ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΥ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟΥ
Η επιρροή της γερμανικής και γαλλικής θεωρίας
- Έκδοση: 2025
- Σχήμα: 17x24
- Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
- Σελίδες: 416
- ISBN: 978-618-08-0829-2
Η μονογραφία «Κρίση του κοινοβουλευτισμού και συνταγματικός λόγος στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου – Η επιρροή της γερμανικής και γαλλικής θεωρίας» αποτελεί ένα πρωτότυπο και φιλόδοξο εγχείρημα με συμβολή στην επιστημονική γνώση, διερευνώντας τι συνέβη όταν η κοινοβουλευτική δημοκρατία τέθηκε υπό αμφισβήτηση από κορυφαίους Έλληνες και άλλους Ευρωπαίους θεωρητικούς.
Ειδικότερα, αναλύεται η βαθιά κρίση των κοινοβουλευτικών θεσμών στον Μεσοπόλεμο, μία περίοδο όπου οι πρωταγωνιστές εγκαταλείπουν τις παραδοσιακές φιλελεύθερες παραδοχές.
Η έρευνα συνδυάζει Νομική, Πολιτική Επιστήμη και Ιστορία, εστιάζοντας στις δύο βασικές τάσεις κριτικής:
• Την αντικοινοβουλευτική τάση, η οποία εκπροσωπείται από τον μαρξιστή Σεραφείμ Μάξιμο, τους αντιδραστικούς υποστηρικτές της μεταξικής δικτατορίας και τον Carl Schmitt, που ζητούσαν τη ριζική κατάργηση των θεσμών.
• Την κοινοβουλευτική τάση, με εκπροσώπους τον Αλέξανδρο Σβώλο και άλλους επιφανείς προοδευτικούς θεωρητικούς (όπως οι Maurice Hauriou, Léon Duguit, Joseph Barthélemy, Hans Kelsen), οι οποίοι, παρά την κοινοβουλευτική κρίση, πρόκριναν τη θεσμική ανανέωση.
Η παρούσα μελέτη αναδεικνύει την καθοριστική επιρροή των παραπάνω θεωρητικών στην εξέλιξη της ελληνικής νομικής και πολιτικής σκέψης.
Η διαχρονική αξία της μελέτης είναι προφανής: Η ανατομία της τότε πολιτειακής κρίσης λειτουργεί ως γόνιμη βάση για τον στοχασμό του σήμερα, καθώς τα διακυβεύματα της περιόδου επανέρχονται στην επικαιρότητα.
Το έργο απευθύνεται σε νομικούς, πολιτικούς επιστήμονες, ιστορικούς, ερευνητές και κάθε πολίτη που αναζητά την κατανόηση των ιδεολογικών ριζών της σύγχρονης Ελλάδας.
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ 1
ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ
Η λειτουργία των θεσμών στη Β΄ Ελληνική Δημοκρατία
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
Τα χαρακτηριστικά του μεσοπολεμικού κοινοβουλευτισμού
1.1. Η Ευρώπη μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο 11
1.2. Θεσμικοί μετασχηματισμοί και συνταγματικός λόγος 18
1.3. Κρίση των θεσμών 25
1.3.1. Γαλλία 25
1.3.2. Γερμανία 28
1.3.3. Ελλάδα 31
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
Οι μελετώμενες έννοιες
2.1. Η κοινοβουλευτική δημοκρατία 36
2.2. Η αντιπροσώπευση 39
2.3. Η λαϊκή κυριαρχία και η καθολική ψηφοφορία 41
2.4. Τα δικαιώματα 44
2.5. Η διάκριση των εξουσιών 48
ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ
Κριτικές προσεγγίσεις της δημοκρατικής συνταγματικής θεωρίας
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
Ο κεντρικός ρόλος της λαϊκής αντιπροσωπείας
3.1. Το Κοινοβούλιο ως εκφραστής των κυρίαρχων κομματικών
συμφερόντων εντός του αστικού κράτους στον Αλέξανδρο Σβώλο 51
3.2. Η κοινοβουλευτική δημοκρατία ως θεσμική εγγύηση της πολιτικής
ελευθερίας στον Hans Kelsen 58
Σύνοψη 3ου κεφαλαίου 64
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4
Πολιτική αντιπροσώπευση και λειτουργία του Κοινοβουλίου
4.1. Οι ιδιόμορφες σχέσεις μεταξύ αντιπροσώπων-αντιπροσωπευόμενων
στον Αλέξανδρο Σβώλο 66
4.2. Οι δεσμοί μεταξύ αντιπροσώπων-αντιπροσωπευόμενων στον Léon Duguit 69
4.3. Οι αντιπρόσωποι του λαού, ο ρόλος του εκλογικού σώματος
και οι πελατειακές σχέσεις στον Maurice Hauriou 75
4.4. Joseph Barthélemy 84
4.4.1. Παράγοντες κοινοβουλευτικής κρίσης και το ζήτημα της ικανότητας
των πολιτικών προσώπων 84
4.4.2. Η αναποτελεσματική λειτουργία του Κοινοβουλίου 90
4.4.3. «Πρωτεύοντες» κυβερνώντες και «δευτερεύοντες» αντιπρόσωποι 93
Σύνοψη 4ου κεφαλαίου 94
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5
Ο ιδεολογικός ρόλος του Τύπου και η έννοια της κοινής γνώμης
5.1. Η απομυθοποίηση της έννοιας της κοινής γνώμης
από τον Αλέξανδρο Σβώλο 96
5.2. Η σημασία της κοινής γνώμης για τον Maurice Hauriou 101
Σύνοψη 5ου κεφαλαίου 104
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6
Η αντιπροσώπευση
6.1. Η ποιότητα της αντιπροσώπευσης στον Αλέξανδρο Σβώλο 105
6.2. Η έννοια της «ελλιπούς αντιπροσώπευσης» στον Léon Duguit 108
6.3. Θεσμοί αντιπροσώπευσης και άμεσης λαϊκής συμμετοχής στον Joseph Barthélemy 110
6.4. Η θέση του Hans Kelsen για τον νομικό χαρακτήρα της πολιτικής αντιπροσώπευσης 111
Σύνοψη 6ου κεφαλαίου 113
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7
Κριτική στις αρχές της λαϊκής κυριαρχίας και της καθολικής ψηφοφορίας
7.1. Οι φαντασιακές αρχές της λαϊκής κυριαρχίας και της καθολικής
ψηφοφορίας κατά τον Αλέξανδρο Σβώλο 115
7.2. Κριτική της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας από τον Léon Duguit 119
7.3. Πραγμάτευση της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας
από τον Joseph Barthélemy 123
7.4. Καθολική ψηφοφορία και πολιτικά δικαιώματα κατά τον Maurice Hauriou 132
7.5. Hans Kelsen: το πλάσμα της λαϊκής ενότητας και της λαϊκής κυριαρχίας 134
Σύνοψη 7ου κεφαλαίου 136
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8
Κριτική προσέγγιση της θεωρίας των δικαιωμάτων
8.1. Τα ατομικά δικαιώματα ως χαρακτηριστικό του πολιτικού
φιλελευθερισμού κατά τον Αλέξανδρο Σβώλο 141
8.2. Η ατομικιστική φύση των δικαιωμάτων κατά τον Léon Duguit 143
8.3. Θεωρία του κράτους και των δικαιωμάτων στο έργο του Maurice Hauriou 148
8.4. Προστασία των δικαιωμάτων ως οριοθέτηση της πλειοψηφικής
αρχής κατά τον Hans Kelsen 152
Σύνοψη 8ου κεφαλαίου 155
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9
Κριτική της θεωρίας της διάκρισης των εξουσιών
9.1. Συνεργασία αντί διάκρισης των εξουσιών κατά τον Αλέξανδρο Σβώλο 159
9.2. Η μεταφυσική θεωρία της διάκρισης των εξουσιών κατά τον Léon Duguit 162
9.3. Η θεωρία της διάκρισης των εξουσιών κατά τον Joseph Barthélemy 163
9.4. Maurice Hauriou 169
9.4.1. Η αρχή της διάκρισης των εξουσιών και η αποδοχή
της πρωτοκαθεδρίας της εκτελεστικής εξουσίας 169
9.4.2. Η θεμελιώδης διάκριση μειοψηφικής και πλειοψηφικής εξουσίας 173
9.5. Κατανομή των εξουσιών αντί της διάκρισης κατά τον Hans Kelsen 176
Σύνοψη 9ου κεφαλαίου 178
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10
Αντιπροσώπευση των κοινωνικών δυνάμεων
10.1. Η ιδέα του επαγγελματικού Κοινοβουλίου στον Αλέξανδρο Σβώλο 182
10.2. Léon Duguit 186
10.2.1. Η επαγγελματική αντιπροσώπευση ως ανάχωμα στην παντοδυναμία
του Κοινοβουλίου 186
10.2.2. Η καθιέρωση δεύτερου νομοθετικού σώματος ως θεσμικού αντιβάρου 195
10.3. Ο σκεπτικισμός του Joseph Barthélemy έναντι
της αντιπροσώπευσης συμφερόντων 196
10.4. Η εναντίωση του Maurice Hauriou στον συνδικαλισμό 201
10.5. Κριτική προσέγγιση του Hans Kelsen στη θεσμική πρόταση
για επαγγελματικό Κοινοβούλιο 205
Σύνοψη 10ου κεφαλαίου 206
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11
Αναζήτηση αντιβάρων απέναντι στην ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας
11.1. Το αναλογικό εκλογικό σύστημα ως μέσο εμβάθυνσης της δημοκρατίας
κατά τον Αλέξανδρο Σβώλο 208
11.2. Η ανάδειξη των πλεονεκτημάτων του αναλογικού εκλογικού
συστήματος από τον Hans Kelsen 209
Σύνοψη 11ου κεφαλαίου 210
ΕXCURSUS
H ριζοσπαστική σκέψη του Σεραφείμ Μάξιμου
Εισαγωγή 212
1. Η εδραίωση της αστικής κυριαρχίας μέσω της κοινοβουλευτικής
δημοκρατίας 213
2. Απόρριψη του κοινοβουλευτισμού ως συστήματος επιβολής
των «δημαγωγών της αστικής τάξης» 219
3. Ο Τύπος ως ιδεολογικό όργανο των αστικών συμφερόντων 221
4. Ανεπάρκεια της αντιπροσώπευσης των μαζών 224
5. Ο ταξικός χαρακτήρας των δικαιωμάτων 229
