ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΣΥΖΥΓΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΤΡΟΦΩΝ

Πρακτικά 9ου Πανελλήνιου Συνεδρίου ΕΟΔ

Συνδυάστε Βιβλίο (έντυπο) + e-book και κερδίστε 13.3€
Δωρεάν μεταφορικά σε όλη την Ελλάδα για αγορές άνω των 30€

Πληρώστε σε έως άτοκες δόσεις των /μήνα με πιστωτική κάρτα.

Σε απόθεμα

Τιμή: 32,30 €

* Απαιτούμενα πεδία

Κωδικός Προϊόντος: 21305
Γερασοπούλου Μ.-Ε., Κοτρώνης Σ., Λάμπου Φ., Λέκκας Γ., Νικολόπουλος Π., Παπαδημητρόπουλος Α., Ρήγας Κ., Τσούκα Χ.
Περάκη Β.
  • Έκδοση: 2026
  • Σχήμα: 17x24
  • Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
  • Σελίδες: 240
  • ISBN: 978-618-08-0867-4

Το έργο "Οικονομικές σχέσεις συζύγων και συντρόφων" αποτελείται από τις συμβολές των Πρακτικών του 9ου Πανελλήνιου Συνεδρίου της Εταιρίας Οικογενειακού Δικαίου, που έγινε στην Πάτρα, στις 17 και 18 Μαΐου 2024. Το Συνέδριο απασχόλησαν σημαντικά ζητήματα περιουσιακών σχέσεων μεταξύ συζύγων και συντρόφων από το σύμφωνο συμβίωσης και την ελεύθερη ένωση. Τα ζητήματα αυτά αφορούν, μεταξύ άλλων:

  • Την τύχη των κοινών συμβάσεων των συζύγων ή συντρόφων με χρηματοπιστωτικά ιδρύματα μετά τη διάσταση ή το διαζύγιο
  • Τη διαχείριση της περιουσίας του συζύγου
  • Τα τεκμήρια για τα κινητά πράγματα των συζύγων στην έγγαμη συμβίωση και μετά τη διακοπή της
  • Την αποζημίωση λόγω χρήσης οικογενειακής στέγης κοινής κυριότητας μετά το διαζύγιο
  • Τις επιτρεπτές συμφωνίες των συντρόφων με σύμφωνο συμβίωσης για τις μη προσωπικές τους σχέσεις
  • Τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων και των καταχωρημένων συντρόφων στο πλαίσιο του ενωσιακού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου
  • Τα δικονομικά ζητήματα στην αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα.

Το έργο συνιστά πολύτιμο βοήθημα για όσους ασχολούνται με το Οικογενειακό Δίκαιο, δικηγόρους, δικαστές, συμβολαιογράφους, φοιτητές κ.ά.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Βιργινία Περάκη

Επίκ. Καθηγήτρια Αστικού Δικαίου Νομικής Σχολής ΔΠΘ

1η Συνεδρία

Οι κοινές συμβάσεις των συζύγων με χρηματοπιστωτικά ιδρύματα μετά
τη διάσταση ή το διαζύγιο 3

Γεώργιος Λέκκας

Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ

Διαχείριση περιουσίας συζύγου – Γενικοί κανόνες και αποκλίσεις 23

Αντώνης Παπαδημητρόπουλος

Επίκ. Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ, Δικηγόρος

2η Συνεδρία

Τεκμήρια για τα κινητά πράγματα των συζύγων στην έγγαμη συμβίωση
και μετά τη διακοπή της κατ’ ΑΚ 1398 69

Σωτήριος Ι. Κοτρώνης

Επίκ. Καθηγητής Αστικού Δικαίου Νομικής Σχολής ΑΠΘ, Δικηγόρος

Αποζημίωση λόγω χρήσεως οικογενειακής στέγης κοινής κυριότητας
μετά το διαζύγιο 95

Κωνσταντίνος Ηρ. Ρήγας

ΔΝ, Πρωτοδίκης Αχαΐας, Μεταδιδακτορικός Ερευνητής Αστικού Δικαίου στη Νομική Σχολή ΕΚΠΑ

