ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ ΣΤΙΣ ΧΩΡΕΣ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗΣ ΤΟΥΣ

Κατά το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Συνδυάστε Βιβλίο (έντυπο) + e-book και κερδίστε 17.5€
Δωρεάν μεταφορικά σε όλη την Ελλάδα για αγορές άνω των 30€

Πληρώστε σε έως άτοκες δόσεις των /μήνα με πιστωτική κάρτα.

Σε απόθεμα

Τιμή: 42,50 €

* Απαιτούμενα πεδία

Κωδικός Προϊόντος: 21297
Ιωσηφίδου Μ-Α.
Σταματούδη Ε.
  • Έκδοση: 2026
  • Σχήμα: 17x24
  • Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
  • Σελίδες: 424
  • ISBN: 978-618-08-0856-8

Πότε η αγορά τέχνης απειλεί την πολιτιστική κληρονομιά;

Συνδέεται η παράνομη διακίνηση των πολιτιστικών αγαθών με τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, το οργανωμένο έγκλημα και άλλες παράνομες δραστηριότητες;
Κατά πόσο οι οίκοι δημοπρασιών και οι έμποροι παρέχουν έναν μανδύα φαινομενικής νομιμοποίησης στα παρανόμως διακινηθέντα πολιτιστικά αγαθά;
Τα μουσεία, εκθέτοντας αυτά τα αντικείμενα, μπορούν να ισχυριστούν ότι αποτελούν θεματοφύλακες της πολιτιστικής κληρονομιάς;
Οι σύγχρονες τεχνολογίες διευκολύνουν ή καταπολεμούν το παράνομο εμπόριο;
Είναι σημαντική η επιστροφή των πολιτιστικών αγαθών στο αρχικό τους πολιτιστικό περιβάλλον και ποια νομικά επιχειρήματα διαθέτουν στη φαρέτρα τους τα κράτη προέλευσης ώστε να την επιτύχουν;
Οι διαφορετικές νομικές παραδόσεις των κρατών μελών και η αρχή της ελεύθερης διακίνησης δυσχεραίνουν μια κοινή ευρωπαϊκή προσέγγιση;
Ποιες νομοθετικές αλλαγές θα πρέπει να συντελεστούν και με ποιους τρόπους θα μπορούσε η Ένωση να ενισχύσει τον συντονισμό μεταξύ των κρατών μελών;

Η μονογραφία επιχειρεί μία εις βάθος ανάλυση του θεσμικού πλαισίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των διεθνών συνθηκών για την προστασία και την επιστροφή πολιτιστικών αγαθών, καταδεικνύει τις αδυναμίες του και προτείνει νομοθετικές και πρακτικές παρεμβάσεις για τη βελτίωσή του. Απευθύνεται σε νομικούς, αρχαιολόγους, επαγγελματίες πολιτιστικών ιδρυμάτων, υπεύθυνους αρμοδίων αρχών, ερευνητές, καθώς και σε αναγνώστες που ενδιαφέρονται για τη διαφύλαξη της πολιτιστικής κληρονομιάς.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ 

ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ 

ΠΙΝΑΚΑΣ ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΩΝ 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ 1

ΜΕΡΟΣ Ι

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

ΤΟ ΠΑΡΑΝΟΜΟ ΕΜΠΟΡΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΩΝ ΑΓΑΘΩΝ

1.0 Η έννοια της χώρας προέλευσης 3

1.1 Οι τριγωνικές σχέσεις 4

1.2 Οι εμπλεκόμενοι στο παράνομο δίκτυο 5

1.2.1 Η παράνομη ανασκαφή και η κλοπή 5

1.2.2 Η απομάκρυνση από τη χώρα προέλευσης 7

1.2.3 Η φαινομενική νομιμοποίηση του πολιτιστικού αγαθού 9

1.2.4 Ο ρόλος του οίκου δημοπρασιών 11

1.2.5 Οι τελικοί αποδέκτες 13

1.2.5.1 Μουσεία 13

1.2.5.2 Συλλέκτες 14

1.3 Οι σύγχρονες προκλήσεις 15

1.3.1 Η παράνομη διακίνηση μέσω του διαδικτύου 15

1.3.2 Οι νέες τεχνολογίες ως σύμμαχος κατά της παράνομης διακίνησης
και της πάταξης της αρχαιοκαπηλίας 17

1.4 Η σύνδεση της παράνομης διακίνησης πολιτιστικών αγαθών με άλλα εγκλήματα 19

1.4.1 Φοροδιαφυγή 19

1.4.2 Διαφθορά 20

1.4.3 Οργανωμένο Έγκλημα 21

1.4.4 Τρομοκρατία 22

1.5 Οι κοινωνιολογικές προεκτάσεις 23

1.5.1 Η απώλεια της αρχαιολογικής πληροφορίας 23

1.5.2 Το δικαίωμα στην πολιτιστική κληρονομιά 24

1.6 Η επιστροφή των πολιτιστικών αγαθών 25

1.6.1 Ο πολιτιστικός εθνικισμός 25

1.6.2 Ο πολιτιστικός διεθνισμός 27

1.6.3 Η έννοια του παγκόσμιου μουσείου 29

1.6.4 Οι αρχές της προστασίας και της ακεραιότητας των πολιτιστικών αγαθών
και η προσβασιμότητα του κοινού 32

ΜΕΡΟΣ ΙΙ

ΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΘΕΣΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

ΣΥΜΒΑΣΗ ΤΗΣ ΧΑΓΗΣ ΤΟΥ 1954
ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ
ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΕΝΟΠΛΗΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗΣ
ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΑ ΤΟΥ 1954 ΚΑΙ ΤΟΥ 1999

2.0 Εισαγωγή 37

2.0.1 Η ανάγκη για προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς σε ένοπλες συρράξεις 37

2.0.1.1 Η θέσπιση της Σύμβασης της Χάγης 1954 37

2.0.1.2 Τα Πρωτόκολλα της Σύμβασης 38

2.0.1.3 Η παράνομη διακίνηση πολιτιστικών αγαθών κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο 39

2.0.2 Η στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη λεηλασία πολιτιστικών αγαθών
κατά τη διάρκεια ενόπλων συρράξεων 41

2.1 Κύριες διατάξεις 42

2.1.1 Σκοπός και πεδίο εφαρμογής 42

2.1.2 Η απαγόρευση της κλοπής, της λεηλασίας και της υπεξαίρεσης 44

2.1.3 Υποχρεώσεις που πηγάζουν από το Πρώτο Πρωτόκολλο 45

2.1.3.1 Η απαγόρευση της παράνομης διακίνησης 45

2.1.3.2 Η υποχρέωση επιστροφής 47

2.1.3.3 Το ζήτημα της απομάκρυνσης για λόγους προστασίας 51

2.1.4 Υποχρεώσεις που πηγάζουν από το Δεύτερο Πρωτόκολλο 53

2.1.4.1 Η απαγόρευση της αρχαιολογικής έρευνας 53

2.1.4.2 Η ποινικοποίηση της κλοπής, της λεηλασίας και της υπεξαίρεσης 55

2.1.4.3 Η καταστροφή των πολιτιστικών αγαθών ως έγκλημα πολέμου 57

2.2 Κενά και προτάσεις για βελτίωση 59

2.2.1 Η ελλιπής ρύθμιση για την επιστροφή των πολιτιστικών αγαθών 59

2.2.2 Το ζήτημα της αποζημίωσης του καλόπιστου κατόχου 61

2.2.3 Η έννοια της αδήριτης στρατιωτικής ανάγκης 63

2.2.4 Οι προκλήσεις στη σύγχρονη εποχή 64

2.2.4.1 Οι πρόσφατες παραβιάσεις της Σύμβασης 64

2.2.4.2 Οι τρομοκρατικές οργανώσεις 66

2.3 Συμπεράσματα 68

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

ΣΥΜΒΑΣΗ UNESCO ΤΟΥ 1970
ΓΙΑ ΤΑ ΜΕΣΑ ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΠΑΡΕΜΠΟΔΙΣΗΣ
ΤΗΣ ΠΑΡΑΝΟΜΗΣ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ, ΕΞΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗΣ
ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΩΝ ΑΓΑΘΩΝ

3.0 Η θέση της Σύμβασης UNESCO 1970 στο διεθνές και ευρωπαϊκό
πλαίσιο προστασίας των πολιτιστικών αγαθών 71

3.0.1 Ο λόγος θέσπισης της Σύμβασης UNESCO 1970 71

3.0.2 Η επιρροή της Σύμβασης UNESCO 1970 στο θεσμικό πλαίσιο
της Ευρωπαϊκής Ένωσης 73

3.1 Οι βασικές διατάξεις της Σύμβασης UNESCO 1970 74

3.1.1 Ο σκοπός της Σύμβασης 74

3.1.2 Το πεδίο εφαρμογής της Σύμβασης 75

3.1.3 Οι υποχρεώσεις των μερών 77

3.1.3.1 Ο ρόλος των αρμοδίων υπηρεσιών 77

3.1.3.1.1 Η συστηματική απογραφή 78

3.1.3.1.2 Η οργάνωση ανασκαφών 79

3.1.3.1.3 Τα εκπαιδευτικά προγράμματα 79

3.1.3.1.4 Η σημασία της άμεσης δημοσίευσης 80

3.1.3.2 Οι υποχρεώσεις του κράτους εξαγωγής και η χρήση του πιστοποιητικού
εξαγωγής 81

3.1.3.3 Οι υποχρεώσεις του κράτους εισαγωγής 83

3.1.3.3.1 Η απαγόρευση εισαγωγής παρανόμως διακινηθέντων
πολιτιστικών αγαθών 83

3.1.3.3.2 Η παρεμπόδιση της εισαγωγής κατά τον τελωνειακό έλεγχο 84

3.1.3.3.3 Η παρεμπόδιση διακίνησης και απόκτησης παρανόμως
εξαχθέντων πολιτιστικών αγαθών 85

3.1.4 Δυνατότητα επιστροφής 87

3.1.4.1 Διπλωματία 87

3.1.4.2 Άσκηση αγωγής 88

3.1.4.3 Το βάρος της απόδειξης και το ζήτημα της καλής πίστης και της αποζημίωσης 91

3.1.5 Η προστασία των πολιτιστικών αγαθών από εμπόλεμες ζώνες 92

3.1.6 Κυρώσεις 93

3.2 Σύνοψη κενών και προτάσεις για βελτίωση 93

3.2.1 Μη αναδρομική ισχύς 93

3.2.2 Περιοριστικό και παρωχημένο πεδίο εφαρμογής 96

3.2.3 Το βάρος της απόδειξης της κυριότητας επί των πολιτιστικών αγαθών 98

3.2.4 Το ζήτημα της καλής πίστης και της αποζημίωσης του κατόχου 99

3.2.5 Η ασάφεια των διατάξεων 102

3.2.6 Ο περιορισμένος σκοπός της Σύμβασης 103

3.3 Συμπεράσματα 104

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

ΣΥΜΒΑΣΗ UNIDROIT ΤΟΥ 1995
ΓΙΑ ΤΑ ΚΛΑΠΕΝΤΑ Ή ΠΑΡΑΝΟΜΩΣ ΕΞΑΧΘΕΝΤΑ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΑ ΑΓΑΘΑ

4.0 Η θέση της Σύμβασης UNIDROIT 1995 στο διεθνές και ευρωπαϊκό θεσμικό
πλαίσιο προστασίας των πολιτιστικών αγαθών 106

4.0.1 Ο λόγος θέσπισης της Σύμβασης UNIDROIT 1995 106

4.0.2 Η επιρροή της Σύμβασης UNIDROIT 1995 στο θεσμικό πλαίσιο
της Ευρωπαϊκής Ένωσης 107

4.1 Οι βασικές διατάξεις της Σύμβασης UNIDROIT 1995 107

4.1.1 Ο σκοπός της Σύμβασης 107

4.1.2 Το πεδίο εφαρμογής 108

4.1.3 Η προστασία των κλαπέντων πολιτιστικών αγαθών 109

4.1.3.1 Η έννοια της κλοπής 109

4.1.3.2 Η προστασία των ευρημάτων λαθρανασκαφών 110

4.1.3.3 Η απόδοση των κλαπέντων πολιτιστικών αγαθών 111

4.1.3.4 Οι προθεσμίες διεκδίκησης των κλαπέντων πολιτιστικών αγαθών 113

4.1.3.5 Το βάρος της απόδειξης και τα ζητήματα καλής πίστης και αποζημίωσης 114

4.1.4 Η προστασία των παρανόμως εξαχθέντων πολιτιστικών αγαθών 118

4.1.4.1 Η έννοια της παράνομης εξαγωγής 118

4.1.4.2 Οι προϋποθέσεις διεκδίκησης ενός παρανόμως εξαχθέντος πολιτιστικού αγαθού 120

4.1.4.3 Οι προθεσμίες διεκδίκησης ενός παρανόμως εξαχθέντος πολιτιστικού αγαθού 120

4.1.4.4 Το βάρος της απόδειξης και τα ζητήματα καλής πίστης και αποζημίωσης 121

4.1.5 Η διαδικασία διεκδίκησης 122

4.1.6 Η μη αναδρομική ισχύς της Σύμβασης 123

4.2 Σύνοψη κενών και προτάσεις για βελτίωση 123

4.2.1 Η περιορισμένη απήχηση της Σύμβασης 123

4.2.2 Η ανάγκη κύρωσης της Σύμβασης από τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης 125

4.2.3 Οι ασφυκτικές προθεσμίες για τα ευρήματα λαθρανασκαφής 126

4.2.4 Η αναγκαιότητα εκτεταμένης χρήσης των πιστοποιητικών εξαγωγής
και του Object ID 127

4.2.5 Η μη αναδρομική ισχύς της Σύμβασης ως εμπόδιο στην επιστροφή
των πολιτιστικών αγαθών 128

4.3 Συμπεράσματα 129

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Η ΣΥΜΒΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΤΟΥ 2017
ΓΙΑ ΤΑ ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΑ ΑΓΑΘΑ

