Η ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΗ ΣΗΜΑΝΣΗ ΤΩΝ ΤΡΟΦΙΜΩΝ
Κανονιστική υποχρέωση - Μέσο προώθησης των πωλήσεων - Άυλο αγαθό
- Έκδοση: 2025
- Σχήμα: 17x24
- Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
- Σελίδες: 384
- ISBN: 978-618-08-0795-0
Το έργο «Η γεωγραφική σήμανση των τροφίμων: Κανονιστική υποχρέωση - Μέσο προώθησης των πωλήσεων - Άυλο αγαθό» προσφέρει μια ολοκληρωμένη ανάλυση της σήμανσης καταγωγής των τροφίμων, εξετάζοντας τη διττή της φύση: τόσο ως κανονιστική υποχρέωση όσο και ως εργαλείο προώθησης και ανάπτυξης αξίας. Αναλύει τις σχετικές διατάξεις του δικαίου τροφίμων, του δικαίου προστασίας καταναλωτή και της διανοητικής ιδιοκτησίας (ΠΟΠ/ΠΓΕ, σήματα), διερευνώντας τους μεταξύ τους συσχετισμούς και αναδεικνύοντας την ορθή εφαρμογή τους.
Η μελέτη απευθύνεται σε νομικούς, επαγγελματίες του κλάδου τροφίμων, παραγωγούς και στελέχη επιχειρήσεων, καθώς και σε κάθε ενδιαφερόμενο για την ασφάλεια και την προστασία της ποιότητας, της αυθεντικότητας και της φήμης των ελληνικών αγροδιατροφικών προϊόντων. Ο αναγνώστης θα κατανοήσει όχι μόνο τις νομικές και πρακτικές διαστάσεις της γεωγραφικής σήμανσης, αλλά και τη σημασία της ως άυλο αγαθό που ενισχύει την ανταγωνιστικότητα και την αναγνωρισιμότητα των προϊόντων στην αγορά. Ένα απαραίτητο εργαλείο για όσους επιθυμούν να συνδυάσουν τη νομοθετική συμμόρφωση με την επιχειρηματική στρατηγική.
Τα είδη διατροφής στην Ενωμένη Ευρώπη
1. Ο αγροδιατροφικός τομέας στην Ευρωπαϊκή Ένωση 1
1.2. Η βιομηχανία τροφίμων στην ΕΕ 2
1.3. Η βιομηχανία τροφίμων και ποτών στην Ελλάδα 2
2. Τα τρόφιμα ως καταναλωτικά προϊόντα 3
3. Τομεακή νομοθεσία για τα τρόφιμα στην ΕΕ 4
3.1. Η Ενωσιακή έννοια του «τροφίμου» 5
3.2. Στάδιο ήπιας εναρμόνισης 6
3.3. Εναρμονισμένοι κανόνες για τα τρόφιμα 9
3.3.1. Ρυθμίσεις για την ασφάλεια των τροφίμων 11
3.3.2. Πληροφορίες για τα τρόφιμα 13
3.4. Στρατηγική από το αγρόκτημα στο πιάτο 14
4. Εθνική ταυτότητα των τροφίμων και Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση 15
4.1. Οι συμπεριφορικές επιπτώσεις της γεωγραφικής προέλευσης 16
4.2. Η απαίτηση σήμανσης της καταγωγής ως μέτρο ισοδύναμου
αποτελέσματος 18
4.3. Η εθνική ταυτότητα ως ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των τροφίμων ΕΕ 20
4.4. Συγκερασμός αντικρουόμενων συμφερόντων 21
5. Τοποθέτηση του ζητήματος 22
6. Σκοπός και διάρθρωση της μελέτης 24
Η καταγωγή στο δίκαιο των τροφίμων
1. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 1169/2011 27
1.1. Μηχανισμός εναρμόνισης 28
1.2.1. Πληροφορίες για τα τρόφιμα 28
1.2.2. Υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής 30
1.2.2.1. Τελικός καταναλωτής τροφίμων 30
1.2.2.3. Επιχείρηση τροφίμων 32
1.2.2.4. Ο ρόλος των επιχειρήσεων στην εφοδιαστική αλυσίδα των τροφίμων 33
1.2.2.5. Ψηφιακές αγορές τροφίμων 35
1.3. Υποχρεωτικές πληροφορίες για τα προσυσκευασμένα τρόφιμα 35
1.3.1. Προσυσκευασμένα τρόφιμα 36
1.3.3. Κατάλογος συστατικών 39
1.3.5. Συστατικά που προκαλούν αλλεργίες ή δυσανεξίες 43
1.3.6. Καθαρή ποσότητα τροφίμου 44
1.3.7. Ελάχιστη διατηρησιμότητα και οδηγίες χρήσης τροφίμου 46
1.3.8. Στοιχεία υπευθύνου επιχείρησης τροφίμων 46
1.4. Μη προσυσκευασμένα τρόφιμα 47
2. Η επισήμανση της καταγωγής των τροφίμων 47
2.1. Προσδιορισμός της γεωγραφικής προέλευσης 49
2.2. Η γεωγραφική προέλευση ως υποχρεωτική πληροφορία για τα τρόφιμα 51
2.2.1. Η τομεακή νομοθεσία της ΕΕ για την καταγωγή των τροφίμων 52
2.2.1.1. Προϊόντα αλιείας και υδατοκαλλιέργειας 52
2.2.1.2. Οπωροκηπευτικά προϊόντα 53
2.2.1.5. Αυγά, ελαιόλαδο, προϊόντα οίνου 56
2.2.1.6. Βιολογικά προϊόντα 57
2.2.1.7. Φυσικό μεταλλικό νερό 58
2.2.2. Ειδικές υποχρεώσεις σήμανσης από το άρθρο 26 Κανονισμού 1169/2011 58
2.2.3.1. Κίνδυνος παραπλάνησης με ενέργειες της επιχείρησης τροφίμων 60
2.2.3.2. Κίνδυνος παραπλάνησης από παραλείψεις της επιχείρησης τροφίμων 61
2.2.4. Αναφορά της γεωγραφικής προέλευσης του πρωταρχικού συστατικού
σε τρόφιμο 62
2.2.4.1. Η έννοια του πρωταρχικού συστατικού 63
2.2.4.2. Δήλωση της γεωγραφικής προέλευσης του τροφίμου 65
2.2.4.3. Η γεωγραφική προέλευση του πρωταρχικού συστατικού 67
2.4.1. Το άρθρο 39 παρ. 2 Κανονισμού 1169/2011 71
2.4.1.1. Η συμβολή της απόφασης C-485/18 στην ερμηνεία του άρθρου 39 Κανονισμού 1169/2011 72
2.4.1.2. Εφαρμογή του άρθρου 39 Κανονισμού 1169/2011 στην Ελλάδα 74
2.4.2. Εθνικές ρυθμίσεις για τη σήμανση της γεωγραφικής προέλευσης μη προσυσκευασμένων τροφίμων 76
2.5. Ο κανόνας της προαιρετικής αναφοράς της γεωγραφικής προέλευσης
στα τρόφιμα 77
3. Έννομες συνέπειες από την παραβίαση των σχολιαζόμενων διατάξεων 77
3.1. Πλαίσιο κυρώσεων στον Ν. 4235/2014 78
3.1.1. Οι εφαρμοστέες διατάξεις εκ του σύνεγγυς 79
3.1.2. Το άρθρο 23α Ν. 4235/2014 για παραβάσεις ως προς τη σήμανση
της χώρας καταγωγής 79
3.2. Αξιώσεις των θιγόμενων προσώπων 80
4. Συμπερασματικές παρατηρήσεις 82
Συστήματα ποιότητας ΕΕ με βάση την καταγωγή
των τροφίμων (ΠΟΠ/ΠΓΕ)
2. Ιστορική αναδρομή στην προστασία των ενδείξεων προέλευσης
εντός ΕΕ 86
2.1. Διεθνής προστασία για τις ενδείξεις προέλευσης 86
2.4. Το ισχύον νομοθετικό καθεστώς στην ΕΕ 92
3. Τα συστήματα ποιότητας ΕΕ κατά τον Κανονισμό 2024/1143 93
3.1. Αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής 93
3.2. Είδη προστατευόμενων ενδείξεων προελεύσεως 94
3.2.1. Προστατευόμενες Ονομασίες Προέλευσης (ΠΟΠ) 95
3.2.2. Προστατευόμενες Γεωγραφικές Ενδείξεις (ΠΓΕ) 96
3.2.3. Προστατευόμενες ενδείξεις προελεύσεως για οίνους και αλκοολούχα
ποτά 97
3.2.4. Η έννοια του σταδίου παραγωγής 98
3.3. Ο δεσμός μεταξύ προϊόντος και τόπου προέλευσης 98
3.4. Ονομασίες κατάλληλες προς καταχώριση ως ΠΟΠ/ΠΓΕ 100
3.4.1. Οι ΠΟΠ/ΠΓΕ ως γεωγραφικές ονομασίες 100
4. Διαδικασία καταχώρισης ΠΟΠ/ΠΓΕ 102
4.1. Αιτούντες την καταχώριση 102
4.1.1. Ειδικές κατηγορίες ομάδων παραγωγών 103
4.1.2. Αναγνωρισμένες ομάδες παραγωγών 104
4.2. Εθνικό στάδιο διαδικασίας καταχώρισης 105
4.3. Ενωσιακό στάδιο διαδικασίας καταχώρισης 106
4.4. Επιμερισμός αρμοδιοτήτων μεταξύ εθνικών αρχών και Επιτροπής 108
4.5. Ενδείξεις προέλευσης από τρίτες χώρες 109
4.6. Ενωσιακό μητρώο ΠΟΠ/ΠΓΕ 110
4.8. Συνήθης vs απλοποιημένη διαδικασία καταχώρισης 112
5.1. Προδιαγραφές παραγωγής και παρουσίασης 116
5.2. Η υπόθεση Schwarzwälder Schinken 117
5.3. Δεσμεύσεις βιωσιμότητας στις προδιαγραφές 118
5.4. Τροποποίηση των προδιαγραφών προϊόντος 119
5.4.1. Συνήθεις τροποποιήσεις 119
