Ο ΝΕΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ (2 ΤΟΜΟΙ)
Ερμηνεία κατ’ άρθρο μετά τον Ν 5303/2026
Τόμος 1 (άρθρα 1-494)
Τόμος 2 (Άρθρα 495-1054 & ΕισΝΚΠολΔ)
Κυκλοφορεί Σύντομα
- Έκδοση: 2η 2026
- Σχήμα: 17Χ24
- Βιβλιοδεσία: Σκληρόδετη
- Σελίδες: 3776
- ISBN: 978-618-08-0941-1 / 978-618-08-0948-0
ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ 2ης ΕΚΔΟΣΗΣ
ΠΡΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ 1ης ΕΚΔΟΣΗΣ
Συνεργάτες 1ου τόµου (καθ’ ύλη)
Συνεργάτες δίτοµου έργου
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ 1ου ΤΟΜΟΥ
ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ
Δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων
Άρθρο 1. Ποιες διαφορές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια 1
Άρθρο 2. Πολιτικές και διοικητικές διαφορές 57
Άρθρο 3. Δωσιδικία αλλοδαπών. Ετεροδικία 66
Άρθρο 4. Έλλειψη δικαιοδοσίας. Έρευνα και αποτέλεσµα. Εξέταση της δικαιοδοσίας 74
Άρθρο 5. Διαδικαστικές πράξεις στην αλλοδαπή 78
Άρθρο 6. Διαδικαστικές πράξεις για αλλοδαπές αρχές 81
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
Προσδιορισµός της αξίας του αντικειµένου της δίκης
Άρθρο 7. Αξία του αντικειµένου δίκης 82
Άρθρο 8. Πώς προσδιορίζεται 82
Άρθρο 9. Αίτηµα αγωγής. Παρεπόµενα αιτήµατα. Διαιρετά δικαιώµατα 83
Άρθρο 10. Χρόνος υπολογισµού 86
Άρθρο 11. Προσδιορισµός σε ειδικές περιπτώσεις 87
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ
Καθ’ ύλην αρµοδιότητα
Άρθρο 12. Δύο βαθµοί δικαιοδοσίας 90
Άρθρο 13. Πρωτοβάθµια δικαστήρια 92
Άρθρο 14. Καθ’ ύλη αρµοδιότητα µονοµελών πρωτοδικείων 94
Άρθρο 15. Καταργήθηκε 95
Άρθρο 16. Αποκλειστική αρµοδιότητα µονοµελών πρωτοδικείων 96
Άρθρο 17. Εξαιρετική αρμοδιότητα μονομελών πρωτοδικείων 104
Άρθρο 17Α. Καταργήθηκε 107
Άρθρο 18. Αρμοδιότητα πολυμελών πρωτοδικείων στον πρώτο και δεύτερο βαθμό 108
Άρθρο 19. Αρμοδιότητα εφετείων 110
Άρθρο 20. Αρμοδιότητα Αρείου Πάγου 111
Άρθρο 20Α. Επιτάχυνση της πολιτικής δίκης 112
Άρθρο 21. Ποιο δικαστήριο δικάζει ανακοπή ερημοδικίας ή αναψηλάφηση 116
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ
Κατά τόπον αρµοδιότητα
Άρθρο 22. Δωσιδικία κατοικίας του εναγομένου (γενική δωσιδικία) 117
Άρθρο 23. Δωσιδικία διαμονής ή ειδικής κατοικίας 124
Άρθρο 24. Δωσιδικία κρατικών υπαλλήλων που υπηρετούν στο εξωτερικό 126
Άρθρο 25. Δωσιδικία δημοσίου και νομικών προσώπων 128
Άρθρο 26. Δωσιδικία δικηγόρων και συμβολαιογράφων 133
Άρθρο 27. Δωσιδικία εταιρικών διαφορών 134
Άρθρο 28. Δωσιδικία διαχείρισης ύστερα από δικαστική εντολή 139
Άρθρο 29. Δωσιδικία τοποθεσίας ακινήτων 141
Άρθρο 30. Δωσιδικία κληρονομίας 150
Άρθρο 31. Παρεπόμενες ή συναφείς διαφορές 163
Άρθρο 32. Δωσιδικία δημοσίων υπαλλήλων 166
Άρθρο 33. Δωσιδικία δικαιοπραξίας 167
Άρθρο 34. Δωσιδικία ανταγωγής 172
Άρθρο 35. Διαφορές από αδικοπραξία 174
Άρθρο 36. Δωσιδικία διαχείρισης χωρίς δικαστική εντολή 179
Άρθρο 37. Δωσιδικία λόγω ομοδικίας 180
Άρθρο 38. Δωσιδικία ειδικής κατηγορίας προσώπων 183
Άρθρο 39. Δωσιδικία γαμικών διαφορών 184
Άρθρο 39Α. Ειδική δωσιδικία διατροφών 188
Άρθρο 40. Δωσιδικία περιουσίας κατοίκων αλλοδαπής 190
Άρθρο 40Α. Καταργήθηκε 192
Άρθρο 41. Επιλογή από τον ενάγοντα 192
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ
Παρέκταση της αρμοδιότητας
Άρθρο 42. Συμφωνία για παρέκταση αρμοδιότητας 193
Άρθρο 43. Συμφωνία παρέκτασης για μελλοντικές διαφορές 198
Άρθρο 44. Δημιουργία αποκλειστικής δωσιδικίας 202
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ
Έρευνα της αρμοδιότητας
Άρθρο 45. Αμετάβλητο αρμοδιότητας 204
Άρθρο 46. Αυτεπάγγελτη έρευνα αρμοδιότητας. Παραπομπή 205
Άρθρο 47. Αδυναμία άσκησης ενδίκων μέσων λόγω αναρμοδιότητας 208
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ
Παραπομπή από δικαστήριο σε δικαστήριο
Άρθρο 48. Πότε γίνεται παραπομπή 210
Άρθρο 49. Ποιος ζητεί την παραπομπή 211
Άρθρο 50. Αρμόδιο δικαστήριο για τη λήψη απόφασης παραπομπής σε δικαστήριο 212
Άρθρο 51. Διαδικασία της παραπομπής 213
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΓΔΟΟ
Εξαίρεση δικαστών και υπαλλήλων της γραμματείας
Άρθρο 52. Λόγοι εξαίρεσης 222
Άρθρο 53. Πότε δεν επιτρέπεται 239
Άρθρο 54. Αρμόδιο δικαστήριο για την αίτηση εξαίρεσης 241
Άρθρο 55. Δήλωση εξαίρεσης 242
Άρθρο 56. Αυτεπάγγελτη ενέργεια 245
Άρθρο 57. Πότε προτείνεται η εξαίρεση 246
Άρθρο 58. Πώς προτείνεται. Συζήτηση. Αποχή 251
Άρθρο 59. Αίτηση εξαίρεσης κατά τη διάρκεια της συζήτησης 254
Άρθρο 60. Απόφαση 256
Άρθρο 61. Αδυναμία συγκρότησης δικαστηρίου. Παραπομπή 258
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑΤΟ
Διάδικοι
Άρθρο 62. Ποιοι μπορούν να είναι διάδικοι 259
Άρθρο 63. Ποιοι μπορούν να παρίστανται στο δικαστήριο 268
Άρθρο 64. Πώς εκπροσωπούνται οι ανίκανοι, τα νομικά πρόσωπα, οι ενώσεις προσώπων 269
Άρθρο 65. Γενική και ειδική εξουσιοδότηση διεξαγωγής δίκης 280
Άρθρο 66. Ικανότητα παράστασης αλλοδαπών 283
Άρθρο 67. Συμπλήρωση ελλείψεων σχετικά με την ικανότητα δικαστικής παράστασης 285
Άρθρο 68. Άμεσο έννομο συμφέρον για δικαστική προστασία 289
Άρθρο 69. Πότε άλλοτε μπορεί να ζητηθεί 299
Άρθρο 70. Αναγνωριστική αγωγή 308
Άρθρο 71. Διαπλαστική αγωγή 330
Άρθρο 72. Υποκατάσταση στην άσκηση δικαστικής προστασίας. Πλαγιαστική αγωγή 332
Άρθρο 73. Έρευνα των προϋποθέσεων 338
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ
Οµοδικία
Άρθρο 74. Ομοδικία απλή. Περιπτώσεις 341
Άρθρο 75. Ανεξάρτητες ενέργειες. Επίσπευση δίκης 347
Άρθρο 76. Ομοδικία αναγκαστική. Συνέπειες 352
Άρθρο 77. Επιρροή αντιφατικών ισχυρισμών 366
Άρθρο 78. Έλλειψη προϋποθέσεων. Χωρισμός δίκης 367
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΔΕΚΑΤΟ
Συµµετοχή τρίτων στη δίκη
Άρθρο 79. Παρέμβαση κύρια 368
Άρθρο 80. Παρέμβαση πρόσθετη 385
Άρθρο 81. Πώς ασκείται η παρέμβαση. Στοιχεία δικογράφου. Αποτελέσματα 392
Άρθρο 82. Διαδικαστικές πράξεις του προσθέτως παρεμβαίνοντος 395
Άρθρο 83. Πρόσθετη παρέμβαση και αναγκαστική ομοδικία 398
Άρθρο 84. Έκταση δικαιωμάτων του προσθέτως παρεμβαίνοντος 401
Άρθρο 85. Ο προσθέτως παρεμβαίνων ως κύριος διάδικος 403
Άρθρο 86. Προσεπίκληση των αναγκαστικών ομοδίκων 406
Άρθρο 87. Προσεπίκληση του αληθινού κυρίου ή νομέα 412
Άρθρο 88. Προσεπίκληση των δικονομικών εγγυητών 413
Άρθρο 89. Πώς και πότε ασκείται η προσεπίκληση 421
Άρθρο 90. Πότε το δικαστήριο διατάσσει την προσεπίκληση 424
Άρθρο 91. Ανακοίνωση δίκης. Πώς ασκείται 426
Άρθρο 92. Δικαιώματα του τρίτου. Συνέπειες αν δεν μετάσχει στη δίκη 431
Άρθρο 93. Παρέμβαση σε δίκη για απαίτηση δεκτική κατάθεσης 433
Άρθρο 93Α. Καταργήθηκε 433
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΩΔΕΚΑΤΟ
Πληρεξουσιότητα
Άρθρο 94. Παράσταση με δικηγόρο ή χωρίς δικηγόρο 434
Άρθρο 95. Δικαιώματα περισσοτέρων πληρεξουσίων 446
Άρθρο 96. Τύπος πληρεξουσιότητας 449
Άρθρο 97. Γενική πληρεξουσιότητα. Έκταση. Διάρκεια 454
Άρθρο 98. Πότε απαιτείται ειδική πληρεξουσιότητα 456
Άρθρο 99. Ανάκληση ομολογιών από το διάδικο 460
Άρθρο 100. Πότε παύει η πληρεξουσιότητα 461
Άρθρο 101. Συνέχιση πληρεξουσιότητας σε περίπτωση θανάτου ή ανικανότητας 468
Άρθρο 102. Πότε παύει η πληρεξουσιότητα απέναντι στον αντίδικο 472
Άρθρο 103. Υποχρεώσεις πληρεξουσίου που παραιτήθηκε 475
Άρθρο 104. Έλεγχος πληρεξουσιότητας 477
Άρθρο 105. Συμπλήρωση ελλείψεων 486
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΤΡΙΤΟ
Θεµελιώδεις δικονοµικές αρχές
Άρθρο 106. Αρχή διάθεσης και συζήτησης 493
Άρθρο 107. Ευχέρεια του δικαστηρίου για την απόδειξη 497
Άρθρο 108. Οι διάδικοι κινούν τις διαδικασίες 498
Άρθρο 109. Αναφαίρετος ο νόμιμος δικαστής 500
Άρθρο 110. Οι διάδικοι έχουν τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις 503
Άρθρο 111. Απαραίτητη η προδικασία 516
Άρθρο 112. Όχι δημόσια η προδικασία 521
Άρθρο 113. Δημόσιες οι συνεδριάσεις των δικαστηρίων 523
Άρθρο 114. Λόγοι περιορισμού της δημοσιότητας 531
Άρθρο 115. Έγγραφη προδικασία. Προφορική συζήτηση και προτάσεις 536
Άρθρο 116. Καλοπιστία, ειλικρίνεια και επιμέλεια 542
Άρθρο 116Α. Διαμεσολάβηση 565
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ
Εκθέσεις
Άρθρο 117. Ουσιώδη στοιχεία της έκθεσης 569
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΠΕΜΠΤΟ
Δικόγραφα
Άρθρο 118. Στοιχεία δικογράφων 573
Άρθρο 119. Ακριβής καθορισμός διεύθυνσης. Ηλεκτρονικός φάκελος δικογραφίας 582
Άρθρο 120. Επίδοση στην αναγραφόμενη διεύθυνση 591
Άρθρο 121. Συνέπειες μη αναγραφής διεύθυνσης 593
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΕΚΤΟ
Επιδόσεις
Άρθρο 122. Όργανα επίδοσης 599
Άρθρο 122Α. Επίδοση και με ηλεκτρονικά μέσα 603
Άρθρο 123. Παραγγελία για επίδοση 607
Άρθρο 124. Πού μπορεί να γίνει η επίδοση 610
Άρθρο 125. Πότε μπορεί να γίνει η επίδοση 612
Άρθρο 126. Σε ποιον γίνεται η επίδοση 614
Άρθρο 127. Παράδοση του εγγράφου 621
Άρθρο 128. Πώς γίνεται η επίδοση σε κατοικία 623
Άρθρο 129. Πώς γίνεται η επίδοση στον τόπο εργασίας 630
Άρθρο 130. Άρνηση παραλαβής εγγράφου 634
Άρθρο 131. Επίδοση σε νοσοκομείο ή σωφρονιστικό κατάστημα 636
Άρθρο 132. Επίδοση σε πρόσωπα υπηρετούντα σε εμπορικά πλοία 639
Άρθρο 133. Επίδοση σε προσωπικό των Eνόπλων Δυνάμεων, της Αστυνομίας και
του Λιμενικού Σώματος - Ελληνική Ακτοφυλακή 642
Άρθρο 134. Επίδοση σε πρόσωπα με διαμονή στην αλλοδαπή 645
Άρθρο 134Α. Διαδικασία επίδοσης δικογράφου στην αλλοδαπή 645
Άρθρο 135. Επίδοση σε πρόσωπα άγνωστης διαμονής 663
Άρθρο 136. Καταργήθηκε 668
Άρθρο 137. Επίδοση με διατυπώσεις αλλοδαπού νόμου 668
Άρθρο 138. Άρνηση παραλαβής σε ορισμένες περιπτώσεις 670
Άρθρο 139. Στοιχεία έκθεσης επίδοσης 671
Άρθρο 140. Πρωτότυπα της έκθεσης επίδοσης. Χορήγηση αντιγράφων 677
Άρθρο 141. Αυτεπάγγελτη επίδοση 679
Άρθρο 142. Αντίκλητος. Δήλωση διορισμού 681
Άρθρο 143. Αντίκλητος πληρεξούσιος δικηγόρος. Ποιες επιδόσεις μπορούν
να γίνουν σε αυτόν 684
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΕΒΔΟΜΟ
Προθεσµίες
Άρθρο 144. Έναρξη και λήξη προθεσμιών 692
Άρθρο 145. Υπολογισμός προθεσμίας 699
Άρθρο 146. Διακοπή προθεσμίας λόγω θανάτου 701
Άρθρο 147. Αναστολή προθεσμιών 704
Άρθρο 148. Παράταση προθεσμιών 713
Άρθρο 149. Καταργήθηκε 715
Άρθρο 150. Σύντμηση των νόμιμων προθεσμιών 715
Άρθρο 151. Συνέπειες παρέλευσης προθεσμίας 718
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΟΓΔΟΟ
Επαναφορά των πραγµάτων στην προηγούµενη κατάσταση
Άρθρο 152. Απώλεια της προθεσμίας. Επαναφορά 728
Άρθρο 153. Προθεσμία για την αίτηση επαναφοράς 743
Άρθρο 154. Εκκρεμοδικία-Αρμοδιότητα 744
Άρθρο 155. Πώς ασκείται η αίτηση επαναφοράς. Λόγοι 746
Άρθρο 156. Συζήτηση της αίτησης 749
Άρθρο 157. Δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα 751
Άρθρο 158. Πότε αποκλείεται η αίτηση επαναφοράς 752
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΕΝΑΤΟ
Ακυρότητες
Άρθρο 159. Πότε υπάρχει ακυρότητα 753
Άρθρο 160. Ποιος και πότε προτείνει την ακυρότητα 785
Άρθρο 161. Αποτελέσματα ακυρότητας 788
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ
Εγγυοδοσία
Άρθρο 162. Καθορισμός από το δικαστήριο 790
Άρθρο 163. Κατάθεση μετρητών στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων 793
Άρθρο 164. Εγγυητικές επιστολές. Υποθήκη. Ομολογίες, μετοχές κ.λπ. 794
Άρθρο 165. Κατάθεση των τίτλων στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Διαδικασία ολοκλήρωσης εγγυοδοσίας 795
Άρθρο 166. Αποτελέσματα κατάθεσης 796
Άρθρο 167. Συμπλήρωση ή αντικατάσταση εγγύησης 797
Άρθρο 168. Διαδικασία άρσης ή κατάπτωσης εγγύησης 798
Άρθρο 169. Εγγυοδοσία για τα έξοδα 802
Άρθρο 170. Πότε δεν επιβάλλεται 807
Άρθρο 171. Αναστολή απάντησης ή συζήτησης 808
Άρθρο 172. Συνέπειες μη δόσης εγγύησης 809
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΠΡΩΤΟ
Δικαστικά έξοδα
Άρθρο 173. Προκαταβολή των εξόδων. Ειδικότερα επί δίκης διατροφής 810
Άρθρο 174. Καθορισμός από τον δικαστή. Απόδειξη προκαταβολής 822
Άρθρο 175. Μη προκαταβολή των εξόδων 823
Άρθρο 176. Καταδίκη στην πληρωμή των εξόδων 826
Άρθρο 177. Πότε καταδικάζεται ο ενάγων 830
Άρθρο 178. Συμψηφισμός δικαστικών εξόδων 832
Άρθρο 179. Πότε είναι δυνητικός 834
Άρθρο 180. Ενοχή κατ’ ίσα μέρη. Πότε σε ολόκληρο 838
Άρθρο 181. Σε περίπτωση κύριας παρέμβασης 840
Άρθρο 182. Σε περίπτωση πρόσθετης παρέμβασης 841
Άρθρο 183. Σε περίπτωση ενδίκων μέσων 842
Άρθρο 184. Ερημοδικία ή αναβολή συζήτησης 844
Άρθρο 185. Υπαιτιότητα του διαδίκου που νίκησε 847
Άρθρο 186. Καταδίκη τρίτων σε πληρωμή των εξόδων 848
Άρθρο 187. Έξοδα δικαστικού συμβιβασμού 850
Άρθρο 188. Σε περίπτωση παραίτησης ή αποδοχής 851
Άρθρο 189. Ποια έξοδα αποδίδονται 854
Άρθρο 190. Κατάλογος εξόδων και εκκαθάριση 860
Άρθρο 191. Διάταξη απόφασης για τα έξοδα 862
Άρθρο 192. Εκκαθάριση εξόδων 865
Άρθρο 193. Προσβολή της απόφασης για τα έξοδα 867
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
Ευεργέτημα Πενίας
Άρθρο 194. Σε ποιους παρέχεται το ευεργέτημα 870
Άρθρο 195. Σε αλλοδαπούς και ανιθαγενείς 875
Άρθρο 196. Στοιχεία αίτησης και δικαιολογητικά 876
Άρθρο 197. Εκδίκαση της αίτησης 881
Άρθρο 198. Ισχύς του ευεργετήματος 882
Άρθρο 199. Ποια έξοδα περιλαμβάνει το ευεργέτημα 883
Άρθρο 200. Ορισμός δικηγόρου, συμβολαιογράφου και δικαστικού επιμελητή 886
Άρθρο 201. Παύση του ευεργετήματος 888
Άρθρο 202. Ανάκληση ή περιορισμός 888
Άρθρο 203. Εκκαθάριση και είσπραξη των εξόδων 890
Άρθρο 204. Ποινή για αναληθή στοιχεία και δηλώσεις 893
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΤΟ ΤΡΙΤΟ
Ποινές
Άρθρο 205. Χρηματικές ποινές σε στρεψόδικους 895
Άρθρο 206. Διαγραφή ανάρμοστων φράσεων. Επιβολή πειθαρχικών ποινών 900
Άρθρο 207. Ποινές σε άτομα που θορυβούν. Ποινές σε δικηγόρους 903
ΒΙΒΛΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΤΑ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ
Απόπειρα συμβιβασμού
Άρθρο 208. Εγγραφή και εξάλειψη συναινετικής προσημείωσης υποθήκης
με πράξη δικηγόρου 905
Άρθρο 209. Συμβιβαστική επέμβαση 909
Άρθρο 210. Ελεύθερη εκτίμηση των περιστατικών 912
Άρθρο 211. Καταργήθηκε 914
Άρθρο 212. Πρακτικό για το συμβιβασμό 914
Άρθρο 213. Αίτηση συμβιβαστικής επέμβασης 916
Άρθρο 214. Καταργήθηκε 918
Άρθρο 214Α. Εξώδικη επίλυση διαφοράς 918
Άρθρο 214Β. Δικαστική μεσολάβηση 923
Άρθρο 214Γ. Προσφυγή σε διαδικασία διαμεσολάβησης 928
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
Άσκηση της αγωγής
Άρθρο 215. Άσκηση αγωγής 930
Άρθρο 216. Ποια στοιχεία πρέπει να περιέχει 948
Άρθρο 217. Εφαρμογή και σε άλλα δικόγραφα 956
Άρθρο 218. Προϋποθέσεις σώρευσης αγωγών 957
Άρθρο 219. Επικουρική βάση ή αίτημα της αγωγής 968
Άρθρο 220. Ποιες αγωγές εγγράφονται στα βιβλία διεκδικήσεων. Διαδικασία διαγραφής 977
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ
Συνέπειες από την άσκηση της αγωγής
Άρθρο 221. Συνέπειες της κατάθεσης και της επίδοσης της αγωγής 985
Άρθρο 222. Συνέπειες της εκκρεμοδικίας 1000
Άρθρο 223. Απαράδεκτη η μεταβολή του αιτήματος 1007
Άρθρο 224. Απαράδεκτη η μεταβολή της βάσης της αγωγής. Συμπλήρωση ισχυρισμών 1011
Άρθρο 225. Ελεύθερη μεταβίβαση του επιδίκου πράγματος ή δικαιώματος 1029
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ
Εισαγωγή της αγωγής για συζήτηση
Άρθρο 226. Ορισμός δικασίμου. Εγγραφή στο πινάκιο. Αναβολή. Νέα συζήτηση 1032
Άρθρο 227. Συμπλήρωση τυπικών παραλείψεων 1039
Άρθρο 228. Προθεσμία κλήτευσης των διαδίκων 1046
Άρθρο 229. Καταργήθηκε 1047
Άρθρο 230. Επίσπευση συζήτησης 1048
Άρθρο 231. Καταργήθηκε 1049
Άρθρο 232. Προδικαστικές ενέργειες του δικαστηρίου 1049
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ
Συζήτηση στο ακροατήριο
Άρθρο 233. Ενέργειες του δικαστή κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο 1052
Άρθρο 234. Δικαιώματα μελών του δικαστηρίου, διαδίκων, πληρεξουσίων
και τεχνικών συμβούλων 1053
Άρθρο 235. Απόκρουση ή απαγόρευση ερωτήσεων 1054
Άρθρο 236. Διασάφηση ισχυρισμών με φροντίδα του δικαστή 1054
Άρθρο 237. Προθεσμία κατάθεσης προτάσεων και προσθήκης - αντίκρουσης 1057
Άρθρο 238. Κατάθεση παρεμπιπτουσών αγωγών, ανταγωγών, παρεμβάσεων,