5.0 Το ιστορικό της θέσπισης 131

5.0.1 Το πλαίσιο δημιουργίας της Σύμβασης 131

5.0.2 Η Σύμβαση της Λευκωσίας ως εξέλιξη της Σύμβασης των Δελφών 1985 132

5.1 Οι βασικές διατάξεις της Σύμβασης 133

5.1.1 Ο σκοπός και το πεδίο εφαρμογής της Σύμβασης 133

5.1.2 Η κλοπή και οι λοιπές μορφές παράνομης ιδιοποίησης 134

5.1.3 Η παράνομη ανασκαφή 135

5.1.3.1 Η σημασία ποινικοποίησης της παράνομης ανασκαφής 135

5.1.3.2 Το πρόβλημα της παράνομης ανασκαφής στα υπό κατοχή κράτη 136

5.1.3.3 Άλλα μέτρα κατά της παράνομης ανασκαφής 138

5.1.4 Η παράνομη εισαγωγή 138

5.1.4.1 Ο παράνομος χαρακτήρας της εισαγωγής 138

5.1.4.2 Η γνώση του δράστη για την παράνομη προέλευση του πολιτιστικού αγαθού 140

5.1.5 Η παράνομη εξαγωγή 141

5.1.6 O έλεγχος των ελεύθερων λιμένων (free port) 143

5.1.7 Η παράνομη απόκτηση πολιτιστικών αγαθών 143

5.1.7.1 Η έννοια της απόκτησης και της δέουσας επιμέλειας 143

5.1.7.2 Η απόκτηση από πολιτιστικά ιδρύματα 144

5.1.8 Η παράνομη εμπορία 147

5.1.9 Η έκδοση πλαστών πιστοποιητικών και η νόθευση εγγράφων 149

5.1.10 Η καταστροφή των πολιτιστικών αγαθών 150

5.2 Η συμβολή της Σύμβασης στην επιστροφή των πολιτιστικών αγαθών 152

5.2.1 Οι δικονομικές διατάξεις 152

5.2.2 Οι κυρώσεις και η επιστροφή των πολιτιστικών αγαθών 153

5.2.2.1 Τα είδη των κυρώσεων 153

5.2.2.2 Οι επιβαρυντικές περιστάσεις 154

5.2.3 Η κύρωση της Σύμβασης: προκλήσεις και οφέλη 156

5.2.3.1 Η προσχώρηση νέων κρατών 156

5.2.3.2 Η στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέναντι στη Σύμβαση 157

5.3 Συμπεράσματα 158

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

ΣΥΜΒΑΣΗ UNESCO ΤΟΥ 2001
ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΥΠΟΒΡΥΧΙΑΣ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ

6.0 Εισαγωγή 161

6.0.1 Η ανάγκη για στοχευμένη προστασία 161

6.0.2 Η στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών μελών
στη Σύμβαση UNESCO 2001 162

6.1 Βασικές διατάξεις 164

6.1.1 Ο σκοπός και το πεδίο εφαρμογής της Σύμβασης 164

6.1.2 Η συμβολή της Σύμβασης στην καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης 164

6.1.2.1 Η απαγόρευση της εμπορικής εκμετάλλευσης 164

6.1.2.2 Η ευαισθητοποίηση του κοινού ως προληπτικό μέτρο 165

6.1.3 Η συμβολή της Σύμβασης στην επιστροφή των υποβρύχιων πολιτιστικών αγαθών 166

6.1.3.1 Το δικαίωμα κατάσχεσης των ευρημάτων 166

6.1.3.2 Η σημασία της κατάσχεσης στη διάσωση των υποβρύχιων πολιτιστικών αγαθών 167

6.2 Κριτικές παρατηρήσεις 168

6.2.1 Το ζήτημα της «πιστοποιημένης σύνδεσης» 168

6.2.1.1 Ο περιορισμός των κυριαρχικών δικαιωμάτων 168

6.2.1.2 Μία «ανεπιθύμητη» συνεργασία 170

6.2.1.3 Πιθανές αξιώσεις επί των ευρημάτων 171

6.2.2 Το δικαίωμα της κυριαρχικής ασυλίας 173

6.3 Συμπεράσματα 174

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΤΟΥ 1992
ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ

7.0 Εισαγωγή 176

7.0.1 Η μέριμνα για τη διατήρηση της αρχαιολογικής κληρονομιάς 176

7.0.2 Η προστασία της ευρωπαϊκής αρχαιολογικής κληρονομιάς ως υποχρέωση 177

7.1 Βασικές διατάξεις 178

7.1.1 Η συμβολή της Σύμβασης στην καταπολέμηση των παράνομων ανασκαφών 178

7.1.1.1 Η απαγόρευση της παράνομης ανασκαφής 178

7.1.1.2 Η χρήση του ανιχνευτή μετάλλων ως μόνιμη απειλή 179

7.1.1.3 Το ζήτημα της παράδοσης των αρχαιοτήτων 180

7.1.2 Η Σύμβαση ως επικουρικό μέσο στην καταπολέμηση του παράνομου εμπορίου 182

7.1.3 Η επιρροή της Σύμβασης στην πολιτική των μουσείων 183

7.2 Συμπεράσματα 184

ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ

ΤΟ ΘΕΣΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8

ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ ΣΤΗΝ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΘΝΙΚΩΝ
ΘΗΣΑΥΡΩΝ ΕΝΤΟΣ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
(ΑΡΘΡΟ 36 ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ
ΓΙΑ ΤΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ)

8.0 Ο κανόνας της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων
εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης 187

8.0.1 Η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων 187

8.0.2 Η θέση των εθνικών θησαυρών στην εσωτερική αγορά 187

8.1 Η εξαίρεση των εθνικών θησαυρών 189

8.1.1 Το άρθρο 36 ΣΛΕΕ 189

8.1.2 Ο ρόλος των κρατών μελών στην ερμηνεία της έννοιας «εθνικός θησαυρός» 190

8.1.3 Τα συστατικά στοιχεία του όρου «εθνικός θησαυρός» 192

8.1.3.1 Οι πολύπτυχες διαστάσεις του όρου «εθνικός» 192

8.1.3.2 Το περιεχόμενο του όρου «θησαυρός» 193

8.2 Ο περιορισμός της εξαίρεσης του άρθρου 36 ΣΛΕΕ 194

8.2.1 Τα όρια της εξαίρεσης του άρθρου 36 ΣΛΕΕ 194

8.2.2 Τα όρια της εξαίρεσης του άρθρου 36 ΣΛΕΕ υπό το φως του σκοπού
της Οδηγίας 2014/60 196

8.2.3 Οι λόγοι επιτακτικού συμφέροντος 197

8.3 Συμπεράσματα 197

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9

ΟΔΗΓΙΑ 2014/60/ΕΕ
ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΩΝ ΑΓΑΘΩΝ

9.0 Βασικά σημεία της Οδηγίας 2014/60 199

9.0.1 Σκοπός και στόχοι 199

9.0.2 Η ανάγκη τροποποίησης της Οδηγίας 1993/7 200

9.0.3 Πεδίο εφαρμογής 201

9.0.3.1 Ορισμός του όρου «πολιτιστικό αγαθό» 201

9.0.3.2 Το παράρτημα 203

9.0.4 Διοικητική συνεργασία κατά το άρθρο 5 204

9.0.4.1 Εντοπισμός του πολιτιστικού αγαθού 205

9.0.4.2 Τελωνειακοί έλεγχοι 206

9.0.4.3 Προθεσμία εξακρίβωσης της φύσης του πολιτιστικού αγαθού 207

9.0.4.4 Σύστημα ΙΜΙ 208

9.0.5 Διαδικασία επιστροφής 210

9.0.5.1 Ο θεσμός της διαιτησίας (άρθρο 5(6)) 210

9.0.5.2 Η άσκηση αγωγής επιστροφής (άρθρο 6) 211

9.0.5.3 Η διαχείριση του πολιτιστικού αγαθού μετά την επιστροφή 214

9.0.6 Παραγραφή της αξίωσης επιστροφής 214

9.0.7 Δέουσα επιμέλεια και βάρος απόδειξης 216

9.0.8 Μη αναδρομική ισχύς των διατάξεων της Οδηγίας 2014/60 219

9.1 Σύνοψη κενών της Οδηγίας 2014/60 και προτάσεις για βελτίωση 222

9.1.1 Δέουσα επιμέλεια και χρήση του προτύπου Object ID 222

9.1.2 Έλεγχος παραγόντων διακίνησης πολιτιστικών αγαθών 223

9.1.2.1 Οίκοι δημοπρασιών 223

9.1.2.2 Διαδικτυακές πλατφόρμες πώλησης πολιτιστικών αγαθών 224

9.1.3 Η ανάγκη για αναδρομική ισχύ των διατάξεων 224

9.1.4 Προθεσμία παραγραφής: Το χρονικό όριο των 30 ετών 224

9.1.5 Η αμοιβαία κατανόηση της νομοθεσίας του αιτούντος κράτους μέλους
και των όρων «εθνικός θησαυρός» και «παρανόμως απομακρυνθέν» 225

9.1.6 Ο θεσμός του Εισαγγελέα για τα πολιτιστικά αγαθά 226

9.1.7 Το ζήτημα του εφαρμοστέου δικαίου κατά τη διαδικασία της διαιτησίας 228

9.1.8 Ζητήματα που αφορούν τα έξοδα της διαδικασίας επιστροφής 228

9.1.9 Τεχνικά ζητήματα χρήσης του ΙΜΙ 228

9.2 Συμπεράσματα 229

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΚ) 116/2009
ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΞΑΓΩΓΗ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΩΝ ΑΓΑΘΩΝ

10.0 Η σχέση του Κανονισμού 116/2009 και της Οδηγίας 2014/60 231

10.1 Βασικές διατάξεις 232

10.1.1 Σκοπός 232

10.1.2 Πεδίο εφαρμογής 233

10.1.2.1 Οι κατηγορίες των πολιτιστικών αγαθών που προστατεύονται στο παράρτημα 233

10.1.2.2 Τα χρονολογικά όρια 234

10.1.2.3 Τα χρηματικά όρια 235

10.1.2.4 Η στενότητα του πεδίου εφαρμογής 236

10.1.3 Άδεια εξαγωγής 237

10.1.3.1 Είδη αδειών εξαγωγής 237

10.1.3.2 Αρμόδια αρχή 238

10.1.3.3 Οι όροι «νόμιμο και οριστικό» 239

10.1.3.4 Εφαρμοστέο δίκαιο 241

10.1.3.5 Η απόφαση της αρμόδιας αρχής 242

10.1.3.5.1 Απόρριψη της αίτησης χορήγησης άδειας 242

10.1.3.5.2 Πολιτιστικά αγαθά για τα οποία δεν απαιτείται άδεια 243

10.2 Σύνοψη κενών και προτάσεις βελτίωσης 245

10.2.1 Η επανεξέταση του πεδίου εφαρμογής 246

10.2.2 Η νόμιμη και οριστική παρουσία του πολιτιστικού αγαθού πριν και
μετά τη 1η Ιανουαρίου 1993 248

10.2.3 Η ερμηνεία των όρων «νόμιμα και οριστικά» 249

10.2.4 Η αναγκαιότητα έκδοσης άδειας εξαγωγής για κάθε πολιτιστικό αγαθό 250

10.2.5 Η απόρριψη της άδειας εξαγωγής για τα πολιτιστικά αγαθά από τρίτες χώρες 251

10.2.6 Η εφαρμογή των διατάξεων της Οδηγίας 2014/60 περί διοικητικής συνεργασίας 253

10.2.7 Η ενίσχυση της διοικητικής συνεργασίας 254

10.2.8 Το ηλεκτρονικό σύστημα έκδοσης και ελέγχου των αδειών εξαγωγής 256

10.2.9 Ο τελωνειακός έλεγχος 258

10.2.10 Ο προσδιορισμός και η ενίσχυση των κυρώσεων 259

10.3 Συμπεράσματα 259

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2019/880
ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΙΣΟΔΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΩΝ ΑΓΑΘΩΝ

11.0 Η ανάγκη θέσπισης του Κανονισμού 2019/880 261

11.0.1 Η παράνομη εισαγωγή πολιτιστικών αγαθών τρίτων χωρών
στην Ευρωπαϊκή Ένωση 261

11.0.2 Οι διεθνείς διαστάσεις του προβλήματος 262

11.0.3 Το διεθνές θεσμικό πλαίσιο 264

11.0.4 Η θέσπιση του Κανονισμού 2019/880 266

11.1 Οι βασικές διατάξεις του Κανονισμού 2019/880 268

11.1.1 Σκοπός του Κανονισμού 268

11.1.2 Το πεδίο εφαρμογής 269

11.1.3 Η εισαγωγή πολιτιστικών αγαθών στην Ευρωπαϊκή Ένωση 270

11.1.3.1 Η άδεια εισαγωγής 270

11.1.3.2 Η δήλωση του εισαγωγέα 272

11.1.4 Το ηλεκτρονικό σύστημα 273

11.2 Σύνοψη κενών και προτάσεις για βελτίωση 274

11.2.1 Το περιορισμένο πεδίο εφαρμογής 274

11.2.2 Οι ελλιπείς έλεγχοι των δηλώσεων του εισαγωγέα 276

11.2.3 Η εξαίρεση του 1972 277

11.2.4 Το εφαρμοστέο δίκαιο 279

11.2.5 Το αρρύθμιστο ζήτημα της επιστροφής 281

11.2.6 Οι κυρώσεις 282

11.2.7 Οι τελωνειακοί έλεγχοι 284

11.2.8 Οι καθυστερήσεις και η διοικητική επιβάρυνση 286

11.3 Συμπεράσματα 287

ΜΕΡΟΣ IV

SOFT LAW

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12

Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΩΝ ΜΗ ΔΕΣΜΕΥΤΙΚΩΝ ΡΥΘΜΙΣΕΩΝ
ΣΤΗΝ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΩΝ ΑΓΑΘΩΝ