6. Ο πλασματικός χαρακτήρας της αρχής της διάκρισης των εξουσιών 232
Σύνοψη Εxcursus 233
ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ
Η κριτική της αντιδραστικής διανόησης
στο κοινοβουλευτικό σύστημα
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12
Οι αντικοινοβουλευτικές θέσεις της αντιδραστικής ρητορικής
12.1. Οι σημαντικότεροι απολογητές του ολοκληρωτικού κράτους 236
12.2. Η πραγμάτευση της έννοιας του εθνικοσοσιαλισμού
από τους Έλληνες αντιδραστικούς θεωρητικούς 240
12.3. Το «τέχνασμα» της αρχής της πλειοψηφίας 241
12.4. Το «χρεοκοπημένο» Κοινοβούλιο ως βασική αιτία της κοινωνικής
παρακμής 248
12.5. Η δύναμη χειραγώγησης του Τύπου και η έννοια της κοινής γνώμης 253
12.6. Οι αντιπρόσωποι του λαού ως μια «επικίνδυνη κοινοβουλευτική
ολιγαρχία» 260
Σύνοψη 12ου κεφαλαίου 267
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13
Αμφισβήτηση των θεμελιωδών αρχών του πολιτεύματος
13.1. Η αντιπροσώπευση των μαζών και η καθολική ψηφοφορία 270
13.2. Η υπεροχή της έννοιας του έθνους ως υπερβατικής δύναμης 276
13.3. Η υπερίσχυση της έννοιας του καθήκοντος έναντι των ατομικών
ελευθεριών 287
Σύνοψη 13ου κεφαλαίου 295
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14
Η θεωρητική νομιμοποίηση του Νέου Κράτους
14.1. Η προτεραιότητα του εθνικού συμφέροντος και ο ρόλος των ειδικών 297
14.2. Οι θεμελιώδεις αρχές του αυταρχικού κράτους 302
14.3. Η ανάγκη ύπαρξης ισχυρής πολιτικής ηγεσίας 309
Σύνοψη 14ου κεφαλαίου 316
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 15
Η αντικοινοβουλευτική ρητορική του Carl Schmitt
15.1. Η έννοια της δικτατορίας για τον Carl Schmitt και ο ρόλος του κυρίαρχου 318
15.2. Οι οργανωτικές βάσεις του σμιτιανού κράτους 325
15.3. Η acclamatio ως έκφραση της κοινής γνώμης 326
15.4. Η θεμελιώδης διάκριση Φίλου/Εχθρού 330
15.5. Κριτική θεώρηση του κοινοβουλευτισμού 332
15.6. Τα πολιτικά κόμματα ως απειλή για την πολιτική ενότητα 337
15.7. Η αμφισβήτηση των φιλελεύθερων αρχών του κράτους δικαίου 341
15.8. Η σμιτιανή πρόσληψη της αντιπροσώπευσης ως ταύτισης
κυβερνώντων και κυβερνωμένων 347
15.9. Ανάλυση της έννοιας του έθνους 351
Σύνοψη 15ου κεφαλαίου 353
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 16
Σημεία σύγκλισης του Carl Schmitt και των Ελλήνων
αντιδραστικών θεωρητικών
16.1. Η επίπλαστη αρχή της πλειοψηφίας 354
16.2. Η πολεμική κατά των πνευματικών θεμελίων και της αποστολής
του κοινοβουλευτισμού 355
16.3. Απόρριψη του κοινωνικού πλουραλισμού 356
16.4. Η έννοια της acclamatio 359
16.5. Υπεράσπιση της απόλυτης εξουσίας του ηγέτη 361
16.6. Απόρριψη της θεωρίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων 362
16.7. Η έννοια του έθνους για τους αντιδραστικούς θεωρητικούς 363
Σύνοψη 16ου κεφαλαίου 365
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
1. Κριτική του κοινοβουλευτισμού 367
2. Όψεις της κριτικής των θεμελίων του κοινοβουλευτισμού 368
3. Προοδευτικοί και αντιδραστικοί θεωρητικοί: Πολιτειακές επιλογές 378
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 381
ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΟ ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ 395
Σελ. 1
Εισαγωγή
Η παρούσα μελέτη εξετάζει την πολιτική κρίση κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου μέσα από το πρίσμα της κριτικής που ασκήθηκε στους πολιτικούς θεσμούς από σημαντικούς θεωρητικούς της περιόδου στην Ελλάδα, οι οποίοι είχαν δεχθεί επιρροές από τη Γαλλία και τη Γερμανία.
Η μεσοπολεμική περίοδος επιλέχθηκε καθώς σημάδεψε ποικιλοτρόπως τη νεοελληνική και την ευρωπαϊκή κοινωνία και, ως εκ τούτου, η κατανόηση της περιόδου εκείνης συμβάλλει σημαντικά στην κατανόηση της σύγχρονης πραγματικότητας. Επιπροσθέτως, η ενασχόληση με την κριτική που ασκήθηκε από διαφορετικές ιδεολογικοπολιτικές και θεωρητικές αφετηρίες στη λειτουργία των θεσμών και ειδικότερα του κοινοβουλευτισμού της περιόδου, αναδεικνύει τα κρίσιμα κοινωνικοοικονομικά, ιδεολογικά και πολιτικά διακυβεύματα και φωτίζει τα αντίπαλα προγράμματα διαχείρισης ή και διευθέτησης της κρίσης.
Κύριος στόχος της μελέτης αυτής είναι να παρουσιαστούν όψεις της κριτικής που ασκήθηκε στους πολιτικούς θεσμούς μέσα σε ένα πλαίσιο ανασφάλειας και αστάθειας, στο οποίο η λειτουργία του κοινοβουλευτισμού ήταν προβληματική, η υπεράσπισή του δεν ήταν καθόλου δεδομένη και οι αυταρχικές λύσεις γοήτευαν μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Η κριτική αφορά τόσο στον τρόπο νομής της εξουσίας στο πλαίσιο ενός κοινοβουλευτικού πολιτικού συστήματος, όσο και στον ιδιαίτερο ρόλο της αστικής τάξης που με τις επιλογές της νόθευε την ούτως ή άλλως εύθραυστη δημοκρατία και τους συσχετισμούς δυνάμεων στο μεσοπολεμικό πολιτικό γίγνεσθαι. Ένας άλλος στόχος είναι να παρουσιαστούν και θέσεις διακεκριμένων θεωρητικών από τη Γαλλία και τη Γερμανία, των οποίων η επιρροή στην ελληνική σκέψη είναι εμφανής.
Η εν λόγω κριτική ασκήθηκε τόσο από την αριστερή διανόηση -με τρόπο αυστηρό, αλλά διεισδυτικό και εύστοχο- όσο και από τους φιλελεύθερους ριζοσπάστες, των οποίων η κριτική ήταν τεκμηριωμένη, ήπια και γόνιμη, αποφεύγοντας τις αντικοινοβουλευτικές αιχμές. Αναπτύχθηκε όμως και επιχειρηματολογία από αντιδραστικούς θεωρητικούς, οι οποίοι ήδη είχαν προσχωρήσει στη σαγήνη του φασισμού έχοντας έντονα πολεμική διάθεση απέναντι στην κοινοβουλευτική δημοκρατία. Ο λόγος αυτής της διανόησης ήταν απόλυτος, επιθετικός και καταγγελτικός απέναντι σε οποιαδήποτε διαφορετική πολιτική θέση και οποιοδήποτε πολιτικό πρόγραμμα της κοινοβουλευτικής περιόδου.
Τα ερωτήματα που τίθεντο από τους μελετώμενους θεωρητικούς ήταν εάν ο κοινοβουλευτισμός είχε αποτύχει ως σύστημα διακυβέρνησης ή εάν είχε περιθώρια βελτίωσης, εάν οι σχέσεις μεταξύ κοινοβουλευτισμού και αντιπροσώπευσης ήταν ουσιώδεις ή όχι, εάν υπήρχε πραγματικός εκδημοκρατισμός της αντιπροσώπευσης ή πλασματικός.
Σελ. 2
Επίσης, αμφισβητήθηκε το κατά πόσο το Κοινοβούλιο ήταν εκφραστής των συμφερόντων του κοινωνικού συνόλου ή απλώς κομματικών συμφερόντων. Εξάλλου, τέθηκε και το συνολικό ερώτημα εάν ο κοινοβουλευτισμός προωθούσε τα συμφέροντα μίας μόνο κοινωνικής τάξης. Ένα άλλο ζήτημα ήταν εάν το Κοινοβούλιο μπορούσε να ανταποκριθεί στα καθήκοντά του ως ελεγκτικό όργανο, όπως και το εάν ήταν τόπος πλουραλισμού και γόνιμης ανταλλαγής ποικίλων απόψεων ή θα έπρεπε να υπάρχει πολιτική ομοιογένεια που θα διασφάλιζε και την εθνική ενότητα που επικαλούνταν οι θεωρητικοί του αυταρχισμού. Τέθηκε, επίσης, το ζήτημα της γνησιότητας των πνευματικών θεμελίων του κοινοβουλευτισμού -διαβούλευσης, δημοσιότητας και ελευθερίας του Τύπου- και κατ’ επέκταση του ίδιου του κοινοβουλευτισμού.
Τίθεται λοιπόν το ερώτημα: η κοινοβουλευτική πρακτική ήταν πιστή στη δημοκρατική αρχή καθιερώνοντας την υπεροχή του Κοινοβουλίου έναντι της κυβέρνησης; Αυτό ήταν ένα ακόμη ζήτημα που απασχόλησε τους θεωρητικούς της περιόδου, από τους οποίους κάποιοι τάχθηκαν υπέρ της υπεροχής του Κοινοβουλίου, ενώ άλλοι θεωρούσαν αναγκαία την ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας έναντι της νομοθετικής λόγω της ανεπάρκειας του πολιτεύματος της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, όπως υποστήριζαν.
Ο ρόλος των βουλευτών εντός του Κοινοβουλίου, αλλά και οι σχέσεις τους με τους ψηφοφόρους τους ήταν ένα άλλο θεμελιώδες ζήτημα που προκαλούσε συζητήσεις και αντιπαραθέσεις. Οι βουλευτές θα έπρεπε να ψηφίζουν σύμφωνα με τη συνείδησή τους και την προσωπική τους άποψη έχοντας εγγυημένη αυτονομία ή έπρεπε να αισθάνονται δεσμευμένοι από τη λαϊκή εντολή; Αυτό αποτελούσε ένα επιπλέον ζήτημα συζήτησης, το οποίο αφορούσε στο είδος και την ποιότητα της σχέσης μεταξύ αντιπροσωπευόμενων και αντιπροσώπων.
