ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΕΞΑΡΤΗΜΕΝΟΙ ΑΥΤΟΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΟΙ

Συνδυάστε Βιβλίο (έντυπο) + e-book και κερδίστε 15.25€
Δωρεάν μεταφορικά σε όλη την Ελλάδα για αγορές άνω των 30€

Πληρώστε σε έως άτοκες δόσεις των /μήνα με πιστωτική κάρτα.

Σε απόθεμα

Τιμή: 38,25 €

* Απαιτούμενα πεδία

Κωδικός Προϊόντος: 21308
Σχίζα Ε.
Παπαδημητρίου Κ.
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΘΕΩΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΡΑΞΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
Λεβέντης Γ., Παπαδημητρίου Κ.
  • Έκδοση: 2026
  • Σχήμα: 17x24
  • Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
  • Σελίδες: 384
  • ISBN: 978-618-08-0870-4
Η μονογραφία πραγματεύεται την οικονομικά εξαρτημένη αυτοαπασχόληση, τη μορφή δηλαδή απασχόλησης κατά την οποία αυτοαπασχολούμενοι χωρίς προσωπικό αντλούν το σύνολο ή μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους από έναν ή έναν κυρίαρχο πελάτη. Τα πρόσωπα αυτά εντάσσονται στη «γκρίζα ζώνη» μεταξύ εξαρτημένης εργασίας και γνήσιας αυτοαπασχόλησης και τελούν υπό καθεστώς έντονης οικονομικής εξάρτησης και περιορισμένης αυτονομίας, στοιχεία που δεν συμβαδίζουν με τα δομικά χαρακτηριστικά της γνήσιας αυτοαπασχόλησης. 
  • Πώς προσεγγίζεται η οικονομικά εξαρτημένη αυτοαπασχόληση σε διεθνές, ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο; 
  • Εξασφαλίζει το ισχύον ελληνικό νομικό πλαίσιο αποτελεσματική προστασία στους οικονομικά εξαρτημένους αυτοαπασχολούμενους; 
  • Θα πρέπει να αναγνωριστεί κοινωνική προστασία σε αυτούς; 
  • Αν ναι, ποιοι λόγοι την καθιστούν αναγκαία και πώς μπορεί να παρασχεθεί; 
  • Ποιο θα μπορούσε να αποτελέσει το κατάλληλο ρυθμιστικό πλαίσιο και ποιο το εύρος της κοινωνικής προστασίας που θα πρέπει να αναγνωρισθεί; 
  • Ποια συγκριτικά παραδείγματα από τον ευρωπαϊκό χώρο θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για τη διαμόρφωση ενός κατάλληλου ρυθμιστικού πλαισίου; 
Το έργο απευθύνεται σε δικηγόρους, δικαστές, ακαδημαϊκούς, φοιτητές, φορείς χάραξης πολιτικής και επαγγελματίες του εργατικού και του κοινωνικοασφαλιστικού δικαίου.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ 

ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ 

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΕΩΝ 

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΩΝ

ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ 1

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Εισαγωγή 3

Α. Διάρθρωση και παρουσίαση της ύλης 5

Β. Προβληματική - Ερευνητικά ερωτήματα - Στόχοι 6

I. Η γκρίζα ζώνη απασχόλησης - Νομικές προκλήσεις 6

II. Ερευνητικά ερωτήματα και στόχοι 9

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Η έννοια της εξαρτημένης αυτοαπασχόλησης 15

Α. Εννοιολογικός προσδιορισμός 16

Β. Η εξαρτημένη αυτοαπασχόληση σε ευρύτερο πλαίσιο 23

I. Η τυποποίηση της αυτοαπασχόλησης 30

II. Η ψευδο-ανεξάρτητη απασχόληση 34

III. Η εξωτερική ανάθεση λειτουργιών ή τμημάτων της επιχείρησης 40

Γ. Χαρακτηριστικά και συνθήκες εξαρτημένης αυτοαπασχόλησης 47

I. Ποιοι απασχολούνται ως εξαρτημένοι αυτοαπασχολούμενοι; 49

II. Σε ποια επαγγέλματα απαντάται η εξαρτημένη αυτοαπασχόληση; 57

III. Σε ποιους τομείς απαντάται η εξαρτημένη αυτοαπασχόληση; 60

IV. Ειδικότερες συνθήκες απασχόλησης 63

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Νομικό πλαίσιο της εξαρτημένης εργασίας 69

Α. Διαλεκτική σχέση εργατικού δικαίου και κοινωνικής πραγματικότητας 71

I. Το εργατικό δίκαιο ως τμήμα της κοινωνικής δημόσιας τάξης 79

II. Ευελιξία της εργασιακής σχέσης: Η πορεία προς την ατυπική απασχόληση 83

Β. Σύγχρονο πλαίσιο της εργασιακής σχέσης 90

I. Ψηφιακός μετασχηματισμός και αναδιαμόρφωση παραγωγικών σχέσεων 92

II. Η οικονομία της πλατφόρμας (Gig Economy) 102

Γ. Έννοια και στοιχεία της εξάρτησης 117

I. Η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας 119

II. Τελολογική προσέγγιση της εξάρτησης 127

III. Θεωρία της προσωπικής/νομικής εξάρτησης 132

1. Το διευθυντικό δικαίωμα 136

2. Ο ετεροκαθορισμός της παροχής 140

IV. Θεωρία της οργανωτικής/λειτουργικής εξάρτησης 143

V. Θεωρία της οικονομικής εξάρτησης 145

VI. Ενδείξεις, κριτήρια και τεκμήρια εξαρτημένης εργασίας 151

Δ. Κριτική επισκόπηση του υφιστάμενου ρυθμιστικού πλαισίου 155

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Συγκριτική ανάλυση: Ευρωπαϊκές και διεθνείς προσεγγίσεις 163

Α. Η οικονομικά εξαρτημένη απασχόληση σε ευρωπαϊκό
και διεθνές επίπεδο 164

I. Προοπτικές προσέγγισης ενός ρυθμιστικού πλαισίου 167

1. Διεύρυνση της έννοιας του εργαζομένου 172

2. Διεύρυνση της εξάρτησης με αναθεώρηση και δημιουργία νέων κριτηρίων 174

3. Δημιουργία τεκμηρίων εξαρτημένης εργασίας 178

II. Επισκόπηση ρυθμιστικών πρωτοβουλιών και παρεμβάσεων 181

1. Πολιτικές επιλογές και πρακτικές σε ευρωπαϊκό επίπεδο 181

2. Διεθνής περιπτωσιολογία και συγκριτικές αναφορές εκτός Ευρώπης 213

3. H νέα κατηγορία των εξαρτημένων εργολάβων στο πλαίσιο της ΔΟΕ 217

α) Ορισμός και χαρακτηριστικά των εξαρτημένων εργολάβων 217

β) Αποτίμηση και επίδραση στην οικονομικά εξαρτημένη αυτοαπασχόληση 221

4. Κοινωνικός διάλογος - Ζητήματα συλλογικής εκπροσώπησης 223

Β. Η οικονομικά εξαρτημένη αυτοαπασχόληση στο ελληνικό δίκαιο 232

I. Ενδεικτικές νομοθετικές παρεμβάσεις στο εργατικό δίκαιο 233

1. Το τεκμήριο εξαρτημένης εργασίας του άρθρου 1 Ν.3846/2010 233

2. Αναγνώριση συλλογικών δικαιωμάτων σε οικονομικά εξαρτημένους 234

II. Η κοινωνικοασφαλιστική διάσταση 238

1. Επέκταση ασφαλιστικού καθεστώτος μισθωτών σε ειδικές κατηγορίες 239

2. Μεταφορά διατάξεων περί εισφοράς μισθωτών σε ελεύθερους επαγγελματίες 242

III. Λοιπές κανονιστικές ρυθμίσεις 246

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Θέση: Δημιουργία μίας νέας ενδιάμεσης κατηγορίας
απασχόλησης
249

Α. Υποστηρικτικός συλλογισμός (rationale) 250

Β. Ερμηνευτική θεμελίωση της οικονομικά εξαρτημένης
αυτοαπασχόλησης 253

I. Τυπική προσέγγιση - Η διαμόρφωση της συμβατικής σχέσης 255

II. Ουσιαστική προσέγγιση: Η εξάρτηση - Προσδιορισμός κριτηρίων 260

1. H οικονομική εξάρτηση (Economic dependency) 266

2. H οργανωτική εξάρτηση (Operational dependency) 278

α) Χρονική εξάρτηση (Time dependency) 281

β) Εξάρτηση ως προς τα καθήκοντα (Task dependency) 286

3. Επιχειρηματικός κίνδυνος - Περιορισμένη αυτονομία 290

4. Αυτοπρόσωπη εκπλήρωση παροχής - Δυνατότητα υποκατάστασης 293

5. Εξάρτηση μέσω ετεροκαθορισμού της παροχής 295

α) Πολιτικές κινήτρων και επιβράβευσης 298

β) Ζητήματα εποπτείας και ελέγχου 301

III. Συμπερασματικές διαπιστώσεις 305

Γ. Πρόταση αναμόρφωσης του ισχύοντος πλαισίου 310

I. Ερμηνευτική - νομική θεμελίωση 312

II. Πεδίο και περιεχόμενο της προτεινόμενης κοινωνικής προστασίας 320

III. Οριοθέτηση του προτεινόμενου κανονιστικού πλαισίου 325

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

Τελικές Σκέψεις - Αντί επιλόγου 331

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ - ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ 335

ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΟ ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ 357

Σελ. 1

ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

Η παρούσα μελέτη εξετάζει το ζήτημα της οικονομικά εξαρτημένης αυτοαπασχόλησης που αφορά μια αναδυόμενη και ιδιαιτέρως ευάλωτη κατηγορία απασχολούμενων, οι οποίοι, παρά το νομικό τους status ως αυτοαπασχολούμενοι, εμφανίζουν ουσιαστική εισοδηματική εξάρτηση από έναν μόνον ή από έναν κύριο αντισυμβαλλόμενο (πελάτη), καθώς και περιορισμένη αυτονομία ως προς κρίσιμες επιχειρηματικές και οργανωτικές αποφάσεις κατά την άσκηση της δραστηριότητάς τους. Η οικονομικά εξαρτημένη αυτοαπασχόληση τοποθετείται στη λεγόμενη «γκρίζα ζώνη» μεταξύ εξαρτημένης εργασίας και γνήσιας αυτοαπασχόλησης και δεν εντάσσεται επαρκώς στο κρατούν δυαδικό μοντέλο απασχόλησης που κυριαρχεί στα περισσότερα εθνικά νομικά συστήματα. Η μελέτη αναλύει το ζήτημα υπό το πρίσμα των σύγχρονων μετασχηματισμών της αγοράς εργασίας, οι οποίοι συνδέονται με την τεχνολογία και την ψηφιοποίηση των παραγωγικών μέσων (ψηφιακά εργαλεία και εφαρμογές, αυτοματισμός, τεχνητή νοημοσύνη), την οικονομία της πλατφόρμας (gig economy) και την εξάπλωση της εργασίας σε ψηφιακές πλατφόρμες (platform work), τις νέες μορφές απασχόλησης και τα υβριδικά μοντέλα εργασίας, καθώς και την σταθερά αυξανόμενη οργανωτική διάσπαση των επιχειρήσεων. Οι παράγοντες αυτοί αποδυναμώνουν τα παραδοσιακά κριτήρια προσωπικής/νομικής εξάρτησης, ενώ παράλληλα ενισχύουν μορφές οικονομικής και οργανωτικής εξάρτησης που δεν αποτυπώνονται επαρκώς στο υφιστάμενο πλαίσιο, διευκολύνοντας εν τέλει τη δημιουργία σχέσεων αυτόνομης εξάρτησης. Ως αποτέλεσμα, σημαντικός αριθμός απασχολούμενων παραμένει εκτός της προστατευτικής εμβέλειας του εργατικού δικαίου και του δικαίου κοινωνικής ασφάλισης, παρά το γεγονός ότι εκτίθεται σε αντίστοιχους κοινωνικούς και οικονομικούς κινδύνους με τους μισθωτούς. Η πρόκληση εν προκειμένω είναι η υιοθέτηση και προσαρμογή ενός κοινωνικο-νομικού μοντέλου μέσω πρόβλεψης και ένταξης συμπεριληπτικών και ελαστικών λύσεων που θα είναι προσανατολισμένες σε μέλλοντα χρόνο. Η μελέτη προβαίνει σε εκτενή συγκριτική ανάλυση ευρωπαϊκών και διεθνών προσεγγίσεων αναδεικνύοντας διαφορετικά ρυθμιστικά μοντέλα και πολιτικές επιλογές που έχουν υιοθετηθεί για τη διαχείριση της οικονομικά εξαρτημένης αυτοαπασχόλησης. Στο πλαίσιο αυτό, συζητούνται τόσο οι υφιστάμενες νομοθετικές ρυθμίσεις όσο και οι προοπτικές προσέγγισης που έχουν κατά καιρούς διατυπωθεί και προταθεί σε ερμηνευτικό, θεωρητικό και νομοθετικό επίπεδο. Καταληκτικά, η μελέτη διατυπώνει σαφή κανονιστική πρόταση de lege ferenda υπέρ της θεσμοθέτησης μιας τρίτης, ενδιάμεσης κατηγορίας απασχόλησης, αυτής των οικονομικά εξαρτημένων αυτοαπασχολούμενων προσώπων με εν μέρει εφαρμογή κανόνων (ατομικού και συλλογικού) εργατικού δικαίου και κοινωνικής ασφάλισης, με στόχο τη δι-

Σελ. 2

ασφάλιση ενός ελάχιστου επιπέδου κοινωνικής προστασίας και τη δημιουργία ενός νέου μοντέλου απασχόλησης, προσαρμοσμένου στις ιδιαιτερότητες της σύγχρονης αγοράς εργασίας και προσανατολισμένου σε μελλοντικές εξελίξεις. Ως προς το ποιοι αυτοαπασχολούμενοι θα μπορούν εν δυνάμει να κατηγοριοποιηθούν ως οικονομικά εξαρτημένοι και να απολαμβάνουν μερικής κοινωνικής προστασίας, τούτο προϋποθέτει την αποσαφήνιση συγκεκριμένων κριτηρίων που προσδιορίζονται και προτείνονται με την παρούσα, τη συνολική θεώρηση των συνθηκών εξάρτησης που απαντώνται κατά περίπτωση σε συνδυασμό, μεταξύ άλλων, με την αξιολόγηση του τύπου εξουσίας που ασκείται στον αυτοαπασχολούμενο και του οικονομικού κινδύνου στον οποίον αυτός εκτίθεται.

Η μελέτη:

• Εξετάζει το ζήτημα της οικονομικά εξαρτημένης αυτοαπασχόλησης συστηματικά, εμπειρικά, ουσιαστικά, υπό συγκριτική θεώρηση και υπό το πρίσμα ρυθμιστικών πρακτικών άλλων έννομων τάξεων.

• Αξιολογεί το υφιστάμενο δυαδικό μοντέλο απασχόλησης κατόπιν επισκόπησης των τάσεων της σύγχρονης αγοράς και του ψηφιακού μετασχηματισμού.

• Επισημαίνει την ανάγκη αναθεώρησής του βάσει τριών παραμέτρων:

– Ποιες είναι οι συνθήκες που υποδηλώνουν ανάγκη κοινωνικής προστασίας των ΟΕΑ;

– Πώς μπορούν οι ΟΕΑ να ενταχθούν ομαλά στο κοινωνικό σύστημα προστασίας;

– Πώς μπορεί να παρασχεθεί η προσφορότερη δικαιοπολιτική λύση;

• Προτείνει μια κατάλληλη θεσμική παρέμβαση.

Σελ. 3

Κεφάλαιο 1

Εισαγωγή*

Την τελευταία τουλάχιστον δεκαετία απασχολεί διεθνώς έντονα τη νομική κοινότητα του εργατικού δικαίου το γεγονός της σημαντικής αύξησης του αριθμού των αυτοαπασχολούμενων που δραστηριοποιούνται σε μία μόνον επιχείρηση-πελάτη ή σε μία κυρίαρχη επιχείρηση-πελάτη, το οποίο συνδέεται με μία επιδείνωση των συνθηκών απασχόλησης, έναν κίνδυνο φτωχοποίησης και κοινωνικού αποκλεισμού των εν λόγω απασχολούμενων. Ήδη, η ευελιξία και οι τεχνολογικές αλλαγές έχουν εδραιωθεί στην αγορά εργασίας και η ευρεία εξέλιξη και εξάπλωση της απασχόλησης μέσω ψηφιακής πλατφόρμας θέτει αδιαμφισβήτητα νέες προκλήσεις, τις οποίες προσπαθούν να αποτυπώσουν και να παρακολουθήσουν διάφορες στατιστικές και έρευνες σε ευρωπαϊκή και διεθνή κλίμακα. Η διάβρωση της παραδοσιακής κατηγοριοποίησης (ή κατάταξης) των εργασιακών σχέσεων που εδράζεται στη διχοτομία εξαρτημένης και ανεξάρτητης απασχόλησης σε συνδυασμό με τη δυσχερή ταυτοποίηση των νέων σχέσεων απασχόλησης που εντοπίζονται ακριβώς στα όρια της εξαρτημένης εργασίας και της γνήσιας αυτοαπασχόλησης περιγράφουν ευσύνοπτα τις προκλήσεις που τίθενται ως προς την ανάλυση της σύγχρονης εργασίας. Έννοιες όπως εξαρτημένη αυτοαπασχόληση (dependent self-employment), κεκα-

Σελ. 4

λυμμένη σχέση εργασίας (quasi or bogus self-employment), ψευδο-αυτοαπασχόληση (false self-employment) και εξαρτημένοι εργολάβοι (dependent contractors) χρησιμοποιούνται για να αποδώσουν μία σταθερά εξελισσόμενη μορφή απασχόλησης που τοποθετείται στην «γκρίζα ζώνη» μεταξύ της αμιγώς εξαρτημένης απασχόλησης (pure dependent employment) και της γνήσιας αυτοαπασχόλησης (genuine self-employment). Η μειονεκτική νομική και κοινωνική θέση των «εξαρτημένων ανεξάρτητα απασχολούμενων», όπως ο όρος αυτός υιοθετείται στην παρούσα, οι οποίοι τοποθετούνται στη «γκρίζα ζώνη» απασχόλησης, απορρέει όχι από την ελλιπή εφαρμογή του νόμου, αλλά από την έλλειψη κατάλληλων κανονιστικών ρυθμίσεων που να αποβλέπουν σε κοινωνική προστασία. Το εργατικό δίκαιο και το δίκαιο κοινωνικής ασφάλισης θέτουν ορισμένες ελάχιστες απαιτήσεις αναγκαστικού δικαίου για τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης (περιλαμβάνοντας, μεταξύ άλλων, τη ρύθμιση του κατώτατου μισθού, της ετήσιας άδειας, της προστασίας από την καταχρηστική απόλυση, της διασφάλισης ασφαλών και υγιεινών όρων εργασίας, της απαγόρευσης διακρίσεων, κ.α.) που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν κατά την εξέταση του ζητήματος της εξαρτημένης αυτοαπασχόλησης.

