ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ & ΨΗΦΙΑΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ
- Έκδοση: 2025
- Σχήμα: 17x24
- Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
- Σελίδες: 200
- ISBN: 978-618-08-0844-5
Το έργο αποτελείται απο τα πρακτικά του διατομεακού συνεδρίου που διεξήχθη στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2025 με θέμα το Κτηματολόγιο. Συντελεστές και εισηγητές του Συνεδρίου ήταν καθηγητές, δικαστές, ανώτερα στελέχη του ΝΠΔΔ Ελληνικό Κτηματολόγιο, δικηγόροι, συμβολαιογράφοι, τοπογράφοι, μηχανικοί, οι οποίοι, μέσα από γόνιμο διάλογο, προσπάθησαν να δώσουν λύσεις σε ζητήματα όπως:
- Ποιες είναι οι πρόσφατες εξελίξεις στη διαδικασία της κτηματογράφησης;
- Πώς γίνεται η δικαστική και εξωδικαστική διόρθωση των ανακριβών πρώτων κτηματολογικών εγγραφών;
- Ποια είναι τα βήματα της κτηματολογικής διαμεσολάβησης;
- Ποια είναι τα προβλήματα που αναφύονται όταν καταχωριστέες πράξεις στο Κτηματολόγιο είναι συμβολαιογραφικά έγγραφα;
- Ποιες είναι οι εξουσίες και τα όρια του ελέγχου νομιμότητας του Προϊσταμένου Κτηματολογικού Γραφείου;
- Υπάρχει κίνδυνος πιθανής διαρκούς αμφισβήτησης της ακρίβειας των πρώτων εγγραφών;
- Ποιες οι συνέπειες κύρωσης των δασικών χαρτών;
- Ποιες λύσεις υιοθετεί η νομολογία στα προβλήματα που ανακύπτουν από την οριζόντια ιδιοκτησία στο Κτηματολόγιο;
- Τι είναι το Ενιαίο Μητρώο Ακινήτων και πώς λειτουργεί;
Το έργο αποτελεί πολύτιμο βοήθημα για κάθε νομικό, για κάθε τοπογράφο-μηχανικό, για κάθε πολίτη.
ΠρΟγραμμα 1ου ΣυνεδρΙου:
ΚτηματολΟγιο & ΨηφιακΗ ΔιαχεΙριση ΙδιοκτησΙας
Πρόσφατες νομοθετικές εξελίξεις στην κτηματογράφηση & Διορθώσεις κτηματολογικών εγγραφών
Ρυθμίσεις για την επιτάχυνση της κτηματογράφησης
ενόψει ολοκλήρωσης της κτηματογράφησης της χώρας 3
Δικαστική διόρθωση ανακριβών πρώτων κτηματολογικών εγγραφών 15
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Διδάκτωρ Νομικής ΑΠΘ
Πρωτοδίκης - Κτηματολογικός Δικαστής, ΜΔΕ, DEA, Υπ ΔΝ
Εξωδικαστική διόρθωση ανακριβών πρώτων
κτηματολογικών εγγραφών 29
Η διόρθωση πρώτων κτηματολογικών εγγράφων με πρακτικό κτηματολογικής διαμεσολάβησης 39
Δικηγόρος – Κτηματολογική Διαμεσολαβήτρια, ΜΔΕ Κτηματολογικό Δίκαιο ΑΠΘ
Έλεγχος νομιμότητας του Προϊσταμένου Κτηματολογικού
Γραφείου – Εξουσίες και όρια 75
Προϊσταμένη Κτηματολογικού Γραφείου Αθηνών
Επίκ. Καθηγητής Αστικού Δικαίου Νομικής ΑΠΘ, Δικηγόρος
Δασικοί Χάρτες και Κτηματολόγιο: Συνέπειες και Ιδιοκτησία 147
Λειτουργούν Κτηματολόγιο και Χωρικά Στοιχεία Διοικητικών Πράξεων 153
Δρ. Διονυσία-Γεωργία Χ. Περπερίδου
Επίκουρη Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής
Οριζόντια ιδιοκτησία στο Εθνικό Κτηματολόγιο 173
Σελ. 1
1η Ενότητα
Πρόσφατες νομοθετικές εξελίξεις
στην κτηματογράφηση & Διορθώσεις
κτηματολογικών εγγραφών
Συντονίστρια
Κωνσταντία Εμμανουηλίδου
Αρεοπαγίτης, Βασική Διδάσκουσα στην ΕΣΔΙ (Εθνική Σχολή Δικαστών)
Σελ. 3
Ρυθμίσεις για την επιτάχυνση της κτηματογράφησης ενόψει ολοκλήρωσης της κτηματογράφησης της χώρας
Ελεονώρα Ανδρεδάκη
Δικηγόρος Παρ΄Αρείω Πάγω, ΔΜΣ στις Διεθνείς και Ευρωπαϊκές Σπουδές ΕΚΠΑ, Προϊσταμένη Νομικής Δ/νσης ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ
Α. Η εξέλιξη της διαδικασίας κτηματογράφησης από το 1995 έως σήμερα: η κτηματογράφηση της χώρας πριν την υπαγωγή του Κτηματολογίου στο Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης και μετά την υπαγωγή του στο Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης
Η κτηματογράφηση ξεκίνησε ως μία διαδικασία τοπογραφική που σκοπό είχε την αποτύπωση των ακινήτων με τα δικαιώματα επ’ αυτών, όπως αυτά τα δήλωνε ο κάθε δικαιούχος, τα επεξεργαζόταν ο μελετητής, καταρχήν μόνον ο μηχανικός, αργότερα σε αναγκαστική συνεργασία με το νομικό επί ενός οργανωμένου διαγράμματος, τη δημοσιοποίηση των προσωρινών κτηματολογικών στοιχείων και την καταχώριση των πρώτων εγγραφών με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ακρίβεια και ορθότητα, η οποία θα είχε προκύψει από την ίδια τη διαδικασία.
Η σύνταξη των Κτηματολογίου, κατά τα οριζόμενα στο Ν.2308/1995 (A΄ 114), 30 oλόκληρα xρόνια πριν ήταν οργανωμένη σε ένα άρτιο νομοθετικό κείμενο, το οποίο θεώρησε και ορθά, όπως αποδείχθηκε στην πορεία, ως πρώτο βήμα για τη μετάβαση από το επισφαλές για τις συναλλαγές ανθρωποκεντρικό σύστημα των μεταγραφών και υποθηκών, την υποβολή δήλωσης του δικαιώματος με την αιτία κτήσης του και με τον εντοπισμό του ακινήτου επί ενός προκαταρκτικού υποβάθρου, σχεδιασμένου από τοπογράφους μηχανικούς με την μέθοδο της αεροφωτογράφισης και όχι της αυτοψίας. Ο ίδιος νόμος προέβλεψε δύο αναρτήσεις και την εξέταση των ενστάσεων από Πρωτοβάθμιες και Δευτεροβάθμιες Επιτροπές, ανεξάρτητες διοικητικές επιτροπές. Προέβλεψε επίσης τη συνεργασία με τους
Σελ. 4
Υποθηκοφύλακες, προκειμένου να συμπληρωθούν τα στοιχεία, τα οποία θα έλειπαν από την κτηματογράφηση. Η περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου θα αποκαλυπτόταν όπως αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση του Ν.2308/1995 λόγω εγγενών δυσκολιών. Με αυτόν τον τρόπο κτηματογραφήθηκαν οι πρώτες περιοχές των πιλοτικών προγραμμάτων, οι οποίες ήταν σπαρμένες σε κάθε ελληνική γωνία, σε όλους τους τότε νομούς, προκειμένου να εντοπιστούν τα περισσότερα ιδιοκτησιακά ζητήματα της ιδιοκτησίας στην ελληνική πραγματικότητα: άλλα ιδιοκτησιακά ζητήματα στις Νέες χώρες, άλλα στη νησιωτική Ελλάδα, αλλά στα Ιόνια Νησιά, άλλα στην Κρήτη. Μέχρι και περιοχές με δικαίωμα μεταλλειοκτησίας σε μεταλλεία περιλήφθηκαν προκειμένου να αντιμετωπιστούν τόσο νομικά όσο και τεχνικά τα ζητήματα κτηματογράφησης και να αποδοθεί Κωδικός Αριθμός Εθνικού Κτηματολογίου σε κάθε ιδιοκτησιακό αντικείμενο.
Κρίσιμη επιλογή του νομοθέτη ήταν η δυνατότητα υποβολής δήλωσης από τους δικαιούχους κυριότητας με αιτία κτήσης την χρησικτησία. Ο νομοθέτης είχε αποδεχθεί ότι για να κτηματογραφηθεί κάθε σπιθαμή γης, έπρεπε να δηλωθούν και τα ακίνητα, τα οποία είχαν αποκτηθεί με χρησικτησία, χωρίς έγγραφους τίτλους για λόγους τις περισσότερες φορές οικονομικούς. Η πληροφορία αυτή, φυσικά δεν ήταν καταχωρισμένη στο Υποθηκοφυλακείο.