Άλλο αντικείμενο συζήτησης ήταν η γνησιότητα του κοινοβουλευτικού συστήματος, η οποία αμφισβητήθηκε λόγω του εκδημοκρατισμού και της διεύρυνσης της καθολικής ψηφοφορίας. Μήπως ο γνήσιος κοινοβουλευτισμός ήταν αυτός του 19ου αιώνα που ασχολούνταν με ζητήματα πολιτικά και απευθυνόταν σε ένα περιορισμένο -αλλά καλλιεργημένο- εκλογικό σώμα; Υπήρξαν κάποιοι επικριτές του που θεώρησαν ως γνήσια μορφή κοινοβουλευτισμού αυτή του 19ου αιώνα, ενώ ο δημοκρατικός κοινοβουλευτισμός του 20ου αιώνα θεωρήθηκε -από τους επικριτές του- ως αλλοίωσή του.
Ένα ακόμη ερώτημα που εγείρεται από τους θεωρητικούς της περιόδου είναι εάν ο τύπος της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας ενδείκνυται για την κοινωνία του 20ου αιώνα ή εάν μία δημοψηφισματικού τύπου δημοκρατία αποτελεί καταλληλότερη και γνησιότερη έκφραση της δημοκρατίας.
Αυτά τα ζητήματα σχετικά με τη φύση του κοινοβουλευτικού συστήματος είναι κεντρικά στις συζητήσεις των θεωρητικών που έχουν διαφορετικές αντιλήψεις: άλλοι είναι υπερασπιστές του εκδημοκρατισμού και της μεταρρύθμισης του κοινοβουλευτισμού, ο οποίος πρέπει να είναι ανθεκτικός και να σχετίζεται με τον πλουραλισμό, τη διαβούλευση και τη συναίνεση, ενώ άλλοι -ακραίοι και αντιδραστικοί- τάσσονται υπέρ της
Σελ. 3
αντικοινοβουλευτικής σύλληψης της δημοκρατίας που είναι προσδεμένη στην παράδοση.
Η διατριβή, θα εστιάσει, λοιπόν, στη συμβολή θεωρητικών της περιόδου με διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες, των οποίων ο λόγος και οι στρατηγικές επιχείρησαν να επηρεάσουν τις θεσμικές και πολιτικές εξελίξεις, καθώς και τους πολιτικούς προσανατολισμούς μιας κοινωνίας που βίωνε ριζικούς μετασχηματισμούς σε συνθήκες πολυπαραγοντικής και πολύμορφης κρίσης.
Είναι προφανές ότι, λόγω της εξαιρετικής εμβέλειας και της θεωρητικής αντιπαράθεσης του θέματος, δεν είναι εφικτό να εξαντληθεί η σχετική συζήτηση στο πλαίσιο της παρούσας διατριβής. Ωστόσο, επιλέγεται να σχολιαστούν οι σημαντικότεροι και αντιπροσωπευτικότεροι, κατά τη διατριβή, «λόγοι» για την κρίση και τα κρίσιμα διακυβεύματα, καθώς και οι «αναζητήσεις» για εναλλακτικούς τρόπους διακυβέρνησης, εναλλακτικά πολιτικά συστήματα ως διέξοδοι στην κοινοβουλευτική κρίση όπως και εξισορροπητικά μέσα ενάντια στην αυθαιρεσία και στην κατάχρηση εξουσίας.
Η διατριβή χωρίζεται σε τρία μέρη. Ειδικότερα:
Στο πρώτο μέρος, θα επιχειρηθεί, κατ’ αρχάς να καταδειχθούν οι αντικειμενικοί εκείνοι όροι που ευνόησαν την κρίση και, σε πολλές περιπτώσεις, την κατάρρευση του κοινοβουλευτισμού στη μεσοπολεμική Ευρώπη. H κρίση εμπιστοσύνης στον φιλελευθερισμό και στις αρχές που κληροδότησε στην κοινωνία μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και κυρίως μετά την Ύφεση του 1929, οδήγησε πρωτίστως την αστική τάξη (μεγαλοαστική και μικροαστική) -η οποία αδυνατούσε να στηρίξει πλέον τον κοινοβουλευτισμό- σε αναζήτηση αυταρχικών λύσεων.
Ακολουθεί η παρουσίαση βασικών χαρακτηριστικών του μεσοπολεμικού κοινοβουλευτισμού όπως μελετήθηκαν από επιστήμονες της μεσοπολεμικής περιόδου. Επιλέξαμε, μεταξύ άλλων, αναλύσεις διακεκριμένων νομικών όπως των Boris Mirkine-Guétzévitch, Émile Giraud, Paul Couzinet, Robert Pelloux, καθώς και του πολιτικού θεωρητικού Harold Laski, εστιάζοντας στα χαρακτηριστικά εκείνα όπου επικεντρώθηκε η κριτική των μελετώμενων θεωρητικών μας.
Έπειτα, παρουσιάζεται εν συντομία το πλαίσιο της κρίσης των δημοκρατικών θεσμών στη Γαλλία και τη Γερμανία -τις δύο χώρες καταγωγής των θεωρητικών που επηρέασαν την ελληνική νομική και πολιτική θεωρία- καθώς και στην Ελλάδα.
Στη Γαλλία, η δημοκρατία αποδείχτηκε ευάλωτη και ήρθε αντιμέτωπη με την απειλή του αντικοινοβουλευτισμού και της κυβερνητικής αστάθειας με συνέπεια την ενίσχυση της αντικοινοβουλευτικής τάσης που υπήρχε στην κοινωνία υπέρ μιας αυταρχικής λύσης. Στη δε Γερμανία, αμέσως μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, εγκαθιδρύθηκε η δημοκρατία της Βαϊμάρης, στην οποία κατοχυρώθηκε η κοινοβουλευτική αρχή μέσω του προοδευτικού Συντάγματος της Βαϊμάρης. Ωστόσο, οι συνθήκες ήταν εξαιρετικά δυσμενείς για την επιβίωση του δημοκρατικού πολιτεύματος. Και στη Γερμανία ενισχύθηκε η ακροδεξιά, η οποία καλλιεργούσε κλίμα υπέρ της κατάλυσης των δημοκρατικών
Σελ. 4
θεσμών και της αποκατάστασης του πληγωμένου εθνικού γοήτρου με την προσφυγή σε αυταρχικές λύσεις.
Στην ελληνική περίπτωση, η μεσοπολεμική κρίση παρουσιάζει ορισμένα χαρακτηριστικά που την καθιστούν διακριτή περίπτωση, κυρίως σε ό,τι αφορά στην αποκρυστάλλωση της ταξικής συνείδησης των ελληνικών ταξικών στρωμάτων. Το γεγονός-ορόσημο για την πολιτική και κοινωνική κρίση στην Ελλάδα υπήρξε η Μικρασιατική τραγωδία, η οποία προκάλεσε ένα τεράστιο ιδεολογικό κενό στο σύστημα της πολιτικής κυριαρχίας και δυσεπίλυτα κοινωνικά προβλήματα που απειλούσαν τη σταθερότητα του κοινωνικοπολιτικού συστήματος και καθιστούσαν αναγκαία την πολυδιάστατη και συστηματική κρατική παρέμβαση. Ο εν λόγω παρεμβατισμός του κράτους και η διασταύρωσή του με τα πελατειακά και κομματικά δίκτυα αποσκοπούσε, ανάμεσα στα άλλα, να ανασχέσει την πολιτική δυναμική και την κοινωνική χειραφέτηση των εξαρτημένων στρωμάτων. Επιπροσθέτως, η τεχνητή πόλωση, που ανατροφοδοτούνταν από τις επικαιροποιημένες εκδοχές του Εθνικού Διχασμού, συνέβαλε τα μέγιστα στον κοινοβουλευτικό μαρασμό και την επιβολή αντικοινοβουλευτικών και αντιδημοκρατικών λύσεων που ευνοούσαν την αυταρχοποίηση της κοινωνίας. Στη συνάφεια αυτή, ο συνασπισμός εξουσίας επέλεξε να θωρακιστεί επιβάλλοντας συντηρητικές και αυταρχικές λύσεις στο όνομα της κοινωνικής ασφάλειας και συνοχής, πριν προχωρήσει τελικά στην εκτροπή από τον κοινοβουλευτισμό επικαλούμενος τον μύθο του «κομμουνιστικού κινδύνου» και της επιβολής.
Με την παρουσίαση της ελληνικής περίπτωσης ολοκληρώνεται το πρώτο κεφάλαιο. Ακολουθεί το δεύτερο κεφάλαιο με την εννοιολογική διασάφηση των μελετώμενων εννοιών: της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και της αντιπροσώπευσης, των εννοιών της λαϊκής κυριαρχίας, της καθολικής ψηφοφορίας, των θεωριών των δικαιωμάτων και της διάκρισης των εξουσιών.
Με αυτό το κεφάλαιο κλείνει το Πρώτο Μέρος της μελέτης για να ακολουθήσει το Δεύτερο Μέρος που αφορά στην κριτική μεταρρυθμιστών θεωρητικών στους κοινοβουλευτικούς θεσμούς και την πολιτικο-κοινωνική κρίση.
Την εν λόγω κρίση και τη λειτουργία των θεσμών αξιολόγησαν επιφανείς νομικοί-δημοσιολόγοι, οι οποίοι, από τα μέσα του 19ου αιώνα έως τα μέσα περίπου του 20ου, ασχολήθηκαν με το Δίκαιο, τη φιλοσοφία του Δικαίου, την πολιτειολογία, διατυπώνοντας θεωρίες και κοινωνιολογικές αναλύσεις που άσκησαν σημαντική επιρροή και προκάλεσαν το ενδιαφέρον των επιστημόνων και ερευνητών της περιόδου εκείνης όπως και των μεταγενέστερων. Κριτική άσκησαν όμως βέβαια και άλλοι αναλυτές, πολιτικοί επιστήμονες, οικονομολόγοι, δημοσιογράφοι.
Την παρούσα διατριβή θα απασχολήσει η κριτική που άσκησαν στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία και τα θεμέλιά της -λαϊκή κυριαρχία, καθολική ψηφοφορία, διάκριση των εξουσιών- εκπρόσωποι από τη σοσιαλιστική διανόηση, τη μαρξιστική, αλλά και την αντιδραστική.
