ΟΙ ΝΕΕΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ

Μετά τους Νόμους 5108/2024, 5134/2024 και 5221/2025

Συνδυάστε Βιβλίο (έντυπο) + e-book και κερδίστε 14.55€
Δωρεάν μεταφορικά σε όλη την Ελλάδα για αγορές άνω των 30€

Πληρώστε σε έως άτοκες δόσεις των /μήνα με πιστωτική κάρτα.

Σε απόθεμα

Τιμή: 36,55 €

* Απαιτούμενα πεδία

Κωδικός Προϊόντος: 21289
Καρδαμάκης Α.
  • Έκδοση: 2025
  • Σχήμα: 17x24
  • Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
  • Σελίδες: 336
  • ISBN: 978-618-08-0839-1

Ύστερα από την κατάργηση των Ειρηνοδικείων και την ενοποίηση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, ο «νέος Δικαστικός Χάρτης» αναδεικνύει ένα μωσαϊκό υπερ-Πρωτοδικείων και νέων δευτεροβάθμιων δικαστηρίων. Υπό τα νέα αυτά δεδομένα, το παρόν έργο φιλοδοξεί να αποτελέσει διττό σημείο αναφοράς: αφενός, οριοθετώντας σφαιρικά την επίδραση των Ν 5108/2024, 5134/2024 και 5221/2025 στο πεδίο της υλικής και τοπικής αρμοδιότητας, αφετέρου, διαγράφοντας συστηματικά -για πρώτη φορά στα χρονικά της ημεδαπής βιβλιογραφίας- το αρμόδιο forum σε μια ευρεία περιπτωσιολογία διαφορών. Ειδικότερα, μέσα από το έργο:

• επιχειρούνται δογματικές διακρίσεις της αρμοδιότητας,

• αναλύεται η υλική και τοπική αρμοδιότητα των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων, υπό το φως γενικών και ειδικών διατάξεων, καθώς και του «νέου Δικαστικού Χάρτη»,

• προσδιορίζεται περιπτωσιολογικά, υπό τη μορφή πρακτικού οδηγού, το αρμόδιο forum στις πρακτικά σπουδαιότερες διαφορές ιδιωτικού δικαίου,

• αναδεικνύονται τα πλέον σύγχρονα ζητήματα κύρους των συμφωνιών παρέκτασης τοπικής αρμοδιότητας,

• οριοθετείται συστηματικά η αρμοδιότητα των πλείονων δευτεροβάθμιων δικαστηρίων μετά τους Ν 5134/2025 και 5221/2025,

• εξετάζονται ειδικότερα ζητήματα από την εφαρμογή των παραπάνω, πρόσφατων νόμων.

Η ανάλυση είναι εναργώς προσανατολισμένη στην πράξη, υπό το αναγκαίο, όμως, δογματικό και δικαιοσυγκριτικό υπόβαθρο, με εκτενείς παραπομπές στην πλέον πρόσφατη νομοθεσία, βιβλιογραφία και νομολογία (άνω των 2.000 αποφάσεων, αρκετές εκ των οποίων δημοσιευμένες κατά τα έτη 2023 - 2025).

ΠΡΟΛΟΓΟΣ 

ΚΥΡΙΟΤΕΡΕΣ ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ

Α. Περί της έννοιας της «αρμοδιότητας» 1

1. Ορισμός και διάκριση από συναφείς έννοιες 1

2. Επιμέρους διακρίσεις της αρμοδιότητας 4

α. Βάσει του είδους της 4

β. Βάσει του χαρακτήρα της 4

γ. Βάσει του τρόπου καθορισμού της 5

δ. Βάσει του δικαστηρίου ή του οργάνου που ασκεί δικαιοδοτική εξουσία
στο πλαίσιο της ίδιας διαφοράς 6

ε. Βάσει της πηγής της αρμοδιότητας 10

3. Κεντρικά χαρακτηριστικά των διατάξεων περί αρμοδιότητας 11

α. Διατάξεις γενικότερου συμφέροντος με ευρεία ρυθμιστική εμβέλεια 11

β. Ήπιο σύστημα κυρώσεων των παραβάσεων των περί αρμοδιότητας
διατάξεων 14

γ. Απόρροια δικαιοπολιτικών σταθμίσεων και επιλογών 14

δ. Έντονη αλληλεξάρτηση από τις ρυθμίσεις του ουσιαστικού δικαίου 15

Β. Η υλική και τοπική αρμοδιότητα
των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων
16

1. Μια «νέα σελίδα» για την ελληνική πολιτική δικαιοσύνη:
η ενοποίηση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας με το Ν. 5108/2024 16

α. Ο νέος δικαστικός χάρτης: προϊστορία, στοχοθεσία και (πρώιμη) κριτική 16

β. Οι κεντρικές ρυθμίσεις των Ν. 5108/2024 και Ν. 5134/2024 υπό
το πρίσμα της αρμοδιότητας των πολιτικών δικαστηρίων 22

i. Η κατάργηση των Ειρηνοδικείων και τα «νέα» Πρωτοδικεία
των Περιφερειακών Ενοτήτων 22

ii. Οι διευρυμένες αρμοδιότητες του Μονομελούς Πρωτοδικείου 24

iii. Η αναμόρφωση των δευτεροβάθμιων δικαστηρίων 24

iv. Αναδιάρθρωση της τοπικής αρμοδιότητας 25

v. Μεταβατικού δικαίου διατάξεις 25

2. «Kεντρική», «παράλληλη» και «περιφερειακή»:
οι έδρες των Πρωτοδικείων των Περιφερειακών Ενοτήτων
υπό το πρίσμα των διατάξεων περί αρμοδιότητας 26

α. Η κεντρική έδρα 26

β. Η παράλληλη έδρα 28

γ. Η περιφερειακή έδρα 29

i. Ο κανόνας 29

ii. Η (χρονικά περιορισμένη) εξαίρεση ως προς την υλική
αρμοδιότητα των περιφερειακών εδρών των Πρωτοδικείων
της Αθήνας και του Πειραιά 30

δ. Διατήρηση της αρμοδιότητας των πολιτικών μεταβατικών εδρών 36

ε. Σχέση μεταξύ των περισσότερων εδρών του ιδίου Πρωτοδικείου 37

3. Ο καθορισμός της υλικής αρμοδιότητας: το κριτήριο της αξίας
του αντικειμένου της δίκης 38

α. Το πεδίο εφαρμογής των άρθρ. 7 επ. ΚΠολΔ 38

β. Το δικονομικό βάρος του ενάγοντος για σαφή έκθεση
της χρηματικής αξίας του επίδικου αντικειμένου και
των προσδιοριστικών της αρμοδιότητας του δικαστηρίου στοιχείων 40

γ. Ο τρόπος προσδιορισμού της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς
και ο κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της 41

δ. Ο καθορισμός της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς επί
αντικειμενικά και υποκειμενικά σύνθετων δικών 45

i. Αντικειμενική σώρευση αιτημάτων 45

ii. Επικουρική σώρευση αιτημάτων 47

iii. Ενεργητική και παθητική ομοδικία 47

ε. Οι ειδικές περιπτώσεις του άρθρ. 11 ΚΠολΔ 48

4. Υλική αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου 52

α. Η συνήθης λόγω ποσού αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου 52

β. Η εξαιρετική αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου
σε βάρος του Πολυμελούς Πρωτοδικείου 74

i. Μισθωτικές διαφορές (άρθρ. 16 περ. 1 ΚΠολΔ) 75

ii. Εργατικές διαφορές (άρθρ. 16 περ. 2, 3, 4 και 5 ΚΠολΔ) 77

iii. Ασφαλιστικές διαφορές (άρθρ. 16 περ. 6 και 9 ΚΠολΔ) 81

iv. Διαφορές που αφορούν τις αποζημιώσεις, τις αμοιβές και
τα έξοδα διαφόρων προσώπων και των διαδόχων τους
(άρθρ. 16 αριθμ. 7, 8, 10, 21, 22, 23, 24 ΚΠολΔ) 82

v. Αυτοκινητικές διαφορές (άρθρ. 16 περ. 11 ΚΠολΔ) 85

vi. Διαφορές από την προσβολή νομής ή κατοχής
(άρθρ. 16 περ. 12 ΚΠολΔ) 86

vii. Διαφορές από τη σχέση της κατ’ όροφο ιδιοκτησίας
(άρθρ. 16 περ. 13 ΚΠολΔ) 87

viii. Αγροτικές διαφορές
(άρθρ. 16 περ. 14, 15, 16, 17, 18 και 19 ΚΠολΔ) 89

ix. Διαφορές γειτονικού δικαίου (άρθρ. 16 περ. 20 ΚΠολΔ) 91

x. Διαφορές που αφορούν στη λειτουργία σωματείων και συνεταιρισμών
(άρθρ. 16 περ. 25, άρθρ. 17 περ. 4 ΚΠολΔ) 92

xi. Διαφορές οικογενειακού δικαίου (άρθρ. 17 περ. 1, 2 ΚΠολΔ) 93

xii. Διαφορές που με διάταξη του ΚΠολΔ ή με ειδική διάταξη Νόμου
υπάγονται στην εξαιρετική αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου 95

5. Υλική αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου 149

α. Η συνήθης λόγω ποσού αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου 149

β. Η συνήθης, λόγω του μη αποτιμητού σε χρήμα χαρακτήρα
της διαφοράς, αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου 150

γ. Η εξαιρετική αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου
σε βάρος του Μονομελούς Πρωτοδικείου 169

6. Η τοπική αρμοδιότητα των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων 176

α. Η κατά τόπο αρμοδιότητα των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων
υπό το φως του νέου Δικαστικού Χάρτη 176