3η Συνεδρία

Η αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού του άρθρου 6
του ν. 4356/2015*1 131

Χρίστος Π. Φίλιος

Καθηγητής Νομικής Σχολής ΔΠΘ

Επιτρεπτές συμφωνίες των συντρόφων
με σύμφωνο συμβίωσης για τις μη προσωπικές σχέσεις τους 133

Μαρία-Ευφραιμία Γερασοπούλου

ΔΝ, Δικηγόρος

4η Συνεδρία

Οι περιουσιακές σχέσεις των συζύγων και
των καταχωρημένων συντρόφων στο πλαίσιο
του ενωσιακού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου
155

Χρυσαφώ Σπ. Τσούκα

Αναπλ. Καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ

Δικονομικά ζητήματα στην αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα 201

Φίλιππος Λάμπου

Πρωτοδίκης, ΔΝ, Μεταδιδάκτωρ Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ

Σύνοψη Πορισμάτων του 9ου Συνεδρίου
της Εταιρίας Οικογενειακού Δικαίου 221

Παναγιώτης Νικολόπουλος

Αναπλ. Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ


  1. 1* Διάγραμμα παρουσίασης

Σελ. 1

 

1η Συνεδρία

Προεδρεύων: Απόστολος Γεωργιάδης

Ακαδημαϊκός-Επίτιμος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ

Σελ. 3

Οι κοινές συμβάσεις των συζύγων με χρηματοπιστωτικά ιδρύματα μετά
τη διάσταση ή το διαζύγιο

Γεώργιος Λέκκας

Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ

Εισαγωγή: Η ένταξη των κοινών συμβάσεων συζύγων στο σύστημα της περιουσιακής αυτοτέλειας των συζύγων

Όπως είναι γνωστό, ο γάμος δεν μεταβάλλει κατ’ αρχήν την περιουσιακή κατάσταση των συζύγων. Η αρχή της διατήρησης της περιουσιακής αυτοτέλειας των συζύγων μετά τον γάμο αποτελεί βασική αρχή του ισχύοντος ελληνικού δικαίου. Κατά το σύστημα της περιουσιακής αυτοτέλειας η περιουσία καθενός από τους συζύγους, είτε προϋπάρχουσα του γάμου είτε αποκτώμενη κατά τη διάρκεια του γάμου, παραμένει ατομική περιουσία, ο δε γάμος δεν συνεπάγεται –κατ’ αρχήν– καμία περιουσιακή μεταβολή για τους συζύγους. Επίσης η περιουσιακή αυτοτέλεια συνεπάγεται την ατομική ευθύνη κάθε συζύγου απέναντι στους δανειστές του. Το σύστημα της περιουσιακής αυτοτέλειας ή του χωρισμού των περιουσιών των συζύγων αποτελεί το νόμιμο σύστημα που διέπει τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων μετά τον γάμο.

Εντούτοις, το σύστημα της περιουσιακής αυτοτέλειας δεν εμποδίζει τους συζύγους από το να γίνονται συγκύριοι κινητών ή ακινήτων (λ.χ. αυτοκινήτου, διαμερίσματος, εξοχικής οικίας) ή συνδικαιούχοι λοιπών δικαιωμάτων (λ.χ. καταθέσεων, επενδυτικών χαρτοφυλακίων) ή να αναλαμβάνουν από κοινού υποχρεώσεις. Τούτο μάλιστα είναι συνηθέστατο στην πράξη. Στις περιπτώσεις αυτές δημιουργείται μεταξύ των συζύγων έννομη σχέση διεπόμενη κατά περίπτωση από τις οικίες διατάξεις νόμου ή συμβάσεις.

Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται και οι «κοινές συμβάσεις» των συζύγων και η τύχη αυτών μετά τη διάσταση ή το διαζύγιο.