Ειδικότερα, για την αξιολόγηση των πολιτικών θεσμών από τη σοσιαλιστική διανόηση στην Ελλάδα επελέγη η περίπτωση του Αλέξανδρου Σβώλου. Ο Σβώλος, από τους
Σελ. 5
σημαντικότερους Έλληνες πολιτειολόγους και διανοούμενους του Μεσοπολέμου, στις πολιτειολογικές του αναζητήσεις ασχολήθηκε, ανάμεσα σε άλλα, με τη ανάλυση του κράτους εμπλουτίζοντάς τη με στοιχεία πολιτικού και κοινωνιολογικού χαρακτήρα, υπερασπιζόμενος τον κοινωνικό χαρακτήρα που θα έπρεπε να έχει το κράτος. Επιπροσθέτως, ο Σβώλος επικέντρωσε το ενδιαφέρον του στην κριτική θεώρηση του κράτους δικαίου, του κοινοβουλευτισμού, της δημοκρατίας και του φιλελευθερισμού όπως και των σχέσεων του κράτους με την κοινωνία. Στην κριτική του στους θεσμούς της φιλελεύθερης δημοκρατίας, διαφαίνονται οι ριζοσπαστικοί συλλογισμοί του, οι αντιφασιστικές και σοσιαλιστικές κατευθύνσεις του που εμπνέονται από τον γαλλικό μεταρρυθμιστικό συνδικαλισμό, η μετριοπάθειά του και η τάση για σχετικοποίηση των εννοιών.
Ορισμένα σημεία της πολιτειολογικής του σκέψης που αφορούν το αντικείμενο της παρούσας διατριβής θα εξετασθούν κυρίως μέσα από το σπουδαίο θεωρητικό του έργο Το Νέον Σύνταγμα και αι βάσεις του πολιτεύματος, το οποίο αφορά στο Σύνταγμα του 1927 και τη λειτουργία της Β΄ Ελληνικής Δημοκρατίας και εκδόθηκε το 1928. Το εν λόγω έργο «σηματοδοτεί την κρίσιμη τομή στην εγχώρια πολιτειολογική σκέψη του Μεσοπολέμου. Είναι το σημείο εκκίνησης για τις νέες ισορροπίες που θα διαμορφωθούν στην πολιτειολογική σκέψη, κατά την περίοδο 1930-35/36» .
Άλλη σημαντική πηγή είναι ο εναρκτήριος λόγος του Σβώλου Προβλήματα της Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας που εκφωνήθηκε το 1929 ως τακτικού καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Σε αυτόν τον λόγο ο Σβώλος επικεντρώνει την κριτική του στην κοινοβουλευτική δημοκρατία της εποχής του και κυρίως σε ποικίλα οργανωτικά ζητήματα που την αφορούν χωρίς να θέτει όμως υπό αμφισβήτηση το δημοκρατικό πολίτευμα. Αντιθέτως, ο Σβώλος κάνει διάγνωση των παθογενειών του δημοκρατικού πολιτεύματος και, για τη θεραπεία τους, προτείνει τρόπους αντιμετώπισης και μεταρρυθμίσεις.
Την πολιτική και κοινωνική κρίση αξιολόγησε από τη δική της σκοπιά η αριστερή-μαρξιστική διανόηση. Μαρξιστική κριτική της κρίσης αποτυπώνεται υποδειγματικά στις αναλύσεις του Σεραφείμ Μάξιμου, «μια εντελώς ξεχωριστή και κορυφαία περίπτωση μαρξιστή θεωρητικού», ενός «από τα πιο σπινθηροβόλα πνεύματα της μαρξιστικής αριστεράς». Ο Μάξιμος άσκησε άτεγκτη αλλά ουσιαστική κριτική, μεταξύ άλλων, στη
Σελ. 6
λειτουργία και την κρίση των πολιτικών θεσμών κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου, η οποία παρουσιάζεται στο τέλος του δεύτερου μέρους της μελέτης, με μορφή παρέκβασης (excursus).
Το 1930, εξέδωσε το αξιόλογο έργο του Κοινοβούλιο ή Δικτατορία; το οποίο αποτελεί μια συστηματική ανίχνευση και ανάλυση, αλλά και άτεγκτη κριτική απέναντι στις πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές και θεσμικές συνθήκες που επικρατούσαν στην ελληνική κοινωνία της εποχής του. Πρόκειται και για μια βαθιά εξέταση της φύσης του κοινοβουλευτισμού και της δημοκρατίας γενικότερα, όπως και του ρόλου του κράτους και της βίας που αυτό ασκεί. Στο έργο αυτό υπάρχει και μια ερμηνεία του φασισμού σαν «δικτατορία του χρηματιστικού κεφαλαίου στην πιο αντιδραστική της μορφή» .
Στο έργο του Μάξιμου, μελετάται η εξέλιξη του νεότερου καπιταλιστικού κράτους στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, όπως και η εξέλιξη της μεγάλης πολιτικής κρίσης αυτής της περιόδου. Τίθεται το ζήτημα διάκρισης μεταξύ Κοινοβουλίου και δικτατορίας, που έφτασαν στο σημείο να ταυτίζονται αφού οι ιστορικές εξελίξεις εξάλειψαν τις όποιες διαφορές τους. Ο Μάξιμος ανήκει στους στοχαστές εκείνους που άσκησαν κριτική στον κοινοβουλευτισμό παράλληλα με τη δημοκρατία και, κατά την άποψή του, η κρίση του κοινοβουλευτισμού είναι πρωτίστως κρίση της αστικής δημοκρατίας, η οποία -σε συνθήκες κοινωνικής πόλωσης- διολισθαίνει σε αυταρχικές μορφές διακυβέρνησης.
Προκειμένου να ολοκληρωθεί η κριτική στους θεσμούς του Μεσοπολέμου στην Ελλάδα και να υπάρχει μια σφαιρική προσέγγιση, κρίθηκε σκόπιμο να παρουσιαστεί και η ανάλυση των αντιδραστικών θεωρητικών, οι οποίοι προπαγάνδιζαν υπέρ του δικτατορικού καθεστώτος τασσόμενοι κατά των κοινοβουλευτικών θεσμών και της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Θα παρουσιαστεί η ανάλυση θεωρητικών και υποστηρικτών του μεταξικού καθεστώτος -όπως των καθηγητών Συνταγματικού Δικαίου Γεώργιου Κούμαρου και Νικόλαου Μαντζούφα- οι οποίοι δημοσίευαν επιστημονικά άρθρα στο περιοδικό Το Νέον Κράτος που κυκλοφορούσε κατά την μεταξική περίοδο ως ημιεπίσημο ιδεολογικό όργανο του δικτατορικού καθεστώτος.
Στα τεύχη του εν λόγω περιοδικού, τα οποία εκδόθηκαν από τον Σεπτέμβριο 1937 έως τον Μάρτιο 1941, δημοσιεύθηκαν μεταξύ άλλων άρθρα πολιτικού περιεχομένου, τα οποία θα αποτελέσουν μία από τις πρωτογενείς πηγές ανάλυσης της παρούσας διατριβής. Σε αυτά τα άρθρα, είναι διάχυτες οι προπαγανδιστικές απόψεις των θεωρητικών, οι οποίοι προβαίνουν σε αναλύσεις ευνοϊκές υπέρ του αυταρχικού καθεστώτος, αλλά και εχθρικές εναντίον του κοινοβουλευτικού συστήματος και της δημοκρατικής αρχής.
Σελ. 7
Είναι επίσης εμφανής η προσπάθεια που καταβάλλεται από τους αντιδραστικούς θεωρητικούς, μέσω της συστηματικής απόπειρας απαξίωσης των δημοκρατικών θεσμών, ώστε να πείσουν τους αναγνώστες για την αναγκαιότητα του δικτατορικού καθεστώτος σε αντίθεση με την καταστροφικότητα του κοινοβουλευτισμού. Όπως ισχυρίζονται οι αντιδραστικοί θεωρητικοί, το δικτατορικό καθεστώς, χάρη στην ισχυρή και ανέλεγκτη από τον κοινοβουλευτισμό εκτελεστική εξουσία, μπορεί να διασφαλίσει στην κοινωνία αυτά που στερήθηκε κατά την κοινοβουλευτική περίοδο: τάξη, ασφάλεια, σταθερότητα, ενότητα και ευημερία. Προφανώς, ισοπεδώνουν τον θεσμό του Κοινοβουλίου και το δημοκρατικό πολίτευμα και τάσσονται υπέρ της κατάργησής τους, όπως θα φανεί στο Τρίτο Μέρος αυτής της διατριβής.
Ωστόσο, κριτική των κοινοβουλευτικών θεσμών έγινε και από θεωρητικούς στη Γαλλία και τη Γερμανία, οι οποίοι φαίνεται να άσκησαν σημαντική επιρροή στους μελετώμενους Έλληνες θεωρητικούς -εκτός από τον Μάξιμο- που είχαν τους ίδιους προβληματισμούς και ανησυχίες με τους Γάλλους και Γερμανούς συναδέλφους τους. Προφανώς, η παρούσα διατριβή δεν φιλοδοξεί να επιδοθεί στην ανάλυση του συνόλου της θεωρίας όλων των θεωρητικών που εμφανίζονται εντός των κειμένων ή στις παραπομπές των έργων των μελετώμενων Έλλήνων θεωρητικών. Εντούτοις, η διατριβή επέλεξε να ασχοληθεί κυρίως με όψεις της κριτικής που άσκησαν στους κοινοβουλευτικούς θεσμούς της εποχής τους -όπως και με ορισμένα ζητήματα συνταγματικού δικαίου- θεωρητικοί που αναφέρονται περισσότερο και φαίνεται να είχαν επηρεάσει σημαντικά τις ελληνικές μεσοπολεμικές απόψεις. Οι θεωρητικοί αυτοί είναι οι Γάλλοι Léon Duguit, Joseph Barthélemy και Maurice Hauriou, ο Αυστριακός Hans Kelsen και ο Γερμανός Carl Schmitt.
Οι συγκεκριμένοι θεωρητικοί επιλέχθηκαν διότι θεωρείται από την παρούσα διατριβή ότι εντάσσονται στους «κλασικούς», αποτελούν ξεχωριστές περιπτώσεις θεωρητικών και η κριτική τους στους κοινοβουλευτικούς θεσμούς ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα αποτελώντας μία πρόκληση. Όπως θα προκύψει από την ανάλυση που ακολουθεί, κατά κάποιο τρόπο είχαν όλοι κάποια σχέση μεταξύ τους και ο ένας γνώριζε το έργο του άλλου.
Μετά από την παρουσίαση αυτών των αναλύσεων, θα εξαχθούν συμπεράσματα σχετικά με τους συλλογισμούς και την κριτική προσέγγιση των εξεταζόμενων θεωρητικών. Θα ανιχνευθούν, με αυτόν τον τρόπο, ενδεχόμενα συγγενικά στοιχεία μεταξύ των διαφορετικών ιδεολογικά θεωρητικών που ως κοινό σημείο είχαν αναμφισβήτητα την κριτική της λειτουργίας των κοινοβουλευτικών θεσμών της εποχής τους και των θεμελίων της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Η ανίχνευση αυτή θα γίνει στο Δεύτερο και στο Τρίτο Μέρος της διατριβής, πριν την κατάληξη σε ορισμένα συμπεράσματα.