5.4.2. Προσωρινές τροποποιήσεις 120
5.4.3. Ενωσιακές τροποποιήσεις 120
6. Μη καταχωρημένες γεωγραφικές ενδείξεις 122
6.1. «Απλές» ή «έμμεσες» ενδείξεις γεωγραφικής προέλευσης 122
6.2. Εύρος εθνικής προστασίας 123
7. Αρνητικές προϋποθέσεις καταχώρισης ενδείξεων γεωγραφικής προέλευσης 124
7.1. Γενικές ή κοινές ενδείξεις 124
7.1.1. Διαπίστωση χαρακτήρα γενικής ονομασίας 125
7.1.2. Μετάπτωση μιας ένδειξης γεωγραφικής προέλευσης σε κοινή ονομασία 127
7.1.3. Επανάκτηση χαρακτήρα ένδειξης γεωγραφικής προέλευσης
από γενική ονομασία 129
7.1.4. Γενική ονομασία ως τμήμα ΠΟΠ/ΠΓΕ 129
7.2. Ομώνυμες γεωγραφικές ονομασίες 130
7.3. Σύγκρουση με εμπορικό σήμα 131
7.4. Σύγκρουση με ονομασία φυτικής ποικιλίας ή φυλής ζώων 131
9. Εθνικά συστήματα προστασίας ΠΟΠ/ΠΓΕ 134
10. Η καταχώριση και προστασία των ΠΟΠ/ΠΓΕ στην Ελλάδα 137
10.1. Ειδική νομοθεσία για την καταχώριση ΠΟΠ/ΠΓΕ 138
10.1.1. Διαδικασία αναγνώρισης ομάδων παραγωγών 139
10.1.2. Διαδικασία καταχώρισης 139
10.1.3. Οδηγίες επί των προδιαγραφών 140
10.1.4. Αιτήματα τροποποίησης προδιαγραφών ΠΟΠ/ΠΓΕ 142
10.2. Έλεγχοι και εποπτεία 143
11. Συμπερασματικές παρατηρήσεις 144
Γεωγραφική προέλευση τροφίμων και δίκαιο των σημάτων
1. Η προστασία των σημάτων στην ΕΕ 147
1.1. Οι λειτουργίες του σήματος 147
1.2. Απόκτηση του δικαιώματος στο σήμα 148
1.3. Οι αντικειμενικές προϋποθέσεις του δικαιώματος στο σήμα 149
2. Απόλυτα απαράδεκτα καταχώρισης σήματος 150
2.1. Έλλειψη διακριτικής ικανότητας in abstracto 150
2.2. Έλλειψη διακριτικού χαρακτήρα 151
2.2.1. Περιγραφικές ενδείξεις 152
2.2.2. Κοινόχρηστες ενδείξεις 153
2.2.3. Κτήση διακριτικού χαρακτήρα δια της χρήσης 154
2.3. Έλλειψη αυτοτέλειας σε σχέση με το προϊόν 155
2.4. Σημεία αντίθετα στη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη 156
2.4.1. Το απόλυτο απαράδεκτο άρθρου 4 παρ. 1 στοιχ. στ΄ Οδηγίας 2015/2436 156
2.4.2. Απόλυτα απαράδεκτα βάσει άρθρου 6 τρις Σύμβασης των Παρισίων 157
2.4.3. Απόλυτα απαράδεκτα δυνάμει άρθρου 4 παρ. 3 Οδηγίας 2015/2436 157
2.7. Σήματα αντίθετα στην καλή πίστη 160
3. Σχετικά απαράδεκτα καταχώρισης σήματος 161
3.2. Σήματα φήμης και κίνδυνος συσχέτισης 164
3.3. Η σύγκρουση με προγενέστερη ΠΟΠ/ΠΓΕ ως λόγος απαραδέκτου 167
4. Γεωγραφικοί όροι και ενδείξεις στα εμπορικά σήματα 168
4.1. Περιγραφικές γεωγραφικές ονομασίες 168
4.1.1. Σημεία ή ενδείξεις που δύνανται να υποδηλώσουν γεωγραφική
προέλευση 169
4.1.2. Σημεία περιγραφικά για την προέλευση των διακρινόμενων προϊόντων 170
4.1.3. Σημεία αμιγώς γεωγραφικού περιεχομένου 173
4.2. Απόκτηση διακριτικού χαρακτήρα από γεωγραφικό σημείο
«δια της χρήσης» 174
4.3. Κίνδυνος παραπλάνησης ως προς τη γεωγραφική προέλευση
του τροφίμου 175
4.4. Σήματα τροφίμων που περιέχουν εθνικά σύμβολα 176
4.5. Η γεωγραφική προέλευση υπό το πρίσμα του άρθρου 4 παρ. 1 στοιχ. ε΄ 177
4.6. Κίνδυνος αποδόμησης του γεωγραφικού όρου ως ένδειξης προέλευσης 178
4.7. Σήματα που προσκρούουν σε ΠΟΠ/ΠΓΕ 178
4.7.1. Προστατευόμενες ΠΟΠ/ΠΓΕ δυνάμει των συστημάτων ποιότητας ΕΕ 179
4.7.2. Προστατευόμενες ΠΟΠ/ΠΓΕ δυνάμει Διεθνούς Συμφωνίας της ΕΕ 179
4.7.3. Ειδικά η Πράξη της Γενεύης της Συμφωνίας της Λισαβόνας 180
4.7.4. Εφαρμογή σε ΠΟΠ/ΠΓΕ τρίτων χωρών 181
4.7.5. Προστατευόμενες ΠΟΠ/ΠΓΕ δυνάμει εθνικής νομοθεσίας 181
4.8. Σχετικά απαράδεκτα και γεωγραφική προέλευση των τροφίμων 182
4.8.1. Κίνδυνος σύγχυσης με προγενέστερο γεωγραφικό σήμα 184
4.8.2. Κίνδυνος συσχέτισης με γεωγραφικό σήμα φήμης 185
5.2. Ουσιαστικές προϋποθέσεις προστασίας 187
5.2.1. Διακριτικός χαρακτήρας 188
5.2.3. Συλλογικό σήμα φήμης 189
5.3. Οι γεωγραφικοί όροι στα συλλογικά σήματα 189
6. Σήματα πιστοποίησης ή εγγύησης 192
6.1. Γεωγραφικοί όροι στα σήματα πιστοποίησης 193
6.2. Σήμα ελληνικών προϊόντων και υπηρεσιών 193
Η καταγωγή των τροφίμων ως αντικείμενο B2C μάρκετινγκ
1. Άρθρο 7 Κανονισμού 1169/2011 199
1.1. Παραπλάνηση ως προς τα χαρακτηριστικά του τροφίμου 200
1.1.1. Ταυτότητα και φύση του τροφίμου 200
1.1.2. Απόκρυψη της παρουσίας υποκατάστατου στα τρόφιμα 201
1.1.4. Σύνθεση του τροφίμου 204
1.1.6. Λοιπά χαρακτηριστικά 207
1.2. Απόδοση θεραπευτικών ιδιοτήτων σε τρόφιμο 208
1.2.1. Συσχέτιση με τη νομοθεσία για τους ισχυρισμούς διατροφής και υγείας 209
1.2.2. Ισχυρισμοί για αλλεργιογόνες ουσίες 211
1.3. Επίκληση μη βάσιμων αποτελεσμάτων για το τρόφιμο 211
1.4. Διαφήμιση με αυτονόητα για τα τρόφιμα 212
2. Παραπλανητικό μάρκετινγκ ειδικά για την καταγωγή των τροφίμων 212
2.1. Παραβίαση διατάξεων περί υποχρεωτικής σημάνσεως
της καταγωγής 213
2.2. Μη συμμόρφωση με το άρθρο 26 παρ. 2α Κανονισμού 1169/2011 214
2.3. Μη συμμόρφωση με το άρθρο 26 παρ. 3 Κανονισμού 1169/2011 217
3. Διατυπώσεις παράθεσης και παρουσίασης των πληροφοριών
για τα τρόφιμα 217
3.1. Προσυσκευασμένα τρόφιμα 217
3.2. Μη προσυσκευασμένα τρόφιμα 220
3.3. Παρουσίαση των πληροφοριών στο διαδίκτυο 221
3.4. Παρουσίαση της πληροφόρησης για την καταγωγή
των τροφίμων 222
4. Η σήμανση της καταγωγής των τροφίμων υπό το πρίσμα
της Οδηγίας 2005/29 223
4.1. Παραπλανητικές πράξεις 223
4.1.1. Τρόφιμα «δύο ποιοτήτων» 224
4.2. Παραπλανητικές παραλείψεις 229
4.3. Παρουσίαση των ουσιωδών πληροφοριών 230
4.4.1. Οι αναφυόμενες τομές 231
4.4.2. Η αρχή της ειδικότητας 232
4.4.3. Διευθέτηση της επικάλυψης αρμοδιοτήτων προς επιβολή διοικητικών
κυρώσεων 234
4.5. Επιθετική προώθηση των πωλήσεων και καταγωγή των τροφίμων 235
5. Ο μέσος καταναλωτής τροφίμων 236
5.2. Ο μέσος καταναλωτής ως homo economicus 240
5.2.1. Οι γνωστικές προκαταλήψεις στη δοκιμή μέσου καταναλωτή 241
5.2.2. Κοινωνικοί, πολιτιστικοί και γλωσσικοί παράγοντες 242
5.3. Στρέβλωση της οικονομικής συμπεριφοράς του μέσου καταναλωτή
τροφίμων 242
5.4. Ευάλωτοι καταναλωτές τροφίμων 246
5.5. Στρέβλωση οικονομικής συμπεριφοράς από ενδείξεις καταγωγής 247
5.5.1. Παραπλάνηση του μέσου καταναλωτή από ενδείξεις καταγωγής 248
5.5.2. Ψυχολογική και συναισθηματική χειραγώγηση από ενδείξεις καταγωγής 249
6. Άυλα αγαθά συνδεόμενα με την καταγωγή και δίκαιο των τροφίμων 250
6.1. Υποχρεωτική σήμανση καταγωγής τροφίμων vs ΠΟΠ/ΠΓΕ 250
6.3. Σήμανση προέλευσης βάσει άρθρου 39 Κανονισμού
1169/2011 vs ΠΟΠ/ΠΓΕ 253
6.4. Σύμβολα ΠΟΠ/ΠΓΕ στην ετικέτα τροφίμου 255
6.4.1. Προσαρμογή στο πλαίσιο του Κανονισμού 1169/2011 255
6.4.2. Αντιθέσεις με τη σήμανση της καταγωγής στον Κανονισμό 1169/2011 256
7. Συμπερασματικές παρατηρήσεις 256
Η γεωγραφική προέλευση των τροφίμων ως άυλο αγαθό 259