β. Ο κανόνας της γενικής δωσιδικίας του εναγομένου 177

i. Γενικά 177

ii. Ο σύνδεσμος της κατοικίας 178

iii. Ο (επικουρικός) σύνδεσμος της διαμονής 180

iv. Ο σύνδεσμος της έδρας επί νομικού προσώπου 181

v. Δωσιδικία του Ελληνικού Δημοσίου 183

vi. Eιδικά, οι περιπτώσεις ορισμένων προσώπων που ασκούν
δημόσιο λειτούργημα ή προσώπων που συνδέονται με αυτά 183

γ. Ειδικές δωσιδικίες: εισαγωγικές παρατηρήσεις 186

δ. Αποκλειστικές ειδικές δωσιδικίες 187

i. Δωσιδικία εταιρικών διαφορών 187

ii. Δωσιδικία διαχείρισης ύστερα από δικαστική εντολή 189

iii. Δωσιδικία τοποθεσίας ακινήτου 191

iv. Δωσιδικία κληρονομιάς 196

v. Δωσιδικία της συνάφειας 199

vi. Αποκλειστικές δωσιδικίες με ειδική διάταξη Νόμου 205

ε. Συντρέχουσες ειδικές δωσιδικίες 206

i. Δωσιδικία δικαιοπραξίας 206

ii. Δωσιδικία της ανταγωγής 211

iii. Δωσιδικία της αδικοπραξίας 213

iv. Δωσιδικία διαχείρισης χωρίς δικαστική εντολή 221

v. Δωσιδικία προσωπικής και πραγματικής ταυτότητας του δικαίου 222

vi. Δωσιδικία μακρότερης διαμονής 225

vii. Δωσιδικία γαμικών διαφορών 227

viii. Δωσιδικία δικαιούχου διατροφής 228

ix. Δωσιδικία της περιουσίας και του επίδικου αντικειμένου 228

x. Συντρέχουσες δωσιδικίες με ειδική διάταξη Νόμου 230

στ. Δικαίωμα του ενάγοντος να επιλέξει μεταξύ περισσότερων
αρμόδιων δικαστηρίων 231

ζ. Παρέκταση τοπικής αρμοδιότητας 232

i. Επιτρεπτό, προϋποθέσεις και συνέπειες κατάρτισης συμφωνίας
παρέκτασης 232

ii. Δικαστικός έλεγχος εγκυρότητας της συμφωνίας παρέκτασης 236

iii. Ειδικά ζητήματα παρέκτασης τοπικής αρμοδιότητας
μετά την εφαρμογή του νέου Δικαστικού Χάρτη 249

Γ. Η αρμοδιότητα των δευτεροβάθμιων δικαστηρίων 252

1. Τα δευτεροβάθμια δικαστήρια μετά το Ν. 5134/2024:
το Πολυμελές Πρωτοδικείο και το Εφετείο 252

2. Η αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου επί εφέσεων
κατά των αποφάσεων των Μονομελών Πρωτοδικείων
της περιφέρειάς του 254

α. Διαφορές όπου η αξία του αντικειμένου τους δεν υπερβαίνει
τις 60.000 ευρώ (άρθρ. 18 § 2 περ. α’ ΚΠολΔ) 256

β. Μισθωτικές διαφορές όταν το συμφωνημένο μηναίο μίσθωμα
δεν υπερβαίνει τα 1.000 ευρώ (άρθρ. 18 § 2 περ. β’ ΚΠολΔ) 257

γ. Διαφορές που υπάγονται στην εξαιρετική αρμοδιότητα
του Μονομελούς Πρωτοδικείου και η αξία του αντικειμένου τους
δεν υπερβαίνει τις 60.000 ευρώ (άρθρ. 18 § 2 περ. γ’ ΚΠολΔ) 258

δ. Διαφορές που υπάγονται στην εξαιρετική αρμοδιότητα
του Μονομελούς Πρωτοδικείου ανεξάρτητα από την αξία της διαφοράς
(άρθρ. 18 § 2 περ. δ’ ΚΠολΔ) 259

ε. Ασφαλιστικά μέτρα νομής και κατοχής (άρθρ. 734 § 3 ΚΠολΔ) 259

στ. Υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 740 § 3 ΚΠολΔ) 260

ζ. Υποθέσεις που εκδικάζονται σε δεύτερο βαθμό από Πολυμελή
Πρωτοδικεία με ειδική διάταξη Νόμου 260

3. Η αρμοδιότητα του Εφετείου 261

4. Ειδικά ζητήματα 263

α. Ζητήματα διαχρονικού δικαίου 263

β. Συνέπειες αναρμοδιότητας του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου 265

γ. Ο προσδιορισμός της αρμοδιότητας του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου
στις υποκειμενικά ή αντικειμενικά σύνθετες δίκες, αλλά και σε
περιπτώσεις περισσότερων προσβαλλόμενων κεφαλαίων της απόφασης 266

δ. Ο προσδιορισμός της αρμοδιότητας του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου
σε περιπτώσεις όπου υπό το προϊσχύον δίκαιο τα Μονομελή
Πρωτοδικεία εκδίκαζαν εφέσεις 268

Δ. Η αρμοδιότητα του Αρείου Πάγου 270

Ε. Έρευνα της αρμοδιότητας και παραπομπή
στο αρμόδιο δικαστήριο
271

1. Ο κανόνας του αμετάβλητου της αρμοδιότητας 271

2. Έρευνα της αρμοδιότητας 273

α. Αυτεπάγγελτη έρευνα 273

β. Σειρά εξέτασης της ύπαρξης αρμοδιότητας σε σχέση με
τις λοιπές διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης 275

γ. Παραπομπή στο αρμόδιο δικαστήριο 278

δ. Τα ένδικα μέσα κατά της παραπεμπτικής απόφασης 283

ε. Η συζήτηση στο δικαστήριο της παραπομπής 286

3. Ο έλεγχος της αρμοδιότητας από το δευτεροβάθμιο
δικαστήριο και τον Άρειο Πάγο 288

4. Ειδικά ζητήματα από την εφαρμογή των Ν. 5134/2024 και
Ν. 5108/2024 291

α. Δικονομική μεταχείριση εκκρεμών ενστάσεων
υλικής αναρμοδιότητας 291

β. Δικονομική μεταχείριση εκκρεμών ενστάσεων
τοπικής αναρμοδιότητας 293

γ. Τύχη εκδοθεισών, παραπεμπτικών λόγω αναρμοδιότητας
αποφάσεων σε καταργούμενα Ειρηνοδικεία 293

δ. Συνέπειες αναρμοδιότητας στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων 295

ΣΤ. Ζητήματα κατάθεσης δικογράφων ενώπιον του αρμόδιου
δικαστηρίου
υπό το κράτος του νέου Δικαστικού Χάρτη 296

1. Εσφαλμένη αναγραφή του αρμόδιου δικαστηρίου
στο δικόγραφο 296

2. Κατάθεση δικογράφων που απευθύνονται σε περιφερειακές
έδρες Πρωτοδικείων 297

3. Κατάθεση δικογράφων σε εκκρεμείς υποθέσεις
των καταργηθέντων Ειρηνοδικείων 298

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ – ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ 303

ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΟ ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ 311

Σελ. 1

Α. Περί της έννοιας της «αρμοδιότητας»

1. Ορισμός και διάκριση από συναφείς έννοιες

Σύμφωνα με τον διαχρονικά «κλασικό», πανευρωπαϊκό ορισμό της δικονομικής θεωρίας, ως «αρμοδιότητα» στο πεδίο της πολιτικής δικαιοσύνης νοείται το ποσοστό δικαιοδοσίας που απονέμεται σε ορισμένο είδος δικαστηρίων ή σε συγκεκριμένο δικαστήριο, προκειμένου να εκδικάσει μια διαφορά. Κατά τούτο, η αρμοδιότητα είναι έννοια υποκείμενη εκείνης της δικαιοδοσίας, την ύπαρξη της οποίας προϋποθέτει και από την οποία σαφώς διακρίνεται.

Πιο συγκεκριμένα, τόσο η δικαιοδοσία όσο και η αρμοδιότητα συνιστούν διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης, αναγόμενες στο ίδιο το δικαστήριο. Ωστόσο, η δικαιοδοσία απολαμβάνει σαφούς κανονιστικού και δογματικού προβαδίσματος έναντι της αρμοδιότητας. Διότι, αφορά στο θεμέλιο, στην ύπαρξη εξουσίας του δικαστηρίου που επιλαμβάνεται μιας υπόθεσης να εκφέρει δικαιοδοτική κρίση (potestas judicandi)· μια οποιαδήποτε τέτοια κρίση, είτε εκείνη συνέχεται με τη νομότυπη άσκηση είτε με το παραδεκτό είτε, τέ-

Σελ. 2

λος, με την ουσία του ενδίκου βοηθήματος. Αν, λοιπόν, τούτη η εξουσία ελλείπει, κρίση περί της ύπαρξης ή ανυπαρξίας αρμοδιότητας, αφενός, δεν νοείται και αφετέρου, σε κάθε περίπτωση, παρέλκει. Με άλλα λόγια, έρευνα της αρμοδιότητας χωρεί μόνο όταν το δικαστήριο έχει ρητά ή σιωπηρά, μα πάντοτε πρωθύστερα, αποφανθεί καταφατικά για την ύπαρξη της δικαιοδοσίας του.