Αναλυτικότερα, στο Δεύτερο Μέρος:
Κατ’αρχάς, θα αναλυθεί ο τρόπος με τον οποίο οι μεταρρυθμιστές θεωρητικοί έκριναν τη λειτουργία του Κοινοβουλίου και τη δράση των πολιτικών πρωταγωνιστών και επιπλέον, θα παρουσιαστεί η άποψή τους για την επιρροή της λεγόμενης «κοινής γνώμης». Η ενότητα αυτή χωρίζεται σε τρία κεφάλαια.
Σελ. 8
Ακολούθως, θα παρουσιαστεί η θέση των θεωρητικών για θεμελιώδεις έννοιες του δημοκρατικού πολιτεύματος, όπως την αρχή της αντιπροσώπευσης και τις έννοιες της λαϊκής κυριαρχίας και της καθολικής ψηφοφορίας. Έπειτα, θα διερευνηθεί η στάση τους απέναντι στις ατομικές ελευθερίες, όπως και την αρχή της διάκρισης των λειτουργιών.
Τέλος, θα παρουσιαστούν σε δύο κεφάλαια κάποια μέτρα-αντίδοτο στην κοινοβουλευτική κρίση που αποτελούν εγγύηση των ελευθεριών και τάσσονται εναντίον της κατάχρησης εξουσίας και της αυθαιρεσίας.
Μετά από κάθε κεφάλαιο, θα επιχειρηθεί η εξαγωγή συμπερασμάτων καθώς και ο εντοπισμός κοινών σημείων, αλλά και αποκλίσεων των μελετώμενων θεωρητικών.
Στο τέλος αυτού του μέρους, θα παρουσιαστεί ως παρέκβαση -Εxcursus- η κριτική που άσκησε ο Σεραφείμ Μάξιμος.
Ακολουθεί το Τρίτο Μέρος όπου θα αναδειχθεί η αντιδραστική ρητορική εναντίον του κοινοβουλευτικού συστήματος. Ειδικότερα, το Τρίτο Μέρος της διατριβής θα ασχοληθεί με μια κριτική προσέγγιση των αντιδραστικών θεωρητικών σε κοινοβουλευτικά ζητήματα, όπως τη θεώρηση του κοινοβουλευτικού συστήματος ως αντανάκλασης μιας μειοψηφικής βούλησης και του Κοινοβουλίου ως εκφραστή των κυρίαρχων κομματικών συμφερόντων. Στο ίδιο μέρος της διατριβής θα γίνει αναφορά και στη δύναμη του Τύπου ως διαμορφωτικού και καθοδηγητικού οργάνου της λεγόμενης «κοινής γνώμης», η οποία εκλαμβάνεται ως ένα χρήσιμο εργαλείο έκφρασης συναίνεσης απέναντι στο καθεστώς. Επιπροσθέτως, θα καταδειχθεί ότι η αντιδραστική ρητορική εκφράζεται με την πιο αδυσώπητη κριτική εναντίον των αντιπροσώπων του λαού στο κοινοβουλευτικό πολίτευμα.
Στο επόμενο κεφάλαιο γίνεται μία κριτική προσέγγιση των θεμελιωδών αρχών της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, όπως της αντιπροσώπευσης, της καθολικής ψηφοφορίας, της έννοιας του λαού ως πηγής εξουσίας. Σε αντιδιαστολή με την έννοια του λαού, παρουσιάζεται από τους θεωρητικούς του αυταρχισμού η έννοια του έθνους ως της μόνης -υπερβατικής- δύναμης, η οποία είναι άξια να είναι φορέας δικαιωμάτων. Επομένως, οι αντιδραστικοί θεωρητικοί απορρίπτουν τη θεωρία των δικαιωμάτων και αποδέχονται μόνο την έννοια του καθήκοντος των κυβερνωμένων απέναντι στο κράτος και το έθνος.
Αφού αρνούνται όλες τις δημοκρατικές αρχές, οι θεωρητικοί του αυταρχικού κράτους υποβάλλουν δικές τους προτάσεις σχετικά με την αποτελεσματικότητα του πολιτικού συστήματος. Το εθνικό συμφέρον πρέπει να υπερτερεί έναντι του ατομικού, όπως διατείνονται, αλλά τον ορισμό του είναι σε θέση να τον δώσει μόνο ο ηγέτης του κράτους με το επιτελείο του, τα χαρακτηριστικά των οποίων περιγράφονται εκτενώς στο τέλος αυτού του κεφαλαίου.
Το τελευταίο κεφάλαιο ασχολείται με την αντικοινοβουλευτική ρητορική του Carl Schmitt και ορισμένες θεμελιώδεις έννοιες για τον Γερμανό θεωρητικό, τις οποίες πραγματεύονται και οι Έλληνες αντιδραστικοί θεωρητικοί.
Σελ. 9
Μετά από την παρουσίαση της σμιτιανής κριτικής, θα ακολουθήσει η ανίχνευση σημείων σύγκλισης ανάμεσα στους Έλληνες αντιδραστικούς και στον Schmitt, καθώς, ενώ φαίνεται ότι δεν γίνεται καμία αναφορά σε αυτόν στο Νέον Κράτος, η επιρροή του είναι μάλλον πιθανή.
Οι θεωρητικοί με τους οποίους θα ασχοληθεί η παρούσα διατριβή εμφανίζονται συχνά στο έργο τόσο του Αλέξανδρου Σβώλου (Δεύτερο Μέρος) όσο και των υποστηρικτών του αυταρχικού και αντιδημοκρατικού συστήματος διακυβέρνησης (Τρίτο Μέρος). Οι θέσεις τους αναδύονται μέσα από τις αναλύσεις της κοινοβουλευτικής πραγματικότητας, τις παρατηρήσεις και τους σχολιασμούς τους, τη στάση τους απέναντι στους θεσμούς και στους εκπροσώπους τους, στις αρχές και στις αξίες της δημοκρατικής αρχής.
Σελ. 11
ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ
Η λειτουργία των θεσμών στη Β΄ Ελληνική Δημοκρατία
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
Τα χαρακτηριστικά του μεσοπολεμικού
κοινοβουλευτισμού
1.1. Η Ευρώπη μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο
Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος είχε ξεκινήσει μέσα σε κλίμα ευεξίας, «πατριωτικού εθνικισμού και εθνικής ανάτασης» που ένιωθαν οι λαοί της Ευρώπης, οι οποίοι τον έβλεπαν αρχικά σαν μία σύντομη περιπέτεια που θα τους έδινε την ευκαιρία να ξεφύγουν από την καθημερινότητά τους. Επιπλέον, ο πόλεμος είχε εξιδανικευτεί από την πολιτική του ιμπεριαλισμού, ο οποίος αποτελούσε και βασική αιτία του.
Ωστόσο, ο ιμπεριαλιστικός και μιλιταριστικός αυτός πόλεμος είχε επιπτώσεις ποικίλης φύσεως -κοινωνικές, οικονομικές, ψυχολογικές- προκαλώντας πολιτικό αναβρασμό και γενική αστάθεια, σηματοδοτώντας, με αυτόν τον τρόπο, την απαρχή μιας πολυπαραγοντικής κρίσης.
Κατ’ αρχάς, ο πόλεμος προκάλεσε δυστυχία και στερήσεις στους λαούς καλλιεργώντας τους ταυτόχρονα αισθήματα «μίσους και αντεκδίκησης», αλλά και τεράστιες απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, τόσο στον μάχιμο πληθυσμό όσο και στον άμαχο.
Μετά το τέλος του πολέμου, οι νεκροί, οι τραυματίες και οι ακρωτηριασμένοι, «το άνθος της ευρωπαϊκής νεολαίας», ανέρχονταν σε εκατομμύρια με συνέπεια, αφενός, την «αφαίμαξη ανθρώπινων ζωών και τη γήρανση του πληθυσμού», και αφετέρου, σημαντικά κοινωνικά και δημογραφικά προβλήματα. Επιπροσθέτως, οι υλικές καταστροφές ήταν τεράστιες και η Ευρώπη βγήκε από τον αυτοκαταστροφικό πόλεμο εξουθενωμένη και σε κρίσιμη δημοσιονομική κατάσταση. Ακόμη, κατά την περίοδο 1914-1922, έγιναν γενοκτονίες που επιχειρούσαν την εξολόθρευση ολόκληρων πληθυσμών, αλλά και δημιουργήθηκαν «κάπου τέσσερα με πέντε εκατομμύρια πρόσφυγες» με τις ανα-
Σελ. 12
γκαστικές μετακινήσεις πληθυσμών ή τις υποχρεωτικές «ανταλλαγές πληθυσμών» μεταξύ κρατών.
Επιπλέον, η απώλεια τεράστιου αριθμού ανδρών λόγω του πολέμου προκάλεσε -εκτός από δημογραφικές μεταβολές- κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες. Οι γυναίκες ήταν περισσότερες από τους άνδρες σε ποσοστό, ενώ είχαν αυξηθεί αισθητά και οι μοναχικές γυναίκες. Και ο αριθμός των διαζυγίων παρουσίασε μεγάλη αύξηση μεταπολεμικά, αφού τα ζευγάρια έμεναν για καιρό χωριστά λόγω του πολέμου και τα ήθη άλλαξαν. Γενικότερα, το κοινωνικό τοπίο υπέστη ριζική μεταβολή.
Η γυναικεία συμμετοχή αυξήθηκε σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής και στις θέσεις εργασίας. Οι γυναίκες κατέλαβαν πολλές εξειδικευμένες θέσεις εργασίας και πολλά από τα αξιώματα που είχαν οι άνδρες προπολεμικά, γεγονός που συνέβαλε στη χειραφέτησή τους και στην «απόκτηση ίσων (σχεδόν) δικαιωμάτων». Μεταπολεμικά, οι γυναίκες εμφανίστηκαν με νέο στιλ. Απελευθερώθηκαν από τον «παθητικό ρόλο της καλής συζύγου, μητέρας και νοικοκυράς» και απέκτησαν αυτοπεποίθηση και «ακμαιότερο ηθικό από τους άνδρες». Το γυναικείο κίνημα που είχε ενδυναμωθεί έκρινε επιβεβλημένη την αναγνώριση πολιτικών δικαιωμάτων στις γυναίκες, τα οποία τελικά χορηγήθηκαν σε ορισμένα νεοσύστατα κράτη όπως στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης.
