίου για την Ελλάδα ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελούν και οι κανόνες του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Δικαίου.
Κανόνες δικαίου είναι δυνατόν να παραχθούν και από τις λεγόμενες «γενικές ρήτρες» όπως η καλή πίστη, τα χρηστά και τα συναλλακτικά ήθη, που ενώ, όπως προαναφέρθηκε, δεν έχουν χαρακτήρα υποχρεωτικό, τον αποκτούν, οπότε και θεωρούνται δευτερογενείς πηγές του δικαίου, όσες φορές ο νόμος ρητά παραπέμπει σ’ αυτές. Π.χ. το άρθρο 281 ΑΚ ορίζει ότι «η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος». Ή το άρθρο 288 ΑΚ ορίζει ότι «ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή του, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη». Δευτερογενείς πηγές του δικαίου θεωρούνται και οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας, δηλαδή οι συμβάσεις που καταρτίζονται μεταξύ συνδικαλιστικών οργανώσεων εργοδοτών και εργαζομένων και οι διαιτητικές αποφάσεις, οι οποίες ρυθμίζουν τις διαφορές μεταξύ των συνδικαλιστικών οργανώσεων εργοδοτών και εργαζομένων στις περιπτώσεις που οι μεταξύ τους διαπραγματεύσεις για την κατάρτιση συλλογικών συμβάσεων δεν καταλήγουν σε αποτέλεσμα (άρθρο 22 & 2 Σ).
Στην παραγωγή και στη διαμόρφωση των κανόνων του δικαίου συμβάλλουν, χωρίς να αποτελούν πηγές δικαίου, η νομική επιστήμη, δηλαδή η θεωρητική μελέτη του δικαίου και η νομολογία, δηλαδή οι αποφάσεις που εκδίδονται από τα δικαστήρια.
§ 9. Τα έθιμα ως πηγές δικαίου
Τα έθιμα είναι άγραφοι κανόνες δικαίου, που καθιερώθηκαν κοινωνικά με την μακροχρόνια και ομοιόμορφη τήρηση συγκεκριμένης συμπεριφοράς με την πεποίθηση ότι η εφαρμογή τους είναι υποχρεωτική. Από τον ορισμό προκύπτει ότι πρέπει να συνυπάρχουν δύο στοιχεία για να δημιουργηθεί εθιμικός κανόνας δικαίου: α) μακροχρόνια πιστή και ομοιόμορφη εφαρμογή και β) κοινή πεποίθηση ότι οι τηρούμενοι κανόνες, αν και είναι άγραφοι, είναι υποχρεωτικοί. Κατά μια άποψη η μακρόχρονη εφαρμογή δεν πρέπει πλέον να θεωρείται ως βασικό στοιχείο της έννοιας του εθίμου, διότι αν εξακολουθεί να θεωρείται είναι βέβαιο ότι θα απέκλειε ουσιαστικά τη δημιουργία εθιμικών κανόνων δικαίου.
Σελ. 20
Τα έθιμα διακρίνονται σε γενικά που εφαρμόζονται σε ολόκληρη την επικράτεια, τοπικά, που έχουν εφαρμογή σε ορισμένη περιοχή και ειδικά που ισχύουν για ένα ορισμένο κύκλο προσώπων ή σχέσεων (π.χ. εμπορικά έθιμα).
Στις αρχαίες κοινωνίες, όταν δε λειτουργούσε ακόμη νομοθετική εξουσία οι κανόνες του δικαίου εμφανίστηκαν και καθιερώθηκαν αποκλειστικά με τη μορφή του εθίμου. Αλλά και σε μεταγενέστερες κοινωνίες, όπου η νομοθεσία είχε περιορισμένη έκταση, τα έθιμα εξακολουθούσαν να αποτελούν πηγή δικαίου.
Στην εποχή μας όμως λόγω της μεγάλης νομοθετικής παραγωγής και του συνεχούς εκσυγχρονισμού της νομοθεσίας, η δημιουργία εθιμικών κανόνων δικαίου είναι πολύ περιορισμένη και συνήθως οι κανόνες του δικαίου πηγάζουν από τους νόμους.
Ο εθιμικός κανόνας αρχίζει να ισχύει από τη στιγμή που δημιουργείται και παύει με την κατάργησή του (συνήθως) από νεότερο νόμο ρητά ή σιωπηρά ή θεωρητικά και με τη δημιουργία άλλου αντίθετου. Με το άρθρο 1 του ΕισΝΚ καταργήθηκαν όλα τα έθιμα που ίσχυαν στη Χώρα μας μέχρι την ισχύ του Αστικού Κώδικα.
§ 10. Οι νόμοι ως πηγές δικαίου
I. Έννοια και είδη
Οι νόμοι αποτελούν το γραπτό δίκαιο και είναι κανόνες που θεσπίζονται από τα αρμόδια πολιτειακά όργανα κατά μια ορισμένη διαδικασία. Το άρθρο 26 του Συντάγματος ορίζει ότι «η νομοθετική λειτουργία ασκείται από τη Βουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας». Η νομοθετική όμως αρμοδιότητα του Προέδρου της Δημοκρατίας, σύμφωνα με το άρθρο 42 του Συντάγματος περιορίζεται στην κύρωση, έκδοση και δημοσίευση των νόμων που ψηφίζει η Βουλή και στη δυνατότητα να μην κυρώσει αλλά να αναπέμψει στη Βουλή νομοσχέδιο που έχει ψηφίσει. Έτσι, ουσιαστικά η νομοθετική λειτουργία ασκείται μόνο από τη Βουλή.
Οι νόμοι διακρίνονται σε τυπικούς και ουσιαστικούς. Κριτήριο της διάκρισης είναι η μορφή με την οποία εξωτερικεύονται οι νόμοι και το περιεχόμενό τους. Τυπικός νόμος είναι η πράξη της Πολιτείας που καταρτίζεται από τα αρμόδια νομοθετικά όργανα της πολιτείας, αδιάφορα με το περιεχόμενό της. Ουσιαστικός νόμος είναι η πράξη της πολιτείας, που θέτει κανόνα δικαίου αδιάφορα από το πολιτειακό όργανο που προέρχεται.