προσεπικλήσεων και ανακοινώσεων 1074
Άρθρο 239. Καταργήθηκε 1078
Άρθρο 240. Προσαγωγή προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων 1078
Άρθρο 241. Αναβολή συζήτησης 1080
Άρθρο 242. Εκφώνηση της υπόθεσης και συζήτηση. Συμφωνία των διαδίκων
να δικασθούν χωρίς να παραστούν κατά την εκφώνηση 1084
Άρθρο 243. Αναπλήρωση του δικαστή για σπουδαίο λόγο 1087
Άρθρο 244. Καταργήθηκε 1088
Άρθρο 245. Αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων 1088
Άρθρο 246. Συνεκδίκαση εκκρεμών δικών 1091
Άρθρο 247. Χωρισμός αγωγής ή ανταγωγής 1095
Άρθρο 248. Διαδοχική ή περιορισμένη συζήτηση 1097
Άρθρο 249. Αναστολή δίκης για προκριματικά ζητήματα 1097
Άρθρο 250. Αναβολή μέχρι περάτωσης ποινικής διαδικασίας 1103
Άρθρο 251. Καταργήθηκε 1107
Άρθρο 252. Διορισμός διερμηνέα 1107
Άρθρο 253. Συνεννόηση με κωφούς ή πρόσωπα με σοβαρή αναπηρία λόγου 1109
Άρθρο 254. Επανάληψη συζήτησης για τη συμπλήρωση κενών 1110
Άρθρο 255. Απομάκρυνση προσώπων για λόγους τάξεως 1117
Άρθρο 256. Περιεχόμενο πρακτικών 1118
Άρθρο 257. Ανάγνωση των πρακτικών 1120
Άρθρο 258. Υπογραφή των πρακτικών 1121
Άρθρο 259. Πλήρης απόδειξη. Ελεύθερη εκτίμηση ομολογιών 1122
Άρθρο 260. Ματαίωση της συζήτησης 1123
Άρθρο 261. Απάντηση στους ισχυρισμούς 1128
Άρθρο 262. Περιεχόμενο ένστασης 1134
Άρθρο 263. Χρόνος πρότασης ορισμένων ενστάσεων 1142
Άρθρο 264. Παραπομπή υπόθεσης στη διαιτησία 1145
Άρθρο 265. Πρόωρη αγωγή κατά κληρονόμου 1149
Άρθρο 266. Αναβολή λόγω προσεπίκλησης 1150
Άρθρο 267. Ιδιαίτερη συζήτηση επί ορισμένων ενστάσεων 1151
Άρθρο 268. Άσκηση ανταγωγής. Προϋποθέσεις και συνέπειες 1151
Άρθρο 269. Αρχή της συγκεντρώσεως 1156
Άρθρο 270. Καταργήθηκε 1162
Άρθρο 270Α. Καταργήθηκε 1162
Άρθρο 271. Ερημοδικία εναγομένου 1163
Άρθρο 272. Ερημοδικία ενάγοντος. Πότε απορρίπτεται η αγωγή. Τύχη της ανταγωγής 1175
Άρθρο 273. Ερημοδικία κυρίως παρεμβαίνοντος 1186
Άρθρο 274. Ερημοδικία ή εμφάνιση του προσθέτως παρεμβαίνοντος 1187
Άρθρο 275. Ερημοδικία επί ομοδικίας 1189
Άρθρο 276. Ερημοδικία προσώπων του άρθρου 87 1190
Άρθρο 277. Προσεπίκληση του υποχρέου προς αποζημίωση 1191
Άρθρο 278. Υποκατάσταση του προσεπικαλέσαντος 1192
Άρθρο 279. Καταργήθηκε 1193
Άρθρο 280. Ειδικές περιπτώσεις ερημοδικίας 1193
Άρθρο 281. Πότε αρχίζει η συζήτηση 1194
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ
Παρεμπίπτοντα
Άρθρο 282. Προϋποθέσεις παρεμπιπτόντων ζητημάτων 1196
Άρθρο 283. Παρεμπίπτουσες αγωγές σε κάθε στάδιο της δίκης 1197
Άρθρο 284. Εξέταση των παρεμπιπτόντων ζητημάτων 1202
Άρθρο 285. Συνεκδίκαση ή παραπομπή σε ιδιαίτερη συζήτηση 1204
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΒΔΟΜΟ
Διακοπή και επανάληψη της δίκης
Άρθρο 286. Σε ποιες περιπτώσεις επέρχεται βίαιη διακοπή της δίκης 1205
Άρθρο 287. Πώς και πότε επέρχεται διακοπή της δίκης 1218
Άρθρο 288. Επί αναγκαστικής ομοδικίας 1223
Άρθρο 289. Άκυρες μετά τη διακοπή πράξεις 1223
Άρθρο 290. Εκούσια επανάληψη 1224
Άρθρο 291. Αναγκαστική επανάληψη 1226
Άρθρο 292. Προθεσμία για κληρονόμο 1228
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΓΔΟΟ
Κατάργηση και περάτωση της δίκης
Άρθρο 293. Διαδικασία και αποτελέσματα συμβιβασμού 1229
Άρθρο 294. Παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής. Πότε είναι απαράδεκτη 1236
Άρθρο 295. Αποτέλεσμα της παραίτησης 1240
Άρθρο 296. Παραίτηση από το δικαίωμα της αγωγής. Πότε είναι απαράδεκτη 1245
Άρθρο 297. Πώς γίνεται η παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα 1248
Άρθρο 298. Αποδοχή της αγωγής από τον εναγόμενο 1251
Άρθρο 299. Εφαρμογή σε όλες τις διαδικαστικές πράξεις 1256
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑΤΟ
Απόφαση
Άρθρο 300. Πότε και από ποιον εκδίδεται 1262
Άρθρο 301. Διάσκεψη και ψηφοφορία επί πολυμελών δικαστηρίων 1264
Άρθρο 302. Απόφαση κατά πλειοψηφία. Τρόπος σχηματισμού της 1265
Άρθρο 303. Διχασμός ψήφων 1267
Άρθρο 304. Σύνταξη απόφασης 1267
Άρθρο 305. Τι πρέπει να περιλαμβάνει το πρωτότυπο της απόφασης 1268
Άρθρο 306. Ποιοι υπογράφουν το πρωτότυπο της απόφασης 1271
Άρθρο 307. Προσδιορισμός προθεσμιών έκδοσης αποφάσεων για υποθέσεις τακτικής
διαδικασίας, ειδικών διαδικασιών, εκούσιας δικαιοδοσίας και ασφαλιστικών
μέτρων - Επανάληψη συζήτησης λόγω αδυναμίας έκδοσης απόφασης 1271
Άρθρο 308. Πότε εκδίδεται οριστική απόφαση 1276
Άρθρο 309. Η οριστική απόφαση δεν ανακαλείται. Δυνητική ανάκληση
μη οριστικής απόφασης 1280
Άρθρο 310. Πώς γίνεται η επίδοση της απόφασης 1282
Άρθρο 311. Καταργήθηκε 1283
Άρθρο 312. Τι αποδεικνύει η δικαστική απόφαση. Αντίθεση του πρακτικού συζήτησης 1283
Άρθρο 313. Πότε δικαστική απόφαση αναγνωρίζεται ως ανύπαρκτη 1284
Άρθρο 314. Αναστολή εκτέλεσης ανύπαρκτης απόφασης 1290
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ
Διαδικασία διόρθωσης και ερμηνείας αποφάσεων
Άρθρο 315. Λάθη κατά τη σύνταξη της απόφασης 1291
Άρθρο 316. Ερμηνεία απόφασης 1296
Άρθρο 317. Περιεχόμενο αίτησης διόρθωσης ή ερμηνείας απόφασης 1300
Άρθρο 318. Διαδικασία συζήτησης της αίτησης 1303
Άρθρο 319. Ένδικα μέσα κατά της απόφασης 1305
Άρθρο 320. Σημείωση στο πρωτότυπο 1306
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΔΕΚΑΤΟ
Δεδικασμένο
Άρθρο 321. Ποιες αποφάσεις αποτελούν δεδικασμένο 1317
Άρθρο 322. Τι καλύπτει το δεδικασμένο 1326
Άρθρο 323. Προϋποθέσεις δεδικασμένου από αλλοδαπή απόφαση 1332
Άρθρο 324. Για ποια δικαιώματα υπάρχει δεδικασμένο 1342
Άρθρο 325. Υπέρ και κατά ποιων ισχύει το δεδικασμένο 1348
Άρθρο 326. Δεδικασμένο και καταπιστευματοδόχος 1357
Άρθρο 327. Δεδικασμένο και κληρονόμος ή εκτελεστής διαθήκης 1359
Άρθρο 328. Δεδικασμένο και εγγυητής 1362
Άρθρο 329. Δεδικασμένο και μέλη νομικού προσώπου 1365
Άρθρο 330. Ποιες ενστάσεις καλύπτει το δεδικασμένο 1372
Άρθρο 331. Δεδικασμένο και παρεμπίπτοντα 1375
Άρθρο 332. Πώς λαμβάνεται υπόψη 1381
Άρθρο 333. Προσβολή δεδικασμένου λόγω δόλου 1382
Άρθρο 334. Μεταρρύθμιση τελεσίδικης απόφασης για περιοδικές παροχές λόγω
μεταβολής οικονομικών συνθηκών. Προϋποθέσεις και διαδικασία 1386
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΩΔΕΚΑΤΟ
Απόδειξη
ΤΙΤΛΟΣ ΠΡΩΤΟΣ
Γενικές διατάξεις
Άρθρο 335. Αντικείμενο της απόδειξης 1392
Άρθρο 336. Γεγονότα κοινώς γνωστά ή γνωστά στο δικαστήριο.
Διδάγματα της κοινής πείρας 1398
Άρθρο 337. Γνώση του αλλοδαπού δικαίου 1402
Άρθρο 338. Ποιος φέρει το βάρος της απόδειξης 1408
Άρθρο 339. Ποια είναι τα αποδεικτικά μέσα 1414
Άρθρο 340. Ελεύθερη εκτίμηση και κατά συνείδηση κρίση 1421
Άρθρο 341. Καταργήθηκε 1427
Άρθρο 342. Καταργήθηκε 1427
Άρθρο 343. Καταργήθηκε 1427
Άρθρο 344. Καταργήθηκε 1427
Άρθρο 345. Καταργήθηκε 1427
Άρθρο 346. Κοινά αποδεικτικά μέσα 1427
Άρθρο 347. Πιθανολόγηση περιστατικών με όλα τα πρόσφορα μέσα 1429
Άρθρο 348. Διεξαγωγή συντηρητικής απόδειξης 1431
Άρθρο 349. Στοιχεία αίτησης και διαδικασία εκδίκασής της 1433
Άρθρο 350. Πώς διεξάγεται η συντηρητική απόδειξη 1435
Άρθρο 351. Πώς λαμβάνεται υπόψη η συντηρητική απόδειξη 1436
ΤΙΤΛΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ
Οµολογία
Άρθρο 352. Αποδεικτική δύναμη της ομολογίας 1437
Άρθρο 353. Αποδεικτική δύναμη σύνθετης ομολογίας 1443
Άρθρο 354. Προϋποθέσεις ανάκλησης ομολογίας 1444
ΤΙΤΛΟΣ ΤΡΙΤΟΣ
Aυτοψία
Άρθρο 355. Πότε διατάσσεται 1446
Άρθρο 356. Συνδυασμός αυτοψίας με πραγματογνωμοσύνη και εξέταση μαρτύρων 1449
Άρθρο 357. Τόπος και χρόνος ενέργειας της αυτοψίας 1450
Άρθρο 358. Μέσα αυτοψίας 1450
Άρθρο 359. Περιεχόμενο της έκθεσης αυτοψίας 1451
Άρθρο 360. Κατάθεση της έκθεσης αυτοψίας 1452
Άρθρο 361. Συνδρομή των διαδίκων 1453
Άρθρο 362. Ανοχή διαδίκου ή τρίτου 1453
Άρθρο 363. Υποχρέωση διευκόλυνσης της αυτοψίας 1454
Άρθρο 364. Κλήτευση διαδίκου ή τρίτου 1455
Άρθρο 365. Εξαναγκασμός για την ενέργεια της αυτοψίας 1456
Άρθρο 366. Ματαίωση αυτοψίας. Κρίση του δικαστηρίου 1457
Άρθρο 367. Παρακώλυση αυτοψίας. Ποινές 1459
ΤΙΤΛΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ
Πραγµατογνωµοσύνη
Άρθρο 368. Πότε διορίζονται πραγματογνώμονες 1460
Άρθρο 369. Έργο των πραγματογνωμόνων 1467
Άρθρο 370. Διορισμός και αντικατάσταση πραγματογνωμόνων 1468
Άρθρο 371. Κατάλογος πραγματογνωμόνων 1471
Άρθρο 372. Ορισμός ή διορισμός πραγματογνωμόνων 1471
Άρθρο 373. Ποιοι δεν μπορούν να διορισθούν 1472
Άρθρο 374. Υποχρεωτική η εκτέλεση των καθηκόντων πραγματογνωμοσύνης 1473
Άρθρο 375. Κοινοποίηση της διάταξης διορισμού πραγματογνώμονα 1474
Άρθρο 376. Εξαίρεση πραγματογνωμόνων. Λόγοι 1476
Άρθρο 377. Αίτηση εξαίρεσης πραγματογνώμονα 1477
Άρθρο 378. Απόφαση επί αίτησης εξαίρεσης - Διορισμός άλλου πραγματογνώμονα 1478
Άρθρο 379. Παροχή οδηγιών προς τους πραγματογνώμονες 1479
Άρθρο 380. Γνώση στοιχείων της δικογραφίας και διευκρινίσεις 1480
Άρθρο 381. Καταργήθηκε 1481
Άρθρο 382. Παράσταση των πραγματογνωμόνων σε διαδικαστικές πράξεις 1482
Άρθρο 383. Γνωμοδότηση πραγματογνωμόνων. Στοιχεία που πρέπει
να περιέχει. Κατάθεση της έκθεσης 1482
Άρθρο 384. Διευκρινίσεις σχετικά με τη γνωμοδότηση 1484
Άρθρο 385. Όρκιση πραγματογνωμόνων 1485
Άρθρο 386. Άρνηση εκτέλεσης καθηκόντων. Ποινές 1486
Άρθρο 387. Ελεύθερη εκτίμηση της γνωμοδότησης 1486
Άρθρο 388. Νέα πραγματογνωμοσύνη 1489
Άρθρο 389. Καταργήθηκε 1490
Άρθρο 390. Άλλες γνωμοδοτήσεις 1491
Άρθρο 391. Τεχνικοί σύμβουλοι των διαδίκων. 1492
Άρθρο 392. Πώς διορίζονται. Ποια δικαιώματα έχουν 1493
ΤΙΤΛΟΣ ΠΕΜΠΤΟΣ
Μάρτυρες
Άρθρο 393. Πότε δεν επιτρέπεται απόδειξη με μάρτυρες λόγω ποσού 1496
Άρθρο 394. Πότε επιτρέπεται ανεξάρτητα από το ποσό 1500
Άρθρο 395. Σχέση μαρτύρων με ένορκες βεβαιώσεις και τεκμήρια 1505
Άρθρο 396. Εξέταση μαρτύρων 1505
Άρθρο 397. Εξέταση μαρτύρων και με τηλεδιάσκεψη 1506
Άρθρο 398. Κλήτευση μαρτύρων. Συνέπειες μη προσέλευσης 1506
Άρθρο 399. Ποιοι δεν εξετάζονται ως μάρτυρες 1507
Άρθρο 400. Ποιοι μπορούν να εξαιρεθούν ως μάρτυρες 1509
Άρθρο 401. Ποιοι μπορούν να αρνηθούν την εξέτασή τους 1513
Άρθρο 402. Για ποια περιστατικά δεν υπάρχει υποχρέωση μαρτυρίας 1515
Άρθρο 403. Έρευνα των λόγων μη εξέτασης και απόφαση 1516
Άρθρο 404. Αδικαιολόγητη άρνηση μαρτυρίας 1518
Άρθρο 405. Μάρτυρες που δεν ορκίζονται 1518
Άρθρο 406. Εξέταση μαρτύρων στην κατοικία τους 1519
Άρθρο 407. Έρευνα στοιχείων και αξιοπιστίας του μάρτυρα 1519
Άρθρο 408. Όρκιση του μάρτυρα. Τύπος όρκου 1520
Άρθρο 409. Πώς γίνεται η εξέταση των μαρτύρων 1521
Άρθρο 410. Έκθεση ή πρακτικά εξέτασης των μαρτύρων 1523
Άρθρο 411. Συμπληρωματική εξέταση μαρτύρων 1524
Άρθρο 412. Καταργήθηκε 1525
Άρθρο 413. Μάρτυρες με ειδικές γνώσεις 1525
Άρθρο 414. Καταργήθηκε 1525
ΤΙΤΛΟΣ ΕΚΤΟΣ
Eξέταση των διαδίκων
Άρθρο 415. Προϋποθέσεις εξέτασης των διαδίκων 1526
Άρθρο 416. Πώς γίνεται 1529
Άρθρο 417. Εξέταση χωρίς όρκο. Δυνητική η ένορκη εξέταση διαδίκου 1530
Άρθρο 418. Πότε αποκλείεται η ένορκη εξέταση 1531
Άρθρο 419. Συνέπειες μη εμφάνισης ή μη κατάθεσης διαδίκου 1531
Άρθρο 420. Ελεύθερη εκτίμηση 1532
ΤΙΤΛΟΣ ΕΒΔΟΜΟΣ
[Όρκος]
Άρθρο 421. Ένορκες βεβαιώσεις 1533
Άρθρο 422. Επίδοση κλήσης 1538
Άρθρο 423. Ενστάσεις και αιτήσεις εξαίρεσης εκείνου, που δίδει τη βεβαίωση,
καταχωρίζονται στο προοίμιο της ένορκης βεβαίωσης, κρίνονται όμως από
το Δικαστήριο 1547
Άρθρο 424. Μη λήψη υπόψη ένορκης βεβαίωσης 1549
Άρθρο 425-431. Καταργήθηκαν 1550
ΤΙΤΛΟΣ ΟΓΔΟΟΣ
Έγγραφα
Άρθρο 432. Πότε τα έγγραφα έχουν αποδεικτική δύναμη 1551
Άρθρο 433. Τεκμήριο επί τεμαχισμού ή διαγραφής 1555
Άρθρο 434. Μεταβολές στο έγγραφο 1556
Άρθρο 435. Απόδειξη περί υπάρξεως εγγράφου 1556
Άρθρο 436. Αναφορά εγγράφου σε άλλο έγγραφο 1558
Άρθρο 437. Συντηρητική απόδειξη με έγγραφο 1559
Άρθρο 438. Βεβαιώσεις του συντάκτη δημοσίων εγγράφων 1560
Άρθρο 439. Αλλοδαπά δημόσια έγγραφα 1563
Άρθρο 440. Γεγονότα που όφειλε να βεβαιώσει ο συντάκτης δημοσίων εγγράφων 1565
Άρθρο 441. Δηλώσεις συμβαλλομένων σε δημόσια έγγραφα 1567
Άρθρο 442. Άκυρα δημόσια έγγραφα 1569
Άρθρο 443. Στοιχεία ιδιωτικών εγγράφων 1569
Άρθρο 444. Επίσημα βιβλία εμπόρων και επαγγελματιών. Έννοια μηχανικής απεικόνισης 1572
Άρθρο 445. Αποδεικτική δύναμη ιδιωτικών εγγράφων 1578
Άρθρο 446. Τρόποι κτήσεως βεβαίας χρονολογίας 1582
Άρθρο 447. Αποδεικτική δύναμη υπέρ του εκδότη 1583
Άρθρο 448. Αποδεικτική δύναμη επαγγελματικών βιβλίων 1584
Άρθρο 449. Επίσημα αντίγραφα 1586
Άρθρο 450. Επίδειξη εγγράφων 1591
Άρθρο 451. Πώς ζητείται η επίδειξη 1597
Άρθρο 452. Εκτέλεση απόφασης επίδειξης εγγράφων 1602
Άρθρο 453. Πρωτότυπο, αντίγραφο, απόσπασμα 1605
Άρθρο 454. Μετάφραση ξενόγλωσσων εγγράφων 1606
Άρθρο 455. Γνησιότητα δημοσίων εγγράφων 1607
Άρθρο 456. Γνησιότητα αλλοδαπών δημοσίων εγγράφων 1607
Άρθρο 457. Γνησιότητα ιδιωτικών εγγράφων. Αναγνώριση υπογραφής 1608
Άρθρο 458. Πώς αποδεικνύεται 1612
Άρθρο 459. Παραβολή εγγράφων. Δείγμα γραφής ή υπογραφής 1612
Άρθρο 460. Προσβολή εγγράφων ως πλαστών 1614
Άρθρο 461. Πώς προτείνεται η πλαστογραφία 1617
Άρθρο 462. Υπόνοιες πλαστογραφίας 1619
Άρθρο 463. Προσαγωγή αποδεικτικών μέσων πλαστότητας 1621
Άρθρο 464. Προσβολή χωρίς να κατονομάζεται ο πλαστογράφος 1624
Άρθρο 465. Κήρυξη εγγράφου ως πλαστού. Γνωστοποίηση στον Εισαγγελέα 1625
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΤΡΙΤΟ
Ειδικές διατάξεις για τις µικροδιαφορές
Άρθρο 466. Ειδικές διατάξεις για τις μικροδιαφορές - Αξία αντικειμένου
διαφοράς μεγαλύτερη από οκτώ χιλιάδες (8.000) ευρώ 1627
Άρθρο 467. Ειδικές διατάξεις για τις μικροδιαφορές - Αξία αντικειμένου διαφοράς
μέχρι οκτώ χιλιάδες (8.000) ευρώ - Σώρευση απαιτήσεων - Προϋποθέσεις 1639
Άρθρο 468. Ειδικές διατάξεις για τις μικροδιαφορές - Πώς ασκείται η αγωγή -
Νέοι ισχυρισμοί - Παρεμβάσεις - Ανταγωγές - Προθεσμίες - Εγγραφή
στο πινάκιο - Εξουσιοδοτικές διατάξεις 1641
Άρθρο 469. Ειδικές διατάξεις για τις μικροδιαφορές - Συζήτηση της αγωγής -
Μη επιτρεπτό αναβολής συζήτησης – Νέοι ισχυρισμοί - Αποκλίσεις από
τις δικονομικές διατάξεις - Ανακοπή ερημοδικίας 1648
Άρθρο 470. Καταργήθηκε 1656
Άρθρο 471. Καταργήθηκε 1657
Άρθρο 472. Καταργήθηκε 1657
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ
Ειδικές διατάξεις για τη λογοδοσία
Άρθρο 473. Περιεχόμενο του αιτήματος της αγωγής 1658
Άρθρο 474. Ορισμός προθεσμίας κατάθεσης του λογαριασμού ή του καταλόγου 1663
Άρθρο 475. Συζήτηση μετά την κατάθεση 1664
Άρθρο 476. Καταδίκη του εναγομένου σε περίπτωση ομολογίας 1666
Άρθρο 477. Μη κατάθεση λογαριασμού ή καταλόγου 1667
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΠΕΜΠΤΟ
Ειδικές διατάξεις για τη διανοµή
Άρθρο 478. Απαράδεκτη η αγωγή 1670
Άρθρο 479. Προσδιορισμός μερίδων 1691
Άρθρο 480. Αυτούσια διανομή 1695
Άρθρο 480Α. Σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας 1703
Άρθρο 481. Πότε δεν διατάσσεται απόδειξη 1709
Άρθρο 482. Αποφυγή κατάτμησης ακινήτων 1713
Άρθρο 483. Επιχείρηση ως οικονομικό σύνολο. Εξαγορά μερίδων 1716
Άρθρο 484. Ανέφικτη ή ασύμφορη διανομή. Πλειστηριασμός 1727
Άρθρο 485. Μερική αυτούσια διανομή 1732
Άρθρο 486. Κλήρωση 1732
Άρθρο 487. Πώς γίνεται η κλήρωση 1735
Άρθρο 488. Κλήρωση ενώπιον συμβολαιογράφου. Συμφωνία περί μη κληρώσεως 1737
Άρθρο 489. Μεταγραφή απόφασης και έκθεσης κλήρωσης ή διανομής 1738
Άρθρο 490. Έγγραφα αποδεικτικά των δικαιωμάτων 1741
Άρθρο 491. Προσεπίκληση τρίτων 1741
Άρθρο 492. Περιορισμός υποθήκης και ενεχύρου μετά τη διανομή 1744
Άρθρο 493. Περιορισμός επικαρπίας 1744
Άρθρο 494. Περιορισμός κατασχέσεων 1744
ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΟ ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ 1749
Σελ. 1
ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ
ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ
Δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων
1 Ποιες διαφορές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια
Στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν:
α) οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, β) οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας που ο νόμος έχει υπαγάγει σ’ αυτά, γ) οι υποθέσεις δημόσιου δικαίου που ο νόμος έχει υπαγάγει σ’ αυτά.