Διαφορετικές είναι, άλλωστε, οι έννομες συνέπειες που έλκονται από την ανυπαρξία των παραπάνω διαδικαστικών προϋποθέσεων. Έλλειψη δικαιοδοσίας (διεθνούς ή εσωτερικής) συνεπάγεται, άνευ ετέρου, την απόρριψη του ενδίκου βοηθήματος ως απαράδεκτου. Περιθώριο ίασης του εν λόγω απαραδέκτου δεν υφίσταται, παρά μόνο, μετριασμού των κλυδωνισμών που προκαλούνται από τη κυρωτική του εμβέλεια. Αντίθετα, όπως θα δούμε στη συνέχεια, η παράβαση των διατάξεων περί αρμοδιότητας ενεργοποιεί τον διορθωτικό -και όχι κυρωτικό- μηχανισμό της παραπομπής, με συνέπεια να αργεί η κήρυξη απαραδέκτου.

Εξάλλου, η αρμοδιότητα, ως έννοια, δεν πρέπει να συγχέεται ούτε με την εφαρμοστέα διαδικασία εκδίκασης μιας διαφοράς. Η διαδικασία (λ.χ. τακτική, ειδικές) δεν συνιστά, κατά την ορθότερη γνώμη, διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, ενώ αποκτά σημασία όταν το δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί θετικά υπέρ της αρμοδιότητάς του. Σε αυτό επίπεδο, η τηρητέα διαδικασία για την εκδίκαση μιας διαφοράς συνεπάγεται την εφαρμογή ειδικών κανόνων εκδίκασης (π.χ. απόδειξης) και αντικατοπτρίζει, κατά βάση, νομοθετικές επιλογές ως προς ορισμένες κατηγορίες διαφορών με ιδιαίτερη σημασία για τον κοινωνικό ή τον συναλλακτικό βίο. Βέβαια, όσον αφορά στην εξαιρετική αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου (αλλά και εκείνη των καταργηθέντων Ειρηνοδικείων), διαδικασία και αρμοδιότητα είναι δικονομικές έννοιες άρρηκτα συνυφασμένες. Για παράδειγμα, μια διαφορά που χαρακτηρίζεται ως μισθωτική, αφενός, εκδικάζεται αποκλειστι-

Σελ. 3

κά -μετά τους Ν. 5108/2024 και 5134/2024- από το Μονομελές Πρωτοδικείο, αφετέρου, εισάγεται προς συζήτηση κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών. Σε αυτές, λοιπόν, τις περιπτώσεις, η διάκριση μεταξύ των δύο αυτών εννοιών μικρή πρακτική αξία έχει.

Ομοιότητα, ωστόσο, εμφανίζουν η αρμοδιότητα και η διαδικασία ως προς τις έννομες συνέπειες από τη φαλκίδευση των οικείων ρυθμίσεων στον πρώτο βαθμό. Η λύση της παραπομπής προκρίνεται ως η πλέον ενδεδειγμένη λύση. Στη περίπτωση, εντούτοις, της διαδικασίας, η λύση αυτή δεν ήταν πάντοτε αναντίλεκτη. Τα τελευταία, πάντως, χρόνια κρατεί, νομίζουμε, και στη νομολογία η άποψη πως επί μη τήρησης της προσήκουσας διαδικασίας θα πρέπει να λάβει χώρα παραπομπή στο αρμόδιο δικαστήριο, προκειμένου να εφαρμοστεί η ορθή διαδικασία. Την ερμηνευτική αυτή εκδοχή ενισχύει, άλλωστε, και το άρθρ. 237 § 3 ΚΠολΔ, όπως προστέθηκε με το Ν. 4842/2021. Διαφορετική είναι, πάντως, η αντιμετώπιση των παραβιάσεων σε επίπεδο ενδίκων μέσων. Η εισαγωγή της υπόθεσης προς εκδίκαση με εσφαλμένη διαδικασία μένει, κατά κανόνα, «ατιμώρητη»: μόνο το παράπονο ότι δεν εφαρμόστηκε η προσήκουσα διαδικασία δεν ιδρύει λυσιτελή λόγο έφεσης, αναιρετικά, δε, ελεγχόμενη πλημμέλεια εκ των άρθρ. 559.5 ή 14 ΚΠολΔ, ομοίως, κατ’ αρχήν, δεν νοείται. Αντίθετα, η παραβίαση των διατάξεων περί αρμοδιότητας ελέγχεται τόσο με το ένδικο μέσο της έφεσης όσο και εκείνο της αναίρεσης.

Σελ. 4

2. Επιμέρους διακρίσεις της αρμοδιότητας

α. Βάσει του είδους της

Ως γνωστόν, βάσει του είδους της, η αρμοδιότητα διακρίνεται σε: (α) υλική, δηλαδή, στο ποσοστό της δικαιοδοσίας που ανήκει σε ορισμένο είδος δικαστηρίου (π.χ. Μονομελές ή Πολυμελές Πρωτοδικείο), (β) τοπική, δηλαδή, στο ποσοστό της υλικής αρμοδιότητας που ανήκει σε τοπικά ορισμένο δικαστήριο (π.χ. Μονομελές Πρωτοδικείο Αχαΐας ή Νάξου) και (γ) σε λειτουργική, δηλαδή, στην εξουσία κάθε επιμέρους δικαστηρίου ή δικαστικού υπαλλήλου στο πλαίσιο κρίσης επί συγκεκριμένης διαφοράς (π.χ. του Πρωτοδικείου και του Εφετείου).

Κατά τούτο, παρατηρείται ότι η υλική αρμοδιότητα αφορά στη «κάθετη» κατανομή της δικαιοδοσίας μεταξύ των επιμέρους πολιτικών δικαστηρίων, ενώ η τοπική αρμοδιότητα στην «οριζόντια». Η λειτουργική αρμοδιότητα κινείται στο μεταίχμιο· άλλοτε συνέχεται με τη κάθετη (βλ. άρθρ. 12 ΚΠολΔ) και άλλοτε, με την οριζόντια (π.χ. ειδικό τμήμα δικαστηρίου) κατανομή της δικαιοδοσίας, εντός του πλαισίου της ίδιας διαφοράς.

β. Βάσει του χαρακτήρα της

Ο χαρακτήρας των επιμέρους αρμοδιοτήτων των πολιτικών δικαστηρίων προσφέρεται ως βάση περαιτέρω διακρίσεων. Έτσι, τόσο η υλική όσο και η τοπική αρμοδιότητα μπορεί να είναι γενική ή ειδική. Η «γενικότητα» πρέπει να ιδωθεί υπό διττό πρίσμα: είτε, στη περίπτωση της υλικής αρμοδιότητας, ως αναγόμενη σε αφηρημένο τρόπο καθορισμού της, επί τη βάσει της χρηματικής αξίας του αντικειμένου της διαφοράς (συνήθης, λόγω ποσού, αρμοδιότητα), είτε, στη περίπτωση της τοπικής αρμοδιότητας, ως αποκρυσταλλωμένη στο γενικό κανόνα δωσιδικίας του άρθρ. 22 ΚΠολΔ ή κάποιας ειδικότερης διάταξης.

Σε όμοια, αλλά αντίστροφη, λογική υπακούει και η «ειδικότητα» της αρμοδιότητας. Υπό μεν το πρίσμα της υλικής αρμοδιότητας, στον ΚΠολΔ απαντώνται

Σελ. 5

-μετά τις τροποποιήσεις του Ν. 5134/2024- αρμοδιότητες του Μονομελούς σε βάρος του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, οι οποίες αποκλίνουν των διατάξεων της συνήθους, λόγω ποσού, αρμοδιότητας, εκτοπίζοντάς τες ως ειδικότερες. Αυτές καλούνται εξαιρετικές και αφορούν σε συγκεκριμένα είδη διαφορών, ανεξαρτήτως της αξίας του αντικειμένου τους. Εξάλλου, στο πεδίο της τοπικής αρμοδιότητας, η «ειδικότητα» αντικατοπτρίζεται στις ειδικές δωσιδικίες (π.χ. εκείνη της δικαιοπραξίας ή της τοποθεσίας του ακινήτου), που άλλοτε, είναι συντρέχουσες, ισχύουν, δηλαδή, παράλληλα προς τη γενική δωσιδικία του άρθρ. 22 ΚΠολΔ, παρέχοντας δικαίωμα επιλογής στον ενάγοντα, και άλλοτε είναι αποκλειστικές, υπό την έννοια ότι αποκλείουν κάθε άλλη βάση δωσιδικίας, τόσο τη γενική όσο και κάθε ειδική συντρέχουσα.

γ. Βάσει του τρόπου καθορισμού της

Ο καθορισμός, ή αλλιώς, ο προσδιορισμός της υλικής και της τοπικής αρμοδιότητας των πολιτικών δικαστηρίων στηρίζεται σε προκαθορισμένα, αφηρημένα κριτήρια, τα οποία περιέχονται σε κανόνες του θετικού δικαίου.

Όσον αφορά στην υλική αρμοδιότητα, δύο είναι τα εν λόγω κριτήρια: αφενός, η αξία του αντικειμένου της διαφοράς (ποσοτικό) και αφετέρου, η φύση της (ποιοτικό). Το πρώτο αξιοποιείται για τον προσδιορισμό της συνήθους αρμοδιότητας του δικαστηρίου (π.χ. άρθρ. 14 ΚΠολΔ), ενώ το δεύτερο, για την ενεργοποίηση της εξαιρετικής του αρμοδιότητας (π.χ. μισθωτικές διαφορές). Βέβαιο είναι πως το πρώτο κριτήριο παρίσταται ως το πλέον -αν και όχι αναντίλεκτα- ασφαλές για τον ενάγοντα· στηρίζεται στην αποτίμηση της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς από τον ίδιο. Αντίθετα, το κριτήριο της φύσης της φερόμενης προς διάγνωση διαφοράς είναι πιο «ρευστό»· προϋποθέτει τον νομικό χαρακτηρισμό των εκτιθέμενων στο εισαγωγικό δικόγραφο πραγματικών ισχυρισμών και αιτημάτων από το δικαστήριο, υπαγωγικός

Σελ. 6

συλλογισμός στον οποίο μπορούν να παρεισφρήσουν σφάλματα. Πράγματι, στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων όπου ανακύπτουν έριδες αναφορικά με την υπαγωγή μιας διαφοράς στην εξαιρετική αρμοδιότητα ενός δικαστηρίου (συνήθως, του Μονομελούς Πρωτοδικείου), αυτές είναι απόρροια της συσταλτικής ή διασταλτικής ερμηνείας της οικείας δικονομικής διάταξης υπό το φως του ουσιαστικού δικαίου.

