ΕΜΠΟΡΙΟ & ΔΙΚΑΙΟ
από 102,00 €
Έως 222,00 €
- Έκδοση: 2026
- Σχήμα: 17x24
- Βιβλιοδεσία: Σκληρόδετη
- Σελίδες: 1936
- ISBN: 978-618-08-0875-9
Με τον παρόντα τιμητικό τομο, η Νομική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών αποδίδει την οφειλόμενη τιμή στο έργο, την ακαδημαϊκή και γενικότερη επιστημονική πορεία του Καθηγητή Ευάγγελου Περάκη -Δάσκαλου, Νομοθέτη, Συναδέλφου και Φίλου- αναδεικνύοντας τη βαθιά σημαντική και ευρέως αναγνωρισμένη συμβολή του στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση και στην επιστήμη του Εμπορικού Δικαίου.
Ο παρών τόμος περιλαμβάνει 111 ερευνητικές μελέτες από διακεκριμένους ακαδημαϊκούς και νομικούς εμπειρογνώμονες. Η πλειονότητα των συμβολών επικεντρώνεται στο Εμπορικό Δίκαιο, καλύπτοντας ουσιαστικά κάθε σύγχρονο ζήτημα του κλάδου. Αρκετές συμβολές εξετάζουν επίσης σημαντικά θέματα από άλλους κλάδους του δικαίου –όπως το αστικό δίκαιο, το εργατικό δίκαιο, την αστική δικονομία, το συνταγματικό δίκαιο και την ιστορία του δικαίου– προσδίδοντας έτσι στον παρόντα τιμητικό τόμο την προστιθέμενη αξία μιας συγκριτικής προοπτικής επί σύγχρονων ζητημάτων του εμπορικού δικαίου.
ΠΡΟΛΟΓΟΣ IX
ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΟ ΕΡΓΟ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΠΕΡΑΚΗ XIII
ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΕΚΔΟΣΗΣ XXIII
Ισόρροπη έμφυλη εκπροσώπηση στην εταιρική διοίκηση: θεσμικές και λειτουργικές αξιολογήσεις 1
Λία Ι. Αθανασίου
Καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ, ΔΝ, Δικηγόρος
Ψηφιακός μετασχηματισμός της αγοράς και προστασία των καταναλωτών 23
Ελίζα Αλεξανδρίδου
Ομότιμη Καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΑΠΘ
Μετοχές πολλαπλής ψήφου - Η νέα οδηγία (ΕΕ) 2024/2810 32
Αντιγόνη Αλεξανδροπούλου
Αναπληρώτρια Κοσμήτορας - Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Νομικής Σχολής Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου
Τα οικονομικά του ’21. Συνταγματικές πτυχές 43
Νίκος Κ. Αλιβιζάτος
Ομότιμος Καθηγτής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
Σύγχρονα ζητήματα δίκαιου προστασίας καταναλωτή 48
Χάρης Ε. Αποστολόπουλος
ΔΝ, LLM. mult., Δικηγόρος
Δικαίωμα διορισμού μελών ΔΣ από μέτοχο και δικαίωμα πληροφόρησης 66
Δημήτρης Αυγητίδης
Καθηγητής Νομικής Σχολής ΔΠΘ
H ομαδική ασφάλιση - Ένα διαρκώς εξελισσόμενο ασφαλιστικό προϊόν 80
Μάνθα Γρηγ. Βαρελά
ΔΝ, Δικηγόρος
Απατηλή χρηματοοικονομική συμπεριφορά στα πλαίσια της δημιουργικής / επινοητικής λογιστικής - Συμβολή στην ερμηνεία του λογιστικού και ελεγκτικού δικαίου των επιχειρήσεων 90
Γιάννης Ε. Βελέντζας
Καθηγητής Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας
Ο τριπλός τρόπος υπολογισμού της αξίωσης αποζημίωσης στις υποθέσεις προσβολής δικαιωμάτων επί εφεύρεσης 118
Ιάκωβος Ε. Βενιέρης
Αναπλ. Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ, Δικηγόρος
Η προστασία της μειοψηφίας των εταίρων και των μετόχων στις εξαγορές και τους μετασχηματισμούς 138
Νικόλαος Βερβεσός
Αναπληρωτής Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
Αποκλεισμένοι διευθυντές κεφαλαιουχικών εταιριών 166
Ισαάκ Γεροντίδης
Δικηγόρος, ΜΔΕ
Η ανάδυση του δικαίου εξυγίανσης από τις αναγκαστικές εκτελέσεις κατά σιδηροδρόμων του 19ου αιώνα στις ΗΠΑ 175
Νίκος Λ. Γεωργακόπουλος
Έδρα Harold R. Woodard Professor of Law, Indiana University R.H. McKinney School of Law
Η υποχρέωση διαφώτισης στο στάδιο των διαπραγματεύσεων για σύναψη συμβάσεως 188
Γεώργιος Α. Γεωργιάδης
Καθηγητής Νομικής Σχολής Αθηνών ΕΚΠΑ
Εξωεταιρικές συμφωνίες προς επίλυση της παραλυτικής διχοψηφίας των μετόχων 198
Ρήγας Γ. Γιοβαννόπουλος
Αναπληρωτής Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ
Lending of Last Resort (LLR) to Credit Institutions in the Euro Area under the Emergency Liquidity Assistance (ELA) Mechanism: Status Quo and Proposed Amendments 219
Χρήστος Γκόρτσος
Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
Οι αντιαγωγικές διαταγές σε δικαστικές διαφορές σχετικές με «ουσιώδη για τη λειτουργία τεχνικού προτύπου διπλώματα ευρεσιτεχνίας» (“standard essential patents”/“SEPs”) και η σχετική διένεξη μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Κίνας ενώπιον του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου 236
Λάζαρος Γ. Γρηγοριάδης
Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ, ΔΝ, Δικηγόρος
Σεξουαλική παρενόχληση στον χώρο εργασίας 256
Ευγενία Δακορώνια
Ομότιμη Καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
Δημόσια τάξη: επιστροφή στην ευρωπαϊκή διάσταση 263
Ιωάννης Στ. Δεληκωστόπουλος
Καθηγητής Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών, Δικηγόρος
Η Πράξη για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες (DSA): Προς ένα πιο υπεύθυνο διαδίκτυο; 274
Κορνηλία Δελούκα-Ιγγλέση
Ομότιμη Καθηγήτρια Παν/μίου Πειραιώς
Who creates when AI generates? The copyright puzzle in the age of Generative Artificial Intelligence 297
Άννα Δεσποτίδου
Επίκουρη Καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΑΠΘ
Αθανασία Δογούλη
Υπ.ΔΝ ΑΠΘ
Η συμβατική πίστις στην αρχαιοελληνική τέχνη: η σκηνή της δεξιώσεως 318
Αθηνά Δημοπούλου
Καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
Όροι έγγραφης απόδειξης της ζητούμενης να εξοπλιστεί με εκτελεστό τίτλο (διαταγή πληρωμής) απαίτησης από κατάλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού με αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της πιστώτριας τράπεζας 328
Γεώργιος Διαμαντόπουλος
Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ
Επισκόπηση αποφάσεων του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ανάκαμψη και εξυγίανση χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων υπό το καθεστώς της Ευρωπαϊκής Τραπεζικής Ένωσης 342
Βασίλης Α. Δούβλης
Ομότιμος Καθηγητής Παντείου Πανεπιστημίου, Δικηγόρος
Έκθεση Ελέγχου επί δημοσιευμένων οικονομικών καταστάσεων οντοτήτων δημοσίου ενδιαφέροντος 361
Σταµάτιος Δρίτσας
ΔΝ, Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής
Συμβολή στη διερεύνηση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των δασών και δασικών εκτάσεων της Κρήτης 392
Ιωάννης Κ. Δρυλλεράκης
Δικηγόρος
Η νομική διάσταση της επιχείρησης σε συσχετισμό και προς το νομικό πρόσωπο στο ισχύον ελληνικό ιδιωτικό δίκαιο 411
Φίλιππος Δωρής
Ομότιμος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
Ευθύνη από διακινδύνευση του διαχειριστή δικτύου διανομής ηλεκτρικής ενέργειας στην απελευθερωμένη αγορά 427
Γεώργιος Μ. Καλογεράκης
ΔΝ, Δικηγόρος
Διαιτητικές ρήτρες στο καταστατικό προσωπικών και κεφαλαιουχικών εταιριών 448
Απόστολος Καραγκουνίδης
Καθηγητής Νομικής Σχολής ΔΠΘ, Δικηγόρος
Η απαλλαγή του οφειλέτη φυσικού προσώπου από τα χρέη του 471
Ελένη Καραμανάκου
Επίκουρη Καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ, Δικηγόρος
Ο κατὰ Ἀθηνογένους λόγος του Υπερείδη και η μεταβίβαση των χρεών της εμπορικής επιχείρησης 486
Δημήτρης Καράμπελας
Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
Η προδικαστική παραπομπή με βάση τα κριτήρια CILFIT, υπό το φως της από 15.10.2024 αποφάσεως του ΔΕΕ στην υπόθεση C-144/23 501
Νικόλαος Μ. Κατηφόρης
Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
Η υποχρέωση έκτακτης δημοσιοποίησης προνομιακών πληροφοριών (άρθρο 17 Κανονισμού 596/2014/ΕΕ - MAR) υπό το καθεστώς του Κανονισμού 2024/2089/ΕΕ (EU Listing Act) 517
Θεόδωρος Γ. Κατσάς
Αναπληρωτής Καθηγητής Νομικής Σχολής ΔΠΘ, Δικηγόρος
Η ευθύνη των διοικούντων για τα πρόστιμα που επιβάλλονται στην επιχείρηση σε περίπτωση παράβασης των κανόνων ανταγωνισμού 530
Έφη Ι. Κινινή
Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
Ζητήματα ως προς τον ορισμό, τη νομική θέση και την καθαίρεση του προέδρου της γενικής συνέλευσης ανώνυμης εταιρείας κατά το γερμανικό δίκαιο 544
Κανέλλος Κλαμαρής
ΔΝ, Δικηγόρος, LLM (Köln), LLM (NYU)
Η από τον (διορισθέντα από το Δικαστήριο) Πραγματογνώμονα θέση ερωτημάτων σχετικών με το θέμα της (Δικαστικής) Πραγματογνωμοσύνης σε τρίτα πρόσωπα, συμπερίληψη/ένταξη των αντιστοίχων απαντήσεων στην Έκθεση Δικαστικής Πραγματογνωμοσύνης και Δικονομική Αξιολόγηση/ Μεταχείριση αυτής (υπό το πρίσμα και των νομοθετικών μεταρρυθμίσεων των τελευταίων 15 ετών) - Συμβολή στην έννοια του υποστατού των αποδεικτικών μέσων 573
Νικόλαος Κ. Κλαμαρής
Ομότιμος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ, Δικηγόρος
Δικονομικαί συνέπειαι της μεταβιβάσεως επιχειρήσεως και της εκ ταύτης μεταβολής του προσώπου του εργοδότου 597
Παναγιώτης Η. Κολοτούρος
Καθηγητής Νομικής Σχολής ΔΠΘ
Το φάσμα της κληρονομικής διαμάχης στο έργο του Διονυσίου Σολωμού 612
Ιωάννα Ν. Κονδύλη
Ομότιμη Καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
Η εκχώρηση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας ως λόγος απαλλαγής από την υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης πελατείας 617
Δημήτριος Β. Κουτσούκης
Δικηγόρος, ΔΝ (Göttingen)
Η επίδραση της μερικής διάσπασης στην καθαρή θέση της διασπώμενης ανώνυμης εταιρίας 636
Κώστας Ν. Κυριακάκης
ΔΝ, Δικηγόρος
Εκφάνσεις της προστασίας της υγείας και ασφάλειας των ναυτικών 658
Δημήτριος Ν. Λαδάς
Αναπληρωτής Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
Οι διευθύνοντες υπάλληλοι και η αντιμετώπισή τους από το Εργατικό Δίκαιο 676
Γεώργιος Λεβέντης
Ομότιμος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
Η κατάρτιση των “smart legal contracts” 684
Γεώργιος Λέκκας
Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
Αξιολόγηση της καταλληλότητας των μελών ΔΣ πιστωτικών ιδρυμάτων: τα επιμέρους αξιολογούμενα στοιχεία και τα όρια της αναγκαίας εξειδίκευσης των μελών του ΔΣ 699
Χριστίνα Κ. Λιβαδά
Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
H τραπεζική υποστήριξη της «εθελούσιας εξόδου» των εισηγμένων εταιριών από το χρηματιστήριο 725
Ιωάννης Λιναρίτης
Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΔΠΘ
Ρυθμίσεις της επιχείρησης στο δικονομικό δίκαιο 750
Παναγιώτης Κ. Μάζης
ΔΝ, Δικηγόρος
Εξωεταιρική συμφωνία δέσμευσης ψήφου και πληροφόρησης, εκπροσώπηση στο ΔΣ κατά τα άρθρα 79 και 80 Ν 4548/2018 771
Μιχαήλ - Θεόδωρος Δ. Μαρίνος
Ομότιμος Καθηγητής ΔΠΘ, Δικηγόρος
Ζητήματα εσωτερικής οργάνωσης της ανώνυμης εταιρίας 783
Ιωάννης Π. Μάρκου
Ομότιμος Καθηγητής ΟΠΑ
Αναγκαστική κατάσχεση εταιρικών μεριδίων ΙΚΕ 804
Μιχαήλ Γ. Μαρκουλάκης
Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
«Ουσιώδη» διπλώματα ευρεσιτεχνίας (“SEP”), πρότυπα και άρνηση παραχώρησης άδειας εκμετάλλευσης 819
Εμμανουήλ Π. Μαστρομανώλης
Αναπληρωτής Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ, Δικηγόρος
Η θεσμική συνέχεια της ελληνικής ανώνυμης εταιρίας στον ευρωπαϊκό διάλογο για τη βιώσιμη εταιρική διακυβέρνηση 840
Μαρία Μένγκ-Παπαντώνη
Καθηγήτρια, Αντιπρύτανης Ακαδημαϊκών Θεμάτων και Διεθνών Σχέσεων Παντείου Πανεπιστημίου
Τα όρια της γραμματικής ερμηνείας του Συντάγματος 854
Κωνσταντίνος Μενουδάκος
Πρόεδρος Συμβουλίου της Επικρατείας ε.τ.