1. Άρθρο 26 Κανονισμού 2024/1143 259
1.1. Άμεση ή έμμεση εμπορική χρήση ΠΟΠ/ΠΓΕ 260
1.2. Προσβολή ΠΟΠ/ΠΓΕ φήμης 262
1.3. Υπαινιγμός ή αντιποίηση 263
1.5. Προσβολή ΠΟΠ/ΠΓΕ από προϊόντα που χρησιμοποιούνται
ως συστατικά 266
1.5.1. Παρουσία προϊόντων ΠΟΠ/ΠΓΕ στον κατάλογο συστατικών 266
1.5.2. Παραβίαση άρθρου 26 Κανονισμού 2024/1143 από συστατικό τροφίμου 268
1.6. Παραπλανητικές ενδείξεις στη συσκευασία 269
1.7. Άλλες πρακτικές ικανές να παραπλανήσουν τον καταναλωτή 271
1.8. Προσβολή ΠΟΠ/ΠΓΕ με κοινούς (generic) όρους 272
1.9. Η δοκιμή του μέσου καταναλωτή κατά την εξέταση προσβολών ΠΟΠ/ΠΓΕ 273
2. Διευθέτηση συγκρούσεων ΠΟΠ/ΠΓΕ και γεωγραφικών σημάτων 274
2.1. Σύγκρουση σήματος με προγενέστερη ΠΟΠ/ΠΓΕ 274
2.1.1. Άμεση και έμμεση χρήση ΠΟΠ/ΠΓΕ από εμπορικό σήμα 274
2.1.2. Εκμετάλλευση φήμης ΠΟΠ/ΠΓΕ από εμπορικό σήμα 276
2.1.3. Κατάχρηση, απομίμηση ή επίκληση ΠΟΠ/ΠΓΕ από εμπορικό σήμα 277
2.1.4. Παραπλάνηση καταναλωτή από εμπορικό σήμα που προσεγγίζει
ΠΟΠ/ΠΓΕ 279
2.2. Σύγκρουση καταχωρημένων σημάτων με μεταγενέστερες ΠΟΠ/ΠΓΕ 279
2.2.1. Σύγκρουση ΠΟΠ με σήμα φήμης 280
2.2.2. Παράλληλη χρήση σήματος και ΠΟΠ/ΠΓΕ 280
2.3.1. Η ΠΟΠ/ΠΓΕ ως συλλογικό σήμα 283
2.3.2. ΠΟΠ/ΠΓΕ και σήματα πιστοποίησης 283
3. Συγκρούσεις καταχωρισμένης ΠΟΠ/ΠΓΕ με συνώνυμη φυτική
ποικιλία 284
4. Οι παραδοσιακές ενδείξεις οίνων ως ενδείξεις καταγωγής 286
4.3. Σχέση με το δίκαιο των τροφίμων 288
5. Συγκριτική διαφήμιση σε σχέση με την καταγωγή των τροφίμων 289
5.1. Όροι νομιμότητας της συγκριτικής διαφήμισης 290
5.2.1. Εξειδίκευση της εναλλαξιμότητας μεταξύ τροφίμων 293
5.2.1.1. Παρέκβαση: Εναλλαξιμότητα τροφίμων στο δίκαιο ανταγωνισμού 293
5.2.1.2. Συμπεράσματα για τη συγκριτική διαφήμιση 295
5.2.2. Η καταγωγή ως συγκρίσιμο χαρακτηριστικό των τροφίμων 296
5.2.3. Ειδικά οι συγκρίσεις προϊόντων ΠΟΠ/ΠΓΕ 297
5.2.3.1. Άρθρο 4 στοιχ. ε΄ Οδηγίας 2006/114 297
5.2.3.2. Άρθρο 4 στοιχ. στ΄ Οδηγίας 2006/114 298
5.2.4. Άλλα «δηλωτικά καταγωγής» 299
5.2.5. Οι συγκρίσεις με κριτήριο την καταγωγή εκ του σύνεγγυς 299
6. Νομικές βάσεις για την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων 300
6.1. Σύστημα έννομης προστασίας ΠΟΠ/ΠΓΕ 301
6.1.1. Εφαρμογή του άρθρου 3 Ν. 146/14 302
6.1.2. Αξιοποίηση άρθρου 13 Ν. 146/14 ως νομικής βάσης αξιώσεων
επί προσβολής ΠΟΠ/ΠΓΕ 303
6.1.3. Εφαρμογή του άρθρου 1 Ν. 146/14 304
6.1.4. Επενέργειες του Ν. 1733/1987 305
6.1.5. Σκέψεις de lege ferenda 305
6.1.6. Έγερση αξιώσεων de lege lata 307
6.2. Σύστημα προστασίας εμπορικών σημάτων 307
6.3. Σύστημα προστασίας λοιπών γεωγραφικών ενδείξεων 309
6.4. Η προσβολή προστατευόμενων γεωγραφικών ενδείξεων ως
αθέμιτη εμπορική πρακτική 309
6.4.2. Εφαρμογή άρθρου 9δ παρ. 2α Ν. 2251/1994 επί προσβολής ΠΟΠ/ΠΓΕ 311
Η ρευστή γεωγραφία της ποιότητας στον 21ο αιώνα
1. Το σύγχρονο αίτημα για βιώσιμη ανάπτυξη 315
2. Υπερεθνικές δράσεις με σκοπό την αειφορία 315
3. Πρωτοβουλίες ΕΕ για τη βιώσιμη κατανάλωση τροφίμων 317
4. Προσαρμογή συστημάτων ποιότητας ΕΕ στις απαιτήσεις
της αειφόρου ανάπτυξης 318
4.1. Βιώσιμες προδιαγραφές ΠΟΠ/ΠΓΕ 318
4.2. Σχετικοποίηση του τόπου προέλευσης 319
5.1. Νέα κριτήρια καθορισμού της «οριοθετημένης» περιοχής 321
5.2. Κατάργηση του θεσμού των ΠΟΠ 322
6. Συστάσεις για μελλοντική έρευνα 324
Σελ. 1
Πρώτο Κεφάλαιο
Τα είδη διατροφής στην Ενωμένη Ευρώπη
Στο κεφάλαιο αυτό παρουσιάζεται καταρχάς η τρέχουσα εικόνα του αγροδιατροφικού τομέα στην ΕΕ και οι προοπτικές του. Ακολουθεί συνοπτική αναδρομή στην ιστορική εξέλιξη του Ενωσιακού δικαίου των τροφίμων. Στη συνέχεια, αναδεικνύεται η σημασία της καταγωγής για τα τρόφιμα και εξετάζεται η αμφίσημη επίδρασή της στην προώθηση της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Παρουσιάζεται η προσέγγιση που υιοθετείται σε επίπεδο Ένωσης για την εξασφάλιση απρόσκοπτης λειτουργίας της ενιαίας αγοράς τροφίμων. Διατυπώνονται οι προβληματισμοί που θα απασχολήσουν την ακόλουθη ανάλυση και σκιαγραφείται η διάρθρωση της μελέτης.
1. Ο αγροδιατροφικός τομέας στην Ευρωπαϊκή Ένωση
Στην Ευρώπη ο αγροδιατροφικός τομέας αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους κλάδους της οικονομίας, με αξιοσημείωτη συμβολή στην απασχόληση και το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ), τόσο σε Ενωσιακό, όσο και σε εθνικό επίπεδο. Περιλαμβάνει την πρωτογενή παραγωγή, τη μεταποίηση, διανομή, χονδρική και λιανική πώληση τροφίμων και ποτών και την εστίαση. Συνεπώς, οι δραστηριότητες στον αγροδιατροφικό τομέα της οικονομίας δημιουργούν μία αλυσίδα που ξεκινά από το «χωράφι» και φτάνει στο «πιάτο» του τελικού καταναλωτή.
1.1. Πρωτογενής παραγωγή
Ο πρωτογενής αγροτικός τομέας περιλαμβάνει τις δραστηριότητες της γεωργίας, της κτηνοτροφίας, της αλιείας και υδατοκαλλιέργειας, της θήρας και της μελισσοκομίας. Αναφέρεται επομένως στην απευθείας εκμετάλλευσή φυσικών πόρων. Στην ΕΕ, 44,6% από συνολική επιφάνεια 4,233 εκ. τ.χλμ. αποτελείται από καλλιεργήσιμες εκτάσεις, όπου δραστηριοποιούνται περίπου 10 εκ. γεωργικές εκμεταλλεύσεις σύμφωνα με στοιχεία του 2020. Κατά τον ίδιο χρόνο η αξία της αγροτικής παραγωγής ανήλθε σε €336 δις περίπου, εκ των οποίων €195 δις αναφέρονται στη φυτική παραγωγή και €141 δις στη ζωική. Όσον αφορά ειδικότερα τη φυτική παραγωγή, το 2020 την πρώτη θέση κατείχαν τα λαχανικά και κηπευτικά, με αξία παραγόμενων προϊόντων €51,65 δις, ενώ ακολούθησαν τα δημητριακά με αξία παραγωγής €40,78 δις και τα φρούτα με αξία παραγωγής €27,35 δις. Σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία από το 2024, κύρια εξαγόμενα προϊόντα από ΕΕ είναι σήμερα τα δημητριακά και τα άλευρα, τα γαλακτοκομικά προϊόντα και οι οίνοι. Αντίθετα, εισάγουμε κατά κύριο λόγο
Σελ. 2
φρούτα και ξηρούς καρπούς, ελαιούχους σπόρους (π.χ. σόγια), καφέ, τσάι, κακάο και μπαχαρικά.
Τα δύο κράτη μέλη που συνεισφέρουν περισσότερο στην αγροτική παραγωγή της ΕΕ είναι η Γαλλία, με συνεισφορά της τάξεως του 18,1% για το 2020, και η Ιταλία, με 13,8%. Η Ελλάδα κατά τον ίδιο χρόνο βρέθηκε στην όγδοη θέση, συμβάλλοντας στο 3,4% της συνολικής αγροτικής παραγωγής. Ειδικότερα, την περίοδο 2018-2020 το 71% της συνολικής παραγωγής στη χώρα μας συγκεντρώθηκε στα φρούτα (28%), τα κηπευτικά (16%), το γάλα (10%), το ελαιόλαδο (7%), τα δημητριακά (7%) και τα αιγοπρόβατα (3%). Ο πρωτογενής τομέας συνέβαλλε την ίδια περίοδο κατά 4,7% στη συνολική Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία (ΑΠΑ).