Η παρούσα μελέτη επιχειρεί να αναδείξει τη νομική θέση των οικονομικά εξαρτημένων αυτοαπασχολούμενων και να διαφωτίσει πτυχές των συνθηκών και χαρακτηριστικών της απασχόλησής τους, όπως και το πώς αυτοί αντιμετωπίζονται σήμερα από πλευράς εργατικού δικαίου και δικαίου κοινωνικής ασφάλισης με βάση το κρατούν δυαδικό σύστημα απασχόλησης. Εξεταστέο είναι εάν και κατά πόσο η οικονομικά εξαρτημένη αυτοαπασχόληση θα πρέπει να αναγνωρισθεί ως τρίτος πυλώνας απασχόλησης ενόψει ενός κατάλληλου de lege ferenda ρυθμιστικού πλαισίου που θα περιχαρακώνει μία νέα, αυτόνομη κατηγορία αυτοαπασχόλησης, αυτή των οικονομικά εξαρτημένων αυτοαπασχολούμενων προσώπων. Ακόμα, εξετάζεται η έννοια της εξαρτημένης αυτοαπασχόλησης και το τι ακριβώς γίνεται αντιληπτό με τη χρήση του όρου αυτού, πώς η ανεξάρτητη απασχόληση -εννοιολογικό τμήμα της οποίας αποτελεί (και) η εξαρτημένη αυτοαπασχόληση- κατηγοριοποιείται, ποια είδη εξάρτησης απαντώνται στην εξαρτημένη αυτοαπασχόληση, με ποια κριτήρια ή ενδείξεις ανιχνεύεται η εξαρτημένη αυτοαπασχόληση και πώς το προς περιγραφή αντικείμενο της παρούσας απαντάται στην πράξη. Κρίσιμη είναι σαφώς η οικονομική εξάρτηση του απασχολούμενου από τον μοναδικό ή βασικό του πελάτη/ αντισυμβαλλόμενη επιχείρηση υπό την έννοια ότι το σύνολο ή το μεγαλύτε-

Σελ. 5

ρο τμήμα του προσποριζόμενου εισοδήματος του αυτοαπασχολούμενου προέρχεται από αυτήν και το προσποριζόμενο εισόδημα αποτελεί τη μοναδική ή έστω τη βασική πηγή βιοπορισμού του αυτοαπασχολούμενου, όπως και η ανάγκη κοινωνικής προστασίας που θα πρέπει να είναι ανάλογη προς την υφιστάμενη ανάγκη που εντοπίζεται στους αμιγώς εξαρτημένους εργαζόμενους. Οι συμβατικοί όροι (π.χ. ρήτρες αποκλειστικότητας) σε συνδυασμό με τον δικαστικό έλεγχο των συμφωνημένων αυτών όρων βάσει των γενικών ρητρών που θέτουν όρια στην ιδιωτική αυτονομία (άρθρα 178, 179, 281, 288 ΑΚ) απαιτούν ειδικότερη θεώρηση, όπως και η συζήτηση των διάφορων προοπτικών που έχουν αναπτυχθεί και προταθεί μέχρι σήμερα για τη διαχείριση του εν λόγω ζητήματος.

Α. Διάρθρωση και παρουσίαση της ύλης

Η μελέτη διαρθρώνεται σε πέντε κεφάλαια, καθένα από τα οποία επιτρέπει την αναλυτική παρουσίαση και κατανόηση των σύγχρονων προκλήσεων που αντιμετωπίζουν οι οικονομικά εξαρτημένοι αυτοαπασχολούμενοι και συμβάλλει στο να διατυπωθούν συγκεκριμένες προτάσεις για τη βελτίωση της κοινωνικής και νομικής τους θέσης. Με το πρώτο κεφάλαιο εισάγεται το υπό εξέταση ζήτημα της οικονομικά εξαρτημένης αυτοαπασχόλησης, αναπτύσσεται η προβληματική του εν λόγω ζητήματος και τίθενται τα σχετικά ερευνητικά ερωτήματα και οι στόχοι. Στο δεύτερο κεφάλαιο προσδιορίζεται εννοιολογικά η εξαρτημένη αυτοαπασχόληση και παρουσιάζονται, μεταξύ άλλων, τα βασικά χαρακτηριστικά της εξαρτημένης αυτοαπασχόλησης, η θέση των εξαρτημένων αυτοαπασχολούμενων στην αγορά εργασίας και οι ειδικότερες συνθήκες απασχόλησής τους. Στο τρίτο κεφάλαιο αναλύεται η διαλεκτική σχέση εργατικού δικαίου και κοινωνικής πραγματικότητας και εξετάζεται πώς η σύγχρονη εργασιακή πραγματικότητα και οι σύγχρονες σχέσεις απασχόλησης ενόψει του κυρίαρχου ρόλου της τεχνολογικής εξέλιξης και της ανάδειξης της οικονομίας της πλατφόρμας και άλλων νέων τύπων απασχόλησης, προβάλλουν την αναγκαιότητα αναθεώρησης του υφιστάμενου ρυθμιστικού πλαισίου. Διότι, στην (οικονομικά) εξαρτημένη αυτοαπασχόληση το συμβατικό πλαίσιο διαμορφώνεται επί τη βάσει μίας διαφοροποιημένης εξάρτησης με λειτουργικά κυρίως χαρακτηριστικά. Επιπλέον, αναπτύσσεται η έννοια της εξάρτησης σε συνδυασμό με το θεωρητικό πλέγμα που την περιβάλλει και αξιολογείται εν κατακλείδι το υφιστάμενο ρυθμιστικό πλαίσιο. Το τέταρτο κεφάλαιο εστιάζει στο πώς το ζήτημα της εξαρτημένης αυτοαπασχόλησης προσεγγίζεται σε ευρωπαϊκό και διεθνές επί-

Σελ. 6

πεδο. Στο συγκριτικό αυτό πλαίσιο παρατίθενται οι νομοθετικές ρυθμίσεις και ρυθμιστικές πρωτοβουλίες που υιοθετήθηκαν σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο και αναλύεται το ζήτημα υπό το πρίσμα του ελληνικού δικαίου. Στο πέμπτο κεφάλαιο παρουσιάζεται η θέση της μελέτης, με την οποία προτείνεται μία ρυθμιστική παρέμβαση για την εισαγωγή μίας τρίτης, ενδιάμεσης κατηγορίας απασχόλησης, με την οποία θα αναγνωρίζεται θεσμικά το status των οικονομικά εξαρτημένων αυτοαπασχολούμενων, ενώ παράλληλα προσδιορίζονται προτεινόμενα κριτήρια που θα δικαιολογούν την υπαγωγή ενός εξαρτημένου ανεξάρτητα απασχολούμενου στην προτεινόμενη νέα κατηγορία απασχόλησης. Η μελέτη ολοκληρώνεται με σκέψεις αντί επιλόγου, ενώ παρατίθενται ελληνική και ξενόγλωσση βιβλιογραφία και αρθρογραφία, πίνακες και απεικονίσεις στατιστικών κυρίως δεδομένων, που υποστηρίζουν και συμπληρώνουν τη θεματική ανάλυση.