Σχετικές διατάξεις: ΠολΔ Ι, ΣχΠολΔ I 9-12, 118-119, 173, 259 IX 9, 229, 230 ΠρΑνΕπ 1-2, 143, 552, 614.
Βιβλιογραφία-Αρθρογραφία: – Αρβανιτάκης Π., Παρατηρήσεις στην ΕφΑθ 2888/2009, ΕΠολΔ 2010, 197 επ. – Βεγλερής Φ., Ιδιοµορφίες και στάδια του ελληνικού διοικητικού δικαίου, σε: Προσφορά στον Γ. Μιχαηλίδη-Νουάρο, τόµ. Α, σελ. 107 επ. – Γέροντας Α., Δίκαιο δημοσίων συμβάσεων, 2024. – Γέροντας Α./Ψάλτης Α., Ερμηνεία ΚΕΔΕ (ΝΔ 356/1974 και η ανακοπή του ΚΔΔ, άρθρα 216-230), Γ΄ έκδ, 2016. – Γιαννακόπουλος Κ., Δημόσιες συμβάσεις και συμβάσεις παραχώρησης, 2019. – Δέγλερης Π., Οι δημόσιες συμβάσεις στην ενωσιακή έννομη τάξη, 2019. – Δεληκωστόπουλος Σ./Σινανιώτης Λ., Μαθήματα πολιτικής δικονομίας, τόμ. 1ος, τεύχ. Α΄, 1969. – Δετσαρίδης Χ., Η προδικαστική προσφυγή στο στάδιο ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων, 2019. – Καΐσης Αθ., Ακύρωση διαιτητικών αποφάσεων (1989). – Καλαβρός Κ., Δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων για αθλητικές διαφορές, ΝοΒ 1984, 532 επ. – Καράκωστας Β., Παρατηρήσεις στην ΤρΔΠρΑθ 8201/1989, ΔΦΝ 1990, 1448 επ. – Κεραμεύς Κ., Αστικό δικονομικό δίκαιο, Γενικό μέρος, 1986. – Κλαμαρής Ν./Κουσούλης Σ./Πανταζόπουλος Σ., Πολιτική δικονομία, Δ΄ έκδ., 2022. – Κονδύλης Β. σε Ε. Βενιζέλου, Το Ελληνικό Σύνταγμα, κατ’ άρθρο ερμηνεία, 2025, άρθρο 8. – Κόρσος Δ., Οι διαφορές εκ της εφαρµογής της νοµοθεσίας περί εισπράξεως δηµοσίων εσόδων, Τιµητικός Τόµος Γ. Μητσόπουλου ΙΙ (1993), σελ. 663 επ. – Κουβαράς Η. σε Σ. Βλαχόπουλου/Ξ. Κοντιάδη/Γ. Τασόπουλου, Σύνταγμα, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, 2024, άρθρο 8. – Κουσούλης Στ., Θεµελιώδη προβλήµατα της διαιτησίας, τόµ. Β (1996). – Κουταλιανός Στ., σε Ο νέος Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, επιμ. Απαλαγάκη Χ./Σταματόπουλου Στ. 2022, άρθρο 1 ΚΠολΔ. – Ο ίδιος, (παρατηρήσεις στην ΑΠ 92/2010), ΕΠολΔ 2010, 826-829. – Κρητικός Αθ., Καθορισµός της προσήκουσας δικαιοδοσίας κατά του ελληνικού Δηµοσίου για την αγωγή αποζηµίωσης από αυτοκινητικό ατύχηµα βάσει του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, Δ 1990, 114 επ. – Κτιστάκης Γ., Ιερός Νόμος του Ισλάμ και μουσουλμάνοι Έλληνες πολίτες, μεταξύ κοινοτισμού και φιλελευθερισμού, 2006. – Λαζαράτος Π., Διοικητικό δικονομικό δίκαιο, 6η έκδ., 2025. – Μπέης Κ./Καλαβρός Κ., Ακύρωση διαιτητικής απόφασης σε περίπτωση συµβατικού και νοµοθετικού αποκλεισµού του σχετικού διαπλαστικού δικαιώµατος (γνωµ.) Δ 1987, 148 επ. – Μπέης Κ./Καλαβρός Κ./Σταματόπουλος Σ., Δικονομία των ιδιωτικών διαφορών, Γενικό μέρος, τόμ. Ι, 1999. – Μπεκιαρίδης Γ., Οι µουφτήδες ως θρησκευτικοί ηγέται των µουσουλµάνων της περιφερείας των και ως δηµόσιαι αρχαί, Αρµ 1973, 885 επ. – Μπουρόπουλος Ν., Η έννοια της δικαιοδοτικής λειτουργίας, 1951. – Νίκας Ν., Το κύρος της ρήτρας υπαγωγής των µεταξύ των αµειβοµένων καλαθοσφαιριστών και των σωµατείων τους συµβατικών διαφορών στις επιτροπές
Σελ. 2
επίλυσης οικονοµικών διαφορών αµειβόµενης καλαθοσφαίρισης, Αρµ 1994, 508 επ. – Ο ίδιος, Δικαιοδοσία για την εκδίκαση διαφορών από ατυχήµατα που προκαλούν αυτοκίνητα οδηγούµενα από κρατικά όργανα, ΕλλΔνη 1995, 525 επ. – Παπαχρήστου Β., Παρατηρήσεις στην ΑΕΔ 18/1993, Δ 1994, 873 επ. – Ο ίδιος, Παρατηρήσεις στην ΣτΕ 13/1994, Δ 1995, 332 επ. – Παυλίδου Ε., Η δεσμευτική ενέργεια των αποφάσεων της ποινικής και πολιτικής δικαιοδοσίας στη διοικητική δίκη, 2014. – Πικραμένος Μ., Τα κριτήρια της νομολογίας του ΑΕΔ και του ΣτΕ για τη διάκριση ιδιωτικών – διοικητικών διαφορών. Η προβληματική στο πεδίο του υπαλληλικού δικαίου, ΕφημΔΔ 2006, σελ. 735. – Ράικος Δ., Δικαστική ανεξαρτησία και αμεροληψία, 2008. – Ο ίδιος, Δίκαιο δημοσίων συμβάσεων, 2η έκδ., 2017. – Ο ίδιος, Διοικητικό δικονομικό δίκαιο, 2024. – Ράμμος Γ., Εγχειρίδιον αστικού δικονομικού δικαίου, τόμ. 1ος, 1978. – Ρέµελης Κ., Οι διαφορές από συµβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου µε το Δηµόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, ΕΕργΔ 1995, 387 επ. – Ο ίδιος, Διοικητική αρμοδιότητα και ιδιωτικό δίκαιο ΕΔΔ 2007, 379 επ. – Σκουρής Β., Οι διοικητικές συµβάσεις και τα πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής, ΕΝΟΒΕ 1990, 31 επ. – Ο ίδιος, Διοικητικό δικονομικό δίκαιο, 1996. – Σοφιαλίδης Α., Η δικαιοδοσία των διοικητικών ή των πολιτικών δικαστηρίων στις διαφορές από την εφαρµογή του ΚΕΔΕ, ΕΝΟΒΕ 1990, 43 επ. – Σπηλιωτόπουλος Ε., Εγχειρίδιο διοικητικού δικαίου, τόμ. ΙΙ, 13η έκδ., 2010. – Σπυρόπουλος Φ., Συνταγματικό δίκαιο, 2018. – Σταθόπουλος Μ., Φύση και συνταγµατικότητα των συµβάσεων και επιτροπών ως προς τις σχέσεις ΤΑΚ και καλαθοσφαιριστών, ΕΑΔ 1995, 411 επ. – Σταµατόπουλος Στ., Διαφορές του ΚΕΔΕ και δικαιοδοσία των πολιτικών ή διοικητικών δικαστηρίων µετά τον Ν 1406/1983, Δ 1987, 45 επ. – Ο ίδιος, Οι διοικητικές διαφορές και τα πολιτικά δικαστήρια µετά το Ν 1406/1983, Δ 1984, 3 επ. – Συµεωνίδης Ι., Τα όρια της δικαιοδοσίας των πολιτικών και διοικητικών δικαστηρίων (1995). – Τζέμος Θ. σε Σ. Βλαχόπουλου/Ξ. Κοντιάδη/Γ. Τασόπουλου, Σύνταγμα, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, 2024, άρθρο 99. – Τσάτσος Δ., Συνταγματικό δίκαιο, τόμ. Β΄, 1993. – Τσιρωνάς Α., Οι συγκρούσεις λειτουργιών και δικαιοδοσιών και η επίλυσή τους από το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, 2015. – Ο ίδιος, σε Σ. Βλαχόπουλου/Ξ. Κοντιάδη/Γ. Τασόπουλου, Σύνταγμα, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, 2024, άρθρο 93. – Ο ίδιος, Οι αξιώσεις αδικαιολόγητου πλουτισμού από την εκτέλεση διοικητικών συμβάσεων, 2007. – Τσιτσελίκης Κ., Η θέση του µουφτή στην ελληνική έννοµη τάξη, σε: Νοµικά ζητήµατα θρησκευτικής ετερότητας στην Ελλάδα, σελ. 271 επ. – Φλογαΐτης Σ., Η διοικητική σύμβαση, έννοια και φύση, 1991. – Χασάπης Κ., Τα δηµόσια έργα, ΝοΒ 1987, 1170 επ. – Χρονοπούλου Κ., Δικονοµικά ζητήµατα κατά την επίλυση αθλητικών διαφορών, 2008). – Χρυσανθάκης Χ., Η συνταγματική κατοχύρωση της διάκρισης των δικαιοδοσιών, Το πρόβλημα της οριοθέτησης της δικαιοδοσίας των διοικητικών δικαστηρίων, 1992. – Ψωµάς Ι., Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 4, Δ 1998, 579 επ.
Περιεχόµενα
Ι. Έννοια της δικαιοδοσίας 1
ΙΙ. Συνταγματική κατανομή της δικαιοδοσίας 2-6
1. Αρχή διάκρισης των δικαιοδοσιών 2
2. Δικαιολογία 3
3. Σχέση πολιτικής και ποινικής δικαιοδοσίας 4
4. Σύνδεση της οργανωτικής διάκρισης των δικαστηρίων με την ουσιαστική δικαιοδοσία τους 5
5. Όρια της συνταγματικής παραχώρησης στον κοινό νομοθέτη 6
ΙΙΙ. Γενικά χαρακτηριστικά της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων 7
IV. Αντικείμενο της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων 8-101
1. Ύπαρξη ιδιωτικής διαφοράς 9-17
2. Ύπαρξη διοικητικής διαφοράς 18-87
3. Υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας 88-95
4. Yποθέσεις δηµοσίου δικαίoυ 96-98
5. Διοικητικής (μη δικαιοδοτικής) φύσης αρμοδιότητες 99-101
V. Διασταύρωση των δικαιοδοσιών 102-105
1. Γενικό πλαίσιο 102
2. Αυτοκινητικές διαφορές 103
3. Διαφορές από την κατασκευή δημόσιου έργου 104
4. Διαφορές αναγνώρισης δικαιούχων και καθορισμού τιμής μονάδας σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτρίωσης 105
Σελ. 3
VΙ. Έκταση αμοιβαίας δέσµευσης των δικαστηρίων από τις αποφάσεις δικαστηρίων άλλων δικαιοδοτικών κλάδων 106-115
1. Σχέση ποινικής και πολιτικής δικαιοδοσίας 107-111
2. Σχέση πολιτικής και διοικητικής δικαιοδοσίας 112-115
1 Ι. Έννοια δικαιοδοσίας. Αποτελεί κοινό τόπο ότι αποστολή του κράτους είναι η προστασία των πολιτών του, στους οποίους, για λόγους αυτονόητους, έχει απαγορεύσει την αυτοδικία. Για το λόγο αυτό, ως προς τις διαφορές που ανακύπτουν μεταξύ των κοινωνών του δικαίου έχει τεθεί ο μηχανισμός της συντεταγμένης δίκης και, τελικά, απονομής δικαιοσύνης από τα δικαστήρια, κατά την οποία αίρονται οι αμφισβητήσεις και οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων. Η απονομή της δικαιοσύνης, η οποία γίνεται για την εξυπηρέτηση των ιδιωτικών συμφερόντων αλλά ταυτοχρόνως και του δημόσιου συμφέροντος, μέσω της εμπέδωσης της ασφάλειας του δικαίου, γίνεται από τα δικαστήρια, τα οποία έχουν από το Σύνταγμα την εξουσία κρίσης και απονομής δικαιοσύνης, στοιχεία τα οποία συνιστούν την έννοια της δικαιοδοσίας, αφού ως δικαιοδοσία (jurisdiction) με την ευρεία του όρου έννοια ορίζεται η εξουσία επίλυσης διαφορών και απονομής δικαιοσύνης από τα αρμόδια κρατικά όργανα [Σ. Δεληκωστόπουλος/Λ. Σινανιώτης, Μαθήματα πολιτικής δικονομίας, τόμ. 1ος, τεύχ. Α΄, 1969, § 7 Ι σελ. 17. Γ. Ράμμος, Εγχειρίδιον αστικού δικονομικού δικαίου, τόμ. 1ος, 1978, σελ. 22]. Η δικαιοδοσία, δηλαδή, είναι συνυφασμένη με την οργανική και λειτουργική οριοθέτηση της εν γένει δικαιοσύνης [Κ. Κεραμεύς, Αστικό δικονομικό δίκαιο, Γενικό μέρος, 1986, σελ. 16]. Το δικαιοδοτικό έργο συνίσταται, ειδικότερα, στην άσκηση διαγνωστικών καθηκόντων από αμέτοχο και ανεξάρτητο τρίτο πρόσωπο στο πλαίσιο ορισμένης διαδικασίας και υπό αυτή την ευρεία έννοια, η δικαιοδοτική λειτουργία είναι έννοια που αρμόζει σε κάθε δικαιοδοτούν όργανο και όχι μόνο στα δικαστήρια, δεδομένου ότι κρίσιμο για την κατάφαση του κατηγορήματος της δικαιοδοσίας δεν είναι το όργανο, αλλά η επιτέλεση του δικαιοδοτικού έργου, το οποίο ταυτίζεται με την υπαγωγή πραγματικών περιστατικών στον προσήκοντα κανόνα δικαίου και την άντληση της σχετικής έννομης συνέπειας [βλ. γενικά, Ν. Μπουρόπουλο, Η έννοια της δικαιοδοτικής λειτουργίας, 1951. Επίσης, Ν. Κλαμαρής/Σ. Κουσούλης/Σ. Πανταζόπουλος, Πολιτική δικονομία, Δ΄ έκδ., 2022, σελ. 291]. Έτσι, η δικαιοδοσία με τη στενή του όρου έννοια ταυτίζεται με τη δικαστική λειτουργία, που ασκείται από ορισμένο κλάδο δικαστηρίων, ο οποίος έχει ως αποστολή την κρίση για συγκεκριμένες κατηγορίες υποθέσεων [Κ. Κεραμεύς, Αστικό δικονομικό δίκαιο ό.π. σελ. 16, Σπηλιωτόπουλος, Εγχειρίδιο διοικητικού δικαίου, τόμ. ΙΙ, 2010, σελ. 29] με τελικό πάντα σκοπό την παροχή έννομης προστασίας [Νίκας, Πολιτική δικονομία τόμ. Ι, Β΄ έκδ., 2020, § 7 Ι αριθμ. περιθ. 1 σελ. 93] και την ειδικότερη σημείωση ότι κύρια αποστολή της δικαιοδοσίας, με την ουσιαστική του όρου έννοια, είναι η επίλυση των διαφορών ως προς την επέλευση ή όχι έννομων συνεπειών του εκάστοτε ουσιαστικού δικαίου [Κ. Μπέης/Κ. Καλαβρός/Σ. Σταματόπουλος, Δικονομία των ιδιωτικών διαφορών, Γενικό μέρος, τόμ. Ι, 1999, § 15. 1 σελ. 233]. Ο όρος δικαιοδοσία χρησιμοποιείται υπό δύο έννοιες: υπό τη στενή, που περιορίζεται στη stricto sensu απονομή της δικαιοσύνης και υπό την ευρεία έννοια, η οποία συμπεριλαμβάνει και τη διοίκηση της δικαιοσύνης [Γ. Μητσόπουλος, Πολιτική δικονομία τεύχ. Α΄, 1972, σελ. 104].
2 ΙΙ. Συνταγματική κατανομή της δικαιοδοσίας: 1. Αρχή διάκρισης των δικαιοδοσιών. Η απονοµή της δικαιοσύνης µε βάση το ισχύον Σύνταγµα (άρθρo 94 § 1) γίνεται από δικαστήρια διαφορετικών κλάδων, ανάλογα με τη φύση της υπόθεσης ή της διαφοράς, κατ’ εφαρμογή της αρχής της διάκρισης των δικαιοδοσιών [Σπυρόπουλος, Συνταγματικό δίκαιο, 2018, σελ. 398 επ. Δ. Τσάτσος, Συνταγματικό δίκαιο, τόμ. Β΄, 1993, σελ. 506]. Η διάταξη του άρθρου 93 § 1 Συντ., που προβλέφθηκε το πρώτον με το ισχύον Σύνταγμα, εκφράζει τη βασική αρχή οργάνωσης των δικαστηρίων, αφενός ως προς την ουσιαστική τους δικαιοδοσία, δηλαδή τη διάκρισή τους αναλόγως των διαφορών ή υποθέσεων που εκδικάζουν και, αφετέρου, ως προς την οργανική τους ταυτότητα, δηλαδή τη διάκρισή τους με βάση τους οργανικούς κλάδους που σχηματίζουν [Δ. Τσάτσος, Συνταγματικό δίκαιο,
Σελ. 4
τόμ. Β΄, 1993, σελ. 506. Α. Τσιρωνάς σε Σ. Βλαχόπουλου/Ξ. Κοντιάδη/Γ. Τασόπουλου, Σύνταγμα, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, 2024, άρθρο 93 § Ι σελ. 1169]. Με την οργανική προσέγγιση η δικαιοδοσία παραπέμπει στους διαφορετικούς δικαιοδοτικούς κλάδους μιας έννομης τάξης, στους κλάδους δηλαδή της δικαιοσύνης, οι οποίοι διακρίνονται οργανικά μεταξύ τους [Γ. Ράμμος, Εγχειρίδιον αστικού δικονομικού δικαίου ό.π. σελ. 59 επ. Ε. Παυλίδου, Η δεσμευτική ενέργεια των αποφάσεων της ποινικής και πολιτικής δικαιοδοσίας στη διοικητική δίκη, 2014, σελ. 396 επ.]. Η οργανική αυτή διάκριση έχει δύο βασικά χαρακτηριστικά και συντρέχει, αφενός, όταν οι αποφάσεις των δικαστηρίων κάθε δικαιοδοτικού κλάδου ελέγχονται από διαφορετικό ανώτατο δικαστήριο και, αφετέρου, όταν τα δικαστήρια των διαφορετικών δικαιοδοσιών δεν συνδέονται δικονομικά μεταξύ τους και, συνεπώς, το αναρμόδιο κατά δικαιοδοσία για ορισμένη υπόθεση δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να την παραπέμψει στο αρμόδιο κατά την προσήκουσα άλλη δικαιοδοσία [Α. Τσιρωνάς σε Σ. Βλαχόπουλου/Ξ. Κοντιάδη/Γ. Τασόπουλου, Σύνταγμα, Ερμηνεία κατ’ άρθρο ό.π. άρθρο 93 § Ι 1 σελ. 1171]. Παράλληλα, με την ουσιαστική ή λειτουργική προσέγγιση η δικαιοδοσία διακρίνει τις βασικές κατηγορίες του λειτουργικού αντικειμένου της δικαιοσύνης [Μ. Πικραμένος, Τα κριτήρια της νομολογίας του ΑΕΔ και του ΣτΕ για τη διάκριση ιδιωτικών - διοικητικών διαφορών. Η προβληματική στο πεδίο του υπαλληλικού δικαίου, ΕφημΔΔ 2006, σελ. 735. Γ. Ράμμος, Εγχειρίδιον αστικού δικονομικού δικαίου ό.π. σελ. 104 επ. ιδίως 105]. Έτσι, το Σύνταγμα με τις προαναφερόμενες διατάξεις οργανώνει την απονομή της δικαιοσύνης με τη λειτουργία δικαιοδοτικών οργάνων αντίστοιχων προς τη φύση των διαφορών που ανακύπτουν, ως ιδιωτικών ή διοικητικών [Δ. Ράικος, Διοικητικό δικονομικό δίκαιο, 2024, σελ. 33] και ποινικών. Η καθιέρωση, πάντως, διαφόρων μορφών δικαιοδοτικής δράσης δεν διασπά την ενότητα της δικαιοσύνης, αφού πρόκειται για «παράλληλες εκφάνσεις της ίδιας πολιτειακής λειτουργίας, των οποίων η διαστολή επιβάλλεται από την ανάγκη ειδικεύσεως και από εκτιμήσεις αναγόμενες στον καταμερισμό των κρατικών έργων» [Κ. Κεραμεύς, Αστικό δικονομικό δίκαιο, Γενικό μέρος, 1986, αριθμ. 6 σελ. 29].