12.0 Ο ρόλος του soft law στην επιστροφή των πολιτιστικών αγαθών 291

12.1 Κώδικες δεοντολογίας 292

12.1.1 Ο ρόλος των κωδίκων δεοντολογίας στο εμπόριο των πολιτιστικών αγαθών 292

12.1.1.1 Οι έμποροι πολιτιστικών αγαθών και οι οίκοι δημοπρασιών 292

12.1.1.2 Το ζήτημα της καλής πίστης 295

12.1.1.3 Το ζήτημα της ανωνυμίας του πωλητή 296

12.1.1.4 Το ζήτημα των κυρώσεων 297

12.1.2 Δεοντολογικές αρχές για τα μουσεία 298

12.2 Τα μνημόνια συνεργασίας 301

12.3 Τα ψηφίσματα 304

12.3.1 Ο αντίκτυπος των ψηφισμάτων στην αγορά τέχνης 304

12.3.2 Η επιρροή των ψηφισμάτων στην εξέλιξη της νομοθεσίας 305

12.4 Ο ρόλος των διεθνών οργανισμών στη διαμόρφωση του soft law 307

12.4.1 Οργανισμοί με κύρια δράση τους την πολιτιστική κληρονομιά 307

12.4.1.1 UNESCO 307

12.4.1.2 ICOM 311

12.4.1.3 Άλλοι διακυβερνητικοί οργανισμοί 312

12.4.2 Οργανισμοί δίωξης της παράνομης διακίνησης πολιτιστικών αγαθών 313

12.4.3 Μητρώα παρανόμως διακινηθέντων πολιτιστικών αγαθών 316

12.5 Αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας του soft law 317

ΜΕΡΟΣ V

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

13.0 Γενική αποτίμηση 319

13.1 Ελλείψεις σε διεθνές επίπεδο και προτάσεις για βελτίωση 322

13.1.1 Η προστασία των πολιτιστικών αγαθών από την παράνομη διακίνηση 322

13.1.1.1 Το περιορισμένο πεδίο εφαρμογής της Σύμβασης UNESCO 1970
και η διασταλτική ερμηνεία του όρου «καταγεγραμμένο πολιτιστικό αγαθό» 322

13.1.1.2 Η πρόβλεψη της UNIDROIT 1995 για ευρύτερη κάλυψη και η ανάγκη
για τη θέσπιση δυναμικών μέτρων (Object ID) 323

13.1.1.3 Η ανάγκη για την υιοθέτηση διεθνούς προτύπου πιστοποιητικού εξαγωγής 324

13.1.1.4 Η σημασία της κοινής γραμμής πλεύσης σε ζητήματα ποινικού δικαίου 325

13.1.2 Το ζήτημα της επιστροφής των πολιτιστικών αγαθών 327

13.1.2.1 Πιθανά προβλήματα λόγω της μη αναδρομικής ισχύος 327

13.1.2.2 Η σημασία εφαρμογής της lex originis 328

13.1.2.3 Η έννοια της δέουσας επιμέλειας και η αποζημίωση 330

13.1.3 Η προστασία των πολιτιστικών αγαθών σε περιόδους πολέμου
και ένοπλης σύρραξης 331

13.1.3.1 Προστασία από την καταστροφή και την παράνομη διακίνηση 331

13.1.3.2 Η επιστροφή των πολιτιστικών αγαθών στα υπό κατοχή κράτη 333

13.2 Το θεσμικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα των πολιτιστικών
αγαθών: όρια, ελλείψεις και προτάσεις βελτίωσης 334

13.2.1 Τα όρια αρμοδιότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης 334

13.2.2 Η διευθέτηση των αιτημάτων επιστροφής μεταξύ των κρατών μελών 335

13.2.2.1 Μη αναδρομική ισχύς της Οδηγίας 2014/60 335

13.2.2.2 Παραγραφή αιτημάτων 336

13.2.3 Έλεγχος της διακίνησης πολιτιστικών αγαθών προς και από την Ευρωπαϊκή Ένωση 337

13.2.3.1 Αποτροπή της παράνομης εξαγωγής των πολιτιστικών αγαθών προς τρίτα κράτη 337

13.2.3.1.1 Η καταπολέμηση του φαινομένου των «εξαγωγικών παραδείσων» 337

13.2.3.1.2 Ο έλεγχος των χρηματικών ορίων 338

13.2.3.2 Αποτροπή της παράνομης εισαγωγής πολιτιστικών αγαθών από τρίτα κράτη 339

13.2.3.2.1 Ο ελλιπής έλεγχος της δήλωσης του εισαγωγέα 339

13.2.3.2.2 Ο κίνδυνος της φαινομενικής νομιμοποίησης μέσω της τελευταίας χώρας 340

13.2.4 Μηχανισμοί ενίσχυσης της πρόληψης και καταστολής 341

13.2.4.1 Ο έλεγχος του εμπορίου 341

13.2.4.2 Ενίσχυση της διοικητικής συνεργασίας και της ανταλλαγής πληροφοριών 342

13.2.4.3 Οικονομική ενίσχυση των κρατών μελών 344

13.2.5 Θεσμοθέτηση ενός ενιαίου μηχανισμού ποινικής προστασίας 345

13.3 Τελικές σκέψεις 346

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 349

ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΟ ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ 383

Σελ. 1

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς αποτελεί ένα κρίσιμο ζήτημα που απασχολεί τόσο τα κράτη όσο και τη διεθνή κοινότητα. Σημαντική απειλή για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς συνιστά η παράνομη διακίνηση και εμπορία των πολιτιστικών αγαθών. Σε άμεση συνάρτηση με αυτό το φαινόμενο βρίσκεται το ζήτημα του επαναπατρισμού των παρανόμως διακινηθέντων πολιτιστικών αγαθών στις χώρες προέλευσής τους. Ορισμένα κράτη, ιδιαίτερα όσα διαθέτουν πλούσια πολιτιστική κληρονομιά, καταβάλλουν σημαντικές προσπάθειες για να αποτρέψουν τη λαθρανασκαφή, την κλοπή και την παράνομη εξαγωγή των πολιτιστικών αγαθών από το έδαφός τους. Επιπλέον, αξιώνουν την επιστροφή των πολιτιστικών αγαθών που έχουν απομακρυνθεί παράνομα από την επικράτειά τους. Εντούτοις, οι μεμονωμένες, αποσπασματικές και περιστασιακές ενέργειες κρατών δεν επαρκούν για να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά ένα έγκλημα με διακρατικό χαρακτήρα, όπως η παράνομη διακίνηση πολιτιστικών αγαθών.

Η παρούσα διατριβή εξετάζει το θεσμικό πλαίσιο (ενωσιακό και διεθνές) για την προστασία των πολιτιστικών αγαθών. Το κύριο ερευνητικό ερώτημα που πραγματεύεται είναι το εάν και κατά πόσο το ισχύον θεσμικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης θεωρείται αποτελεσματικό για την επιστροφή των πολιτιστικών αγαθών στις χώρες προέλευσής τους. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο αδυνατεί να ρυθμίσει το ζήτημα αυτό αποτελεσματικά, η παρούσα μελέτη θα επιχειρήσει να αποσαφηνίσει τις πρακτικές δυσκολίες που ανακύπτουν κατά τη διεκδίκηση ενός πολιτιστικού αγαθού και θα διερευνήσει τα όρια και τη δυνατότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης να εξαλείψει αυτές τις αδυναμίες. Αποσκοπώντας στη βελτίωση του υπάρχοντος θεσμικού πλαισίου, θα προταθούν τροποποιήσεις σε συγκεκριμένες διατάξεις του ισχύοντος πλαισίου ή και ριζικές μεταρρυθμίσεις.

Κατά το άρθρο 6 της ΣΛΕΕ, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αρμοδιότητα να αναλαμβάνει δράσεις για να υποστηρίζει, να συντονίζει ή να συμπληρώνει τη δράση των κρατών μελών στον τομέα του πολιτισμού. Στο πλαίσιο αυτό η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αναπτύξει νομοθετικές και πολιτικές πρωτοβουλίες μέσω των οποίων υποστηρίζει τις προσπάθειες των κρατών μελών για την προστασία και τη διατήρηση των εθνικών θησαυρών τους. Ωστόσο, υπάρχουν κρίσιμες παράμετροι οι οποίες επιβάλλουν μία δυναμικότερη και, κατά το δυνατόν, εναρμονισμένη και ουσιαστική απάντηση της Ένωσης πάνω στο ζήτημα της παράνομης διακίνησης και της επιστροφής των πολιτιστικών αγαθών στις χώρες προέλευσής τους. Ενδεικτικά:

(α) Η ελεύθερη κυκλοφορία των αγαθών στην ενιαία αγορά, ενδέχεται να διευκολύνει τη παράνομη διακίνηση και μεταπώληση των πολιτιστικών αγαθών εάν δεν υπάρχουν οι κατάλληλες απαγορεύσεις και έλεγχοι. Η πολιτιστική κληρονομιά συνιστά ιδιαίτερη κατηγορία αγαθών, η προστασία των οποίων απαιτεί συντονισμό, εναρμόνιση και κοινές στρατηγικές σε επίπεδο Ένωσης.

(β) Οι διαφοροποιήσεις στην εθνική νομοθεσία και στην νοοτροπία μεταξύ των κρατών μελών αναφορικά με την προστασία των πολιτιστικών αγαθών μπορούν να συμβάλουν στην παράνομη διακίνηση των πολιτιστικών αγαθών και στην εξαγωγή τους από την Ένωση προς τρίτες χώρες.

(γ) Η σύνδεση της παράνομης διακίνησης πολιτιστικών αγαθών αφενός με εγκλήματα που διασαλεύουν την οικονομική σταθερότητα της Ένωσης, και αφετέρου με την χρηματοδότηση της τρο-

Σελ. 2

μοκρατίας υπαγορεύει, σε ενωσιακό επίπεδο, συντονισμένες ενέργειες πρόληψης και καταπολέμησης.

(δ) Τα πολιτιστικά αγαθά εντάσσονται στη σφαίρα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η παράνομη διακίνησή τους πλήττει την κυριαρχική αρμοδιότητα και την ιστορική συλλογική ταυτότητα του κράτους προέλευσης. Η απώλεια ενός πολιτιστικού αγαθού και η αλλοίωση του ιστορικού του πλαισίου επιφέρει ζημία όχι μόνο στο κράτος προέλευσης, αλλά και στο σύνολο της διεθνούς κοινότητας. Τα πολιτιστικά αγαθά αποτελούν φορείς έννομων αγαθών, όπως η πολιτιστική ταυτότητα, η ιστορική μνήμη και η εθνική κυριαρχία. Ως εκ τούτου, η προστασία τους και η απρόσκοπτη επιστροφή τους στις χώρες προέλευσής τους εξυπηρετεί σκοπούς δημοσίου συμφέροντος.

(ε) Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση επεκτείνεται πέρα από την οικονομία, περιλαμβάνοντας και τον πολιτισμό ως βασικό πυλώνα ενότητας.

Μολονότι στερείται αποκλειστικής αρμοδιότητας στον τομέα της πολιτιστικής κληρονομιάς, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επιτύχει να διαμορφώσει ένα συνεκτικό δίκτυο ρυθμίσεων, συνδυάζοντας δεσμευτικά (hard law) και μη δεσμευτικά (soft law) εργαλεία, τα οποία ασκούν πρακτική επιρροή τόσο στις εθνικές νομοθεσίες των κρατών μελών όσο και στη διαμόρφωση των πρακτικών που αναπτύσσονται στις σχέσεις μεταξύ κρατών, μουσείων και εμπλεκόμενων στην αγορά τέχνης. Η παρούσα διατριβή αποσκοπεί στην αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας αυτού του πλαισίου. Η επιλογή του ενωσιακού πλαισίου ως βασικού αντικειμένου μελέτης, επιτρέπει την πολυεπίπεδη προσέγγιση ενός σύνθετου προβλήματος. Η μελέτη των πολιτισμικών και νομικών αποκλίσεων των κρατών μελών, εντός μιας ενιαίας ευρωπαϊκής έννομης τάξης, προσφέρει δυνατότητες για συγκριτική, ερμηνευτική και κριτική προσέγγιση των κανόνων, καθώς και για αξιολόγηση της λειτουργικότητας και της αποδοχής των ενωσιακών ρυθμίσεων σε εθνικό επίπεδο.

Η έρευνα συντίθεται από τέσσερα μέρη, καθένα από τα οποία εστιάζει σε διαφορετικές, αλλά αλληλένδετες, πτυχές του φαινομένου της παράνομης διακίνησης πολιτιστικών αγαθών και των νομικών εργαλείων με τα οποία μπορεί να επιτευχθεί η επιστροφή τους στις χώρες προέλευσης. Στο πρώτο μέρος περιγράφεται το φαινόμενο της παράνομης διακίνησης και ορίζεται το θεωρητικό πλαίσιο της έρευνας. Στο δεύτερο μέρος αναλύεται το διεθνές θεσμικό πλαίσιο που έχει διαμορφωθεί για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς και την επιστροφή των παρανόμως διακινηθέντων πολιτιστικών αγαθών. Το τρίτο μέρος επικεντρώνεται στο θεσμικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναφορικά με αυτό το ζήτημα. Το τέταρτο μέρος εξετάζει τους κανόνες soft law και τη συμβολή τους στη συμπλήρωση και τη διαμόρφωση του θεσμικού πλαισίου. Η έρευνα ολοκληρώνεται με την παρουσίαση των συμπερασμάτων, στα οποία επιχειρείται αφενός, η καταγραφή των βασικών ευρημάτων της διατριβής αναφορικά με τα κενά του υφιστάμενου θεσμικού πλαισίου και, αφετέρου, η κατάθεση συγκεκριμένων προτάσεων βελτίωσής του.