Β. Προβληματική - Ερευνητικά ερωτήματα - Στόχοι

Η παρούσα μελέτη αναλύει τη νομική θέση των οικονομικά εξαρτημένων αυτοαπασχολούμενων, αναδεικνύει την ανάγκη για την αναγνώρισή τους ως αυτόνομη κατηγορία απασχόλησης και προτείνει συγκεκριμένες ρυθμιστικές παρεμβάσεις για την προστασία των δικαιωμάτων τους. Η προβληματική της εστιάζει στη δυσκολία εννοιολογικής και νομικής τυποποίησης της οικονομικά εξαρτημένης αυτοαπασχόλησης. Οι παραδοσιακές κατηγορίες του εργατικού δικαίου, αυτές της εξαρτημένης εργασίας και της ανεξάρτητης απασχόλησης, αδυνατούν να καλύψουν τις σύγχρονες ανάγκες της αγοράς εργασίας, όπου οι αυτοαπασχολούμενοι συχνά βρίσκονται σε οικονομική και οργανωτική εξάρτηση από έναν μόνον ή έναν βασικό πελάτη/ αντισυμβαλλόμενη επιχείρηση. Ένα από τα βασικά ερωτήματα που τίθενται εν προκειμένω είναι εάν το υφιστάμενο ρυθμιστικό πλαίσιο του εργατικού δικαίου μπορεί να προσαρμοσθεί στις νέες συνθήκες ή εάν απαιτείται η δημιουργία ενός νέου πλαισίου που θα μπορεί να καλύψει τις ανάγκες των οικονομικά εξαρτημένων αυτοαπασχολούμενων προσώπων, συνεκτιμώντας ότι σε ορισμένες χώρες έχει ήδη αρχίσει μία μερική προστασία των εν λόγω απασχολούμενων, γεγονός που υποδηλώνει μία αναγνώριση της ανάγκης για νομικές αλλαγές.

I. Η γκρίζα ζώνη απασχόλησης - Νομικές προκλήσεις

Η έννοια του εξαρτημένου εργαζομένου και κατ’ επέκταση της εργασιακής σύμβασης και η οριοθέτηση με την παροχή υπηρεσιών έχουν μία γκρίζα ζώνη που ενόψει των νέων μορφών απασχόλησης χρήζει διευκρινίσεως. Η «γκρίζα ζώνη» καταλαμβάνει μορφές απασχόλησης που εμφανίζουν χαρακτηριστικά τόσο εξαρτημένης όσο και ανεξάρτητης εργασίας, με αποτέλεσμα να μην εντάσσονται στο ισχύον δυ-

Σελ. 7

αδικό μοντέλο απασχόλησης και τούτο διότι η εξάρτηση, καθόσον ορίζεται με βάση την προσωπική/νομική εξάρτηση και όχι με βάση την οικονομική εξάρτηση, είναι στενότερη της πραγματικής, ενώ η ανεξάρτητη εργασία, καθόσον δεν ορίζεται με βάση την οικονομική ανεξαρτησία, αποδεικνύεται ευρύτερη της πραγματικής, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ενδιάμεσα η οικονομικά εξαρτημένη αυτοαπασχόληση. Στην πλειοψηφία τους τα εθνικά νομικά συστήματα υιοθετούν ως κυρίαρχο μοντέλο απασχόλησης τη δυαδική διάκριση μεταξύ αμιγώς εξαρτημένης εργασίας και γνήσιας αυτοαπασχόλησης βάσει του οποίου η κατηγορία των αμιγώς εξαρτημένων εργαζομένων συνιστά τον θεμέλιο λίθο για την εφαρμογή του κανονιστικού πλαισίου του εργατικού δικαίου. Σε επίπεδο ελληνικού δικαίου κρατεί το δυαδικό σύστημα διαχωρισμού αμιγώς εξαρτημένων εργαζομένων και γνήσια αυτοαπασχολούμενων, βάσει του οποίου στην μεν πρώτη κατηγορία απασχόλησης εφαρμόζεται πλήρως το σύνολο των προστατευτικών κανόνων εργατικού δικαίου, στη δε κατηγορία των γνήσια αυτοαπασχολούμενων δεν εφαρμόζονται κατά κανόνα οι κανόνες της εργατικής νομοθεσίας. Όσοι απασχολούμενοι, συνεπώς, δεν είναι εργαζόμενοι ούτε αυτοαπασχολούμενοι κατά γνήσια έννοια (genuinely self-employed individuals), αλλά παρέχουν εργασία υπό συνθήκες βιοποριστικής και εισοδηματικής εξάρτησης (που συνήθως συνυπάρχει με κάποια στοιχεία προσωπικής και οργανωτικής εξάρτησης) από την αντισυμβαλλόμενη επιχείρηση, δεν μεταχειρίζονται ειδικώς από την εθνική νομοθεσία με άμεση εφαρμογή (έστω περιορισμένη) ρυθμιστικών κανόνων δικαίου. Αλλά και όταν προσφύγουν δικαστικά για τη διαπίστωση των συνθηκών υπό τις οποίες παρέχουν την εργασία τους -εάν και εφόσον ο απασχολούμενος καταφύγει στη δικαστική οδό διεκδικώντας να αναγνωρισθεί το εργασιακό του καθεστώς- υπάγονται είτε στην κατηγορία της αμιγώς εξαρτημένης εργασίας είτε στην κατηγορία της γνήσιας αυτοαπασχόλησης.

Παρόλο που το ζήτημα της γκρίζας ζώνης απασχόλησης μεταξύ των δύο νομικών κατηγοριών υπήρχε πάντοτε και απασχολούσε θεωρία και νομολογία, η μαζική μεταστροφή των επιχειρήσεων σε μοντέλα οργανωτικής διάσπασης της επιχείρησης (όπως εξωτερική ανάθεση λειτουργιών ή τμημάτων της επιχείρησης ή υπεργολαβίες) σε συνδυασμό με την αλματώδη τεχνολογική πρόοδο των τελευταίων δεκαετιών κατέστησαν τη διάκριση μεταξύ αμιγώς εξαρτημένων εργαζομένων και γνήσια αυτοαπασχολούμενων ακόμα πιο θολή και δυσδιάκριτη στην πράξη και είχαν ως αποτέλεσμα την ταχεία εξάπλωση των απασχολούμενων σε μορφές απασχόλησης που εμπίπτουν σε αυτήν ακριβώς τη γκρίζα ζώνη απασχόλησης. Με αφορμή

Σελ. 8

μία παλαιότερη ρήση προερχόμενη από τη γερμανική θεωρία που επισημαίνει ότι η ιστορία του εργατικού δικαίου δεν σχετίζεται μόνον με το υποκείμενο της εξαρτημένης εργασίας υπό την έννοια που σήμερα προσδίδεται σε αυτό, διαπιστώνεται ότι οι κοινωνικές συνθήκες υπό τις οποίες δημιουργήθηκαν οι πρώτοι εργατοδικαιϊκοί κανόνες και είχαν ως βάση την παροχή εργασίας μέσω μιας νομικής σχέσης που επαναλαμβάνεται σε βάθος χρόνου και καθίσταται παραδοσιακή (σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου), εμφανίζουν ελάχιστα κοινά σημεία αναφοράς με τις σημερινές κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες εντός των οποίων παρέχεται η ανθρώπινη εργασία.

Το ζήτημα αυτό έχει ανακτήσει έναν επίκαιρο χαρακτήρα, καθότι η συζήτηση διεξάγεται πλέον με ένα συγκεκριμένο γενικότερο αίτημα να καθορισθούν οι τύποι απασχόλησης που δεν κατηγοριοποιούνται ούτε ως αμιγώς εξαρτημένη εργασία, ούτε ως γνήσια αυτοαπασχόληση, διότι εμφανίζουν ορισμένα χαρακτηριστικά της εξαρτημένης εργασίας και ορισμένα της ανεξάρτητης, και να αποδοθούν και να περιγραφούν οι καταστάσεις απασχόλησής τους, όπως και εκείνεις οι καταστάσεις κατά τις οποίες ένας απασχολούμενος εγγράφεται τυπικά ως αυτοαπασχολούμενος, αλλά στην πραγματικότητα δεσμεύεται με εξαρτημένη εργασία. Η νομική πρόκληση εν προκειμένω είναι το πώς οι οικονομικά εξαρτημένοι αυτοαπασχολούμενοι θα μπορέσουν να ενταχθούν ομαλά στο κοινωνικό σύστημα προστασίας του εργατικού δικαίου και κοινωνικής ασφάλισης σε εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο. Καθότι η φύση των εν λόγω ρυθμιστικών κανόνων δεν επιτρέπει να αποσυνδέονται από την παραδοσιακή έννοια του εξαρτημένου εργαζομένου, επιτάσσεται να αναζητηθεί άλλη νομική διαδρομή για την εφαρμογή τους, ιδίως όταν η πάγια αυστηρή προσέγγιση της προσωπικής / νομικής εξάρτησης αδυνατεί να συλλάβει τον μετασχηματιζόμενο κόσμο της μισθωτής εργασίας, η οποία έχει αρχίσει να αυτονομείται ως προς την παροχή της και το διευθυντικό δικαίωμα παύει να είναι το κυρίαρχο στοιχείο της εξάρτησης. Παράλληλα όμως δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ότι μία εξ ολοκλήρου προσέγγιση της οικονομικής εξάρτησης, καίτοι αντανακλά περισσότερο τη σύγχρονη πραγματικότητα, ρέπει εν τούτοις προς μία υπερβολική διαστολή. Διότι, ναι μεν οι οικονομικά εξαρτημένοι αυτοαπασχολούμενοι αποτελούν μία

Σελ. 9

αυθύπαρκτη στην αγορά εργασίας ομάδα απασχολούμενων που διακρίνεται από τους αμιγώς εξαρτημένους εργαζόμενους και τους γνήσια αυτοαπασχολούμενους και η οποία, κυρίως λόγω έλλειψης νομικής και πολιτικής εκπροσώπησης των συμφερόντων τους, δεν βρίσκει καμία συνεπή προστασία, εν τούτοις δεν απαιτείται η δημιουργία ενός ρυθμιστικού πλαισίου καθολική προστασίας.