3 2. Δικαιολογία. Με την έννοια αυτή, οι δικαιοδοσίες είναι τρεις, αφού το ίδιο το Σύνταγμα διακρίνει τα δικαστήρια σε διοικητικά, πολιτικά και ποινικά και, ακολούθως, κατανέμει μεταξύ τους τις δικαιοδοσίες στα άρθρα 94 επ., με τη ρητή εξουσιοδότηση στον κοινό νομοθέτη να ρυθμίσει ειδικώς την οργάνωσή τους «με ειδικούς νόμους». Δικαιολογία αυτής της συνταγματικής επιλογής είναι φυσικά η λογική αλλά και πρακτική αντίληψη ότι η επίλυση υποθέσεων ή διαφορών, εξαιτίας του εύρους, της πολυπλοκότητάς και των ιδιαίτερων κατά περίπτωση χαρακτηριστικών τους, δεν είναι δυνατό να ανατίθεται σε δικαστήρια ενός και µόνο δικαιοδοτικού κλάδου [βλ. αναλυτικά Ι. Συµεωνίδη, Τα όρια της δικαιοδοσίας των πολιτικών και διοικητικών δικαστηρίων (1995), σελ. 23/24. Κατά τον Βεγλερή, Ιδιοµορφίες και στάδια του ελληνικού διοικητικού δικαίου, σε: Προσφορά στον Γ. Μιχαηλίδη-Νουάρο τοµ. Α, σελ. 107 επ. (169), οι ποικίλες εκφάνσεις τις δικαιοδοσίας των δικαστηρίων της χώρας µας, είναι αποτέλεσµα της ετερογένειας και της ιδιοτυπίας των επικρατούντων νοµικών εννοιών και πολιτικών θεσµών. Οι ιδιαιτερότητες αυτές επιβάλλουν τη συγκρότηση εξειδικευµένων κλάδων δικαιοσύνης, οι οποίοι, µέσω εξοικειωµένων δικαστών, είναι σε θέση να λύσουν δεσµευτικά την διαφορά ή την υπόθεση των ενδιαφεροµένων χωρίς πολλά δικονοµικά και άλλα απρόοπτα]. Οι εν λόγω διαφορετικές δικαιοδοσίες αφορούν (α) τη διοικητική δικαιοδοσία, η οποία αφορά την εξουσία των δικαστηρίων να επιλύουν διοικητικές διαφορές, δηλαδή διαφορές που αναφύονται μεταξύ της διοίκησης και των ιδιωτών ή διαφορές που, με ένα γενικό κριτήριο, διέπονται από το διοικητικό δίκαιο [Ε. Σπηλιωτόπουλος, Εγχειρίδιο διοικητικού δικαίου ό.π. σελ. 29. Β. Σκουρής, Διοικητικό δικονομικό δίκαιο, 1996, σελ. 66 επ.], (β) την πολιτική δικαιοδοσία, η οποία αναφέρεται στην εξουσία των δικαστηρίων να επιλύουν ιδιωτικές διαφορές, δηλαδή διαφορές των ιδιωτών μεταξύ τους ή διαφορές που διέπονται από το ιδιωτικό δίκαιο [Κ. Κεραμεύς, Αστικό δικονομικό δίκαιο ό.π. σελ. 3 επ. Γ. Ράμμος, Εγχειρίδιον αστικού δικονομικού δικαίου ό.π. σελ. 111 επ.] και (γ) σε ποινική δικαιοδοσία, η οποία αντιστοιχεί στην εξουσία των δικαστηρίων να καταστέλλουν τις αξιόποινες πράξεις και να ασκούν την ποινική αξίωση της πολιτείας κατά των συγκεκριμένων δραστών, που διαπράττουν ποινικά αδικήματα [Γ. Ράμμος, Εγχειρίδιον αστικού δικονομικού δικαίου ό.π. σελ. 105 και 113 επ.].
Σελ. 5
4 3. Πολιτική και ποινική δικαιοδοσία. Ωστόσο, την εκδίκαση των ιδιωτικών διαφορών και των ποινικών υποθέσεων το Σύνταγμα εμπιστεύεται στον (ουσιαστικά διακεκριμένο, αλλά) οργανικά ενιαίο δικαιοδοτικό κλάδο των τακτικών πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων, σύμφωνα με τα άρθρα 94 § 2 και 95 § 1 [βλ. και Χ. Χρυσανθάκη, Η συνταγματική κατοχύρωση της διάκρισης των δικαιοδοσιών, Το πρόβλημα της οριοθέτησης της δικαιοδοσίας των διοικητικών δικαστηρίων, 1992, σελ. 17]. Επομένως, αν και υφίσταται μια οργανική διάκριση μεταξύ πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων, τα δικαστήρια αυτά δεν διαμορφώνουν ιδιαίτερους και οργανικά αυτοτελείς δικαιοδοτικούς κλάδους και για το λόγο αυτό και οι πολιτικοί και οι ποινικοί δικαστές είναι ενταγμένοι στον ενιαίο αυτό κλάδο δικαστηρίων και εναλλάσσονται στην απονομή της πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης, δικάζοντας και ιδιωτικές και ποινικές υποθέσεις [Φ. Σπυρόπουλος, Συνταγματικό δίκαιο ό.π. σελ. 398]. Το συμπέρασμα αυτό δεν αλλάζει από το γεγονός ότι σε μεγάλες δικαστικές περιφέρειες όπως λ.χ. του Πρωτοδικείου και του Εφετείου Αθηνών, υφίστανται πολιτικά και ποινικά τμήματα, στα οποία για ορισμένο χρονικό διάστημα υπηρετούν διαρκώς συγκεκριμένοι κάθε φορά δικαστές, οι οποίοι μετά το τέλος αυτής της ένταξης και υπηρεσίας τους μετακινούνται στον άλλο κλάδο. Τα εν λόγω δικαστήρια δεν διαμορφώνουν ιδιαίτερους και οργανικά αυτοτελείς δικαιοδοτικούς κλάδους μόνο από τη συνταγματική διαρρύθμιση της μεταξύ τους ουσιαστικής διάκρισης της δικαιοδοσίας τους, ενώ η οργανική ενιαία δικαιοδοσία εξασφαλίζεται κυρίως από το κοινό ανώτατο δικαστήριο, τον Άρειο Πάγο για τις ιδιωτικές διαφορές και τις ποινικές υποθέσεις, αφού αυτό θα άρει οποιαδήποτε αμφισβήτηση ως προς την ουσιαστική δικαιοδοσία τους, κατά την εκδίκαση των σχετικών αναιρέσεων [Α. Τσιρωνάς σε Σ. Βλαχόπουλου/Ξ. Κοντιάδη/Γ. Τασόπουλου, Σύνταγμα, Ερμηνεία κατ’ άρθρο ό.π. άρθρο 93 § Ι 2 Α β σελ. 1173].
5 4. Σύνδεση της οργανωτικής διάκρισης των δικαστηρίων με την ουσιαστική δικαιοδοσία τους. Το γεγονός, πάντως, ότι στο άρθρο 93 § 1 Συντ. δεν απαντάται ο όρος «δικαιοδοσία» [βλ. Π. Λαζαράτο, Διοικητικό δικονομικό δίκαιο, 6η έκδ., 2025, σελ. 5 αριθμ. περιθ. 8], κάτι που ισχύει και για τις λοιπές διατάξεις των άρθρων 94-100, αν και σε αυτές ρυθμίζεται και εξειδικεύεται ακριβώς η λειτουργική δικαιοδοσία των δικαστηρίων, δεν αλλοιώνει καθόλου τις ανωτέρω διακρίσεις περί δικαιοδοσίας, αφού το σύνολο των διατάξεων του Δεύτερου Κεφαλαίου (άρθρα 93 -100Α) του Τμήματος Ε΄ του Συντάγματος για τη «Δικαστική Εξουσία» επιγράφεται με τον τίτλο «Οργάνωση και δικαιοδοσία των δικαστηρίων». Έτσι, είναι αναμφισβήτητο ότι η διάκριση του άρθρου 93 § 1 Συντ. επιχειρεί τη σύνδεση μιας κατ’ αρχήν οργανωτικής διάκρισης των δικαστηρίων με την ουσιαστική τους δικαιοδοσία, σύνδεση που κατατείνει στη διαμόρφωση μια μικτής έννοιας του (εκάστοτε) δικαιοδοτικού κλάδου, στην οποία συνυπάρχουν και η οργανική και η λειτουργική ταυτότητα. Η διαπίστωση αυτή οδηγεί κατ’ αποτέλεσμα στο συμπέρασμα ότι τα δικαστήρια συνδέονται με τη δικαιοδοσία τους [Α. Τσιρωνάς σε Σ. Βλαχόπουλου/Ξ. Κοντιάδη/Γ. Τασόπουλου, Σύνταγμα, Ερμηνεία κατ’ άρθρο ό.π. άρθρο 93 § Ι 2 Α α σελ. 1172/1173].
6 5. Όρια της συνταγματικής παραχώρησης στον κοινό νομοθέτη. Η προκατανοµή της δικαιοδοσίας των δικαστηρίων από το ίδιο το Σύνταγµα µε το εντελώς αφηρηµένο κριτήριο του προσδιορισµού της υποθέσεως ή της διαφοράς ως ιδιωτικής, διοικητικής ή ποινικής αποκτά, πάντως, για το ελληνικό δίκαιο µια ιδιαίτερη σηµασία: αποκόπτει κατά κανόνα από τον κοινό νοµοθέτη την ευχέρεια να καθορίσει ότι ορισµένες διαφορές επιλύονται από δικαστήρια ορισµένου δικαιοδοτικού κλάδου [βλ. ενδεικτικά ΑΠ 900/1992 ΕΕργΔ 1994, 378/379 = ΝΟΜΟΣ. Κ. Ρέµελη, Οι διαφορές από συµβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου µε το Δηµόσιο, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, σε: ΕΕργΔ 54, 387/388, Κ. Κεραµέως/Δ. Κονδύλη/Ν. Νίκα (-Νίκα) ΠολΔ Ι, άρθρο 1, σελ. 3/4). Ο κανόνας αυτός ήταν απαρέγκλιτος. Κατά την τελευταία αναθεώρηση του Συντάγµατος (2001), όµως, προβλέφθηκε εξαίρεση και επιτρέπεται πλέον μόνο σε ειδικές περιπτώσεις και προκειµένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρµογή της αυτής νοµοθεσίας να ανατεθεί µε νόµο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια [ΑΕΔ 28/2011 ΝΟΜΟΣ, Ολ ΣτΕ 2559/2022 ΘΠΔΔ 2023, 676, με σχόλιο Π. Γαλάνη = ΤΝΠ QUALEX, Ολ ΣτΕ 759/2018 ΘΠΔΔ 2018, 426 με σχόλιο Σ. Κύβελου, Αικ. Ιωσηφίδου =
Σελ. 6
ΤΝΠ QUALEX] και το αντίστροφο (94 § 3) ανεξάρτητα από τη φύση της διαφοράς [Δ. Ράικος, Διοικητικό δικονομικό δίκαιο, ό.π. σελ. 33]. Η συνταγµατική αυτή παραχώρηση στον κοινό νοµοθέτη, πάντως, δεν του χορηγεί το δικαίωµα ή την εξουσιοδότηση να διαπλάσσει κατά το δοκούν την έννοια της ιδιωτικής ή διοικητικής διαφοράς [βλ. εκτενέστερα A. Τσιρωνά, Οι συγκρούσεις λειτουργιών και δικαιοδοσιών και η επίλυσή τους από το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, 2015, σελ. 108-109. Ν. Νίκα, Πολιτική δικονομία τόμ. Ι ό.π. § 7 ΙΙ 2 αριθμ. περιθ. 8 σελ. 95]. Στον δικαστή δε µέσω της παρεχόµενης δυνατότητας του διάχυτου ελέγχου της συνταγµατικότητας των νόµων εναπόκειται να καθορίσει, αν µια υπόθεση ή διαφορά που έχει αχθεί ενώπιόν του ανήκει στον καθορισµένο συνταγµατικά χώρο της δικαιοδοτικής του δράσης. Από τη στιγμή δε που εν τέλει καταλείπεται στα δικαστήρια να εξειδικεύσουν την έννοια της διοικητικής και της ιδιωτικής διαφοράς, αναδεικνύεται η πιθανότητα δημιουργίας αμφισβητήσεων μεταξύ των δικαστηρίων, όταν αναφύεται ερμηνευτική διαφορά ως προς τα κριτήρια διάγνωσης της νομικής φύσης μιας διαφοράς ή προς τα νομικά ή πραγματικά περιστατικά που διαμορφώνουν τη φυσιογνωμία τους [Α. Τσιρωνάς, Οι συγκρούσεις λειτουργιών και δικαιοδοσιών ό.π. σελ. 109/110]. Το κριτήριο της διάκρισης μεταξύ διοικητικής και ιδιωτικής διαφοράς, πάντως, είναι ουσιαστικό και όχι δικονομικό και δεσμεύει τόσο το νομοθέτη όσο και το δικαστήριο και για το λόγο αυτό αποκλείει στον κοινό νομοθέτη την εξουσία να χαρακτηρίζει ως διοικητικές διαφορές όσες από τη φύση τους είναι ιδιωτικές και το αντίστροφο· διαφορετικά, θα κατεστρατηγείτο το συνταγματικό κριτήριο καθορισμού της δικαιοδοσίας των πολιτικών και διοικητικών δικαστηρίων [Δ. Ράικος, Διοικητικό δικονομικό δίκαιο ό.π. σελ. 34. ΣτΕ 2391/2014 ΔΕΕ 2015, 760 = ΤΝΠ QUALEX].
7 ΙΙΙ. Γενικά χαρακτηριστικά της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων. Μέρος, λοιπόν, του δικαιοδοτικού έργου κατανεµήθηκε στα πολιτικά δικαστήρια, στα οποία, κατά συνταγµατική επιταγή, έχει ανατεθεί η εκδίκαση όλων των ιδιωτικών διαφορών καθώς και των υποθέσεων εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως σχετικός νόµος ορίζει (άρθρο 94 § 2). Επειδή η πολιτική δικαιοδοσία θεμελιώνεται στο Σύνταγμα, κατ’ αποτέλεσμα είναι απόλυτη και αποκλειστική: απόλυτη, υπό την έννοια ότι η εξουσία για την επίλυση ιδιωτικών διαφορών ανήκει, κατ’ αρχήν, στα πολιτικά δικαστήρια, ενώ απομάκρυνση της εξουσίας επίλυσης των ιδιωτικών διαφορών από τα πολιτικά δικαστήρια επιτρέπεται μόνο με συμφωνία των μερών, τα οποία μπορούν από κοινού να αναθέσουν το σχετικό καθήκον στους διαιτητές. Αποκλειστική δε είναι η δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπό δύο έννοιες, θετική και αποφατική: θετικά, αποκλειστικά και μόνο τα πολιτικά δικαστήρια έχουν την εξουσία επίλυσης των ιδιωτικών διαφορών και σε κανένα άλλο δικαστήριο, διοικητικό ή ποινικό ή διοικητικό όργανο δεν μπορεί να αναθέσει ο κοινός νομοθέτης την επίλυση της διαφοράς, αφού γενικώς ο τελευταίος δεν μπορεί να αναμειγνύει τους δικαιοδοτικούς κλάδους, εκτός και αν αυτό ρητά επιτρέπεται από το Σύνταγμα. Κάτι τέτοιο προβλέπεται στο άρθρο 94 § 4 εδ. α΄, που ορίζει ότι στα πολιτικά ή τα διοικητικά δικαστήρια μπορεί να ανατεθεί και κάθε άλλη αρμοδιότητα διοικητικής φύσης. Από το άλλο μέρος, αποφατικά, τα πολιτικά δικαστήρια ασχολούνται αποκλειστικά και μόνο με την επίλυση ιδιωτικών διαφορών [Ν. Κλαμαρής/Σ. Κουσούλης/Σ. Πανταζόπουλος, Πολιτική δικονομία, Δ΄ έκδ., 2022, σελ. 292]. Η εµπλοκή άλλων δικαστηρίων πέραν των πολιτικών στην επίλυση των ιδιωτικών υποθέσεων και διαφορών, καταρχήν, απαγορεύεται. Αλλά και αντίστροφα: όταν µια υπόθεση ή διαφορά δεν είναι ιδιωτική ή από αυτές που αναφέρονται στο άρθρο 1 του ΚΠολΔ, δεν µπορεί να δικαστεί από τα πολιτικά δικαστήρια. Αν παρά ταύτα µια τέτοια διαφορά εισαχθεί ενώπιον πολιτικού δικαστηρίου, η αγωγή, η αίτηση ή άλλο σχετικό ένδικο βοήθηµα, µε το οποίο εισάγεται για δικαστική διάγνωση, δεν ερευνάται επί της ουσίας, αλλά απορρίπτεται ως απαράδεκτο ελλείψει δικαιοδοσίας είτε µε αυτεπάγγελτη ενέργεια του δικαστηρίου είτε κατόπιν υποβολής σχετικής ένστασης από τον εναγόµενο, χωρίς να αναγνωρίζεται νοµοθετικά η δυνατότητα παραποµπής στην άλλη δικαιοδοσία.
8 IV. Το αντικείµενο της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, προσδιορίζεται, καταρχάς, από το ίδιο το Σύνταγµα και ειδικότερα από το άρθρο 1 ΚΠολΔ, σύµφωνα µε το οποίο στη δικαιοδοσία των
Σελ. 7
πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν: (α) όλες οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόµος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, (β) οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας που ο νόµος έχει υπαγάγει σε αυτά, (γ) οι υποθέσεις δηµοσίου δικαίου που ο νόµος έχει υπαγάγει σε αυτά και, τέλος, (δ) οι διοικητικές διαφορές που δεν υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Ειδικότερα:
9 1. Ύπαρξη ιδιωτικής διαφοράς. (α) Αμφισβητούμενη δικαιοδοσία. Με κριτήριο τη φύση των υπαγόμενων υποθέσεων, αλλά και το χαρακτήρα της δικαστικής επέμβασης, η δικαιοδοσία διακρίνεται σε αμφισβητούμενη και εκούσια [Ν. Νίκας, Πολιτική δικονομία τόμ. Ι, ό.π. § 7 IV αριθμ. περιθ. 30 σελ. 107, που επισημαίνει, πάντως, ότι ο όρος «αμφισβητούμενη» είναι αδόκιμος. Εξήγηση της χρήσης αυτού του όρου βλ. σε Κ. Μπέη/Κ. Καλαβρό/Σ. Σταματόπουλο, Δικονομία των ιδιωτικών διαφορών, Γενικό μέρος ό.π. § 15. 2. 3 σελ. 232-233]. Στην (αμφισβητούμενη) δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, τις οποίες ο νόµος δεν έχει υπαγάγει σε άλλο δικαστήριο ή δικαιοδοτικό όργανο (άρθρο 1 περ. α΄ ΚΠολΔ). Γενικώς, ως διαφορά στον χώρο του δικονομικού δικαίου νοείται η δεσμευτική διάγνωση που εκκρεμεί να γίνει από ορισμένο δικαστήριο, αναφορικά με το ζήτημα αν ισχύει ή όχι κάποια συγκεκριμένη έννομη σχέση. Κατά κυριολεξία, ως διαφορά νοείται η αμφισβήτηση των μερών (διαδίκων) ως προς την επέλευση ή όχι έννομων συνεπειών του ουσιαστικού δικαίου, η άρση της οποίας γίνεται με δεσμευτική διάγνωση από τα δικαστήρια [Κ. Μπέης/Κ. Καλαβρός/Σ. Σταματόπουλος, Δικονομία των ιδιωτικών διαφορών, ό.π. § 15. 2. 1 σελ. 233]. Κατά τον ορισµό του Γ. Μητσόπουλου, ως ιδιωτικές χαρακτηρίζονται οι διαφορές εκείνες που έχουν ως αντικείµενο είτε το περιεχόµενο ή τα υποκείµενα ενός δικαιώµατος είτε την ύπαρξη ή την ανυπαρξία έννοµων σχέσεων ιδιωτικού δικαίου, δηλαδή βιοτικών συµβάντων, που ρυθµίζονται από το ιδιωτικό δίκαιο και δηµιουργούν δικαιώµατα και υποχρεώσεις [Γ. Μητσόπουλος, ΠολΔ τόµ. Α ό.π. σελ. 107]. Από τις έννομες σχέσεις προκύπτουν όχι μόνο δικαιώματα και υποχρεώσεις (έννομη σχέση υπό τη στενή του όρου έννοια), αλλά και έννομες σχέσεις υπό ευρεία έννοια ή ατελείς έννομες σχέσεις ή, όπως συνήθως λέγονται, έννομες καταστάσεις (ιθαγένεια, κατοικία κ. λπ.). Αντικείμενο της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων και, κατ’ επέκταση, δικαστικής διάγνωσης και αντικείμενο του δεδικασμένου αποτελούν μόνο οι έννομες σχέσεις υπό στενή έννοια, δηλαδή δικαιώματα και υποχρεώσεις. Δικαστική διάγνωση των έννομων σχέσεων υπό ευρεία έννοια δεν μπορεί να ζητηθεί, επειδή κατά κανόνα ο ενάγων δεν μπορεί να δικαιολογήσει έννομο συμφέρον [Ν. Νίκας, Πολιτική δικονομία τόμ. Ι, ό.π. αριθμ. περιθ. 4 σελ. 94]. Επειδή δε στα πολιτικά δικαστήρια αναφορικά με τις διαφορές που αυτά εκδικάζουν ισχύει η διαθετική αρχή (106), σύμφωνα με την οποία τα πολιτικά δικαστήρια δεν έχουν εξουσία να χορηγήσουν δικαστική προστασία ως προς κάποια διαφορά χωρίς αίτηση διαδίκου ή πέρα από τα όρια μιας τέτοιας αίτησης, ως διαφορά ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων νοείται το αίτημα για τη δεσμευτική διάγνωση, με τη δύναμη του δεδικασμένου, της ισχύος ή μη της επίδικης έννομης σχέσης του ιδιωτικού δικαίου [Κ. Μπέης/Κ. Καλαβρός/Σ. Σταματόπουλος, Δικονομία των ιδιωτικών διαφορών, Γενικό μέρος ό.π. § 15. 2. 1 σελ. 233-234]. Πάντως, για την έννοια της διαφοράς αρκεί αντικειμενική δυσαρμονία μεταξύ του περιεχομένου του δικαιώματος προς την πραγματική κατάσταση [Ν. Νίκας, Πολιτική δικονομία, τόμ. Ι, ό.π. αριθμ. περιθ. 5, σελ. 94].
10 (β) Διαφορές δικονομικού δικαίου. Στον χώρο της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας υπάγονται, με καταχρηστικό τρόπο, και οι διαφορές από την εφαρμογή του δικονομικού δικαίου, που δεν μπορούν να χαρακτηριστούν αμιγώς ιδιωτικές, όπως λ.χ. είναι το αίτημα για την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης με ένδικο μέσο απόφασης ή το αίτημα για την προσωπική κράτηση του εναγόμενου οφειλέτη εμπόρου για απαιτήσεις από αδικοπραξία (1047 § 1) και οι οποίες δεν αναφέρονται ούτε στο άρθρο 1 ούτε στο άρθρο 94 § 3 Συντ. Οι εν λόγω διαφορές αποτελούν αυτονόητη ύλη της δικαιοδοσίας κάθε δικαστηρίου, αφού το τελευταίο πρέπει να έχει την εξουσία να δικάζει και τις διαφορές που προκύπτουν από και κατά την εφαρμογή του αντίστοιχου δικονομικού δικαίου, με το οποίο δικάζει. Κατ’ ακρίβεια, οι διαφορές αυτές, αν και έχουν ως κύριο αντικείμενο τη δεσμευτική δικαστική διάγνωση έννομων σχέσεων του αστικού δικονομικού δικαίου, όμως αφορούν παρε-
Σελ. 8
πόμενες δικονομικές σχέσεις σε συνάρτηση με τις επίδικες έννομες σχέσεις του ιδιωτικού δικαίου [Κ. Μπέης/Κ. Καλαβρός/Σ. Σταματόπουλος, Δικονομία των ιδιωτικών διαφορών, Γενικό μέρος ό.π. §§ 15. 2. 2 και 15. 2. 3, σελ. 233-234].