Σελ. 4

Λόγω της νομοθετικής παραπομπής του άρθρου 5 παρ. 2 του N 4356/2015, που ορίζει ότι στις μη προσωπικές σχέσεις των μερών μεταξύ τους εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τις σχέσεις των συζύγων από το γάμο, εκτός αν τα μέρη τις ρυθμίσουν διαφορετικά κατά τη σύναψη του συμφώνου με βάση τις αρχές της ισότητας και της αλληλεγγύης, η ανάλυση που ακολουθεί δεν διαφοροποιείται κατ’ αρχήν στο γάμο και στο ρυθμισμένο με τον N 4356/2015 σύμφωνο συμβίωσης με την επιφύλαξη τυχόν διαφορετικής συμφωνίας των συντρόφων.

Το αντικείμενο των «κοινών συμβάσεων» των συζύγων με χρηματοπιστωτικά ιδρύματα προσδιορίζεται από τον σκοπό και τις δραστηριότητες των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, τα οποία περιλαμβάνουν τα πιστωτικά ιδρύματα (N 4261/2014), που έχουν ως κύριες δραστηριότητες, μεταξύ άλλων, την αποδοχή καταθέσεων, την χορήγηση δανείων και πιστώσεων, την κατάρτιση επενδυτικών συναλλαγών για λογαριασμό πελατείας, τη διαχείριση χαρτοφυλακίων, και τις εταιρείες παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (N 4514/2018).

Μετά τη διάσταση ή το διαζύγιο πρέπει να διακρίνουμε τις συνέπειες των κοινών συμβάσεων των συζύγων/συντρόφων έναντι του αντισυμβαλλόμενου χρηματοπιστωτικού ιδρύματος (εξωτερική σχέση), που αναλύονται κατωτέρω υπό (Ι) από τις συνέπειες των κοινών συμβάσεων των συζύγων/συντρόφων έναντι αλλήλων (εσωτερική σχέση), που αναλύονται κατωτέρω υπό (ΙΙ).

Ι. Η τύχη των κοινών συμβάσεων των συζύγων/συντρόφων έναντι του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος (εξωτερική σχέση)

Οι συναλλαγές που καταρτίζουν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα διακρίνονται -σύμφωνα με ένα καθιερωμένο στη θεωρία κριτήριο- σε συναλλαγές παθητικού (πρόκειται για συναλλαγές που δημιουργούν υποχρεώσεις) και σε συναλλαγές ενεργητικού (πρόκειται για συναλλαγές από τις οποίες απορρέουν δικαιώματα). Το κριτήριο αυτό χρησιμοποιείται στην ανάλυση που ακολουθεί με πρόσωπα αναφοράς τους συζύγους, αντισυμβαλλόμενους του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος. Άρα, συναλλαγές παθητικού για τους σκοπούς της παρούσας είναι

Σελ. 5

οι συναλλαγές, από τις οποίες απορρέουν υποχρεώσεις για τους συζύγους ως αντισυμβαλλόμενους του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος (δάνεια, πιστώσεις, παροχή εγγυήσεως), και συναλλαγές ενεργητικού είναι οι συναλλαγές, από τις οποίες απορρέουν δικαιώματα για τους συζύγους ως αντισυμβαλλόμενους του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος (καταθέσεις, απόκτηση μετοχών κ.λπ. επενδυτικών μέσων, διαχείριση χαρτοφυλακίων).

Α. Οι κοινές συμβάσεις των συζύγων/συντρόφων στις συναλλαγές παθητικού (δάνεια, πιστώσεις, εγγυήσεις) των συζύγων/συντρόφων με χρηματοπιστωτικά ιδρύματα

Οι κοινές συμβάσεις των συζύγων/συντρόφων με χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, από τις οποίες απορρέουν υποχρεώσεις για τους συζύγους/συντρόφους (συναλλαγές παθητικού για τους ίδιους), είναι κατά κύριο λόγο οι συμβάσεις δανείων και πιστώσεων κάθε είδους (στεγαστικά δάνεια, καταναλωτικά δάνεια, έγκριση πιστωτικών ορίων σε πιστωτικές κάρτες ή παροχή εγγύησης από τον ένα σύζυγο ή σύντροφο προς το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα υπέρ του άλλου συζύγου/συντρόφου προς εξασφάλιση των προαναφερόμενων υποχρεώσεων του άλλου συζύγου ή ακόμα και δανειακών υποχρεώσεων που συνομολογεί ο άλλος σύζυγος στο πλαίσιο άσκησης της επιχειρηματικής του δραστηριότητας).