II. Ερευνητικά ερωτήματα και στόχοι

Σήμερα, εν καιρώ άνθησης και διαρκούς ανάπτυξης και εξέλιξης της πληροφορικής τεχνολογίας, οι τεχνικές ρύθμισης των εργασιακών σχέσεων που αναπτύσσονταν και λειτουργούσαν κυρίως μέσα στα εργοστάσια στηριζόμενες στο φορντικό μοντέλο παραγωγής, το οποίο υπήρξε καθοριστικό για τη διαμόρφωση του εργατικού δικαίου των βιομηχανικών χωρών, αποδεικνύονται λιγότερο αποτελεσματικές. Το νεοφιλελεύθερο πρότυπο της οικονομίας που μετατρέπει το κράτος σε εργαλείο στην υπηρεσία της αγοράς, σε συνδυασμό με τις κρατούσες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες την περίοδο του νεοφιλελεύθερου ψηφιακού παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, και η αλματώδης τεχνολογική πρόοδος με τις με αυτήν συνδεόμενες τεχνολογικές αλλαγές και τον βαθμό επέμβασης της νέας τεχνολογίας στον εργασιακό βίο, αποτελούν τους δύο βασικούς παράγοντες που εξηγούν τις αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις, οι οποίοι έχουν αδιαμφισβήτητα διαφοροποιήσει ουσιωδώς και αποδιαρθρώσει τον τρόπο οργάνωσης και παροχής της ανθρώπινης εργασίας. Κυρίως όμως έχουν απομακρύνει την έννοια του εργαζόμενου από την παραδοσιακή της προέλευση, έχουν περιορίσει την συντηρητική φύση του διευθυντικού δικαιώματος, έχουν διευρύνει την διαπραγματευτική ανισότητα και εν ολίγοις έχουν πλέον καταστήσει παρατηρήσιμες εκείνες τις πτυχές των νέων έννομων σχέσεων με αντικείμενο την παροχή ανθρώπινης εργασίας, οι οποίες επιζητούν την συνδρομή της προστατευτικής ιδιότητας των εργατοδικαιϊκών κανόνων. Το κρατούν δυαδικό μοντέλο απασχόλησης του εξαρτημένου εργαζομένου και του γνήσια αυτοαπασχολούμενου εμφανίζεται παρωχημένο και ξεπερασμένο: η στείρα κατηγοριοποίηση μιας έννομης σχέσης που έχει ως αντικείμενο την παροχή της ανθρώπινης εργασίας είτε στην μία είτε στην άλλη κατηγορία με μόνο κριτήριο την προσωπική και νομική εξάρτηση που αναπτύσσεται στο πλαίσιο της παραδοσιακής δομικής σχέσης υπαγωγής οδηγεί ως επί το πλείστον στο να στερούνται κοινωνικής προστασίας πρόσωπα που θα έπρεπε να απολαμβάνουν αυτής και παραβλέπει το

Σελ. 10

γεγονός ότι η οικονομική εξάρτηση καθορίζει σήμερα, ενόψει των απαιτήσεων της σύγχρονης αγοράς εργασίας, την ατομική επιλογή του είδους της απασχόλησης.

Υπό το πρίσμα των προεκτεθέντων και ενόψει αφενός των ψηφιακών μορφών παροχής της εργασίας μέσω πλατφόρμας που ευνοούνται από την επικράτηση της οικονομίας της πλατφόρμας και αφετέρου της ολοένα αυξανόμενης προσφυγής των επιχειρήσεων σε εξωτερικές πηγές και ανάθεσης σε αυτών τμημάτων λειτουργίας τους, σε συνδυασμό με την επέμβαση των αλγορίθμων στην διαμόρφωση, λειτουργία και εξέλιξη των σχέσεων απασχόλησης, η έννοια της εξάρτησης ρευστοποιείται και τίθεται πλέον το ερώτημα εάν θα πρέπει να εξετάζεται πότε υπάρχει σχέση εξαρτημένης εργασίας ή πότε υπάρχουν απασχολούμενοι που χρειάζονται κοινωνική προστασία. Ο παραδοσιακά εξαρτημένος εργαζόμενος που προσλαμβάνεται για αόριστο χρόνο και προσφέρει την εργασία του κατά πλήρες ωράριο στον τόπο της επιχείρησης ή των εγκαταστάσεων του εργοδότη αποτελεί πλέον την εξαίρεση και όχι τον κανόνα. Αντίθετα, η ιδιότητα του απασχολούμενου συνδέεται αμιγώς με την οικονομική επιβίωση και με την οργανωτική δομή και την έννομη σχέση που τη δημιούργησε. Πλέον ο εργαζόμενος δεν ταυτίζεται αποκλειστικά και μόνο με το πρόσωπο που συνδέεται με τον εργοδότη με αορίστου χρόνου εργασιακή σύμβαση και εργάζεται κατά πλήρες ωράριο, αλλά με κάθε πρόσωπο που στερείται διαπραγματευτικής δύναμης ως προς τη διαμόρφωση των όρων υπό των οποίων απασχολείται και εκ του λόγου τούτου καθίσταται το αδύναμο μέρος της συμβατικής συναλλακτικής σχέσης. Η αδυναμία διαπραγμάτευσης που αποτελούσε ανέκαθεν το διακριτικό γνώρισμα της ιδιότητας του εργαζομένου και την δικαιολογητική βάση προστατευτικής συνδρομής κανονιστικών εργασιακών νομοθετημάτων αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα στη σύγχρονη εποχή, σε μια εποχή όπου η επιστημονική και τεχνική πρόοδος, πλην των αξιέπαινων επιτευγμάτων που την συνοδεύουν, έχει επιφέρει την ψηφιακή υποβάθμιση μεγάλου μέρους του τομέα υπηρεσιών και μία άνευ προηγουμένου αναδιανομή του πλούτου και του εισοδήματος ενισχύοντας τον κίνδυνο ενός ψηφιακού ολοκληρωτισμού. Στη νέα αυτή εποχή που διανύουμε, η αυτοαπασχόληση δεν εμφανίζεται πάντοτε ως ελεύθερη επιλογή επαγγελματικού status, αλλά ενδέχεται να αποτελεί το νομικό εκείνο όχημα που

Σελ. 11

οδηγεί τους επιβαίνοντες από την ανεργία στην απασχολησιμότητα και την ψευδαίσθηση συμμετοχής στον εργασιακό και κοινωνικό βίο.

Καίτοι λοιπόν η εξαρτημένη εργασία διαπιστώνεται παραδοσιακά με βάση την προσωπική / νομική εξάρτηση του εργαζομένου από τον εργοδότη, ενώ είναι αδιάφορη η οικονομική του εξάρτηση, εν τούτοις το σύγχρονο εργατικό δίκαιο έχει αρχίσει να ασχολείται και με την κατηγορία των οικονομικά εξαρτημένων αυτοαπασχολούμενων (αναφέρονται στις συναλλαγές και ως «εργαζόμενοι με μπλοκάκια») ακριβώς γιατί και αυτοί, παρά την τυπική σχέση ισοτιμίας που βρίσκονται σε σχέση με τα πρόσωπα για τα οποία απασχολούνται, στην πραγματικότητα εμφανίζουν ανάγκη αντίστοιχης κοινωνικής προστασίας, αφού απασχολούνται υπό συνθήκες ουσιαστικής εξάρτησης. Η εξάρτηση που βιώνει ο αυτοαπασχολούμενος εξετάζεται και ελέγχεται, στο πλαίσιο του ελληνικού δικαίου, κυρίως με γνώμονα την προσωπική και νομική εξάρτηση, ήτοι το κριτήριο της άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος και της αντίστοιχης δέσμευσης του απασχολούμενου από τις εντολές και οδηγίες του αντισυμβαλλόμενου μέρους ως προς τον χρόνο, τον τρόπο και τον τόπο της παροχής. Σε αυτήν ακριβώς την εννοιολογική προσέγγιση της εξαρτημένης απασχόλησης που χαρακτηρίζει τις κλασσικές μορφές παροχής εξαρτημένης εργασίας (όπως αυτή του εργάτη μίας βιομηχανικής μονάδας ή του υπαλλήλου γραφείου) οφείλεται ο αποκλεισμός πολλών αυτοαπασχολούμενων από το πεδίο ρύθμισης της εργασίας και της κοινωνικής προστασίας, οι οποίοι είναι μεν (οικονομικά) εξαρτημένοι από έναν μόνον ή από έναν κύριο πελάτη, αλλά δεν θεωρούνται νομικά και προσωπικά εξαρτημένοι από αυτούς βάσει των παραδοσιακών κριτηρίων εξάρτησης. Η εν λόγω προβληματική αντιμετωπίζεται σε αρκετές χώρες μέσω αναγνώρισης μίας μερικής και περιορισμένης κοινωνικής προστασίας στους εξαρτημένους αυτοαπασχολούμενους, όπως αναπτύσσεται στη συνέχεια.