Εξάλλου, αναφορικά με τον προσδιορισμό της τοπικής αρμοδιότητας, ως κρίσιμο κριτήριο παρίσταται εκείνο του συνδέσμου μιας διαφοράς προς ένα συγκεκριμένο τόπο όπου εντοπίζεται η διαφορά των μερών ή έναν συγκεκριμένο διάδικο (π.χ. οι διαφορές εμπραγμάτου δικαίου συνδέονται με τη τοποθεσία του ακινήτου, ενώ οι συμβολαιογράφοι ενάγονται στο τόπο όπου ασκούν τα καθήκοντά τους). Ο σύνδεσμος αυτός υπαγορεύεται από ποικίλες παραμέτρους, π.χ. σχετικά με την εγγύτητα των αποδεικτικών μέσων. Σχεδόν πάντοτε, όμως, είναι βαθύτατα τελολογικός· προκειμένου να προκριθεί ένας σύνδεσμος έναντι άλλου, ο νομοθέτης έχει σταθμίσει αντιτιθέμενα (των διαδίκων) ή υπέρτερα συμφέροντα (λ.χ. εκείνο της οικονομίας της δίκης). Τούτο καθίσταται ιδιαίτερα εμφανές στη περίπτωση της γενικής νόμιμης δωσιδικίας: εκεί, ο σύνδεσμος είναι αυτός της κατοικίας και επικουρικά, της διαμονής του εναγόμενου, επιλογή που αποτυπώνει εναργώς την εύνοια του νομοθέτη προς τον τελευταίο. Όχι επειδή είναι το «αδύναμο» μέρος της έννομης σχέσης της δίκης, αλλά επειδή πρέπει να μετριαστεί η «παντοδυναμία» του ενάγοντος· πράγματι, ο ενάγων διατηρεί απόλυτη πρωτοβουλία κινήσεων, αποφασίζει πότε, πώς και με ποια μέσα θα επιτεθεί. Στη περίπτωση, όμως, της γενικής νόμιμης δωσιδικίας, actor sequitur forum rei και όχι το αντίστροφο. Πρόκειται για τον ελάχιστο δυνατό «προστατευτισμό» που δύναται να επιδείξει ο νομοθέτης προς τον ανύποπτο εναγόμενο, στο πρελούδιο του δικαστικού αγώνα. Ο τελευταίος γνωρίζει εκ των προτέρων ότι εφόσον εναχθεί, θα αμυνθεί, τουλάχιστον, στα δικαστήρια του τόπου κατοικίας του (υπό την επιφύλαξη, βέβαια, της ύπαρξης ειδικής δωσιδικίας άλλων δικαστηρίων).

δ. Βάσει του δικαστηρίου ή του οργάνου που ασκεί δικαιοδοτική εξουσία στο πλαίσιο της ίδιας διαφοράς

Μετά τις τροποποιήσεις που επέφεραν οι Ν. 5108/2024 και ειδικά, Ν. 5134/2024, ο ΚΠολΔ γνωρίζει τέσσερα, διακριτά πολιτικά δικαστήρια: το

Σελ. 7

Μονομελές Πρωτοδικείο, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, το Εφετείο και τον Άρειο Πάγο. Τα δύο πρώτα δικαστήρια συγκροτούν τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας. Περαιτέρω, το Εφετείο και εν μέρει το Πολυμελές Πρωτοδικείο (βλ. άρθρ. 18 § 2, 734 § 3 και 740 § 3 ΚΠολΔ) συνθέτουν το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας. Τέλος, κατά θεμελιώδη παραδοχή, ο Άρειος Πάγος δεν αποτελεί τρίτο βαθμό δικαιοδοσίας.

Συνακόλουθα, μια περαιτέρω διάκριση της -λειτουργικής, πρωτίστως- αρμοδιότητας μπορεί να επιχειρηθεί στη βάση του δικαιοδοτικού οργάνου που ασκεί εξουσία στο πλαίσιο της ίδιας διαφοράς, με κύριο κριτήριο το είδος της δικαστικής ενέργειας. Θεμελιώδης στη διάκριση αυτή είναι η διάταξη του άρθρ. 12 ΚΠολΔ, στη § 1 της οποίας ευρίσκει, σε επίπεδο κοινού δικαίου, το κανονιστικό της έρεισμα η αρχή των δύο βαθμών δικαιοδοσίας. Ο πρώτος βαθμός, ενοποιημένος πλέον μετά το Ν. 5108/2024, αποτελεί τη «πρώτη γραμμή χαρακωμάτων» της πολιτικής δικαιοσύνης. Εδώ εκκινεί ο δικα-

Σελ. 8

στικός αγώνας, συγκεντρώνεται το νομικό και πραγματικό υλικό της δίκης και οριοθετείται το αντικείμενό της. Ακόμη, στο βαθμό αυτό και δη, με την άσκηση της αγωγής, αποκρυσταλλώνονται τόσο η υλική όσο και η τοπική αρμοδιότητα του δικαστηρίου. Ο δεύτερος, εξάλλου, βαθμός συνιστά, κατ’ αρχάς, φυσική συνέχεια του πρώτου· η υπόθεση επανεξετάζεται, εντός, βέβαια, του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, υπό τα ίδια νομικά και πραγματικά δεδομένα, από δευτεροβάθμιο δικαστήριο, η αρμοδιότητα του οποίου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με εκείνη του πρωτοβάθμιου. Πράγματι, κατά τη δομική λογική του ΚΠολΔ (π.χ. άρθρ. 18 § 2, 19), αναλόγως του δικαστηρίου που δίκασε σε πρώτο βαθμό, (προ)καθορίζεται η αρμοδιότητα του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Κατά τούτο, η πολιτική δικαιοδοσία είναι ενιαία, αλλά όχι ενοποιημένη. Φυσικά, η δίκη στο δεύτερο βαθμό εμφανίζει και σημαντικές διαφορές από τη πρωτοβάθμια δίκη. Οι δικαστές του δεύτερου βαθμού είναι ιεραρχικά ανώτεροι και κατά τεκμήριο, φέρουν υψηλοτέρα εχέγγυα ευθυκρισίας, το πραγματικό υλικό της δίκης μπορεί να εμπλουτιστεί και οι διάδικοι μπορούν να διορθώσουν σφάλματα των ιδίων και του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Ναι μεν, λοιπόν, ο δεύτερος βαθμός δεν απολαμβάνει συνταγματικής ή -εν γένει- υπερ-νομοθετικής προστασίας προστασίας, αλλά στη σύγχρονη εποχή των περίπλοκων ανθρώπινων σχέσεων, κατ’ επέκταση, δε, διαφορών, ακόμα και αν δεν υπήρχε, θα έπρεπε να τον «εφεύρουμε». Κατά τη γνώμη μας, χωρίς αυτόν, αποτελεσματική δικαστική προστασία δεν νοείται.

Υπέρβαση, ωστόσο, του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, κατ’ αρχήν, δεν συγχωρείται. Τούτο ορίζεται επιτακτικά στον απαγορευτικό κανόνα του άρθρ. 12 § 2 ΚΠολΔ: καμία αυτοτελής αίτηση παροχής έννομης προστασίας δεν επιτρέπεται, ούτε με συμφωνία των διαδίκων, να υποβληθεί απευθείας σε δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Ο δημόσιας τάξης αυτός κανόνας ελέγχεται αυτεπαγγέλτως από κάθε πρωτοβάθμιο ή

Σελ. 9

δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με αποτέλεσμα, αν παραβιαστεί, η σχετική αίτηση να απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Ακόμη, οι διάδικοι στερούνται της εξουσίας διάθεσης να συμφωνήσουν, είτε αυτοτελώς είτε στο πλαίσιο συμβιβασμού, την εκ των προτέρων παραίτηση (ολικό αποκλεισμό) από το δικαίωμα προσφυγής σε οποιοδήποτε πρωτοβάθμιο πολιτικό δικαστήριο· μια τέτοια συμφωνία θα ισοδυναμούσε, κατ’ ουσίαν, με «εμπροσθοβαρή» απεμπολή του ίδιου του δικαιώματος σε δικαστική προστασία υπό τα άρθρ. 20 Σ. και 6 της ΕΣΔΑ. Το δικαίωμα, όμως, αυτό είναι αναπαλλοτρίωτο και ενταγμένο στο πυρήνα της ελληνικής έννομης (και δημόσιας) τάξης. Εκ των προτέρων, λοιπόν, ανεπιφύλακτη παραίτηση από το εν λόγω δικαίωμα ή παρεμβολή εμποδίων στην άσκησή του (π.χ. πρόβλεψη ποινικής ρήτρας αν ένας εκ των συμβαλλόμενων προσφύγει σε οποιοδήποτε πρωτοβάθμιο δικαστήριο) δεν είναι ανεκτή στο ελληνικό δίκαιο. Συνακόλουθα, μια τέτοια συμφωνία των διαδίκων τυγχάνει άκυρη, κατ’ άρθρ. 174, 175 και 180 ΑΚ. Ωστόσο, όσον αφορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, οι διάδικοι δεν στερούνται της εξουσίας διάθεσης να συνομολογήσουν τον αποκλεισμό της καταφυγής σε αυτό, μέσω της παραίτησής τους από το δικαίωμα άσκησης ενδίκων μέσων και της αποδοχή της οριστικής, πρωτοβάθμιας απόφασης.