Οι συνέπειες της καταχρηστικότητας γενικών όρων συναλλαγών και η αυτεπάγγελτη εξέτασή της 868
Γεώργιος Μεντής
Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
Η μετατροπή υποκαταστήματος αλλοδαπής εταιρείας σε ημεδαπή εταιρεία 881
Αλέξανδρος Σ. Μεταλληνός
Δικηγόρος, ΔΝ
Η «Kλιματική Εταιρική Ευθύνη» στις αλυσίδες αξίας στην διελκυστίνδα μεταξύ ενωσιακής κανονιστικής απορρύθμισης και κλιματικής νομολογίας 894
Άννα-Όλγα Α. Μήτσου
ΔΝ, Δικηγόρος
Βιώσιµη Ανάπτυξη και Ανταγωνισµός 927
Αλεξάνδρα Π. Μικρουλέα
Καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ, Δικηγόρος
Η συμβολή του άρθρου 97 παρ. 3 Ν 4548/2018 στην εφαρμογή του άρθρου 69 ΑΚ για την αντιμετώπιση καταστάσεων σύγκρουσης συμφερόντων μελών Διοικητικού Συμβουλίου ΑΕ 965
Σπήλιος Αντ. Μούζουλας
ΔΝ, Δικηγόρος
Η εκποίηση της επιχείρησης ως συνόλου 976
Γιάννης Μπαζίνας
ΔΝ (UCL), Δικηγόρος
Οι αποζημιώσεις λόγω αποχώρησης στον τραπεζικό τομέα 998
Κωστής Μπακόπουλος
Aναπληρωτής Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
Ακύρωση απόφασης γενικής συνέλευσης ανώνυμης εταιρείας: Και μετά, τι; 1013
Αχιλλέας Δ. Μπεχλιβάνης
Αναπληρωτής Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ, Δικηγόρος
Η παραβίαση από τα κράτη μέλη του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) των βασικών κανόνων του στη βάση της προστασίας των ουσιωδών συμφερόντων ασφαλείας τους 1030
Αντώνης Μπρεδήμας
Ομότιμος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
Η δωσιδικία της δικαιοπραξίας κατά τον ΚΠολΔ με έμφαση στη σύμβαση εμπορικής διανομής 1038
Γεώργιος Ορφανίδης
Oμότιμος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
Οι οβιδιακές μεταμορφώσεις του θεσμού της εταιρίας 1056
Αθανάσιος Παΐζης
Δικηγόρος, ΔΝ
Νομική προσωπικότητα 1071
† Κωνσταντίνος Γ. Παμπούκης
Ομότιμος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ
Η Ανώνυμη Εταιρία του Δημόσιου τομέα και η Εταιρική Διακυβέρνηση (“ESG”) 1080
Παναγιώτης Κ. Παναγιώτου
Καθηγητής Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, Δικηγόρος
Ορισμένα ζητήματα εκ του αποκλεισμού εταίρου ΙΚΕ λόγω συνδρομής σπουδαίου λόγου (άρθρο 93 Ν 4072/2012) 1099
Γεώργιος Χ. Πανίτσας
Δικηγόρος, ΔΝ, Διαπιστευμένος Διαμεσολαβητής
H νέα Οδηγία για την ευθύνη λόγω ελαττωματικών προϊόντων 1121
Γεώργιος Πάνου
Επίκουρος Καθηγητής Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, ΔΝ, Δικηγόρος
Το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας (άρθρα 20 παρ. 1 Συντ. και 6 παρ. ΕΣΔΑ) στην ημεδαπή διαγνωστική πολιτική δίκη και στην αναιρετική δίκη 1150
Στέφανος-Σπυρίδων Πανταζόπουλος
Αρεοπαγίτης, Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
Σύμβαση παραχώρησης χρήσης και μείωση του συμφωνημένου ανταλλάγματος λόγω έκτακτων συνθηκών 1159
Καλλιρρόη Δ. Παντελίδου
Καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΔΠΘ
Πρώιμες μορφές εταιρικής επιχειρηματικότητας στην Κωνσταντινούπολη του 10ου αιώνα 1172
Ελευθερία Παπαγιάννη
Ομότιμη Καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
Οι συμμετοχικές αρμοδιότητες των εκπροσώπων των εργαζομένων στη λήψη εργοδοτικών αποφάσεων 1178
Κώστας Δ. Παπαδημητρίου
Ομότιμος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
Ανώμαλο ενέχυρο - Μια επαναπροσέγγιση 1190
Αντώνης Παπαδημητρόπουλος
Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ, Δικηγόρος
Ειδικές εκ του νόμου υποχρεώσεις των ιατρικών κέντρων υποβοηθούμενης αναπαραγωγής 1214
Δήμητρα Παπαδοπούλου - Κλαμαρή
Ομότιμη Καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
Ένα αντισυνταγματικό φορολογικό τεκμήριο 1227
Προκόπιος Παυλόπουλος
π. Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός, Επίτιμος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
Η εξέλιξη της έννοιας της «επιχείρησης» στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης 1242
Μανώλης Περάκης
Αναπληρωτής Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
Αστική αφερεγγυότητα και προστασία του ανήλικου κληρονόμου 1254
Ευάγγελος Δ. Πουρνάρας
Δικηγόρος, ΔΝ
Μεταχείριση των κρίσιμων για την επιχείρηση πιστωτών στην εξυγίανση 1281
Αλέξανδρος Ν. Ρόκας
Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ, Δικηγόρος
Εταιρίες με κοινωνικό σκοπό 1300
Νικόλαος Κ. Ρόκας
Ομότιμος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
Σύνθετα επενδυτικά προϊόντα Συνεταιριστικών Τραπεζών: Μια κριτική ανάγνωση της απόφασης ΣτΕ 928/2025 1312
Κωνσταντίνος Γ. Σερδάρης
Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Ουτρέχτης
O N 5113/2024 και οι αλλαγές που επέφερε ως προς την έννοια του οχήματος και το καθεστώς του Επικουρικού Κεφαλαίου 1329
Αριστέα Σινανιώτη-Μαρούδη
Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Πειραιώς, Δικηγόρος
Το σύστημα αναστολής ατομικών διώξεων στο δίκαιο της εξυγίανσης 1336
Χάρις Σκαλίδη
Επίκουρη Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, Δικηγόρος
Τρεις ενδεικτικές νομολογιακές επιλογές απομείωσης του δικαίου του καταναλωτή μέσω του αστικού δικονομικού δικαίου 1349
Λευτέρης Γ. Σκαλίδης
Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Μακεδονίας, Δικηγόρος
Η κοινωνική ασφάλιση σε δραστηριότητες χαρακτηριζόμενες από υψηλό βαθμό κινητικότητας 1362
Ιωάννης Β. Σκανδάλης
Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
Το «ιδιόρρυθμο» σύστημα των εταιρικών εισφορών στην Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρία (ΙΚΕ) 1372
Θεμιστοκλής Κ. Σκούρας
Dr. τ. καθηγητής, Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
Εξοντωτικές εξαγορές (“Killer Acquisitions”) και άλλες συγκεντρώσεις επιχειρήσεων που δεν πληρούν τα νομοθετικά κριτήρια προληπτικού ελέγχου: Πρόσφατες εξελίξεις στη νομολογία των ενωσιακών δικαστηρίων και δυνατότητες αντιμετώπισης - Με αφορμή τις υποθέσεις Illumina/Grail (C-611, 622/22 P) και Towercast (C-449/21) 1401
Ηλίας Ευρ. Σουφλερός
Ομότιμος Καθηγητής Νομικής Σχολής Αθηνών, Δικηγόρος
Η προσωρινή διοίκηση ΑΕ επί συγκρούσεως συμφερόντων ως δραστικό μέσο προστασίας της μειοψηφίας και του εταιρικού συμφέροντος 1436
Αλέξανδρος Π. Σπυρίδωνος
ΔΝ, LLM (LSE), Δικηγόρος
Κτητική υπέρ του Δημοσίου παραγραφή αδρανών τραπεζικών καταθέσεων 1466
Μιχάλης Σταθόπουλος
Επίτιμος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ, Ακαδημαϊκός
Νομολογιακές και νομοθετικές εξελίξεις γύρω από τη δέσμευση του τρίτου παραλήπτη του φορτίου από ρήτρες παρέκτασης σε θαλάσσια μεταφορικά έγγραφα 1475
Τριαντάφυλλος Σταυρακίδης
Επίκουρος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αιγαίου, Δικηγόρος
Σκέψεις για την αναθεώρηση των συνταγματικών διατάξεων που αφορούν τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, την εκτελεστική εξουσία και τη δημόσια διοίκηση 1507
Γεώργιος Σταυρόπουλος
Πρόεδρος της Κεντρικής Επιτροπής Κωδικοποίησης, Επίτιμος Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας
Ζητήματα από την άσκηση της εταιρικής αγωγής στο δίκαιο της ΑΕ 1511
Γεώργιος Σωτηρόπουλος
Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ, Δικηγόρος
Η εφαρμογή της ψηφιακής τεχνολογίας (blockchain, DLT) στην εκτέλεση και εκκαθάριση συναλλαγών επί χρηματοπιστωτικών μέσων ιδίως επί ψηφιακών αξιογράφων 1530
Χριστίνα Ι. Ταρνανίδου
Αναπληρώτρια Καθηγήτρια ΟΠΑ, Δικηγόρος
Δικαστική συμπαράσταση στο δίκαιο προσωπικών εταιριών (ιδίως ως λόγος εξόδου εταίρου) 1554
Απόστολος Τασίκας
Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ
Προστασία του ασφαλιστικού πράκτορα επί τακτικής καταγγελίας της σύμβασης εκ μέρους της ασφαλιστικής επιχείρησης 1584
Νικόλαος Τέλλης
Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ, Δικηγόρος
Οι διασυνοριακοί εταιρικοί μετασχηματισμοί και ο Ν 5055/2023 1601
Δημήτριος-Παναγιώτης Λ. Τζάκας
ΔΝ, Δικηγόρος
Οι συμφωνίες pay-for-delay κατά το δίκαιο του ελεύθερου ανταγωνισμού 1619
Δημήτρης Ν. Τζουγανάτος
Ομότιμος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ, Δικηγόρος
Υπαιτιότητα και βάρος απόδειξης στις αγωγές για παραβάσεις των διατάξεων του δικαίου του ελεύθερου ανταγωνισμού 1638
Βασίλειος Τουντόπουλος
Καθηγητής Πανεπιστημίου Αιγαίου
Οι οικονομικοτεχνικές απολύσεις στους ομίλους επιχειρήσεων, ιδίως με δομή Matrix και η αρχή της ultima ratio 1653
Δημήτρης A. Τραυλός-Τζανετάτος
Ομότιμος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
Εταιρική περιουσία και δικλείδες προστασίας έναντι των insiders 1672