Κοινό γνώρισμα, από νομικής πλευράς, όλων των προαναφερόμενων συναλλαγών παθητικού για τους συζύγους/συντρόφους αποτελεί το γεγονός ότι, ενώ αυτοί συμβάλλονται ιδίω ονόματι και συνομολογούν ατομικώς στο πλαίσιο και της αρχής της περιουσιακής αυτοτέλειας τις εντεύθεν υποχρεώσεις, κατά πάγια συναλλακτική πρακτική οι συμβάσεις, από τις οποίες απορρέουν αυτές οι υποχρεώσεις, καθίστανται «κοινές» για τους συζύγους/συντρόφους λόγω συγκεκριμένων συμβατικών όρων που εντάσσονται σε αυτές και δεσμεύουν από κοινού και εις ολόκληρον τους συζύγους/συντρόφους.

1. Οι κοινές συμβάσεις ως πηγή παθητικών εις ολόκληρον
ενοχών των συζύγων/συντρόφων έναντι των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων

Οι δανειακές, πιστωτικές κ.λπ. αντίστοιχες συμβάσεις δημιουργούν χρηματικές ενοχές7, οι οποίες είναι, κατ’ αρχήν, διαιρετές ενοχές (ΑΚ 481) και δημιουργούν υποχρέωση σε κάθε οφειλέτη για τη μερίδα που του αναλογεί, εκτός αν υπάρχει διαφορετική συμφωνία μεταξύ οφειλετών και δανειστή.

Σελ. 6

Χαρακτηριστικό της διαιρετής ενοχής είναι ότι οι υποχρεώσεις των πολλών οφειλετών έχουν μεταξύ τους αυτοτέλεια.

Τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν ωστόσο να συμφωνήσουν - όπως συμβαίνει εδώ στην πράξη- ότι οι υποχρεώσεις των συζύγων από τις συμβάσεις δανείων, πιστώσεων κ.λπ. έναντι του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος πρέπει να εκπληρώνονται εις ολόκληρον από τους συζύγους/συντρόφους, οι οποίοι καθίστανται εις ολόκληρον οφειλέτες, δηλαδή καθένας από αυτούς οφείλει στο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ολόκληρη την παροχή (κεφάλαιο, τόκους, έξοδα, προμήθειες κ.λπ.), αλλά το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ως δανειστής μπορεί να ζητήσει την παροχή μόνο μία φορά.

Ο λόγος για τον οποίον επιλέγεται η εις ολόκληρον ενοχή των συζύγων/συντρόφων στις δανειακές, πιστωτικές κ.λπ. συναλλαγές παθητικού με χρηματοπιστωτικά ιδρύματα έγκειται στο ότι με τον τρόπο αυτόν ενισχύεται η θέση του δανειστή, αφού εξασφαλίζεται για το σύνολο των απαιτήσεών του από την αφερεγγυότητα του ενός οφειλέτη ή από τη δυσχέρεια δικαστικής επιδίωξης της απαίτησης εναντίον του μέσω της ευθύνης για την ίδια παροχή και του άλλου εις ολόκληρον οφειλέτη, του οποίου η περιουσία καθίσταται επίσης υπέγγυα για την εξόφληση του χρέους. Η ενίσχυση της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειστή μέσω συμβατικών όρων και λοιπών εξασφαλίσεων, εμπραγμάτων ή προσωπικών, αποτελεί άλλωστε και εποπτική υποχρέωση των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων στο πλαίσιο της διαχείρισης του πιστωτικού κινδύνου από δάνεια και πιστώσεις που χορηγούν.