Αρκετά χρόνια αργότερα καταργούνται με τον Ν.3127/2003 (Α΄167) οι δύο αναρτήσεις των προσωρινών κτηματολογικών στοιχείων, ως κοστοβόρο και χρονοβόρο σύστημα, το οποίο δεν είχε αποτέλεσμα ανάλογης αξίας με τα χρήματα που έπρεπε να δαπανηθούν ως προς την ποιότητα των πρώτων εγγραφών, στις οποίες κατέληγε η διαδικασία.
Με τον Ν.3127/2003(Α΄167) δίνεται η δυνατότητα υποβολής δήλωσης του Ν.2308/1995 (A’114) σε όσους έχουν δικαίωμα κυριότητας με αιτία κτήσης την κληρονομιά, χωρίς να έχουν προβεί σε σύνταξη αποδοχής κληρονομιάς ή σε έκδοση κληρονομητηρίου· άλλη μία νομοθετική πρωτοβουλία προκειμένου η κτηματογράφηση να καταλήγει σε πλήρεις καταρχήν πρώτες εγγραφές.
Μία άλλη σημαντική αλλαγή ήταν η υποχρεωτική συμμετοχή των δικηγόρων στις κοινοπραξίες των μελετητικών εταιρείων. Το έργο της σύνταξης του Κτηματολογίου κρίνεται πλέον ότι δεν είναι έργο του τεχνικού κόσμου, κρίνεται ότι για την σύνταξή του είναι απολύτως απαραίτητη η υποχρεωτική συμμετοχή των Δικηγόρων. Με τον Ν.3127/2003 (Α΄167) θεσμοθετείται ο έλεγχος νομιμότητας του άρθ. 3α του Ν.2308/1995 (Α΄114) σύμφωνα με τον οποίο εξετάζεται αν ο προσκομιζόμενος από τον δηλούντα τίτλος είναι πρόσφορος για την κτήση του δικαιώματος που δηλώθηκε. Σε περίπτωση αντίθετων, δηλώσεων καθώς και σε κάθε άλλη περίπτωση που παρίσταται η ανάγκη, προκειμένου να διαπιστωθεί ποιο από τα δικαιώματα θα περιληφθεί στα κτηματολογικά στοιχεία, υποχρεωτικά ο νομικός θα πρέπει να λάβει υπόψη του τους απώτερους τίτλους και να τους ελέγξει. Ο έλεγχος αυτός διενεργείται υποχρεωτικά από Δικηγόρους.
Σελ. 5
Με το Ν.4164/2013 (Α΄156) καθίσταται υποχρεωτική η δήλωση του Ελληνικού Δημοσίου, δεδομένου ότι το Ελληνικό Δημόσιο, όσο δεν ήταν υποχρεωμένο από το Νόμο, ολιγωρούσε και εμφανιζόταν σε χρόνους κοντινούς στην περαίωση της κτηματογράφησης, ανατρέποντας τα κτηματολογικά δεδομένα, τα οποία μπορεί να είχαν αναρτηθεί δις και να είχαν κοστίσει στο ίδιο το Ελληνικό Δημόσιο εκατομμύρια ευρώ, τα οποία έπρεπε να πληρωθούν στους αναδόχους μελετητές για δεδομένα που έπρεπε να δημοσιοποιηθούν πάλι και να αποφανθούν για αυτά οι Επιτροπές -πέραν της κοινωνικής αναστάτωσης που προκαλούνταν στους δικαιούχους.
Εάν σκεφτεί κανείς ότι σε ουκ ολίγες περιπτώσεις η πρώτη φορά που συναντιόντουσαν ο ιδιώτης με το Δημόσιο επί του ιδίου ακινήτου, είτε με την επίκληση του τεκμηρίου κυριότητας από μέρους του Δημοσίου είτε με την επίκληση κυριότητας του δημοσίου κτήματος λόγω καταγραφής στα Βιβλία Καταγραφής, που τηρούνται μόνον στις Κτηματικές Υπηρεσίες και όχι στα Υποθηκοφυλακεία, είναι κατά την κτηματογράφηση είναι εύκολο να κατανοήσει κανείς την αναγκαιότητα της ρύθμισης αυτής για την ακριβέστερη και πληρέστερη κτηματογράφηση.
Κρίσιμη για την κτηματογράφηση στιγμή είναι η στιγμή που οργανώνονται με τη βοήθεια της Πληροφορικής έλεγχοι σε νομικό επίπεδο, μέσω των οποίων αναδεικνύονται νομικά ζητήματα, τα οποία επεξεργάζονται οι δικηγόροι της Νομικής Δ/νσης που υπηρετούν στο Κτηματολόγιο και ζητούνται διορθώσεις για τη βελτίωση των δεδομένων. Έλεγχοι αποδοχής των παραδοτέων των αναδόχων, στους οποίους διενεργείται νομικός και τεχνικός έλεγχος επί των ιδίων ακινήτων, που επιλέγονται με τυχαίο τρόπο, αποδεικνύει περίτρανα την αναγκαιότητα της συνεργασίας του νομικού και τεχνικού κόσμου για τη σύνταξη του Κτηματολογίου με εργαλεία Πληροφορικής.
Με εργαλεία Πληροφορικής άλλωστε στήνεται σύστημα, το οποίο καταγράφει την πορεία της δήλωσης από την υποβολή της μέχρι τη δημιουργία αρχείου κτηματογράφησης για κάθε ακίνητο που κτηματογραφείται. Στο αρχείο υπάρχει όλη η ιστορία της κτηματογράφησης του ακινήτου από την έναρξη της διαδικασίας μέχρι την περαίωση.
Πρώτη κρίσιμη αλλαγή στη διαδικασία:
Με το Ν.3481/2006 (Α΄162), όπως τροποποιήθηκε με τον Ν.4164/2013 (Α΄156), δεν παραπέμπονται πλέον στην Επιτροπή Ενστάσεων: α) οι αιτήσεις διόρθωσης γεωμετρικών στοιχείων, εφόσον πρόκειται για διορθώσεις που βρίσκονται σωρευτικά εντός της «ζώνης κανονισμού ορίων» και εντός της «αποδεκτής αποκλίσεως», όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 13α του Ν.2664/1998, β) οι αιτήσεις διόρθωσης γεωμετρικών στοιχείων, εφόσον οι δικαιούχοι των επηρεαζόμενων από την αίτηση ακινήτων συγκατατίθενται εγγράφως για τη διόρθωση είτε συνυπογράφοντας την αίτηση είτε με σχετική δήλωσή τους ενώπιον συμβο-
Σελ. 6
λαιογράφου είτε με υπεύθυνη δήλωσή τους, επί της οποίας βεβαιώνεται αρμοδίως το γνήσιο της υπογραφής τους, η συναίνεση δε αυτή δεν υποκρύπτει άτυπη μεταβίβαση ή μεταβολή τίτλου του ακινήτου και γ) οι αιτήσεις διόρθωσης γεωμετρικών στοιχείων, εφόσον οι αιτούμενες διορθώσεις δικαιολογούνται από τις απαιτήσεις των τεχνικών προδιαγραφών της κτηματογράφησης σε συνδυασμό με τους επικαλούμενους από τους δικαιούχους μεταγεγραμμένους τίτλους ή τις διοικητικές πράξεις που αφορούν στα επηρεαζόμενα ακίνητα.
Στις Επιτροπές Ενστάσεων παραπέμπονται υποθέσεις εκτοπισμού δικαιωμάτων είτε σε ποσοστό δικαιώματος είτε συνολικά ως προς το δικαίωμα είτε εκτοπισμού επί εδάφους. Η κτηματογραφούσα αρχή διατηρεί το δικαίωμά της να παραπέμπει υποθέσεις οιαδήποτε στιγμή κρίνει σε Επιτροπές για λόγους δημοσίου συμφέροντος και για τη διόρθωση των τελικών κτηματολογικών στοιχείων.