Γιώργος Τριανταφυλλάκης
Ομότιμος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΔΠΘ
Τραπεζικές προμήθειες για υπηρεσίες πληρωμών 1684
Βασίλης Σ. Τριανταφυλλίδης
Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
Δυνατότητα ανακλήσεως δικαστικής αποφάσεως περί αναστολής της δίκης επί αιτήσεως επικυρώσεως συμφωνίας εξυγιάνσεως 1704
Δημήτριος Α. Τσικρικάς
Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
Η ενσωμάτωση των περιβαλλοντικών κινδύνων στην προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων 1711
Δημήτρης Γ. Τσιμπανούλης
Δικηγόρος, Dr. jur. (Goethe Univ. Frankfurt)
Αναπροσαρμογή και πρόωρη λύση πιστωτικών συμβάσεων 1743
Ζαφείριος Ν. Τσολακίδης
Αναπληρωτής Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
Η αλληλεπίδραση εμπορικού και φορολογικού δικαίου επιβάλλει τη χρήση «κοινής γλώσσας» 1761
Γεώργιος Β. Φουφόπουλος
ΔΝ, Δικηγόρος
Υποχρεωτική μεταβίβαση χαρτοφυλακίου ασφαλιστικής επιχείρησης σε κατάσταση αφερεγγυότητας 1782
Ράνια Χατζηνικολάου-Αγγελίδου
Ομότιμη Καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΑΠΘ
Ανάκληση συντελεσμένης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης- Σκέψεις με αφορμή την ΟλΣτΕ 1297/2024 1791
Καλλιόπη Χριστακάκου-Φωτιάδη
Ομότιμη Καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
Συνέχεια και ασυνέχεια της νομολογίας του ΔΕΕ και η επίδρασή της στην άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας 1799
Βασίλειος Χριστιανός
Ομότιμος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
Το ψηφιακό ευρώ ως νόμιμο χρήμα 1805
Δημήτριος Φ. Χριστοδούλου
Αναπληρωτής Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
Ευρωπαϊκά πρόστιμα κατά αμερικανικών πλατφορμών 1819
Κωνσταντίνος Ν. Χριστοδούλου
Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
Μεσιτεία ασφαλίσεων 1828
Χριστίνα Χριστοπούλου
Επίκουρη Καθηγήτρια Παντείου Παν/μίου, Δικηγόρος
Ανακοπή κατά δήλωσης σήματος με βάση προγενέστερο διακριτικό γνώρισμα 1845
Χρήστος Σπ. Χρυσάνθης
Αναπληρωτής Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
Η ικανοποίηση των πιστωτών στη διαδικασία εξυγίανσης: ενωσιακό και εθνικό δίκαιο 1855
Γιώργος Ψαρουδάκης
Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ
Η διάθεση ψηφιακών αγαθών στην αγορά 1871
Άλκης Ψάρρας
Δικηγόρος, ΔΝ
Σελ. 1
Ισόρροπη έμφυλη εκπροσώπηση στην εταιρική διοίκηση:θεσμικές και λειτουργικές αξιολογήσεις
Λία Ι. Αθανασίου
Καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
ΔΝ, Δικηγόρος
Εισαγωγικές παρατηρήσεις
Με τον Ν 5178/2025 ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η Οδηγία 2022/2381 της 23ης.11.2022 «σχετικά με την ισόρροπη εκπροσώπηση των φύλων σε θέσεις διευθυντικών στελεχών των εισηγμένων εταιρειών». Ο ως άνω νόμος τροποποίησε κυρίως (αλλά όχι μόνο) τον Ν 4706/2020 για την εταιρική διακυβέρνηση των ανωνύμων εταιρειών, προσθέτοντας τα νέα άρθρα 3Α, 3Β και 3Γ. Η μελέτη των ρυθμίσεων αυτών επιλέχθηκε να αποτελέσει τη συμβολή της γράφουσας στον τιμητικό τόμο του Καθηγητή Ευάγγελου Περάκη, για τρεις κυρίως λόγους: α) λόγω της προσωπικής εμπειρίας από την περίπλοκη (από άποψη εξισορρόπησης στόχων) νομοπαρασκευαστική επεξεργασία, ενθυμούμενη τον πρωταγωνιστικό ρόλο που διαδραμάτισε ο Καθηγητής Περάκης στον νομοθετικό εκσυγχρονισμό του εταιρικού μας δικαίου · β) λόγω του ενδιαφέροντος του θέματος καθαυτό, ενθυμούμενη ότι τα κριτήρια εκλογιμότητας στα διοικητικά όργανα των ανωνύμων εταιρειών ανήκαν ανέκαθεν στα θέματα που έθελγαν το επιστημονικό του ενδιαφέρον · γ) διότι το ζήτημα της ενίσχυσης του υποεκπροσωπούμενου φύλου στην εταιρική διοίκηση υπερβαίνει το πλαίσιο του εμπορικού δικαίου και προϋποθέτει, για την κατανόηση και αξιολόγησή του, διασύνδεση με τους στόχους άλλων δικαιϊκών κλάδων (ενωσιακού δικαίου, διεθνούς, ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εργατικού κ.ά.), προϋποθέτει δηλ. την αναζήτηση και σύνθεση της ευρύτερης εικόνας που αδιαλείπτως επιδιώκει ο τιμώμενος στις γραπτές και προφορικές εισηγήσεις του.
Με βάση τα ανωτέρω, η παρούσα μελέτη δομείται ως εξής: Σε μία πρώτη ενότητα θα εξετασθεί συνοπτικά το ευρύτερο (εξωεταιρικό) θεσμικό υπόβαθρο, επί του οποίου εξελίσσεται ο διεθνής διάλογος για τη νομιμότητα και νομοπολιτική αναγκαιότητα των θετικών διακριτικών μέτρων που αποσκοπούν στην ενδυνάμωση της γυναικείας συμμετοχής στον δημόσιο και οικονομικό βίο · η δεύτερη ενότητα εστιάζει στο επιχειρηματικό/εταιρικό πεδίο και μελετά τη ratio της ρύθμισης καθώς και την ένταξη και σημασία της στο λειτουργικό περιβάλλον των εισηγμένων εταιρειών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της. Τέλος, η τρίτη ενότητα επικεντρώνεται σε ερμηνευτικά ζητή-
Σελ. 2
ματα, τόσο σε περίπτωση συμμόρφωσης όσο και απόκλισης από τις νομοθετικές επιταγές, συμπεριλαμβανομένων των εννόμων συνεπειών και κυρώσεων στη δεύτερη περίπτωση.
Ι. Η νομιμότητα των θετικών διακριτικών μέτρων: το εξωεταιρικό θεσμικό υπόβαθρο
Α. Από τη συνταγματική σκοπιά
Α.1. Οι διατάξεις αναφοράς
Δεν αμφισβητείται ότι το Σ του 1975 παρέσχε ήδη μία πρώτη αναγνώριση των θετικών μέτρων που υπηρετούσαν την (κατοχυρωμένη πλέον) ισότητα των φύλων (άρθ. 4 παρ. 2) · η τελευταία άλλωστε καθιστούσε αντισυνταγματικές όλες τις έμφυλες διακρίσεις οι οποίες υπήρχαν στην ελληνική έννομη τάξη κατά τη στιγμή της θέσπισής της. Η μεταβατική διάταξη του άρθ. 116 παρ. 1 Σ, του ίδιου έτους, εξασφάλισε -με τη σειρά της- μια σαφή μεν, λελογισμένη και κοινωνικώς εύπεπτη δε, πρόοδο, ανοίγοντας δύο αντίστροφες οδούς: αφενός προέβλεψε ότι το σύνολο των νομοθετικών ανισοτήτων έπρεπε να μεταρρυθμιστούν το αργότερο έως το τέλος του 1982 · αφετέρου επέτρεπε την εισαγωγή αποκλίσεων δια τυπικού νόμου, προς εξυπηρέτηση αποχρώντων λόγων (που πράγματι εισήγαγαν ποσοστώσεις σε βάρος των γυναικών, όπως -λόγου χάρη- περιορισμούς που αφορούσαν την πρόσληψή τους στις ένοπλες δυνάμεις και τα σώματα ασφαλείας) . Μεμονωμένα ήταν τα παραδείγματα νομοθετικής ενδυνάμωσης της γυναικείας συμμετοχής στον δημόσιο βίο (έτσι το άρθ. 29 Ν 2085/1992, με το οποίο θεσπίστηκε η υποχρεωτική συμμετοχή μίας (1) τουλάχιστον γυναίκας στα υπηρεσιακά συμβούλια του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ).
Με την αναθεώρηση του 2001, η αρχή της ισότητας των φύλων απέκτησε νέα προοπτική, μέσω του συνδυασμού του άρθ. 4 παρ. 2 Σ και του (νέου) άρθ. 116 παρ. 2 Σ · το τελευταίο προβλέπει πλέον
Σελ. 3
ρητώς ότι «[δ]εν αποτελεί διάκριση λόγω φύλου η λήψη θετικών μέτρων για την προώθηση της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών. Το Κράτος μεριμνά για την άρση των ανισοτήτων που υφίστανται στην πράξη, ιδίως σε βάρος των γυναικών». Από τη γραμματική ερμηνεία της εν λόγω διάταξης προκύπτει ότι δεν κατοχυρώνονται απλώς τα θετικά μέτρα υπέρ του γυναικείου φύλου, αλλά προβλέπεται, επιπλέον, η υποχρέωση του κράτους να τα θεσπίζει.
Το νέο άρθ. 116 παρ. 2 Σ επέχει θέση τόσο ερμηνευτικής όσο και κατευθυντήριας αρχής. Όσον αφορά την πρώτη διάσταση (εδ. α’), εισάγεται κανόνας ερμηνείας της συνταγματικής αρχής της ισότητας των φύλων του άρθ. 4 παρ. 2 Σ και αίρεται ενδεχόμενη αμφισβήτηση για τη συνταγματικότητα θετικών μέτρων χαρακτήρα νομοθετικού ή κανονιστικού που αφορούν ειδικώς το ζήτημα αυτό. Αν και οργανικά εντάσσεται στο Τέταρτο Μέρος του Συντάγματος, και ειδικότερα στο Τμήμα Γ’ («Μεταβατικές Διατάξεις»), συνιστά συνέχεια του άρθ. 4 παρ. 2 Σ, το οποίο καθιερώνει την ισότητα των φύλων διά της ανάληψης «ίσων» δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Ως προς τη διάσταση της κατευθυντήριας αρχής του εδ. β’, καθιερώνεται -με παραπληρωματική και όχι ειδική ρύθμιση- υποχρέωση του κράτους για τη θεσμική μετάβαση από την τυπική ισότητα στην αναζήτηση της ουσιαστικής ισότητας με την άρση των ανισοτήτων που υφίστανται στην πράξη. Η κρατική μέριμνα επεκτείνεται στην αντιμετώπιση των ανισοτήτων κατά έτερων κοινωνικών ομάδων, και όχι αποκλειστικά των γυναικών. Επιπλέον, το αναθεωρημένο άρθ. 116 παρ. 2 Σ δεν επενεργεί αυτομάτως για την αποτελεσματική διασφάλιση της ισότητας · αντιθέτως, απαιτεί την προηγούμενη παρέμβαση του νομοθέτη με σκοπό την άρση υφιστάμενων ανισοτήτων με βάση το εδ. β’ της ρύθμισης, και τη συμβολή του δικαστή μέσω ιδίως του ερμηνευτικού προσδιορισμού του εδ. α’, ώστε να οριοθετηθούν οι επιτρεπόμενες θετικές δράσεις.