1.2. Η βιομηχανία τροφίμων στην ΕΕ
Ο κλάδος της μεταποίησης, ή «βιομηχανία τροφίμων», αναλαμβάνει την επεξεργασία πρώτων υλών του αγροτικού τομέα για την παραγωγή προϊόντων με νέα χαρακτηριστικά. Σε αυτό το πλαίσιο αξιοποιείται στις μέρες μας ολοένα πιο εκλεπτυσμένη τεχνογνωσία, βασισμένη σε εξειδικευμένη εργασία και τεχνολογίες αιχμής, όπως είναι η βιοτεχνολογία και η γενετική μηχανική. Τα τελικά προϊόντα διατίθενται στην αγορά συσκευασμένα και τυποποιημένα, φέροντας εμπορικά σήματα, πιστοποιήσεις ποιότητας και εγγυήσεις αυθεντικότητας.
Σε επίπεδο ΕΕ, η βιομηχανία τροφίμων και ποτών ανήκει στους μεγαλύτερους μεταποιητικούς κλάδους, μαζί με την αυτοκινητοβιομηχανία, τα χημικά προϊόντα, τα βιομηχανικά μηχανήματα και τα μεταλλικά προϊόντα. Περιλαμβάνει περισσότερες από 300 χιλ. επιχειρήσεις, που απασχολούν συνολικά πάνω από 4,5 εκατομμύρια εργαζομένους. Παρότι οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις καλύπτουν το 96% του κλάδου, πάνω από 55% του συνολικού κύκλου εργασιών και της προστιθέμενης αξίας πραγματοποιείται από μεγάλες επιχειρήσεις, που απασχολούν και την πλειονότητα του ανθρώπινου δυναμικού.
1.3. Η βιομηχανία τροφίμων και ποτών στην Ελλάδα
Η βιομηχανία τροφίμων και ποτών είναι η πρώτη στην Ελλάδα, με κύκλο εργασιών 17,3 δις ευρώ το 2024 - εκ των οποίων 6,8 δις αφορούν εξαγωγές - και περί τους
Σελ. 3
360.000 εργαζομένους. Τα μεγέθη αυτά αντιστοιχούν σε ποσοστό περίπου 25% της συνολικής βιομηχανικής παραγωγής και 27% της ΑΠΑ. Τα γαλακτοκομικά προϊόντα και τα είδη αρτοποιίας κατέχουν από 16% του συνολικού κύκλου εργασιών, ενώ ακολουθούν τα προϊόντα φρούτων και λαχανικών με 14% και τα κρεατικά με 12%.
Όσον αφορά τις εξαγωγές, μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της χώρας μας αναδείχθηκε το 2023 η Ιταλία, με μερίδιο 19,8%, ενώ ακολουθεί η Γερμανία με 13,8%, οι ΗΠΑ με 8,5%, το Ηνωμένο Βασίλειο με 7,0% και η Κύπρος με 6,2%. Στην πρώτη δεκάδα χωρών στις οποίες προωθούνται εγχώρια μεταποιημένα τρόφιμα και ποτά, καταλαμβάνοντας 73,3% των συνολικών εξαγωγών για το 2023, περιλαμβάνονται ακόμα η Γαλλία, η Βουλγαρία, η Ισπανία, η Ολλανδία και η Ρουμανία. Ως προς τις εισαγωγές μεταποιημένων τροφίμων και ποτών, οι μεγαλύτεροι εμπορικοί εταίροι της χώρας μας το 2023 ήταν η Ολλανδία (14,3%) και η Γερμανία (12,6%), ενώ ακολούθησαν η Ιταλία (10,4%), η Γαλλία (7,6%), η Ισπανία (6,8%) και η Βουλγαρία (6,6%). Συνολικά, οι εισαγωγές τροφίμων και ποτών καταλαμβάνουν περίπου 74% από το σύνολο των εισαγωγών στην Ελλάδα.
2. Τα τρόφιμα ως καταναλωτικά προϊόντα
Μεταποιημένα ή μη, τα τρόφιμα εμφανίζουν ιδιαιτερότητες που τα διαφοροποιούν από άλλα αγαθά. Καταρχήν, τα τρόφιμα εξυπηρετούν διατροφικές ανάγκες, που έχουν ζωτική σημασία για τον άνθρωπο. Μάλιστα, στις θρεπτικές τους ουσίες συχνά αποδίδονται θεραπευτικές ή καλλωπιστικές ιδιότητες, καθιστώντας ρευστά τα όριά τους από τα φάρμακα και τα καλλυντικά. Περαιτέρω, τα τρόφιμα αποτελούν στοιχείο του πολιτισμού που διέπει μια κοινωνία, αλλά και ένδειξη του βιοτικού επιπέδου των μελών της. Τέλος, τόσο η παραγωγή, η επεξεργασία, όσο και η κατανάλωση των τροφίμων συνδέονται άμεσα με την διαφύλαξη των φυσικών πόρων και την οικολογική ισορροπία. Για παράδειγμα, η μη λελογισμένη χρήση φυτοφαρμάκων ρυπαίνει το περιβάλλον και μειώνει τη βιοποικιλότητα, η έντονη μεταποιητική δραστηριότητα ευθύνεται για αυξημένη κατανάλωση ενέργειας και παραγωγή CO2, ενώ η μη ορθή συντήρηση ή παράβλεψη της τελικής ημερομηνίας ασφαλούς κατανάλωσης οδηγεί σε απόρριψη και σπατάλη των τροφίμων.
Κατά συνέπεια, τα τρόφιμα δεν αποτελούν μόνο μέσο διατροφής, αλλά συνδέονται με εμπειρίες ψυχαγωγίας, κοινωνικοποίησης, διαπολιτισμικής ανταλλαγής, γαστρονομικού πειραματισμού και γευσιγνωσίας. Παράλληλα, μπορούν να υποστηρίξουν ειδικά διαιτολόγια που αποσκοπούν στη ρύθμιση του βάρους, των ορμονών, των αλλεργιών ή των δυσανεξιών. Επιπλέον, στις μέρες μας οι γαστρονομικές επιλογές συχνά
Σελ. 4
λειτουργούν ως κοινωνικό μήνυμα (statement) και έκφραση τρόπου ζωής (lifestyle). Τάσεις όπως η Χορτοφαγία (Vegetarianism), ο Βιγκανισμός (Veganism), ο Πεσκατοριανισμός (Pescatarianism) και η Ωμοφαγία (Raw Foodism) δεν αφορούν μόνο τις διατροφικές προτιμήσεις, αλλά αποσκοπούν στη μείωση της κακοποίησης των ζώων, την προστασία του περιβάλλοντος και την προώθηση ενός πιο υγιεινού τρόπου ζωής.
Σε αυτά τα «δευτερεύοντα οφέλη» των τροφίμων εστιάζει σε μεγάλο βαθμό το μάρκετινγκ των επιχειρήσεων. Δεδομένου ότι η κατανάλωση τροφίμων αποτελεί αναπόφευκτη ανάγκη, οι έμποροι επιδιώκουν να αναδείξουν την προστιθέμενη αξία των προϊόντων τους για να κερδίσουν την προτίμηση των καταναλωτών. Κατά συνέπεια, η προώθηση των πωλήσεων συχνά βασίζεται σε ισχυρισμούς διατροφής και υγείας, επικαλούμενη ευεργετικές ιδιότητες, ή σε περιβαλλοντικούς ισχυρισμούς που αναφέρονται στα οικολογικά οφέλη από την κατανάλωση των διαφημιζόμενων ειδών διατροφής. Στο πλαίσιο αυτό προβάλλονται επίσης η αυθεντικότητα και οι παραδοσιακές και ιστορικές καταβολές των τροφίμων.
3. Τομεακή νομοθεσία για τα τρόφιμα στην ΕΕ
Ο πολυδιάστατος ρόλος των τροφίμων ως καταναλωτικών αγαθών και οι προκλήσεις που τον συνοδεύουν λαμβάνονται υπόψη από τον νομοθέτη. Σε Ενωσιακό επίπεδο, σύμφωνα με τις επιταγές των Συνθηκών για υψηλού επιπέδου προστασία της δημόσιας υγείας, των καταναλωτών και του περιβάλλοντος, δίνεται έμφαση σε όλα τα έννομα συμφέροντα που διακυβεύονται κατά την παραγωγή, προώθηση και κατανάλωση τροφίμων. Ως εκ τούτου, στον βαθμό που τα τρόφιμα αγοράζονται κυρίως για την κάλυψη βιοτικών, δηλαδή μη επαγγελματικών ή επιχειρηματικών αναγκών, οι συναλλαγές διέπονται από το γενικό καταναλωτικό δίκαιο, το οποίο διαφυλάσσει κατά βάση τα οικονομικά συμφέροντα του αγοραστή. Παράλληλα, έχουν θεσπιστεί ειδικές ρυθμίσεις που αφορούν την προστασία της δημόσιας υγείας και ασφάλειας, τη βιώσιμη κατανάλωση και την πιστοποίηση της ποιότητας των ειδών διατροφής. Σε αυτό το πλαίσιο, όπως αναλύεται παρακάτω, εισάγονται περιορισμοί στη χρήση φυτοφαρμάκων κατά το στάδιο της παραγωγής, κανόνες υγιεινής κατά το στάδιο της μεταποίησης, υποχρεώσεις παροχής πληροφοριών για τη σύσταση και τη διατροφική αξία κάθε τρόφιμου, διατάξεις για τη νομιμότητα των ισχυρισμών υγείας και των περιβαλλοντικών ισχυρισμών, τη σήμανση και τον έλεγχο ποιότητας.
Σελ. 5
3.1. Η Ενωσιακή έννοια του «τροφίμου»
Η ΕΕ αντιλαμβάνεται τα τρόφιμα ως «οριακά» προϊόντα, ευρισκόμενα στο μεταίχμιο μεταξύ φαρμάκων και καλλυντικών. Χαρακτηριστικά, το άρθρο 2 στοιχ. α΄ Οδηγίας 2002/46 ορίζει ότι τα «συμπληρώματα διατροφής», που ως γνωστόν μπορούν να διατίθενται προς πώληση και από φαρμακεία ως «παραφαρμακευτικά» προϊόντα, είναι «τρόφιμα» με συμπυκνωμένες θρεπτικές ουσίες σε δοσιμετρική μορφή. Ο οριακός αυτός χαρακτήρας λαμβάνεται υπόψη για τον ορισμό της έννοιας του τροφίμου, που δίνεται με το άρθρο 2 Κανονισμού 178/2002.