Η συνομολόγηση της εις ολόκληρον ευθύνης εξυπηρετεί όμως και το συμφέρον του οφειλέτη, εδώ των συζύγων/συντρόφων, στους οποίους δίδεται έτσι ευκολότερα πρόσβαση σε χρηματοδότηση. Άλλωστε και η νομοθεσία για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά (N 3869/2010 [ΦΕΚ 130]) ορίζει ότι οι ρυθμίσεις χρεών γίνονται με βάση το οικογενειακό εισόδημα (άρθρα 4 § 1, 9 § 2). Τούτο αποτελεί ισχυρή ένδειξη ότι η φερεγγυότητα του ενός συζύγου/συντρόφου αξιολογείται, λαμβανομένων υπόψη και των οικονομικών δυνατοτήτων του άλλου συζύγου/συντρόφου.

Σελ. 7

Συνήθης στη συναλλακτική πρακτική συμβατικός όρος σε δάνεια και λοιπές πιστωτικές συμβάσεις για την εις ολόκληρον ευθύνη των συζύγων/συντρόφων δανειοληπτών προβλέπει ότι «οι οφειλέτες αναλαμβάνουν ανεπιφύλακτα έναντι της Τράπεζας την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική κατά κεφάλαιο, τόκους, εισφορά Ν 128/75, προμήθειες, έξοδα κ.λπ. εξόφληση κάθε απαίτησής της από το Δάνειο και εν γένει την εκπλήρωση όλων ανεξαιρέτως των υποχρεώσεων που αναλαμβάνονται με την παρούσα ενεχόμενοι εις ολόκληρον έναντι της Τράπεζας».

Ειδική περίπτωση εις ολόκληρον ευθύνης ιδρύεται συμβατικά στις περιπτώσεις ανάληψης εγγυητικής ευθύνης από τον ένα σύζυγο/σύντροφο υπέρ του άλλου συζύγου/συντρόφου προς εξασφάλιση δανειακής υποχρέωσή έναντι χρηματοπιστωτικού ιδρύματος. Όπως είναι γνωστό, η ευθύνη του εγγυητή έναντι του δανειστή για την εξόφληση του χρέους είναι παρεπόμενη (δηλαδή προϋποθέτει τη γέννηση, το κύρος και την έκταση της κύριας οφειλής υπό την έννοια ότι ο εγγυητής ευθύνεται, εφόσον ευθύνεται και ο πρωτοφειλέτης) και επικουρική [δηλαδή ο εγγυητής δικαιούται να αρνηθεί την ικανοποίηση του δανειστή, εφόσον ο τελευταίος δεν έχει επιχειρήσει να ικανοποιηθεί πρώτα από τον οφειλέτη μέσω αναγκαστικής εκτέλεσης εναντίον του που απέβη άκαρπη (ένσταση διζήσεως)]. Γίνεται δεκτό ότι η επικουρικότητα της εγγυήσεως ανταποκρίνεται στην εξασφαλιστική λειτουργία αυτής, η οποία δεν αποσκοπεί στην δημιουργία ενός ακόμα πρωτοφειλέτη της ασφαλιζόμενης απαίτησης.

Ωστόσο ο επικουρικός χαρακτήρας της εγγύησης δεν αποτελεί αναγκαίο γνώρισμα της σύμβασης εγγυήσεως.

Συνήθης στη συναλλακτική πρακτική συμβατικός όρος σε συμβάσεις εγγυήσεως, με τον οποίον συνομολογείται αφενός η παραίτηση του εγγυητή συζύγου/συντρόφου από ενστάσεις και δικαιώματα κατά τον ΑΚ και αφετέρου η εις ολόκληρον ευθύνη των συζύγων/συντρόφων δανειοληπτών, προβλέπει ότι «ο Εγγυητής δηλώνει ότι εγγυάται ανεπιφύλακτα προς την Τράπεζα την εμπρόθεσμη και ολοκληρωτική κατά κεφάλαιο, τόκους, εισφορά Ν. 128/75, προμήθειες, έξοδα κ.λπ. εξόφληση κάθε απαίτησής της από το Δάνειο και εν γένει την εκπλήρωση από τον Οφειλέτη όλων ανεξαιρέτως των υποχρεώσεων που αναλαμβάνονται με την παρούσα και ενέχεται εις ολόκληρον μαζί με τον Οφειλέτη ως αυτοφειλέτης, παραιτούμενος ανεπιφύλακτα από το δικαίωμα διζήσεως, καθώς και από τα δικαιώματα που απορρέουν από τα άρθρα 852, 853, 854, 858, 862,

Σελ. 8

863, 866, 867, 868 του Αστικού Κώδικα. Ο Εγγυητής ευθύνεται ανεξάρτητα από το νομότυπο της υποχρέωσης που ανέλαβε ο Οφειλέτης».