Α.2. Νομοθετικές και νομολογιακές εξελίξεις
Η θεσμοθέτηση των ποσοστώσεων στις νομαρχιακές και δημοτικές εκλογές, λίγες μόνο ημέρες μετά από τη δημοσίευση του αναθεωρημένου Συντάγματος του 2001, αποτέλεσε μείζονα σταθμό για την υλοποίηση της ουσιαστικής ισότητας, κυρίως όσον αφορά τη συμμετοχή των γυναικών στα όργανα λήψης (πολιτικών) αποφάσεων · συντόνιζε άλλωστε το βήμα με την ευρύτερη τάση των ευρωπαϊκών έννομων τάξεων να υλοποιήσουν το αίτημα για ισότιμη αντιπροσώπευση του γυναικείου φύλου στον δημόσιο βίο. Η στέρεη νομολογιακή θωράκιση της ρύθμισης περί υποχρεωτικής ποσόστωσης με σειρά αποφάσεων του ΣτΕ έδωσε περαιτέρω ώθηση στην νομοθετική πρωτοβουλία και επηρέασε ριζικά τον τρόπο κατανόησης της «ουσιαστικής ισότητας». Έχει κριθεί χαρακτηριστικά ότι:
« όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται […] όταν διαπιστώνουν ότι σε βάρος των γυναικών έχουν αναμφισβήτητα δημιουργηθεί στην πράξη τέτοιες διακρίσεις ώστε η απαρέγκλιτη εφαρμογή της αρχής της ισότητας κατά την πρόσβαση στα δημόσια αξιώματα να καταλήγει σε μια
Σελ. 4
κατ’ επίφαση μόνο ισότητα, ενώ, ουσιαστικά, παγιώνει και διαιωνίζει μια υφιστάμενη άνιση κατάσταση, να παίρνουν και με τη θέσπιση των οικείων κανονιστικών ρυθμίσεων τα αντίστοιχα θετικά μέτρα υπέρ των γυναικών, όσα είναι πρόσφορα και αναγκαία, για ορισμένο χρονικό διάστημα, για να μειωθούν οι υπάρχουσες ανισότητες εωσότου εγκαθιδρυθεί μια πραγματική ισότητα των δύο φύλων κατά την πρόσβαση στα δημόσια αξιώματα. Εξάλλου από το γράμμα της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 116 του Συντάγματος […] δεν συνάγεται η ειδικότερη μορφή την οποία μπορούν να έχουν τα θετικά μέτρα ούτε οι ειδικότεροι τομείς στους οποίους επιτρέπεται να θεσπίζονται τα μέτρα αυτά, όπως είναι οι τομείς των ατομικών, των κοινωνικών και των πολιτικών δικαιωμάτων. Συνεπώς με την συνταγματική αυτή διάταξη, […] ο συντακτικός νομοθέτης θέλησε να επιτρέψει τη θέσπιση θετικών μέτρων κάθε μορφής και σε όλους τους τομείς δράσης των δύο φύλων, δηλαδή τόσο στους τομείς των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων όσο και στον τομέα των πολιτικών δικαιωμάτων, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι τα θεσπιζόμενα θετικά μέτρα δεν συνεπάγονται υπέρμετρους περιορισμούς που θίγουν τον πυρήνα των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων στα οποία αφορούν».
Στην ίδια λογική, ακολούθησε η ρύθμιση ποσοστώσεων για τις εθνικές εκλογές (άρθ. 34 παρ.10 ΠΔ 26/2012) και, στη συνέχεια, η ρύθμιση για την ανάδειξη των αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (άρθ. 3 παρ. 3 Ν 4255/2014). Όσον αφορά δε τη συμμετοχή των γυναικών στα κέντρα λήψης αποφάσεων και στην έρευνα, η διάταξη του άρθ. 57 Ν 3653/2008 όρισε ως ποσοστό συμμετοχής επιστημόνων κατ’ ελάχιστο 1/3 για κάθε φύλο στη στελέχωση των εθνικών οργάνων και επιτροπών έρευνας και τεχνολογίας (εφόσον οι υποψήφιοι διαθέτουν τα απαιτούμενα προσόντα).
Ο εθνικός νομοθετικός ιστός εμπλουτίστηκε και εκσυγχρονίστηκε περαιτέρω με ρυθμίσεις που έλκουν την καταγωγή τους από το διεθνές και το ενωσιακό δίκαιο (για την ερμηνεία του οποίου θα γίνει λόγος και παρακάτω). Επισημαίνονται ειδικότερα: αρχικώς ο Ν 3304/2005 που εισήγαγε το γενικό πλαίσιο ρύθμισης για την καταπολέμηση των διακρίσεων στον τομέα της απασχόλησης και της εργασίας (ενσωμάτωση των Οδηγιών 2000/43/ΕΚ και 2000/78/ΕΚ), ο οποίος αντικαταστάθηκε στη συνέχεια από τον Ν 4443/2016 · επίσης ο Ν 3896/2010, με τον οποίο ενσωματώθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη η Οδηγία 2006/54/ΕΚ περί εφαρμογής της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γενικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης · στο ίδιο πλαίσιο, παρά την τομεακή της διάσταση, εντάσσεται και η Οδηγία 2022/2381 (με τον αντίστοιχο νόμο ενσωμάτωσης 5178/2025) που θα μάς απασχολήσει ειδικότερα στις επόμενες ενότητες. Συμπληρωματικώς αναφέρονται, για λόγους πληρότητας, ο Ν 4604/2019 (και ιδί
Σελ. 5
ως τα άρθ. 1-30), ο Ν 4531/2018, με τον οποίο κυρώθηκε η ΔΣ Κωνσταντινούπολης περί έμφυλης και οικογενειακής βίας, και ο Ν 4808/2021 με τον οποίο κυρώθηκε η ΔΣ 190 της ΔΟΕ για την εξάλειψη της βίας και παρενόχλησης στον εργασιακό χώρο. Οι δύο τελευταίοι είναι κρίσιμοι για την άσκηση των καθηκόντων των γυναικών-μελών δ.σ., εφόσον και αφότου οι τελευταίες εκλεγούν στη θέση αυτή.
Β. Από τη σκοπιά του ενωσιακού δικαίου
Επισημάνθηκε ήδη ο προεξάρχων ρόλος του ενωσιακού νομοθέτη όσον αφορά την προστασία της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών (κοινή αξία που διακηρύττεται στο άρθ. 2 ΣΛΕΕ) τόσο από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης όσο και από τα κράτη μέλη. Το πρωτογενές δικαιϊκό πλαίσιο έχει άλλωστε σταδιακώς ενισχυθεί για τον σκοπό αυτό. Το άρθ. 19 ΣΛΕΕ, όπως διαμορφώθηκε από τις Συνθήκες του Άμστερνταμ και της Νίκαιας, παρέχει το σύγχρονο θεμέλιο για την ανάληψη θετικής δράσης εκ μέρους της Ένωσης και την υιοθέτηση παράγωγων κανόνων με αντικείμενο την ενεργή καταπολέμηση των έμφυλων διακρίσεων · συσχετίζεται δε λειτουργικά με το άρθ. 21 παρ. 1 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ. Επί τη βάσει του ως άνω άρθ. 19 ΣΛΕΕ, έχει θεσπισθεί σημαντικός αριθμός νομικά δεσμευτικών πράξεων (μεταξύ των οποίων και οι προαναφερθείσες Οδηγίες 2000/43 και 2000/78).
Στο ίδιο πνεύμα, με πιο στοχευμένο (και κρίσιμο για την παρούσα ανάλυση) περιεχόμενο, οι παρ. 3 και 4 του άρθ. 157 ΣΛΕΕ. Η πρώτη προσφέρει τη νομική βάση για ενωσιακές ρυθμίσεις εξασφαλίζουσες ίσες ευκαιρίες και ίση μεταχείριση σε θέματα εργασίας και απασχόλησης · αν και δίδεται έμφαση στις αμοιβές των εργαζομένων, προφανώς καλύπτεται κάθε θέμα απασχόλησης από την πρόσβαση, τις συνθήκες εργασίας, τις παροχές και τα πλεονεκτήματα έως τη λύση της έννομης σχέσης · με αυτή τη βάση (στην προγενέστερη μορφή της), υιοθετήθηκε η προαναφερθείσα Οδηγία 2006/54, η οποία αντικατέστησε την - πρώτη δεσμευτική κοινοτική ρύθμιση στον τομέα αυτό- Οδηγία 76/207. Η δεύτερη διάταξη (παρ. 4 του άρθ. 157) επιτρέπει εθνικές δράσεις που αποσκοπούν να διευκολύνουν την πλήρη ένταξη του υποεκπροσωπούμενου φύλου στην αγορά εργασίας (όποιο και αν είναι αυτό, ανάλογα με την περίσταση). Στη βάση και των δύο αυτών παραγράφων, θεσπίστηκε η εξεταζόμενη εδώ Οδηγία.
Οι εθνικές θετικές δράσεις (ενσωμάτωσης, συμπληρωματικές ενωσιακού μέτρου, αυτόνομες) πρέπει να πληρούν δύο προϋποθέσεις νομιμότητας: αφενός (και προφανώς) να μην πρόκειται για δραστηριότητα που -εκ φύσεως- μπορεί να ασκηθεί αποκλειστικά από το ένα φύλο · αφετέρου (και
Σελ. 6
σπουδαιότερο) να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας. Η ενωσιακή νομολογία είχε την ευκαιρία να αποσαφηνίσει τον τρόπο εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας σε μέτρα άρσης επαγγελματικών ανισοτήτων, στο πλαίσιο υποθέσεων που αφορούσαν την ερμηνεία της Οδηγίας 76/207. Έτσι, στην υπόθεση Kalanke, επί γερμανικής ρύθμισης που χορηγούσε προτεραιότητα σε γυναίκες υποψηφίους επί διορισμού ή προαγωγής (όταν οι γυναίκες δεν αποτελούσαν τουλάχιστον το ήμισυ του προσωπικού στη σχετική θέση), κρίθηκε ότι το μέτρο -παρόλο που κατά τα φαινόμενα εισήγαγε διάκριση- σκοπούσε πράγματι στην εξάλειψη ή στη μείωση των εκδηλούμενων στην πράξη ανισοτήτων που μπορούν να υφίστανται στην πραγματικότητα της κοινωνικής ζωής. Στην υπόθεση Marschall, που αφορούσε παρόμοιο γερμανικό μέτρο που έδινε προτεραιότητα στις γυναίκες με ίσα προσόντα (εκτός αν προείχαν λόγοι αναγόμενοι στο πρόσωπο άνδρα υποψηφίου), η ρύθμιση κρίθηκε ανάλογη προς τον θεμιτό σκοπό εξάλειψης της ανισότητας. Τέλος η υπόθεση Abrahamsson, αφορούσε το κύρος σουηδικής νομοθεσίας η οποία τοποθετείτο μεταξύ της άνευ προϋποθέσεων προτεραιότητας της ρύθμισης Kalanke και της διακριτικής ευχέρειας που παρείχετο στην υπόθεση Marschall. Εν προκειμένω, έπρεπε να δοθεί προτεραιότητα στον υποψήφιο ανεπαρκώς εκπροσωπούμενου φύλου ο οποίος διέθετε επαρκή προσόντα προκειμένου να αναλάβει τη θέση, εκτός εάν η διαφορά μεταξύ των προσόντων των υποψηφίων ήταν τόσο μεγάλη ώστε η διάκριση αυτή να συνεπάγεται παραβίαση της επιταγής της αντικειμενικότητας κατά την πρόσληψη. Το ΔΕΕ έκρινε ότι, στην πραγματικότητα, η νομοθεσία παρέχει αυτομάτως προτεραιότητα σε υποψηφίους του ανεπαρκώς εκπροσωπούμενου φύλου · το γεγονός ότι η διάταξη απέκλειε τούτο, αποκλειστικά όταν υπήρχε σημαντική διαφορά προσόντων, δεν επαρκούσε ώστε να μην θεωρηθεί αυτή δυσανάλογη ως προς τα αποτελέσματά της.
Από τη σύντομη επισκόπηση της (εξελισσόμενης) ενωσιακής νομολογίας, διαφαίνεται η μέριμνα συγκερασμού του στόχου της αποτελεσματικής προώθησης της ισότητας με την ανάγκη προστασίας της αρχής της ίσης μεταχείρισης σε καθεστώς εργασίας/απασχόλησης. Η επιτρεπτή θετική δράση (όταν υφίσταται διαπιστωμένη υποεκπροσώπηση) δεν δύναται να παρεκκλίνει από τις θεμελιώδεις επιταγές της αντικειμενικότητας, της διαφάνειας και του σεβασμού των επαγγελματικών προσόντων. Με αυτόν τον τρόπο, το Δικαστήριο διαμορφώνει ένα συνεκτικό και ισορροπημένο πλαίσιο για τα κράτη μέλη, τα οποία επιλέγουν να προωθήσουν την έμφυλη ισότητα και συγχρόνως καλούνται να μη θίξουν την ουσία του δικαιώματος του καθενός για ίση ευκαιρία και ατομική αξιολόγηση βάσει αξιοκρατικών κριτηρίων.