Σελ. 3

ΜΕΡΟΣ Ι

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

ΤΟ ΠΑΡΑΝΟΜΟ ΕΜΠΟΡΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΩΝ ΑΓΑΘΩΝ

1.0 Η έννοια της χώρας προέλευσης

Το σύνολο των πολιτιστικών στοιχείων, όπως αυτά εκφράζονται μέσα από τα έργα τέχνης, την αρχιτεκτονική, τους ιστορικούς και αρχαιολογικούς τόπους, τα μνημεία, τα έργα μικροτεχνίας, αλλά και τα ταπεινά τεχνουργήματα καθημερινής χρήσης που έχουν διατηρηθεί από το παρελθόν, συνιστά την υλική πολιτιστική κληρονομιά μίας χώρας. Ορισμένες χώρες, όπως η Ελλάδα, η Κύπρος, η Ιταλία, η Αίγυπτος, η Συρία, η Ιορδανία, η Κίνα αλλά και αρκετές άλλες, διαθέτουν ιδιαίτερα μεγάλο πολιτιστικό πλούτο, καθώς στο έδαφος αυτών των περιοχών δραστηριοποιήθηκαν ανά τους αιώνες πολιτισμοί, οι οποίοι άφησαν ένα σημαντικό πολιτιστικό αποτύπωμα μέσα από τα αντικείμενα που παρήχθησαν. Οι πλούσιες σε πολιτιστικά αγαθά χώρες αναφέρονται στη βιβλιογραφία ως «χώρες πηγή» (source countries) ή «χώρες εξαγωγής» (export countries) και αντιπαραβάλλονται με τις λεγόμενες «χώρες εισαγωγής» (import countries) ή «χώρες αγοράς» (market countries), οι οποίες, αν και διαθέτουν ικανοποιητικό πλούτο δικών τους πολιτιστικών αγαθών, αποζητούν συνεχώς την απόκτηση νέων που προέρχονται από τις χώρες εξαγωγής. Οι λεγόμενες χώρες εισαγωγής ταυτίζονται συχνά με τις πρώην αποικιοκρατικές δυνάμεις, καθώς και με τις χώρες που διαθέτουν μια ακμάζουσα αγορά τέχνης. Παραδείγματα τέτοιων χωρών αποτελούν τα Σκανδιναβικά Κράτη, η Γερμανία, η Ιαπωνία, η Γαλλία, η Ελβετία, οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, και άλλες.

Στο πλαίσιο της παραπάνω διάκρισης, είναι σημαντικό να διευκρινιστεί ότι, για τους σκοπούς της παρούσας εργασίας, ως «χώρα προέλευσης» ενός πολιτιστικού αγαθού θεωρείται η χώρα η οποία χαρακτηρίζει το εν λόγω πολιτιστικό αγαθό μέρος της πολιτιστικής της κληρονομιάς επειδή αυτό δημιουργήθηκε ή ανακαλύφθηκε στο έδαφός της, ή επειδή αποκτήθηκε νόμιμα από αυτή· τουτέστιν ως χώρα προέλευσης θεωρείται η «χώρα πηγή» ή η «χώρα εξαγωγής». Η διευκρίνιση αυτή

Σελ. 4

κρίνεται απαραίτητη, καθώς ο όρος συχνά ταυτίζεται με το ιστορικό της ιδιοκτησίας ενός πολιτιστικού αγαθού. Ενδεχομένως, στην ξενόγλωσση βιβλιογραφία υπάρχει μεγαλύτερη εκφραστική ευελιξία, καθώς ο ακριβής τόπος εύρεσης ή δημιουργίας ενός πολιτιστικού αγαθού προσδιορίζεται με τη λέξη provenience, που αποτυπώνει το περικείμενο (context), ενώ το ιστορικό της ιδιοκτησίας του, δηλαδή οι μεταβιβάσεις της κυριότητας που συντελέστηκαν στη σύγχρονη εποχή, υποδηλώνεται με τον όρο provenance.

1.1 Οι τριγωνικές σχέσεις

Η διαδρομή που ακολουθεί ένα πολιτιστικό αγαθό από τη στιγμή που απομακρύνεται από τη χώρα προέλευσής του συντίθεται από μία σειρά διαδοχικών μεταβιβάσεων που αποσκοπούν στη φαινομενική νομιμοποίησή του (ξέπλυμα). Η αρχαιότητα περνάει από τους τυμβωρύχους, στον μεσάζοντα, στους λαθρεμπόρους, στους συντηρητές, στο προσωπικό των οίκων δημοπρασιών, προκειμένου, εν τέλει, να καταλήξει «καθαρή» στους συλλέκτες ή στα μουσεία. Ο τρόπος δράσης και οι δυναμικές που αναπτύσσονται μεταξύ των εμπλεκομένων χαρακτηρίζονται ως «τριγωνικές σχέσεις». Ο όρος, που χρησιμοποιείται ευρέως στις υποθέσεις παράνομης εμπορίας όπλων, περιγράφει την προσπάθεια του μεσάζοντα να αποκρύψει την ταυτότητα του τελικού αποδέκτη. Τηρουμένων των αναλογιών, στο παράνομο εμπόριο αρχαιοτήτων οι τριγωνικές σχέσεις εξυπηρετούν προκειμένου να αποκρυφθεί η χώρα προέλευσης, ενός αρχαίου αντικειμένου.

Σχηματικά, ο Α, ο οποίος είναι έμπορος αρχαιοτήτων και βρίσκεται σε μία χώρα πλούσια σε πολιτιστικά αγαθά, ενδιαφέρεται να πουλήσει στον συλλέκτη ή στο μουσείο Γ ένα αρχαίο αντικείμενο που έχει προκύψει από λαθρανασκαφή. Επειδή ο Γ, για να μη θέσει τη φήμη του σε κίνδυνο, δεν επιθυμεί να συναλλαχθεί επισήμως με τον Α, ο Α μεταβιβάζει το αντικείμενο στον «ασφαλή» ενδιάμεσο Β, ο οποίος μπορεί να είναι ένας αρχαιοπώλης ή ένας οίκος δημοπρασίας. Ο ασφαλής ενδιάμεσος αναλαμβάνει την πώληση της αρχαιότητας στον Γ παρέχοντάς του παράλληλα τα απαραίτητα πλαστά πιστοποιητικά προέλευσης και εξαγωγής. Σαφώς, η παραπάνω περιγραφή σκιαγραφεί με έναν εξαιρετικά αδρομερή τρόπο τις τριγωνικές σχέσεις. Στην πράξη πρόκειται για μία σύνθετη διαδικασία. Η πολυπλοκότητα αυτών των σχέσεων αποτυπώνεται στο λεγόμενο «οργανόγραμμα» του Pasquale Camera· πρόκειται για ένα χειρόγραφο σχέδιο που εντοπίστηκε το 1995, κατά τη διάρκεια επιδρομής μίας ομάδας του σώματος των Carabinieri στις εγκαταστάσεις του εμπόρου πολιτιστικών αγαθών Danilo Ziccho. Το εν λόγω οργανόγραμμα ήταν σχεδιασμένο από τον έμπορο αρχαιοτήτων Camera και παρουσίαζε τον τρόπο οργάνωσης της «Cordata», δηλαδή του δικτύου και των εμπλεκόμενων στην παράνομη διακίνηση ιταλικών πολιτιστικών αγαθών.

Σελ. 5

1.2 Οι εμπλεκόμενοι στο παράνομο δίκτυο

1.2.1 Η παράνομη ανασκαφή και η κλοπή

Στο κατώτερο ιεραρχικά επίπεδο βρίσκονται ντόπιοι, εργάτες, αγρότες ή ψαράδες, οι οποίοι είτε περιστασιακά είτε, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, συστηματικά και κατ’ εξακολούθηση διενεργούν παράνομες ανασκαφές έναντι ενός μικρού κέρδους. Όπως περιγράφει ο αρχαιοκάπηλος Armando Cenere, αναφερόμενος στην εύρεση του κρατήρα του Ευφρονίου, συνήθως οι λαθρανασκαφείς δρουν οργανωμένοι σε μικρές ομάδες. Στις περισσότερες περιπτώσεις οι τομές που επιχειρούν είναι στοχευμένες, διότι έχουν αρκετά καλή γνώση της περιοχής στην οποία δραστηριοποιούνται. Για παράδειγμα, στα έγγραφά του, ο αρχαιοκάπηλος Giuseppe Evangelisti σημείωνε την ακριβή τοποθεσία κάθε ευρήματος, το βάθος εύρεσής του και συνόδευε αυτά τα στοιχεία με σκαριφήματα χαρτών και ενδείξεις στις οποίες αναγραφόταν πόσο απέχει το κάθε εύρημα από διάφορα σταθερά σημεία. Επιπλέον, τις τελευταίες δεκαετίες οι λαθρανασκαφείς, εκμεταλλευόμενοι την ανάπτυξη της τεχνολογίας, χρησιμοποιούν συχνά ανιχνευτές μετάλλων, ραντάρ διείσδυσης εδάφους (GPR) και άλλα όργανα γεωγραφικής διασκόπησης για τον εντοπισμό πολιτιστικών αγαθών. Ενδεικτικά, τον Οκτώβριο του 2024, στο πλαίσιο σύλληψης αρχαιοκαπήλων που δραστηριοποιούνταν σε παράνομες αρχαιολογικές έρευνες στη Μεσσηνία και Αργολίδα, η

Σελ. 6

αστυνομία κατάσχεσε ραβδοσκοπικά μηχανήματα, παλμογράφο, ανιχνευτές μετάλλων, ανιχνευτές ραδιενεργών στοιχείων, μία γέφυρα στάσιμων κυμάτων και ένα φίλτρο εδάφους.

Υπό τον κίνδυνο της λαθρανασκαφής βρίσκονται τόσο οι άγνωστες όσο και οι γνωστές αρχαιολογικές θέσεις. Οι άγνωστες στους αρχαιολόγους θέσεις μπορεί να βρίσκονται σε ιδιωτικά χωράφια ή να είναι κοινόχρηστες εκτάσεις. Όταν πρόκειται για ιδιωτικά κτήματα, οι αρχαιοκάπηλοι συνεργάζονται με τους ιδιοκτήτες των χωραφιών. Στο χώρο των Κυκλάδων, λόγου χάρη, και κυρίως στην Ίο, ο αρχαιοκάπηλος Άγγελος Μπατσάλης προσλάμβανε τους ιδιοκτήτες των χωραφιών ως εργάτες. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως περιγράφει ο Evangelisti, οι ιδιοκτήτες δίνουν πρόσβαση στα χωράφια τους έναντι ενός μέρους των ευρημάτων. Στο στόχαστρο των αρχαιοκαπήλων βρίσκονται και οι κηρυγμένοι αρχαιολογικοί χώροι. Ιδιαίτερα σε χώρες, όπως η Ελλάδα, που παρατηρείται έλλειψη προσωπικού φύλαξης, υπολογίζεται ότι το 1/3 των λαθρανασκαφών συντελείται σε κηρυγμένους αρχαιολογικούς χώρους. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι αρχαιοκάπηλοι επιλέγουν μη κηρυγμένες θέσεις που βρίσκονται, όμως, κοντά σε μία υπό εξέλιξη αρχαιολογική ανασκαφή. Παρόλο που εκ πρώτης όψεως φαίνεται παράτολμο, όπως περιγράφει ένας αρχαιοκάπηλος από την Κόρινθο, όταν βρίσκεται σε εξέλιξη μία ανασκαφή, οι αρχαιολόγοι επικεντρώνουν όλες τις προσπάθειες φύλαξης στην υπό διερεύνηση θέση. Οι περιβάλλουσες περιοχές, που πιθανώς έχουν αρχαιολογικά ευρήματα, μένουν αφύλακτες, στο έλεος των ντόπιων αρχαιοκαπήλων.

Μολονότι η πλειοψηφία των πολιτιστικών αγαθών που διακινούνται παράνομα προκύπτει από λαθρανασκαφές, συχνά σημειώνονται κλοπές μουσείων, πολιτιστικών ιδρυμάτων και ιδιωτικών συλλογών. Σε αντίθεση με τα ευρήματα των λαθρανασκαφών, τα κλαπέντα πολιτιστικά αγαθά είναι ήδη γνωστά στις αρμόδιες αρχές, και ως εκ τούτου δεν μπορούν να διακινηθούν στην τοπική αγορά. Για παράδειγμα, στην περίπτωση της κλοπής του Μουσείου της Κορίνθου, το 1990, όλα τα πολιτιστικά αγαθά είχαν καταλογογραφηθεί, φωτογραφηθεί και δημοσιευτεί καταλλήλως από τους αρχαιολόγους πριν την κλοπή τους. Αυτό, αφενός, ενίσχυσε σημαντικά τις προσπάθειες των αρχών για τον εντοπισμό και την επανάκτησή τους και αφετέρου, κατέστησε αδύνατη τη διακίνησή τους στην εγχώρια αγορά. Οι κλοπές, και ιδιαίτερα οι θεαματικές ληστείες μουσείων, εκτελούνται στη βάση ενός διεθνούς κυκλώματος παράνομης διακίνησης και κυρίως όταν υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος υποψήφιος αγοραστής στη διεθνή αγορά τέχνης. Για παράδειγμα, το 1994 κλάπηκαν οκτώ αγγεία από το μεσαιωνικό κάστρο του Melfi. Μολονότι οι φύλακες αντιλήφθηκαν τους δράστες, οι προσπάθειές τους να τους προλάβουν απέβησαν άκαρπες, καθώς οι κλέφτες επιβιβάστηκαν σε ένα όχημα με ελβετικές πινακίδες. Λαμβάνοντας υπόψη ότι τα αγγεία αυτά εντοπί-

Σελ. 7

στηκαν στο Μόναχο στο σπίτι του εμπόρου Antonio Savoca, γίνεται κατανοητό ότι οι εμπλεκόμενοι τα προόριζαν για τη διεθνή αγορά τέχνης.

1.2.2 Η απομάκρυνση από τη χώρα προέλευσης

Τα άτομα που ασχολούνται με τις παράνομες ανασκαφές είναι συνδεδεμένα με ένα ή περισσότερα πρόσωπα που ζουν σε μία κεντρική πόλη. Για παράδειγμα οι λαθρανασκαφείς που δραστηριοποιούνταν στην περιοχή της νότιας Ιταλίας, συνδέονταν με πρόσωπα, όπως ο Giacomo Medici, ο Gianfranco Becchina και ο Pasquale Camera, τα οποία λειτουργώντας ως επικεφαλής μιας ευρύτερης περιοχής (capo zona) περιέρχονταν τις λαθρανασκαφές του ιταλικού νότου και αγόραζαν τα ευρήματα. Ο επικεφαλής της περιοχής διαθέτει αρκετές γνώσεις, ώστε να εκτιμήσει την αξία του αντικειμένου. Σε αρκετές περιπτώσεις, κατά την έρευνα των αστυνομικών στους προσωπικούς χώρους αυτών των προσώπων εντοπίζονται επιστημονικά ξενόγλωσσα εγχειρίδια έγκριτων εκδόσεων.