Ακολούθως, ως «τρόφιμα» (ή «είδη διατροφής») νοούνται οι ουσίες ή τα προϊόντα, είτε αυτά έχουν υποστεί πλήρη ή μερική επεξεργασία είτε όχι, τα οποία προορίζονται για βρώση από τον άνθρωπο ή αναμένεται ευλόγως ότι θα χρησιμεύσουν για τον σκοπό αυτόν. Στα «τρόφιμα» περιλαμβάνονται ποτά, τσίχλες και οποιαδήποτε ουσία, περιλαμβανομένου του νερού, η οποία ενσωματώνεται σκόπιμα στα τρόφιμα στη διάρκεια της παραγωγής, της παρασκευής ή της επεξεργασίας τους. Στην έννοια αυτή δεν εμπίπτουν αντιθέτως: α) ζωοτροφές, β) ζώντα ζώα, εκτός εάν παρασκευάζονται για διάθεση στην αγορά για ανθρώπινη κατανάλωση, γ) φυτά πριν από τη συγκομιδή, δ) φαρμακευτικά προϊόντα κατά την έννοια των οδηγιών 65/65/ΕΟΚ και 92/73/ΕΟΚ, ε) καλλυντικά κατά την έννοια της οδηγίας 76/768/ΕΟΚ, στ) καπνός και προϊόντα καπνού κατά την έννοια της οδηγίας 89/622/ΕΟΚ, ζ) ναρκωτικές ή ψυχοτρόποι ουσίες κατά την έννοια της ενιαίας σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα
Σελ. 6
ναρκωτικά του 1961, και της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τις ψυχοτρόπους ουσίες του 1971, η) τα κατάλοιπα και οι μολυσματικές προσμείξεις.
3.2. Στάδιο ήπιας εναρμόνισης
Η πρώτη ρυθμιστική πρωτοβουλία για τα είδη διατροφής σε επίπεδο ΕΕ τοποθετείται στο έτος 1962 και συνίσταται σε μια Οδηγία για τις χρωστικές στα τρόφιμα. Ακολούθησε η Οδηγία 64/433/ΕΟΚ για τα υγειονομικά προβλήματα στον τομέα του νωπού κρέατος, καθώς και μια σειρά από νομοθετήματα για συγκεκριμένα είδη διατροφής, όπως είναι τα προϊόντα κακάο, τα εκχυλίσματα καφέ και κιχωρίου (αντιδιού), οι χυμοί φρούτων, το μεταλλικό νερό, το μέλι και η ζάχαρη. Η εναρμόνιση της περιόδου εκείνης βασιζόταν στο νομοθετικό εργαλείο της Οδηγίας, η οποία υποχρεώνει τα κράτη μέλη να επιτύχουν ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα, διατηρώ-
Σελ. 7
ντας ωστόσο στη διακριτική τους ευχέρεια την επιλογή του τρόπου και των μέσων υλοποίησής του. Η ρύθμιση κάλυπτε εν μέρει μόνον τις επιλεγείσες θεματικές και περιοριζόταν στην καθιέρωση ελάχιστων στάνταρντ προστασίας. Τα χαρακτηριστικά αυτά επέτρεπαν σημαντικές αποκλίσεις στις νομοθεσίες των κρατών μελών, που συχνά εμπόδιζαν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων στην εσωτερική αγορά. Σε τέτοιες περιπτώσεις το ΔΕΕ καλούταν να αξιολογήσει τον περιορισμό ως μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος με ποσοστώσεις βάσει των άρθρων 34 επ. ΣΛΕΕ.
Αναλυτικότερα, εθνικές διατάξεις που θέτουν περιορισμούς στην εμπορία εισαγόμενων προϊόντων εντός κράτους μέλους, εξετάζονται από το ΔΕΕ ως μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος με ποσοστώσεις στο πλαίσιο προδικαστικών παραπομπών για την ερμηνεία των άρθρων 34 επ. ΣΛΕΕ. Σύμφωνα με πάγια νομολογία, ελλείψει Ενωσιακής ρυθμίσεως, τα εμπόδια που θέτουν στο διακοινοτικό εμπόριο, άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, οι αποκλίσεις στη νομοθεσία των κρατών μελών, μπορούν κατά περίπτωση να θεωρηθούν σύμφωνα με τις θεμελιώδεις ελευθερίες, εφόσον βασίζονται σε διατάξεις που εφαρμόζονται αδιακρίτως σε ημεδαπά και αλλοδαπά προϊόντα, κατατείνουν στην ικανοποίηση επιτακτικών αναγκών δημοσίου συμφέροντος, που προβλέπονται καταρχήν στο άρθρο 36 ΣΛΕΕ, και πληρούν την αρχή της αναλογικότητας. Συνεπώς, αν ένα κράτος μέλος δύναται να επιλέξει μεταξύ διαφόρων μέτρων για την επίτευξη του ίδιου σκοπού, οφείλει να επιλέξει το μέτρο που δημιουργεί τα λιγότερα εμπόδια στην ελευθερία των συναλλαγών.
Από την επισκόπηση της νομολογίας του ΔΕΕ από την περίοδο αυτή προκύπτει, ότι οι περισσότεροι εθνικοί περιορισμοί στα εισαγόμενα προϊόντα διατροφής στηρίζονταν στην ανάγκη προστασίας του καταναλωτή και της δημόσιας υγείας. Συγκεκριμένα, αφορούσαν προϊόντα του ίδιου είδους ή της ίδιας ονομασίας με εγχώρια, τα
Σελ. 8
οποία, ωστόσο, διέφεραν ως προς τη σύστασή τους, είτε λόγω αυξημένης ή μειωμένης περιεκτικότητας σε ορισμένες ουσίες, είτε λόγω της παρουσίας προσθέτων ή υποκατάστατων με ενδεχόμενες βλαπτικές επιδράσεις στον ανθρώπινο οργανισμό. Σύμφωνα με το ΔΕΕ, ναι μεν η προστασία της δημόσιας υγείας και των καταναλωτών αποτελούν σκοπούς δημοσίου συμφέροντος που καταρχήν αναγνωρίζονται ως θεμιτοί λόγοι περιορισμού του διακοινοτικού εμπορίου. Παρόλα αυτά, εν προκειμένω, οι περισσότεροι από τους εξεταζόμενους περιορισμούς δεν ήταν αναγκαίοι για την επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος και θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί μέσω κατάλληλης διατροφικής επισήμανσης των τροφίμων. Άλλωστε, η απαγόρευση εμπορίας εισαγόμενων προϊόντων για λόγους δημόσιας υγείας δεν επιτρέπεται να βασίζεται σε υποθετικούς κινδύνους, ούτε να επιβάλλεται γε-
Σελ. 9
νικευμένα και συστηματικά. Ο κίνδυνος πρέπει να τεκμηριώνεται ανά περίπτωση, βάσει ελέγχων και των πιο πρόσφατων επιστημονικών δεδομένων.
Στον τομέα της δημόσιας υγείας, η αρχή της προφύλαξης επιτρέπει στα αρμόδια όργανα να λαμβάνουν προληπτικά μέτρα προστασίας όταν υπάρχουν αμφιβολίες ως προς την ύπαρξη ή τη σημασία κινδύνων για την ανθρώπινη υγεία, χωρίς να απαιτείται η πλήρης απόδειξη της ύπαρξης και της σοβαρότητάς τους. Ωστόσο, η λήψη των μέτρων αυτών προϋποθέτει ότι η αξιολόγηση των κινδύνων από τις εθνικές αρχές περιλαμβάνει συγκεκριμένες ενδείξεις, οι οποίες, παρά την επιστημονική αβεβαιότητα, επιτρέπουν να συναχθεί ευλόγως, βάσει των πιο αξιόπιστων διαθέσιμων επιστημονικών στοιχείων και των νεότερων αποτελεσμάτων της διεθνούς έρευνας, ότι η εφαρμογή τους είναι επιβεβλημένη για την αποτροπή της κυκλοφορίας τροφίμων δυνητικά επικίνδυνων για την ανθρώπινη υγεία. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας, ώστε τα λαμβανόμενα μέτρα να μην υπερβαίνουν το αναγκαίο για την προστασία της δημόσιας υγείας μέτρο.
3.3. Εναρμονισμένοι κανόνες για τα τρόφιμα
Μέσω των πολλαπλών δικαιοδοτικών του κρίσεων επί διακοινοτικών περιορισμών στη βάση της προστασίας της δημόσιας υγείας και ασφάλειας των τροφίμων, το ΔΕΕ διαμόρφωσε μια συνεπή νομολογιακή στάση ως προς τη νομιμότητα των εθνικών προτύπων προστασίας. Εντούτοις, ο αυξανόμενος όγκος σχετικών υποθέσεων ανέδειξε τα όρια της κατασταλτικής προσέγγισης και την ανάγκη για πιο αποτελεσματικά εργαλεία απελευθέρωσης της ενιαίας αγοράς τροφίμων. Ως πρώτο μέτρο, εισήχθη υποχρέωση προληπτικής γνωστοποίησης στην Επιτροπή των επιβαλλόμενων προδιαγραφών για τα τρόφιμα, ώστε να αποφεύγονται αδικαιολόγητες αποκλίσεις μεταξύ των εθνικών προτύπων. H παράβαση της υποχρεώσεως κοινοποιήσεως συ-
Σελ. 10
νεπαγόταν την απαγόρευση εφαρμογής των κρίσιμων τεχνικών κανόνων, με αποτέλεσμα να μην είναι αντιτάξιμοι έναντι των ιδιωτών. Ωστόσο, και αυτή η προσέγγιση παρουσίαζε περιορισμούς, καθώς η τεχνολογική πρόοδος οδηγούσε σε συνεχή αναθεώρηση και διαφοροποίηση των εθνικών προτύπων, ενώ παράλληλα οι αναφαινόμενες υγειονομικές κρίσεις στον τομέα των τροφίμων απαιτούσαν άμεσες και συνεκτικές κανονιστικές παρεμβάσεις εκ μέρους της Ένωσης.
Ενόψει των ανωτέρω, η ΕΕ καλούταν να προχωρήσει σε οριζόντιες ρυθμίσεις, ικανές να εξισορροπήσουν την ασφάλεια των καταναλωτών με την απελευθέρωση του διακοινοτικού εμπορίου τροφίμων. Οι γενικές αρχές της αναγκαίας εναρμόνισης τέθηκαν το 1997 με μια Πράσινη Βίβλο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Ακολούθως, η Επιτροπή έθεσε ως στόχο α) την εύστοχη πληροφόρηση του καταναλωτή για τα χαρακτηριστικά των τροφίμων, μεταξύ άλλων μέσω διατροφικής επισήμανσης, β) την εφαρμογή της αρχής της προλήψεως όταν η πλήρης αξιολόγηση των κινδύνων είναι ανέφικτη, γ) την καθιέρωση κατάλληλης φύσης προληπτικών ελέγχων για την ασφάλεια και υγιεινή των τροφίμων σε όλα τα στάδια της διατροφικής αλυσίδας, καθώς και δ) τον σαφή καταμερισμό ευθυνών μεταξύ των εμπλεκομένων στα στάδια αυτά συντελεστών, παραγωγών, εθνικών αρχών, και υπηρεσιών της ΕΕ. Για την αποφυγή καθυστερήσεων στην μεταφορά των εναρμονισμένων κανόνων, προκρίθηκε η χρήση του νομοθετικού μέσου του Κανονισμού, έναντι της Οδηγίας.