Δεύτερη αλλαγή:
Με το Ν.4602/2019 (Α΄45), όπως τροποποιήθηκε με τον Ν.4799/2021 (Α΄78) και με δεδομένο ότι σε μεγάλο αριθμό υποθέσεων που παραπέμπονται στις Επιτροπές, οι αποφάσεις των Επιτροπών είναι σύμφωνες με την έκθεση του Γραφείου Κτηματογράφησης, εισάγεται το άρθρο 6Α παρ.8 και 9 του Ν.2308/1995, ως ισχύει, δυνάμει του οποίου «οι αιτήσεις διόρθωσης εξετάζονται από το Γραφείο Κτηματογράφησης. Για κάθε αίτηση το Γραφείο Κτηματογράφησης συντάσσει έκθεση, η οποία περιέχει υποχρεωτικά αιτιολογία για την αποδοχή ή την απόρριψή της […] Ο Φορέας ανακοινώνει στην ιστοσελίδα του την ανάρτηση των εκθέσεων με μνεία του δικαιώματος υποβολής έγγραφων αντίθετων απόψεων σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 9. 9. Στην περίπτωση αιτήσεων που αφορούν στη διόρθωση γεωμετρικών στοιχείων των γεωτεμαχίων που βρίσκονται εκτός της “ζώνης κανονισμού ορίων” και είτε διαζευκτικά είτε σωρευτικά εκτός της “αποδεκτής απόκλισης”, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 13Α του Ν.2664/1998 (Α` 275), ή την αντικατάσταση στους κτηματολογικούς πίνακες, εν όλω ή εν μέρει, δικαιώματος πλήρους ή ψιλής κυριότητας ή επικαρπίας άλλου δικαιούχου, οι αιτούντες τη διόρθωση ενημερώνονται, με επιμέλεια του Γραφείου Κτηματογράφησης, με κάθε πρόσφορο μέσο για την επικείμενη ανάρτηση της έκθεσης που τους αφορά, την προθεσμία υποβολής έγγραφων αντίθετων απόψεων κατ` αυτής και τις συνέπειες της παράλειψης υποβολής».
Μετά την ανωτέρω ενημέρωση ισχύουν τα εξής:
α) Ο αιτών δύναται, σε περίπτωση εν όλω ή εν μέρει απόρριψης της αίτησης διόρθωσης, να υποβάλει εγγράφως και αιτιολογημένα τις αντίθετες απόψεις του, προσκομίζοντας σχετικά στοιχεία, εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία ανάρτησης της έκθεσης. Εντός της ίδιας αποκλειστικής προθεσμίας, με επιμέλεια του αιτούντος, γνωστοποιούνται υποχρεωτικά, με κάθε πρόσφορο μέσο, σε κάθε τρίτο θιγόμενο ιδιόκτητη η υποβληθείσα αίτηση,
Σελ. 7
η συνταχθείσα επί αυτής έκθεση καθώς και οι αντίθετες απόψεις. Το αποδεικτικό γνωστοποίησης υποβάλλεται στον Φορέα μέσω των ηλεκτρονικών του υπηρεσιών. Η μη υποβολή του αποδεικτικού γνωστοποίησης εντός της παραπάνω προθεσμίας συνεπάγεται το απαράδεκτο των αντιθέτων απόψεων.
β) Σε περίπτωση εν όλω ή εν μέρει αποδοχής της αίτησης διόρθωσης, ο αιτών γνωστοποιεί, εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την ανάρτηση της έκθεσης, με κάθε πρόσφορο μέσο, σε κάθε τρίτο θιγόμενο ιδιόκτητη την υποβληθείσα αίτηση και τη συνταχθείσα επί αυτής έκθεση. Το αποδεικτικό γνωστοποίησης υποβάλλεται στον Φορέα μέσω των ηλεκτρονικών του υπηρεσιών. Η μη υποβολή του αποδεικτικού γνωστοποίησης εντός της παραπάνω προθεσμίας συνεπάγεται το απαράδεκτο της αίτησης διόρθωσης.
Οι τρίτοι θιγόμενοι ιδιοκτήτες δύνανται, εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριάντα (30) ημερών, η έναρξη της οποίας ορίζεται με απόφαση του Δ.Σ. του Φορέα και ανακοινώνεται στην ιστοσελίδα του, είτε να υποβάλουν εγγράφως και αιτιολογημένα τις αντίθετες απόψεις τους, προσκομίζοντας σχετικά στοιχεία, είτε να συγκατατίθενται εγγράφως για τη διόρθωση με ανάκληση της δήλωσής τους περί εγγραπτέων δικαιωμάτων ή με σχετική δήλωσή τους ενώπιον του συμβολαιογράφου ή με υπεύθυνη δήλωσή τους επί της οποίας βεβαιώνεται το γνήσιο της υπογραφής. Εφόσον η ως άνω προθεσμία παρέλθει άπρακτη, θεωρείται ότι οι τρίτοι θιγόμενοι ιδιοκτήτες συγκατατίθενται στη διόρθωση σύμφωνα με τη συνταχθείσα έκθεση.
Οι έγγραφες αντίθετες απόψεις ή η έγγραφη συγκατάθεση υποβάλλονται ατελώς στον Φορέα μέσω των ηλεκτρονικών υπηρεσιών αυτού, οι οποίες είναι προσβάσιμες μέσω της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης www.ktimatologio.gr
Η αίτηση διόρθωσης (εφόσον κριθεί ως παραδεκτή κατά τα ανωτέρω), η έκθεση του Γραφείου Κτηματογράφησης και οι αντίθετες απόψεις διαβιβάζονται από τον Φορέα, μαζί με όλα τα συνυποβληθέντα στοιχεία, προς εξέταση στις Επιτροπές του άρθρου 7Α.
Τρίτη και όχι τελευταία:
Και φτάνει η ώρα που το Κτηματολόγιο θα υπαχθεί στο Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης. Θεωρείται χρονοβόρο και κοστοβόρο η περαίωση της κτηματογράφησης μίας ολόκληρης περιοχής να μην ολοκληρώνεται επειδή επί ορισμένων ακινήτων έχουν υποβληθεί αιτήσεις διόρθωσης και αναμένονται οι αποφάσεις.
Η αντιμετώπιση της κτηματογράφησης στα χέρια της πολιτικής ηγεσίας της Ψηφιακής Διακυβέρνησης είναι ψηφιακή: κατά συνέπεια οποιοδήποτε δικαιοπολιτικό επιχείρημα κάμπτεται στο όνομα της επιτάχυνσης.
Η περαίωση επέρχεται με σημείωση επί των ακινήτων επί των οποίων έχουν υποβληθεί οι αιτήσεις διόρθωσης, οι οποίες πρέπει να εξεταστούν από Επιτροπές
Σελ. 8
Εξέτασης Υποθέσεων και οι αποφάσεις εφαρμόζονται από τον Προϊστάμενο του ΚΓ ή του Υποκαταστήματος (Ν.4821/2021 ΦΕΚΑ΄174).
Στο μεσοδιάστημα συστήνεται σύστημα αυτοματοποιημένο για τη συγκρότηση των Επιτροπών· με αυτό το αυτοματοποιημένο σύστημα διαβιβάζονται τα πινάκια στις Επιτροπές αυξημένου κύρους, οι οποίες λαμβάνουν αναγκαίως υπόψη τους την εκάστοτε κείμενη για τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα Δημοσίου και ιδιωτών νομοθεσία.
Οι Επιτροπές Ενστάσεων του άρθρου 7 του Ν.2308/1995 (Α΄114) και οι Επιτροπές Εξέτασης Υποθέσεων Κτηματογράφησης του άρθρου 7α του Ν.2308/1995 (Α΄ 114) συγκροτούνται με αποφάσεις του Δ.Σ. του Φορέα «Ελληνικό Κτηματολόγιο». Με τις ίδιες αποφάσεις ορίζεται η κατά τόπον αρμοδιότητα κάθε Επιτροπής.
Οι Επιτροπές αυτές είναι τριμελείς και υποστηρίζονται από γραμματέα που ορίζεται από τον Πρόεδρο της Επιτροπής. Είναι ανεξάρτητες διοικητικές επιτροπές. Οι Πρόεδροι και τα μέλη των Επιτροπών, εφόσον αφορά σε δικαστές, ορίζονται κατά την κείμενη για τους δικαστικούς λειτουργούς νομοθεσία, εφόσον δε αφορά σε τοπογράφους ή δικηγόρους/συμβολαιογράφους/υποθηκοφύλακες, υποδεικνύονται από τους οικείους επιστημονικούς συλλόγους.
Πρόκειται για συλλογικά όργανα, τα οποία συγκροτούνται με αποφάσεις του Φορέα «Ελληνικό Κτηματολόγιο» και λειτουργούν ανεξάρτητα από τον Φορέα, προκειμένου να διασφαλιστεί η ορθότητα των κτηματολογικών στοιχείων.
Οι Επιτροπές μπορούν να συνεδριάζουν με τηλεδιάσκεψη κατά τα οριζόμενα στην υπ’ αρ. 429/13-3-2020 Υπουργική Απόφαση (Β’ 850), διαδικασία κατά την οποία δεν παρίστανται πληρεξούσιοι δικηγόροι και τεχνικοί σύμβουλοι των ενδιαφερομένων και η Επιτροπή αξιολογεί τη βασιμότητα των αντιρρήσεων σύμφωνα με τα έγγραφα που προσκομίζουν προαποδεικτικώς τα μέρη.
Ο Φορέας «Ελληνικό Κτηματολόγιο» για τη λειτουργία των Επιτροπών υλοποίησε ένα σύγχρονο και ολοκληρωμένο πληροφοριακό σύστημα, μέσω του οποίου κάθε μέλος μπορεί εύκολα και γρήγορα να συμμετέχει στη διαδικασία. Πρόκειται για μία ψηφιακή πλατφόρμα με σύστημα πλήρως αυτοματοποιημένο σε όλες τις φάσεις της διαδικασίας, από την επιβεβαίωση συμμετοχής κάθε μέλους, την λήψη και μεταφόρτωση κάθε σχετικού εγγράφου, την πρόσβαση σε όλο το πληροφοριακό υλικό της διαδικασίας, την καταγραφή των συνεδριάσεων και των αποφάσεων που λαμβάνονται μέχρι και την πληρωμή του κάθε μέλους (από 18.12.2023).