Πάντως, ο Νόμος γνωρίζει εξαιρέσεις (βλ. και τη σχετική επιφύλαξη του άρθρ. 12 § 2 ΚΠολΔ) από την απαγόρευση υπέρβασης του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας. Για παράδειγμα, το Εφετείο δικάζει ως πρωτοβάθμιο δικαστήριο τις αιτήσεις οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης επί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων (άρθρ. 20 § 1 Ν. 2882/2001), τις αγωγές ακύρωσης διαιτητικής απόφασης (άρθρ. 898 ΚΠολΔ και άρθρ. 9 § 2 Ν. 5016/2023), τις μη αυτοτελείς παρεμπίπτουσες αγωγές (άρθρ. 283 § 2 ΚΠολΔ), τις αιτήσεις ερμηνείας διαθήκης υπέρ του κράτους ή κοινωφελών σκοπών (άρθρ. 825 ΚΠολΔ), καθώς και τις αιτήσεις αναστολής εκτέλεσης επί κατάσχεσης ακινήτου (άρθρ. 938 § 2 ΚΠολΔ).

Από τις αναπτύξεις που προηγήθηκαν, καταδεικνύεται ότι η λειτουργική αρμοδιότητα διαρθρώνεται, πρωτίστως, κάθετα, με τη πρόβλεψη δύο βαθ-

Σελ. 10

μών δικαιοδοσίας. Διαρθρώνεται, όμως, και οριζόντια είτε δια της κατανομής των επιμέρους εξουσιών και αρμοδιοτήτων, στο πλαίσιο εκδίκασης της ίδιας διαφοράς, μεταξύ του Προέδρου, του Εισηγητή και των δικαστικών υπαλλήλων είτε δια της πρόβλεψης ειδικών τμημάτων ομοβάθμιων δικαστηρίων που εκδικάζουν συγκεκριμένες υποθέσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα εδώ είναι το ειδικό τμήμα του Πρωτοδικείου Πειραιά, που εκδικάζει όσες διαφορές χαρακτηρίζονται νομοθετικά ως ναυτικές (άρθρ. 51 §§ 1 και 3 Ν. 2172/1993). Σε ορισμένες, δε, περιπτώσεις, συμπεριλαμβανομένης της προαναφερόμενης, η λειτουργική αρμοδιότητα συμπροσδιορίζει και τη τοπική τοιαύτη (αποκλειστική ή συντρέχουσα), καθώς ο νομοθέτης θέλησε, για λόγους σκοπιμότητας, να υπαγάγει στο ειδικό τμήμα ορισμένου δικαστηρίου όλες τις σχετικές διαφορές που αναφύονται χωρικά είτε σε μια συγκεκριμένη περιφερειακή ενότητα είτε σε ολόκληρη την επικράτεια (βλ. π.χ. άρθρ. 13 § 1 Ν. 4529/2018, 51 § 2 Ν. 2172/1993).

ε. Βάσει της πηγής της αρμοδιότητας

Μπορούμε να διακρίνουμε τρεις πηγές της αρμοδιότητας. Η πρώτη εξ αυτών είναι φυσικά ο Νόμος και ειδικότερα, διατάξεις του θετικού δικαίου διάσπαρτες τόσο στον ΚΠολΔ όσο και σε άλλα νομοθετήματα. Ο Νόμος αναμφίβολα παραμένει το αποκλειστικό θεμέλιο τόσο της υλικής όσο και της λειτουργικής αρμοδιότητας. Ως προς αυτές, δεν καταλείπεται χώρος μεταβολής τους μέσω της αυτονομίας των διαδίκων, παρά μόνο αποκλεισμού τους υπό τους περιορισμούς που εκτέθηκαν ανωτέρω. Διαφορετική, όμως, είναι η εικόνα όσον αφορά στη τοπική αρμοδιότητα. Τούτη μπορεί να θεμελιωθεί τόσο μέσω της ιδιωτικής βούλησης όσο και μέσω της δικαστικής απόφασης. Ειδικότερα, στον ΚΠολΔ προβλέπεται η δυνατότητα των μερών να

Σελ. 11

συνάψουν είτε σιωπηρά είτε ρητά συμφωνία παρέκτασης της εν λόγω αρμοδιότητας (άρθρ. 42 επ. ΚΠολΔ), καθιστώντας έτσι οποιοδήποτε πρωτοβάθμιο δικαστήριο τοπικά αρμόδιο. Εξάλλου, δωσιδικία μπορεί να θεμελιώσει και το ίδιο το δικαστήριο, με απόφασή του. Η προφανής περίπτωση είναι εκείνη του άρθρ. 48 ΚΠολΔ, όπου διαγράφεται ο μηχανισμός της παραπομπής μιας υπόθεσης από ένα δικαστήριο προς ένα άλλο, ισόβαθμο και ομοειδές, όταν συντρέχουν ειδικοί προς τούτο λόγοι, που απαριθμούνται περιοριστικά στη διάταξη. Υπάρχει όμως και η περίπτωση της τελεσιδικίας της παραπεμπτικής απόφασης λόγω αναρμοδιότητας, κατ’ άρθρ. 46 ΚΠολΔ. Η επίτευξη αυτού του βαθμού δικονομικής ωριμότητας συνεπάγεται δέσμευση, inter alia, του δικαστηρίου στο οποίο γίνεται η παραπομπή, περί της αρμοδιότητάς του, την ύπαρξη της οποίας κωλύεται να εξετάσει εκ νέου. Συνεπώς, έμμεσα, μέσω, δηλαδή, της τελεσιδικίας της, και η παραπεμπτική απόφαση μπορεί να αποτελέσει θεμέλιο τοπικής αρμοδιότητας.

3. Κεντρικά χαρακτηριστικά των διατάξεων περί αρμοδιότητας

Παρά το διαφορετικό πεδίο εφαρμογής τους, όλες οι διατάξεις που ρυθμίζουν την αρμοδιότητα (υλική, τοπική, λειτουργική), είτε ανευρίσκονται στον ΚΠολΔ είτε σε άλλα νομοθετήματα, εμφανίζουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά. Τούτα είναι, ειδικότερα, τα ακόλουθα.

α. Διατάξεις γενικότερου συμφέροντος με ευρεία ρυθμιστική εμβέλεια

Ως προς την υλική, τουλάχιστον, αρμοδιότητα απαντάται συχνά στη νομολογία η διατύπωση ότι οι σχετικές διατάξεις φέρουν χαρακτήρα «δημόσιας τάξης». Το ίδιο υποστηρίζεται πειστικά και για τις αποκλειστικές δωσιδικίες. Η θεώρηση των επίμαχων διατάξεων ως αναγόμενων στη σφαίρα της δημόσιας τάξης μπορεί να ατενιστεί υπό διττό πρίσμα.

Αφενός, εκείνο της ένταξής τους στις αυστηρές, αναγκαστικού ρυθμίσεις του ΚΠολΔ, από τις οποίες δεν χωρεί παρέκκλιση με συμφωνία των διαδίκων. Τούτο, φυσικά, ισχύει για τις διατάξεις υλικής και λειτουργικής αρμο-

Σελ. 12

διότητας, αλλά και της τοπικής, εφόσον, όμως, πρόκειται για διαφορά που δεν έχει περιουσιακό αντικείμενο (λ.χ. λύση γάμου). Αντίθετα, στις διαφορές με περιουσιακό αντικείμενο, παρέκταση της τοπικής αρμοδιότητας είναι επιτρεπτή, ακόμα και αν πρόκειται για αποκλειστική δωσιδικία. Σε σύγκριση με τον ενωσιακό νομοθέτη, που δεν καταλείπει κανένα πεδίο στην ιδιωτική αυτονομία των διαδίκων όταν θεμελιώνεται αποκλειστική βάση διεθνούς δικαιοδοσίας (βλ. άρθρ. 25 § 4 Καν. 1215/2012), ο εθνικός νομοθέτης εμφανίζεται ελαστικότερος· αρκεί, στη περίπτωση αυτή, η παρέκταση να είναι ρητή (άρθρ. 42 § 1 εδ. β’ ΚΠολΔ).

Αφετέρου, εκείνο της τελολογίας των διατάξεων περί αρμοδιότητας. Εδώ τίθεται το θεμελιώδες ερώτημα: γιατί υπάρχουν οι εν λόγω διατάξεις; Και αντίστροφα, θα μπορούσε η δικαστηριακή πρακτική να «ζήσει» χωρίς αυτές; Πιστεύουμε πως η απάντηση είναι αρνητική. Διότι, αν οποιαδήποτε διαφορά μπορούσε να εισαχθεί σε ένα οποιοδήποτε πολιτικό δικαστήριο, μόνο χάος θα μπορούσε να επέλθει τόσο στη λειτουργία του ίδιου του δικαστικού σχηματισμού όσο και στην απονομή της δικαιοσύνης. Κατά τούτο, οι διατάξεις περί αρμοδιότητας διασφαλίζουν, κατ’ αρχάς, τη δημόσια τάξη των «πινακίων». Επιτυγχάνεται, δηλαδή, δια αυτών, η ορθολογικότερη και πιο ισομερής κατανομή των υποθέσεων μεταξύ των περισσότερων δικαστηρίων της επικράτειας, η αποτελεσματική λειτουργία των υπηρεσιών και ιδιαίτερα, των γραμματειών, κάθε δικαστηρίου και εν τέλει, εξασφαλίζεται η πρόσβαση κάθε πολίτη ή διαμένοντος στην Ελλάδα σε ένα, τουλάχιστον, πολιτικό δικαστήριο. Συνεπώς, οι διατάξεις περί αρμοδιότητας, αυτοί οι γενικοί και βασιζόμενοι σε αφηρημένα, προκαθορισμένα -για λόγους ασφάλειας δικαίου- κριτήρια (π.χ. αξία αντικειμένου της διαφοράς, κατοικία εναγόμενου) συνιστούν αναγκαίο όρο για την άσκηση του ίδιου του δικαιώματος δικαστικής προστασίας. «Κατευθύνουν», σαν πυξίδα, τον αιτούντα την προστασία αυτή στο κατάλληλο forum.