Ακολούθησε μια Λευκή Βίβλος για την ασφάλεια των τροφίμων, που έθεσε τις κατευθυντήριες για την εξειδίκευση της σκοπούμενης νομοθέτησης. Στο κείμενο αυτό προτείνεται για παράδειγμα η ίδρυση Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων. Αναφορικά με την πληροφόρηση του καταναλωτή, η Λευκή Βίβλος προτείνει την κοινοποίηση όλων των συστατικών, ανεξάρτητα από ποσοτικά κριτήρια, συμπεριλαμβανομένων τυχόν αλλεργιογόνων ουσιών, ώστε ο καταναλωτής να έχει τη δυνατότητα να αποφεύγει συγκεκριμένες τροφές, για λόγους π.χ. υγείας ή θρησκευτικών πεποιθήσεων. Περαιτέρω, επισημαίνεται η αναγκαιότητα να απαγορευτεί η απόδοση ιδιοτήτων πρόληψης, αντιμετώπισης ή θεραπείας σε τρόφιμα και προαναγγέλλεται η θέσπιση ειδικών κανόνων για τους «ισχυρισμούς διατροφής και υγείας», που δηλαδή σχετίζονται με τα ευεργετικά αποτελέσματα από την παρουσία συγκεκριμένων θρεπτικών συστατικών στα τρόφιμα. Διατυπώνεται επίσης ως στόχευση, να θεσπιστούν ειδικοί κανόνες επισήμανσης για τα διαιτητικά προϊόντα, τα συμπληρώματα διατροφής και τα εμπλουτισμένα τρόφιμα, καθώς και για τα «νέα
Σελ. 11
τρόφιμα», δηλ. αυτά που δεν έχουν χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν, συμπεριλαμβανομένων όσων προέρχονται από γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς.
3.3.1. Ρυθμίσεις για την ασφάλεια των τροφίμων
Οι βασικές απαιτήσεις ασφαλείας για τα τρόφιμα εισήχθησαν με τον Κανονισμό 178/2002. Ως μη ασφαλές τρόφιμο ορίζεται το επιβλαβές για την ανθρώπινη υγεία και το ακατάλληλο προς βρώση από τον άνθρωπο (άρθρο 14 παρ. 2). Το νομοθέτημα διέπεται από α) την αρχή της ανάλυσης κινδύνου, που υπαγορεύει την αξιολόγηση, διαχείριση και δημοσιοποίηση κινδύνου για τη δημόσια υγεία από τρόφιμο πριν τη λήψη μέτρων αντιμετώπισης, β) την αρχή της προφύλαξης, επιτρέποντας λήψη προληπτικών μέτρων σε περίπτωση αβεβαιότητας για την ασφάλεια ενός τροφίμου, καθώς και γ) την αρχή της διαφάνειας (άρθρα 6, 7 και 10). Ακολούθως, οι αρμόδιες εθνικές αρχές επιφορτίζονται με την υποχρέωση να ενημερώνουν το ευρύ κοινό για τη φύση, σοβαρότητα και έκταση τυχόν αναφαινόμενου κινδύνου για τη δημόσια υγεία. Ο Κανονισμός θεσπίζει ακόμα την Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA), η οποία παρέχει ανεξάρτητες επιστημονικές γνωμοδοτήσεις και αξιολογεί κινδύνους για τη δημόσια υγεία (άρθρα 22 επ.), καθώς και το Σύστημα Έγκαιρης Προειδοποίησης “RASFF”, που επιτρέπει την ταχεία κοινοποίηση κινδύνων που σχετίζονται με τρόφιμα (άρθρα 50 επ.).
Σύμφωνα με τον Κανονισμό, η ευθύνη για την ασφάλεια των προϊόντων εναποτίθεται καταρχήν στις επιχειρήσεις τροφίμων. Εάν ένα προϊόν κριθεί μη ασφαλές, πρέπει να αποσυρθεί άμεσα από την αγορά και να ενημερωθούν οι αρμόδιες αρχές και οι καταναλωτές (άρθρο 19). Στα πλαίσια αυτά, τα κράτη μέλη ενεργούν καταρχήν κατασταλτικά, ελέγχοντας εάν εκπληρώνονται οι υποχρεώσεις αυτές στα επιμέρους στάδια της εφοδιαστικής αλυσίδας και καθορίζοντας σύστημα κυρώσεων (άρθρο 17). Στην ελληνική έννομη τάξη ο Κανονισμός 178/2002 έχει ενσωματωθεί στο Ν. 4235/2014, που ορίζει ως αρμόδια αρχή ελέγχου τον Ενιαίο Φορέα Ελέγχου Τροφίμων (Ε.Φ.Ε.Τ.).
Σελ. 12
Ακολούθησε ο Κανονισμός 852/2004, που καθορίζει γενικές και ειδικές απαιτήσεις για τις επιχειρήσεις τροφίμων στην ΕΕ, ώστε να διασφαλίζεται η υγιεινή των τροφίμων σε όλα τα στάδια της εφοδιαστικής αλυσίδας. Το νομοθέτημα καθιερώνει προληπτική ανάλυση κινδύνων προς εντοπισμό κρίσιμων σημείων ελέγχου (αρχές “HACCP”) για όλες τις επιχειρήσεις τροφίμων, εξαιρουμένων ορισμένων μικρών ή παραδοσιακών δραστηριοτήτων. Θέτει επίσης συγκεκριμένες υγειονομικές προδιαγραφές για τους χώρους παραγωγής, τον εξοπλισμό, την αποθήκευση, τη μεταφορά και τη διάθεση των τροφίμων, καθώς και την προσωπική υγιεινή των εργαζομένων. Τέλος, εισάγει υποχρέωση ανιχνευσιμότητας της προέλευσης των τροφίμων κατά μήκος της τροφικής αλυσίδας, και επιβάλλει συμμόρφωση με εθνικές και Ευρωπαϊκές κατευθυντήριες γραμμές για την ορθή υγιεινή πρακτική.
Ο γενικός Κανονισμός 852/2004 συμπληρώνεται από τον Κανονισμό 853/2004, που θεσπίζει ειδικούς κανόνες υγιεινής για τα τρόφιμα ζωικής προέλευσης. Στόχος του είναι να διασφαλίσει ότι τα προϊόντα ζωικής προέλευσης, όπως το κρέας, το γάλα, τα αυγά και τα αλιεύματα, πληρούν αυστηρές υγειονομικές προδιαγραφές από την παραγωγή έως την κατανάλωση. Ο Κανονισμός καθορίζει τις απαιτήσεις για τις εγκαταστάσεις επεξεργασίας, οι οποίες πρέπει να είναι εγκεκριμένες και καταγεγραμμένες από τις αρμόδιες αρχές, καθώς και τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται για την προετοιμασία, μεταφορά, αποθήκευση και σήμανση των προϊόντων ζωικής προέλευσης. Στα πλαίσια αυτά, περιλαμβάνει ειδικές διατάξεις για τη σφαγή και τη μεταχείριση του κρέατος προς αποτροπή επιμολύνσεων.
Το νομικό πλαίσιο για την ασφάλεια των τροφίμων περιλαμβάνει ακόμα τον Κανονισμό 2017/625. Το νομοθέτημα θεσπίζει ένα ενιαίο και ολοκληρωμένο σύστημα ελέγχων στην ΕΕ για να διασφαλίσει συμμόρφωση με τη νομοθεσία για τα τρόφιμα σε όλα τα στάδια της εφοδιαστικής αλυσίδας, από την πρωτογενή παραγωγή έως το λιανεμπόριο. Οι έλεγχοι διεξάγονται από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, αιφνιδιαστικά εάν απαιτείται (άρθρο 9 παρ. 4), και είναι αυστηρότεροι για τα προϊόντα που εισάγονται από τρίτες χώρες (άρθρα 75 επ.). Τέλος ο Κανονισμός υπαγορεύει μέτρα για την επιβολή της νομοθεσίας τροφίμων στα κράτη μέλη (άρθρα 137 επ.), ενώ εισάγει ενιαίο ηλεκτρονικό σύστημα (“IMSOC”) που επιτρέπει την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών σε ολόκληρη την ΕΕ, ενισχύοντας τη συνεργασία και επιταχύνοντας την αντιμετώπιση κινδύνων για τη δημόσια υγεία (άρθρα 131 επ.).
Σελ. 13
3.3.2. Πληροφορίες για τα τρόφιμα
Το σημαντικότερο μέχρι σήμερα νομοθέτημα αναφορικά με τις πληροφορίες για τα τρόφιμα, είναι ο Κανονισμός 1169/2011. Το νομοθέτημα κατήργησε σειρά προγενέστερων νομοθετημάτων, κωδικοποιώντας τις διατάξεις αυτών επικαιροποιημένες σε ενιαίο κείμενο. Οι προπαρασκευαστικές εργασίες για την έκδοση του Κανονισμού ανατρέχουν στο 2003, όταν η Γενική Διεύθυνση για την Υγεία και Ασφάλεια των Τροφίμων (SANTE) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, δρομολόγησε την επανεκτίμηση της υφιστάμενης νομοθεσίας για την επισήμανση των τροφίμων. Σύμφωνα με την έκθεση αντικτύπου που συνόδευσε την Πρόταση του Κανονισμού το 2008, τη μεταρρύθμιση υπαγόρευσε η ανάγκη να αναθεωρηθούν τα διατροφικά στοιχεία που περιλαμβάνονται στην ετικέτα των τροφίμων, να διευκολυνθεί η εύρεση και κατανόηση των παρεχόμενων πληροφοριών εκ μέρους του καταναλωτή, να ενισχυθεί το διακοινοτικό εμπόριο των τροφίμων και να επικρατήσει ασφάλεια δικαίου.