Οι αποφάσεις των Επιτροπών του Εθνικού Κτηματολογίου δεν προσβάλλονται με κάποιο ένδικο μέσο ή βοήθημα. Επιπλέον, δεν υφίσταται εκ του νόμου δικαιοδοσία δευτέρου βαθμού.
Οι αποφάσεις των Επιτροπών εφαρμόζονται, σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 12Α του Ν.2308/1995 που ρυθμίζουν την διεκπεραίωση της κτηματογράφησης εντός λειτουργούντος κτηματολογίου, από τον προϊστάμενο του αρμόδιου κτηματολογικού γραφείου.
Σελ. 9
Τέταρτη αλλαγή και τελευταία;
Με τον Ν.5142/2024 (Α΄158), όπως ισχύει, εισάγονται τα άρθρα 11α και 12α του Ν.2308/1995. Το άρθρο 11α παρ. 1-3 ορίζει:
«1. Στις υπό κτηματογράφηση περιοχές της χώρας στις οποίες δεν έχει διενεργηθεί η ανάρτηση των προσωρινών κτηματολογικών στοιχείων σύμφωνα με το άρθρο 4, μετά από την επεξεργασία των δηλώσεων και των λοιπών στοιχείων, όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 3, και μετά από την ολοκλήρωση του ελέγχου νομιμότητας του άρθρου 3Α, το Ν.Π.Δ.Δ. «Ελληνικό Κτηματολόγιο», αξιολογώντας την αναγκαιότητα ένταξης κάθε περιοχής σε καθεστώς λειτουργούντος Κτηματολογίου, δύναται, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, να αιτείται τη σύνταξη κτηματολογικών πινάκων και διαγραμμάτων από τους αναδόχους της κτηματογράφησης. Οι κτηματολογικοί πίνακες και τα διαγράμματα του πρώτου εδαφίου αναρτώνται στην ιστοσελίδα του Ν.Π.Δ.Δ. «Ελληνικό Κτηματολόγιο». Η παρούσα εφαρμόζεται και στην περίπτωση των ακινήτων που εμπίπτουν στην τοπική αρμοδιότητα του Κτηματολογίου Πρωτευούσης για τα οποία διενεργούνται εργασίες κτηματογράφησης βάσει του άρθρου 19 του Ν.4821/2021 (Α΄ 134).
2. Στις υπό κτηματογράφηση περιοχές της χώρας στις οποίες έχουν ολοκληρωθεί οι διαδικασίες της ανάρτησης και έχουν υποβληθεί οι αιτήσεις διόρθωσης του άρθρου 6A, αλλά δεν έχει ξεκινήσει η δημοσιοποίηση των εκθέσεων επί των αιτήσεων διόρθωσης της παρ. 8 του άρθρου 6A, το Ν.Π.Δ.Δ. «Ελληνικό Κτηματολόγιο», αξιολογώντας την αναγκαιότητα ένταξης κάθε περιοχής σε καθεστώς λειτουργούντος Κτηματολογίου, δύναται, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, να αιτείται τη σύνταξη κτηματολογικών πινάκων και διαγραμμάτων από τους αναδόχους της κτηματογράφησης. Στην περίπτωση του πρώτου εδαφίου, το γραφείο κτηματογράφησης ενημερώνει τους προσωρινούς κτηματολογικούς πίνακες της ανάρτησης με τις δηλώσεις που αποστέλλονται από τον προϊστάμενο του αρμόδιου Κτηματολογικού Γραφείου ή Υποκαταστήματος σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 5 και με τις αιτήσεις διόρθωσης προδήλου σφάλματος.
Το Γραφείο Κτηματογράφησης ενημερώνει τις εγγραφές του τελικού κτηματολογικού πίνακα για τα ακίνητα που επηρεάζονται από αιτήσεις διόρθωσης του άρθρου 6A, καταχωρίζοντας στο πεδίο των παρατηρήσεων τους αριθμούς πρωτοκόλλου των αιτήσεων διόρθωσης, με σήμανση τυχόν επηρεαζόμενων ακινήτων. Το Ν.Π.Δ.Δ. «Ελληνικό Κτηματολόγιο» ελέγχει την ενσωμάτωση των επηρεαζόμενων ακινήτων στο πληροφοριακό σύστημα.
Σε κάθε περίπτωση, στη στήλη των παρατηρήσεων του κτηματολογικού πίνακα καταχωρίζεται σύντομη αιτιολόγηση για τις μεταβολές που επέρχονται σε σχέση με τον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα της ανάρτησης.
3. Οι κτηματολογικοί πίνακες και τα διαγράμματα των παρ. 1 και 2 αναρτώνται στην ιστοσελίδα του Ν.Π.Δ.Δ. «Ελληνικό Κτηματολόγιο». Στους ως άνω πίνακες και στα διαγράμματα δεν περιλαμβάνονται:
Σελ. 10
α) Δηλώσεις, η καταχώριση του επικαλούμενου δικαιώματος των οποίων θα συνεπαγόταν τον εκτοπισμό δικαιούχου που είχε περιληφθεί στον κτηματολογικό πίνακα της ανάρτησης ή δηλώσεις επί ακινήτου που έχει καταχωρισθεί με την ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη» στους κτηματολογικούς πίνακες της ανάρτησης,
β) εκπρόθεσμες δηλώσεις που υποβλήθηκαν μετά από την ανάρτηση δυνάμει τίτλου / πράξης που είχε συνταχθεί πριν από την ημερομηνία έναρξης της ανάρτησης, και
γ) δηλώσεις που υποβλήθηκαν μετά από την ανάρτηση, με αιτία κτήσης τη χρησικτησία ή την κληρονομική διαδοχή, και πριν από τη σύνταξη και μεταγραφή της πράξης αποδοχής κληρονομίας ή άλλης ισοδύναμης με αυτήν πράξης, όταν δεν συνοδεύονται από νόμιμο τίτλο. Στους τελικούς κτηματολογικούς πίνακες διενεργείται σχετική σημείωση σχετικά με τις δηλώσεις των περ. α), β) και γ).
Σε κάθε περίπτωση, στους πίνακες και τα διαγράμματα συμπεριλαμβάνονται δηλώσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων, τα οποία στηρίζονται σε ειδική ή καθολική διαδοχή στο δικαίωμα που είχε περιληφθεί στους κτηματολογικούς πίνακες της ανάρτησης, καθώς και δηλώσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων, τα οποία στηρίζονται σε δικαστική απόφαση, με την οποία επιλύεται διαφορά μεταξύ των δηλούντων».
Β. Ρυθμίσεις αντιμετώπισης των ζητημάτων που εκκρεμούν από την κτηματογράφηση κατά τη λειτουργία του Κτηματολογίου
α. Ο νομοθέτης του Ν.4821/2021 (Α΄134) επέλυσε ζητήματα λόγω της εκκρεμότητας των ενστάσεων που έχουν υποβληθεί, όπου ο ενιστάμενος αναμένει την απόφαση της Επιτροπής με τον εξής τρόπο:
«Άρθρο 7Β του Ν.2664/1998. Τύχη δικαιωμάτων και βαρών ακινήτου σε περίπτωση εκκρεμούς αίτησης διόρθωσης
1. Σε περίπτωση που έχει σημειωθεί στην πρώτη εγγραφή η εκκρεμότητα εξέτασης αίτησης διόρθωσης του άρθρου 6Α του Ν.2308/1995 (Α’ 114) ενώπιον της Επιτροπής Εξέτασης του άρθρου 7Α του ίδιου νόμου, τα δικαιώματα επί του ακινήτου, τα οποία αμφισβητούνται ή ασκούνται με την αίτηση διόρθωσης, μεταβιβάζονται και επιβαρύνονται σύμφωνα με τις οικείες για αυτά διατάξεις. Τα παραπάνω ισχύουν αναλόγως και για κάθε μεταγενέστερη μεταβίβαση ή επιβάρυνση του δικαιώματος, για την οποία καταχωρίζεται σχετική σημείωση στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου. Το κύρος των πράξεων που διενεργούνται σύμφωνα με τα ανωτέρω και των δικαιωμάτων που στηρίζονται σε αυτές τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της καταχώρισης του μεταβιβάζοντος ή του βεβαρημένου ως κυρίου στην πρώτη εγγραφή μετά την έκδοση της απόφασης της Επιτροπής του πρώτου εδαφίου. Τα ανωτέρω εφαρμόζονται και στην κτήση δικαιώματος με αναγκαστική εκτέλεση.