Παρόμοιοι όροι παραιτήσεως από την ένσταση διζήσεως -και από άλλες ενστάσεις που έχει ο εγγυητής κατά του δανειστή- περιλαμβάνονται κατά πάγια συναλλακτική πρακτική σε συμβάσεις εγγυήσεως που παρέχεται από τον ένα σύζυγο/σύντροφο υπέρ του άλλου συζύγου/συντρόφου προς χρηματοπιστωτικό ίδρυμα. Οι όροι αυτοί δεν κρίνονται ως per se καταχρηστικοί από τη νομολογία, η οποία δέχεται ως μόνο όριο για τη νόμιμη άσκηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτούς την μη αντίθεσή της στην ΑΚ 281.

2. Εξόφληση και άλλα γεγονότα που ενεργούν αντικειμενικά

Ενόψει των προαναφερομένων συμβατικών όρων που εισάγουν την εις ολόκληρον ευθύνη των συζύγων/συντρόφων στις συναλλαγές παθητικού με χρηματοπιστωτικά ιδρύματα η διάσταση ή το διαζύγιο καθαυτά δεν επηρεάζουν την τύχη των σχετικών συμβάσεων έναντι του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος (εξωτερική σχέση).

Είναι πάντως άλλο το ζήτημα, εάν ως συνέπεια της διάστασης ή του διαζυγίου, παραβιάζονται συμβατικές υποχρεώσεις των συζύγων/συντρόφων από τις συμβάσεις αυτές ή αν επιδεινώνονται οι οικονομικές τους δυνατότητες με αποτέλεσμα την αφερεγγυότητά και των δύο ή ενός από τους συζύγους/συντρόφους, οπότε το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα μπορεί να έχει συμβατικό δικαίωμα καταγγελίας της δανειακής σύμβασης και αναγκαστικής ικανοποίησης των απαιτήσεών του από αυτήν.

Όπως είναι γνωστό, γεγονότα που μπορούν να συμβούν στο πρόσωπο του ενός οφειλέτη και έχουν επίπτωση και στους λοιπούς εις ολόκληρον ενεχόμενους αποτελούν γεγονότα που ενεργούν αντικειμενικά στην παθητική εις ολόκληρον ενοχή. Τέτοια γεγονότα είναι κυρίως η εξόφληση του δανείου ή της πίστωσης από τον ένα σύζυγο και λοιποί αποσβεστικοί λόγοι της ενοχής από το δάνειο ή την πίστωση, όπως λ.χ. η δόση ή η υπόσχεση αντί καταβολής, η δημόσια κατάθεση, η ανανέωση, ο συμψηφισμός ανταπαίτησης του προτείνοντος τον συμψηφισμό, όχι όμως ανταπαίτησης του άλλου συζύγου/συντρόφου (ΑΚ 483 § 2). Το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα μπορεί να αξιώσει την

Σελ. 9

εξόφληση κατά την προτίμησή του από οποιονδήποτε από τους εις ολόκληρον ενεχόμενους συζύγους/συντρόφους (ΑΚ 482 εδ. 2).

Η καταβολή από αυτόν συνεπάγεται την ισόποση απόσβεση των υποχρεώσεων από το δάνειο ή την πίστωση και για τον άλλο σύζυγο, ο οποίος ελευθερώνεται από την υποχρέωση έναντι του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος (εξωτερική σχέση), συνεπάγεται όμως και περιουσιακή μετακίνηση από την περιουσία του συζύγου/συντρόφου που εξόφλησε προς τον άλλο σύζυγο/σύντροφο, η οποία αφορά στην εσωτερική μεταξύ τους σχέση και παρέχει στον σύζυγο/σύντροφο που κατέβαλε δικαίωμα αναγωγής (ΑΚ 487).