Ένα άλλο νέο δεδομένο που είχε προκύψει από τον πόλεμο, ο οποίος είχε στατικό χαρακτήρα, ήταν ο διαχωρισμός σε «μάχιμους» και «μη μάχιμους», γεγονός πολυδιάστατης σημασίας -κοινωνικής, πολιτικής, ψυχολογικής- αφού οι μάχιμοι έμειναν έως και τέσσερα χρόνια στα χαρακώματα, ενώ ο μη μάχιμος πληθυσμός ήταν σχεδόν αποκομμένος από το μέτωπο. Οι επιζώντες μάχιμοι, με τη λήξη του πολέμου, αποξενώθηκαν από την κοινωνία και είχαν -εκτός από ψυχολογικά τραύματα- δυσκολίες κοινωνικής επανένταξης. Ωστόσο, αυτοί οι βετεράνοι πολέμου έπαιξαν σημαντικό ρόλο στο πολιτικό και ηθικό μεταπολεμικό κλίμα αφού εντάχθηκαν σε πολιτικά κινήματα της άκρας Δεξιάς αποτελώντας τον πυρήνα τους (λ.χ. freikorps στη Γερμανία) ή στην Αριστερά (λ.χ. σπαρτακιστές), προβάλλοντας τις διεκδικήσεις τους και διατηρώντας τους δεσμούς που είχαν αναπτύξει με τους συντρόφους τους στο μέτωπο.
Σελ. 13
Άλλες επιπτώσεις του πολέμου αφορούσαν στην ταξική δομή της Ευρώπης. Η αγροτική τάξη επηρεάστηκε περισσότερο από τις άλλες τάξεις αφού, σε χώρες όπως η Γαλλία, μεγάλο ποσοστό των νεκρών του πολέμου ήταν αγρότες, αλλά και όσοι επέζησαν μετακινήθηκαν στις πόλεις, όπου εντάχθηκαν σε ακραία πολιτικά κινήματα.
Η παλιά αριστοκρατία, επίσης, συμπιέστηκε, ενώ ταυτόχρονα εμφανίστηκε μία νέα, κυρίως σε νέες χώρες όπως η Πολωνία, η Γιουγκοσλαβία και η Ουγγαρία.
Όσο για την εργατική τάξη, αυτή υπέστη τις περισσότερες συνέπειες. Ήδη, έως το 1918, οι πολιτικοί φορείς της είχαν διασπαστεί. Προπολεμικά, η πλειοψηφία της εργατικής τάξης είχε ακολουθήσει σοσιαλιστικά εργατικά κόμματα, ενώ η μειοψηφία, τα νεοπαγή κομμουνιστικά κόμματα. Μετά την οικονομική κρίση, μεγάλο μέρος της εργατικής τάξης ακολούθησε τον κομμουνισμό ή τον φασισμό.
Τέλος, η αστική τάξη, υπέστη και αυτή ποικίλες συνέπειες -πολιτικές, οικονομικές, ψυχολογικές- και, τελικά, χρεοκόπησε. Οι αξίες στις οποίες πίστευε προπολεμικά είχαν πλέον καταρρεύσει μεταπολεμικά.
Οι αξίες αυτές αφορούσαν αφενός, στον τρόπο διακυβέρνησης και ήταν «η δυσπιστία απέναντι στη δικτατορία και την απολυταρχική διακυβέρνηση, η προσήλωση στο συνταγματικό τρόπο του κυβερνάν με ελεύθερα εκλεγμένες ή όχι κυβερνήσεις και αντιπροσωπευτικές συνελεύσεις που εγγυώνται το κράτος δικαίου». Αφετέρου, οι αξίες σχετίζονταν με «μια σειρά αποδεκτών δικαιωμάτων του πολίτη καθώς και ελευθεριών», αλλά και με τις «αξίες της λογικής, του δημόσιου διαλόγου, της παιδείας, της επιστήμης και της βελτιωσιμότητας» της ανθρώπινης κατάστασης που θα έπρεπε να τροφοδοτούν το κράτος και την κοινωνία.
Μία από τις συνέπειες του πολέμου ήταν, επομένως, η κρίση εμπιστοσύνης στις παραπάνω αξίες και γενικά η αμφισβήτηση του αστικο-φιλελεύθερου πολιτεύματος, η οποία δημιούργησε πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξη της κομμουνιστικής και φασιστικής ιδεολογίας.
Ωστόσο, ήδη πριν από τη λήξη του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, παρά τις τραγικές συνθήκες που επικρατούσαν στην Ευρώπη, δημιουργήθηκε η ελπίδα για «παγκόσμια χειραφέτηση» και «επαναστατική αλλαγή», αλλά και για την «οικοδόμηση μιας καλύτερης εναλλακτικής κοινωνίας απέναντι στην καπιταλιστική», μιας κοινωνίας «χωρίς δυστυχία, καταπίεση, ανισότητα και αδικία». Την ελπίδα αυτή πρόσφερε η Οκτωβριανή επανάσταση του 1917, η οποία αποδείκνυε ότι η «μεγάλη αλλαγή είχε αρχίσει», προβάλ-
Σελ. 14
λοντας «ένα όραμα και μία διέξοδο που δύσκολα μπορούσε να αγνοηθεί». Αυτή την «επαναστατική αλλαγή» εξέφραζε η πολιτική ιδεολογία του μαρξισμού.
Η σοσιαλιστική Οκτωβριανή Επανάσταση, η οποία ανέτρεψε τη ρωσική μοναρχία, ήταν μια αυθεντική επανάσταση, που έλαβε παγκόσμιο χαρακτήρα, οδηγώντας στη χειραφέτηση την εργατική τάξη για πρώτη φορά στην ιστορία. Η κατάληψη της εξουσίας από τους Μπολσεβίκους στη Ρωσία συνέβη όταν οι συνθήκες και οι μάζες το απαιτούσαν για την ικανοποίηση των αιτημάτων των τελευταίων και την αντιμετώπιση των οξυμένων κοινωνικών προβλημάτων, «όπως του πολέμου και της επιβίωσης εκατομμυρίων φτωχών αγροτών και εργατών». «Η επαναστατική εργατική εξουσία, η δικτατορία του προλεταριάτου» κατάφερε να λύσει «τα προβλήματα της ειρήνης, της γης στους αγρότες, της ισοτιμίας των γυναικών, των εθνοτήτων, γενικά τα λεγόμενα αστικοδημοκρατικά προβλήματα, ανοίγοντας ταυτόχρονα το δρόμο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης».
Η Οκτωβριανή Επανάσταση αποτέλεσε, ως εκ τούτου, μαζί με τη Γαλλική Επανάσταση, έναν «φορέα για την απελευθέρωση του ανθρώπου από οποιαδήποτε μορφή πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής καταπίεσης». Ήταν όμως και το «σημαντικότερο πολιτικοκοινωνικό γεγονός της παγκόσμιας ιστορίας από το 1789», «τεράστιας ιστορικής σημασίας» που επηρέασε έως πρόσφατα τις πολιτικές διεργασίες στην Ευρώπη.
Η απήχηση της Οκτωβριανής Επανάστασης ήταν τεράστια σε μεγάλα ευρωπαϊκά στρώματα και το οργανωτικό πρότυπο που υπερασπιζόταν ο ηγέτης της, ο Λένιν, επηρέασε τα επαναστατικά καθεστώτα του 20ου αιώνα. Ενέργειες των Μπολσεβίκων, όπως ο τερματισμός του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου και η αναδιανομή της γης στους άκληρους αγρότες, υπόσχονταν την έναρξη μιας νέας εποχής για την ανθρωπότητα.
Η συμβολή της Επανάστασης, επομένως, στην κατανόηση της ιστορίας του 20ου αιώνα είναι ουσιώδης αφού είχε βαθιές και παγκόσμιες πρακτικές συνέπειες. Η Επανάσταση παρήγαγε το πιο οργανωμένο επαναστατικό κίνημα του 20ου αιώνα εμπνέοντας επαναστάτες και επαναστάσεις που εξέφραζαν την απέχθειά τους απέναντι στον πόλεμο και εναντιώνονταν στην άσκοπη σφαγή που είχε προκαλέσει. Ιδιαίτερα οι σοσιαλιστές εξέφραζαν τα αντιπολεμικά τους αισθήματα και στις εμπόλεμες βιομηχανικές χώρες το εργατικό κίνημα έγινε το επίκεντρο απεργιακών και αντιπολεμικών κινητοποιήσεων.
Μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση ξεκίνησε και η διαδικασία αποικιακής χειραφέτησης και αποαποικιοποίησης, αφού κλονίστηκε σημαντικά η δομή της παγκόσμι-
Σελ. 15
ας αποικιοκρατίας. Η Γερμανική, η Οθωμανική, η Αυστροουγγρική και η Ρωσική αυτοκρατορία διαλύονταν με την παραχώρηση εδαφών και την εγκατάλειψη των αποικιών τους ως συνέπεια των Συνθηκών Ειρήνης που επέβαλαν οι νικήτριες δυνάμεις στις ηττημένες του Μεγάλου Πολέμου.
Μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση ξεκίνησε και ο σχηματισμός των πρώτων σοσιαλδημοκρατικών κυβερνήσεων ή κυβερνήσεων συνασπισμού, αλλά και η πολιτική ακραίας μορφής αντεπανάστασης, όπως ο φασισμός συνοδευόμενη από καταστολή και περιστολή των ατομικών ελευθεριών.
Εκτός από τη Σοβιετική Ένωση και κάποια «απομονωμένα πολιτικά απολιθώματα», τα καθεστώτα που προέκυψαν μετά από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν εκλεγμένα αντιπροσωπευτικά κοινοβουλευτικά καθεστώτα αβασίλευτης δημοκρατίας, όπου έγινε προσπάθεια ουσιαστικού εκδημοκρατισμού και μαζικοποίησης της πολιτικής μέσω της διεύρυνσης της πολιτικής συμμετοχής των λαϊκών στρωμάτων.
Οι πρώτες μεταπολεμικές εκλογές είναι ελεύθερες και σε αυτές συμμετέχουν νέα κοινωνικά στρώματα (αγρότες και αστικά λαϊκά στρώματα). «Παντού οι εθνοσυνελεύσεις βγαίνουν από τον πόλεμο με ανανεωμένο γόητρο» και η πλειοψηφία του πολιτικού κόσμου επιθυμεί την αποκατάσταση των κοινοβουλευτικών θεσμών σε χώρες όπως η Γαλλία, όπου χρησιμοποιήθηκαν παρεμβατικές μέθοδοι κατά την περίοδο του πολέμου.
Η λήξη, ωστόσο, του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου επισφραγίστηκε με μία «τιμωρό ειρήνη», μία «ειρηνική διευθέτηση», που επέβαλαν οι νικήτριες δυνάμεις (ΗΠΑ, Βρετανία, Γαλλία και Ιταλία), η οποία εκμηδένιζε όποιες πιθανότητες υπήρχαν για «αποκατάσταση ακόμα και κάποιας, έστω αμυδρής, σταθερής, φιλελεύθερης και αστικής Ευρώπης».