2. Σε περίπτωση που δικαίωμα καταχωρισμένο στο κτηματολόγιο έχει νομίμως επιβαρυνθεί πριν από τις πρώτες εγγραφές με υποθήκη, προσημείωση υποθή-
Σελ. 11
κης, κατάσχεση, μεσεγγύηση ή άλλη δέσμευση της εξουσίας διάθεσης, που δεν εμφαίνεται στις πρώτες εγγραφές, η άσκηση των εξουσιών που πηγάζουν από τα ανωτέρω βάρη και η διενέργεια των πράξεων που στηρίζονται σε αυτά τελούν υπό την αναβλητική αίρεση της καταχώρισης του βεβαρημένου οφειλέτη ως κυρίου στην πρώτη εγγραφή μετά την έκδοση της απόφασης της Επιτροπής της παρ. 1.
3. Ο προϊστάμενος του κτηματoλoγικού γραφείου, κατά τον έλεγχο νομιμότητας που διενεργεί για τη σχετική εγγραφή, σύμφωνα με το παρόν, περιορίζεται στη διακρίβωση της ύπαρξης της σχετικής σημείωσης στο κτηματολογικό φύλλο, χωρίς να εφαρμόζεται, εν προκειμένω, η περ. ε’ της παρ. 1 του άρθρου 16».
Με την παρ. 1 του άρθρου 13 του Ν.4934/2022 (Α' 100), προστέθηκαν 6 νέα εδάφια στην περ. γ΄ της παρ. 2 του άρθρου 6 του Ν.2664/1998, τα οποία εδάφια είναι τα ακόλουθα:
Εάν στην πρώτη εγγραφή έχει σημειωθεί ότι εκκρεμεί η εξέταση αίτησης διόρθωσης από τις Επιτροπές Εξέτασης Υποθέσεων Κτηματογράφησης του άρθρου 7Α του Ν.2308/1995 (Α’ 114), η αγωγή στρέφεται υποχρεωτικά κατά του εμφανιζόμενου ως δικαιούχου στην πρώτη εγγραφή των τυχόν ειδικών ή καθολικών του διαδόχων και του αιτούντος τη διόρθωση κατά το άρθρο 6Α του Ν.2308/1995. Η άσκηση αγωγής, σύμφωνα με τα ανωτέρω, συνεπάγεται την αυτοδίκαιη λήξη της διαδικασίας ενώπιον των Επιτροπών Εξέτασης Υποθέσεων Κτηματογράφησης του άρθρου 7Α του Ν.2308/1995. Εφόσον η αγωγή δεν απευθύνεται ή δεν επιδόθηκε νόμιμα σε κάποιον από τους νομιμοποιούμενους παθητικά κατά τα προηγούμενα εδάφια, διατάσσεται υποχρεωτικά και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο η προσεπίκληση των απολιπομένων διαδίκων και κατά τα λοιπά εφαρμόζεται το άρθρο 90 ΚΠολΔ. Κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης, η αγωγή της περ. α) θεωρείται ότι ασκήθηκε νόμιμα, ως προς όλες τις συνέπειές της, με μόνη την κατάθεση και καταχώρισή της στο κτηματολογικό φύλλο κατά τα οριζόμενα στην περ. ιβ) της παρ. 1 και στην παρ. 5 του άρθρου 12, μέσα στην προθεσμία της περ. α), ακόμη και αν διαπιστωθεί ότι ο εναγόμενος έχει ήδη αποβιώσει πριν από την κατάθεση ή την επίδοσή της εντός της προθεσμίας της παρ. 2 του άρθρου 215 ΚΠολΔ. Στην περίπτωση αυτή, ορίζεται δικάσιμος κατά το άρθρο 237 ΚΠολΔ, κατά την οποία η δίκη διακόπτεται με μόνη τη δήλωση του λόγου της διακοπής από τον ενάγοντα προς το δικαστήριο, η οποία καταχωρίζεται στα πρακτικά. Για την επανάληψη της δίκης εφαρμόζονται ανάλογα τα άρθρα 289 έως 292 ΚΠολΔ. Αν έχουν σημειωθεί στο κτηματολογικό φύλλο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 3Α του παρόντος, οι διάδοχοι του νομιμοποιούμενου, παθητικά η αγωγή νόμιμα ασκείται κατ` αυτών. Όταν η αγωγή στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου, που αναγράφεται ως δικαιούχος δικαιώματος στις αρχικές εγγραφές, δεν εφαρμόζεται το άρθρο 8 του ΑΝ 1539/1938 (Α’ 488).
Σελ. 12
β. Ο νομοθέτης του Ν.5142/2024 (Α΄158), άρθρο 3, ο οποίος στις εκκρεμότητες της κτηματογράφησης περιέλαβε και δικαιώματα που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της κτηματογράφησης και δεν συμπεριλήφθηκαν έδωσε τις εξής λύσεις (άρθρο 11α παρ. 4 του Ν.2308/1995):
α) Μετά από την έναρξη ισχύος του Κτηματολογίου, ο Προϊστάμενος του Κτηματολογικού Γραφείου καταχωρίζει αυτεπάγγελτα στα κτηματολογικά φύλλα τις εγγραπτέες πράξεις που αφορούν σε σύσταση, μετάθεση, αλλοίωση ή κατάργηση εγγραπτέου δικαιώματος, λόγω καθολικής ή ειδικής διαδοχής, ή συμμόρφωση σε εκδοθείσα δικαστική απόφαση, μεταφέροντας αυτές από τους κτηματολογικούς πίνακες και τα διαγράμματα, όπου υπάρχει η σημείωση της εκκρεμότητας, λόγω υποβολής δήλωσης μετά την ανάρτηση.
β) Σε περίπτωση ακινήτου με την ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη», για το οποίο είχε υποβληθεί εκπρόθεσμη δήλωση για το δικαίωμα της κυριότητας δυνάμει έγγραφου τίτλου, η δήλωση, κατά μεταφορά από τους κτηματολογικούς πίνακες και τα διαγράμματα, επέχει θέση αίτησης διόρθωσης πρόδηλου σφάλματος του άρθρου 18 του Ν.2664/1998 (Α` 275). Το Ν.Π.Δ.Δ. «Ελληνικό Κτηματολόγιο» κοινοποιεί στο Ελληνικό Δημόσιο πίνακες με τα ακίνητα του πρώτου εδαφίου εντός τριάντα (30) ημερών από την έκδοση της απόφασης για την πε- ραίωση της κτηματογράφησης. Το Ελληνικό Δημόσιο τεκμαίρεται ότι συναινεί στην αίτηση και ο προϊστάμενος οφείλει να προβεί στην αιτούμενη διόρθωση, εάν δεν αποσταλεί από την αρμόδια υπηρεσία αρνητική απάντηση που απευθύνεται στον Προϊστάμενο του αρμόδιου κτηματολογικού γραφείου εντός εξήντα (60) ημερών από την κοινοποίηση των πινάκων.
γ) Σε περίπτωση ακινήτου με την ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη» σε περιοχή για την οποία περαιώνεται η κτηματογράφηση κατά το παρόν άρθρο και για το οποίο είχε υποβληθεί δήλωση, μετά την ανάρτηση, εγγραπτέου δικαιώματος κυριότητας λόγω κληρονομικής διαδοχής, πριν από τη σύνταξη και μεταγραφή αποδοχής κληρονομιάς ή άλλης ισοδύναμης με αυτήν πράξης, εάν υποβληθεί προς καταχώριση στο κτηματολογικό γραφείο συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής κληρονομιάς, ή άλλου ισοδύναμου τίτλου, από τους αρχικώς δηλούντες κατά την κτηματογράφηση κληρονόμους, για το ίδιο ακίνητο, δικαίωμα, ποσοστό και λόγο επαγωγής.
Σύμφωνα με το άρθρο 12α παρ. 2 του Ν.2308/1995, όσον αφορά στις αιτήσεις διόρθωσης του άρθρου 6Α ή ενστάσεις του άρθρου 7 ή εκκρεμείς αποφάσεις των Επιτροπών Εξέτασης του άρθρου 7Α σημειώνονται στο οικείο κτηματολογικό φύλλο. Η δημοσιοποίηση των εκθέσεων του αναδόχου κτηματογράφησης και η εξέταση των υποθέσεων από τις Επιτροπές Εξέτασης του άρθρου 7Α διενεργούνται κατά το στάδιο λειτουργίας του Κτηματολογίου. Εάν η υποβληθείσα αίτηση ή ένσταση απορριφθεί, η απόφαση σημειώνεται στο οικείο κτηματολογικό φύλλο. Εάν η υποβληθείσα αίτηση ή ένσταση γίνει δεκτή, ο προϊστάμενος του αρμό-
Σελ. 13
διου κτηματολογικού γραφείου ή υποκαταστήματος προβαίνει σε διόρθωση της πρώτης εγγραφής σύμφωνα με τα οριζόμενα στην απόφαση, η οποία σημειώνεται στο οικείο κτηματολογικό φύλλο, επιτρεπόμενης μόνο της αιτιολογημένης άρνησης. Για την κατά τα ανωτέρω διορθωμένη πρώτη εγγραφή εφαρμόζονται όλες οι διατάξεις που αφορούν σε κάθε πρώτη κτηματολογική εγγραφή. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται τα άρθρα 6Α, 7 και 7Α.