11 (γ) Εξαιρέσεις: διαφορές, τις οποίες το Σύνταγμα ή ο νόµος έχει υπαγάγει σε άλλο δικαστήριο ή δικαιοδοτικό όργανο (άρθρο 1 περ. α΄ ΚΠολΔ)
12 Παρά το σαφές και ανελαστικό της συνταγµατικής ρύθμισης, ορισµένες διαφορές ιδιωτικού δικαίου για διάφορους λόγους επιλύονται από άλλα δικαστήρια ή δικαιοδοτικά όργανα. Όταν αυτό γίνεται κατ’ αποκλεισµό των πολιτικών δικαστηρίων, τότε µπορεί να προβληθεί βάσιµα ενώπιoν των τελευταίων η ένσταση έλλειψης δικαιοδοσίας. Ειδικότερα:
13 (i) Αθλητικές διαφορές. Σύµφωνα µε το άρθρο 95 § 1 N 2725/1999, όπως τροποιήθηκε με το άρθρο 51 Ν 3057/2002 και με το άρθρο 13 Ν 3262/2004, οι οικονοµικές διαφορές που προκύπτουν από τις συµβάσεις µεταξύ αθλητών ή προπονητών και Ανώνυµων Αθλητικών Εταιριών (ΑΑΕ) ή αθλητικών σωµατείων που διατηρούν Τµήµα Αµειβόµενων Αθλητών (ΤΑΑ), αν δεν ορίζεται διαφορετικά µε ρητό όρο της σχετικής σύµβασης, επιλύονται διαιτητικά από τις Επιτροπές επίλυσης οικονοµικών διαφορών, ενώ κατά την § 2 του ίδιου άρθρου (95) οι επιτροπές αυτές είναι όργανα διαρκούς διαιτησίας σε πρώτο και δεύτερο βαθμό. Ήδη δε στο άρθρο 29 § 12 Ν 3479/2006, που ισχύει από 17. 7. 2006, ρητά ορίζεται ότι ειδικά για το άθλημα του ποδοσφαίρου όλα τα θέματα λειτουργίας και οργάνωσης του αθλήματος της Ελληνικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας και των μελών της ρυθμίζονται αυτόνομα από την ΕΠΟ και τα όργανά της σύμφωνα με το Καταστατικό και τους Κανονισμούς της, καθώς και αυτούς που καθορίζονται από την Ευρωπαϊκή και Παγκόσμια Συνομοσπονδία Ποδοσφαίρου, ακόμα και αν προβλέπονται διαφορετικές ρυθμίσεις στον Ν 2725/1999 και στην εν γένει αθλητική νομοθεσία. Με τις ανωτέρω διατάξεις καθιερώνεται η διαιτησία από τα δικαιοδοτικά όργανα και τις επιτροπές που προβλέπονται από αυτές και έχουν ως σκοπό την εφαρμογή των κανόνων του αθλητικού δικαίου, καθώς και την επίλυση των οικονομικών διαφορών μεταξύ των ποδοσφαιριστών, των προπονητών και των αθλητικών σωματείων, κατά των αποφάσεων δε που εκδίδονται από τις ως άνω επιτροπές και διαιτητικά δικαστήρια χωρεί προσφυγή ακύρωσης των ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων με τη διαδικασία των άρθρων 897 επ. [ΕφΑθ 2225/2009 ΕλλΔνη 2010, 499 = ΝΟΜΟΣ]. Αν, επομένως, ο αθλητής ή ο προπονητής προσφύγει απευθείας στα πολιτικά δικαστήρια, η σχετική αγωγή του αποκρούεται µε την ένσταση υπαγωγής της διαφοράς σε διαιτησία [ΑΠ 1477/2007 ΝΟΜΟΣ = ΧρΙΔ 2008, 423, ΕφΑθ 2225/2009 ΕλλΔνη 2010, 499 = ΝΟΜΟΣ]. Μάλιστα, έχει κριθεί από τη νομολογία ότι τα πολιτικά δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας για την εκδίκαση της υπόθεσης ακόμη και μετά την εξάντληση της διαδικασίας ενώπιον των εν λόγω επιτροπών, με συνέπεια το σχετικό απαράδεκτο της αγωγής που ασκείται ακολούθως ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων να πρέπει να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο [ΕφΛαρ 52/2014 ΝΟΜΟΣ = ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2014, 296, ΜΠρΠατρ 792/2017 ΝΟΜΟΣ], ενώ γίνεται δεκτό ότι η εν λόγω διαιτησία δεν είναι αναγκαστική και, συνεπώς, οι διατάξεις που προβλέπουν υποχρεωτική προσφυγή στα δικαιοδοτικά όργανα της ΕΠΟ δεν αντίκεινται στο Σύνταγμα, προεχόντως όταν υπάρχει συμφωνία μεταξύ των μερών περί υπαγωγής των διαφορών τους στα δικαιοδοτικά όργανα και τις επιτροπές της ΕΠΟ [ΕφΑθ 2225/2009 ΕλλΔνη 2010, 499 = ΝΟΜΟΣ]. Επιπλέον επιχείρημα υπέρ της συνταγματικότητας αυτών των προβλέψεων προβάλλεται η ανάγκη για ταχεία περάτωση των σχετικών διαφορών [βλ. διεξοδικά Κ. Χρονοπούλου, Δικονοµικά ζητήµατα κατά την επίλυση αθλητικών διαφορών, 2008, σελ. 33, 34], ενώ επιστρατεύθηκε έναντι του άρθρου 8, το άρθρο 16 § 9 του Συντ., υπό την έννοια ότι ο αθλητισµός τελεί υπό την εποπτεία του κράτους. Παράλληλα, έγινε προσπάθεια να ξεπεραστεί το συνταγµατικό εµπόδιο πως πρόκειται για υποχρεωτική διαιτησία µε το επιχείρηµα ότι η, µε τις διατάξεις του Ν 2725/1999, υπαγωγή των παραπάνω ιδιωτικών διαφορών στη θεσπιζόµενη διαιτησία δεν είναι στην πραγµατικότητα υποχρεωτική αλλά εκούσια. Κι’ αυτό, διότι τα αθλητικά σωµατεία και οι αθλητές µε τη θέλησή τους υπήχθησαν στις ρυθµίσεις των εν λόγω διατάξεων, µε το να προκρίνουν να ενταχθούν στον επαγγελµατικό αθλητισµό, για να
Σελ. 9
λαµβάνουν µέρος στις διοργανώσεις των αγώνων πρωταθλήµατος κ. λπ. δοθέντος ότι, για να ιδρυθεί τµήµα αµειβοµένων αθλητών απαιτείται απόφαση της γενικής συνέλευσης των µελών του αθλητικού σωµατείου, λαµβανόµενη µε την παρουσία του ηµίσεως τουλάχιστον των µελών και µε την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων [βλ. ΕφΑθ 4496/2008 ΕλλΔνη 2009, 555 επ. = ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 712/2003 ΕλλΔνη 2004, 497 επ. = ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΛαρ 15/2006 Δικογραφία 2006, 581, Μ. Σταθόπουλου, Φύση και συνταγµατικότητα των συµβάσεων και επιτροπών ως προς τις σχέσεις ΤΑΚ και καλαθοσφαιριστών, ΕΑΔ 1995, 411 επ.]. Αντίθετα, η µάλλον κρατούσα άποψη στη θεωρία κάνει λόγο για καθιέρωση αναγκαστικής υποχρεωτικής διαιτησίας, ήτοι επιβαλλόµενης διαιτησίας χωρίς συµφωνία των ενδιαφεροµένων µερών για εκούσια υπαγωγή τους σ’ αυτήν, που είναι συνταγµατικά ανεπίτρεπτη, διότι έτσι οι ενδιαφερόµενοι στερούνται άκοντες τον από το νόµο ορισµένο γι’ αυτούς φυσικό δικαστή τους (άρθρο 8 Συντ.) [βλ. Ν. Νίκα, Το κύρος της ρήτρας υπαγωγής των µεταξύ των αµειβοµένων καλαθοσφαιριστών και των σωµατείων τους συµβατικών διαφορών στις επιτροπές επίλυσης οικονοµικών διαφορών αµειβόµενης καλαθοσφαίρισης, Αρµ 1994, 508 επ., Κ. Μπέη/Κ. Καλαβρού, γνωμοδότηση Δ 1987, 148 επ. (154-155), Κ. Καλαβρού, Δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων για αθλητικές διαφορές, ΝοΒ 1984, 532 επ.].
14 (ii) Δικαιοδοσία του Μουφτή. Σύµφωνα µε το άρθρο 146 § 8 Ν 4964/2022, ο Μουφτής ασκεί δικαιοδοσία, υπό τις προϋποθέσεις και τις διαδικασίες που ορίζονται στις §§ 9 και 10 του ίδιου άρθρου, µεταξύ Ελλήνων πολιτών µελών της µουσουλµανικής µειονότητας της Θράκης, επί γάµων, διαζυγίων, διατροφών, επιτροπειών, κηδεµονιών, χειραφεσίας ανηλίκων, ισλαµικών διαθηκών και της εξ αδιαθέτου διαδοχής, εφόσον οι σχέσεις αυτές διέπονται από τον Ιερό Μουσουλµανικό Νόµο [ως προς τη διεθνή υποχρέωση της Ελλάδας για την εφαρμογή του Ιερού Νόμου του Ισλάμ για τους μουσουλμάνους Έλληνες πολίτες, βλ. Γ. Κτιστάκη, Ιερός Νόμος του Ισλάμ και μουσουλμάνοι Έλληνες πολίτες, μεταξύ κοινοτισμού και φιλελευθερισμού, 2006, σελ. 89 επ.]. Για την άσκηση του δικαιοδοτικού αυτού έργο του Μουφτή, σύμφωνα με την § 12 του άρθρου 146 Ν 4964/2022, απαγορεύεται η καταβολή σε αυτόν αμοιβής σε χρήμα ή σε είδος. Περαιτέρω, κατά την § 10 α του άρθρου 146, οι ανωτέρω υποθέσεις ρυθμίζονται από τις κοινές διατάξεις και μόνο κατ’ εξαίρεση υπάγονται στη δικαιοδοσία του Μουφτή, εφόσον αμφότερα τα διάδικα μέρη υποβάλλουν σχετική αίτησή τους ενώπιόν του για επίλυση της συγκεκριμένης διαφοράς κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο. Η υπαγωγή της υπόθεσης στη δικαιοδοσία του Μουφτή είναι αμετάκλητη και αποκλείει τη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων για τη συγκεκριμένη διαφορά. Αν οποιοδήποτε από τα μέρη δεν επιθυμεί την υπαγωγή της υπόθεσής του στη δικαιοδοσία του Μουφτή, δύναται να προσφύγει στα πολιτικά δικαστήρια, κατά τις κοινές ουσιαστικές και δικονομικές διατάξεις, τα οποία σε κάθε περίπτωση έχουν το τεκμήριο της δικαιοδοσίας. Επίσης, κατά την § 10 β του άρθρου 146, οι κληρονομικές σχέσεις των μελών της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης ρυθμίζονται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, εκτός αν ο διαθέτης συντάξει ενώπιον συμβολαιογράφου δήλωσης τελευταίας βούλησης, κατά τον τύπο της δημόσιας διαθήκης, με αποκλειστικό περιεχόμενό της τη ρητή επιθυμία του να υπαχθεί η κληρονομική του διαδοχή στον Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο. Η δήλωση αυτή είναι ελεύθερα ανακλητή είτε με μεταγενέστερη αντίθετη δήλωσή του ενώπιον συμβολαιογράφου είτε με σύνταξη μεταγενέστερης διαθήκης κατά τους όρους του Αστικού Κώδικα. Ταυτόχρονη εφαρμογή του Αστικού Κώδικα και του ιερού μουσουλμανικού νόμου στην κληρονομική περιουσία ή σε ποσοστό ή και σε διακεκριμένα στοιχεία αυτής απαγορεύεται. Ακολούθως, η § 11 του άρθρου 146 προβλέπει ότι με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Παιδείας και Θρησκευμάτων και Δικαιοσύνης, καθορίζονται όλοι οι αναγκαίοι δικονομικοί κανόνες για τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Μουφτή και την έκδοση των αποφάσεών του και ιδίως η διαδικασία υποβολής αιτήσεων των μερών, η οποία πρέπει να περιέχει τα στοιχεία των εισαγωγικών δικογράφων κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονοµίας και, με ποινή ακυρότητας, ρητή ανέκκλητη δήλωση κάθε διαδίκου περί επιλογής της συγκεκριµένης δικαιοδοσίας [ΜΠρΡοδ 125/2025 ΝΟΜΟΣ], η παράσταση των πληρεξούσιων δικηγόρων, η διαδικασία κατάθεσης και επίδοσής της στο αντίδικο μέρος, η διαδικασία της συζήτησης και της έκδοσης απόφασης, της τήρησης του αρχείου,
Σελ. 10
καθώς και κάθε σχετικό θέμα για την εφαρμογή του νόμου. Σύμφωνα με την § 9 του άρθρου 146, οι αποφάσεις που εκδίδονται από τον Μουφτή επί υποθέσεων της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας δεν μπορούν να εκτελεστούν ούτε αποτελούν δεδικασμένο, αν δεν κηρυχθούν εκτελεστές από το μονομελές πρωτοδικείο της περιφέρειας, όπου η έδρα του Μουφτή, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας [για το ζήτημα του ελέγχου συνταγματικότητας που ασκούν τα Πρωτοδικεία Ξάνθης, Κομοτηνής και Ορεστιάδας επί των αποφάσεων των Ιεροδικείων, βλ Γ. Κτιστάκη, Ιερός Νόμος του Ισλάμ και μουσουλμάνοι Έλληνες πολίτες ό.π. σελ. 118 επ. και 147 επ.]. Το (πολιτικό) δικαστήριο ερευνά μόνο αν η απόφαση εκδόθηκε μέσα στα όρια της δικαιοδοσίας του Μουφτή και αν οι διατάξεις που εφαρμόσθηκαν αντίκεινται στο Σύνταγμα και στο άρθρο 4 § 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. Κατά της απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου χωρεί προσφυγή ενώπιον του οικείου πολυμελούς πρωτοδικείου, που δικάζει κατά την ίδια διαδικασία, ενώ κατά της απόφασης του πολυμελούς πρωτοδικείου δεν χωρεί ένδικο μέσο, τακτικό ή έκτακτο. Πρέπει να σημειωθεί ότι, κατά το άρθρο 160 § 1 Ν 4964/2022, μέχρι την έκδοση του ΠΔ που προβλέπει η ως άνω § 11 του άρθρου 146, ισχύουν το ΠΔ 52/2019 και η με στοιχεία 98541/Α3/11. 9. 2007 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Επομένως, μέχρι την έκδοση του σχετικού ΠΔ, για να κηρυχθεί εκτελεστή απόφαση του Ιεροδικείου της Μουφτείας περί διαζυγίου και να αποτελέσει δεδικασμένο, σύμφωνα με το άρθρο 12 § 1 ΠΔ 52/2019, πρέπει να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: (α) να επιλήφθηκε της διαφοράς νόμιμα ο Μουφτής κατά τα άρθρα 2, 3 ΠΔ 52/2019 και 137, 138 και 162 περ. α΄ Ν 4964/2022, (β) τα μέρη να επέλεξαν από κοινού την υπαγωγή της διαφοράς στη δικαιοδοσία του κατά τόπον αρμόδιου Μουφτή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 2, 3 και 7 ΠΔ 52/2019 και (γ) η διαδικασία της έκδοσης της εν λόγω απόφαση διαζυγίου της Μουφτείας να μην αντίκειται σε διατάξεις εθνικής και διεθνούς κανονιστικής εμβέλειας, δηλαδή να μην παραβιάστηκαν θεμελιώδεις αρχές, όπως της ισότητας και δικαιώματα, όπως της πρόσβασης σε δικαστήριο, της παροχής έννομης προστασίας και της δίκαιης δίκης, ιδίως όταν υφίσταται γνήσια και με ελεύθερη βούληση εκπεφρασμένη δήλωση αμφοτέρων των διαδίκων περί υπαγωγής της διαφοράς τους στη δικαιοδοσία του κατά τόπον αρμόδιου Μουφτή [ΜΠρΑλεξ 296/2023 ΝΟΜΟΣ]. Τέλος, για την ακύρωση του ΠΔ 52/2019 ασκήθηκε αίτηση ενώπιον του ΣτΕ, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Ολ ΣτΕ 1822/2020 [ΤΝΠ QUALEX = Σύνταγμα 2021, 253 = ΘΠΔΔ 2-3/2021, 233 και ΕφΔΔ 1/2021, 153, µε παρατηρήσεις Κ. Τσιτσελίκη, σύμφωνα με τον οποίο [ΕφΔΔ 1/2021, 164], «µε βάση το ισχύον ελληνικό δίκαιο δεν µπορούµε παρά να δεχθούµε ότι ο Μουφτής είναι ένα ιδιότυπο όργανο µε σαφείς δικαιοδοτικές αρµοδιότητες: “ασκεί δικαιοδοσία” σε διαφορές οικογενειακού και κληρονοµικού δικαίου µεταξύ µουσουλµάνων Eλλήνων πολιτών, σύµφωνα µε το άρθρο 5. 2 της ΠΝΠ την οποία κύρωσε ο Ν 1920/1991 και τροποποίησε ο Ν 4511/2018. […] Από µιαν άλλη οπτική, οι δικαιοδοτικές αρµοδιότητες του Μουφτή συνδέονται µε τον τρόπο επιλογής του: εάν είναι δικαστής (ή έστω ιδιότυπος δικαστής) θα πρέπει να διορίζεται µέσα από εγγυήσεις που θεµελιώνονται στην κατάρτιση και τη θέση του κατ’ αναλογία της διαδικασίας επιλογής των τακτικών δικαστών». Η απόφασης της Ολ ΣτΕ δέχθηκε ότι οι σχετικές διατάξεις αναφορικά με τον ρόλο των Μουφτήδων και της Μουφτείας δεν μεταβάλλουν το θεσμικό και διττό ρόλο τους και δεν περιορίζονται οι αρμοδιότητες των Μουφτήδων. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι οι ρυθμίσεις του ΠΔ 52/2019 αφορούν αρμοδιότητα που ο νόμος έχει αναθέσει στους Μουφτήδες και η οποία αφορά την άσκηση δικαιοδοτικού έργου σε ορισμένες κατηγορίες υποθέσεων οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου, χωρίς να διευρύνεται η δικαιοδοσία του Μουφτή, ενώ οι διατάξεις της από 24. 12. 1990 ΠΝΠ και του ΠΔ 52/2019 καθορίζουν τους αναγκαίους δικονομικούς όρους για την άσκηση των δικαιοδοτικής φύσης αρμοδιοτήτων των Μουφτήδων και ρυθμίζουν θέματα της οργανωτικής μονάδας και του προσωπικού της για την εξυπηρέτηση της άσκησής τους, χωρίς να παραβιάζονται τα άρθρα 13 Συντ., 9 της ΕυρΣΔΑ, 14 της Συνθήκης των Σεβρών και 42, 43 και 45 της Συνθήκης της Λωζάνης, οι οποίες δεν υποχρεώνουν την Ελλάδα να εφαρμόζει τον ιερό μουσουλμανικό νόμο. Ο Μουφτής δεν αποτελεί δικαστικό λειτουργό ούτε εντάσσεται στη δικαστική λειτουργία του κράτους και για το λόγο αυτό προ-
Σελ. 11
βλέπεται ότι η αποφάσεις του εκτελούντα και αποτελούν δεδικασμένο, εφόσον κηρυχθούν εκτελεστές από το μονομελές πρωτοδικείο μετά την άσκηση ελέγχου. Η υπαγωγή κατηγοριών υποθέσεων στη δικαιοδοσία του Μουφτή τελεί υπό την προϋπόθεση της σχετικής δήλωσης βούλησης των ενδιαφερομένων, η οποία είναι ανέκκλητη και αποκλείει τη δικαιοδοσία των τακτικών δικαστηρίων, χωρίς αυτό να παραβιάζει την αρχή της ασφάλειας του δικαίου.
15 (iii) Πολιτική αγωγή. Το ποινικό δικαστήριο µπορούσε να ασκήσει αστική δικαιοδοσία, σύµφωνα µε τα προϊσχύσαντα άρθρα 63 επ. του Κώδικα Ποινικής Δικονοµίας, εφόσον είχε γίνει νοµότυπα και εµπρόθεσµα και σύµφωνα µε τις προαναφερθείσες διατάξεις, ενόψει εκκρεµούς ποινικής διαδικασίας, δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής. Μεµονωµένα είχε αµφισβητηθεί ως αντισυνταγµατική η δυνατότητα άσκησης ιδιωτικής αξιώσεως ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων, αφού κατά το Σύνταγμα, αφενός, τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να δικάζουν όλες τις ιδιωτικές διαφορές (συνεπώς και τη λεγόμενη πολιτική αγωγή) και, αφετέρου, στα τακτικά ποινικά δικαστήρια ανήκει (μόνο) η τιμωρία των εγκλημάτων και η λήψη όλων των μέτρων που προβλέπουν οι ποινικοί νόμου, ενώ αν η εκδίκαση της πολιτικής αγωγής από τα ποινικά δικαστήρια έχει την έννοια δεσµευτικής µε δεδικασµένο διάγνωσης της αστικής αξίωσης του παθόντος, τότε δηµιουργείται πρόβληµα δυσαρµονίας της § 2 του άρθρου 66 ΚΠΔ µε το άρθρο 94 § 3 Συντ. [βλ. Μπέη/Καλαβρού/Σταµατόπουλου, Δικονοµία των ιδιωτικών διαφορών Ι, ό.π. σελ. 241]. Η δικαιολόγηση, όµως, της ρύθμισης υπό το προϊσχύσαν δίκαιο φαίνεται να θεµελιωνόταν ικανοποιητικά στο στοιχείο της εκούσιας υπαγωγής και στα άρθρα 20 § 1 και 8 § 1 του Συντάγµατος. Με το ισχύον, πάντως, καθεστώς µετά την ισχύ του Ν 4620/2019, με τον οποίο κυρώθηκε ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, ο θεσµός του «πολιτικώς ενάγοντος», ως διαδίκου της επ’ ακροατηρίω ποινικής διαδικασίας, αντικαταστάθηκε µε τον παριστάµενο για την υποστήριξη της κατηγορίας. Κατά το άρθρο 63 εδ. α’ ΚΠοινΔ, οι δικαιούμενοι κατά τον Αστικό Κώδικα σε αποζημίωση ή αποκατάσταση από το έγκλημα ή σε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, ακόμη και όταν από διάταξη νόμου η υποχρέωση για την αποκατάσταση της ζημίας ή την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης περιορίζεται αποκλειστικά σε τρίτο πρόσωπο, μπορούν να παραστούν στο ποινικό δικαστήριο για την υποστήριξη της κατηγορίας [για ανάλυση των εν λόγω προϋποθέσεων βλ. Δ. Βούλγαρη/Π. Βλαμάκη σε Α. Ζαχαριάδη/Λ. Μαργαρίτη, Ο νέος Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, 1 τόμ. ΄, 2 έκδ., 2024, άρθρο 63 σελ. 412 επ.]. Στο πλαίσιο αυτής της ρύθμισης, σύμφωνα με το άρθρο 82 § 1 ΚΠοινΔ, όποιος έχει δικαίωμα να υποστηρίξει την κατηγορία στο ποινικό δικαστήριο κατά το άρθρο 63 ΚΠοινΔ, μπορεί να δηλώσει ότι παρίσταται για την υποστήριξή της στην ποινική διαδικασία. Με τον τρόπο αυτό, ο ζημιωθείς παρίσταται πλέον στο ποινικό δικαστήριο µόνο για να εκφράσει τα επιχειρήµατά του προς υποστήριξη της κατηγορίας, χωρίς να έχει τη δυνατότητα προβολής της αστικής αξίωσής του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 588 ΚΠοινΔ, όπου σε ειδικούς νόμους προβλέπεται δικαίωμα παράστασης πολιτικής αγωγής, οι δικαιούμενοι παρίστανται μόνο προς υποστήριξη της κατηγορίας σύμφωνα με τις ρυθμίσεις των άρθρων 63 επ. ΚΠοινΔ (§ 1), ενώ ειδικές διατάξεις που προβλέπουν δικαίωμα παράστασης προς υποστήριξη της κατηγορίας διατηρούνται σε ισχύ (§ 2). Από πλευράς μεταβατικού δικαίου, κατά την § 3 του ίδιου άρθρου (588), αστικές αξιώσεις που έχουν εισαχθεί σε ποινικά δικαστήρια παραπέμπονται ως ανεκκαθάριστες στα πολιτικά δικαστήρια, εκτός αν έχουν επιδικαστεί, οπότε ως προς αυτές εφαρμόζονται οι διατάξεις του καταργούμενου ΚΠοινΔ. Επομένως, για όσες ποινικές υποθέσεις έχει ήδη εκδοθεί πριν την 1. 7. 2019, ημεροχρονολογία έναρξης ισχύος του νέου ΚΠοινΔ, οριστική πρωτοβάθμια απόφαση, εξακολουθεί να υφίσταται η προηγούμενη πρόβλεψη για άσκηση και παράσταση πολιτικής αγωγής ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων. Για όλες τις λοιπές περιπτώσεις, εφόσον μέχρι την 1. 7. 2019 δεν είχε εκδοθεί οριστική πρωτοβάθμια απόφαση, η παράσταση πολιτικής αγωγής ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων δεν είναι νόμιμη. Πάντως, κατά το άρθρο 68 ΚΠοινΔ, κατά τη διάρκεια της δίκης και πριν την έκδοση απόφασης, αυτός που δήλωσε παράσταση για την υποστήριξη της κατηγορίας, μπορεί να παραιτηθεί από αυτήν με δήλωσή του, σύμφωνα με τις διατυπώσεις των άρθρων 83 και 84 ΚΠοινΔ. Εξυπακούεται ότι με τις ίδιες προϋποθέσεις μπορεί να γίνει παραίτηση και από την παράσταση πολιτικής αγωγής, για όσες φυσικά υπο-
Σελ. 12
θέσεις, κατά τα προαναφερθέντα, νοείται από πλευράς μεταβατικού δικαίου παράσταση πολιτικής αγωγής σε εκκρεμείς κατά την 1. 7. 2019 ποινικές υποθέσεις.