Οι επικεφαλής της περιοχής παρακολουθούν επισταμένα τα δελτία τύπου που εκδίδονται από τις αρμόδιες αρχές για τα κλαπέντα πολιτιστικά αγαθά. Για παράδειγμα, κατά την έρευνα στην αποθήκη του Medici, στο Free Port της Γενεύης, ανακαλύφθηκε ένα ντοσιέ με την ένδειξη «Αναφορές ΔΙΕΤ», στο οποίο εμπεριέχονταν τεύχη του Stolen Art Alert. Ο Medici είχε υπογραμμίσει σε αυτά τα τεύχη συγκεκριμένες παραγράφους, οι οποίες αναφέρονταν σε δύο σαρκοφάγους, polaroid των οποίων είχαν εντοπιστεί στο αρχείο του. Η ύπαρξη polaroid, σε συνδυασμό με την υπογράμμιση των παραγράφων, που αναφέρουν ότι σαρκοφάγοι είχαν κλαπεί από τη Villa Taverna στο Frascati, το 1981, υποδηλώνει, αφενός, ότι ο Medici εμπορευόταν τα συγκεκριμένα αντικείμενα γνωρίζοντας ότι έχουν κλαπεί, αφετέρου, ότι παρακολουθούσε την εξέλιξη της έρευνας των αρμοδίων αρχών για την κλοπή.

Ο επικεφαλής της περιοχής συνδέεται με την αγορά του εξωτερικού και δρομολογεί την παράνομη μεταφορά του πολιτιστικού αγαθού από τη χώρα προέλευσης προς μία χώρα που διαθέτει ένα ελαστικό θεσμικό πλαίσιο σχετικά με την προστασία των πολιτιστικών αγαθών. Στην περίπτωση των αγγείων του κάστρου στο Melfi, οι αρμόδιες αρχές, κατά την άρση του τηλεφωνικού απορρήτου των εμπλεκομένων, αντιλήφθηκαν ότι ο Pasquale Camera, ο οποίος είχε τον έλεγχο, ως capo zona, της περιοχής γύρω από το Casal di Principe, διενεργούσε τακτικά κλήσεις προς τη Γερμανία και την Ελβετία, προκειμένου να οργανώσει την παράνομη εξαγωγή των αρχαιοτήτων που

Σελ. 8

αγόραζε από τους ντόπιους. Από την παρακολούθηση των τηλεφωνικών συνομιλιών προέκυψε το συμπέρασμα ότι όσοι αναλαμβάνουν την εξαγωγή των πολιτιστικών αγαθών από τη χώρα προέλευσής τους, συνήθως γνωρίζουν αρκετά καλά τη νομοθεσία των κρατών στα οποία πρόκειται να εισαχθούν αυτά τα αντικείμενα. Επιπλέον, επειδή οι εμπλεκόμενοι στο παράνομο εμπόριο πολιτιστικών αγαθών υποψιάζονται ότι η συνομιλία τους ενδέχεται να παρακολουθείται από την αστυνομία, χρησιμοποιούν αρκετούς τηλεφωνικούς αριθμούς, οι οποίοι είναι καταχωρημένοι σε άλλα ονόματα.

Τα πολιτιστικά αγαθά εξάγονται από τη χώρα προέλευσης συνήθως οδικώς, κρυμμένα ανάμεσα στα εμπορεύματα φορτηγών. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του λεγόμενου θησαυρού των Αηδονιών, όπου 81 μυκηναϊκά κοσμήματα και σφραγίδες εξήχθησαν παράνομα από την Ελλάδα οδικώς κρυμμένα μέσα σε καρπούζια. Ως εκ τούτου, οι έλεγχοι, ιδιαίτερα σε τοποθεσίες που χρησιμοποιούνται για την παράνομη διακίνηση πολιτιστικών αγαθών, καθίστανται απαραίτητοι. Για παράδειγμα, στο πλαίσιο ενός ελέγχου ρουτίνας, στην Κύπρο στην περιοχή του Αγίου Δομετίου αποκαλύφθηκε ένα βυζαντινό δισκοπότηρο που μεταφερόταν παράνομα από περιοχές του κατεχόμενου μέρους του νησιού. Στην ίδια περιοχή, η οποία συνορεύει με το κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου, εντοπίστηκε σε διερχόμενο όχημα ένα βυζαντινό θυμιατήρι.

Η εξαγωγή των πολιτιστικών αγαθών μπορεί να γίνει επίσης μέσω αεροδρομίου. Ωστόσο, λόγω των εκτενών ελέγχων στα αεροδρόμια, οι αρχαιότητες εντοπίζονται πιο εύκολα. Παραδείγματος χάρη, το 1999 εντοπίστηκε στο αεροδρόμιο της Φρανκφούρτης ένα φορτίο βάρους περίπου εξήντα κιλών, το οποίο αποτελούνταν από νομίσματα, κοσμήματα και έργα μικροτεχνίας. Τα αντικείμενα εντοπίστηκαν μέσα σε συσκευασίες γάλακτος και χυμών Tetra Pak, οι οποίες έφεραν ενδείξεις στη βουλγάρικη γλώσσα. Βάσει των ενδείξεων αυτών, οι αρχές συνήγαγαν το συμπέρασμα ότι η απόκρυψη των νομισμάτων μέσα στα κουτιά συντελέστηκε στη Βουλγαρία. Η τυπολογική συσχέτιση των νομισμάτων με αρχαιολογικές θέσεις του Εύξεινου Πόντου, των Βαλκανίων, της Θράκης αλλά και με σύγχρονες κοπές τουρκικής και βουλγαρικής προέλευσης και το χρονολογικό εύρος των υπολοίπων ευρημάτων (από τη ρωμαϊκή εποχή έως το 19ο αιώνα) αποκαλύπτουν την έκταση της σύλησης που είχε προηγηθεί.

Σελ. 9

1.2.3 Η φαινομενική νομιμοποίηση του πολιτιστικού αγαθού

Μετά την παράνομη απομάκρυνσή τους από την χώρα προέλευσης και πριν την αποστολή τους στον τελικό αποδέκτη, τα πολιτιστικά αγαθά διέρχονται από μία χώρα, στην οποία νομιμοποιούνται φαινομενικά αποκτώντας πλαστές άδειες εξαγωγής και πλαστά πιστοποιητικά προέλευσης. Συνήθως, οι λεγόμενες «χώρες διέλευσης» (transit countries) διαθέτουν Ελεύθερες Ζώνες Εμπορίου (Free Economic Zones), στις οποίες τα εμπορεύματα εισέρχονται ελεύθερα, χωρίς να καταβάλλεται φόρος για αυτά και χωρίς να υποβάλλονται σε εκτενείς ελέγχους. Οι έλεγχοι που διεξάγονται αφορούν μόνο τα τυπικά παραστατικά και δεν επεκτείνονται στην εξέταση του περιεχομένου των container. Οι αποθήκες αυτών των συγκροτημάτων μπορούν να μισθωθούν, χωρίς φυσική παρουσία, μέσω του διαδικτύου, από ιδιώτες ή εταιρείες. Εξαιτίας των παραπάνω χαρακτηριστικών, οι Ελεύθερες Ζώνες Εμπορίου αποτελούν έναν συνήθη τόπο διέλευσης των αρχαιοτήτων που εξάγονται παράνομα από το κράτος προέλευσής τους. Παράλληλα, αποτελούν και έναν τόπο πολυετούς αποθήκευσης των αρχαιοτήτων, καθώς οι έμποροι γνωρίζουν ότι το δικαίωμα του κράτους προέλευσης να αξιώσει την επιστροφή ενός πολιτιστικού αγαθού υπόκειται σε συγκεκριμένες προθεσμίες.

Όπως προκύπτει από την έρευνα στην αποθήκη του Medici, η οποία στεγαζόταν στο Δωμάτιο 23 του 17ου Διαδρόμου του Free Port της Γενεύης, η ποσότητα των πολιτιστικών αγαθών που διέρχονται ή αποθηκεύονται στις Ελεύθερες Ζώνες Εμπορίου θα επαρκούσε για να τροφοδοτεί την αγορά τέχνης για τουλάχιστον δύο έτη. Στις εγκαταστάσεις της εν λόγω αποθήκης εντοπίστηκαν, κατόπιν έρευνας, 3.800 αντικείμενα, ενώ αν συνυπολογιστούν και τα 4.000 αντικείμενα που απεικονίζονται σε φωτογραφίες που βρέθηκαν στον ίδιο χώρο, ο αριθμός των παρανόμως διακινηθέντων αντικειμένων που φαίνεται να εμπορεύτηκε ο Medici ξεπερνά τις 7.000. Η αποθήκη χωριζόταν σε τρεις χώρους. Ο πρώτος χώρος λειτουργούσε ως γραφείο για τις συναντήσεις του Medici και ως χώρος αποθήκευσης των αρχαιοτήτων. Στον επόμενο χώρο εντοπίστηκε ένα χρηματοκιβώτιο, το οποίο περιείχε 20 κλασικά αγγεία άριστα συντηρημένα, ενώ ο τρίτος χώρος λειτουργούσε ως αρχείο. Τα έγγραφα, τα δελτία αποστολής, τα τιμολόγια, οι επιστολές και οι επιταγές που εντοπίστηκαν στο αρχείο του αποδεικνύουν ότι ο Medici είχε σταθερή επικοινωνία με οίκους δημοπρασιών, με σημαντικά μουσεία και άλλα πολιτιστικά ιδρύματα.

Αντίθετα με την ανεπίσημη αλληλογραφία που βρέθηκε στην αποθήκη του Medici, η επίσημη επικοινωνία μεταξύ των μεσαζόντων και των μουσείων περιλαμβάνει ψευδείς πληροφορίες για την προέλευση του υπό διαπραγμάτευση πολιτιστικού αγαθού. Παραδείγματος χάρη, στα επίσημα έγγραφα που καταρτίστηκαν κατά την αγορά ενός χρυσού στεφανιού μεταξύ του Μουσείου Getty

Σελ. 10

και του αρχαιοπώλη Christophe Leon αναφέρεται ότι το στεφάνι αποκτήθηκε από τον Leon μέσω κάποιου Ελβετού συλλέκτη και, ως εκ τούτου, ως χώρα προέλευσης αναγράφεται η Ελβετία.

Όπως, όμως, προέκυψε από έγγραφα που έλαβε το Ελληνικό Τμήμα της INTERPOL από τις γερμανικές αστυνομικές αρχές, το εν λόγω στεφάνι, το οποίο χρονολογείται στον 4ο αιώνα π.Χ., εντοπίστηκε στο πλαίσιο λαθρανασκαφής, σε κάποια περιοχή κοντά στις Σέρρες, και εξήχθη παράνομα από την Ελλάδα οδικώς προς τη Γερμανία. Εκεί, οι Έλληνες αρχαιοκάπηλοι ήρθαν σε επαφή με τον έμπορο αρχαιοτήτων Christophe Leon, μέσω του ελληνικής καταγωγής ζωγράφου, George Seliachas. Τελικός αποδέκτης του χρυσού στεφανιού ήταν το Μουσείο Getty, το οποίο το απέκτησε το 1993 ύστερα από συμφωνία της επιμελήτριας του Μουσείου, Marion True, και του Leon έναντι 1.150.000 δολαρίων. Η κατάθεση του ποσού σε τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσαν από κοινού σε ελβετική τράπεζα ο Christophe Leon και οι δύο Έλληνες αρχαιοκάπηλοι αποτέλεσε ένα ισχυρό τεκμήριο που αποδείκνυε την ελληνική προέλευση του στεφανιού και δημιουργούσε σοβαρές υπόνοιες σχετικά με την ενδεχόμενη γνώση του μουσείου για την παράνομη προέλευση του αντικειμένου. Η τραπεζική συναλλαγή είναι το μοναδικό καταγεγραμμένο στοιχείο που συνδέει τους εμπλεκόμενους στην παράνομη διακίνηση των πολιτιστικών αγαθών, ωστόσο, το τραπεζικό απόρρητο, ιδίως στην Ελβετία, συνιστά τροχοπέδη στην έρευνα των αρχών.

Εκτός από την χρήση των περιοχών που αποτελούν Ελεύθερες Ζώνες Εμπορίου, οι μεσάζοντες αρχαιοτήτων χρησιμοποιούν και άλλες τακτικές προκειμένου να κρύψουν την αρχική προέλευση της αρχαιότητας που εμπορεύονται. Μία διαδεδομένη μέθοδος, στην οποία καταφεύγουν όσοι εμπλέκονται στο παράνομο εμπόριο αρχαιοτήτων προκειμένου να διακινήσουν ευκολότερα τις αρχαιότητες, είναι η θραύση των ακέραιων αγγείων σε μικρότερα κομμάτια (στην παράνομη αγορά τέχνης χρησιμοποιείται ο όρος «ορφανά» για να προσδιορίσει αυτού του είδους τα θραύσματα αγγείων). Οι αρχές άρχισαν να υποψιάζονται αυτή την πρακτική όταν παρατήρησαν ότι πολλές από τις ρωγμές στα αγγεία, τα οποία εκτίθενται σε μουσεία, δεν διαπερνούν τα πρόσωπα που απεικονίζονται στις παραστάσεις. Αυτή η παρατήρηση οδήγησε στο συμπέρασμα ότι οι μεσάζοντες σκόπιμα έσπαζαν τα αγγεία κατά τέτοιο τρόπο, ώστε αφενός να διακινηθούν ευκολότερα και να περάσουν απαρατήρητα από τις τελωνειακές αρχές, αφετέρου όταν συγκολληθούν, τα πρόσωπα των μορφών να διατηρηθούν άθικτα. Κατόπιν έρευνας, αποδείχθηκε ότι στις περισσότερες περιπτώσεις τα επιμέρους θραύσματα που συνανήκουν, συγκολλώνται άψογα μεταξύ τους, δεν είναι φθαρμένα και οι αποκρούσεις που φέρουν είναι πρόσφατες.