Τέλος, έχουν προταθεί από το Ελληνικό Κτηματολόγιο και θα τεθούν υπό ψήφιση οι κάτωθι προσθήκες προκειμένου να αντιμετωπιστούν ζητήματα, τα οποία εντοπίστηκαν από την κτηματογραφούσα Αρχή και για τα οποία κρίθηκε ότι θα έπρεπε να παρέμβει ο νομοθέτης για την αντιμετώπισή τους.
Προσθήκη περίπτωσης δ) στο άρθ. 11Α παρ.4 του Ν.2308/1995 (Α΄114), όπως αυτό προστέθηκε με το άρθ. 3 του Ν.5142/2024 (ΦΕΚ Α΄ 158)
δ) Σε περίπτωση ακινήτου, επί του οποίου στους τελικούς κτηματολογικούς πίνακες και διαγράμματα έχει καταχωριστεί ως δικαιούχος είτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο είτε το Ελληνικό Δημόσιο και επί του ιδίου ακινήτου έχει υποβληθεί αίτηση διόρθωσης του άρθ. 6α του Ν.2308/1995 καθώς και δήλωση του Ν.2308/1995 για δικαίωμα κυριότητας δυνάμει έγγραφου τίτλου που αφορά ολόκληρο το ακίνητο ή μέρος αυτού, τότε η εν λόγω δήλωση του Ν.2308/1995 επέχει θέση αίτησης διόρθωσης προδήλου σφάλματος του άρθ. 18 του Ν.2664/1998 ( Α’ 275).
Με την προτεινόμενη ρύθμιση αποτυπώνεται ο τρόπος αυτεπάγγελτης διαχείρισης και μεταφοράς στις αρχικές κτηματολογικές εγγραφές αιτήσεων διόρθωσης του άρθρου 6α και δηλώσεων του Ν.2308/1995, σε περίπτωση ακινήτου, επί του οποίου στους τελικούς κτηματολογικούς πίνακες και διαγράμματα έχει καταχωριστεί ως δικαιούχος είτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο είτε το Ελληνικό Δημόσιο, όταν αφορούν δικαίωμα κυριότητας δυνάμει έγγραφου τίτλου που αφορά ολόκληρο το ακίνητο ή μέρος αυτού, που κατά τη μεταφορά τους λογίζονται ως αιτήσεις διόρθωσης πρόδηλου σφάλματος του άρθ. 18 του Ν.2664/1998.
Προσθήκη περίπτωσης ε) στο άρθ. 11Α παρ.4 του Ν.2308/1995(Α΄114), όπως αυτό προστέθηκε με το άρθ. 3 του Ν.5142/2024 (ΦΕΚ Α΄ 158)
ε) Σε περίπτωση κατά την οποία για ακίνητο που έχει συμπεριληφθεί στους τελικούς κτηματολογικούς πίνακες με δικαιούχο κυριότητας το Ελληνικό Δημόσιο/Διεύθυνση Δασών, έχει υποβληθεί δήλωση του Ν.2308/1995 για δικαίωμα κυριότητας μετά την ανάρτηση των προσωρινών κτηματολογικών στοιχείων, η ίδια δήλωση επέχει θέση αίτησης διόρθωσης προδήλου σφάλματος που εξετάζεται από το Κτηματολογικό Γραφείο, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 5 του άρθρου 19 του Ν.2664/1998. Ως προς την προβλεπόμενη στο στοιχείο β της ίδιας διάταξης απόφαση Επιτροπής Εξέτασης Αντιρρήσεων με την οποία έγινε δεκτή προβληθείσα αντίρρηση κατά του δασικού χάρτη, αυτή δύναται να υποβληθεί, σε όσες περιπτώσεις δεν προσκομίστηκε στο Γραφείο Κτηματογράφησης, στο κατά τόπον αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο, μέχρι την έκδοση της απόφα-
Σελ. 14
σης του Προϊσταμένου για την αποδοχή ή την απόρριψη του αιτήματος διόρθωσης, ως λογίζεται η κατά μεταφορά δήλωση του Ν.2308/1995
Σκοπός της ρύθμισης είναι η επίλυση του ζητήματος αναγνώρισης εμπράγματων δικαιωμάτων ιδιοκτητών ακινήτων που έχουν συμπεριληφθεί στους τελικούς κτηματολογικούς πίνακες με δικαιούχο κυριότητας το Ελληνικό Δημόσιο/Διεύθυνση Δασών και για τα οποία έχει υποβληθεί δήλωση του Ν.2308/1995 για δικαίωμα κυριότητας μετά την ανάρτηση των προσωρινών κτηματολογικών στοιχείων. Με την προτεινόμενη ρύθμιση η ίδια δήλωση επέχει θέση αίτησης διόρθωσης προδήλου σφάλματος που εξετάζεται από το Κτηματολογικό Γραφείο, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 5 του άρθρου 19 του Ν.2664/1998.
Αντί συμπεράσματος
Η πρόκληση «συνομιλίας» της κτηματογράφησης με το σύστημα του Εθνικού Κτηματολογίου είναι μεγάλη. Είναι απολύτως βέβαιο ότι θα χρειαστούν νομοθετικές παρεμβάσεις για την αντιμετώπιση ζητημάτων, τουλάχιστον μέχρι την οριστικοποίηση των πρώτων εγγραφών.
Επίσης, είναι απολύτως απαραίτητο ο τεχνικός κόσμος να αιτηθεί, μετ΄επιτάσεως, να καθοριστεί άμεσα ο τρόπος υπολογισμού, επί το μείζον ή έλασσον, της «αποδεκτής αποκλίσεως» της τιμής του καταχωρισθέντος στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου εμβαδού, σε σχέση προς την τιμή που προκύπτει από την εμβαδομέτρηση με μέθοδο ακριβέστερη από την προβλεπόμενη στις τεχνικές προδιαγραφές σύνταξης του Εθνικού Κτηματολογίου.
Σελ. 15
Δικαστική διόρθωση ανακριβών πρώτων κτηματολογικών εγγραφών
Κωνσταντίνος Πλιάτσικας,
Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, Διδάκτωρ Νομικής ΑΠΘ
Η σταδιακή ένταξη περιοχών στο σύστημα του Εθνικού Κτηματολογίου αναδεικνύει ή επαναφέρει στο προσκήνιο ζητήματα ουσιαστικού, ιδίως, εμπράγματου δικαίου ή δικονομικού δικαίου που αφορούν στα ακίνητα της επικράτειας. Μάλιστα, διαφαίνεται πως τα σχετικά ζητήματα δεν είναι κοινά ή δεν αντιμετωπίζονται ενιαία σε όλες τις περιοχές της Χώρας.
Αντικείμενο της παρούσας εισήγησης αποτελεί η συζήτηση κάποιων από αυτά τα ζητήματα που σχετίζονται με τη δικαστική διόρθωση των ανακριβών πρώτων κτηματολογικών εγγραφών, δηλαδή εκείνων που καταχωρίζονται στο κτηματολογικό βιβλίο, από το αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο, ως αρχικές εγγραφές, κατά μεταφορά από τους κτηματολογικούς πίνακες, μετά την περαίωση της διαδικασίας της κτηματογράφησης.
Οι πρώτες κτηματολογικές εγγραφές, ως γνωστόν, μπορεί να είναι ανακριβείς. Η ανακρίβεια μπορεί να αφορά σε οποιοδήποτε στοιχείο τους, δηλαδή:
1. Στο δικαίωμα,
2. Στον δικαιούχο,
3. Στο ιδιοκτησιακό αντικείμενο και
4. Σε κάθε άλλη πρόσθετη πληροφορία.
Οι σχετικές ανακρίβειες μπορεί να διορθώνονται δικαστικά και με την 6§2 Ν.2664/1998. Παρακάτω επιχειρείται η ανάδειξη προβλημά-
Σελ. 16
των που απασχολούν τη δικαστηριακή πρακτική, τα οποία ανακύπτουν κατά την άσκηση και εκδίκαση αυτής της αγωγής. Κάποια από αυτά είναι διαχρονικά, ορισμένα περισσότερο επίκαιρα.
Η αγωγή διόρθωσης ανακριβούς πρώτης κτηματολογικής εγγραφής του άρθρου 6§2 συνιστά ειδική αγωγή προστασίας των μη εμφανιζόμενων στην πρώτη εγγραφή εγγραπτέων δικαιωμάτων η οποία, με κριτήριο τη φύση του προσβαλλόμενου από την ανακριβή εγγραφή δικαιώματος, μπορεί να αξιολογείται ως εμπράγματη ή ενοχική, ενώ με κριτήριο τη ζητούμενη μορφή έννομης προστασίας, η αγωγή γίνεται δεκτό ότι έχει διττό χαρακτήρα: Αναγνωριστικό ή καταψηφιστικό, κατά το πρώτο σκέλος, εκείνο που αφορά στην προστασία του εγγραπτέου δικαιώματος αυτού καθεαυτό, και διαπλαστικό, κατά το δεύτερο σκέλος, το διορθωτικό.