16 (iv) Υπαγωγή διαφοράς στην διαιτησία. Στον κανόνα της άσκησης του δικαιοδοτικού έργου της πολιτείας από πολιτειακά όργανα, που απολαµβάνουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία [για την έννοια της δικαστικής ανεξαρτησίας ως θεμελιώδους οργανωτικής βάσης του δημοκρατικού πολιτεύματος, βλ. Δ. Ράικο, Δικαστική ανεξαρτησία και αμεροληψία, 2008, σελ. 6 επ.], τον οποίο καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 87 § 1 Συντ., το ίδιο το Σύνταγµα θέτει την εξαίρεση, επιτρέποντας στους πολίτες να παραιτηθούν µε τη θέλησή τους από την προσφυγή στα κρατικά δικαστήρια και να επιδιώξουν την επίλυση των διαφορών τους µε διαιτησία. Το άρθρο 8 § 1 Συντ. ορίζει ότι «κανένας δεν στερείται χωρίς τη θέλησή του το δικαστή που του έχει ορίσει ο νοµοθέτης» [βλ. και Β. Κονδύλη σε Ε. Βενιζέλου, Το Ελληνικό Σύνταγμα, κατ’ άρθρο ερμηνεία, 2025, άρθρο 8 αριθμ. περιθ. 43 επ. σελ. 483 επ., Η. Κουβαρά σε Σ. Βλαχόπουλου/Ξ. Κοντιάδη/Γ. Τασόπουλου, Σύνταγμα ό.π. άρθρο 8 § ΙΙΙ 1 σελ. 162]. Στο πλαίσιο αυτής της θεµελιώδους συνταγματικής αρχής του φυσικού δικαστή, ο δικονοµικός νοµοθέτης προβλέπει στο άρθρο 867 εδ. α΄ ότι διαφορές ιδιωτικού δικαίου µπορούν να υπαχθούν σε διαιτησία, αν εκείνοι που τη συνοµολογούν έχουν την εξουσία να διαθέτουν ελεύθερα το αντικείµενο της διαφοράς [βλ. αντί άλλων, ΕφΑθ 6029/2003 ΕλλΔνη 2004, 847 = ΝΟΜΟΣ], ενώ εκτός του πεδίου της ελεύθερης συµφωνίας για διαιτητική επίλυση των ιδιωτικών διαφορών καταλείπονται οι εργατικές διαφορές (867 εδ. β΄). Η υπαγωγή µιας διαφοράς σε επιτρεπόµενη διαιτησία σηµαίνει αποκλεισµό της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων [Βλ. ΟλΑΠ 16/2002 ΤΝΠ QUALEX, ΑΠ 1590/2017 ΝΟΜΟΣ, ΜΕφΑνατ Κρητ 211/2021 ΤΝΠ QUALEX]. Κατ’ αντίθεση, όµως, µε τις λοιπές περιπτώσεις έλλειψης δικαιοδοσίας, το πολιτικό δικαστήριο δεν µπορεί να αποφανθεί αυτεπαγγέλτως γι’ αυτό ούτε του δίνεται η δυνατότητα να απορρίψει την αγωγή σύµφωνα µε το άρθρο 4. Αν ο εναγόµενος προτείνει έγκαιρα κατά το άρθρο 263 τη σχετική ένσταση ότι η επίδικη διαφορά έγκυρα έχει υπαχθεί στη διαιτησία, το δικαστήριο, εφόσον κρίνει ουσιαστικά βάσιµο τον ισχυρισµό, υποχρεούται να παραπέµψει µε απόφασή του την υπόθεση στη διαιτησία σύμφωνα με το άρθρο 264.
17 (v) Αγωγή κακοδικίας κατά δικαστικών λειτουργών. Σύμφωνα με το άρθρο 99 § 1 Συντ. η ιδιωτική διαφορά που αναφύεται από την άσκηση αγωγής κατά δικαστικού λειτουργού με αντικείμενο την επιδίκαση αποζημίωσης λόγω κακοδικίας, η οποία κατ’ αρχήν θα ανήκε στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, δικάζεται, όπως νόμος ορίζει, από ειδικό δικαστήριο που συγκροτείται από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως Πρόεδρό του, και από έναν σύμβουλο της Επικρατείας, έναν αρεοπαγίτη, ένα σύμβουλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, δύο τακτικούς καθηγητές νομικών μαθημάτων των νομικών σχολών των πανεπιστημίων της χώρας και δύο δικηγόρους, μέλη του Ανώτατου Πειθαρχικού Συμβουλίου των δικηγόρων, ως μέλη, που ορίζονται με κλήρωση. Η δικαιοδοσία αυτή του ειδικού δικαστηρίου του άρθρου 99 § 1 Συντ. αφορά μόνο, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 6 Ν 693/1977 και του βάσει αυτού εκδοθέντος ΠΔ 186/2004, την αποζημιωτική αγωγή κατά του δικαστή και δεν μπορεί να λειτουργήσει ως ένδικο μέσο κατά της απόφασής του. Το Ειδικό Δικαστήριο Αγωγών Κακοδικίας (ΕΔΑΚ) δεν είναι δικαστήριο εκδίκασης ένδικων μέσων για τη διόρθωση τυχόν εσφαλμένων, κατά την κρίση του, δικαστικών αποφάσεων ούτε έχει την αρμοδιότητα οιονεί αυθεντικής ερμηνείας νομοθετικών διατάξεων και επίλυσης αμφισβητούμενων νομικών ζητημάτων, για τα οποία το Σύνταγμα καθιστά άλλα δικαστήρια ως αρμόδια [ΕΔΑΚ 12/2021, 3/2018, 6/2016. Θ. Τζέμος σε Σ. Βλαχόπουλου/Ξ. Κοντιάδη/Γ. Τασόπουλου, Σύνταγμα, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, 2024, άρθρο 99 § ΙΙΙ 1 σελ. 1306]. Η άσκηση αγωγής κακοδικίας ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου συνιστά μια αμιγώς ιδιωτική διαφορά, η οποία, κατ’ αρχήν, θα ανήκε στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, πλην όμως ο συνταγματικός νομοθέτης επέλεξε να υπαγάγει σε ένα άλλο δικαστήριο, ακριβώς διότι επιθυμεί να διαφυλάξει την αμεροληψία, την αντικειμενικότητα και την ακεραιότητα των δικαστών, οι οποίοι υπόκεινται στη συνταγματική, ενωσιακή και διεθνή νομιμότητα.
18 2. Ύπαρξη διοικητικής διαφοράς. Διοικητική διαφορά είναι η δικαστική αμφισβήτηση, η οποία προέρχεται από διατάραξη έννομης σχέσης διοικητικού δικαίου εκ μέρους της
Σελ. 13
διοίκησης και υπό την έννοια αυτή τα χαρακτηριστικά της διοικητικής διαφοράς είναι τα ακόλουθα [Δ. Ράικος, Διοικητικό δικονομικό δίκαιο ό.π. σελ. 34/35. Π. Λαζαράτος, Διοικητικό δικονομικό δίκαιο, ό.π. αριθμ. περιθ. 42 σελ. 31-32]: (i) η αμφισβήτηση δεν πρέπει να είναι εσωτερική ή θεωρητική, αλλά νομική (κανονιστική) - δικαστική, πρέπει δηλαδή να αφορά την εφαρμογή κανόνων δικαίου και να μπορεί να αχθεί ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων κατά τους κανόνες του διοικητικού δικονομικού δικαίου. (ii) Η αμφισβήτηση πρέπει να προέρχεται από διατάραξη έννομης σχέσης, αφού, αν η έννομη σχέση λειτουργεί κανονικά σύμφωνα με τα οριζόμενα στους νόμους, διατάραξη και δικαστική αμφισβήτηση δεν μπορούν να δημιουργηθούν. (iii) Αυτό που διαταράσσεται θα πρέπει να είναι έννομη σχέση διοικητικού και όχι ιδιωτικού δικαίου [πρβλ. ΑΕΔ 7/2004 ΝΟΜΟΣ = ΕΔΚΑ 2005, 24 = ΔΦορΝ 2005, 404, Ολ ΑΠ 5/1995, Ολ ΣτΕ 869/1988 ΝΟΜΟΣ = ΔΔ 1989, 145 = ΝοΒ 1989, 806 = ΝΟΜΟΣ]. Έννομη σχέση διοικητικού δικαίου είναι το πλέγμα δικαιωμάτων, υποχρεώσεων, βαρών και καταστάσεων που συνδέουν διοίκηση και ιδιώτη σε συγκεκριμένη βιοτική σχέση, έτσι ώστε η διοίκηση να βρίσκεται σε σχέση υπεροχής έναντι του ιδιώτη. Οι σχέσεις ιδιωτικού δικαίου μεταξύ ιδιωτών ή μεταξύ διοίκησης και ιδιωτών βασίζεται στη νομική ισότητα των μερών, ενώ οι σχέσεις διοικητικού δικαίου βασίζονται στη νομική ανισότητα των μερών και μάλιστα στη νομική υπεροχή της διοίκησης έναντι του ιδιώτη. (iv) Η διατάραξη πρέπει να προέρχεται από πράξη της διοίκησης και όχι του ιδιώτη. Η πράξη της διοίκησης μπορεί να είναι ατομική, κανονιστική, υλική ενέργεια ή οποιαδήποτε άλλη μορφή διοικητικής πράξης, αλλά σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να πρόκειται για πράξη καταλογιζόμενη στη διοίκηση και όχι στον ιδιώτη [ΔΕφΑθ 78/2023 ΔΔ 2023,588: πράξεις της Ομοσπονδίας Διαιτητών Καλαθοσφαίρισης ανήκουν στο ιδιωτικό δίκαιο]. Με βάση τα ανωτέρω, δημιουργούνται, αφενός, διοικητικές διαφορές (ακυρωτικές) από την προσβολή πράξεων, οι οποίες εκδίδονται κατ’ εφαρμογή διατάξεων που εξυπηρετούν σκοπό δημοσίου συμφέροντος και όχι ταμιευτικούς σκοπούς δημόσιου φορέα με βάση ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, όπως λ. χ. οι διατάξεις του άρθρου 50 § 1 Ν 4430/2016, με τις οποίες παρέχεται η δυνατότητα να παραχωρούνται κατά χρήση ακίνητα των φορέων κοινωνικής ασφάλισης προς υπηρεσίες του Δημοσίου, ΝΠΔΔ ή άλλα νομικά πρόσωπα κοινωφελούς ή ανθρωπιστικού χαρακτήρα για την εξυπηρέτηση δημοσίου ή κοινωφελούς σκοπού και, αφετέρου, διοικητικές διαφορές ουσίας, οι οποίες δημιουργούνται μετά από άσκηση αγωγής, εφόσον η αξίωση, η ικανοποίηση της οποίας επιδιώκεται με την άσκηση αυτής της αγωγής, πηγάζει από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου [Δ. Ράικος, Διοικητικό δικονομικό δίκαιο ό.π. σελ. 35. Πρβλ. και ΑΕΔ 2/1993 ΝΟΜΟΣ = ΕλλΔνη 1994, 297 = ΔΔ 1994, 63 = Δ 1993, 1025 = ΔΦορΝομ 1994, 467 = ΕΔΚΑ 1993, 312 = ΤοΣ 1994, 679, ΣτΕ 3493/2005 ΝΟΜΟΣ, ΔΕφΠειρ 836/2020]. Περαιτέρω, μια διοικητική διαφορά από διοικητική πράξη είναι διαφορά ακυρωτική, εκτός αν ο νόμος την χαρακτηρίσει ρητά ως διαφορά ουσίας και όχι αντίστροφα [Λαζαράτος, Διοικητικό δικονομικό δίκαιο ό.π. αριθμ. περιθ. 63 σελ. 49]. Πάντως, μετά τη μεταφορά όλων των διοικητικών διαφορών ουσίας από τα πολιτικά δικαστήρια και τα ειδικά δικαστήρια στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια δυνάμει του Ν 1406/1983, δεν υφίσταται περιθώριο στα πολιτικά δικαστήρια να δικάσουν διοικητικές διαφορές. Επομένως η διάταξη του άρθρου 1 περ. δ΄ φαίνεται να παραμένει πλέον χωρίς αντικείμενο [Ν. Νίκας, Πολιτική δικονομία τόμ. Ι ό.π. § 7 ΙΙΙ αριθμ. περιθ. 27 σελ. 105. Βλ. στη συνέχεια για την εξαίρεση ως προς τις αγωγές αναγνώρισης δικαιούχων και τον καθορισμό τιμής μονάδας αποζημίωσης σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, υπό V 3]. Γενικά, διοικητική διαφορά είναι το αίτημα για τη δεσμευτική δικαστική διάγνωση έννομης σχέσης που συνδέει, αφενός το κράτος, κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας του ή άλλο όργανο, στο οποίο επίσης έχει ανατεθεί η άσκηση δημόσιας εξουσίας (κυρίως τα άλλο ΝΠΔΔ) και, αφετέρου, κάποιο διοικούμενο ή κάποιους από τους διοικουμένους ή κάποιον άλλο φορέα της δημόσιας εξουσίας, όπως λ. χ. διαφορές ανάμεσα στο Δήμο Αθηναίων και το Πανεπιστήμιο Αθηνών [Κ. Μπέης/Κ. Καλαβρός/Σ. Σταματόπουλος, Δικονομία των ιδιωτικών διαφορών, Γενικό μέρος ό.π. § 15. 2. 1 σελ. 235].
19 (β) Συνεχείς νομοθετικές παρεμβάσεις: (i) Με το Ν 1406/1983 ο νομοθέτης μετέφερε όλες τις διοικητικές διαφορές ουσίας από τα πολιτικά και ειδικά διοικητικά στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια,
Σελ. 14
χωρίς να μεταβληθεί η αμέσως ανωτέρω επισήμανση ως προς το τεκμήριο του ακυρωτικού, κατ’ αρχήν, χαρακτήρα των διαφορών που προκύπτουν από διοικητικές πράξεις. Ειδικότερα, σύµφωνα µε το άρθρο 1 § 2 του νόµου αυτού, στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων υπήχθησαν, µεταξύ άλλων, «ιδίως», αυτές που αναφύονται κατά την εφαρµογή της νοµοθεσίας που αφορά: α) τη δηµοτική και κοινοτική φορολογία γενικώς, β) τον καθορισµό των ορίων της εδαφικής περιφέρειας των δήµων και κοινοτήτων, γ) τις στρατιωτικές ναυτικές και αεροπορικές επιτάξεις, δ) τα µεταλλεία και λατοµεία, ε) τα σήµατα, στ) τις σχέσεις µεταξύ Οργανισµού Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΟΓΑ) και ασφαλισµένων και ιδίως αυτές που αναφέρονται στην ασφάλιση προσώπων ή της γεωργικής παραγωγής, ζ) το κύρος των δηµοτικών και κοινοτικών εκλογών καθώς και των αρχαιρεσιών για την ανάδειξη των οργάνων διοίκησης των νοµικών προσώπων δηµοσίου δικαίου, η) την ευθύνη του Δηµοσίου, των οργανισµών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νοµικών προσώπων δηµοσίου δικαίου προς αποζηµίωση σύµφωνα µε τα άρθρα 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόµου του Αστικού Κώδικα, θ) τις κάθε είδους αποδοχές (δεδουλεµένες ή µη) του προσωπικού γενικώς του Δηµοσίου, των οργανισµών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθµίδας και των νοµικών προσώπων δηµοσίου δικαίου, οι οποίες ρυθµίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχοµένου, ι) τις διοικητικές συµβάσεις, ια) την είσπραξη των δηµόσιων εισόδων [ΝΔ 356/1974 και τώρα Ν 4978/2022 (ΚΕΔΕ)], ιβ) τα πάσης φύσεως τέλη, δικαιώματα, ανταλλάγματα ή άλλα έσοδα υπέρ των ΝΠΔΔ ή ΝΠΙΔ, για την επιβολή ή τον προσδιορισμό των οποίων εκδίδονται, εφάπαξ ή περιοδικώς, πράξεις οργάνων των ανωτέρω κατά την ενάσκηση δημόσια εξουσίας [η περ. ιβ΄ προστέθηκε με το άρθρο 24 § 1 Ν 5119/2024], ιγ) τις διαφορές που αναφύονται από την έκδοση ατομικών πράξεων κατά τη νομοθεσία για την επιβολή μέτρων επιστροφής (rabate) ή αυτόματης επιστροφής (claw back) ή άλλων παρόμοιων μέτρων σε βάρος επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον τομέα της παροχής υπηρεσιών υγείας και εμπορίας φαρμακευτικών σκευασμάτων, ιατροτεχνολογικών προϊόντων και συμπληρωμάτων ειδικής διατροφής [η περ. ιγ΄ προστέθηκε με το άρθρο 29 § 1 Ν 5197/2025, με την § 2 του ίδιου άρθρου καταργήθηκε η § 7 του άρθρου 1 Ν 1406/1983, ενώ με την § 3 του άρθρου 29 εκκρεμείς υποθέσεις, για τις οποίες δεν έχει οριστεί δικάσιμος μέχρι τη δημοσίευση του Ν 5197/2025 [ΦΕΚ Α΄ 76/16. 5. 2025] παραπέμπονται στο διοικητικό πρωτοδικείο. Η ενδεικτική αυτή απαρίθμηση, όμως, ενόψει του τεκμηρίου υπέρ του άρθρου 95 Συντ. και της ακυρωτικής αρμοδιότητας του ΣτΕ, οδήγησε σε διορθωτική ερμηνεία και απάλειψη της λέξης «ιδίως» μέσω μεθοδολγικώς τελολογικής συστολής της διάταξης [Λαζαράτος, Διοικητικό δικονομικό δίκαιο ό.π. αριθμ. περιθ. 63 σελ. 51].
20 (ii) Με τον Ν 2721/1999, ο οποίος προσέθεσε την § 3 στο άρθρο 1 Ν 1406/1983, προβλέφθηκαν άλλες τέσσερις διαφορές ουσίας και συγκεκριμένα αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας, η οποία αφορά:
21 α) την χορήγηση και την ανάκληση αδειών ίδρυσης και λειτουργίας και την επιβολή κυρώσεων κατά τη λειτουργία καταστημάτων και εργαστηρίων υγειονομικού ενδιαφέροντος, καθώς και των επιχειρήσεων που εξομοιούνται με αυτά, περιλαμβανομένων και των διαφορών, που προκαλούνται από πράξεις, οι οποίες εκδίδονται κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας περί μηχανολογικών εγκαταστάσεων και αποτελούν προϋπόθεση για την χορήγηση των ανωτέρω αδειών [βλ. περιπτωσιολογία σε ΣτΕ 4804/1997 ΔΔ 1999, 1268. ΣτΕ 1563/1997 ΔΔ 2000, 1020 = ΝΟΜΟΣ, ΣτΕ 2900/2001 ΔΔ 2003, 91 και σε Λαζαράτο, Διοικητικό δικονομικό δίκαιο ό.π. αριθμ. περιθ. 64 σελ. 51 και στην υποσημείωση 83].
22 β) Την χορήγηση και ανάκληση ή αφαίρεση άδειας κυκλοφορίας οχημάτων και την επιβολή συναφών κυρώσεων, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι προβλεπόμενες από τον Κ. Ο. Κ.
23 γ) Την παραχώρηση δικαιώματος και τον καθορισμό των όρων εκμετάλλευσης αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης (λεωφορείων, φορτηγών, επιβατηγών, βυτιοφόρων και λοιπών), τη μεταβολή της έδρας τους [ΣτΕ 2858/1998 ΔΔ 2000, 28 = ΝΟΜΟΣ], καθώς και κάθε άλλη σχετική μεταβολή.
Σελ. 15
24 δ) Την επιβολή πειθαρχικών ποινών σε μέλη επαγγελματικών ενώσεων με χαρακτήρα ΝΠΔΔ, όπως είναι ιδίως οι ιατρικοί, οι οδοντιατρικοί και φαρμακευτικοί σύλλογοι, το ΤΕΕ, το Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδος, το Επιμελητήριο Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος και η Ένωση Ελλήνων Χημικών.
25 (iii) Στη συνέχεια, ο Ν 3659/2008 προσέθεσε με την § 4 αυτού στο άρθρο 1 Ν 1406/1983 εννέα ακόμη διαφορές ουσίας, ήτοι εκείνες που προκύπτουν:
26 α) από την επιβολή διοικητικών κυρώσεων (αα) για παράβαση των διατάξεων και ρυθμίσεων της εργατικής νομοθεσίας και της νομοθεσίας για την υγιεινή και ασφάλεια της εργασίας, (ββ) για παράβαση των διατάξεων της νομοθεσίας περί τουριστικών επιχειρήσεων, οποιασδήποτε μορφής και κατηγορίας και άσκησης τουριστικών επαγγελμάτων, (γγ) για παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδιδόμενων κανονιστικών πράξεων και (δδ) για παράβαση των διατάξεων της νομοθεσίας περί προστασίας των καταναλωτών.