Περαιτέρω, πάντοτε από τη σκοπιά της τελολογίας, η θέσπιση και διάρθρωση των επιμέρους διατάξεων περί αρμοδιότητας φανερώνει πως με αυτές θεραπεύονται ειδικότερα, αλλά, συνάμα, υπέρτερα των διαδίκων συμφέρο-

Σελ. 13

ντα. Τούτο υποστηρίζεται ιδίως ως προς τις ρυθμίσεις για τις δωσιδικίες. Για παράδειγμα, η αποκλειστική δωσιδικία του ακινήτου σκοπεί στην ορθότερη κρίση της διαφοράς και στην αποδεικτική ευχέρεια, λόγω της εγγύτητας του δικαστηρίου προς το επίδικο ακίνητο. Υποστηρίξιμο είναι, όμως, και για την υλική, καθώς και για την λειτουργική αρμοδιότητα. Λόγου χάρη, η υπαγωγή ορισμένων υποθέσεων στην εξαιρετική υλική αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου σκοπεί, προεχόντως, στη ταχύτερη επίλυσή τους, δηλαδή, σε συμφέρον υπέρτερο (όχι, πάντως, κατ’ ανάγκη, διάφορο) εκείνων των διαδίκων, καθώς ανάγεται στην ίδια την αποτελεσματική λειτουργία της δικαιοσύνης. Στην ίδια λογική, η σύσταση ειδικού τμήματος ναυτικών διαφορών στο Πρωτοδικείο Πειραιά κατατείνει στην εκδίκαση ορισμένων κατηγοριών ναυτικών υποθέσεων από δικαστικούς σχηματισμούς που συγκροτούνται από έμπειρους και εξειδικευμένους δικαστές, «δημιουργώντας» σταθερή νομολογία. Το επίμαχο, λοιπόν, ειδικό τμήμα δεν διασφαλίζει μόνο την αποτελεσματική και ομοιόμορφη απονομή της ναυτικής δικαιοσύνης, αλλά, ακόμη, υπηρετεί την ασφάλεια των ναυτικών συναλλαγών. Διότι γνωρίζουν οι συναλλασσόμενοι στο νευραλγικό -για την εθνική οικονομία- τομέα της ναυτιλίας ότι οι μεταξύ τους διαφορές θα κριθούν από εξειδικευμένο τμήμα, με εξοικείωση προς το modus operandi της ναυτιλιακής αγοράς, καθώς και γνώση του πιθανά επιλεγέντος από τα μέρη αλλοδαπού δικαίου (κυρίως, του αγγλικού).

Εξάλλου, παρατηρείται ότι οι διατάξεις περί αρμοδιότητας αναπτύσσουν ευρεία ρυθμιστική εμβέλεια εντός του συστήματος του ΚΠολΔ, αλλά και εκτός αυτού. Δηλαδή, το αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής τους δεν εξικνείται μόνο ως τον προσδιορισμό του αρμόδιου δικαστηρίου, στο οποίο πρέπει να απευθυνθεί ο ενάγων. Πολύ περισσότερο, η αρμοδιότητα του δικαστηρίου, προσδιοριζόμενη από τις οικείες διατάξεις, συνιστά απαραίτητο στοιχείο της νομοτυπικής μορφής άλλων διατάξεων και συνακόλουθα, αναγκαίο όρο για την εφαρμογή τους. Έτσι, για παράδειγμα, δεδικασμένο επί των παρεμπιπτόντων ζητημάτων αναπτύσσεται μόνο «αν το δικαστήριο ήταν καθ’ ύλην αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα αυτά ζητήματα» (άρθρ. 331 ΚΠολΔ)· παρεμφερώς, αντικειμενική σώρευση αιτήσεων στο ίδιο δικόγραφο επιτρέπεται, μεταξύ, άλλων «...β) αν στο σύνολο τους υπάγονται λόγω ποσού στο δικαστήριο όπου εισάγονται, γ) αν υπάγονται στην τοπική αρμοδιότητα του ίδιου δικαστηρίου» (άρθρ. 218 § 1 ΚΠολΔ). Σε αμφότερες τις περιπτώσεις απαιτείται αναγωγή στις γενικές διατάξεις περί υλικής και τοπικής αρμοδιότητας. Το ίδιο, όμως, συμβαίνει και με διατάξεις κείμενες εκτός του ΚΠολΔ: προκειμένου να κριθεί αν μία αναγνωριστική αγωγή υπόκειται στο τέλος δικαστικού ενσήμου του άρθρ. 2 του Ν. ΓΠΟΗ/1912, απαραίτητη είναι η καταφυγή στις διατάξεις περί υλικής αρμοδιότητας (άρθρ. 7 § 3 ν.δ.

Σελ. 14

1544/1942)· ακόμη, η υποχρέωση υπαγωγής ορισμένων διαφορών σε υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης συναρτάται, επίσης, άμεσα με την υλική αρμοδιότητα (βλ. άρθρ. 6 § 1 περ. β’ Ν. 4640/2019).

β. Ήπιο σύστημα κυρώσεων των παραβάσεων των περί αρμοδιότητας διατάξεων

Σε αντίθεση προς την έλλειψη των λοιπών διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, η κατάθεση της αγωγής σε αναρμόδιο δικαστήριο δεν επισύρει την αυστηρή κύρωση της απόρριψής της ως απαράδεκτης. Ο δικονομικός νομοθέτης αναγνώρισε ότι αφής στιγμής ο ενάγων ζήτησε έννομη προστασία, πλην, όμως, απευθύνθηκε στο «λάθος» δικαστήριο, μια τέτοια κύρωση θα παρίστατο αδικαιολόγητα αυστηρή και τυπολατρική. Στο ευρύτερο, λοιπόν, πνεύμα του περιορισμού της απώλειας της δίκης για τυχόν ελλείψεις διαδικαστικών προϋποθέσεων, θεσπίστηκε ο μηχανισμός της παραπομπής της υπόθεσης προς το αρμόδιο δικαστήριο (άρθρ. 46 ΚΠολΔ), ο οποίος εφαρμόζεται και στη δευτεροβάθμια δίκη (άρθρ. 535 § 2 ΚΠολΔ). Επομένως, το ένδικο βοήθημα δεν απορρίπτεται ως απαράδεκτο από το αναρμόδιο δικαστήριο, αλλά παραπέμπεται στο αρμόδιο, με τις ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου συνέπειες από την άσκησή του να διατηρούνται.

γ. Απόρροια δικαιοπολιτικών σταθμίσεων και επιλογών

Αποτελεί κοινό τόπο ότι πλειάδα δικονομικών ρυθμίσεων φέρουν έντονη δικαιοπολιτική χροιά (π.χ. εκείνες που αφορούν στο δεδικασμένο). Οι διατάξεις περί αρμοδιότητας δεν αφίστανται του παραπάνω κανόνα.

Πιο συγκεκριμένα, μακροσκοπικά, η ίδρυση ή η κατάργηση πολιτικών δικαστηρίων, καθώς και η δικαιοθετική ρύθμιση της αρμοδιότητας υπαγορεύονται από θεμελιώδεις επιλογές τόσο του συντακτικού όσο και του κοινού νομοθέτη αναφορικά με το τρόπο οργάνωσης της πολιτικής δικαιοσύνης της χώρας. Έτσι, στη «μεγάλη εικόνα», η επιμέρους διάκριση των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων σε Μονομελή και Πολυμελή, η κατάργηση των Ειρηνοδικείων με το Ν. 5108/2024, καθώς και η πρόβλεψη δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας, αλλά και του Αρείου Πάγου, είναι απότοκα τέτοιων επιλογών (σχετιζόμενων, λόγου χάρη, με τη ταχύτητα και ποιότητα της δικαιοσύνης, την αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού της, την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση της χώρας, τη νομοφυλακτική λειτουργία που καλείται να επιτελέσει ένα Ακυρωτικό δικαστήριο κ.α.). Ομοίως, σαφέστατα δικαιοπολιτική είναι και η επιλογή ρύθμισης της αρμοδιότητας μέσω διατάξεων θετικού δικαίου: ο ενάγων πρέπει εκ των προτέρων να γνωρίζει που θα επιτεθεί και αντίστροφα, ο εναγόμενος πρέπει εκ των προτέρων να γνωρίζει που θα αμυνθεί. Αυτή

Σελ. 15

την αναγκαιότητα μόνο νομοθετικοί, γενικοί κανόνες περί αρμοδιότητας, με αφηρημένα κριτήρια (π.χ. αξία του αντικειμένου της διαφοράς, κατοικία εναγομένου, τόπος κατάρτισης της σύμβασης) μπορούν να υπηρετήσουν. Αντίθετα, εθιμικοί κανόνες αρμοδιότητας, πολύ, δε, περισσότερο, ευχέρεια του ιδίου του δικαστηρίου να προσδιορίσει την -τοπική, συνήθως- αρμοδιότητά του στη βάση κριτηρίων περί καταλληλότητάς του ή μη ως forum, παρίστανται θεσμοί ανοίκειοι προς το ημεδαπό δικονομικό δίκαιο, αλλά και προς τη λειτουργία του ενιαίου ευρωπαϊκού δικαστικού χώρου.