Η αγωγή −την οποία ασκεί, εντός αποκλειστικής οκταετούς προθεσμίας από την έναρξη λειτουργίας του Κτηματολογίου στην περιοχή, όποιος δικαιολογεί έννομο συμφέρον να ζητήσει την αναγνώριση του εγγραπτέου δικαιώματος και τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής− στρέφεται κατά του εμφανιζόμενου στο κτηματολογικό φύλλο ως δικαιούχου του ίδιου δικαιώματος ή κατά των καθολικών και ειδικών του διαδόχων.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σχετικά πρόσφατη ρύθμιση του άρθρου 13 Ν.4934/2022, σύμφωνα με την οποία −κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης− η αγωγή θεωρείται ότι ασκήθηκε νόμιμα ακόμη και εάν στρέφεται κατά θανόντος εμφανιζόμενου στα κτηματολογικά φύλλα, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή καταχωρίστηκε εμπρόθεσμα στο οικείο κτηματολογικό φύλλο. Εάν ο θάνατος δηλωθεί κατά τη συζήτηση της αγωγής η δίκη διακόπτεται και επαναλαμβάνεται κατ’ ανάλογη εφαρμογή των ΚΠολΔ 289 και 292.
Η ίδια αγωγή εκδικάζεται κατά την −όχι πλέον και τόσο− «νέα» τακτική διαδικασία, όπως διαμορφώθηκε κατ’ αρχήν με τον Ν.4335/2015. Η επιλογή του νομοθέτη να υπάγει τις κτηματολογικές διαφορές στην τακτική διαδικασία δεν πρέπει να επικροτείται. Η δικαστηριακή πρακτική φαίνεται ότι αναδεικνύει την ανάγκη εξέτασης μαρτύρων, ενώ η ζωντάνια της επ’ ακροατηρίω διαδικασίας και η δυνατότητα άμεσης αποσαφήνισης των τεχνικών ζητημάτων επιτρέπουν τη διατύπωση της πρότασης περί θέσπισης μιας διαδικασίας ταχείας εκδίκασης κτηματολογικών διαφορών στο πρότυπο των ειδικών διαδικασιών των ΚΠολΔ 591 επ.
Κατά τη συζήτηση της αγωγής απαιτείται να προσκομιστούν:
1. πρόσφατο αντίγραφο κτηματολογικού φύλλου και απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος του ακινήτου. Τα δικαστήρια εννοούν ως «πρόσφατο» το κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου που εκδίδεται χρονικά κοντά στον χρόνο κατάθεσης των προτάσεων, προκειμένου να ελέγχονται τυχόν άλλες αγωγές ή αιτήσεις.
2. πιστοποιητικό καταχώρισης του δικογράφου στο οικείο κτηματολογικό φύλλο.
Σελ. 17
3. Εκθέσεις επίδοσης.
4. Πρακτικό διεξαγωγής της Υποχρεωτικής Αρχικής Συνεδρίας Διαμεσολάβησης, όπου απαιτείται.
5. Εάν η υπόθεση υπάγεται στην καθ’ ύλη αρμοδιότητα του Πολυμελούς ή ασκείται ως διεκδικητική κατά το πρώτο σκέλος της, απαιτείται και η καταβολή του αναλογούντος δικαστικού ενσήμου.
6. Η υποχρέωση προσκόμισης πιστοποιητικού ΕΝΦΙΑ, ήδη ελέγχεται νομολογιακά ως αντισυνταγματική.
Εάν με αγωγή το άρθρου 6§2 ζητούνται και γεωμετρικές μεταβολές στα κτηματολογικά διαγράμματα, θα πρέπει να επισυνάπτονται στο δικόγραφο, επί ποινή απαραδέκτου του δικογράφου, διάγραμμα γεωμετρικών μεταβολών και το ηλεκτρονικό υποβολής του στην κτηματολογική βάση (ΚΗΔ). Τα ίδια έγγραφα θα πρέπει να προσκομίζονται και με τις προτάσεις.
Πρέπει να σημειωθεί ότι το διάγραμμα γεωμετρικών μεταβολών θα πρέπει να περιέχει τα ελάχιστα στοιχεία που ορίζει η από το 2019 απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ιδίως την αναφορά ότι η επιδιωκόμενη μεταβολή είναι τεχνικά εφαρμόσιμη και είναι δυνατό να εισαχθεί στην κτηματολογική βάση. Έλλειψη της σχετικής μνείας στο τοπογραφικό διάγραμμα γεωμετρικών μεταβολών έχει κριθεί ότι το καθιστά απαράδεκτο, γεγονός που συμπαρασύρει ως απαράδεκτη και την αγωγή που το ενσωματώνει.
Την αγωγή του άρθρου 6§2 Ν.2664/1998 νομιμοποιείται να ασκήσει και το Ελληνικό Δημόσιο. Μάλιστα, οι σχετικές αγωγές του Ελληνικού Δημοσίου φαίνεται ότι αυξάνονται εκθετικά. Ο ιδιώτης εμφανζόμενος στο κτηματολογικό φύλλο μπορεί να αντικρούσει τη σε βάρος του αγωγή αρνούμενος αυτή ή προτείνοντας ενστάσεις. Έτσι, μπορεί να ισχυριστεί ότι το επίδικο ακίνητο ουδέποτε κατέστη δημόσιο κτήμα, αφού αυτό αποτελούσε και πριν την απελευθέρωση ιδιωτική έκταση, οπότε μετά από την τελευταία το Ελληνικό Δημόσιο δεν απέκτησε κυριότητα.
Επιπλέον, μπορεί να προτείνει τον ισχυρισμό ότι το επίδικο ακίνητο, αν και κάποτε ήταν δημόσιο κτήμα, απώλεσε τον χαρακτήρα του διότι το Ελληνικό Δημόσιο το παραχώρησε στον ίδιο ή σε δικαιοπάροχό του. Στις περιπτώσεις, άλλωστε, που αποδεικνύεται η φύση του ακινήτου –όχι ως δημόσιου, αλλά– ως ιδιωτικού ακινήτου, ο ενάγων μπορεί να επικαλεστεί και την κτήση αυτού με χρησικτησία κατά τους όρους του Αστικού Κώδικα.
Παραπέρα, σε περίπτωση που το επίδικο παραμένει δημόσιο κτήμα, ο ενάγων μπορεί να επικαλεστεί την κτήση αυτού με χρησικτησία σε βάρος του δημοσίου, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 4 Ν.3127/2003. Σημειώνεται ότι με την εν λόγω διάταξη επιτρέπεται η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα έκτασης έως 2.000 τ.μ. εντός σχεδίου πόλης ή οικισμού προϋφιστάμενου του 1923 ή οικισμού κάτω των 2.000 κατοίκων, εφόσον ο νομέας νέμεται καλόπιστα το ακίνητο για τριάντα έτη μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου, δηλαδή τις
Σελ. 18
19-3-2003. Η ίδια διάταξη επιτρέπει υπό προϋποθέσεις και την επίκληση τακτικής χρησικτησίας.
Εξάλλου, εάν δεν είναι δυνατή η επίκληση των παραπάνω ισχυρισμών, ήδη με το άρθρο 16 Ν.5024/2023 ορίζεται ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν ασκεί αγωγή του άρθρου 6§2 Ν.2664/1998, ενώ οι ανοιγείσες δίκες καταργούνται −το πρώτον ακόμη και ενώπιον του Αρείου Πάγου−, σε περίπτωση που το επίδικο είναι ακίνητο διανομής εντός ή εκτός σχεδίου πόλης, εφόσον στην πρώτη εγγραφή εμφανίζεται ιδιώτης και το Ελληνικό Δημόσιο δεν επικαλείται δικαίωμα από άλλη αιτία.
Εντοπίζονται βέβαια πολλές περιπτώσεις που δεν εμπίπτουν σε εκείνες που αναφέρθηκαν ήδη. Για την αντίκρουση αυτών των αγωγών του Ελληνικού Δημοσίου θα μπορούσε να προταθεί και ισχυρισμός από το άρθρο 281 του Αστικού Κώδικα. Υπό προϋποθέσεις, ιδίως, η αποδυνάμωση του δικαιώματος της κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου μπορεί να οδηγήσει στην απόρριψη της αγωγής του. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο εμφανιζόμενος στην πρώτη κτηματολογική εγγραφή θα αποκτήσει το δικαίωμα με την οριστικοποίηση της εγγραφής κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 7 Ν.2664/1998.