Τα θραύσματα αυτά αγοράζονται ως μεμονωμένα κομμάτια από τα μουσεία σταδιακά, στην πάροδο μερικών ετών, έναντι αρκετών χιλιάδων δολαρίων το καθένα. Η τακτική αυτή εξυπηρετεί

Σελ. 11

τις «τριγωνικές σχέσεις», καθώς όλα τα όστρακα που ανήκουν στο ίδιο αγγείο προέρχονται από τον ίδιο έμπορο αρχαιοτήτων και καταλήγουν στο ίδιο πολιτιστικό ίδρυμα, ή στον ίδιο συλλέκτη, αλλά διακινούνται μέσω διαφορετικών διαδρομών. Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας το πάθος των συλλεκτών ή το ενδιαφέρον των μουσείων, για να αποκτήσουν το σύνολο των θραυσμάτων, αυξάνεται εκτοξεύοντας την τιμή τους. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι έμποροι χρησιμοποιούν τα θραύσματα είτε ως δώρο είτε ως ένα εμπόρευμα οικονομικής τιμής, προκειμένου να διατηρήσουν καλές σχέσεις με το μουσείο. Αυτό συμβαίνει συνήθως όταν, στο πλαίσιο μιας άλλης συμφωνίας μεταξύ του μουσείου και του εμπόρου παρατηρείται κάποιο πρόβλημα ή κάποια καθυστέρηση, οπότε το θραύσμα σε αυτή την περίπτωση λειτουργεί ως κάποιο είδος «αποζημίωσης». Παράλληλα, αυτή η τακτική επιτρέπει στα μουσεία να δημοσιεύουν με τρόπο ακίνδυνο τα νέα τους αποκτήματα, καθώς οι αρμόδιες αρχές της χώρας προέλευσης είναι σχεδόν αδύνατο να αντιληφθούν και να αποδείξουν ότι ένα μεμονωμένο θραύσμα προέρχεται από παράνομη ανασκαφή που έχει διενεργηθεί στο έδαφός της.

Η παραπάνω τακτική απαιτεί ορισμένες γνώσεις συντήρησης, τις οποίες οι εμπλεκόμενοι στο παράνομο εμπόριο πολιτιστικών συνήθως διαθέτουν. Σαφώς οι μέθοδοι συντήρησης που χρησιμοποιούν οι μεσάζοντες δεν αποσκοπούν στη διατήρηση του πολιτιστικού αγαθού, αλλά στοχεύουν στο να το καταστήσουν πιο ελκυστικό για τους αγοραστές. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των εργασιών συντήρησης που εκτελούνταν στο υπόγειο του σπιτιού του Savoca το οποίο ήταν διαιρεμένο σε τρία τμήματα. Στον πρώτο χώρο γινόταν η αποθήκευση και η ταξινόμηση των αρχαιοτήτων, ενώ στον δεύτερο και στον τρίτο χώρο η συντήρησή τους. Αξίζει δε να αναφερθεί ότι στον τρίτο χώρο είχε κατασκευαστεί μία μεγάλων διαστάσεων πισίνα εντός της οποίας είχαν τοποθετηθεί σε σειρές αγγεία και άλλα αρχαία αντικείμενα. Τα αγγεία παρέμεναν για μέρες στην πισίνα, η οποία διέθετε φίλτρα που εξασφάλιζαν την απρόσκοπτη κυκλοφορία νερού και χημικών ουσιών προκειμένου να αφαιρεθούν οι εναποθέσεις και τα άλλα ψεγάδια των αγγείων.

1.2.4 Ο ρόλος του οίκου δημοπρασιών

Η ίδρυση πολλών εταιριών από τον ίδιο μεσάζοντα αποτελεί μία συχνή τακτική που ακολουθείται προκειμένου να αποσυνδεθεί η αρχαιότητα από την αρχική της προέλευση και να δημιουργηθεί ένα σύγχρονο ιστορικό ιδιοκτησίας. Για παράδειγμα, κατά την έρευνα στην αποθήκη του Medici στο Free Port εντοπίστηκαν έγγραφα, τα οποία αποδείκνυαν ότι οι αρχαιότητες, πριν καταλήξουν στον τελικό αποδέκτη, μεταβιβάζονταν μεταξύ των εταιριών Hydra Gallery, Edition Services, Mat Securitas, Arts Franc, Tecafin Giduciaire. Ιχνηλατώντας τα στοιχεία των εν λόγω εταιριών, οι αρχές ανακάλυψαν ότι ιδρυτής τους ήταν ο Medici. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργείται μία αλυσίδα πολλαπλών φαινομενικών μεταβιβάσεων που προσφέρει στον τελικό αποδέκτη τη δυνατότητα να υποστηρίξει ότι αγόρασε ένα αντικείμενο, το οποίο διέθετε ένα επαρκές ιστορικό ιδιοκτησίας.

Σελ. 12

Σημαντικό ρόλο στην παραπάνω τακτική διαδραματίζουν οι οίκοι δημοπρασιών. Πιο συγκεκριμένα, κάποια από τις εταιρίες του μεσάζοντα προωθεί τις παρανόμως εξαχθείσες αρχαιότητες σε έναν οίκο δημοπρασιών, ο οποίος αναλαμβάνει να τις θέσει σε δημοπράτηση. Όσες από τις αρχαιότητες δεν δημοπρατηθούν σε μία ή δύο δημοπρασίες, επαναγοράζονται, στο πλαίσιο μίας τρίτης δημοπρασίας, από κάποια εταιρία που ανήκει στον ίδιο μεσάζοντα. Όπως προέκυψε από την έρευνα στην αποθήκη του Medici στο Free Port, ο εν λόγω έμπορος αρχαιοτήτων συνεργαζόταν για τον σκοπό αυτό με τους Sotheby’s. Απόδειξη αυτής της συνεργασίας αποτελούν τόσο τα τιμολόγια που βρέθηκαν στο αρχείο του όσο και οι αρχαιότητες που κατασχέθηκαν από την αποθήκη, οι οποίες έφεραν ετικέτες από τον συγκεκριμένο οίκο δημοπρασιών.

Μέσω αυτής της τακτικής οι έμποροι αρχαιοτήτων δημιουργούν ένα φαινομενικά νόμιμο ιστορικό προέλευσης, καθώς όταν μία αρχαιότητα τίθεται προς δημοπράτηση αφενός δημοσιεύεται, αφετέρου κατά την δημοπράτησή της συνοδεύεται από έγγραφα τα οποία προσδιορίζουν με έναν ασαφή τρόπο την προέλευσή της. Με αυτόν τον τρόπο, και χωρίς να επενδύσουν κάποιο σημαντικό ποσό, οι μεσάζοντες νομιμοποιούν το αρχαίο αντικείμενο στην αγορά τέχνης. Επιπλέον, με αυτόν τον τρόπο οι έμποροι ελέγχουν τις τιμές των αρχαιοτήτων στην αγορά τέχνης. Συνήθως, οι αρχαιότητες που προωθούνται στους οίκους δημοπρασιών είναι μικρότερης οικονομικής αξίας, σε σχέση με τις αρχαιότητες, που προωθούνται, μέσω άλλων διαύλων, απευθείας στα μουσεία. Ωστόσο, εφαρμόζοντας την παραπάνω τακτική, οι έμποροι φροντίζουν να αγοράσουν την αρχαιότητα σε μία τιμή αρκετά υψηλότερη από την αντικειμενική οικονομική αξία της, ώστε να αυξήσουν έμμεσα την τιμή των υπόλοιπων αρχαιοτήτων που φέρουν τα ίδια ή καλύτερα χαρακτηριστικά. Παράλληλα, τροφοδοτώντας τους οίκους δημοπρασιών με αρχαιότητες δευτερευούσης σημασίας, έμμεσα ενισχύουν το επιχείρημα όσων ασχολούνται με τις πωλήσεις πολιτιστικών αγαθών, κατά το οποίο οι αρχαιότητες που δημοπρατούνται δεν είναι ούτε σπάνιες ούτε σημαντικές και ως εκ τούτου η πώλησή τους δεν πλήττει την επιστημονική έρευνα.

Σε αυτό το σημείο εγείρονται αρκετά ερωτήματα σχετικά με το εάν οι οίκοι δημοπρασιών αγνοούν εκουσίως, ή, ακόμα χειρότερα εάν γνωρίζουν την παράνομη προέλευση του αρχαίου αντικειμένου, το οποίο δέχονται να συμπεριλάβουν στην δημοπρασία. Οι οίκοι δημοπρασιών προσφέρουν ένα πλαίσιο εμπιστοσύνης εντός του οποίου οι αγοραστές και οι πωλητές έχουν τη δυνατότητα να συναλλάσσονται ανώνυμα και έμμεσα, μέσω των υπαλλήλων του αντίστοιχου οίκου. Σε αρκετές περιπτώσεις οι πωλητές υποστηρίζουν ότι η εξαγωγή του πολιτιστικού αγαθού από τη χώρα όπου δημιουργήθηκε ή ανακαλύφθηκε συντελέστηκε πριν ή κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Κατά το σύνηθες αφήγημά τους, κάποιος πρόγονός τους, κατά τη διάρκεια μίας εμπόλεμης κατάστασης, εντόπισε τυχαία την προς δημοπράτηση αρχαιότητα και την περισυνέλεξε, είτε για λόγους προστασίας, είτε για οικονομικούς λόγους. Αρκετά χρόνια αργότερα, ο νυν κάτοχος της αρχαιότητας την κληρονόμησε από κάποιον συγγενή του ή την εντόπισε τυχαία στο πατάρι ή στο υπόγειο του σπιτιού των γονιών ή των παππούδων του. Εναλλακτικά, οι πωλητές, χωρίς να παράσχουν περισσότερα στοιχεία, δηλώνουν ότι η αρχαιότητα αποτελούσε για αρκετές δεκαετίες μέρος κάποιας ιδιωτικής συλλογής.

Σελ. 13

Ο οίκος δημοπρασιών αρκείται σε αυτές τις αφηγήσεις και δέχεται να συμπεριλάβει το αντικείμενο στην δημοπρασία χωρίς να διερευνήσει περαιτέρω την ιστορία του πωλητή και χωρίς να αξιώσει από αυτόν περισσότερες αποδείξεις. Ως εκ τούτου, στην πλειοψηφία τους, οι αρχαιότητες που αναρτώνται στους καταλόγους των οίκων δημοπρασιών περιγράφονται με αόριστο και ασαφή τρόπο. Ορισμένες φέρουν την ένδειξη «πιθανώς προέρχεται» ή «εικάζεται ότι προέρχεται» από το τάδε μέρος, ενώ άλλες φέρουν ένα ερωτηματικό στη λεζάντα τους. Εναλλακτικά, χρησιμοποιούνται ενδείξεις με φράσεις κενές περιεχομένου, όπως «προέρχεται από την περιοχή της Μαύρης Θάλασσας». Αυτά τα ευρύτερα γεωγραφικά τοπωνύμια, αν και προσφέρουν μία κίβδηλη ιστορική αίγλη στο αντικείμενο, στερούνται επιστημονικής σημασίας. Οι οίκοι δημοπρασιών, προσπαθώντας να δικαιολογήσουν την πολιτική τους, υποστηρίζουν ότι οι αρχαιότητες με άγνωστη προέλευση δεν αποτελούν αναγκαστικά προϊόντα λαθρανασκαφής και λαθραίας εξαγωγής από τη χώρα προέλευσης. Επιμένουν δε ότι τα εν λόγω πολιτιστικά αγαθά έχουν εξαχθεί πριν τεθούν σε ισχύ οι σύγχρονοι νόμοι που απαγορεύουν την εξαγωγή. Ωστόσο, κατά πάσα πιθανότητα, οι αρχαιότητες, οι οποίες συνοδεύονται από τις παραπάνω ενδείξεις έχουν ανασκαφεί και εξαχθεί παράνομα από τη χώρα προέλευσής τους στο πρόσφατο παρελθόν.

1.2.5 Οι τελικοί αποδέκτες

1.2.5.1 Μουσεία

Τελικοί αποδέκτες των παρανόμως διακινηθέντων πολιτιστικών αγαθών είναι συνήθως τα μουσεία και οι συλλέκτες. Η απόκτηση των αρχαιοτήτων μπορεί να συντελεστεί είτε μέσω ενός οίκου δημοπρασιών είτε μέσω κάποιου αρχαιοπώλη. Το μουσείο, πριν προβεί στην αγορά της αρχαιότητας, συνήθως, αναθέτει σε εξειδικευμένα μέλη του επιστημονικού προσωπικού του, κατά κανόνα αρχαιολόγους, να εξετάσουν τη γνησιότητά της και να εκτιμήσουν την αξία της. Ένας αρχαιολόγος μπορεί να διακρίνει εάν η προς αγορά αρχαιότητα έχει προκύψει από λαθρανασκαφή, καθώς ακόμα και αν έχει συντηρηθεί, σχεδόν πάντα φέρει σύγχρονα σπασίματα και ρωγμές που μαρτυρούν την βίαιη απόσπασή της από το χώμα και τις ακατάλληλες συνθήκες μεταφοράς της.

Ωστόσο, το επιστημονικό προσωπικό παραβλέπει τα παραπάνω στοιχεία και επικεντρώνεται κυρίως στο ζήτημα της γνησιότητας, το οποίο απασχολεί ιδιαίτερα τα μέλη του συμβουλίου του μουσείου. Χαρακτηριστική είναι η σχετική δήλωση του αρχαιολόγου και επιμελητή του τμήματος Ελληνικών και Ρωμαϊκών Αρχαιοτήτων του Metropolitan Museum of Art (στο εξής Met), Dietrich von Bothmer, ο οποίος προκλητικά ανέφερε ότι οι αρχαιότητες που εκτίθενται στα μουσεία πρέπει να αντιμετωπίζονται μόνο ως αντικείμενα τέχνης. Συνεχίζοντας τον συλλογισμό του τόνισε ότι εφόσον πρόκειται για αντικείμενα τέχνης για αυτά δεν έχει σημασία ο τόπος προέλευσης, αλλά η γνησιότητά τους. Η δήλωση αυτή, που προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων στην αρχαιολογική κοινότητα, καταδεικνύει ότι μέρος του επιστημονικού προσωπικού των μουσείων έχει απομακρυν-

Σελ. 14

θεί συνειδητά από τις θεμελιώδεις αρχές της αρχαιολογίας. Ταυτόχρονα, τέτοιου είδους απόψεις συγκρούονται με την ιδέα ότι τα μουσεία οφείλουν να είναι ιδρύματα που λειτουργούν βάσει μίας επαγγελματικής δεοντολογίας. Όταν ένα μουσείο αγοράζει συστηματικά αρχαιότητες χωρίς να διερευνά την προέλευσή τους, έμμεσα συμβάλλει στη λειτουργία της μαύρης αγοράς τέχνης, διότι επιδεικνύει μία κουλτούρα ανεκτικότητας, έμμεσης έγκρισης και ενθάρρυνσης της παράνομης διακίνησης των αρχαιοτήτων.