Η ειρηνική διευθέτηση αυτή είχε ως στόχο, μεταξύ άλλων, τη διαρκή εξασθένιση και αποστρατικοποίηση της Γερμανίας (με τη Συνθήκη των Βερσαλλιών) -που θεωρήθηκε αποκλειστικά υπεύθυνη για την έναρξη του πολέμου- με την εγκατάλειψη των αποικιών της και την πληρωμή επ’ αόριστον βαριών «πολεμικών αποζημιώσεων». Εξαιτίας αυτής της Συνθήκης, η Γερμανία αισθανόταν «χολωμένη». Επιπλέον, όλα τα πολιτικά
Σελ. 16
της κόμματα «συνέκλιναν στην καταγγελία της Συνθήκης των Βερσαλλιών ως άδικης και απαράδεκτης» και επεδίωκαν την αναθεώρησή της.
Επίσης, οι Συνθήκες Ειρήνης δημιουργούσαν την Κοινωνία των Εθνών, η οποία στόχευε στην ειρηνική και δημοκρατική -κυρίως μέσω δημοσίων διαβουλεύσεων- διευθέτηση των προβλημάτων πριν γίνουν ανεξέλεγκτα. Η ίδρυση της Κοινωνίας των Εθνών -με την ανοιχτή διαβούλευση που προσδοκούσε- ήταν μία αντίδραση απέναντι στις μυστικές συνθήκες των Συμμάχων στη διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου που διαμέλισαν Ευρώπη και Μέση Ανατολή χωρίς να λάβουν υπόψη τα συμφέροντα των κατοίκων των περιοχών. Ωστόσο, η Κοινωνία των Εθνών κατέληξε να είναι μια «ολοσχερής αποτυχία» αφού, αφενός, περιορίστηκε μόνο στη συλλογή στατιστικών δεδομένων και αφετέρου, οι ΗΠΑ αρνήθηκαν τη συμμετοχή τους σε αυτή, γεγονός που την κατέστησε άνευ ουσιαστικού περιεχομένου.
Υπήρχαν και ορισμένα άλλα προβλήματα στην εφαρμογή της ειρηνικής διευθέτησης όπως η ανάδυση του κράτους των Μπολσεβίκων στη Ρωσία -«ενός εναλλακτικού επαναστατικού καθεστώτος», που ασκούσε έλξη στις απανταχού επαναστατικές δυνάμεις και έπρεπε να απομονωθεί πίσω από μία «ζώνη καραντίνας» αντικομμουνιστικών κρατών. Επιπλέον, πρόβλημα συνιστούσε και η αναδιαμόρφωση της Ευρώπης με τη διάλυση των τριών αυτοκρατοριών (Ρωσικής, Γερμανικής και Αυστροουγγρικής) και την ακόλουθη δημιουργία εννέα νεοπαγών εθνικών κρατών σύμφωνα με την πεποίθηση ότι «τα έθνη έχουν το δικαίωμα της ‘‘αυτοδιάθεσης’’», όπως είχε εκφραστεί στα 14 Σημεία Ειρήνης από τον Αμερικάνο Πρόεδρο Wilson. Άποψη βέβαια που δεν λάμβανε υπόψη τις «εθνοτικές και γλωσσικές πραγματικότητες των περιοχών που επρόκειτο να διαιρεθούν σε σαφή έθνη-κράτη» και επομένως, δεν κατάφερε να εξαλείψει τις εθνικές συγκρούσεις. Ωστόσο, πέτυχε τον περιορισμό του εύρους της Ρωσικής Επανάστασης, γεγονός που αποτελούσε και τον στόχο των ειρηνοποιών Συμμάχων.
Το 1919, δημιουργήθηκε επομένως ένα ευρωπαϊκό οικοδόμημα, το οποίο δεν είχε στέρεες βάσεις. Οι λόγοι δεν αφορούσαν μόνο τα προβλήματα που προκλήθηκαν λόγω του πολέμου, αλλά και τους όρους των Συνθηκών Ειρήνης, κυρίως της Συνθήκης των Βερσαλλιών, οι εξοντωτικοί όροι της οποίας εγκυμονούσαν συγκρούσεις που θα ξέ-
Σελ. 17
σπαγαν αργότερα υπονομεύοντας έτσι τη δημιουργία ενός σταθερού πλαισίου για ειρήνη.
Ωστόσο, κατά τη δεκαετία του 1920, επικρατούσε κλίμα αισιοδοξίας για ευημερία και επιστροφή στην «παλιά καλή εποχή». Η διάθεση αυτή ήταν εμφανής, μεταξύ άλλων και στις Τέχνες, οι οποίες ήταν επηρεασμένες από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, την Οκτωβριανή Επανάσταση και την αμφισβήτηση των προπολεμικών αξιών και απέρριπταν το συμβατικό αναζητώντας νέες μορφές έκφρασης.
Κατά την ίδια δεκαετία, καταβλήθηκαν προσπάθειες σταθεροποίησης του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, του οποίου η ευθραυστότητα φάνηκε μετά την Ύφεση του 1929. Οι προσπάθειες αυτές έγιναν τόσο σε «επίπεδο οικονομικό» -σχέδιο Dawes (1923) και σχέδιο Young (1929) για επίλυση των προβλημάτων των πολεμικών αποζημιώσεων της Γερμανίας- όσο και σε «επίπεδο πολιτικο-διπλωματικό συμβάλλοντας στη βελτίωση του πολιτικού κλίματος στην Ευρώπη».
Εντούτοις, η δεκαετία του 1920, η οποία βασίστηκε στον «πολιτικό κατευνασμό» και την ευημερία, ήταν μια δεκαετία με «φαινομενική ισορροπία», καθώς η οικονομική κρίση που απλώθηκε στην Ευρώπη «τίναξε στον αέρα τους πιστωτικούς μηχανισμούς που εξασφάλιζαν την ‘‘ευημερία’’ του 1920» πλήττοντας την οικονομία των καπιταλιστικών χωρών και προκαλώντας αστάθεια οικονομική, πολιτική και κοινωνική.
Όλα τα κοινωνικά στρώματα σε κάθε ευρωπαϊκή χώρα επλήγησαν από την κρίση: αγρότες -λόγω πτώσης πωλήσεων και μείωσης καλλιεργειών- και μισθωτοί σε εμπόριο και βιομηχανία λόγω μείωσης μισθών, περιορισμού ωρών εργασίας και ανεργίας. Σε χώρες υποδοχής μεταναστών (Γαλλία), οι εργάτες δείχνουν την οργή τους σε «εσωτερικούς εχθρούς» που ήρθαν να «πάρουν τη δουλειά των ντόπιων» και να μεταδώσουν «ανατρεπτικές ιδέες». Τέλος, οι μεσαίες τάξεις πλήττονται και αυτές ποικιλοτρόπως: οι εισοδηματίες από τις υποτιμήσεις, οι χειροτέχνες και μαγαζάτορες από πτωχεύσεις και μαρασμό εμπορίου, οι δημόσιοι υπάλληλοι από αντιπληθωριστικά μέτρα. Και όλα τα παραπάνω κοινωνικά στρώματα, που απειλούνται με περιθωριοποίηση και χρεοκοπία, κατηγορούν τον φιλελευθερισμό -απουσία κρατικής παρέμβασης, ελεύθερο ανταγωνισμό, ατομικισμό κ.λπ.- που απέτυχε να προλάβει και να θεραπεύσει την ευρωπαϊκή κρίση, χάνοντας παράλληλα την αισιοδοξία τους και την πίστη τους στην πρόοδο και την κοινοβουλευτική δημοκρατία, η οποία δεν θεωρείται πλέον κατάλληλη να διαχειριστεί το κράτος σε περίοδο κρίσης .
Συνέπεια των παραπάνω ήταν, κατά τη δεκαετία του 1930, να αρχίσουν να υποχωρούν οι φιλελεύθεροι θεσμοί και να δίνουν τη θέση τους στον αυταρχισμό, την υπεράσπιση
Σελ. 18
της παραδοσιακής τάξης πραγμάτων και την αντίδραση ενάντια στο εργατικό και σοσιαλιστικό κίνημα.
1.2. Θεσμικοί μετασχηματισμοί και συνταγματικός λόγος
Ο μεσοπολεμικός κοινοβουλευτισμός έγινε αντικείμενο κριτικής από θεωρητικούς ποικίλων ιδεολογικοπολιτικών προσανατολισμών, οι οποίοι είτε τον εχθρεύτηκαν είτε τον υπερασπίστηκαν προτείνοντας μεταρρυθμίσεις, γεγονός καθόλου δεδομένο για την περίοδο του μεσοπολέμου. Αναπτύχθηκε μία κριτική σχετικά με την κρίση του κοινοβουλευτισμού, τις διαστάσεις της, την ανάγκη για θεραπεία των τρωτών σημείων ή ακόμη και την ανάγκη για υποκατάστασή του από άλλο πιο αποτελεσματικό σύστημα διακυβέρνησης.
Η κριτική αυτή είναι εμφανής σε πληθώρα δημοσιευμάτων και συγγραμμάτων όπου αναφέρεται ότι το κοινοβουλευτικό σύστημα διέρχεται κρίση, έχει χρεοκοπήσει ή έχει σοβαρές δυσλειτουργίες, οι οποίες αλλοιώνουν τον χαρακτήρα του και την αποτελεσματικότητά του, γεγονός που θα γίνει εμφανές παρακάτω.
Ο κοινοβουλευτισμός του 20ου αιώνα μπήκε σε μία σύγκριση με αυτόν του 19ου αιώνα με σκοπό να καταδειχθεί το γεγονός ότι οι συνθήκες και οι ανάγκες είχαν μεταβληθεί, οπότε και ο κοινοβουλευτισμός χρειαζόταν ανανέωση, αφού δεν μπορούσε να ικανοποιήσει τις σύγχρονες ανάγκες με τον τρόπο που λειτουργούσε έως τότε.
Η σύγκριση αυτή ανέφερε -επί παραδείγματι- ότι ο κοινοβουλευτισμός του 19ου αιώνα, είχε να ασχοληθεί κυρίως με ζητήματα πολιτικής φύσεως -όπως το δικαίωμα ψήφου και τη θρησκευτική ελευθερία- ενώ κατά τον 20ο αιώνα, τα ζητήματα ενασχόλησης ήταν κυρίως οικονομικά και κοινωνικά.