27 β) Από πράξεις που εκδίδονται βάσει της νομοθεσίας περί διαχείρισης υδάτινων πόρων [πρβλ. και ΣτΕ 1259/2022 ΔΔ 2023, 568, ΣτΕ 2402/2021 ΤΝΠ QUALEX, ΣτΕ 1585/2020 ΝΟΜΟΣ, ΣτΕ 2303/2019 ΤΝΠ QUALEX, ΣτΕ 2697/2018, 1016/2018 επταμ., 1548-9/2015, 4077/2014, 1493/2012 επταμ., 4590/2011 επταμ., σύμφωνα με τις οποίες οι διαφορές είναι ουσίας, μόνο όταν για την έκδοση των ατομικών διοικητικών πράξεων δεν απαιτείται έγκριση περιβαλλοντικών όρων].
28 γ) Από την άρνηση χορήγησης αποδεικτικού ή βεβαίωσης ενημερότητας για χρέη προς το Δημόσιο ή τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης από οποιαδήποτε αιτία, καθώς και από πράξεις των φορολογικών αρχών σχετικές με την φορολογική κατοικία, την εγγραφή, διαγραφή ή μεταβολή στοιχείων στο φορολογικό μητρώο, τον κλειδάριθμο, τον αριθμό φορολογικού μητρώου και τον κωδικό αριθμό δραστηριότητας.
29 δ) Από την έκδοση πράξεων, με τις οποίες διατάσσεται η προσωρινή παύση λειτουργίας καταστήματος, γραφείου, εργοστασίου, εργαστηρίου και γενικά επαγγελματικής εγκατάστασης επιτηδευματία λόγω φορολογικών παραβάσεων ή λόγω οφειλής προς το Δημόσιο από οποιαδήποτε αιτία.
30 ε) Από την άρνηση θεώρησης φορολογικών βιβλίων και στοιχείων, λόγω μη εκπλήρωσης ληξιπρόθεσμων και απαιτητών οφειλών.
31 στ) Από πράξεις, οι οποίες αφορούν την καταβολή εθνικών ή κοινοτικών ενισχύσεων, επιδοτήσεων και λοιπών συναφών χρηματικών παροχών ή στην επιβολή κάθε σχετικού μέτρου ή κύρωσης [η περίπτωση στ΄ αντικαταστάθηκε από το άρθρο 48 § 2 Ν 3900/2010].
32 ζ) Από τις πράξεις παραχώρησης κοινόχρηστών χώρων, σε εκμεταλλευόμενους καταστήματα κάθε είδους προς εξυπηρέτηση της λειτουργίας τους.
33 η) Από την χορήγηση αδειών άσκησης υπαίθριου εμπορίου και λαϊκών αγορών.
34 θ) Από την χορήγηση αδειών εγκατάστασης και λειτουργίας πρατηρίων καυσίμων, σταθμών αυτοκινήτων και πλυντηρίων - λιπαντηρίων αυτοκινήτων και την επιβολή διοικητικών κυρώσεων για παράβαση της οικείας νομοθεσίας.
35 Όλες, πάντως, οι διοικητικές διαφορές του Ν 1406/1983, σύμφωνα με την § 6 του άρθρου 1 αυτού, υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων ανεξάρτητα από την ιδιότητα εκείνου που ασκεί το σχετικό ένδικο βοήθημα [πρβλ. όμοια και άρθρο 7 Ν 702/1977].
36 Πρέπει να σημειωθεί ότι διαφορές που είχαν υπαχθεί ως διαφορές ουσίας με το άρθρο 1 § 4α Ν 1406/1983 στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια επανήλθαν στην αρμοδιότητα του ΣτΕ με την καταργητική διάταξη του άρθρου 110 § 14 Ν 4055/2012 [για τις διαφορές από την εφαρμογή της νομοθεσίας περί επενδύσεων βλ. ΔΕφΑθ 73/2022 ΔΔ 2023, 61].
37 (iv) Επίσης, το άρθρο 66 Ν 4055/2012 κατάργησε από την έναρξη ισχύος του στις 2. 4. 2012 τις διατάξεις των §§ 4Α και 5 του άρθρου 1 Ν 1406/1983, καθώς και κάθε γενική ή ειδική διάταξη, η οποία ρυθμίζει διαφορετικά τα θέματα στα οποία αναφέρεται το άρθρο αυτό [βλ. άρθρο 109 περ. 14 Ν
Σελ. 16
4055/2012] και σύμφωνα με την § 1 αυτού οι διαφορές που προκύπτουν από την έκδοση διοικητικών πράξεων, οι οποίες αφορούν την επιβολή διοικητικών κυρώσεων, εκδικάζονται ως διαφορές ουσίας από τα κατά τόπον αρμόδια διοικητικά πρωτοδικεία, ενώ ως προς τα δικονομικά θέματα που αφορούν τη διαδικασία άσκησης και εκδίκασης της προσφυγής αυτής εφαρμόζεται ο ΚΔιοικΔ. Η εν λόγω ρύθμιση δεν εφαρμόζεται [πρβλ. ΣτΕ 4313/2013, ιδίως σκέψη 6 ΤΝΠ QUALEX]: α) στις κυρώσεις πειθαρχικού χαρακτήρα, ενδεικτική απαρίθμηση των οποίων εμπεριέχει η § 2α του άρθρου 66 Ν 4055/2012, β) στις διαφορές των περιπτώσεων η΄ και ι΄ του άρθρου 1 Ν 702/1977 ως προς την επιβολή προστίμων αυθαιρέτων, επιβολή προστίμων λόγω παράνομων υπαίθριων διαφημίσεων και επιγραφών, οι οποίες εντάσσονται στο άρθρο 1 § 1Α Ν 702/1977 και γ) στις διαφορές που προκύπτουν από πράξεις επιβολής κυρώσεων, τις οποίες εκδίδουν η Τράπεζα της Ελλάδος, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και οι ανεξάρτητες αρχές [Λαζαράτος, Διοικητικό δικονομικό δίκαιο ό.π. αριθμ. περιθ. 66 σελ. 54]. Στις διατάξεις των άρθρων 66 Ν 4055/2012 και 1 Ν 1406/1983 μπορούν να υπαχθούν όλες οι διαφορές ουσίας που ασκούνται με το ένδικο βοήθημα της προσφυγής και οι οποίες με ειδικά νομοθετήματα χαρακτηρίζονται ως τέτοιες, ώστε η κατηγοριοποίηση αυτή στα εν λόγω νομοθετήματα να έχει απωλέσει την αρχική της σημασία, με τη σημείωση πάντως ότι σε πολλές περιπτώσεις παραμένουν αμφιβολίες ή οι παλαιές διατάξεις διατηρούν πεδίο εφαρμογής ως προς την προδικασία ή τις ειδικές δικονομικές ρυθμίσεις που εμπεριέχουν [Λαζαράτος, Διοικητικό δικονομικό δίκαιο ό.π. αριθμ. περιθ. 68 σελ. 55-57, όπου παρατίθενται αναλυτικά 100 περίπου τέτοια νομοθετήματα].
38 (γ) Οριακές περιπτώσεις. Ανακύπτουν, όμως, ιδιαίτερα προβλήµατα στις περιπτώσεις εκείνες όπου δεν είναι ευχερής ένας κάθετος διαχωρισµός των δικαιοδοσιών, επειδή δεν είναι σαφής ο χαρακτηρισμός µιας διαφοράς ως ιδιωτικής ή διοικητικής, δεδομένου ότι ολοένα αυξάνεται ο παροχικός χαρακτήρας της διοίκησης, ο οποίος έχει δηµιουργήσει µια ιδιότυπη σύµµειξη δηµοσίου και ιδιωτικού δικαίου [βλ. Χασάπη, Τα δηµόσια έργα, σε: ΝοΒ 1987, 1170 επ., ιδίως 1174]. Οι σύγχρονες και πολυδαίδαλες οργανωτικές μορφές της διοίκησης σε συνδυασμό με τις ολοένα αναπτυσσόμενες πολύπλοκες οικονομικές σχέσεις κράτους - πολίτη την οδήγησαν στην περαιτέρω λειτουργία της στο πλαίσιο της νομικής ισοτιμίας, δηλαδή στη συμβατική δράση της [Δ. Ράικος, Δίκαιο δημοσίων συμβάσεων, 2017, 2 έκδ. σελ. 2 επ.]. Με τον τρόπο αυτό η διοίκηση δεν ενεργεί ως φορέας δημόσιας εξουσίας, του οποίου η υπερκείμενη εξουσία βούλησης υπερέχει νομικά της βούλησης των διοικουμένων, δηλαδή ως κυριαρχική διοίκηση, αλλά η δράση της διέπεται από τους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου, οπότε εμφανίζεται ως φορέας ισότιμης βούλησης προς τους ιδιώτες [Ε. Σπηλιωτόπουλος, Εγχειρίδιο διοικητικού δικαίου, 13 έκδ., 2010, σελ. 188 επ. Κ. Ρέμελης, Διοικητική αρμοδιότητα και ιδιωτικό δίκαιο ΕΔΔ 2007, 379 επ.]. Με στόχο να προσαρμοστεί στις διαρκώς μεταβαλλόμενες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες, η διοίκηση χρησιμοποιεί τη σύμβαση ως μέσο για την επέλευση των έννομων συνεπειών, ιδιαίτερα όταν πρόκειται να εναρμονιστούν αντιτιθέμενα συμφέροντα, να διαμορφωθούν νομικές θέσεις και καταστάσεις και να μετατεθούν οι υποχρεώσεις. Η δράση αυτή είχε ως συνέπεια την ανάπτυξη ενοχικών εννόμων σχέσεων διαφόρων ειδών, μεταξύ του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ και ιδιωτών, οι οποίες συναντώνται τόσο στον χώρο του ιδιωτικού όσο και στον χώρο του δημοσίου δικαίου, ανάλογα με την οργανωτική μορφή και τον τύπο δράσης της διοίκησης [Δ. Ράικος, Δίκαιο δημοσίων συμβάσεων, ό.π. σελ. 5 επ. Χ. Δετσαρίδης, Η προδικαστική προσφυγή στο στάδιο ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων, 2019, σελ. 6]. Όταν η διατάραξη αφορά έννομες σχέσεις αποκλειστικά μεταξύ ιδιωτών, η διαφορά είναι ιδιωτική. Όταν, όμως, στην έννομη σχέση που κλονίστηκε συμμετέχει το Δημόσιο ή άλλο ΝΠΔΔ τα πράγματα περιπλέκονται. Έτσι, υπάρχει περιθώριο αμφισβήτησης, αν κάποιες διαφορές που δεν συγκαταλέγονται ρητά στις πιο πάνω κατηγορίες ανήκουν στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων ή παρέμειναν ως ιδιωτικές στα πολιτικά δικαστήρια και για το λόγο αυτό ήταν έντονη η σχετική νομολογιακή κινητικότητα. Το Σύνταγμα δεν προσδιόρισε ειδικότερα την έννοια της ιδιωτικής ή διοικητικής διαφοράς, καταλείποντας αυτή την αποστολή στη επιστήμη και τη νομολογία. Το ζήτημα του τρίτου ως άνω κριτηρίου αναφορικά με το κατά πόσο η διαταρασσόμενη έννομη σχέση μεταξύ διοίκησης και ιδιώτη εί-
Σελ. 17
ναι ιδιωτικού ή διοικητικού δικαίου έχει οδηγήσει συχνά σε έντονες νομολογιακές αμφισβητήσεις ως προς τον εντεύθεν χαρακτηρισμό μιας διαφοράς ως ιδιωτικής ή διοικητικής, ζήτημα που σχετίζεται με τον προβληματισμό κατά πόσον η διοικητική ενέργεια θα θεωρηθεί ως διοικητική πράξη με την τεχνική του όρου έννοια ή ως πράξη διαχείρισης στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου [βλ. αντί πολλών, Λαζαράτο, Διοικητικό δικονομικό δίκαιο ό.π. σελ. 31-32]. Ως γενική θεωρητική και νομολογιακή έκφραση θα μπορούσε να θεωρηθεί ο παραμερισμός των τυπολογικών κριτηρίων της μορφής οργάνωσης του φορέα της διοίκησης και ο προσανατολισμός σε ουσιαστικά κριτήρια· μόνο του το γεγονός ότι ως εναγόμενος παρίσταται το Δημόσιο ή άλλο ΝΠΔΔ δεν προσδίδει στην επίδικη έννομη σχέση το χαρακτήρα της διοικητικής διαφοράς και κρίσιμη αποβαίνει η ουσιαστική φύση των σχετικών διαφορών [Ν. Νίκας, Πολιτική δικονομία τόμ. Ι ό.π. αριθμ. περιθ. 10 σελ. 96]. Τα ανώτατα δικαστήρια της χώρας στις δύο δικαιοδοσίες (ΑΠ και ΣτΕ) και το ΑΕΔ έχουν «κατανείμει» αρκετές οριακές και αμφισβητούμενες περιπτώσεις στη μία ή την άλλη δικαιοδοσία. Η γενική, πάντως, παρατήρηση είναι ότι το ΣτΕ, υπό την επίδραση γαλλικών αντιλήψεων, θεωρεί ανέκαθεν ως διοικητική μια διαφορά, αυτή που προκύπτει μεταξύ της πολιτείας ή ενός ΝΠΔΔ και του διοικουμένου, από πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια διοικητικού οργάνου, όταν συναρτάται με την οργάνωση και λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας [άποψη που με οριακή πλειοψηφία (7 προς 6) ενστερνίστηκε και το ΑΕΔ 5/1995 ΕλλΔνη 1995, 562 = ΝΟΜΟΣ = ΑρχΝ 1995, 258, ΔΔ 1995, 562 = ΔΦορΝομ 1996, 735 = ΕΔΚΑ 1995, 199 = ΠειρΝ 1996, 74, ΑΕΔ 53/1995 ΔΔ 1996, 79, 81 = ΕλλΔνη 1996, 575 = ΔΦορΝομ 1996, 959 = ΕΔΚΑ 1996, 7 = ΝΟΜΟΣ]. Αντίθετα, ο Άρειος Πάγος [Ολ ΑΠ 20/1993 Δ 1994, 275 = ΝΟΜΟΣ = ΑρχΝ 1994, 615 = ΕΔΚΑ 1994, 39, ΑΠ 657/2014 ΝοΒ 2014, 2113 = ΝΟΜΟΣ] δίνει έμφαση στο στοιχείο της δημόσιας εξουσίας· μόνο όταν το διοικητικό όργανο δρα στη συγκεκριμένη περίπτωση ως potentior persona, χρησιμοποιώντας την ειδική, κατά νόμο υπερέχουσα, θέση του έναντι των άλλων υποκειμένων, υφίσταται διοικητική διαφορά, που υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων [Ν. Νίκας, Πολιτική δικονομία τόμ. Ι ό.π. αριθμ. περιθ. 10 σελ. 97]. Πάντως, είναι απολύτως ορθή η παρατήρηση ότι οι ελπίδες πως η οριοθέτηση των διοικητικών από τις ιδιωτικές διαφορές θα πραγματοποιηθεί από το ΑΕΔ, στο πλαίσιο της ενοποιητικής της νομολογίας λειτουργίας του, μάλλον δεν ευοδώθηκαν, αφού και το ανώτατο αυτό δικαστήριο συχνά δολιχοδρομεί και δεν έχει μέχρι σήμερα κατορθώσει να διαμορφώσει πειστικά κριτήρια και να αποκρυσταλλώσει ενιαίες λύσεις [Ν. Νίκας, Πολιτική δικονομία τόμ. Ι ό.π. § 7 ΙΙ 3 σελ. 98 στην υποσημείωση 28]. Επιπρόσθετα, είναι απολύτως ορθή η παρατήρηση [Ν. Νίκας, Πολιτική δικονομία τόμ. Ι ό.π. § 8 Ι 1 αριθμ. περιθ. 4 σελ. 113] ότι η προσφυγή στο ΑΕΔ μετά από καταφατική ή αποφατική σύγκρουση δικαιοδοσίας λόγω δεδικασμένου που παράγεται από τελεσίδικες αποφάσεις των δύο δικαιοδοτικών κλάδων έχει προληπτικό χαρακτήρα και έρχεται συνήθως καθυστερημένα· ο εξαναγκασμός του διαδίκου να προσφύγει και στους δύο δικαιοδοτικούς μηχανισμούς είναι ανεπιθύμητος και για το λόγο αυτό ο νομοθέτης επιχείρησε με έμμεσο τρόπο να τον αποτρέψει, προστατεύοντας τον διάδικο που απευθύνεται σε δικαστήριο το οποίο στερείται δικαιοδοσίας. Για τον λόγο αυτό όρισε στο άρθρο 9 § 4 Ν 1649/1986, που αποτελεί πάγια ρύθμιση, ότι αν το ένδικο βοήθημα απορριφθεί για έλλειψη δικαιοδοσίας και ασκηθεί εκ νέου ενώπιον του δικαστηρίου που έχει δικαιοδοσία μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την επίδοση της τελεσίδικης απορριπτικής απόφασης στον ενδιαφερόμενο, θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου, ως προς όλες τις συνέπειές του, ότι ασκήθηκε κατά τον χρόνο άσκησης εκείνου που απορρίφθηκε [βλ. και άρθρο 41 Ν 3659/2008 για τη βελτίωση και επιτάχυνση της διοικητικής δίκης. ΕφΚρητ 4/2018 ΝοΒ 2018, 846, 849. Πρβλ. ΑΠ 632/2005 ΕλλΔνη 47, 1073]. Αν δεν ίσχυε η διάταξη αυτή, η οποία κατά το άρθρο 11 § 1 Ν 4337/2015 ισχύει για τα ΝΠΔΔ που ανήκουν στο Μητρώο Φορέων Γενικής Κυβέρνησης, επειδή κατά τις διατάξεις των άρθρων 49, 51 εδ. α΄ και 52 του ΝΔ 496/1974 «περί δημοσίου λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου» η έγερση αγωγής επιφέρει διακοπή της παραγραφής [πρβλ. ΑΚ 263, ενώ προκειµένου περί αγωγής ενώπιον διοικητικού δικαστηρίου, τη διακοπή της παραγραφής επιφέρει, κατ’ άρθρο 75 § 2β του Ν 2717/1999, η κατάθεση αυτής], εφόσον
Σελ. 18
ασκηθεί ενώπιον δικαστηρίου µη στερουµένου δικαιοδοσίας για την επίλυση της συγκεκριµένης διαφοράς. Στην αντίθετη περίπτωση, η άσκηση της αγωγής ενώπιον στερουµένου δικαιοδοσίας δικαστηρίου δεν θα επέφερε διακοπή της παραγραφής, αφού η αγωγή αυτή απορρίπτεται για έλλειψη δικαιοδοσίας σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 4, ενώ δεν µπορεί να γίνει λόγος για διατήρηση των συνεπειών της άσκησής της κατά το άρθρο 46 εδ. τελευταίο. Στο πλαίσιο αυτής της γενικής θεώρησης:
39 i) Ως ιδιωτικές έχουν χαρακτηριστεί:
α) οι διαφορές από πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής [ΑΕΔ 7/1987 Δ 1988, 39 = ΝΟΜΟΣ = Αρμ 1988, 67 = ΑρχΝ 1988, 8 = ΕλλΔνη 1988, 80 = ΔΔ 1989, 32 Διοικητική Δικαιοσύνη 1988, 145 = ΕΔΚΑ 1988, 78, ΑΕΔ 12/1992 Αρμ 1995, 54 με παρατηρήσεις Χρυσανθάκη και Σταματόπουλου ΕλλΔνη 1993, 297 = ΔΔ 1993, 67 = ΕΔΚΑ 1993, 19, ΑΕΔ 85/1991 ΔΔ 1992, 523, ΣτΕ 2774/1989 ΕΔΔ 1990, 431, ΣτΕ 2892/1991 ΕΔΚΑ 1992, 374, ΣτΕ 2331/1993 ΕΔΚΑ 1994, 280, ΣτΕ 506/2006. Β. Σκουρής, Διοικητικό δικονομικό δίκαιο, 1991, σελ. 150. Ι. Συμεωνίδης, Τα όρια ό.π. σελ. 180 επ.]. Όλες οι διαφορές που αναφύονται από την εφαρμογή του ΑΝ 1539/1938 γεννούν ιδιωτικές διαφορές [Ολ ΣτΕ 3776/2012, ΣτΕ 4047/2015], ενώ για τα πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής του Ν 3207/2003 έχει κριθεί από την Ολ ΣτΕ 88/2011 [ΘΠΔΔ 2011, 259 επ.] ότι γεννούν ακυρωτικές διοικητικές διαφορές. Παρά τους δικαιολογηµένους δισταγµούς σηµαντικής µερίδας της θεωρίας και της νοµολογίας [βλ. Β. Σκουρή, Οι διοικητικές συµβάσεις και τα πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής, σε: Οριοθέτηση της δικαιοδοσίας των πολιτικών και διοικητικών δικαστηρίων, ΕΝΟΒΕ 1990, 31 επ. (33, 34), Σταµατόπουλου, Οι διοικητικές διαφορές και τα πολιτικά δικαστήρια µετά το Ν 1406/1983, Δ 1984, 19 επ. Από τη νοµολογία βλ. ενδεικτικά ΕιρΘηβ 21/1986 ΝοΒ 1986, 1436 επ.], το ΑΕΔ κατέληξε, µε παραλλάσουσες αιτιολογίες στις σχετικές αποφάσεις του [βλ. τις διάφορες αιτιολογίες της ΑΕΔ 7/1987 Δ 1988, 39 επ. από τις ΑΕΔ 4/1989 ΔΔ 1989, 779 επ. και 7/1989 ΕλλΔνη 1989, 1146 επ.], να υπαγάγει τις διαφορές από την έκδοση των πρωτοκόλλων διοικητικής αποβολής οριστικά στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Kλασικό τέτοιο πρωτόκολλο αποτελεί το από το άρθρο 61 του ΝΔ 86/1969 «περί Δασικού Κώδικος», το οποίο, όπως τροποποιήθηκε µε τα άρθρα 2 του ΝΔ 996/1971 και 24 § 1 του Ν 248/1976, δεν εθίγη από τον νεότερο Δασικό Κώδικα (Ν 998/1979), πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής που εκδίδεται από τον αρµόδιο διευθυντή δασών, νοµοδασάρχη ή δασάρχη κατά του επιχειρούντος εκχέρσωση, υλοτοµεία, σπορά ή οποιαδήποτε άλλη διακατοχική πράξη επί δηµοσίων, δηµοτικών, κοινοτικών, µοναστηριακών ή ανηκόντων σε ιδρύµατα εν γένει δασών και η βεβαίωση της ζηµίας που τυχόν επήλθε σε βάρος του Δηµοσίου, του ποσού αποκατάστασης αυτής ή του ποσού της οφειλοµένης αποζηµίωσης χρήσης, προκειµένου περί δηµοσίων δασών. Βαρύνοντα ρόλο απετέλεσε για το ΑΕΔ το αντικείµενο της σχετικής δίκης, έτσι όπως το ίδιο το αντιλαµβάνεται [βλ. κριτική επ’ αυτού από Μπέη/Καλαβρό/Σταµατόπουλο, Δικονοµία των Ιδιωτικών διαφορών Ι, σελ. 244, µε την επισήµανση ότι το ακυρωτικό είναι το κύριο αντικείµενο της δίκης που ανοίγεται µε την ανακοπή και ανήκει στην ύλη του δηµοσίου δικαίου, ενώ η κυριότητα αποτελεί ζήτηµα προδικαστικό, οπότε η λύση που έχει επιλεγεί από το ΑΕΔ δηµιουργεί πρόβληµα εναρµόνισης µε την κατά το άρθρο 94 του Συντ. αυστηρή οριοθέτηση της δικαιοδοσίας των διοικητικών και πολιτικών δικαστηρίων] και όχι η φύση των προσβαλλόµενων πράξεων, άποψη που ακολουθεί µε συνέπεια, όπως θα παρουσιαστεί ακολούθως, και στα θέµατα ορισµένων ανακοπών της διοικητικής εκτέλεσης. Πλέον συγκεκριµένα, η δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων θεµελιώνεται στο γεγονός ότι τα πρωτόκολλα κατατείνουν στην άµεση προστασία του ιδιωτικού δικαιώµατος της κυριότητας του Δηµοσίου έναντι όσων επιχειρούν κατάληψη ή άλλη διακατοχική πράξη, ώστε η όλη διαφορά, µολονότι έχει κατ’ επίφαση το σχήµα της αίτησης ακύρωσης κατά πράξης διοικητικής αρχής, να αποκαλύπτεται καθαρά ιδιωτική [βλ. Β. Σκουρή, Διοικητικό Δικονοµικό Δίκαιο Ι, ό.π. 170 επ. Από τη νοµολογία βλ. ενδεικτικά ΑΕΔ 85/1991 ΔιΔικ 1992, 523 επ. = ΕΔΚΑ 1992, 229 επ. και ΣτΕ 2686/2016 ΤΝΠ QUALEX, ΣτΕ 4047/2015 ΤΝΠ QUALEX, ΔΠρΡοδ 265/2013, ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΑµφισ 30/2008 ΧρΙΔ 2009, 632 επ.]. Με ανάλογες σκέψεις κρίθηκε ως ιδιωτική και η διαφορά, η οποία προκαλείται από τα πρωτόκολλα αποζηµίωσης για αυθαίρετη χρήση δηµοσίου κτήµατος [ΑΕΔ 10/1993 ΕλλΔνη 1994,