Σελ. 7
Γ. Από τη σκοπιά της ΕΣΔΑ
Άξια μνείας, από την οπτική της παρούσας μελέτης, και η νομολογία του ΕΔΔΑ, η οποία, προοδευτικά, διαμόρφωσε τα απαραίτητα μεθοδολογικά κριτήρια για την ερμηνεία του άρθ. 14 ΕΣΔΑ (και όχι μόνο) σε αντιστοιχία με τις σύγχρονες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι ευρωπαϊκές κοινωνίες · υπενθυμίζεται ότι η ως άνω διάταξη επιτάσσει να εξασφαλισθεί η χρήση των αναγνωρισμένων στην ΕΣΔΑ δικαιωμάτων και ελευθεριών «ασχέτως διακρίσεως φύλου, φυλής, χρώματος, γλώσσης, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προελεύσεως, συμμετοχής εις εθνικήν μειονότητα, περιουσίας, γεννήσεως ή άλλης καταστάσεως».
Ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι η προώθηση της ισότητας των φύλων συνιστά μείζονα στόχο για τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης και συνήγαγε το συμπέρασμα ότι πρέπει να προβληθούν ιδιαιτέρως σοβαροί λόγοι προκειμένου να μπορέσει να θεωρηθεί σύμφωνη με την ΕΣΔΑ μία διάκριση λόγω φύλου. Στην αξιολόγηση αυτή, που είναι προφανώς εξελικτική, συνεκτιμάται η ανάγκη αντιστάθμισης της μειονεκτικής θέσης των γυναικών στην οικονομική ζωή και στη αγορά εργασίας, ως διορθωτικό μέτρο της de facto ανισότητας των φύλων και για όσο χρόνο βεβαίως διαρκεί αυτή · τούτο κατέστη σαφές κατά την εξέταση νομοθετικών διακρίσεων ως προς τα ηλικιακά όρια συνταξιοδιότησης, οι οποίες κρίθηκαν αντικειμενικές και εύλογα δικαιολογημένες, μέχρι οι οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές απαλείψουν την ανάγκη της ως άνω ειδικής μεταχείρισης των γυναικών. H επίτευξη της ισότητας δεν αποτελεί λοιπόν στατικό στόχο αλλά δυναμική διαδικασία, η οποία προσαρμόζεται στις κοινωνικές και οικονομικές εξελίξεις · συνεπώς, θετικές δράσεις υπέρ των γυναικών και άλλων ευάλωτων ομάδων είναι δυνατόν να δικαιολογούνται, εφόσον ανταποκρίνονται σε πραγματικές κοινωνικές ανάγκες και προάγουν την ουσιαστική ισότητα.
Σελ. 8
ΙΙ. Το φύλο ως κριτήριο εκλογιμότητας στο εταιρικό δίκαιο
A. Ενδυνάμωση γυναικείας εκπροσώπησης και εταιρική δράση
Η επιβολή του (υποεκπροσωπούμενου) φύλου ως κριτηρίου εκλογιμότητας στα δ.σ. μεγάλων εισηγμένων εταιρειών, και μάλιστα με κανόνα υπερνομοθετικής ισχύος, έφερε στο προσκήνιο τον προβληματισμό του κατά πόσον μία τέτοια ρύθμιση είναι - από άποψη νομοθετικής πολιτικής - εύλογη, σκόπιμη και ωφέλιμη · αν δηλ. το εταιρικό δίκαιο χρησιμοποιείται εν προκειμένω, όπως και άλλοι δικαιϊκοί κλάδοι που προαναφέρθηκαν, ως όχημα για την επίτευξη κοινωνικών στόχων ή αν η ενίσχυση της γυναικείας εκπροσώπησης ωφελεί αυτοτελώς την εταιρική διοίκηση και συνιστά, συνεπώς, στοιχείο ενδυνάμωσης της εταιρικής διακυβέρνησης. Για την κατανόηση των επιφυλάξεων, υπενθυμίζονται στη συνέχεια οι βασικοί άξονες ως προς την εκλογιμότητα των μελών δ.σ. και επιχειρείται μία αξιολόγηση του προσφάτως εισαχθέντος κριτηρίου του φύλου.
Α.1. Κριτήρια εκλογιμότητας με βάση τη διάκριση εισηγμένων και μη εισηγμένων εταιρειών
Η θέση αρχής του εθνικού νομοθέτη διαφοροποιείται ανάλογα με το αν πρόκειται για εισηγμένη ή μη εισηγμένη εταιρεία. Για τις μη εισηγμένες εταιρείες, οι προϋποθέσεις εκλογιμότητας στο δ.σ. περιορίζονται καταρχήν στο ελάχιστο: για να εκλεγεί ένα πρόσωπο ως μέλος δ.σ., απαιτείται μόνο να έχει πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα (άρθ. 80 παρ.1 Ν 4548/2018). Τυχόν επιπλέον προϋποθέσεις και ασυμβίβαστα που προβλέπονται από άλλες ειδικές διατάξεις δεν θίγονται (άρθ. 80 παρ. 3) · ειδικώς πάντως για τα ασυμβίβαστα, η εκλογή μέλους που καταλαμβάνεται από αυτά δεν προκαλεί ελαττωματικότητα της σύνθεσης του δ.σ., ούτε θίγει τη νομιμότητα των αποφάσεων που λαμβάνονται με τη σύμπραξή του. Αρνητικές προϋποθέσεις εκλογιμότητας, π.χ. με την μορφή του αποκλεισμού σε περίπτωση τέλεσης ποινικών αδικημάτων (όπως ορθώς προβλέπεται ως γενικός κανόνας σε ορισμένες αλλοδαπές έννομες τάξεις), δεν έχουν υιοθετηθεί από το δίκαιό μας, μπορούν όμως να προστεθούν βάσει της καταστατικής ελευθερίας. Γενικώς, το καταστατικό μπορεί να
Σελ. 9
προβλέπει περαιτέρω προϋποθέσεις εκλογιμότητας των μελών του δ.σ. (π.χ. ηλικιακά όρια, ανώτατο αριθμό θητειών, παράλληλες θητείες), εφόσον οι προϋποθέσεις αυτές δεν αντίκεινται σε άλλες διατάξεις (π.χ. δεν εισάγουν παράνομες διακρίσεις).
H εικόνα μεταβάλλεται ως προς τις ιδιότητες των μελών δ.σ. των εισηγμένων εταιρειών. Με διάταξη θετικού δικαίου (και όχι με κώδικες ήπιου χαρακτήρα όπως στις περισσότερες ευρωπαϊκές έννομες τάξεις) εισήχθη - ήδη από το 2002- ο δυϊσμός εκτελεστικών και μη εκτελεστικών μελών, με τα τελευταία να συμμετέχουν τουλάχιστον σε ποσοστό 1/3 επί του συνολικού αριθμού των μελών · μεταξύ δε των μη εκτελεστικών πρέπει να υπάρχουν τουλάχιστον δύο «ανεξάρτητα» μέλη. Τα κριτήρια ανεξαρτησίας που αρχικώς περιλαμβάνονταν στο άρθ. 4 του Ν 3016/2002, αποτυπώνονται πλέον -βελτιωμένα- στον Ν 4706/2020 περί εταιρικής διακυβέρνησης (άρθ. 9 ) · λαμβάνουν υπόψη και τις τρεις πηγές δυνητικού επηρεασμού (μετόχους, διοίκηση και προμηθευτές-πελάτες της εταιρείας) και εισάγουν φίλτρα οικονομικής, επαγγελματικής και οικογενειακής φύσης.
Ο ως άνω Ν 4706/2020 εμπλούτισε περαιτέρω τα κριτήρια εκλογιμότητας, στο πλαίσιο της λεγόμενης πολιτικής καταλληλόλητας των δ.σ. εισηγμένων εταιρειών: αφενός προσέθεσε ορισμένες προϋποθέσεις «εντιμότητας» (μη τελεσίδικη καταδίκη εντός του προηγούμενου έτους για υπαίτιες ζημιογόνες συναλλαγές εισηγμένης ή μη εταιρείας με συνδεδεμένα μέρη) · αφετέρου επέβαλε την επαρκή εκπροσώπηση ανά φύλο σε ποσοστό που δεν υπολείπεται του 25% στο σύνολο των μελών του δ.σ.. Αμφότερες οι ρυθμίσεις ήταν εθνικής προέλευσης · ειδικώς όμως για την ενίσχυση της γυναικείας συμμετοχής, που μάς ενδιαφέρει περισσότερο εν προκειμένω, δεν πρέπει να παροράται η επί μακρόν ισχυρή παρώθηση από τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με σειρά κειμένων ήπιου δικαίου, για τη λήψη μέτρων - αυτορρυθμιστικών ή μη- προς την κατεύθυνση αυτή ·
Σελ. 10
η παρακίνηση πολυμορφίας ήταν αισθητή και προς τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Η μετάβαση λοιπόν σε κανόνες θετικού δικαίου (Οδηγία 2022/2381) για περαιτέρω ενδυνάμωση της γυναικείας συμμετοχής (νομικά, αριθμητικά, ποιοτικά) αποτελούσε φυσιολογική -και εν πολλοίς- αναμενόμενη εξέλιξη στην πορεία αυτή. Παρόλ’αυτά, ενστάσεις διατυπώθηκαν κατά τη διαβούλευση και επεξεργασία του Ν 5178/2025, πιθανώς λόγω της ποιοτικής αναβάθμισης της συμμετοχής. Είναι λοιπόν χρήσιμο να εξετασθούν συνοπτικά, πριν προχωρήσουμε στη συστηματοποίηση και ερμηνεία των οικείων διατάξεων.
Α.2. Το φύλο ως επιταγή εταιρικής διακυβέρνησης
Οι ενστάσεις εστιάζουν σε δύο κυρίως σημεία:
Πρώτον, ότι το σύστημα του εταιρικού δικαίου δεν πρέπει να νοθεύεται από κανόνες που δεν αφορούν την επιχειρηματική δράση.
Δεύτερον, ότι η πολυμορφία στην εταιρική διοίκηση δεν ευνοεί (πάντα) τη θετική απόδοση του δ.σ., σε κάθε δε περίπτωση μία τέτοια θετική επίδραση δεν υποστηρίζεται από εμπειρικές έρευνες.
(α) Ο σύγχρονος εταιρικός ρόλος
Η πρώτη ένσταση δεν ανθίσταται σοβαρά στην κριτική, για περισσότερους του ενός λόγους:
Καταρχάς, εδώ και δεκαετίες αξιόλογες θεωρητικές τάσεις έχουν αναδείξει και υποστηρίξει ότι η εταιρεία, ως ένωση προσώπων, δεν λειτουργεί σε ένα vacuum, αλλά συνιστά ένα ζώντα οργανισμό σε αλληλεπίδραση με το (εξελισσόμενο) οικονομικό-κοινωνικό περιβάλλον εντός του οποίου δραστηριοποιείται. Τελείως ενδεικτικά αναφέρεται η «πολιτική θεώρηση της α.ε.», κατά την οποία η α.ε. συνιστά σύστημα διακυβέρνησης, και άρα σώμα πολιτικό sui generis, καθόσον ανιχνεύονται σε αυτήν τα βασικά στοιχεία κάθε πολιτικού οργανισμού. Η προσέγγιση αυτή, η οποία συνυπάρχει χωρίς δυσκολία με την οικονομική θεώρηση, υπαγορεύει τη λήψη υπόψη των αρχών μιας συνταγματικά οργανωμένης κοινωνίας σε επίπεδο εταιρικού μηχανισμού διαχείρισης, διαδικασίας λήψης αποφάσεων και διεύρυνσης του εταιρικού συμφέροντος ώστε να συμπεριλαμβάνονται ευρύτερες κοινωνικές και ηθικές επιλογές των μετόχων.
Η αλληλεπίδραση αυτή θεωρείται πλέον δεδομένη υπό το φως των προσταγμάτων της «εταιρικής βιωσιμότητας», ανεξαρτήτως αν αυτά υιοθετούνται και εφαρμόζονται δυνάμει αυτορρυθμιστικής υπαγωγής, βέλτιστων πρακτικών ή νομοθετικής επιταγής. Τα εν λόγω κριτήρια βιωσιμότητας (ESG) αφορούν στοχεύσεις φύσης περιβαλλοντικής, εργασιακής και διακυβέρνησης · η δε εργασιακή διάσταση καταλαμβάνει στόχους εκπαίδευσης, αμοιβών και ισόρροπης έμφυλης εκπροσώπησης σε όλες τις βαθμίδες του προσωπικού, συμπεριλαμβανομένων των διευθυντικών στελεχών και μελών διοίκησης.