Το μοντέλο της (οικονομικά) εξαρτημένης αυτοαπασχόλησης, όπως παρουσιάζεται από τη Sciarra, προσελκύει νέους τύπους απασχόλησης, που όλοι ομοιοτρόπως χαρακτηρίζονται από μη συνεχή απασχόληση, χαμηλό επίπεδο απολαβών και έλλει-

Σελ. 12

ψη σαφώς καθορισμένων προοπτικών ως προς τη δημιουργία μίας επαγγελματικής σταδιοδρομίας. Τα χαρακτηριστικά αυτά σηματοδοτούν μία θεμελιώδη ρήξη με την παραδοσιακή μορφή εξαρτημένης εργασίας, η οποία περιλαμβάνει σταθερές θέσεις εργασίας, με σαφή και διαρκή επαγγελματική εξέλιξη, σταθερές απολαβές και εργασιακά δικαιώματα. Τα νέα δεδομένα έχουν σηματοδοτήσει την έναρξη ενός ανοιχτού διαλόγου ως προς το εάν οι οικονομικά εξαρτημένοι αυτοαπασχολούμενοι χωρίς εργαζομένους (solo), οι οποίοι κατά κύριο λόγο εμπλέκονται και στα νέα (τεχνολογικά) μορφώματα απασχόλησης, χρήζουν επανακατηγοριοποίησης ως εξαρτημένοι εργαζόμενοι, ή εάν ανακύπτει η ανάγκη για τη δημιουργία και αναγνώριση μίας νέας, τρίτης, ενδιάμεσης κατηγορίας απασχόλησης που θα τοποθετείται ανάμεσα στην αμιγώς εξαρτημένη απασχόληση και στη γνήσια αυτοαπασχόληση, όπως είναι για παράδειγμα η κατηγορία των προσώπων που ομοιάζουν με εξαρτημένους εργαζομένους κατά το δίκαιο της Γερμανίας (arbeitnehmerähnliche Personen), ούτως ώστε οι εν λόγω απασχολούμενοι να απολαμβάνουν μία στοιχειώδη τουλάχιστον κοινωνική προστασία. Το ερώτημα ποιος απασχολούμενος είναι (θα έπρεπε να είναι) άξιος κοινωνικής προστασίας αναγεννάται και επαναπροσδιορίζεται στο πλαίσιο ουσιαστικής πραγμάτωσης του δικαιώματος για αξιοπρεπή εργασία και διαβίωση, όπως αυτό αντανακλάται στην Διακήρυξη για τα 100 χρόνια ίδρυσης της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας για το μέλλον της εργασίας (Declaration on the centenary of the International Labour Organisation for the future of work) με τη ρήση ότι «η εργασία δεν είναι εμπόρευμα».

Σαφώς, οι προκλήσεις που ανακύπτουν από την προβληματική της γκρίζας ζώνης απασχόλησης περιορίζονται για ένα μέρος της θεωρίας και των μελετητών του εργατικού δικαίου στο πώς θα εφαρμοσθεί ο νόμος και πώς θα κατηγοριοποιηθούν εκ νέου ορθώς οι απασχολούμενοι που εμπίπτουν στην γκρίζα ζώνη απασχόλησης. Στην περίπτωση όμως των οικονομικά εξαρτημένων αυτοαπασχολούμενων, οι οποίοι -δύσκολα, αν όχι καθόλου- βρίσκουν μία θέση στο δυαδικό μοντέλο απασχόλησης, απασχολεί το δικαιοπολιτικό ερώτημα της νομικής τους κατάστασης και το

Σελ. 13

εάν υπάρχει ανάγκη ρύθμισης, υπό την έννοια του να αναγνωρισθούν οι οικονομικά εξαρτημένοι αυτοαπασχολούμενοι ως μία νέα, αυτόνομη κατηγορία απασχόλησης (new form of employment relationship). Το ερώτημα συνεπώς που ευθέως τίθεται με την παρούσα, ερευνάται και επιχειρείται να απαντηθεί είναι εάν οι οικονομικά εξαρτημένοι αυτοαπασχολούμενοι εκθέτουν μία συνθήκη απασχόλησης που μπορεί να ενταχθεί στο υπάρχον δυαδικό σύστημα απασχόλησης, το οποίο θα «φρεσκαριστεί» με σκοπό να καλύψει τις ανακύπτουσες ανάγκες της εν λόγω κατηγορίας ή εάν οι οικονομικά εξαρτημένοι αυτοαπασχολούμενοι αποτελούν μία αυτόνομη κατηγορία απασχόλησης για την οποία θα πρέπει να διαμορφωθεί ένα νέο ρυθμιστικό πλαίσιο.

Υπό το φως των δεδομένων και συνθηκών που θα αναπτυχθούν και θα εξετασθούν στη συνέχεια της μελέτης επιχειρείται να απαντηθεί το ερώτημα εάν οι ομοιότητες που εμφανίζονται μεταξύ μίας σύμβασης παροχής υπηρεσιών ενός εξαρτημένου αυτοαπασχολούμενου χωρίς εργαζομένους (solo) και μίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας στις περιπτώσεις απασχόλησης που εμπίπτουν στην γκρίζα ζώνη απασχόλησης δικαιολογούνται επαρκώς και ουσιωδώς κατά το περιεχόμενό τους, ώστε η κοινωνική προστασία να πρέπει να καταλαμβάνει -έστω εν μέρει- και τους εξαρτημένους ανεξάρτητα απασχολούμενους. Το περιεχόμενο της απασχόλησης, η φύση της δραστηριότητας, ο τρόπος λειτουργίας της στην πράξη και δη η εντύπωση που δημιουργεί η λειτουργία της στην αγορά εργασίας και στα τρίτα πρόσωπα του συναλλακτικού κύκλου ενδέχεται να υποδεικνύουν συνθήκες ουσιωδώς όμοιες με εκείνες της εξαρτημένης εργασίας που να δικαιολογούν την ανάγκη μιας κάποιας κοινωνικής προστασίας. Η ιδιαίτερη αυτή ανάγκη προστασίας εμφανίζεται και εκδηλώνεται κυρίως (α) με τον μη διαχωρισμό της παροχής από το πρόσωπο που παρέχει (ενότητα, ταύτιση προσώπου και παροχής εργασίας), όπερ επιτάσσει την ανάγκη προστασίας της ζωής και της υγείας του απασχολούμενου, (β) με την εξάρτηση του απασχολούμενου από έναν ξένο ως προς αυτόν οργανισμό, από μία άλλη κυριαρχική δύναμη, όπερ επιτάσσει την προστασία της προσωπικότητάς του και (γ) με την εξάρτηση της οικονομικής επιβίωσης του απασχολούμενου από την ξένη συναίνεση ως προς την παροχή ή εξακολούθηση της συμβατικής σχέσης, όπερ επιτάσσει τουλάχιστον την προστασία του μισθού.

Ως προς τα ως άνω ερωτήματα συζητούνται οι λόγοι ανεπάρκειας του κρατούντος δυαδικού μοντέλου απασχόλησης, οι προοπτικές διαχείρισης του ζητήματος που έχουν αναπτυχθεί και προταθεί στους θεωρητικούς κύκλους, καθώς και οι σχετικές ρυθμιστικές παρεμβάσεις και πρωτοβουλίες σε εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, και κατόπιν θεμελιώνεται η υποστηριζόμενη θέση.

Σελ. 15

Κεφάλαιο 2

Η έννοια της εξαρτημένης αυτοαπασχόλησης

H οικονομικά εξαρτημένη αυτοαπασχόληση (economically dependent self-employment) εμπίπτει στο ευρύτερο πλαίσιο της αυτοαπασχόλησης με ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και εντάσσεται στη λεγόμενη «γκρίζα ζώνη» απασχόλησης που εκτείνεται μεταξύ αμιγώς εξαρτημένης εργασίας (pure dependent employment) και γνήσιας αυτοαπασχόλησης (genuine self-employment), καθόσον οι οικονομικά εξαρτημένοι αυτοαπασχολούμενοι παρέχουν εργασία ή υπηρεσίες με σύμβαση διαφορετική από τη σύμβαση εργασίας και το εισόδημά τους εξαρτάται από έναν μόνο πελάτη ή έναν μικρό αριθμό πελατών, ενδέχεται δε να λαμβάνουν απευθείας οδηγίες ως προς το πώς θα εκτελεσθεί η εργασία. Αρχικά, πραγματοποιείται αναφορά στο θεωρητικό πλαίσιο που περιβάλλει την οικονομικά εξαρτημένη αυτοαπασχόληση και δη στις δεδομένες συνθήκες και τάσεις στον τομέα της απασχόλησης υπό τις οποίες τούτη αναδύεται. Στο πλαίσιο αυτό επισημαίνονται ζητήματα που σχετίζονται γενικότερα με τους τύπους και την ποιότητα της αυτοαπασχόλησης, έκφανση της οποίας είναι η οικονομικά εξαρτημένη αυτοαπασχόληση, τα οποία γεννώνται ενόψει (και) της ανάδειξης νέων μορφών απασχόλησης σε συνδυασμό με την αύξηση της εργασιακής ανασφάλειας, υπό την έννοια ότι όσοι συμμετέχουν στην απασχόληση δεν είναι ταυτόχρονα και κοινωνικά ενταγμένοι. Επιπλέον, περιγράφεται το φαινόμενο της ψευδο-αυτοαπασχόλησης (bogus