Σελ. 19
300, Ολ ΣτΕ 1303/1997 Δ 1998, 264, ΣτΕ 2749/2008 ΔΔ 2009, 1387, ΣτΕ 413/2004]. Και στην περίπτωση αυτή παραµερίστηκε η φύση των πρωτοκόλλων αυτών ως εκτελεστών διοικητικών πράξεων και δόθηκε προβάδισµα στην αναλογία τους µε τις µισθώσεις ιδιωτικών ακινήτων του Δηµοσίου [πρβλ. ΑΕΔ 6/1989 Δ 1989, 747 επ., ΑΠ 1345/2004 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 4193/2006 ΕλλΔνη 2008, 839 επ., ΔΠρΘεσ 2606/2004 ΝΟΜΟΣ]. Ανάλογα γίνονται δεκτά και για τα πρωτόκολλα βεβαίωσης βλάβης σε δηµόσια κτήση ή δηµόσιο έργο ή τα πρωτόκολλα αποτερµατισµού και οριοθέτησης δασών [ΑΕΔ 20/1990 ΕλλΔνη 1991, 306 επ. = ΔιΔικ 1990, 1292 επ. = ΕΔΚΑ 1990, 509 επ. Βλ. σχετικά Νίκα σε Κεραµέως/Κονδύλη/Νίκα, ΕρµΠολΔ Ι, υπό άρθρο 1, σελ. 7, όπου και περισσότερες παραποµπές]. Στα πολιτικά δικαστήρια ανήκει, επίσης, η σχετική περί ακυρότητας αγωγή του πρωτοκόλλου κατάληψης ανταλλάξιµων µουσουλµανικών κτηµάτων, η κυριότητα των οποίων περιήλθε στο Δηµόσιο κατ’ εφαρµογή διεθνών συµβάσεων που κυρώθηκαν µε νόµο, γιατί το πρωτόκολλο καταλήψεως δεν συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη, αλλά πράξη διοίκησης και διαχείρισης της ιδιωτικής περιουσίας του Δηµοσίου [βλ. ΑΠ 763/1998, ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕφΛαρ 208/2002 ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2002, 282 επ.]. Δεν αντιβαίνει, τέλος, στο Σύνταγµα η εκδίκαση, παλαιότερα από το Ειρηνοδικείο και τώρα υπό την ισχύ του Νέου Δικαστικού Χάρτη, της ανακοπής κατά του πρωτοκόλλου από τη Διεύθυνση Γεωργίας κατά παντός αυθαιρέτως καταλαβόντος ή επιχειρούντος κατάληψη κοινοχρήστων και διαθεσίµων εκτάσεων της επικοιστικής νοµοθεσίας [ΕιρΔεσκάτης 2/1992 ΑρχΝ 1992, 515 επ.]. Αντίθετη λύση, πάρα την ερμηνευτική γραµµή που χάραξε το ΑΕΔ [πρβλ. ΑΕΔ 39/1989 ΕΔΚΑ 1990, 264 επ.], πρέπει να δίνεται, όµως, όταν η ανακοπή κατά του πρωτοκόλλου αποζηµιώσης αφορά στην χρήση κοινόχρηστου πράγµατος. Εδώ η δικαστική διάγνωση επεκτείνεται σε θέµα καθαρώς δηµοσίου δικαίου, αν το πράγµα είναι κοινόχρηστο και µε ποιο τίτλο, ενδεχοµένως, µπορεί να το χρησιµοποιεί ο ιδιώτης και όχι η διεκδίκηση από τον ιδιώτη ιδιαίτερων εµπραγµάτων δικαιωµάτων επί της επίµαχης έκτασης. Οι πράξεις διαχείρισης κοινοχρήστων χώρων, όπως είναι ο αιγιαλός και η χερσαία ζώνη λιµένα, δεν είναι πράξεις διαχείρισης της ιδιωτικής περιουσίας του Δηµοσίου αλλά διοικητικές πράξεις που εκδίδονται κατ’ ενάσκηση δηµόσιας εξουσίας, δικαιοδοσία για την εκδίκαση των σχετικών διαφορών έχουν τα διοικητικά δικαστήρια [βλ. Ολ ΣτΕ 2560/2015 ΤΝΠ QUALEX, Ολ ΣτΕ 1467/1990 ΕΔΚΑ 1990, 406 επ., ΣτΕ 1152/2015 ΤΝΠ QUALEX και εκτενέστερα Ι. Συµεωνίδη, Τα όρια της δικαιοδοσίας των πολιτικών και διοικητικών δικαστηρίων, ό.π. σελ. 188, 189, όπου και περαιτέρω παραποµπές. Η Ολ ΣτΕ 3409/2001 Αρµ 2001, 1558 επ., ευθυγραµµιζόµενη µε τις σχετικές αποφάσεις του ΑΕΔ, έκρινε ότι και για τις διαφορές που δηµιουργούνται από τα πρωτόκολλα αποζηµίωσης για αυθαίρετη χρήση παραλιακού και θαλάσσιου χώρου, δικαιοδοσία έχουν τα πολιτικά δικαστήρια, µε το σκεπτικό ότι η αποζηµίωση έχει τον χαρακτήρα ανταλλάγµατος για την ωφέλεια που αποκοµίζει ο αυθαίρετος χρήστης και οµοιάζει µε µίσθωµα].
40 β) Οι διαφορές από πράξεις ή παραλείψεις οργάνων του κράτους, των ΟΤΑ και ΝΠΔΔ, που δεν σχετίζονται με την οργάνωση και λειτουργία δημόσιας υπηρεσίας [Ι. Συμεωνίδης, Τα όρια της δικαιοδοσίας των πολιτικών και διοικητικών δικαστηρίων ό.π. σελ. 161-165].
41 γ) Οι διαφορές από αδικοπραξίες προσώπων, τα οποία δεν αποτελούν όργανα ΝΠΔΔ κατά την έννοια των άρθρων 105-106 ΕισΝΑΚ, όπως οι εργάτες ή οι τεχνίτες [ΕφΑθ 7350/1991 ΕλλΔνη 1993, 1621. Νίκας, Πολιτική δικονομία τομ. Ι, ό.π. § 7 ΙΙ 3 δ αριθμ. περιθ. 19 σελ. 102], καθώς και οι αγωγές από το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, όταν ενάγεται μόνο το όργανο που προκάλεσε τη ζημία και όχι το Δημόσιο [ΑΕΔ 53/1995 ΔΔ 1996, 79].
42 δ) Οι διαφορές με αντικείμενο αποζημίωση κατά του ΝΠΔΔ από αδικοπραξία, που συντελέστηκε στο πλαίσιο ή έχει ως υπόβαθρο σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου [ΑΕΔ 3/2004 ΕλλΔνη 2005, 373, ΑΠ 2111/2013 ΕλλΔνη 2014, 382] ή οφείλεται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου, το οποίο ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων [ΑΕΔ 53/1995 ΕλλΔνη 1996, 575, ΑΠ 657/2014 ΝοΒ 2014, 2113, ΑΠ 1493/2017 ΕλλΔνη 2018, 430].
43 ε) Οι περιουσιακού χαρακτήρα διαφορές από την παρεμπόδιση της χρήσης κοινόχρηστων πραγμάτων εκ μέρους των οργάνων της διοίκησης, που στοιχειοθετεί προσβολή της προσωπικότητας.
Σελ. 20
44 στ) Οι ασφαλιστικές διαφορές με φορέα ασφάλισης ΝΠΙΔ [Ολ ΑΠ 11/2001 ΕΕΝ 2002, 409 = Δ 2002, 22, ΑΠ 65/2003 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 706/1991 ΕλλΔνη 1993, 46, ΑΠ 248/2015, 149/2005 ΕλλΔνη 2005, 1671, ΜΠρΑθ 116/2008].
45 ζ) Οι διαφορές από ιδιωτική σύμβαση της διοίκησης ή διαφορές από διατάραξη της συμβατικής έννομης σχέσης εκ μέρους του ιδιώτη [πρβλ. ΔΕφΑθ 572/1989 ΔΔ 1989, 1370-1371].
46 η) Οι πολεοδομικές διαφορές από την παράβαση πολεοδομικών διατάξεων, αλλά μόνο όταν αυτή συνιστά και παράβαση του γειτονικού δικαίου κατά τα άρθρα 1003-1032 ΑΚ [ΕιρΕλάτειας 8/2000 ΑρχΝ 2001, 406, 407. Ν. Νίκας, Πολιτική δικονομία τόμ. Ι, ό.π. § 7 ΙΙ 3 ζ αριθμ. περιθ. 22 σελ. 104]. Οι υπόλοιπες διαφορές που αναφύονται από παραβάσεις του ΓΟΚ (Ν 1577/1985) και του κτιριοδομικού κανονισμού (απόφαση 3046/304/1989 ΥΠΕΧΩΔΕ), που επιβάλλουν όρους και περιορισμούς δόμησης, ανήκουν στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, εκτός αν, κατ’ εξαίρεση, ορίζεται ρητά το αντίθετο ως προς τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων [ΕφΠειρ 1205/1983 ΝοΒ 1984, 887].
47 θ) Οι διαφορές που συνάπτονται προς τη διαχείριση της ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου, ΝΠΔΔ ή ΝΠΙΔ, που ανήκουν στο Δημόσιο, όπως είναι λ. χ. οι διαφορές που προκαλούνται από πράξεις αφορώσες την οργάνωση και δράση ΝΠΙΔ [Ολ ΣτΕ 870/2018, 1526/1999, 6333/1996, 3588/1987] (μισθώσεις οικημάτων για στέγαση δημόσιων υπηρεσιών, διοικητική αποβολή μισθωτών κυλικείων ή περιπτέρων, είσπραξη τελών από χρήστη/διαχειριστή δημόσιων υπηρεσιών) ή από τη διάθεση μετοχών που τους ανήκουν [ΣτΕ 822/2021] ή από συμβάσεις εκμίσθωσης ακινήτων που συνάπτονται από ΟΤΑ κατά τις διατάξεις του ΠΔ 270/1981 «περί καθορισμού των οργάνων, της διαδικασίας και των όρων διενέργειας δημοπρασιών δι’ εκποίησιν ή εκμίσθωσιν πραγμάτων των Δήμων και Κοινοτήτων», οι οποίες αποβλέπουν στην επίτευξη του καλύτερου δυνατού αποτελέσματος και στην εξυπηρέτηση ταμιευτικών σκοπών των ΟΤΑ· τα ανωτέρω δεν μεταβάλλονται δίχως άλλο, όταν το υπό εκμίσθωση ακίνητο βρίσκεται εντός ή αποτελεί τμήμα κοινόχρηστου χώρου, γιατί στην περίπτωση αυτή η διαφορά εξακολουθεί να είναι ιδιωτική, αν δεν αμφισβητείται η δυνατότητα παραχώρησης ιδιαίτερου δικαιώματος κατά το άρθρο 970 ΑΚ επί του κοινοχρήστου πράγματος το οποίο αφορά η εκμίσθωση, αλλά το πρόσωπο, στο οποίο θα παραχωρηθεί το δικαίωμα αυτό ή η νομιμότητα της διαδικασίας με την οποία αυτό θα παραχωρηθεί [ΣτΕ 1003/2021 ΤΝΠ QUALEX, ΣτΕ 4149/2015 ΤΝΠ QUALEX, ΣτΕ 2397/2016 ΤΝΠ QUALEX] [εξαντλητικό κατάλογο από τη νομολογία τέτοιων διαφορών βλ. σε Π. Λαζαράτο, Διοικητικό δικονομικό δίκαιο ό.π. σελ. 35 και στην υποσημείωση 28 και στον Νίκα, Πολιτική δικονομία τόμ. Ι ό.π. σελ. 104 στην υποσημείωση 68]. Μολονότι ορισµένες πράξεις διαχείρισης της περιουσίας του Δηµοσίου εκδίδονται από διοικητικά όργανα, χαρακτηρίζονται ως πράξεις του ιδιωτικού δικαίου είτε γιατί το αντικείµενο που ρυθµίζουν ανήκει στον χώρο του ιδιωτικού δικαίου είτε γιατί αφορούν µια κατάσταση ιδιωτικού δικαίου είτε, τέλος, γιατί ενσωµατώνονται σ’ ένα πλέγµα ιδιωτικών σχέσεων [βλ. αναλυτικότερα Ι. Συµεωνίδη, Τα όρια ό.π. σελ. 161 επ.], έτσι ώστε οι σχετικές διαφορές να εκδικάζονται ως ιδιωτικές από τα πολιτικά δικαστήρια. Κρίσιµο στοιχείο για την υπαγωγή αυτών των διαφορών στα πολιτικά δικαστήρια είναι ότι διοικητική πράξη έχει γίνει αποκλειστικά για λόγους διαχείρισης της ιδιωτικής περιουσίας του Δηµοσίου ή ότι αναφέρεται σε ιδιωτικό δικαίωµα του Δηµοσίου. Σε αντίθετη περίπτωση, όµως, αν η κρίσιµη διοικητική πράξη αφορούσε και αποσκοπούσε στην εξασφάλιση των δικαιωµάτων του Δηµοσίου, γενόµενη µε όρους και κανόνες που προσιδιάζουν στην άσκηση δηµόσιας εξουσίας, τυχόν εισαγωγή της σχετικής διαφοράς στα πολιτικά δικαστήρια απορρίπτεται για έλλειψη δικαιοδοσίας [βλ. χαρακτηριστικό σκεπτικό της ΑΕΔ 85/1991 ΔιΔικ 1992, 523 επ. = ΕΔΚΑ 1992, 229 επ., ότι κατά την έννοια του άρθρου 95 του Συντ., επί των πράξεων των διοικητικών αρχών, ακυρωτικές ή διοικητικές διαφορές ουσίας δεν προκαλεί κάθε µία από τις πράξεις αυτές, η οποία φέρει τα εξωτερικά γνωρίσµατα µονοµερούς διοικητικής πράξης, από την οποία παράγονται έννοµα αποτελέσµατα, αλλά µόνο εκείνη η οποία, στο πλαίσιο των διατάξεων που διέπουν τη δηµόσια διοικητική δράση, επιδιώκει δηµόσιο
Σελ. 21
σκοπό. Οι λοιπές µονοµερείς πράξεις της διοίκησης, όσες, δηλαδή, είναι αµέτοχες του λειτουργικού αυτού στοιχείου και κινούνται σε κύκλο σχέσεων του ιδιωτικού δικαίου, δηµιουργούν διαφορές, οι οποίες ανήκουν στη γενική, σύµφωνα µε το Σύνταγµα (άρθρο 94 § 3), δικαιοδοσία που έχουν τα πολιτικά δικαστήρια στις περιπτώσεις προσβολής ιδιωτικών δικαιωµάτων]. Ειδικότερα, σύµφωνα µε πάγια εκδοχή που ακολουθεί τόσο ο Άρειος Πάγος όσο και το ΣτΕ, οι προερχόµενες από την εκµίσθωση ή την εκποίηση ιδιωτικής ή δηµόσιας περιουσίας του Δηµοσίου διαφορές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια, διότι κατά κανόνα αποβλέπουν σε ταµειακούς σκοπούς και διέπονται από κανόνες του ιδιωτικού δικαίου. Έτσι στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων εµπίπτουν: η αγωγή κατά του Δηµοσίου για αναγνώριση του δικαιώµατος κατοχής στο µίσθιο και αποβολής των εναγόµενων από αυτό [βλ. ΑΠ 1388/2001 ΕλλΔνη 2002, 434], η αγωγή αποζηµίωσης κατά ΝΠΔΔ λόγω παράβασης των όρων µίσθωσης κυλικείου που βρίσκεται µέσα στο κτήριο ιδιοκτησίας του εναγόµενου ως εκµισθωτή ΝΠΔΔ [βλ. ΕφΑθ 5501/2008 ΕλλΔνη 2009, 599 επ.]. Αντίθετα, όµως, οι διαφορές, όπως για την παραχώρηση άδειας εκµετάλλευσης περιπτέρου, κυλικείου κ. λπ. σε ανάπηρο, για την χορήγηση σε αυτόν άδειας προς εκµίσθωση του περιπτέρου, κυλικείου κ. λπ. σε τρίτο, για την ανάκληση των σχετικών µε αυτές πράξεων, για τη µετατόπιση περιπτέρου, κυλικείου κ. λπ., για την αξίωση αποζηµίωσης κατά τα ανωτέρω άρθρα 105 και 106 ΕισΝΑΚ λόγω παράνοµων πράξεων ή παραλείψεων ή υλικών ενεργειών του αρµόδιου νοµάρχη ή των οργάνων των ΝΠΔΔ, στα οποία βρίσκονται εγκατεστηµένα τα κυλικεία, σε σχέση µε τα ανωτέρω ανακύπτοντα ζητήµατα, συνιστούν διοικητικές διαφορές, οι οποίες υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων [ΣτΕ 3992/2005 ΝΟΜΟΣ, ΣτΕ 713/2000 ΝΟΜΟΣ, ΣτΕ 26/1996 ΔΔ 1996, 1608]· και αυτό, γιατί το παρεχόµενο από αυτές στους αναπήρους και τα θύµατα πολέµου δικαίωµα εκµετάλλευσης περιπτέρου, κυλικείου κ. λπ., το οποίο αποτελεί µία από τις µορφές µε τις οποίες εκδηλώνεται η κρατική µέριµνα για την προστασία των προσώπων αυτών και ασκείται κατά τη διαγραφόµενη από τις διατάξεις αυτές διοικητική διαδικασία, συνιστά δηµοσίου δικαίου δικαίωµα [πρβλ. ΜΠρΘεσ 151/2016 ΝΟΜΟΣ], η αγωγή για την αναγνώριση ακυρότητας της σύµβασης παραχώρησης µε πλειοδοτική δηµοπρασία δηµόσιας έκτασης µεταξύ Δηµοσίου και ιδιώτη [βλ. ΑΠ 817/1985 ΕλλΔνη 1986, 96 επ.]. Επίσης, ιδρύει ιδιωτική διαφορά η άσκηση αγωγής νοµής ιδιώτη κατά του Δηµοσίου, θεµελιωµένη σε απόφαση του επιχώριου νοµάρχη, µε την οποία έχει εγκριθεί η απευθείας εκποίηση του επίδικου ακινήτου του Δηµοσίου βάσει του άρθρου 4 του ΑΝ 263/1968, όπως αυτό συµπληρώθηκε µε την § 1 του άρθρου 2 του ΝΔ 1154/1972 και αντικαταστάθηκε µε το άρθρο 1 § 1 του Ν 719/1977, διότι η απόφαση αυτή δεν αφορά σε παραχώρηση κρατικού ακινήτου που ενεργείται εξουσιαστικά από τη Διοίκηση για την εξυπηρέτηση ορισµένης κοινωνικής ή οικονοµικής κρατικής πολιτικής µε σκοπό την θεραπεία του δηµόσιου συµφέροντος, αλλά στη βάση κριτήριων διαχείρισης της περιουσίας του Δηµοσίου [ΕφΔωδ 54/2004 ΝΟΜΟΣ]. Αντίθετα, απαράδεκτα εισάγονται προς εκδίκαση στα πολιτικά δικαστήρια διαφορές που αναφύονται από πράξεις εκποίησης ή παραχώρησης γαιών για εγκατάσταση ή επέκταση βιοµηχανικών µονάδων, δασών που κατ’ ιδανικό µέρος ανήκουν στο Δηµόσιο µε σκοπό τη διατήρηση, προστασία και βελτίωση των συνθηκών εκµετάλλευσής τους [βλ. διεξοδικότερα Ι. Συµεωνίδη, Τα όρια της δικαιοδοσίας των πολιτικών και διοικητικών δικαστηρίων ό.π. σελ. 176 επ.].
48 ι) Οι διαφορές αδικαιολόγητου πλουτισμού του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ, όταν δεν υφίσταται σχέση δημοσίου δικαίου που συνδέει το Δημόσιο ή το ΝΠΔΔ με κάποιο πρόσωπο, αλλά έννομη σχέση ιδιωτικού δικαίου, από την οποία ή με αφορμή της οποίας δημιουργείται ο πλουτισμός του Δημοσίου ή του ΝΠΔΔ [Δ. Ράικος, Διοικητικό δικονομικό δίκαιο ό.π. σελ. 35/36. Ν. Νίκας, Πολιτική δικονομία τόμ. Ι ό.π. § 7 ΙΙ 3 ι αριθμ. περιθ. 25 σελ. 105, ΑΕΔ 11/2017, ΑΕΔ 7/2017, ΑΕΔ 2/2016, ΑΕΔ 2/2015, ΑΕΔ 11/2013, ΑΕΔ 3/2012, ΑΕΔ 28/2011, ΑΕΔ 18/2019, ΑΕΔ 42/1990 ΔΔ 1991, 332, ΑΕΔ 11/1992 ΔΔ 1993, 65, Ολ ΑΠ 5/1995 ΑρχΝ 1995, 504, ΣτΕ 1697/2009].
49 ια) Οι διαφορές από ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, έστω αν και η υποκείμενη έννομη σχέση είναι δημόσιου δικαίου. Ειδικότερα, διατάξεις για διαδικασία έκδοσης διαταγής πληρωμής δεν εμπεριείχε μέχρι τον Ν 4329/2015 ο ΚΔιοικΔ, αλλά μόνο ο ΚΠολΔ.