Σελ. 11
Έτι σπουδαιότερο, η ενίσχυση της γυναικείας εκπροσώπησης συνιστά κατεξοχήν εργαλείο βελτίωσης της εταιρικής διακυβέρνησης (και ως τέτοιο πρέπει να αντιμετωπίζεται). Το ότι χρειάστηκε να εισαχθεί με κανόνα θετικού δικαίου, και μάλιστα υπερνομοθετικής πλέον ισχύος, αποδεικνύει το προφανές: ότι δηλ. οι ήπιες μέθοδοι δεν επέτυχαν τον επιδιωκόμενο - σε επίπεδο ΕΕ- οικονομικό στόχο, προκαλώντας ανεπιθύμητες ανταγωνιστικές ασυμμετρίες.
(β) Η αμφισβήτηση της θετικής επίδρασης της πολυμορφίας
Οι επιφυλάξεις ως προς το θετικό πρόσημο της ισόρροπης εκπροσώπησης στο δ.σ. συνοψίζονται στο επιχείρημα της «αξιοκρατίας ανεξαρτήτως φύλου» και επικαλούνται συνήθως την έλλειψη αξιολόγησης βάσει εμπειρικών μελετών.
Υπενθυμίζεται ότι παρόμοιες ενστάσεις είχαν διατυπωθεί σχετικά με την αποτελεσματικότητα της εισαγωγής «ανεξάρτητων μελών» στα δ.σ. των εισηγμένων εταιρειών, χωρίς όμως αυτό να επηρεάσει στο ελάχιστο τη διασυνοριακώς διευρυμένη καθιέρωση του θεσμού. Υποστηρίζεται, όπως παλαιότερα στην περίπτωση των «ανεξαρτήτων μελών», ότι η προστιθέμενη αξία της συμβολής ενός μέλους δ.σ., είναι ζήτημα προσωπικότητας, κύρους, εργατικότητας και αξιοπρέπειας, στοιχεία που δεν ελέγχονται από οριζόντια φίλτρα εκλογιμότητας ως προς τις σχέσεις δυνητικού επηρεασμού ή το φύλο · η διαπίστωση αυτή, που είναι σε μεγάλο βαθμό αληθής, δεν αναιρεί την ανάγκη, ειδικώς στην περίπτωση της γυναικείας συμμετοχής, άρσης των στερεοτύπων και θραύσης της γυάλινης οροφής, έτσι ώστε - σε καθεστώς ουσιαστικής ισότητας - κάθε μέλος δ.σ. (ανεξαρτήτως πλέον φύλου) να μπορεί να αποδείξει την αξία του.
Μελέτες μέτρησης της αποτελεσματικότητας έχουν διεξαχθεί από αξιόπιστους φορείς, με εκτιμήσεις προβολής στο μέλλον, δεδομένου ότι τα μέτρα ισόρροπης εκπροσώπησης έχουν πρόσφατα τεθεί σε εφαρμογή και μάλιστα με διαφορετική ένταση από χώρα σε χώρα. Άξια μνείας η - βασισμένη σε στιβαρό οικονομετρικό μοντέλο- μελέτη του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου για την Ισότητα των Φύλων «Economic Benefits of Gender Equality in the European Union» του 2017, από την οποία προέκυψαν ενδιαφέροντα συμπεράσματα για το αναμενόμενο θετικό μακρο-οικονομικό αποτύπωμα από την ενίσχυση της ουσιαστικής ισότητας στην αγορά εργασίας, έως το 2050. Περαιτέρω, η Έκθεση της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων «Support for Female Entrepreneurs» του 2022 κατέδειξε σημαντική θετική επίδραση της γυναικείας συμμετοχής, από άποψη εταιρικής διακυβέρνησης, κυρίως στο ότι: η συμμετοχή σε θέσεις διοίκησης ευνοεί την ουσιαστική ισότητα σε όλη την κλίμακα εργαζόμενων εντός της εταιρείας, οδηγεί σε υψηλότερους δείκτες ESG (περιβαλλοντικούς, εργασιακούς, εσωτερικής
Σελ. 12
διακυβέρνησης), είναι πιθανότερο δε να οδηγήσει σε βελτιωμένες πρακτικές διαχείρισης
και σε ευρύτερη καινοτομία/επιχειρηματική διαφοροποίηση. Έρευνα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (2022) υποστηρίζει τη θετική συσχέτιση γυναικών-μελών δ.σ. και βαθμού συμμόρφωσης σε περιβαλλοντικές απαιτήσεις, με το εύρημα ότι αύξηση του αριθμού γυναικών διαχειριστριών κατά 1% οδηγεί σε 0,5 % μείωση των εταιρικών εκπομπών CO2. Στο ίδιο πνεύμα, έρευνα του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (IMF) δείχνει ότι η ενίσχυση της ισόρροπης εκπροσώπησης στα δ.σ. χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων συσχετίζεται με μεγαλύτερη χρηματο-οικονομική σταθερότητα και διαχειριστική απόδοση. Όσο δε για την ανάγκη νομοθετικής παρέμβασης, οι (αυτόβουλες) χλιαρές επιδόσεις των ημεδαπών επιχειρήσεων μιλούν από μόνες τους, με βάση τουλάχιστον την Έκθεση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς του 2024: στο τέλος του 2023, το ποσοστό εκπροσώπησης ανά φύλο στα δ.σ. εισηγμένων εταιρειών ήταν 72% για τους άνδρες και 28% για τις γυναίκες · μόνο στο 32% των εταιρειών αυτών, καταγράφηκε γυναικεία συμμετοχή άνω του 1/3 των συνολικών μελών · επί του αριθμού των γυναικών-μελών δ.σ., 77% είχαν την ιδιότητα του μη εκτελεστικού μέλους, ενώ μόνο 23% την ιδιότητα του εκτελεστικού μέλους · σε επίπεδο δε προέδρου, η πρωτοκαθεδρία του υπερεκπροσωπούμενου φύλου ήταν συντριπτική (91%).
Β. Πεδίο εφαρμογής & περιεχόμενο της ρύθμισης
Περνώντας από το επίπεδο της νομοθετικής πολιτικής σε αυτό της θετικής ρύθμισης, εξετάζονται στη συνέχεια αφενός το πεδίο εφαρμογής των νέων κανόνων, ως προς τις καταλαμβανόμενες εταιρείες, αφετέρου το ουσιαστικό περιεχόμενό τους (με αποσαφήνιση των επιλογών που προκρίθηκαν).
Β.1. Καταλαμβανόμενες εταιρείες
(α) Από την Οδηγία
Η Οδηγία 2022/2381 εστιάζει μόνο στις μεγάλες εισηγμένες εταιρείες, εξαιρώντας από το πεδίο εφαρμογής της τις πολύ μικρές, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Αν και η Οδηγία είναι ελάχιστης εναρμόνισης όσον αφορά τόσο τα υποκείμενα όσο και το αντικείμενο της ρύθμισης, ο εθνικός νομοθέτης συντάχθηκε -ως προς την έκταση του πεδίου εφαρμογής- με την ενωσιακή πρόβλεψη. Άλλωστε, οι εμπειρικές παρατηρήσεις καταδεικνύουν ότι στις ευρωπαϊκές εταιρείες αυτού του μεγέθους το έδαφος είναι πιο πρόσφορο, δεδομένου ότι έχουν ήδη υιοθετήσει υψηλά ποσοστά γυναικείας συμμετοχής.
Σελ. 13
Αυτό επέφερε τις εξής τροποποιήσεις στον Ν 4706/2020: Καταρχάς, τα - σχετικά με την έμφυλη ισορροπία - κριτήρια εκλογιμότητας αποσυνδέθηκαν από την πολιτική καταλληλόλητας και εντάχθηκαν σε αυτοτελή διάταξη, θεραπεύοντας προηγούμενη νομοτεχνική αστοχία. Περαιτέρω, η νέα διάταξη του άρθ. 3A εισήγαγε αναγκαστικώς έναν δυϊσμό, με διαφορετικά ελάχιστα ποσοστά γυναικείας εκπροσώπησης στα δ.σ. αφενός των μεγάλων, αφετέρου των λοιπών εισηγμένων εταιρειών.
Πιο συγκεκριμένα, η Οδηγία (και ο Ν 5178/2025) καταλαμβάνουν τις (εισηγμένες) εταιρείες που απασχολούν διακόσιους πενήντα (250) εργαζόμενους και άνω και έχουν ετήσιο κύκλο εργασιών τουλάχιστον πενήντα εκατομμύρια (50.000.000) ευρώ ή ετήσιο ισολογισμό τουλάχιστον σαράντα τρία εκατομμύρια (43.000.000) ευρώ · γι’αυτές, η συμμετοχή στο δ.σ. του υποεκπροσωπούμενου φύλου δεν μπορεί να υπολείπεται του 33% του συνόλου των μελών, περιλαμβανομένου ενός εκτελεστικού μέλους υπό τις οριζόμενες στον νόμο προϋποθέσεις (άρθ. 3Α παρ. 3,4). Ο αριθμός τους ανέρχεται σε 35. Για τις λοιπές εισηγμένες, συνεχίζει και ισχύει το ελάχιστο ποσοστό του 25% που είχε ήδη θέσει ο εθνικός νομοθέτης.
(β) Με ενδοτική εθνική ρύθμιση
Σύμφωνα με την opt-in διάταξη της (νέας) παρ. 6Α του άρθ. 3 Ν 3429/2005, όπως προστέθηκε με το άρθ. 13 Ν 5178/2025, το καταστατικό δημοσίων μη εισηγμένων επιχειρήσεων (με όμοια μεγέθη όπως αυτά που προεκτέθηκαν) μπορεί να προβλέπει την εφαρμογή του άρθ. 3Α παρ. 4 και του άρθ. 3Β · αν και η διάταξη αναφέρεται - μάλλον εκ παραδρομής κατά την τελική επεξεργασία- μόνο στην παρ. 4 (που αφορά το εκτελεστικό μέλος) είναι προφανές ότι το καταστατικό μπορεί να εφαρμόζει και την παρ. 3 (όσο προς το ποσοστό επί του συνολικού αριθμού των μελών). Άλλωστε πρόκειται για ενδοτική ρύθμιση. Πάντως υπογραμμίζεται ότι - στο αρχικό σχέδιο νόμου - είχε προβλεφθεί ως κανόνας αναγκαστικού δικαίου, με την σκέψη ότι το Δημόσιο πρέπει να δίδει το παράδειγμα κατά την υλοποίηση μέτρων ουσιαστικής ισότητας. Σε κάθε περίπτωση, και υπό την τελική ενδοτική διατύπωση, το Δημόσιο οφείλει - ως βασικός μέτοχος των εν λόγω επιχειρήσεων- να ενεργήσει άμεσα για την τροποποίηση των καταστατικών και την αναδιάρθρωση των δ.σ., για λόγους συνέπειας μεταξύ της δράσης του ως νομοθέτη και ως ρυθμιζόμενου φορέα.
Opt-in διάταξη περιλαμβάνει και το άρθρο 12 Ν 5178/2025 για τις λοιπές (ιδιωτικές) μη εισηγμένες εταιρείες με τα ίδια ως άνω μεγέθη, η οποία προστέθηκε ως (νέα) παρ. 6 στο άρθ. 87 Ν 4548/2018. Με καταστατική πρόβλεψη μπορεί λοιπόν να προβλέπεται και εδώ η αναλογική εφαρμογή των παρ. 3,4 του άρθ. 3Α και του άρθ. 3Β Ν 4706/2020 (ποσοστό επί του συνόλου μελών δ.σ.