Σελ. 16

self-employment) που αφορά σε πρόσωπα που παρέχουν τις υπηρεσίες τους ως εν τοις πράγμασι εξαρτημένοι εργαζόμενοι, αλλά εμφανίζονται ως αυτοαπασχολούμενοι, όπως και η εξωτερική ανάθεση τμημάτων λειτουργίας ή δραστηριοτήτων μίας επιχείρησης σε ανεξάρτητους εργολάβους (outsourcing), όπου μπορεί να παρατηρείται συχνότερα η εμφάνιση σχέσεων εξαρτημένης ανεξάρτητης απασχόλησης. Στη συνέχεια ερευνώνται οι συνθήκες εκκόλαψης, οι συνθήκες απασχόλησης και η φύση της εξαρτημένης ανεξάρτητης απασχόλησης, καθώς και τα εννοιολογικά στοιχεία και χαρακτηριστικά της γνωρίσματα ειδικότερα. Πλην τούτων απαντάται το ερώτημα ως προς το ποιες πληθυσμιακές ομάδες απασχολούμενων δεσμεύονται συνήθως συμβατικά με σχέσεις εξαρτημένης ανεξάρτητης απασχόλησης, σε ποιους επαγγελματικούς κλάδους και τομείς και υπό ποιες συνθήκες ή συμβατικές συμφωνίες υπό την έποψη της Ευρωπαϊκής Έρευνας για τις Συνθήκες Εργασίας (European Working Conditions Survey - EWCS).

Όλα τα παραπάνω θα μας επιτρέψουν να σχηματίσουμε μία ολοκληρωμένη άποψη για το αντικείμενο της παρούσας, ήτοι για την οικονομικά εξαρτημένη αυτοαπασχόληση, η οποία εκπροσωπεί, κατά την υποστηριζόμενη θέση, μία αυτόνομη ενδιάμεση κατηγορία απασχόλησης, με αποτέλεσμα να καταστεί ομαλή η μετάβαση στην προβληματική με την οποία καταπιάνεται η εν λόγω έρευνα και αφορά στην κοινωνική και νομική θέση των εξαρτημένων ανεξάρτητα απασχολούμενων που τίθενται βάσει των παραδοσιακών κριτηρίων εξάρτησης εκτός προστατευτικού πεδίου του εργατικού δικαίου, τη στιγμή που οι πραγματικές συνθήκες απασχόλησής τους εμφανίζουν στοιχεία εξάρτησης, κυρίως οικονομικής, που τους καθιστούν μία κατηγορία απασχόλησης άξια κοινωνικής προστασίας.

Α. Εννοιολογικός προσδιορισμός

Η ανάπτυξη νέων μορφών αυτοαπασχόλησης απασχολεί έντονα τον πολιτικό και νομικό διάλογο ως προς τις αλλαγές που έχουν επέλθει στην αγορά εργασίας κατά την τελευταία τουλάχιστον εικοσαετία με επίκεντρο την αναδιαμόρφωση των σχέσεων απασχόλησης. Συνδέεται με το μείζον ζήτημα του προσδιορισμού και της κατηγοριοποίησης των διαφόρων νομικών θέσεων (classification of legal status) των προσώπων που απαντώνται και περικλείονται εντός της ευρύτερης και ετερόκλιτης κατηγορίας της αυτοαπασχόλησης και δη με το ερώτημα πού τί-

Σελ. 17

θενται τα όρια εκείνων των σχέσεων εργασίας που λειτουργούν μεταξύ της γνήσιας (genuine self-employment) και της εξαρτημένης αυτοαπασχόλησης (dependent self-employment). Ο επίκαιρος χαρακτήρας του ερωτήματος τούτου συμπίπτει με την ανάδειξη της ψηφιακής πλατφόρμας εργασίας, καθώς πολλά στοιχεία που προσδιορίζουν την αντίστοιχη μορφή απασχόλησης (όπως η λειτουργική σύνδεση με έναν βασικό επιχειρηματικό φορέα/πελάτη, ο συντονισμός που οργανώνεται κυρίως από τον βασικό επιχειρηματικό φορέα/πελάτη, η οικονομική ή οργανωτική εξάρτηση εν αντιθέσει με την προσωπική εξάρτηση, κ.λπ.) απαντώνται συνήθως σε συμβατικές σχέσεις μεταξύ επιχειρήσεων και συνδεδεμένων με αυτές παρόχων υπηρεσιών. Ως προς τούτο το ζήτημα παρατηρείται κατ’ αρχάς ότι απουσιάζει ένας ενιαίος ορισμός της εξαρτημένης αυτοαπασχόλησης, τόσο σε επίπεδο θεωρίας και βιβλιογραφίας όσο και σε νομοθετικό επίπεδο. Οι νομοθεσίες των κρατών, στα οποία το ζήτημα αυτό εξετάζεται, αντιμετωπίζουν σε εθνικό επίπεδο ανόμοια το καθεστώς της εξαρτημένης αυτοαπασχόλησης (dependent self-employment) έχοντας, ωστόσο, ως κοινό παρονομαστή κατά βάση το κριτήριο της οικονομικής εξάρτησης και το κριτήριο της οργανωτικής (λειτουργικής) εξάρτησης, δηλαδή ως προς το κατά πόσο αυστηρά δομημένη και συντονισμένη είναι η σχέση μεταξύ του αυτοαπασχολούμενου και της επιχείρησης που αποτελεί τον μοναδικό ή βασικό του πελάτη.

Ειδικότερα, η γκρίζα ζώνη απασχόλησης μονοπώλησε το ενδιαφέρον σε επίπεδο ευρωπαϊκού πολιτικού και δημόσιου διαλόγου για πρώτη φορά το 2001 με την αποκαλούμενη έρευνα «Supiot» για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, βάσει της οποίας αναδείχθηκε το πώς οι αλλαγές στον τομέα των οικονομικών και εργασιακών σχέ-

Σελ. 18

σεων επηρέασαν το εργατικό δίκαιο και το δίκαιο κοινωνικής ασφάλισης στην Ευρώπη. Στην εν λόγω έρευνα κατονομάσθηκαν και προσδιορίσθηκαν τρόπον τινά οι οικονομικά εξαρτημένοι αυτοαπασχολούμενοι ως εκείνη η κατηγορία προσώπων που από νομικής μεν απόψεως απασχολούνται ανεξάρτητα, ενώ στην πράξη εξαρτώνται οικονομικά από τον αναθέτοντα ή κύριο ενός έργου και έτσι τοποθετούνται στην περιοχή που βρίσκεται μεταξύ των ορίων της κατηγορίας των γνήσια εξαρτημένων εργαζομένων (genuinely subordinated workers) και της κατηγορίας των γνήσια ανεξάρτητων επιχειρηματιών (genuinely independent entrepreneurs). Η οικονομική εξάρτηση από τον βασικό αναθέτοντα (economically dependency on a principal) και η διαρκής νομική υπαγωγή στον αναθέτοντα (permanent legal subordination) αξιοποιήθηκαν στο πλαίσιο της εν λόγω έρευνας ως τα δύο βασικά κριτήρια διάγνωσης της οικονομικά εξαρτημένης απασχόλησης. Εν συνεχεία, η εν λόγω έννοια αξιοποιήθηκε από τη θεωρία για να περιγράψει την κατηγορία εκείνων των αυτοαπασχολούμενων, οι οποίοι, μολονότι οργανώνουν αυτόνομα οι ίδιοι την απασχόλησή τους, εξαρτώνται επί της ουσίας από έναν μόνον πελάτη ή μία συγκεκριμένη εταιρεία και απασχολούνται υπό συνθήκες παρόμοιες με τις συνθήκες απασχόλησης των τυπικά εξαρτημένων εργαζομένων. Συνεπεία τούτης της εμφανώς διευρυμένης περιγραφής της κατηγορίας των εξαρτημένων αυτοαπασχολούμενων επιτρέπεται να ενταχθούν σε αυτήν συμβατικές σχέσεις αυτοαπασχόλησης που εμφανίζουν τόσο το στοιχείο της οικονομικής εξάρτησης, όσο και άλλα είδη εξάρτησης (προσωπικής ή λειτουργικής εξάρτησης), τα οποία κα