Η στάση των μουσείων αναφορικά με το ζήτημα της προέλευσης εγείρει αρκετά ερωτήματα σχετικά με το αν το μουσείο επιδεικτικά αγνοεί ή εάν πράγματι γνωρίζει την παράνομη προέλευση των πολιτιστικών αγαθών που αποκτά. Η αλληλογραφία που εντοπίστηκε στην αποθήκη του Medici αποδεικνύει ότι ο έμπορος αρχαιοτήτων επικοινωνούσε τακτικά με την επιμελήτρια του μουσείου, Marion True, η οποία απέκτησε για λογαριασμό του μουσείου τουλάχιστον 42 αρχαία αντικείμενα από τον εν λόγω αρχαιοπώλη. Από την αλληλογραφία τους προκύπτει ότι η True, ενδεχομένως και η πλειονότητα του προσωπικού του μουσείου, γνώριζε την παράνομη προέλευση των αρχαιοτήτων. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι σε κανένα από τα επίσημα έγγραφα του μουσείου δεν αναφερόταν το όνομα του Medici για την αγορά των 42 αρχαιοτήτων.

Ένδειξη της γνώσης των μουσείων αποτελεί επίσης η απροθυμία τους να δημοσιεύσουν επαρκείς πληροφορίες σχετικά με την προέλευση των αρχαιοτήτων που αποκτούν. Παραδείγματος χάρη, σύμφωνα με την ανακοίνωση του Met το 1972, ο κρατήρας του Ευφρονίου πουλήθηκε στο μουσείο από έναν Άγγλο συλλέκτη, έναντι ενός εκατομμυρίου δολαρίων. Ο διευθυντής του Met, Ashton Hawkins, ανέφερε ότι η συλλογή του πωλητή είχε σχηματιστεί στην Αγγλία κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά τόνισε ότι δεν προτίθεται να αποκαλύψει περαιτέρω πληροφορίες για την ταυτότητα του συλλέκτη, διότι έπρεπε να προστατεύσει μία πιθανή πηγή μελλοντικών αγορών του μουσείου. Ωστόσο, το 1995, ύστερα από σχετική έρευνα των Carabinieri αποκαλύφθηκε ότι το μουσείο αγόρασε τον κρατήρα του Ευφρονίου από τον αρχαιοπώλη Robert Hecht. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας των αρχών, το αγγείο είχε εντοπιστεί από αρχαιοκάπηλους σε μία ετρουσκική ταφή στο Cerveteri της Ιταλίας και είχε πουληθεί στη συνέχεια στον Medici, ο οποίος το μεταβίβασε στον Robert Hecht.

1.2.5.2 Συλλέκτες

Αρκετά από τα παρανόμως διακινηθέντα πολιτιστικά αγαθά πωλούνται «παρασκηνιακά» σε ιδιώτες συλλέκτες. Οι συλλέκτες αρχαιοτήτων αποτελούν μία ιδιαίτερη ομάδα καταναλωτών, καθώς συνήθως ανήκουν σε μια κοινωνική και οικονομική ελίτ. Τα πρόσωπα αυτά παρά την φαινομενική τους ευαισθησία για τον αρχαίο πολιτισμό, δεν διαθέτουν ηθικές αναστολές απέναντι στο φαι-

Σελ. 15

νόμενο της παράνομης διακίνησης πολιτιστικών αγαθών. Συνήθως, αντιμετωπίζουν την αρχαιότητα που ενδιαφέρονται να αγοράσουν είτε ως ένα must have κομμάτι, που οπωσδήποτε πρέπει να προσθέσουν στη συλλογή τους, είτε ως μία επενδυτική ευκαιρία.

Οι αρμόδιες αρχές έχουν τη δυνατότητα να εντοπίσουν μία αρχαιότητα που έχει κλαπεί ή ανασκαφεί παράνομα, μόνο εάν ο συλλέκτης επιλέξει να την παρουσιάσει σε κάποια έκθεση ή εάν ενδιαφερθεί να την δωρίσει σε κάποιο μουσείο. Δεν θα ήταν υπερβολή να υποτεθεί ότι οι παρανόμως διακινηθείσες αρχαιότητες που εν τέλει εντοπίζονται στις συλλογές των ιδιωτών αποτελούν μόνο την «κορυφή του παγόβουνου», σε σχέση με αυτές που παραμένουν κρυμμένες στους ιδιωτικούς χώρους τους. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις, όταν οι αρχές εντοπίζουν μία παρανόμως διακινηθείσα αρχαιότητα σε κάποια ιδιωτική συλλογή, οι συλλέκτες, επιδιώκοντας να διατηρήσουν τη φήμη του καλόπιστου αγοραστή στην αγορά τέχνης, συνεργάζονται ώστε να επιστραφεί το πολιτιστικό αγαθό στη χώρα προέλευσής του. Για παράδειγμα το 2008 η Shelby White επέστρεψε στην Ελλάδα το άνω τμήμα μίας επιτύμβιας στήλης (410–400 π.Χ.) και έναν χάλκινο κρατήρα (340–320 π.Χ.) που προέρχεται από την περιοχή της Πιερίας στη βόρεια Ελλάδα. Το ελληνικό Υπουργείο Πολιτισμού αναγνώρισε ότι η Shelby White ενήργησε καλή τη πίστει κατά την απόκτηση των αντικειμένων και, για το λόγο αυτό, δήλωσε ότι δεν προτίθεται να εγείρει οποιαδήποτε νομική αξίωση ενώπιον των δικαστηρίων εναντίον της συλλέκτριας.

1.3 Οι σύγχρονες προκλήσεις

1.3.1 Η παράνομη διακίνηση μέσω του διαδικτύου

Στο παραπάνω ήδη σύνθετο δίκτυο, τις τελευταίες δεκαετίες, με την ανάπτυξη της τεχνολογίας και της χρήσης του διαδικτύου, προστίθενται νέες παράμετροι και προκλήσεις. Οι διαδικτυακές πωλήσεις πολιτιστικών αγαθών διενεργούνται με δύο κύριες μεθόδους: τη δημοπρασία, κατά την οποία η ταυτότητα του εμπόρου, των ενδιαφερομένων αλλά και του πλειοδότη παραμένει κρυφή, και την πώληση σε μία σταθερή τιμή, κατά την οποία το πολιτιστικό αγαθό παρουσιάζεται ως προσφορά και συνοδεύεται από την ένδειξη «buy it now» . Οι διαδικτυακές δημοπρασίες πολιτιστικών αγαθών διαφέρουν από εκείνες που διεξάγονται στις αίθουσες των παραδοσιακών οίκων δημοπρασιών. Οι διαδικτυακές πλατφόρμες πώλησης πολιτιστικών αγαθών ευθύνονται για τη μαζική παράνομη διακίνηση γνήσιων αλλά και κίβδηλων αρχαιοτήτων. Στις πλατφόρμες αυτές πωλούνται ακόμα και αρχαιότητες οι οποίες από τους παραδοσιακούς οίκους δημοπρασίας θεω-

Σελ. 16

ρούνταν μικρής εμπορικής αξίας. Επιπλέον, εκτός από τους κύριους ιστότοπους, όπως το eBay και το Amazon.com, υπάρχει μία πληθώρα ιστοσελίδων, όπως το antiquities.net, το medusa-art και το caddotc, οι οποίες επικεντρώνονται στο εμπόριο αρχαιοτήτων.

Επιπλέον πολλές αρχαιότητες προωθούνται και μέσω ομάδων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (Facebook, Instagram), όπου ο αριθμός των χρηστών είναι πολλαπλάσιος σε σχέση με τις επίσημες πλατφόρμες πωλήσεων που αναφέρθηκαν παραπάνω. Οι διαδικτυακές συναλλαγές αφορούν κυρίως τα νομίσματα και τα μικρά ευρήματα όπως τα ειδώλια και τα κτερίσματα ταφών. Παρά ταύτα έχουν παρατηρηθεί και αγγελίες οι οποίες αφορούν μεγαλύτερου μεγέθους αντικείμενα, όπως ενεπίγραφες στήλες, αγάλματα και τμήματα ψηφιδωτών. Οι πωλητές είναι συνήθως ιδιώτες ή μικρές ομάδες που επιθυμούν να αποκομίσουν κέρδη σε σύντομο χρονικό διάστημα. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης παρέχουν τη δυνατότητα στους πωλητές να χρησιμοποιούν τακτικές οι οποίες θα ήταν αδύνατον να εφαρμοστούν στο eBay ή σε κάποια άλλη παρόμοια πλατφόρμα. Ειδικότερα, οι εμπλεκόμενοι στο παράνομο εμπόριο ενισχύουν την «αυθεντικότητα» των αντικειμένων αναρτώντας βίντεο από τις λαθρανασκαφές στις οποίες τα έχουν εντοπίσει. Παράλληλα, οι αλγόριθμοι των κοινωνικών μέσων προωθούν στους ενδιαφερόμενους ομάδες πώλησης πολιτιστικών αγαθών. Ως αποτέλεσμα, η διακίνηση γνήσιων και κίβδηλων αρχαιοτήτων διευρύνεται δραματικά.

Συνήθως οι πληρωμές πραγματοποιούνται είτε μέσω PayPal, το οποίο επιτρέπει την ηλεκτρονική μεταφορά χρημάτων από τον λογαριασμό αγοραστή, στο λογαριασμό του πωλητή, είτε μέσω εμβάσματος (Money Order System), το οποίο επιτρέπει την είσπραξη του ποσού από οποιαδήποτε τράπεζα. Οι ηλεκτρονικές συναλλαγές προσφέρουν στους ενδιαφερόμενους τη δυνατότητα μετακίνησης υπέρογκων χρηματικών ποσών. Παράλληλα, οι διαδικτυακές πλατφόρμες επιλέγονται από τους πωλητές, διότι αποτελούν μία απεριόριστη δεξαμενή πελατών και ένα περιβάλλον εντός του οποίου οι χρήστες μπορούν να κινηθούν ανεξέλεγκτα, ανώνυμα και χωρίς μεσάζοντες. Επιπλέον, οι πωλήσεις μέσω διαδικτύου παρέχουν στους πωλητές την ευελιξία να αποθηκεύουν τα πολιτιστικά αγαθά στην τοποθεσία που επιλέγουν, χωρίς να χρειάζεται να την αποκαλύψουν σε μεσάζοντες ή σε αγοραστές.

Παρόλο που οι περισσότερες διαδικτυακές πλατφόρμες δηλώνουν στις πολιτικές χρήσης τους ότι είναι κατά των παράνομων πωλήσεων, ο έλεγχος των συναλλαγών που διεξάγονται διαδικτυακά παρουσιάζει αρκετές δυσκολίες. Οι διαχειριστές μίας πλατφόρμας διατηρούν πολύ χαμηλό βαθμό ελέγχου του ιστότοπου καθώς παραιτούνται από κάθε ευθύνη σχετικά με συναλλαγές

Σελ. 17

που πραγματοποιούνται στην πλατφόρμα τους. Ευθύνη για τις συναλλαγές φαίνεται να φέρουν οι χρήστες, οι οποίοι όμως δεν έχουν καμία υποχρέωση να ενημερώσουν οποιαδήποτε αρχή σε σχέση με την προέλευση των προς πώληση αγαθών. Οι δεσμεύσεις των χρηστών σχετίζονται με την σωστή αποστολή του αντικειμένου στον αγοραστή και την ακριβή περιγραφή του. Ωστόσο, οι περιγραφές που συνοδεύουν το προς πώληση αντικείμενο δεν ακολουθούν συγκεκριμένα πρότυπα. Ως εκ τούτου, οι πωλητές μπορούν να παρουσιάζουν το πολιτιστικό αγαθό χωρίς να παρέχουν περαιτέρω διευκρινίσεις, αναφέροντας, με ασάφεια, μία ευρύτερη γεωγραφική περιοχή ως τόπο προέλευσης.

Εκτός από τις πωλήσεις στις επίσημες πλατφόρμες, τα πολιτιστικά αγαθά διακινούνται συχνά στο Σκοτεινό Διαδίκτυο (Dark Web). Το λαθρεμπόριο πολιτιστικών αγαθών εξυπηρετείται από τις δυνατότητες που δίνει στους χρήστες το Dark Web, καθώς το λογισμικό του (συνήθως τύπου Tor) είναι σχεδιασμένο ώστε να μην αφήνει ψηφιακά ίχνη και να προστατεύει την ανωνυμία των χρηστών. Επιπλέον, παρέχει τη δυνατότητα στους χρήστες να επικοινωνούν χρησιμοποιώντας κρυπτογραφημένες υπηρεσίες ανταλλαγής μηνυμάτων, όπως το Pretty Good Privacy (PGP), οι οποίες μετατρέπουν τα δεδομένα σε μορφή κώδικα που δεν μπορεί να διαβαστεί από κάποιον χωρίς το σωστό «κλειδί» αποκρυπτογράφησης. Η επικοινωνία των χρηστών πραγματοποιείται με ψευδείς ταυτότητες, ενώ στις πληρωμές συνήθως κυριαρχούν τα κρυπτονομίσματα, όπως το Bitcoin, το Monero ή το Zcash. Παράλληλα, οι εμπλεκόμενοι στο παράνομο εμπόριο πολιτιστικών αγαθών αλλάζουν συνεχώς διευθύνσεις IP, συνδέονται μέσω διαφορετικών VPN και χρησιμοποιούν αποκεντρωμένα δίκτυα ώστε να αποφύγουν τον εντοπισμό από τις διωκτικές αρχές. Εάν αντιληφθούν ότι το προφίλ τους έχει παραβιαστεί ή ότι οι αρχές βρίσκονται στα ίχνη τους ενεργοποιούν εφεδρικά προφίλ ή χρησιμοποιούν εναλλακτικούς λογαριασμούς και ταυτόχρονα, εφόσον έχουν ήδη δημιουργήσει αντίγραφα ασφαλείας, διαγράφουν τα δεδομένα και τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, όπως τους κρυπτογραφημένους σκληρούς δίσκους.