Στις σχέσεις μεταξύ συζύγων/συντρόφων το καταβληθέν χρέος από τα δάνεια ή τις πιστώσεις επιμερίζεται. Ο επιμερισμός αυτός γίνεται με βάση την έννομη σχέση που συνδέει τους συζύγους/συντρόφους, η οποία ρυθμίζει τις περιουσιακές σχέσεις των συζύγων/συντρόφων στο πλαίσιο του συστήματος της περιουσιακής αυτοτέλειας. Η καταβολή από τον ένα σύζυγο/σύντροφο αποτελεί συμβολή στην περιουσιακή αύξηση του άλλου συζύγου/συντρόφου που ελευθερώνεται από το χρέος. Εκτός και αν υπάρχει συμβατική σχέση μεταξύ των συζύγων/συντρόφων που να διέπει την μεταξύ τους εσωτερική σχέση, οι ρυθμίσεις για την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα (ΑΚ 1400 επ.) εφαρμόζονται εν προκειμένω. Οι ρυθμίσεις αυτές συμβάλλουν στην αποκατάσταση της δικαιοσύνης υπέρ του συζύγου/συντρόφου, ο οποίος συνέβαλε μέσω της εξόφλησης (ή εν γένει απόσβεσης) της οφειλής από το δάνειο ή την πίστωση στην αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου/συντρόφου και (με την επιφύλαξη τυχόν άλλης συμβατικής πρόβλεψης στις μεταξύ τους σχέσεις, λ.χ. εταιρείας [ΑΚ 741], εντολής [ΑΚ 713], υπόσχεσης ελευθέρωσης [ΑΚ 478]) διέπουν την μεταξύ των συζύγων/συντρόφων αναγωγική ευθύνη.

Β. Οι κοινές συμβάσεις των συζύγων/συντρόφων στις συναλλαγές ενεργητικού (καταθέσεις, επενδύσεις, διαχείριση χαρτοφυλακίου) των συζύγων/συντρόφων με χρηματοπιστωτικά ιδρύματα

Οι κοινές συμβάσεις των συζύγων/συντρόφων με χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, από τις οποίες απορρέουν απαιτήσεις για τους συζύγους/συντρόφους (συναλλαγές ενεργητικού για τους ίδιους), είναι κατά κύριο λόγο οι κάθε είδους τραπεζικές καταθέσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται οι καταθέσεις μετρητών,

Σελ. 10

αλλά και οι καταθέσεις άλλων αντικαταστατών πραγμάτων όπως λ.χ. μετοχών, μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, ομολόγων και εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου, ομολογιών και άλλων επενδυτικών μέσων, οι οποίες μπορεί να γίνονται και στο πλαίσιο παροχής από το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα της επενδυτικής υπηρεσίας διαχείρισης χαρτοφυλακίου.

Κοινό γνώρισμα, από νομικής πλευράς, όλων των προαναφερόμενων συναλλαγών ενεργητικού για τους συζύγους/συντρόφους αποτελεί το γεγονός ότι οι προαναφερόμενες καταθέσεις και οι συμβάσεις, από τις οποίες απορρέουν οι σχετικές με αυτές αξιώσεις των συζύγων/συντρόφων καθίστανται στην πράξη «κοινές» για τους συζύγους/συντρόφους, καθόσον διέπονται από τις διατάξεις του N 5638/1932 «περί καταθέσεως εις κοινόν λογαριασμόν» (ΦΕΚ 307), δημιουργώντας με αυτόν τον τρόπο μεταξύ των συνδικαιούχων συζύγων/συντρόφων ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή.