Σελ. 19

θιστούν τις συνθήκες απασχόλησης των αυτοαπασχολούμενων όμοιες με αυτές των τυπικά εξαρτημένων εργαζομένων. Κατά μία άλλη περιγραφή που απαντάται στη θεωρία, η εξαρτημένη αυτοαπασχόληση προσδιορίζεται ως η συμβατική σχέση κατά την οποία ένας απασχολούμενος δηλώνεται και καταχωρίζεται στις αρμόδιες εθνικές αρχές τυπικά ως αυτοαπασχολούμενος, κατ’ ουσία όμως απασχολείται υπό όμοιες συνθήκες με αυτές των παραδοσιακά εξαρτημένων εργαζομένων ή όταν βασικό τμήμα του εισοδήματός του εξαρτάται από έναν μόνον πελάτη, ενώ κατά άλλη άποψη η περιγραφή ή ο ορισμός των οικονομικά εξαρτημένων αυτοαπασχολούμενων προϋποθέτει ότι οι εν λόγω απασχολούμενοι δεν είναι αμιγώς εξαρτημένοι εργαζόμενοι και ότι η οικονομική εξάρτηση δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για να καλύψει την αληθινή φύση μίας σχέσης απασχόλησης, όπως συμβαίνει σε μία κατάσταση κεκαλυμμένης εργασιακής σχέσης. Άξια αναφοράς είναι και μία άλλη άποψη που υιοθετείται πλέον εύστοχα στην θεωρία, η οποία διακρίνει μεταξύ ενός «αυστηρού» ορισμού της εξαρτημένης ανεξάρτητης απασχόλησης, όπου εμπίπτουν οι αυτοαπασχολούμενοι χωρίς εργαζομένους (solo), ως τα πρόσωπα που εμφανίζουν οικονομική εξάρτηση (εργάζονται δηλαδή μόνον για έναν πελάτη ή έναν βασικό πελάτη) και ταυτόχρονα εξάρτηση ως προς τον χρόνο και τα καθήκοντα (εμφανίζουν δηλαδή και τα τρία είδη εξάρτησης), και ενός «ελαστικού» ορισμού, όπου εμπίπτουν οι αυτοαπασχολούμενοι χωρίς εργαζομένους (solo) όταν εμφανίζουν τουλάχιστον δύο από τα τρία είδη εξάρτησης, ήτοι οικονομική ή χρονική εξάρτηση ή εξάρτηση καθηκόντων.

Από την άλλη πλευρά η έννοια της εξαρτημένης αυτοαπασχόλησης αντανακλάται συναινετικά στην προσέγγιση που υιοθετούν διεθνείς θεσμοί όπως η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας (ΔΟΕ) και ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ): ο μεν πρώτος εντάσσει στην εξαρτημένη αυτοαπασχόληση τις περιπτώσεις εκείνες, κατά τις οποίες το εισόδημα ενός αυτοαπασχολούμενου εξαρτάται από έναν μόνον πελάτη ή από έναν μικρό αριθμό πελατών από τους οποίους ο αυτοαπασχολούμενος ενδέχεται να λαμβάνει απευθείας οδηγίες ως προς το πώς θα εκτελέσει τη συμφωνημένη εργασία, χωρίς όμως να συνδέεται με αυτούς με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας για την παροχή των υπηρεσιών του, αλλά με διαφο-

Σελ. 20

ρετικό τύπο σύμβασης. Σημειώνεται εν προκειμένω ότι η ΔΟΕ, μέσω της Διεθνούς Ταξινόμησης Καθεστώτων Απασχόλησης του 1993 (ICSE-93), διαχώριζε τις θέσεις εργασίας σε μισθωτής απασχόλησης και αυτοαπασχόλησης (εργοδότες, αυτοαπασχολούμενοι για ίδιον λογαριασμό, συμβοηθούντα μέλη οικογένειας και μέλη συνεταιρισμών παραγωγών), ορίζοντας την αυτοαπασχόληση ως δραστηριότητα με οικονομική και οργανωτική αυτονομία, λήψη επιχειρησιακών αποφάσεων και οικονομικό ρίσκο. Ωστόσο, τα κριτήρια αυτά δεν επέτρεπαν την καταγραφή «γκρίζων ζωνών» απασχόλησης, όπως οι περιπτώσεις αυτοαπασχόλησης που προσομοιάζουν με εξαρτημένη εργασία και συνδυάζουν στοιχεία και των δύο. Για την αντιμετώπιση αυτού του κενού, η ΔΟΕ υιοθέτησε το 2018 τη νέα ταξινόμηση ICSE-18, εισάγοντας μεταξύ άλλων την κατηγορία των εξαρτημένων εργολάβων (dependent contractors), η οποία βρίσκεται πολύ κοντά στην έννοια της εξαρτημένης αυτοαπασχόλησης που έχει αναπτυχθεί στη σχετική βιβλιογραφία. Ο δε ΟΟΣΑ προσδιορίζει την εξαρτημένη αυτοαπασχόληση ως το καθεστώς αυτοαπασχόλησης για ίδιον λογαριασμό, χωρίς τη δυνατότητα πρόσληψης και απασχόλησης εξαρτημένων εργαζομένων, όπου, επί τη βάσει μίας συμβατικής σχέσης, ο αυτοαπασχολούμενος παρέχει αγαθά ή/και υπηρεσίες σε έναν ή σε πολύ λίγους πελάτες και έχει όμοιες συνθήκες απασχόλησης με αυτές των εξαρτημένων εργαζομένων, υπό την έννοια ότι παρέχει την εργασία ή/και τις υπηρεσίες του κυρίως ή αποκλειστικά σε μία εταιρεία ή έναν πελάτη, διαθέτοντας περιορισμένη αυτονομία και όντας συχνά ενταγμένος στην οργανωτική δομή του πελάτη. Παρόμοια προσέγγιση, καίτοι πιο διευρυμένη, με αξιοποίηση κυρίως των κριτηρίων που προσδιορίζουν την γνήσια αυτοαπασχόληση (genuine self-employment), απαντάται και στην πλέον πρόσφατη, σχετική με το υπό εξέταση ζήτημα, Ευρωπαϊκή Έρευνα για τις Συνθήκες Εργασίας (European Working Conditions Survey 2017 - EWCS), όπου ως οικονομικά εξαρτημένοι αυτοαπασχολούμενοι ορίζονται οι αυτοαπασχολούμενοι χωρίς εργαζομένους (solo) [με γνώμονα ότι η απασχόληση προσωπικού υπονοεί από τα ίδια τα κριτήρια της ταξινόμησης έναν βαθμό εξουσίας και ελέγχου, ο οποίος θεωρητικά υποδηλώνει οικονομική αυτονομία], οι οποίοι αυτο-προσδιορίζονται τοιουτοτρόπως και συμβάλλονται σε σχέσεις που εμφανίζουν τα ακόλουθα είδη εξάρτησης: (α) παρέχουν την εργασία ή τις υπηρεσίες τους σε έναν μόνον πελάτη ή σε έναν κυρίαρ-

Σελ. 21

χο πελάτη (οικονομική εξάρτηση) ή/και (β) εμφανίζουν έλλειψη αυτονομίας στο να προσλαμβάνουν εργαζομένους ή/και (γ) εμφανίζουν έλλειψη αυτονομίας ως προς τη λήψη σημαντικών στρατηγικών αποφάσεων που επηρεάζουν την επιχειρηματική τους δραστηριότητα. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία (Eurostat 2018), ως οικονομικά εξαρτημένοι αυτοαπασχολούμενοι ορίζονται οι αυτοαπασχολούμενοι χωρίς εργαζομένους (solo) που κατά τους τελευταίους δώδεκα (12) μήνες (πριν από την εβδομάδα αναφοράς της έρευνας) απασχολήθηκαν από έναν μόνο ή έναν κυρίαρχο πελάτη, δηλαδή σε έναν πελάτη που αντιπροσώπευε τουλάχιστον το 75% του εισοδήματός τους (οικονομική εξάρτηση) και των οποίων τα χρονικά όρια εργασίας τους καθορίζονταν από τον ίδιο πελάτη (οργανωτική εξάρτηση). Και τα δύο αυτά χαρακτηριστικά θα πρέπει να συντρέχουν ταυτόχρονα για να μπορούν να χαρακτηρισθούν ως οικονομικά εξαρτημένοι αυτοαπασχολούμενοι. Εν προκειμένω η διάγνωση της οικονομικής εξάρτησης αντιμετωπίζεται ως conditio sine qua non και συνδυάζεται μόνον με έναν τύπο οργανωτικής εξάρτησης, αυτόν της εξάρτησης ως προς τον χρόνο απασχόλησης (time dependency), γεγονός που δυσχεραίνει κατά κάποιον τρόπο το να εντοπισθούν και άλλα επίπεδα εξάρτησης, ενδεχομένως πιο κρίσιμα, εντός της ευρύτερης αυτοαπασχόλησης. Επισημαίνεται, τέλος, ότι στην πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για Σύσταση ως προς την πρόσβαση των απασχολούμενων και των αυτοαπασχολούμενων στην κοινωνική προστασία (Proposal for a Council Recommendation on Access to Social Protection for Workers and the Self-Employed, 13.03.2018), η Επιτροπή είχε αρχικά συμπεριλάβει κάποιες αναφορές στο προσχέδιό της (impact assessment) σχετικά με οικονομική και λειτουργική εξάρτηση, αλλά η τελική Σύσταση που υιοθετήθηκε στις 08.11.2019 από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο δεν περιλαμβάνει κάποιον ειδικό ορισμό της (οικονομικά) εξαρτημένης αυτοαπασχόλησης, αλλά αφήνει στις χώρες να τον διαμορφώσουν κατά περίπτωση.

Back to Top