1.3.2 Οι νέες τεχνολογίες ως σύμμαχος κατά της παράνομης διακίνησης και της πάταξης της αρχαιοκαπηλίας

Οι καινοτομίες στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν από τις αρχές ως εργαλεία για την πρόληψη, την παρακολούθηση, την ανίχνευση και την καταπολέμηση των παράνομων δραστηριοτήτων. Δεδομένου ότι οι διαδικτυακές συναλλαγές πραγματοποιούνται με μεγάλη ταχύτητα, είναι ιδιαίτερα κρίσιμη η άμεση ενημέρωση των αρμοδίων αρχών προκειμένου να διερευνάται κατά το δυνατόν γρηγορότερα η προέλευση των πολιτιστικών αγαθών. Προκειμένου να αντιμετωπιστεί το παραπάνω φαινόμενο, χρηματοδοτήθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση η ανάπτυξη, και η συντήρηση, της πλατφόρμας SIGNIFICANCE (Stop Illicit Heritage Trafficking With Artificial Intelligence). Η εν λόγω πλατφόρμα σχεδιάστηκε ώστε να ενισχύει τις

Σελ. 18

αρχές κατά τον εντοπισμό, την παρακολούθηση και την αποτροπή της παράνομης διακίνησης πολιτιστικών αγαθών μέσω του διαδικτύου. Η πλατφόρμα χρησιμοποιεί προηγμένα εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης για την ανάλυση δεδομένων και την αναγνώριση ύποπτων των δραστηριοτήτων σε ψηφιακές πλατφόρμες. Η χρήση της πλατφόρμας SIGNIFICANCE ξεκίνησε το 2022 και έχει αποδειχθεί αποτελεσματική στην ενίσχυση του έργου των αρχών. Συγκεκριμένα, η πλατφόρμα έχει συμβάλει στην αύξηση της αναγνώρισης παράνομων αντικειμένων κατά 10–15%, επιτρέποντας στις αρχές να εντοπίζουν και να μπλοκάρουν άμεσα τις παράνομες δραστηριότητες.

Παράλληλα, θα πρέπει να διαμορφωθούν τυποποιημένες διαδικασίες και εντολές έρευνας και να καταρτιστούν κώδικες δεοντολογίας που θα προτρέπουν τους παρόχους του διαδικτύου να απαγορεύουν την ανάρτηση αγγελιών, οι οποίες θα αφορούν πολιτιστικά αγαθά χωρίς νόμιμα πιστοποιητικά. Ως πρότυπο για τη δημιουργία των παραπάνω θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί το έντυπο CRIGEN ART FORMS, το οποίο εφαρμόζεται από την INTERPOL. Σύμφωνα με την διαδικασία που προβλέπεται στο εν λόγω έντυπο, όταν κλαπεί ένα πολιτιστικό αγαθό, το αρμόδιο εθνικό γραφείο της INTERPOL υποβάλλει στα κεντρικά γραφεία της INTERPOL πληροφορίες με ημερομηνία, τον τόπο της κλοπής, την περιγραφή και τις φωτογραφίες του κλαπέντος αντικειμένου. Στη συνέχεια, οι πληροφορίες εισάγονται στη βάση δεδομένων της INTERPOL, η οποία μέσω σχετικής ανακοίνωσης ειδοποιεί τα κράτη μέλη της και τα επιφορτίζει με το καθήκον να κοινοποιήσουν την ανακοίνωση στην αστυνομία, στα τελωνεία, στα μουσεία, στους οίκους δημοπρασιών, στους αρχαιοπώλες και στους ενεχυροδανειστές.

Εκτός από το παραπάνω σύστημα, η INTERPOL έχει αναπτύξει την εφαρμογή ID-Art mobile app: Capture the art, capture the criminals, η οποία ενισχύει τις προσπάθειες των αρχών για τον εντοπισμό των κλαπέντων πολιτιστικών αγαθών. Πρόκειται για μία εφαρμογή που μπορεί να χρησιμοποιηθεί από αστυνομικούς, τελωνειακούς, συλλέκτες, εμπόρους έργων τέχνης, δημοσιογράφους αλλά και το ευρύ κοινό. Οι χρήστες μέσω της εφαρμογής μπορούν να δημιουργήσουν τον δικό τους κατάλογο με ιδιωτικές συλλογές τέχνης, να αναφέρουν ένα αντικείμενο ως κλεμμένο και να καταδείξουν αρχαιολογικές θέσεις ή πολιτιστικά ιδρύματα που βρίσκονται σε κίνδυνο. Παράλληλα, αποκτούν πρόσβαση στη βάση δεδομένων κλεμμένων έργων τέχνης της INTERPOL και μπορούν να ερευνήσουν οι ίδιοι εάν ένα πολιτιστικό αγαθό έχει αναφερθεί ως κλαπέν, είτε με μη αυτόματο τρόπο, μέσω της εισαγωγής λεπτομερειών που αφορούν τον τύπο, το υλικό, την τεχνική, και τον τίτλο του αντικειμένου, είτε με αυτόματο τρόπο ανεβάζοντας στην εφαρμογή μία φωτογραφία του αντικειμένου. Η εφαρμογή, μέσω της χρήσης λογισμικού αναγνώρισης εικόνων, έχει τη δυνατότητα να ταυτοποιεί τη φωτογραφία με στοιχεία που έχουν καταγραφεί στη βάση δεδομένων. Εάν εντοπιστεί κάτι ύποπτο το ID-Art mobile app διαβιβάζει τα στοιχεία, μαζί με την γεωγραφική τοποθεσία στην INTERPOL, η οποία ενημερώνει τις εθνικές αρμόδιες αρχές, εάν κριθεί απαραίτητο.

Σελ. 19

Η εκτεταμένη χρήση αυτοματοποιημένων ελέγχων μέσω λογισμικού αναγνώρισης και σάρωσης εικόνων θα μπορούσε να αποτελέσει ένα όπλο στη φαρέτρα των τελωνειακών ώστε να εξετάζουν και να εντοπίζουν ταχύτερα τα παρανόμως διακινηθέντα πολιτιστικά αγαθά. Ιδιαίτερα χρήσιμη θα μπορούσε να αποδειχθεί μία τέτοια τεχνολογία στην περίπτωση των αρχαιοτήτων που έχουν προκύψει από λαθρανασκαφή. Για παράδειγμα στην περίπτωση ενός, προερχόμενου από λαθρανασκαφή, αμφορέα που εντοπίζεται στα σύνορα, το λογισμικό θα μπορούσε σαρώνοντας το αγγείο να συγκρίνει τα μορφολογικά χαρακτηριστικά του με αντίστοιχα αγγεία που διαθέτει στη βάση δεδομένων. Εάν το σύστημα αναγνωρίσει ότι ο αμφορέας έχει στυλιστικές ομοιότητες με αντικείμενα που προέρχονται από περιοχές που πλήττονται από λαθρανασκαφές, μπορεί να ενημερώσει τις αρμόδιες αρχές. Χάρη στην ανάπτυξη της τεχνολογίας οι ειδικοί που θα λάβουν την ειδοποίηση, θα έχουν τη δυνατότητα να εξετάσουν, ακόμα και εξ αποστάσεως, τον αμφορέα μέσω μίας σκαναρισμένης 3D εικόνας υψηλής ανάλυσης και ποιότητας. Αυτό συνεπάγεται ότι δεν χρειάζονται, απαραίτητα, πολλές ομάδες εξειδικευμένων τελωνειακών σε κάθε τελωνείο, αλλά κεντρικές υπηρεσίες με ειδικευμένους τελωνειακούς υπαλλήλους.

Στην περίπτωση των κλαπέντων πολιτιστικών αγαθών θα πρέπει να εξεταστεί εάν θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν τεχνολογίες ανίχνευσης RFID (Radio Frequency Identification) και υπέρυθρων ετικετών (Infrared Tags). Λαμβάνοντας υπόψη τον διακρατικό χαρακτήρα της παράνομης διακίνησης πολιτιστικών αγαθών, καθώς και το γεγονός ότι οι χώρες προέλευσης δεν διαθέτουν τους πόρους που απαιτούνται, η οργάνωση και η λειτουργία αυτών των συστημάτων θα μπορούσαν να χρηματοδοτηθούν από ενωσιακά προγράμματα που υποστηρίζουν οικονομικά την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς.

1.4 Η σύνδεση της παράνομης διακίνησης πολιτιστικών αγαθών με άλλα εγκλήματα

1.4.1 Φοροδιαφυγή

Η παράνομη διακίνηση των πολιτιστικών αγαθών θίγει τα οικονομικά συμφέροντα, τόσο των κρατών προέλευσης, όσο και των κρατών εισαγωγής, και συνδέεται άμεσα με το αδίκημα της φοροδιαφυγής. Συγκεκριμένα αρκετοί συλλέκτες αγοράζουν αρχαιότητες σε σχετικά χαμηλό κόστος, προκειμένου, εν τέλει, να τις δωρίσουν σε κάποιο πολιτιστικό ίδρυμα. Κατά τη δωρεά τα μουσεία εκτιμούν, κατά την κρίση τους, την οικονομική αξία του αρχαίου αντικειμένου που λαμβάνουν. Με βάση την τιμή εκτίμησης, ο δωρητής φορολογείται με πιο ευνοϊκούς όρους. Συνήθως, η τιμή εκτίμησης που ορίζουν τα μουσεία υπερβαίνει κατά πολύ την αντικειμενική αξία των αρχαιοτήτων και κατ’ αντιστοιχία οι συλλέκτες απολαύουν μεγάλων φοροαπαλλαγών. Αυτή η πρακτική ενθαρρύνει τους συλλέκτες να αποκτούν αρχαιότητες αποσκοπώντας στην φοροαπαλλαγή. Όπως προκύπτει από τα χειρόγραφα του αρχαιοπώλη Robert Hecht, ο επιχειρηματίας και συλλέκτης Seymour Weintraub, συστηματικά, συνέλεγε αρχαιότητες και επέλεγε να τις δωρίσει σε μουσεία μόνο εάν η αξία εκτίμησής τους ήταν σημαντικά υψηλότερη από το ποσό που είχε επενδύσει αρχικά. Ενδεικτικά, ο Weintraub αγόρασε από τον έμπορο Bruce McNall τέσσερεις τοιχογραφίες του 4ου αιώνα, προερχόμενες από μία ταφή στο Paestum, έναντι 750.00 δολαρίων, δωρίζοντας τες αρ-

Σελ. 20

γότερα, όμως, στο Μουσείο Getty, επωφελήθηκε φοροαπαλλαγής 1.250.000 δολαρίων, καθώς η τιμή εκτίμησης που όρισε το Μουσείο για τις τοιχογραφίες ανήλθε στα 2.500.000 δολάρια.

Ενδεχομένως, θα πρέπει να επανεξεταστεί το σύστημα αυτό, ώστε να εξακολουθήσουν να απονέμονται φορολογικά κίνητρα στους δωρητές, αλλά κατά τρόπο που να μην ενισχύουν τις παραπάνω κερδοσκοπικές πρακτικές. Παράλληλα, θα πρέπει να εξεταστούν οι φόροι που επιβάλλονται όταν κάποιος αποκτά μία αρχαιότητα. Σε αυτές τις περιπτώσεις, σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα μπορούσε να εφαρμοστεί, κατ’ αναλογία, η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» (pigovian tax). Τα έσοδα αυτών των φόρων θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για να καλύψουν τα κόστη που προκύπτουν για την προστασία και φύλαξη των πολιτιστικών αγαθών και την καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης.

1.4.2 Διαφθορά

Παρόλο που οι τελωνειακοί υπάλληλοι διαδραματίζουν έναν κομβικό ρόλο στην προστασία των πολιτιστικών αγαθών, καθώς είναι υπεύθυνοι να ελέγχουν και να αποτρέπουν την εισαγωγή και την εξαγωγή τους, τα πρόσωπα που στελεχώνουν την τελωνειακή υπηρεσία συχνά στερούνται σωστής κατάρτισης. Οι τελωνειακοί υπάλληλοι και οι εργαζόμενοι στις διωκτικές αρχές θα πρέπει να επιλέγονται με αυστηρά κριτήρια και να διατηρούν στενές επαφές και τακτικές συναντήσεις με τους υπαλλήλους του Υπουργείου Πολιτισμού, οι οποίες θα αποσκοπούν στην οργάνωση συντονισμένων δράσεων. Ταυτόχρονα οι υπάλληλοι που διεξάγουν τους ελέγχους θα πρέπει να τροφοδοτούνται με γνώσεις σχετικά με τα πολιτιστικά αγαθά και τη διεθνή και εγχώρια νομοθεσία που τα προστατεύει.

Ωστόσο, ακόμα και εάν πραγματοποιηθούν τα προαναφερθέντα, ελλοχεύει ο κίνδυνος της διαφθοράς των εργαζομένων σε αυτές τις θέσεις. Σε αρκετές περιπτώσεις οι εμπλεκόμενοι στην διακίνηση των πολιτιστικών αγαθών εργάζονται ή έχουν εργαστεί στο παρελθόν σε θέσεις συναφείς με τον έλεγχο των εισαγωγών και των εξαγωγών. Η γνώση που αποκτούν στο πλαίσιο της εργασίας τους, επιτρέπει σε αυτά τα άτομα να κατανοούν τις διαδικασίες εξαγωγής και εισαγωγής αγαθών, τους ελέγχους ασφαλείας και τις αδυναμίες του συστήματος. Ως εκ τούτου, μπορούν να μεθοδεύουν την εξαγωγή πολιτιστικών αγαθών παρακάμπτοντας τους ελέγχους, παραποιώντας ευκολότερα τα έγγραφα για την πραγματική προέλευση των αρχαιοτήτων και αξιοποιώντας επαφές που έχουν καλλιεργήσει στο πλαίσιο των καθηκόντων τους. Για παράδειγμα, όπως προκύπτει από την απόφαση ΑΠ 93/2020, ο μεσάζοντας, ο οποίος, είχε επαφές με αρχαιοκάπηλους στη Μακεδονία και στη Θεσσαλία που προέβαιναν σε σταθερή βάση σε παράνομες αρχαιολογικές έρευνες και διοχέτευαν σε αυτόν τα ευρήματά τους, είχε εργαστεί στο παρελθόν σε εκτελωνισμούς αυτοκινήτων. Αντίστοιχα ο επικεφαλής της περιοχής στην Νότια Ιταλία, Pasquale Camera, ήταν πρώην αρχηγός του σώματος της Guardia di Finanza.

Back to Top