Με την έκδοση του Κανονισμού, το καθεστώς διατροφικής επισήμανσης, παρουσίασης και διαφήμισης των τροφίμων στα κράτη μέλη της ΕΕ τροποποιήθηκε σημαντικά. Στους νεωτερισμούς που εισήχθησαν συγκαταλέγεται η επιβολή διατροφικής δήλωσης στα τρόφιμα, η υποχρέωση αναγραφής τυχόν συστατικών που προκαλούν αλλεργίες ή δυσανεξίες, η υπό προϋποθέσεις αναφορά της χώρας καταγωγής ή τόπου προέλευσης των τροφίμων, η πληροφόρηση των καταναλωτών σχετι-
Σελ. 14
κά με την παρουσία νανοϋλικών, η πρόνοια για την αναγνωσιμότητα και ευκρίνεια των πληροφοριών μεταξύ άλλων μέσω καθορισμού ελάχιστου μεγέθους γραμματοσειράς, κ.α. Περαιτέρω, εισάγονται ειδικές απαιτήσεις για τη θεμιτή παρουσίαση των πληροφοριών στα τρόφιμα και την ενημέρωση του καταναλωτή κατά την εξ αποστάσεως πώληση τροφίμων, όπως και υποχρεώσεις για τους υπευθύνους επιχειρήσεων τροφίμων.
Πέραν του Κανονισμού 1169/2011, σημαντικό νομοθέτημα για τη ρύθμιση της επισήμανσης, παρουσίασης και διαφήμισης τροφίμων στην ΕΕ αποτελεί ο Κανονισμός 1924/2006 για τους ισχυρισμούς διατροφής και υγείας. Στην έννοια αυτή εμπίπτει η επίκληση με οποιοδήποτε τρόπο ιδιαίτερων θρεπτικών ιδιοτήτων ή οφελών για την ανθρώπινη υγεία από τρόφιμο ή συστατικό. Στόχος του Κανονισμού είναι η προστασία των καταναλωτών από παραπλανητικούς ισχυρισμούς, διασφαλίζοντας ότι οι διατροφικές και υγειονομικές δηλώσεις βασίζονται σε επιστημονικώς τεκμηριωμένα δεδομένα. Ακολούθως, οι ισχυρισμοί διατροφής και υγείας πρέπει να είναι σαφείς, ακριβείς και επαληθεύσιμοι, ενώ απαγορεύονται δηλώσεις που υπονοούν ότι η κατανάλωση ενός τροφίμου μπορεί να προλάβει ή να θεραπεύσει ασθένειες. Εισάγεται επίσης ένας μηχανισμός έγκρισης για ισχυρισμούς υγείας, οι οποίοι υπόκεινται σε αξιολόγηση από την EFSA πριν από τη χρήση τους στην αγορά.
3.4. Στρατηγική από το αγρόκτημα στο πιάτο
Από την ανάληψη των παραπάνω νομοθετικών πρωτοβουλιών μέχρι σήμερα έχουν μεσολαβήσει διαδοχικές κρίσεις, που αναδιαμόρφωσαν τις προτεραιότητες στην πολιτική ατζέντα της ΕΕ. Συγκεκριμένα, υπό την πίεση της πανδημίας COVID-19, αλλά και της προγενέστερης οικονομικής κρίσης, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωσε το 2020 τη Στρατηγική «Από το Αγρόκτημα στο Πιάτο» (Farm to Fork). Η στρατηγική αυτή αποτελεί κεντρικό πυλώνα της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας και
Σελ. 15
στοχεύει στη διαμόρφωση ενός δίκαιου, υγιεινού και περιβαλλοντικά βιώσιμου συστήματος τροφίμων.
Σύμφωνα με τις σχετικές ανακοινώσεις, τα συστήματα τροφίμων δεν μπορούν να επιδείξουν ανθεκτικότητα απέναντι σε κρίσεις, εάν δεν είναι βιώσιμα. Τα υφιστάμενα συστήματα τροφίμων, συγκεκριμένα, ευθύνονται για σχεδόν το ένα τρίτο των παγκόσμιων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, καταναλώνουν τεράστιους φυσικούς πόρους και επιταχύνουν την απώλεια βιοποικιλότητας. Οι επιπτώσεις τους επεκτείνονται και στη δημόσια υγεία, ενώ ταυτόχρονα δεν διασφαλίζουν δίκαιες οικονομικές απολαβές και συνθήκες διαβίωσης για όλους τους εμπλεκόμενους στην εφοδιαστική αλυσίδα, με ιδιαίτερη έμφαση στους πρωτογενείς παραγωγούς.
Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, η ΕΕ προχώρησε σε εξαγγελία αναθεώρησης και ανασχεδιασμού του ισχύοντος νομικού πλαισίου, με σκοπό τη δημιουργία μιας βιώσιμης αλυσίδας τροφίμων και την ενίσχυση της επισιτιστικής ασφάλειας. Στο πλαίσιο των επικείμενων νομοθετικών πρωτοβουλιών, βασικοί στόχοι τέθηκαν η μείωση της εξάρτησης από φυτοφάρμακα και λιπάσματα, η αύξηση της βιολογικής γεωργίας, ο περιορισμός της σπατάλης τροφίμων και η ενδυνάμωση των καταναλωτών για την πράσινη μετάβαση. Αυτές οι κατευθύνσεις αποσκοπούν στη μετάβαση προς ένα ανθεκτικό, υγιεινό και περιβαλλοντικά υπεύθυνο μοντέλο διατροφής, που διασφαλίζει την ευημερία τόσο των καταναλωτών όσο και των παραγωγών.
4. Εθνική ταυτότητα των τροφίμων και Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση
Η συστηματική εναρμόνιση για την ολοκλήρωση μιας ενιαίας αγοράς τροφίμων στην ΕΕ, επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό και τη σύσταση, ιδίως των μεταποιημένων ειδών διατροφής. Παρόλα αυτά, το αντικείμενο της αγροτικής παραγωγής και της βιομηχανίας τροφίμων εξακολουθεί να διαφοροποιείται αισθητά μεταξύ των κρατών μελών. Αυτό μπορεί να αποδοθεί καταρχάς στις έντονες κλιματολογικές και γεωμορφολογικές αποκλίσεις, π.χ. μεταξύ Μεσογείου, Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης,
Σελ. 16
που καθορίζουν τις διαθέσιμες πρώτες ύλες και τις διατροφικές ανάγκες του γηγενή πληθυσμού. Περαιτέρω, η γαστρονομική ταυτότητα κάθε λαού διαμορφώνεται υπό την επιρροή ιστορικών, πολιτιστικών, κοινωνικών και οικονομικών παραγόντων. Για παράδειγμα, η φινέτσα και δημιουργικότητα της γαλλικής κουζίνας ανατρέχει στις γαστρονομικές απαιτήσεις της γαλλικής αριστοκρατίας. Ο Ορθόδοξος Χριστιανισμός έχει επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό τη διατροφική παράδοση των πιστών, περιορίζοντας την κατανάλωση ζωικών προϊόντων στο καθημερινό διαιτολόγιο. Χώρες με αποικίες σε άλλες ηπείρους ή/και έντονες μεταναστευτικές εισροές υιοθέτησαν με τα χρόνια ξενόφερτα υλικά και συνταγές, εμπλουτίζοντας τις διατροφικές τους παραδόσεις. Επίσης, σε φτωχές ή βιομηχανικές περιοχές η κουζίνα αναπτύχθηκε με βάση φτηνά θρεπτικά υλικά, όπως όσπρια, πίτες, αλλαντικά.
4.1. Οι συμπεριφορικές επιπτώσεις της γεωγραφικής προέλευσης
Η ποικιλομορφία των τροφίμων στα κράτη μέλη της ΕΕ, ανάγει τη γεωγραφική προέλευση σε κριτήριο επιλογής για τον καταναλωτή. Καταρχήν, η προέλευση αποτελεί μια ιδιότητα εμπιστοσύνης που συνδέεται με εμπειρικές πεποιθήσεις και διαθέτει προγνωστική αξία για τα χαρακτηριστικά των προωθούμενων προϊόντων. Ο καταναλωτής δηλ. που έχει δοκιμάσει ένα τρόφιμο από συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, έχει διαμορφώσει άποψη για τα οργανοληπτικά του γνωρίσματα και την ποιότητά του. Έτσι, προσδοκά ότι κάθε ομοειδές προϊόν με την ίδια καταγωγή θα παρουσιάζει παρόμοιες ιδιότητες. Oι προσδοκίες αυτές μπορούν να επηρεάσουν θετικά ή αρνητικά την κρίση του κατά τη σύγκριση ομοειδών προϊόντων διαφορετικής προέλευσης.
Όταν ένας καταναλωτής δεν έχει προηγούμενη εμπειρία από ένα τρόφιμο, η καταγωγή μπορεί να χρησιμεύσει για τη συναγωγή τεκμηρίων. Από τις ιδιαιτερότητες του τόπου προέλευσης συνάγονται δηλ. συμπεράσματα για τα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά και εν γένει τις επιθυμητές ιδιότητες του τροφίμου. Για παράδειγμα, τα ψάρια και τα θαλασσινά από την Ελλάδα αναμένεται να είναι εύγευστα και υψηλής ποιότητας, δεδο-
Σελ. 17
μένου ότι ο έντονα νησιωτικός χαρακτήρας και η μακρά παράδοση στην αλιεία της χώρας ευνοεί την παραγωγή εκλεκτών θαλάσσιων αγαθών.
Η συνολική αντίληψη του καταναλωτή για τα τρόφιμα που προέρχονται από συγκεκριμένο τόπο διαμορφώνεται όχι μόνο με αντικειμενικά κριτήρια, αλλά και υπό την επίδραση συναισθηματικών, ψυχολογικών, ηθικών και ιδεολογικών παραγόντων. Τα συναισθηματικά νοήματα που αποδίδονται στην προέλευση των τροφίμων, συνδέονται με τον ρόλο αυτών ως πολιτισμικά στοιχεία, άρρηκτα δεμένα με τα ήθη, τα έθιμα και την ιστορία λαών, κοινωνικών ομάδων και γεωγραφικών περιοχών. Η καταγωγή ενός τροφίμου προκαλεί συνειρμούς που παραπέμπουν σε ορισμένο τρόπο ζωής και συγκεκριμένες συνθήκες διαβίωσης, ενώ παράλληλα μπορεί να ανασύρει αναμνήσεις από διαπροσωπικές σχέσεις, όπως συγγενικούς δεσμούς και φιλίες, ή από προσωπικές εμπειρίες, όπως διακοπές και πολιτιστικά δρώμενα. Υπό τις οικείες επιρροές, η επιλογή ενός τροφίμου μπορεί να καθορίζεται π.χ. από το αίσθημα ταυτότητας, τη νοσταλγία, τη συγκίνηση, το σεβασμό, που προκαλεί η αναφερόμενη καταγωγή στον καταναλωτή.