Κατά τον 19ο αιώνα επίσης, ο σκοπός της εκλογικής εκστρατείας ήταν η απόκτηση κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας ικανής να αντιταχθεί στη βασιλική εξουσία ενώ κατά τον 20ο αιώνα, ο κοινοβουλευτισμός, λόγω και της πολυπλοκότητας των ζητημάτων που προέκυψαν, τα οποία συχνά χρειάζονταν μια άμεση λύση, αλλά και της μετατόπισης των πολιτικών δυνάμεων στις δημοκρατικές χώρες, είχε να αντιμετωπίσει διαφορετικά ζητήματα, τα οποία δεν επιλύονταν πάντοτε μέσω της νομοθεσίας.
Το κράτος κατά τον 20ο αιώνα μπορούσε να διεισδύει σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής ενισχύοντας αναπόφευκτα την εξουσία του. Δίπλα στα παλιά του καθήκοντα είχε και νέα να εκπληρώσει -πολιτικής και τεχνικής φύσεως- όπως το καθήκον του «κοινωνικού προστάτη», αλλά και του ρυθμιστή της οικονομικής ζωής. Μάλιστα, το καθήκον του κράτους έγινε ακόμη δυσκολότερο από τη στιγμή που οι κυβερνώμενοι άρχισαν να εκφράζουν απόψεις για τη πολιτική και να έχουν πολιτική συνείδηση.
Σελ. 19
Με αυτόν τον τρόπο, η εκτελεστική εξουσία έγινε το «κέντρο δραστηριοτήτων» της ζωής στον 20ο αιώνα και απέκτησε πρωτοκαθεδρία, γεγονός που ενώ υπήρχε και προπολεμικά, έγινε εντονότερο μεταπολεμικά. Η τάση που υπήρχε επομένως στις δημοκρατίες μεταπολεμικά, ήταν η κατάργηση της προτεραιότητας της νομοθετικής εξουσίας με την παράλληλη ενίσχυση της εκτελεστικής, γεγονός που θεωρήθηκε ως «τεχνική αναγκαιότητα του καθεστώτος της ελευθερίας».
Επί παραδείγματι, το κράτος -η εκτελεστική εξουσία- ισχυροποιήθηκε αποκτώντας υπεροχή σε ευρωπαϊκές χώρες όπως η Αυστρία και η Πολωνία ανατρέποντας την πρότερη κυριαρχία της νομοθετικής εξουσίας.
Επομένως, η ρύθμιση της σχέσης μεταξύ εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας σύμφωνα με τη δημοκρατική αρχή αποτελεί θεμελιώδες ζήτημα για το μεσοπολεμικό συνταγματικό Δίκαιο αφού η εκτελεστική εξουσία -λόγω και της μεγάλης ευθύνης της απέναντι στο Κοινοβούλιο- έχει ολοένα και σημαντικότερο ρόλο στη νομοθετική διαδικασία αποτελώντας ένα ισχυρό νομοθετικό όργανο. Μάλιστα, θεωρητικοί της περιόδου τάσσονται υπέρ της ύπαρξης ισχυρής, αλλά όχι ανεξέλεγκτης εκτελεστικής εξουσίας, λόγου χάρη με την εκχώρηση του δικαιώματος διάλυσης της Βουλής. Εξαρχής πρέπει να είναι «αυστηρά και διπλά οριοθετημένη» η εξουσία που εκχωρείται στο εκτελεστικό όργανο, τόσο αναφορικά με τα ζητήματα στα οποία θα εφαρμοστεί όσο και για τη χρονική περίοδο κατά την οποία θα ισχύει αυτή η εκχώρηση.
Σελ. 20
Συνεπώς, η διάκριση των εξουσιών -η οποία θεωρήθηκε αναχρονιστική θεωρία για τον 20ο αιώνα- δεν θα μπορούσε παρά να είναι σχετική, αφού η εκτελεστική εξουσία δεν μπορεί ουσιαστικά να διαχωριστεί από τη νομοθετική. Επιπλέον, η εκτελεστική εξουσία αποτελεί την «ψυχή της νομοθεσίας», αφού λαμβάνει πρωτοβουλίες που οδηγούν σε νομοθεσία και οι περισσότεροι νόμοι είναι προϊόν της κυβερνητικής αυτής πρωτοβουλίας.
Ωστόσο, η εκτελεστική εξουσία αποτελεί το αδύνατο σημείο της δημοκρατίας. Υπάρχουν προκαταλήψεις, ακόμη και εχθρότητα, απέναντι στην εκτελεστική εξουσία διότι συνδέεται με σύμβολα, παραδόσεις και ιστορικές μνήμες που επιβιώνουν και ασκούν βαθιά επιρροή, όπως είναι η σύνδεσή της με την απόλυτη εξουσία ενός μονάρχη και την υποταγή των μαζών σε αυτή. Επιπλέον, θεωρείται ως συντηρητική δύναμη από τη δημοκρατική κοινή γνώμη, επικίνδυνη για την ελευθερία και τα ατομικά δικαιώματα («la liberté et les droits des individus») ακόμη και εμπόδιο για την πραγμάτωση δημοκρατικής πολιτικής. Ωστόσο, συνδέεται και με στρατιωτικά πραξικοπήματα, τα οποία αποτελούν έναν ζωντανό κίνδυνο για τη δημοκρατία σε αντίθεση με το φάντασμα του απόλυτου μονάρχη που επιβιώνει ακόμη ως βασική ιδέα.
Ως συνέπεια των παραπάνω αντιλήψεων, επιδιώχθηκε η αποδυνάμωση της εκτελεστικής εξουσίας και της διοίκησης από τους οπαδούς της δημοκρατικής ιδεολογίας, οι οποίοι τάσσονταν εναντίον της ενώ ταυτόχρονα υποστήριζαν μια ισχυρή νομοθετική εξουσία, θεωρώντας ότι μόνο αυτή μπορούσε να εκφράσει τα συναισθήματα και τις ανάγκες του αντιπροσωπευόμενου λαού μια που την αποτελούσαν άνθρωποι που θεωρείτο ότι υπερασπίζονταν τις λαϊκές επιδιώξεις.
Εντούτοις, από τη δεκαετία του 1920, η εκτελεστική εξουσία ισχυροποιείται αφού το Κοινοβούλιο συνδέεται με ένα παρωχημένο κοινωνικοπολιτικό σύστημα, το οποίο είναι αναποτελεσματικό, εφόσον δεν ανταποκρίνεται στις νέες κοινωνικές απαιτήσεις και προκλήσεις, σύμφωνα με αυτό που υποστηρίζει η τάση που διαπιστώνει την αδυναμία του Κοινοβουλίου να δράσει με «ταχύτητα, ευελιξία και αποτελεσματικότητα» σε επείγουσες συνθήκες. Στην ισχυροποίηση της εκτελεστικής εξουσίας -μέτρο μη δημοφιλές για τους υποστηρικτές του κοινοβουλευτισμού, του οποίου η ανάπτυξη συμπίπτει και με την οικονομική κρίση του 1929- συντελούν και οι καταχρήσεις των πολιτικών
Σελ. 21
κομμάτων όπως και η παρεμβατικότητά τους στο κυβερνητικό έργο, αλλά και στο έργο των βουλευτών, σύμφωνα με την ίδια τάση.
Συνεπώς, τα πολιτικά κόμματα, που αποτελούν τον πυρήνα της πολιτικής ζωής, δεν χαίρουν πλέον της εμπιστοσύνης που είχαν αμέσως μετά τον πόλεμο, οπότε και αναγνωρίστηκαν συνταγματικά. Επιπροσθέτως, η Βουλή παύει ουσιαστικά να νομοθετεί και σταδιακά αποδυναμώνεται αφενός, ο ελεγκτικός της ρόλος στην εκτελεστική εξουσία και αφετέρου, η δημόσια εικόνα της. Μάλιστα, η αρμοδιότητά της περιορίζεται στην καταγραφή της βούλησης της εκτελεστικής εξουσίας με συνέπεια την εξασθένιση του γοήτρου των βουλευτών, αλλά και της ικανότητας επίλυσης ζωτικών ζητημάτων. Οι κοινοβουλευτικές συζητήσεις χάνουν την ποιότητά τους και δεν πραγματεύονται ουσιώδη ζητήματα αλλά δευτερεύοντα, με επακόλουθο να μην έχουν ενδιαφέρον ούτε παιδαγωγικό ρόλο για το εκλογικό σώμα.
Επίσης, τα πολιτικά κόμματα στοχεύουν στην άσκηση «τυραννικού» ελέγχου στους εκλεγμένους τους και στις κυβερνήσεις, σύμφωνα με μια συντηρητική αντίληψη, ή ακόμη στοχεύουν στην ανάληψη της εξουσίας, για να μπορέσουν να πραγματοποιήσουν το πρόγραμμά τους.
Ωστόσο, κάθε κόμμα έχει διαφορετικό πρόγραμμα να προτείνει αφού έχει και διαφορετική ιδεολογία. Τα κόμματα είναι πολυάριθμα σε μια δημοκρατία και αυτή η ύπαρξη μεγάλου αριθμού κομμάτων- με έλλειψη συνοχής και πειθαρχίας μεταξύ τους- αντικατοπτρίζει και τις κοινωνικές διαιρέσεις όπως και τη διαφορετικότητα των συμφερόντων που βρίσκονται σε σύγκρουση. Οι διαφορετικές απόψεις των κομμάτων αντικατοπτρίζονται προφανώς στην εθνική αντιπροσώπευση και είναι εγγενείς στη δημοκρατία· ωστόσο, σύμφωνα με συντηρητικούς θεωρητικούς που τάσσονταν υπέρ της ενίσχυσης της εκτελεστικής εξουσίας με παράλληλη υποβάθμιση του ρόλου του Κοινοβουλίου, οι ποικίλες απόψεις κομμάτων θέτουν σε κίνδυνο τη δημοκρατία. Μάλιστα, εάν η αντιπαράθεσή τους είναι οξεία και ξεπερνά τα όρια -σε σημείο που τα κόμματα να θεωρούνται εχθροί μεταξύ τους, να έχουν εντελώς διαφορετικούς στόχους και αρχές ή να μην είναι εφικτός ο σχηματισμός κυβερνητικής πλειοψηφίας λόγω έλλειψης αλληλεγγύης- προκαλείται κυβερνητική αστάθεια και σύγχυση.
Αυτοί οι συντηρητικοί θεωρητικοί, που τάσσονταν εναντίον του πλουραλισμού απόψεων, υποστήριζαν, δηλαδή, ότι η ύπαρξη μεγάλου αριθμού κομμάτων δημιουργεί πολιτική ασυνεννοησία, αναταραχές και δυσλειτουργίες λόγω της διάσπασης που προκαλεί και επιπλέον, τα κόμματα παίρνουν συχνά τη μορφή φατριών που προσπαθούν να αυξήσουν καταχρηστικά την επιρροή τους και να έχουν παρεμβατικό ρόλο στις κρατικές υποθέσεις.