Σελ. 14
και επί εκτελεστικών μελών). Επιχειρήματα διατυπώθηκαν, κατά τη νομοπαρασκευαστική διαδικασία, υπέρ της θέσπισης υποχρέωσης ισόρροπης εκπροσώπησης και στα δ.σ. αντίστοιχων μη εισηγμένων εταιρειών, στο όνομα κυρίως της ισότητας των ανταγωνιστικών όρων. Η άποψη αυτή τελικώς δεν επικράτησε, για τους ακόλουθους κυρίως λόγους: διότι οι εισηγμένες εταιρείες υπέχουν αυστηρότερες υποχρεώσεις διαφάνειας και ορθής εσωτερικής διακυβέρνησης, για την προστασία του ευρύτερου επενδυτικού κοινού (γι’αυτό τον λόγο άλλωστε και οι δύο οδηγίες μετοχικής ενεργοποίησης SRD I, II αφορούν μόνο τις εισηγμένες εταιρείες) · διότι δεν υπάρχουν στο εθνικό καθεστώς άλλα υποχρεωτικά κριτήρια εκλογιμότητας για τα δ.σ. των μη εισηγμένων εταιρειών (πέραν της δικαιοπρακτικής ικανότητας), άλλωστε και η πρόβλεψη για εκτελεστικά-μη εκτελεστικά-ανεξάρτητα μέλη εφαρμόζεται σε αυτές ενδοτικώς, και με καταστατική ρήτρα (άρθ. 87 παρ. 5 εδ.β’ Ν 4548/2018) · τέλος διότι κρίθηκε προτιμότερη και σκοπιμότερη η προοδευτική ενίσχυση της έμφυλης ισορροπίας στο σύνολο των εισηγμένων, έπειτα στις επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα και, τέλος, στις μη εισηγμένες.
Β.2. Το ουσιαστικό περιεχόμενο της ρύθμισης
(α) Τα υποχρεωτικά ελάχιστα ποσοστά επί του συνόλου
Όπως προαναφέρθηκε, ο ημεδαπός νομοθέτης επέλεξε τη δεύτερη εναλλακτική που πρόσφερε η Οδηγία και εισήγαγε υποχρεωτικό ελάχιστο ποσοστό γυναικείας συμμετοχής 33% επί του συνόλου των μελών του δ.σ. των μεγάλων εισηγμένων εταιρειών · η δε συμμόρφωση πρέπει να έχει ολοκληρωθεί έως την 30ή.6.2026. Όπως επισημάνθηκε παραπάνω, η εθνική ενσωμάτωση ήταν αναγκαία, διότι τα ποσοστά συμμετοχής στη χώρα μας υπολείπονταν των προβλεπόμενων σε ενωσιακό επίπεδο · άλλες έννομες τάξεις, όπως η γαλλική, η γερμανική,
Σελ. 15
η ιταλική, είχαν ήδη υιοθετήσει πιο προοδευτικές ρυθμίσεις, γεγονός που τούς παρείχε ευχέρεια εξαίρεσης από την υποχρέωση ενσωμάτωσης (το άρθ. 12 της Οδηγίας προβλέπει για τον σκοπό αυτό δικαίωμα αναστολής εφαρμογής- opt out).
Για τις λοιπές εισηγμένες με έδρα στην Ελλάδα (ήτοι περίπου 130, σύμφωνα με την έκθεση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς του Απριλίου 2024), το υποχρεωτικό ελάχιστο ποσοστό παρέμεινε στο 25%, με τις παρακάτω όμως διαφοροποιήσεις:
Καταρχάς, αποσυνδέθηκε από την ασαφή παράμετρο της «επάρκειας», στην οποία αναφερόταν το προϊσχύσαν άρθ. 3 παρ. 1 (β) Ν 4706/2020 · κάθε εταιρεία μπορεί προφανώς (και είναι ευκταίο) να αυξήσει το ως άνω ποσοστό, συνεκτιμώντας τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τις λειτουργικές της ανάγκες.
Διαφοροποιήθηκε επίσης ο τρόπος υπολογισμού των ποσοστών, σε περίπτωση που προκύπτει κλασματικός αριθμός · δυνάμει της παρ. 5 του άρθ. 3Α, «[σ]ε περίπτωση κλάσματος, τα ποσοστά των παρ. 2 [25%] και 3 [33%] στρογγυλοποιούνται στον εγγύτερο ακέραιο αριθμό». Υπενθυμίζεται ότι στο προϊσχύσαν καθεστώς, η στρογγυλοποίηση ελάμβανε δυσμενώς χώρα στον προηγούμενο ακέραιο, με συνέπεια μόνο 70 από τις 147 εισηγμένες να ικανοποιούν σε απόλυτο αριθμό το ελάχιστο τεθέν κριτήριο κατά τον χρόνο υιοθέτησης του Ν 5178/2025. Επί της νέας πρόβλεψης, λεκτέα τα ακόλουθα:
Η στρογγυλοποίηση στον εγγύτερο ακέραιο αριθμό ισχύει τόσο για το ποσοστό του 33% που αφορά τις μεγάλες εισηγμένες, όσο και το 25% που αφορά τις λοιπές εισηγμένες. Ως προς την πρώτη κατηγορία, είναι προφανές ότι η ερμηνεία πρέπει να λαμβάνει χώρα κατά τρόπο συμβατό με το γράμμα και το πνεύμα της ενωσιακής επιταγής, κατά τρόπο δηλ. που να εξασφαλίσει την μέγιστη δυνατή έμφυλη ισορροπία (άρα προς τον ανώτερο ακέραιο αριθμό) · χρήσιμο σημείο αναφοράς προς την κατεύθυνση αυτή είναι το Παράρτημα της Οδηγίας, στο οποίο πρέπει να προσφεύγει ο εφαρμοστής του δικαίου. Αλλά και ως προς τη δεύτερη κατηγορία, που κείται εκτός του πεδίου της Οδηγίας, ορθότερο είναι να προκριθεί η ίδια ερμηνευτική προσέγγιση, για λόγους συστηματικής ενότητας και τελολογικής συνέπειας.
(β) Το εκτελεστικό μέλος
Καινοτομία της νέας ρύθμισης είναι η ενίσχυση της ισόρροπης εκπροσώπησης των φύλων και σε επίπεδο εκτελεστικών μελών. Σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθ. 3Α, «[ό]ταν στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της παρ. 3 [δηλ. μεγάλης εισηγμένης] συμμετέχουν τρία (3) ή περισσότερα εκτελεστικά μέλη, στο ως άνω ποσοστό του τριάντα τρία τοις εκατό (33%), περιλαμβάνεται ένα (1) τουλάχιστον εκτελεστικό μέλος του υποεκπροσωπούμενου φύλου».
Σελ. 16
Τέτοια απαίτηση δεν περιλαμβάνεται ρητώς στην Οδηγία. Παρά πάντως τις εκ πρώτης όψεως αντιφατικές διατυπώσεις της τελευταίας, τόσο στο προοίμιο όσο και στο κανονιστικό τμήμα της, δεν χωρεί αμφιβολία ότι ο ενωσιακός νομοθέτης επιθυμούσε να προαγάγει και να ενδυναμώσει την γυναικεία συμμετοχή σε θέσεις ουσιαστικής ευθύνης. Άλλωστε, επαναλαμβάνεται ότι πρόκειται για οδηγία ελάχιστης εναρμόνισης, πράγμα που σημαίνει ότι ο εθνικός νομοθέτης μπορεί να θεσπίζει ευνοϊκότερες (ποιοτικώς εν προκειμένω) διατάξεις για να διασφαλίζει πιο ισορροπημένη εκπροσώπηση γυναικών και ανδρών στα δ.σ.. Αντίστοιχη πρόβλεψη περιλαμβάνει και η γερμανική νομοθεσία. Αν και ο αριθμός των εταιρειών που εμπίπτουν στην παρ. 4, δηλ. των μεγάλων εισηγμένων που διαθέτουν 3 και άνω εκτελεστικά μέλη, είναι περιορισμένος (δεν ξεπερνά τις 10), η συμβολή της σε επίπεδο ουσίας, αλλαγής αντιλήψεων και καταπολέμησης στερεοτύπων δεν πρέπει να παροράται. Προς αποφυγή άλλωστε αναταράξεων και δυσλειτουργιών στα υφιστάμενα δ.σ., ο Ν 5178/2025 περιέλαβε μία (ιδιαιτέρως συντηρητική) διάταξη grand-fathering (άρθ. 17 παρ. 3), σύμφωνα με την οποία η συμμόρφωση προς την υποχρέωση ορισμού εκτελεστικού μέλους από το υποεκπροσωπούμενο φύλο θα λαμβάνει χώρα (όχι μέχρι την 30ή.6.2026 ως είχε αρχικώς σχεδιασθεί αλλά) σταδιακά, άμα τη λήξει της θητείας ή της επόμενης θητείας σε περίπτωση μίας ανανέωσης ή άμα τη αντικαταστάσει εξ οιουδήποτε λόγου ήδη υπηρετούντος εκτελεστικού μέλους.
ΙΙΙ. Η υλοποίηση της ισόρροπης εκπροσώπησης
A. Η λήψη αποφάσεων
H ουσιαστική ρύθμιση υποστηρίζεται από ένα πληρέστερο και σαφέστερο διαδικαστικό πλαίσιο λήψης αποφάσεων, κατά τα οριζόμενα στα άρθ. 3 και (ιδίως) 3Β του Ν 4706/2020. Διατυπώθηκε, κατά τη διαβούλευση, το επιχείρημα ότι η υποχρεωτική θέσπιση διαδικασίας επιλογής μελών δ.σ. ήταν αντιφατική και αντίθετη στο γράμμα και το πνεύμα της Οδηγίας · και τούτο διότι - κατά την άποψη αυτή- η εθνική νομοθεσία πρέπει να επιβάλει την υιοθέτηση συγκεκριμένων στόχων από τις εταιρείες που εμπίπτουν στο πεδίο της ενωσιακής επιταγής · σε περίπτωση δε που δεν επιτυγχάνουν τους στόχους αυτούς (και μόνο τότε) οι εταιρείες πρέπει να ελέγχονται για το κατά πόσον έχουν θέσει και ακολουθήσει διαδικασίες για την επίτευξη των στόχων και όχι για την επίτευξη καθαυτή.
Σελ. 17
Η ως άνω θέση δεν είναι πειστική. Πέραν του προφανούς που ήδη επισημάνθηκε ανωτέρω, ότι δηλ. η Οδηγία είναι ελάχιστης εναρμόνισης, πράγμα που σημαίνει ότι ο εθνικός νομοθέτης έχει την ευχέρεια υιοθέτησης αποτελεσματικότερων διατάξεων, η υιοθέτηση ουσιαστικής υποχρέωσης χωρίς να διασφαλίζεται η εφαρμογή της με διαφανείς και αξιοκρατικές διαδικασίες, θα κινδύνευε να καταστήσει την πρώτη γράμμα κενό περιεχόμενου · θα καθιστούσε επίσης δυσχερέστερη τόσο την άσκηση εποπτείας από τους αρμόδιους φορείς όσο και τον δικαστικό έλεγχο των αποφάσεων του δ.σ.. Άλλωστε, κατά τον χρόνο εναρμόνισης της Οδηγίας, οι μεγάλες εισηγμένες με καταστατική έδρα στη χώρα μας δεν είχαν, ούτως ή άλλως, πλησιάσει τον στόχο της Οδηγίας.
Το διαδικαστικό πλαίσιο (σε μεγάλο βαθμό συνδυαζόμενο με την αυτορρυθμιστική εταιρική δράση) οργανώνεται ως εξής: Καταρχάς, όπως και στο προϊσχύσαν καθεστώς, όλες οι εισηγμένες εταιρείες οφείλουν να διαθέτουν - εγκεκριμένη από το δ.σ.- πολιτική καταλληλόλητας, με την εξής όμως προσθήκη: σε αυτήν πρέπει να προβλέπονται, μεταξύ άλλων, τα «κριτήρια και η διαδικασία επιλογής των μελών δ.σ., τηρουμένων των ποσοστών για την ισόρροπη εκπροσώπηση των φύλων, […] σύμφωνα με τα άρθ. 3Α και 3Β». Αυτό σημαίνει ότι η απαίτηση για θέσπιση (αξιοκρατικής και διαφανούς) διαδικασίας αφορά όλες τις εισηγμένες εταιρείες, χωρίς εξαίρεση.
Ειδικώς για τις μεγάλες εισηγμένες εταιρείες, το διαδικαστικό πλαίσιο εξειδικεύεται ως ακολούθως:
– Τα κριτήρια επιλογής καθορίζονται πριν από την έναρξη της διαδικασίας επιλογής και καταλαμβάνουν όλα τα στάδια αυτής, ώστε (σε περίπτωση που η ισόρροπη εκπροσώπηση δεν έχει ήδη επιτευχθεί) να εξασφαλίζεται ότι μεταξύ υποψηφίων με τα ίδια προσόντα δίδεται προτεραιότητα στην υποψηφιότητα του υποεκπροσωπούμενου φύλου · το υπόβαθρο αυτό υπάρχει ήδη, λόγω των υφιστάμενων διαδικασιών και εσωτερικών εργαλείων που απαιτούσε ο Ν 4706/2020 από τις εισηγμένες (σύστημα εταιρικής διακυβέρνησης και πολιτική καταλληλότητας δ.σ., κανονισμός λειτουργίας [άρθ. 14], επιτροπή υποψηφιοτήτων και κανονισμός αυτής [άρθ. 12]).