Από άλλη σκοπιά, η προέλευση ενός τροφίμου μπορεί να ενεργοποιήσει τον ηθικό κώδικα του καταναλωτή, διεγείροντας αισθήματα ευθύνης και αλληλεγγύης π.χ. για έναν τόπο που έχει πληγεί. Άλλωστε, γεωπολιτικές διενέξεις ή διπλωματικές συμμαχίες μπορεί να λειτουργήσουν είτε αποτρεπτικά είτε ενθαρρυντικά ως προς την αγορά τροφίμων από συγκεκριμένες περιοχές. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η επιλογή του καταναλωτή ενδέχεται να καθορίζεται από το εθνικό του φρόνημα, προκαταλήψεις, ή ιστορικές μνήμες.
Η σημαντικότερη επίδραση της προέλευσης των τροφίμων σε αυτό το επίπεδο σχετίζεται με την τάση των καταναλωτών να επιλέγουν προϊόντα από το κράτος (ή και την πιο συγκεκριμένη περιοχή) κατοικίας ή καταγωγής τους. Αυτός ο «εθνοκεντρισμός» πηγάζει από την αντίληψη ότι η υποστήριξη της εγχώριας οικονομίας αποτελεί ηθική υποχρέωση. Παράλληλα, η κατανάλωση τοπικών προϊόντων εκφράζει μια διατροφική στάση που στοχεύει στη μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος της εφοδιαστικής αλυσίδας, περιορίζοντας τη μεταφορά προϊόντων με ενεργοβόρα
Σελ. 18
μέσα. Επιπλέον, προάγει την κατανάλωση πιο φρέσκων και λιγότερο επεξεργασμένων προϊόντων, με άμεσα οφέλη για την υγεία.
Πράγματι, σύμφωνα με την έκθεση Konsumbarometer 2019, που βασίστηκε σε έρευνα μεταξύ 13.800 καταναλωτών ηλικίας 18 έως 75 ετών από 17 χώρες της Ευρώπης, τo 94% των Ευρωπαίων καταναλωτών εμπιστεύονται τα προϊόντα που παράγονται στη χώρα τους ή ειδικότερα στον τόπο κατοικίας τους, ενώ το 75% θεωρεί αξιόπιστα και τα αλλοδαπά προϊόντα που προέρχονται από κράτη μέλη της ΕΕ. Για τους καταναλωτές που προτιμούν εγχώρια προϊόντα, κριτήριο επιλογής αποτελούν κατά 63% τα συναφή περιβαλλοντικά οφέλη, π.χ. μικρότερο ανθρακικό αποτύπωμα της γραμμής εφοδιασμού, και κατά 77 % οι θετικές επιπτώσεις στην τοπική οικονομία και αγορά εργασίας. Από τους ίδιους καταναλωτές, 61 % δηλώνουν πρόθυμοι να πληρώσουν μέχρι και 10 % παραπάνω για τοπικά προϊόντα.
4.2. Η απαίτηση σήμανσης της καταγωγής ως μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος
Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο καταναλωτής μπορεί να επιλέγει ένα προϊόν βάσει της γεωγραφικής του προέλευσης για λόγους που δεν σχετίζονται με την προγνωστική της αξία. Μπορεί, για παράδειγμα, να το αγοράζει για να στηρίξει οικονομικά έναν τόπο και τους ανθρώπους του, να συμβάλει στην τουριστική του προώθηση, ή να εκφράσει συναισθηματική σύνδεση με αυτόν. Ωστόσο, οι συνειρμοί που προκαλεί η καταγωγή ενός τροφίμου δεν είναι πάντα ορθολογικοί. Συχνά διαμορφώνονται υπό την επίδραση στερεοτυπικών αντιλήψεων, προπαγάνδας, ή γεωπολιτικών πιέσεων. Συνεπώς, η υποχρεωτική σήμανση του τόπου προέλευσης μπορεί να λειτουργήσει ως μέσο διακριτικής μεταχείρισης μεταξύ εθνικών αγορών, προκαλώντας ανισότητες που δεν δικαιολογούνται από αντικειμενικά κριτήρια.
Το ΔΕΕ έχει κρίνει επανειλημμένως, ότι εθνικές κανονιστικές διατάξεις που συναρτούν την πώληση προϊόντων στο εμπόριο από την αναφορά της καταγωγής τους, λειτουργούν ως μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος με ποσοστώσεις κατά την έννοια του άρθρου 34 ΣΛΕΕ. Σύμφωνα με το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς, η απαίτηση σημάνσεως της καταγωγής καθιστά δυσχερέστερη τη διάθεση στο εμπόριο ενός κράτους μέλους των προϊόντων άλλων κρατών μελών στους σχε-
Σελ. 19
τικούς τομείς, καθώς συνεπάγεται την αύξηση των εξόδων παραγωγής τους. Κατά συνέπεια, η απαίτηση αυτή παρεμποδίζει την πώληση εμπορευμάτων που έχουν παραχθεί χάρη στον καταμερισμό εργασίας μεταξύ των κρατών και έχει ως συνέπεια να επιβραδύνεται η αμοιβαία οικονομική διείσδυση στο πλαίσιο της Ένωσης.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το Δικαστήριο, οι σχετικές με την ένδειξη καταγωγής των εμπορευμάτων απαιτήσεις δεν δύνανται να δικαιολογηθούν επί τη βάση του άρθρου 36 ΣΛΕΕ. Καταρχάς, μόνο φαινομενικά εφαρμόζονται αδιακρίτως επί εγχώριων και εισαγόμενων προϊόντων. Τούτο δε, εφόσον από την ίδια τους τη φύση αποσκοπούν στο να επιτραπεί στον καταναλωτή να διακρίνει μεταξύ αυτών των δύο κατηγοριών προϊόντων, ενθαρρύνοντάς τον δυνητικά να προτιμήσει τα εγχώρια. Περαιτέρω, αναγκαιότητα για τον αγοραστή να γνωρίζει αν ένα προϊόν έχει ή δεν έχει ορισμένη καταγωγή μπορεί να γίνει δεκτή μόνον, εάν η εν λόγω καταγωγή υποδηλώνει ορισμένη ποιότητα, ειδικές πρώτες ύλες, μέθοδο παραγωγής, τοπικό χρώμα και την παράδοση της περιοχής για την οποία πρόκειται. Όταν όμως η καταγωγή ενός προϊόντος συνδέεται όντως με ορισμένες ιδιότητες, είναι προς το συμφέρον των ίδιων των κατασκευαστών να αναφέρουν την καταγωγή κατά την προώθηση των πωλήσεων. Αντιθέτως, οι υποχρεωτικές ενδείξεις προέλευσης δεν αποτελούν πρόσφορο μέσο για την προστασία των καταναλωτών και του θεμιτού ανταγωνισμού σε τέτοιες περιπτώσεις, καθώς προς τούτο αρκούν οι κανόνες που απαγορεύουν τη χρήση ψευδών ενδείξεων καταγωγής.
Το ΔΕΕ είχε την ευκαιρία να ξεκαθαρίσει, ότι υπό το πρίσμα των διατάξεων των Συνθηκών για τις θεμελιώδεις ελευθερίες, ως μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος εξετάζονται και μη κανονιστικές ρυθμίσεις που δεν έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα για τις επιχειρήσεις. Τούτο ισχύει υπό τον όρο, ότι τα μέτρα αυτά έχουν καταρτισθεί από την κυβέρνηση ενός κράτους μέλους ή δύνανται να αποδοθούν σε αυτή και εκ-
Σελ. 20
φράζουν την πρόθεση να υποκατασταθούν τα εισαγόμενα προϊόντα από εγχώρια και να ελέγχεται έτσι το ρεύμα των εισαγωγών από άλλα κράτη μέλη. Ναι μεν επιτρέπεται να προβάλλονται ειδικά προτερήματα επιμέρους προϊόντων, όπως π.χ. οι ιδιαίτερες ιδιότητες ορισμένων ποικιλιών, και να επισημαίνεται για ποιες χρήσεις είναι κατάλληλες αυτές, ακόμα κι αν πρόκειται για τυπικές ποικιλίες της εθνικής παραγωγής. Ωστόσο, ένας δημόσιος οργανισμός απαγορεύεται να προτρέπει τους καταναλωτές να αγοράζουν εγχώρια προϊόντα αποκλειστικά και μόνο λόγω της εθνικής τους καταγωγής.
Έχει γίνει άλλωστε δεκτό, ότι ως μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος μπορεί να λειτουργούν και σήματα ποιότητας (quality labels) που χορηγούνται από δημόσιους φορείς, όταν προωθούν τα εγχωρίως παραγόμενα προϊόντα, υπογραμμίζοντας την εθνική τους προέλευση. Με τον τρόπο αυτό το σήμα ενδέχεται να επηρεάσει την αγοραστική συμπεριφορά των καταναλωτών εις βάρος των εισαγόμενων προϊόντων. Το γεγονός ότι η εν θέματι επισήμανση είναι προαιρετική και καταρχήν αποσκοπεί στην ανάδειξη ποιοτικών χαρακτηριστικών, δεν αναιρεί την εφαρμογή του άρθρου 34 ΣΛΕΕ. Η ύπαρξη περιορισμού εκτιμάται με βάση τις πραγματικές ή δυνητικές επιπτώσεις του μέτρου στο διακοινοτικό εμπόριο.
4.3. Η εθνική ταυτότητα ως ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των τροφίμων ΕΕ
Πάντως η ΕΕ αναγνωρίζει, ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η καταγωγή αποτελεί δείκτη ιδιοτήτων με προστιθέμενη αξία για τα προϊόντα. Ειδικότερα στον αγροδιατροφικό τομέα, επιμέρους τρόφιμα με προέλευση από τα κράτη μέλη έχουν αποκτήσει σημαντική φήμη και αναγνωρισιμότητα, όχι μόνον εντός, αλλά και εκτός ΕΕ. Τα προϊόντα αυτά διακρίνονται είτε λόγω των χρησιμοποιούμενων πρώτων υλών που ενδημούν στον τόπο παραγωγής τους, είτε λόγω των μεθόδων παρασκευής, που ανατρέχουν σε παραδοσιακές συνταγές και πατροπαράδοτες τεχνικές επεξεργασίας. Τα εν λόγω στοιχεία επηρεάζουν τα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά, τη θρεπτική αξία και ποιότητα των τροφίμων.