Σελ. 19
Δικαστική διόρθωση ανακριβών πρώτων κτηματολογικών εγγραφών Οι αιτήσεις του άρθρου 6 παρ. 3 και 8 του Ν.2664/1998
Μάρα Ν. Ράμμου
Πρωτοδίκης - Κτηματολογικός Δικαστής, ΜΔΕ, DEA, Υπ. ΔΝ
I. Η αίτηση του άρθρου 6 παρ. 3 του Ν.2664/1998
1. Πεδίο εφαρμογής της διάταξης
Στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 3 του Ν.2664/1998 καταλαμβάνονται οι ιδιοκτησίες αγνώστου ιδιοκτήτη, όπως έτσι φέρονται στο κτηματολογικό φύλλο του εκάστοτε ακινήτου, ενώ ο αιτών, το πρόσωπο που εγείρει την αίτηση του άρθρου 6 παρ. 3 του ως άνω νόμου, επικαλείται ότι έχει εγγραπτέο δικαίωμα επ’ αυτού.
2. Νομιμοποίηση
α. Ενεργητική: Η αίτηση του άρθρου 6 παρ. 3 το Ν.2664/1998 υποβάλλεται από αυτόν ο οποίος ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο δικαίωμα επί του ακινήτου ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή (Μονομελές Πρωτοδικείο) της τοποθεσίας του ακινήτου, δικάζοντος κατά την εκουσία δικαιοδοσία. Ωστόσο, η διάταξη αυτή καταλαμβάνει και όποιον έχει έννομο συμφέρον όπως π.χ. τον δανειστή του πραγματικού κυρίου, ή τον καθολικό ή ειδικό διάδοχο του πραγματικού κυρίου, τον συγκύριο του ακινήτου που θέλει να ασκήσει τα εκ της συγκυριότητας δικαιώματά του κ.λπ.
Απαραίτητη προϋπόθεση όμως είναι στο δικόγραφο της αίτησης να αναγράφεται η ιδιότητα του αιτούντος και να αιτιολογείται το έννομο συμφέρον το οποίο επικαλείται ο αιτών καθώς και ο τρόπος (παράγωγος ή πρωτότυπος) με τον οποίο απέκτησε το δικαίωμα το οποίο επικαλείται ότι προσβάλλεται με την πρώτη εγγραφή.
Σελ. 20
β. Παθητική: Η εν λόγω αίτηση δεν στρέφεται κατ’ ουδενός, ο δε ΟΚΧΕ (ήδη σήμερα το ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ), όπως και οι Προϊστάμενοι των Κτηματολογικών Γραφείων στο πλαίσιο των δικών της εκουσίας δικαιοδοσίας, δεν καθίστανται διάδικοι. Η δε αίτηση κοινοποιείται εντός είκοσι (20) ημερών στο Ελληνικό Δημόσιο. Μάλιστα, η επίδοση του δικογράφου δεν καθιστά τον προς ον η επίδοση διάδικο, ούτε μπορεί να εκληφθεί ως ανακοίνωση δίκης κατ’ άρθρο 91 ΚΠολΔ, η οποία εξάλλου ασκείται με ιδιαίτερο κοινοποιητέο δικόγραφο.
3. Αίτημα: αναγνώριση ή διαπίστωση εμπράγματου δικαιώματος
Ζήτημα γεννήθηκε αν με την αίτηση του άρθρου 6 παρ. 3 του Ν.2664/1998 μπορεί να περιληφθεί και αίτημα αναγνώρισης της κυριότητας, πέραν της διορθώσεως της ανακριβούς εγγραφής. Η κρατούσα στη νομολογία άποψη αρνείται τη δυνατότητα αυτή – λόγω της εκουσίας δικαιοδοσίας- και ομιλεί για διαπίστωση δικαιώματος. Με άλλα λόγια, αντικείμενο της επίμαχης διάταξης είναι η διαπίστωση ύπαρξης του εγγραπτέου δικαιώματος που ο αιτών επικαλείται και η σύμφωνη με αυτό διόρθωση της ανακριβούς εγγραφής, χωρίς να διαγιγνώσκεται αμφισβητούμενο δικαίωμα ούτε, συνεπώς, να εκλύεται σχετικώς δεδικασμένο.
4. Ορισμένο του δικογράφου της αίτησης
Πρέπει να προκύπτει χωρίς αμφιβολία η ταυτότητα του ακινήτου, ήτοι να προσδιορίζεται η ακριβής του θέση, τα όρια και οι διαστάσεις του, ενώ πρέπει να αναφέρεται και το εγγραπτέο δικαίωμα, χωρίς να παρίσταται υποχρεωτική η έκθεση του τρόπου κτήσης του δικαιώματος κυριότητας επί του ακινήτου.
5. Σώρευση αιτήσεων
Η αίτηση του άρθρου 6 παρ. 3 του Ν.2664/1998 δεν μπορεί να σωρευθεί με την αγωγή του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν.2664/1998, διότι υπάγονται σε διαφορετικές διαδικασίες. Το δικαστήριο θα δικάσει την αίτηση για την οποία είναι αρμό-
Σελ. 21
διο και θα παραπέμψει την αναρμοδίως εισαχθείσα ενώπιόν του αίτηση στο αρμόδιο δικαστήριο.
α. Σχέση αίτησης του άρθρου 6 παρ. 3 του Ν.2664/1998 και της αγωγής του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν.2664/1998: Η αίτηση του άρθρου 6 παρ. 3 δεν αποτελεί προδικασία για το παραδεκτό της άσκησης της αγωγής του άρθρου 6 παρ. 2, ούτε πολύ περισσότερο η διαδικασία εξωδικαστικής διόρθωσης του άρθρου 18 του εν λόγω νόμου για τα «πρόδηλα σφάλματα». Σε περίπτωση που απορριφθεί ως αβάσιμη (νόμω ή ουσία) η αίτηση του άρθρου 6 παρ. 3, μπορεί το πρόσωπο που αξιώνει εμπράγματο δικαίωμα επί του ακινήτου «αγνώστου ιδιοκτήτη», να εγείρει την αγωγή του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν.2664/1998 στρεφόμενο πλέον κατά του Ελληνικού Δημοσίου.
β. Τροποποιήσεις: i) Τροποποίηση του Ν.4164/2013: Ο νόμος αρχικά δεν προέβλεπε αρχικά διαφορετική δικονομική μεταχείριση ανάλογα με τον τρόπο κτήσης της κυριότητας από τον αιτούντα, δηλαδή αν αυτός επικαλείτο μεταγεγραμμένο τίτλο (παράγωγο) ή χρησικτησία (πρωτότυπο). Μετά την τροποποίηση, όμως, με το Ν.4164/2013, επανήλθε υποχρεωτικά η τακτική διαδικασία και δη η αγωγή του 6 παρ. 2 του Ν.2664/1998 κατά του Ελληνικού Δημοσίου για τις περιπτώσεις α) όπου το επίδικο ακίνητο φέρεται κατά ένα ποσοστό ή κατά ένα τμήμα του ως αγνώστου ιδιοκτήτη και β) όταν ο επικαλούμενος τρόπος κτήσης της κυριότητας του γεωτεμαχίου είναι η έκτακτη χρησικτησία.
ii) Τροποποίηση του Ν.4934/2022: Σύμφωνα με την πρόσφατη τροποποίηση με το Ν.4934/2022, οπότε η υποπαρ. ββ της παρ. 3 του άρθρου 6 επαναδιατυπώθηκε ως εξής «Κατ’ εξαίρεση όσων ορίζονται στην περ. α`, όταν πρόκειται για διόρθωση αρχικής εγγραφής επί γεωτεμαχίου με την ένδειξη «αγνώστου ιδιοκτήτη» κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 9 και ο δικαιούχος επικαλείται ως τίτλο κτήσης την έκτακτη χρησικτησία, ασκείται η αγωγή της παρ. 2 που απευθύνεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου. Όταν η διόρθωση αφορά σε οριζόντια ή κάθετη ιδιοκτησία, με την ένδειξη «άγνωστου ιδιοκτήτη», αντί της αγωγής της παρ. 2 του άρθρου 6, ασκείται η αίτηση της περ. α` της παρούσας παραγράφου, ακόμη και εάν ο αιτών επικαλείται ως τίτλο κτήσης την έκτακτη χρησικτησία.
6. Προϋποθέσεις παραδεκτού
Σύμφωνα με τη νέα διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 του Ν.2664/1998, για το παραδεκτό της εν λόγω αίτησης θα πρέπει να συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α. Να ασκηθεί εντός αποκλειστικής προθεσμίας μέχρι τη 31η Δεκεμβρίου του έτους, εντός του οποίου συμπληρώνονται οκτώ (8) έτη από την έναρξη της προθεσμίας, δηλ. από την ημερομηνία δημοσίευσης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της απόφασης του ΟΚΧΕ, ή του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας ή πλέον του ΔΣ του «ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ» περί ενάρξεως του Εθνικού Κτηματολογίου στη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται το ακίνητο.