δ. Έντονη αλληλεξάρτηση από τις ρυθμίσεις του ουσιαστικού δικαίου

Θεμελιώδης είναι η παραδοχή ότι το δικονομικό δίκαιο, με τους κανόνες του, προστατεύει και, κυρίως, πραγματώνει το ουσιαστικό δίκαιο. Δεν ξενίζει, λοιπόν, η έντονη αλληλεξάρτηση των διατάξεων περί αρμοδιότητας από τις ρυθμίσεις του ουσιαστικού ιδιωτικού δικαίου. Πράγματι, για να προσδιορισθεί η εξαιρετική υλική (π.χ. επί εργατικών διαφορών), η λειτουργική (π.χ. επί ναυτικών διαφορών), αλλά και η τοπική αρμοδιότητα (π.χ. επί διαφορών που αφορούν σε κληρονομιά) είναι απαραίτητη η προσφυγή σε έννοιες και κανόνες του ουσιαστικού δικαίου. Με άλλες λέξεις, οι απαντώμενες στους κανόνες που καθορίζουν την αρμοδιότητα έννοιες, υπό το φως του ουσιαστικού δικαίου πρέπει να προσεγγιστούν εννοιολογικά και να ερμηνευθούν. Έτσι, για παράδειγμα, προκειμένου να οριοθετήσουμε τις «μισθωτικές διαφορές», οφείλουμε να ανατρέξουμε στο φάσμα των εννόμων σχέσεων που αναπτύσσονται στο πλαίσιο του δικαίου της μίσθωσης. Από τη σκοπιά, μάλιστα, του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, η υπαγωγή μιας διαφοράς σε ημεδαπό κανόνα αρμοδιότητας πολιτικού δικαστηρίου που έχει διεθνή δικαιοδοσία θα γίνει είτε με αναγωγή σε αυτόνομη έννοια του ενωσιακού δικαίου (π.χ. διαφορές από συμβάσεις με καταναλωτές), εφόσον εφαρμόζεται κάποιος Κανονισμός (π.χ. Καν. 1215/2012), είτε lege fori.

Σελ. 16

Β. Η υλική και τοπική αρμοδιότητα των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων

1. Μια «νέα σελίδα» για την ελληνική πολιτική δικαιοσύνη: η ενοποίηση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας με το Ν. 5108/2024

α. Ο νέος δικαστικός χάρτης: προϊστορία, στοχοθεσία και (πρώιμη) κριτική

Από την πρώτη κυβέρνηση του Ελ. Βενιζέλου στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, ως και εκείνη του ΠΑΣΟΚ στα τέλη της δεκαετίας του 1990, την εκτελεστική εξουσία απασχόλησε πολλάκις η μεταρρύθμιση του θεσμού του Ειρηνοδίκη. Όσο το συγκοινωνιακό δίκτυο της χώρας βελτιωνόταν και η αστυφιλία κέρδιζε ολοένα και περισσότερο έδαφος, ο ρόλος ενός δικαστή της υπαίθρου, επιφορτισμένου με την ταχεία επίλυση ήσσονος σημασίας διαφορών φάνταζε μάλλον περιττός και απαρχαιωμένος. Ταυτόχρονα, με τη συνεχή ίδρυση νέων Πρωτοδικείων σε όλα τα μήκη και πλάτη της ελληνικής επικράτειας, η λειτουργία ενός μοντέλου δύο «παράλληλων» πρωτοβάθμιων δικαστηρίων στο πεδίο της πολιτικής δικαιοσύνης (ενίοτε, ορώμενου -παρορμητικά- ως «δύο ταχυτήτων») ξένιζε τους παράγοντες της δικαιοσύνης. Είναι, πάντως, αξιοσημείωτο ότι, παρά τις έντονες κριτικές που διατυπώθηκαν κατά καιρούς, καθώς και τον επιστημονικό διάλογο, καμία από τις νομοθετικές πρωτοβουλίες που διαχρονικά αναλήφθηκαν, με αντικείμενο την ενοποίηση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, δεν τελεσφόρησε. Άλλοτε για λόγους «ιστορικούς», και άλλοτε για λόγους σκοπιμότητας, ο θεσμός του Ειρηνοδίκη λογιζόταν, εν τέλει, ως «διατηρητέος», ανεξάρτητα από τις «τάσεις» της εκάστοτε εποχής, ιδίως στην ηπειρωτική Ευρώπη, τις λειτουργικές ανάγκες της δικαιοσύνης και την πολιτική βούληση.

Σελ. 17

Η συνθήκη αυτή διατηρήθηκε ως και το έτος 2023, οπότε και αναζωπυρώθηκε η συζήτηση για τη δημιουργία ενός ενοποιημένου πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας. Και για πρώτη φορά, μετά από 20 και πλέον έτη από την τελευταία νομοθετική απόπειρα, οι φωνές εκείνων που ζητούσαν την ριζική αναμόρφωση του θεσμού του Ειρηνοδίκη βρήκαν ευήκοα ώτα. Ο λόγος ήταν απλός: η αναδιάρθρωση των πρωτοβάθμιων πολιτικών δικαστηρίων δεν ήταν πλέον μόνο χωροταξικά επιβεβλημένη, ούτε υπαγορευόταν αποκλειστικά από την ανάγκη βελτίωσης της αποτελεσματικότητας της δικαιοσύνης· είχε, επιπλέον, αναχθεί σε προαπαιτούμενο εκταμίευσης κονδυλίων από το ενωσιακής προέλευσης Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (Τ.Α.Α.). Είναι, πάντως, κατά την άποψή μας, ατυχές το γεγονός ότι στον δημόσιο διάλογο κυριάρχησε -σχεδόν αυτόματα- η λύση της πλήρους κατάργησης των Ειρηνοδικείων και της μεταφοράς της ύλης και του έμψυχου δυναμικού τους σε «υπερ-Πρωτοδικεία». Όπως κριτικά παρατηρείται στη συνέχεια, υπήρχε και «άλλος δρόμος»· ένας δρόμος που, όμως, χάθηκε στον ορυμαγδό που προκαλούσαν οι θιασώτες της ταχείας εφαρμογής ενός νέου Δικαστικού Χάρτη.

Πράγματι, ο Χάρτης αυτός έγινε πραγματικότητα με το Ν. 5108/2024 (Φ.Ε.Κ. Α’/65/2.5.2024), έναρξη εφαρμογής του οποίου ορίστηκε η 16η.9.2024 (άρθρ. 76 § 2). «Κλειδί» για την ψήφιση του Νόμου αυτού αποτέλεσε η αντίληψη του νομοθέτη ότι «(β)ασικό ανασχετικό παράγοντα του ρυθμού απονομής της Δικαιοσύνης αποτελεί η άνιση κατανομή εργασίας στους δικαστές του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας (ειρηνοδίκες - πρωτοδίκες)». Νομίζω πως η θέση αυτή, μη υποστηριζόμενη πειστικά από τα στοιχεία που εκτίθενται στην Αιτιολογική Έκθεση, δικαιολογεί έντονες επιφυλάξεις, που, βέβαια, ιστορικό, μονάχα, ενδιαφέρον παρουσιάζουν πλέον. Σε κάθε περίπτωση, η ταχύτερη απονομή της πολιτικής δικαιοσύνης συνιστά, πράγματι, την επιδίωξη εκείνη που διαπνέει το σύνολο των σκοπών του Ν. 5108/2024, όπως τούτοι διακηρύσσονται στο άρθρ. 1 αυτού: διαβάζει κανείς ότι σκοπείται «η βελτίωση της αποτελεσματικότητας της πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης

Σελ. 18

μέσω της αναδιάρθρωσης των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων και του καθορισμού της έδρας και της περιφέρειάς τους με σκοπό την επιτάχυνση και την ποιοτική απονομή της δικαιοσύνης» (στοιχ. α’), «η ορθολογικότερη αξιοποίηση του έμψυχου δυναμικού που υπηρετεί στη δικαιοσύνη» (στοιχ. β’) και «η αποσυμφόρηση των δικαστηρίων» (στοιχ. γ’). Μένει να φανεί αν οι σκοποί αυτοί θα πραγματωθούν. Κατ’ αρχήν, οποιαδήποτε κριτική ή πρόβλεψη, επιχειρούμενη μέσα από το παρόν Έργο, θα ήταν πρώιμη και μάλλον, «άδικη», για μια τόσο σημαντική μεταρρύθμιση στο πεδίο της πολιτικής δικαιοσύνης, η οποία μόνο σε βάθος χρόνου μπορεί να χαρακτηριστεί ως επιτυχής ή ανεπιτυχής. Ωστόσο, υπάρχουν και ορισμένες πτυχές του Ν. 5108/2024, οι συνέπειες της εφαρμογής των οποίων έχουν ήδη διαφανεί στη δικαστηριακή πρακτική, και, κατά τούτο, είναι δεκτικές κριτικής.