– Απόκλιση είναι δυνατή αν εξαιρετικοί λόγοι επιτάσσουν την επιλογή του άλλου υποψηφίου, απαιτείται όμως ειδική αιτιολόγηση της απόφασης του δ.σ. ώστε να διευκολύνεται ο (εποπτικός και δικαστικός) έλεγχος. Στο μέτρο που η εταιρεία έχει την ευχέρεια να επιλέγει υποψηφιότητες βάσει προσόντων, η υποχρέωση θέσπισης και εφαρμογής κριτηρίων και διαδικασίας (επί των ενωσιακώς επιβεβλημένων αρχών της αναλογικότητας, αντικειμενικότητας και διαφάνειας) δεν μπορεί να θεωρηθεί, σε καμία περίπτωση, ως αδικαιολόγητη παρέμβαση στην οικονομική και διαχειριστική ελευθερία της εταιρείας.
– Ο/η εξετασθείς/σα υποψήφιος/α διαθέτει δικαίωμα πληροφόρησης : μπορεί να υποβάλει αίτηση στην εταιρεία και να λάβει εντός προθεσμίας είκοσι (20) ημερών, αναλυτική ενημέρωση για τα κριτήρια επιλογής που εφαρμόστηκαν, την αντικειμενική/συγκριτική αξιολόγηση των υποψηφίων που έλαβε χώρα βάσει αυτών και τους ειδικούς λόγους που οδήγησαν στην
Σελ. 18
τυχόν κατ’εξαίρεση επιλογή υποψηφίου του μη υποεκπροσωπούμενου φύλου. Αν και δεν προβλέπεται ρητώς, πρέπει να γίνει δεκτό επί της αρχής ότι το δ.σ. μπορεί να αρνηθεί να δώσει πληροφορίες αν συντρέχουν αποχρώντες ουσιώδεις λόγοι · είναι πάντως δύσκολο να σκεφθεί κανείς τέτοιους λόγους σε αποφάσεις που αφορούν την ισόρροπη εκπροσώπηση.
– Το βάρος απόδειξης ότι τηρήθηκαν οι διαδικαστικοί κανόνες φέρει η εταιρεία. Το αυτό πρέπει να ισχύσει αναλογικώς για όλες τις εισηγμένες, όσον αφορά την τήρηση των κριτηρίων και διαδικασιών που οι ίδιες έχουν θεσπίσει (λόγω της ασυμμετρίας πληροφόρησης που βαρύνει τον/την υποψήφιο/α).
Περαιτέρω, προς ενίσχυση της διαφάνειας, της άσκησης ελέγχου από τις αρμόδιες αρχές και της έλλογης αξιολόγησης από το επενδυτικό κοινό, το άρθ. 3Γ θεσπίζει υποχρέωση των μεγάλων εισηγμένων να καταρτίζουν (και να αναρτούν στον ιστότοπό τους) ετήσια έκθεση, η οποία περιλαμβάνει στοιχεία για την εφαρμογή του ελάχιστου ποσοστού του 33% και της συμμετοχής του εκτελεστικού μέλους (όταν αυτή απαιτείται) καθώς και τα μέτρα που ελήφθησαν ή πρόκειται να ληφθούν για τη βελτίωση της ισόρροπης εκπροσώπησης των φύλων. Η έκθεση αυτή αποστέλλεται, έως την 30ή.9 κάθε έτους: α) στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, β) στη Γενική Γραμματεία Ισότητας του Υ.ΚΟΙ.Σ.Ο και γ) στον Συνήγορο του Πολίτη. Περίληψη δε των ως άνω πληροφοριών περιλαμβάνονται και στη δήλωση εταιρικής διακυβέρνησης του άρθ. 152 Ν 4548/2018.
B. Οι συνέπειες από τη μη συμμόρφωση
Β.1. Διοικητικές κυρώσεις
Ο ενωσιακός νομοθέτης ζητά να διασφαλίζεται η τήρηση των υποχρεώσεων ισόρροπης εκπροσώπησης με κυρώσεις αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές · αναφέρεται σε διοικητικά ή αστικά μέτρα και διαδικασίες, αφήνοντας την επιλογή στα κράτη μέλη. Η διαμόρφωση της παλέτας των κυρώσεων είναι ζήτημα νομοπολιτικώς ευαίσθητο, διότι απαιτεί στάθμιση μεταξύ αφενός της ανάγκης συμμόρφωσης, αφετέρου της αποφυγής της εταιρικής δυσλειτουργίας. Οι αλλοδαπές έννομες τάξεις υιοθετούν την οδό των διοικητικών κυρώσεων, αυτοτελώς ή σε συνδυασμό (παράλληλο ή ιεραρχικό) με αστικές κυρώσεις.
Στο δίκαιό μας, ο Ν 4706/2020 είχε ήδη προκρίνει την οδό των διοικητικών κυρώσεων. Στο αναμορφωμένο άρθ. 24 προβλέπονται τα εξής:
– Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς (συνεχίζει να) ασκεί εποπτεία και να διενεργεί ελέγχους για την τήρηση των διατάξεων περί έμφυλης ισότητας σε όλες τις εισηγμένες εταιρείες.
– Σε περίπτωση παράβασης, επιβάλλει επίπληξη ή πρόστιμο μέχρι 3.000.000 ευρώ (και πάντως έως 5% του συνολικού ετήσιου κύκλου εργασιών κατά το οικονομικό έτος που αφορά η παράβαση, σύμφωνα με τις εγκεκριμένες οικονομικές καταστάσεις της παραβάτιδας εταιρείας ή της ανώτατης μητρικής (αν καταρτίζονται ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις.
– Επίπληξη ή πρόστιμο μέχρι 3.000.000 ευρώ μπορεί επίσης να επιβληθεί σε μέλη δ.σ. ή άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του νόμου.
Σελ. 19
– Κατά την επιμέτρηση του προστίμου, λαμβάνονται υπόψη τα κριτήρια της παρ. 2, όπως αυτά εξειδικεύονται στην απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς που αναμένεται να εκδοθεί δυνάμει της παρ. 4 του ίδιου άρθρου.
– Η μη συμμόρφωση με τα άρθ. 3Α, 3Β και 3Γ επιφέρει επιπροσθέτως μία «name and shame» συνέπεια: η απόφαση περί επιβολής κυρώσεων κοινοποιείται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς στη Γενική Γραμματεία Ισότητας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, εντός 20 ημερών από την έκδοσή της · αμφότερες δε προβαίνουν σε δημόσια ανακοίνωση της παράβασης, με ανάρτηση στον ιστότοπό τους.
Ειδικώς για τις μεγάλες εισηγμένες, η μη συμμόρφωση με την υποχρέωση ισόρροπης εκπροσώπησης μπορεί να έχει δυσμενείς συνέπειες όσον αφορά τη συμμετοχή τους σε δημόσιες συμβάσεις. Και τούτο διότι η μη τήρηση του ελάχιστου ποσοστού και του εκτελεστικού μέλους (όπου απαιτείται) συνιστά αθέτηση ορισμένων αρχών που διέπουν τη διαδικασία σύναψης δημοσίων συμβάσεων, και συγκεκριμένα της παρ.2 του άρθ. 18 και της παρ. 2 του άρθ. 253 Ν 4412/2016 καθώς και της παρ. 3 του άρθ. 29 Ν 4413/2016.
Β.2. Ειδικότερα επί της συμμετοχής σε δημόσιες συμβάσεις
Δυνάμει του άρθ. 9 Ν 5158/2025, ειδικώς για τις μεγάλες εισηγμένες, η μη συμμόρφωση με την υποχρέωση ισόρροπης εκπροσώπησης, όπως προαναφέρθηκε, έχει αρνητικό αντίκτυπο και σε επίπεδο δημοσίων συμβάσεων. Η μη τήρηση του ελάχιστου ποσοστού και του εκτελεστικού μέλους (όπου απαιτείται) ισοδυναμεί - για τις εταιρείες αυτές, σύμφωνα και με τις σχετικές διατάξεις των Ν 4412/2016 και Ν 4413/2016- με μη τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις διατάξεις της κοινωνικοασφαλιστικής και εργατικής νομοθεσίας, που έχουν θεσπισθεί με το δίκαιο της Ένωσης, το εθνικό δίκαιο, συλλογικές συμβάσεις ή διεθνείς διατάξεις κοινωνικού και εργατικού δικαίου. Υπενθυμίζεται ότι οι ρυθμίσεις αυτές πρέπει να τηρούνται από τους διαγωνιζομένους τόσο στο πλαίσιο συμμετοχής σε διαδικασίες ανάθεσης όσο και κατά το στάδιο της εκτέλεσης, η δε υποχρέωση αυτή επισημαίνεται υποχρεωτικά στα έγγραφα της σύμβασης και αποτελεί ειδικό όρο αυτής. Οι αναθέτουσες αρχές και οι αναθέτοντες φορείς οφείλουν λοιπόν να ελέγχουν και να εξασφαλίζουν την τήρησή τους τόσο κατά την ανάθεση όσο και κατά την εκτέλεση των συμβάσεων. Συγκεκριμένα, κατά το στάδιο ανάθεσης, η διαπίστωση από την αναθέτουσα αρχή ή τον αναθέτοντα φορέα της μη τήρησης των παραπάνω υποχρεώσεων στοιχειοθετεί λόγο αποκλεισμού τους από τη διαγωνιστική διαδικασία . κατά το δε στάδιο ανάθεσης, το γεγονός ότι η υποχρέωση αυ-
Σελ. 20
τή αποτελεί ειδικό όρο της σύμβασης, επιτρέπει στην αναθέτουσα αρχή να ελέγχει και να απαιτεί την τήρησή της καθ’ όλη τη διάρκεια της σύμβασης.
Περαιτέρω, για τις λοιπές εταιρείες για τις οποίες δεν υφίσταται εκ του νόμου υποχρέωση τήρησης του ελάχιστου ποσοστού και του εκτελεστικού μέλους (όπου απαιτείται), οι αναθέτουσες αρχές δύνανται να την προβλέπουν υπό τη μορφή βαθμολογούμενου κριτηρίου ανάθεσης στην περίπτωση που μια σύμβαση ανατίθεται βάσει του κριτηρίου της πλέον συμφέρουσας από οικονομικής άποψης προσφοράς, στο πλαίσιο της ευρείας διακριτικής ευχέρειας που διαθέτουν ως προς τη διαμόρφωσή τους. Τούτο, άλλωστε, είναι σύμφωνο τόσο με τη νομολογία του ΔΕΕ όσο και με το πνεύμα των ευρωπαϊκών Οδηγιών της 26ης Φεβρουαρίου 2014, οι οποίες επισημαίνουν την ανάγκη κριτηρίων ανάθεσης και όρων εκτέλεσης της σύμβασης που να αφορούν τις κοινωνικές πτυχές της διαδικασίας παραγωγής των έργων, των αγαθών ή των υπηρεσιών που πρόκειται να παρασχεθούν, συμπεριλαμβανομένης της ενθάρρυνσης της εφαρμογής μέτρων για την προαγωγή της ισότητας γυναικών και ανδρών στην εργασία και την ενίσχυση της συμμετοχής των γυναικών στην αγορά εργασίας, υπό τον όρο πάντα του σεβασμού της αρχών της αναλογικότητας, της ίσης μεταχείρισης και της μη διάκρισης των διαγωνιζομένων.
Β.3. Αστικές κυρώσεις
Στην αρχική εκδοχή του Ν 4706/2020, η μη συμμόρφωση της εταιρείας με την υποχρέωση ισόρροπης εκπροσώπησης (στο ελάχιστο ποσοστό του 25%), δεν συνεπαγόταν ελαττωματικότητα της απόφασης του εταιρικού οργάνου ή άλλες – αστικής φύσης – συνέπειες. Το τοπίο παραμένει το ίδιο για τις εισηγμένες εταιρείες που κείνται εκτός πεδίου εφαρμογής της Οδηγίας (άρθ. 24 παρ. 3).
Αντιθέτως, όσον αφορά τις μεγάλες εισηγμένες, ο Ν 5178/2025 εισήγαγε την κύρωση της ακυρότητας όταν η απόφαση του εταιρικού οργάνου περί διορισμού ή εκλογής σε θέση μέλους του δ.σ.