Παρατηρείται, αρχικά, ότι ο Δικαστικός Χάρτης είναι, προεχόντως, «χωροταξικός», αφού στον επίμαχο Νόμο ορίζονται τα νέα ενοποιημένα Πρωτοδικεία της Χώρας, καθορίζονται οι έδρες τους και διαγράφονται τα όρια της δωσιδικίας τους. Δεν πρέπει, όμως, να λησμονούνται και εκείνες οι πτυχές του Χάρτη που ανάγονται στην «διαχείριση» της πολιτικής δικαιοσύνης: ο Ν. 5108/2024 περιέχει διατάξεις για την υπηρεσιακή κατάσταση των δικαστικών λειτουργών και των δικαστικών υπαλλήλων, αλλά και την διοίκηση των Πρωτοδικείων. Ωστόσο, κατά την γνώμη μας, η αστικού δικονομικού δικαίου διάσταση του νέου Δικαστικού Χάρτη δεν έτυχε ιδιαίτερης προσοχής από το νομοθέτη, ή, τουλάχιστον, όχι ανάλογης προς εκείνη που δόθηκε στις προμνησθείσες, έτερες πτυχές του Ν. 5108/2024. Η εφαρμογή του νέου Νόμου, μετά την 16η.9.2024, θέτει επί τάπητος ποικίλα ζητήματα δικονομικού δικαίου, τα οποία, δυστυχώς είτε καταλήφθηκαν παντελώς αρρύθμιστα από το δικονομικό νομοθέτη, είτε ρυθμίστηκαν μεν μεταγενέστερα, π.χ. δια του Ν. 5134/2024 (Φ.Ε.Κ. Α΄/146/11.9.2024), πλην όμως, εσπευσμένα ή νομοτεχνικά ατελώς, με αποτέλεσμα, ως και σήμερα, να παρατηρούνται, ιδιαίτερα στους μεγάλους δικαστικούς σχηματισμούς της χώρας, ετερόκλητες δικαστηριακές πρακτικές. Κατά τη γνώμη μας, ήταν επιβεβλημένη η, ταυτόχρονη με τη ψήφιση του Ν. 5108/2024, «εναρμονιστική» τροποποίηση των ΚΠολΔ και ΚΟΔΚΛΔ, ώστε να διατίθεται επαρκής χρόνος για την αφομοίωση και κοινή συστηματική επεξεργασία των νέων ρυθμίσεων. Η ψήφιση και θέση σε ισχύ του Ν. 5134/2024 λίγες, μονάχα, ημέρες προ της «πρεμιέρας» του νέου Δικαστικού Χάρτη όχι μόνο δεν συνέβαλλε στην επίτευξη των παραπάνω στόχων, αλλά προκάλεσε σύγχυση σε όλους τους παράγοντες της δικαιοσύνης.

Περαιτέρω, και συναφώς προς την προηγούμενη παρατήρηση, το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της δημοσίευσης του Ν. 5108/2024 στο

Σελ. 19

Φ.Ε.Κ. και της έναρξης ισχύος του Α’ Μέρους του (ήτοι, των ρυθμίσεων για το νέο Δικαστικό Χάρτη) ήταν εξαιρετικά βραχύ και ανεπαρκές για την ομαλή μετάβαση σε μία «δικαστηριακή πραγματικότητα» δίχως Ειρηνοδικεία. Άλλωστε, δεν πρέπει να λησμονείται πως επρόκειτο για μια μεταρρύθμιση στους κόλπους της πολιτικής δικαιοσύνης που συζητούταν, άλλοτε έντονα και άλλοτε χαλαρότερα, επί 100 και πλέον έτη. Πιστεύουμε ότι το χρονικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 5108/2024 έπρεπε να είχε «κατατμηθεί» σε περισσότερα στάδια - ορόσημα, οπότε με την ολοκλήρωση κάθε σταδίου θα εκκινούσε το επόμενο, καταληκτικό, δε, σημείο θα έπρεπε να είχε οριστεί η 1η.1.2025. Έτσι, θα διασφαλιζόταν η αποτελεσματικότερη εφαρμογή των νέων διατάξεων (λ.χ. κατά την στιγμή συγγραφής του παρόντος έργου, η επιμόρφωση των Ειρηνοδικών, προκειμένου να αναλάβουν καθήκοντα Πρωτοδικών ειδικής επετηρίδας, δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί) και θα υπήρχε δυνατότητα, ανά χρονικό στάδιο, έγκαιρης επισήμανσης και διόρθωσης όλων των προβλημάτων που ανέκυπταν. Ακόμη, το παραπάνω ενδιάμεσο χρονικό διάστημα έπρεπε να είχε τύχει εκμετάλλευσης μέσω ενός κεντρικού, ελεγχόμενου άμεσα από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, μηχανισμού σχεδιασμού. Αντ’ αυτού, πολλά ζητήματα καταλήφθηκαν στις διοικήσεις των επιμέρους Πρωτοδικείων, δίχως κατευθυντήριες γραμμές για εναρμονισμένες πρακτικές και χωρίς σαφές χρονοδιάγραμμα ολοκλήρωσης ενεργειών.

Τέλος, υπάρχουν σημεία που θέτουν τον διακηρυχθέντα καινοτόμο χαρακτήρα του Δικαστικού Χάρτη υπό αμφισβήτηση. Ειδικότερα, παρατηρείται ότι σε αρκετές Περιφερειακές Ενότητες (Π.Ε.) της χώρας, διατηρήθηκε το υφιστάμενο status quo των δικαστικών σχηματισμών, ει μη μόνον υπό άλλη ονομασία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Π.Ε. Αχαΐας. Τρία Πρωτοδικεία με πλήρη υλική αρμοδιότητα λειτουργούσαν προ της 16ης.9.2024 (Πάτρας, Αιγίου και Καλαβρύτων), τρία τέτοια Πρωτοδικεία εξακολουθούν να λειτουργούν και ύστερα από το χρονικό αυτό σημείο, ως κεντρική και «παράλληλες έδρες» του Πρωτοδικείου Αχαΐας, δίχως, κατά την άποψή μας, η συνύπαρξη τριών, κοντινών σε απόσταση, Πρωτοδικείων, να δικαιολογείται από τον πληθυσμό της Π.Ε. και τις δυνατότητες πρόσβασής του στη δικαιοσύνη. Ένα τέτοιο παράδειγμα, λοιπόν, κάθε άλλο παρά πραγματική μεταρρυθμιστική πρόθεση εκ μέρους του νομοθέτη φανερώνει. Το αυτό μπορεί να λεχθεί και για τον τρόπο βάσει του οποίου επήλθαν, με το Ν. 5134/2024, αλλαγές στον ΚΠολΔ, ώστε να εναρμονιστεί ο Κώδικας προς το

Σελ. 20

Ν. 5108/2024. Αντί να προκριθεί μια ριζική, εσωτερική αναδιάταξη των ρυθμίσεων του Κώδικα, προκρίθηκε ένα συμπίλημα καταργήσεων διατάξεων δίχως διαγραφή του αριθμού τους, διατήρησης περισσότερων διατάξεων με ταυτόσημο περιεχόμενο (βλ. άρθρ. 16 και 17 ΚΠολΔ), τροποποίησης διατάξεων, κατά τρόπο παντελώς ανοίκειο προς τη λειτουργική αποστολή τους (βλ. άρθρ. 560 ΚΠολΔ) και πρόβλεψης ρυθμίσεων ερμηνευτικών των διατάξεων του ΚΠολΔ (βλ. άρθρ. 49 Ν. 5134/2024). Κατ’ αποτέλεσμα, ο «νέος» ΚΠολΔ εμφανίζει την εικόνα ενός Κώδικα που πρόχειρα τροποποιήθηκε, άνευ επίδειξης της απαιτούμενης επιμέλειας εκ μέρους του νομοθέτη, σε μια τόσο σημαντική μεταρρύθμιση, όπως αυτή που επήλθε με το Ν. 5108/2024. Ευκταία είναι, λοιπόν, η μελλοντική νομοθετική επέμβαση, ούτως ώστε να εξαλειφθούν αυτές οι εσωτερικές «αρρυθμίες» στο corpus του ΚΠολΔ.

Εν κατακλείδι, με την νέα δικαστηριακή πραγματικότητα, ένα ερώτημα γεννάται: συνιστά ο θεσμός του Ειρηνοδίκη μια «παραφωνία» για τον 21ο αιώνα, ένα «φάντασμα» του δικονομικού παρελθόντος, δίχως λόγο ύπαρξης; Με άλλα λόγια, ορθά προέκρινε ο νομοθέτης του Ν. 5108/2024 στην κατάργησή του θεσμού και στην ενοποίηση του πρώτου βαθμού; Η απάντηση είναι περίπλοκη και κείται, μάλλον, εκτός του αντικειμένου του παρόντος έργου. Ας επιτραπεί, όμως, μια παρέκβαση. Αν κάποιος επισκοπήσει με δικαιοσυγκριτική ματιά τις πρακτικές των λοιπών κρατών - μελών της Ε.Ε., θα παρατηρήσει ότι δεν υφίσταται ομοφωνία. Η τάση είναι μάλλον ο ενοποιημένος πρώτος βαθμός δικαιοδοσίας (λ.χ. τα Ειρηνοδικεία «εγκαταλείφθηκαν» στη Γαλλία, χώρα προέλευσής τους ως δικαστικών σχηματισμών), αλλά υφίστανται ακόμη αξιοσημείωτες αποκλίσεις εντός της Ε.Ε., υπό την έννοια εκείνων των κρατών - μελών που εξακολουθούν να εντάσσουν τα Ειρηνοδικεία στη διάρθρωση του εθνικού τους συστήματος απονομής δικαιοσύνης (βλ. τα παραδείγματα της της Γερμανίας [Amtsgericht], της Ιταλίας [Giudice di Pace] και της Πορτογαλίας [Julgadoz de Paz]. Παρεμφερείς δικαστικοί σχηματισμοί προς τα Ειρηνοδικεία της ποινικής, όμως, πρωτίστως, δικαιοδοσίας είναι και τα County Courts ορισμένων Πολιτειών των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής). Κατά τούτο, από τη δικαιοσυγκριτική επισκόπηση, δεν μπορούν να αντληθούν ασφαλή πορίσματα για τον αναχρονιστικό ή μη χαρακτήρα του θεσμού ή τις ανάγκες μεταρρύθμισής του, όπως μάλλον υπονοείται στην ΑιτΕκθ του Ν. 5108/2024.

Back to Top