1. Οι κοινές συμβάσεις ως πηγή ενεργητικών εις ολόκληρον
ενοχών των συζύγων/συντρόφων έναντι των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων

Η κατάθεση σε κοινό λογαριασμό, η οποία διέπεται από τον N 5638/1932, αποτελεί ειδική περίπτωση ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής. Στο άρθρο 1 § 1 του N 5638/1932 ως κοινός λογαριασμός δύο ή περισσότερων δικαιούχων νοείται αυτός που περιέχει τον συμβατικό όρο ότι κάθε δικαιούχος μπορεί να κινεί τον λογαριασμό μόνος του, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών συνδικαιούχων. Στο άρθρο 2 του N 5638/1932 ορίζεται ότι στις καταθέσεις σε κοινό λογαριασμό μπορεί να τεθεί συμβατικός όρος, ο οποίος να προβλέπει ότι σε περίπτωση θανάτου ενός συνδικαιούχου η κατάθεση περιέρχεται αυτοδικαίως στους λοιπούς επιζόντες συνδικαιούχους μέχρι του τελευταίου τούτων, εξαιρούμενης της κληρονομικής διαδοχής και του φόρου κληρονομίας.

Με νεότερες νομοθετικές ρυθμίσεις οι διατάξεις του N 5638/1932 και τα προνόμια για τους συνδικαιούχους, κυρίως κληρονομικής και φορολογικής φύ-

Σελ. 11

σης, επεκτάθηκαν στα μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων [άρθρο 19 παρ. 4 του Ν 1969/1991 (ΦΕΚ Α΄ 167), άρθρο 28 του Ν 3556/2007 (ΦΕΚ Α΄ 91)], στους άυλους τίτλους του Ελληνικού Δημοσίου που τηρούνται σε λογιστική μορφή στο Σύστημα Ηλεκτρονικής Διαπραγμάτευσης Άυλων Τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου (ΗΔΑΤ) [άρθρο 12 παρ. 1 του Ν 2198/1994 (ΦΕΚ Α΄ 43)], στα μερίδια αμοιβαίου κεφαλαίου επιχειρηματικών απαιτήσεων [παρ. 7 άρθρ. 7 του Ν 2992/2002 (ΦΕΚ Α΄ 54)], στις άυλες κινητές αξίες (μετοχές, ομολογίες) που είναι καταχωρισμένες στο Σύστημα Άυλων Τίτλων (ΣΤΑ) και αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στο Χρηματιστήριο Αθηνών (ΧΑ) [παρ. 8 άρθρ. 31 του Ν 3461/2006 (ΦΕΚ Α΄ 106)], στα μερίδια Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων [άρθρο 46 παρ. 6 του Ν 4706/2020 (ΦΕΚ Α΄ 136)], τέλος δε και σε κάθε είδους χρηματοπιστωτικά μέσα (μετοχές, ομολογίες μερίδια ΟΣΕΚΑ κ.λπ.) που έχουν εκδοθεί στην αλλοδαπή και έχουν καταχωριστεί σε λογαριασμό που τηρείται σε πιστωτικό ίδρυμα ή εταιρεία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΑΕΠΕΥ) με έδρα ή εγκατάσταση στην Ελλάδα, εφόσον υπάρχει σχετική συμφωνία με τους πελάτες [άρθρο 95Α του Ν 4514/2018 (ΦΕΚ Α΄ 14) που προστέθηκε με το άρθρο 75 παρ. 2 του Ν 4706/2020 (ΦΕΚ Α΄ 136)]. Πρακτικά δηλαδή οι διατάξεις για την κατάθεση σε κοινό λογαριασμό του N 5638/1932 εφαρμόζονται σήμερα σε όλες τις επενδύσεις που τηρούνται σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα στην Ελλάδα.

Εφόσον με τον κοινό λογαριασμό ιδρύεται ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, εφαρμόζονται, κατ’ αρχήν συμπληρωματικά προς τις διατάξεις του N 5638/1932, οι ΑΚ 489 επ., στον βαθμό που ο N 5638/1932 δεν εισάγει αποκλίσεις από τις διατάξεις του ΑΚ για την ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή. Συνεπώς στην κατάθεση σε κοινό λογαριασμό καθένας από τους συζύγους έχει το δικαίωμα να απαιτήσει ολόκληρη την κατάθεση (μετρητά, μετοχές και λοιπές επενδύσεις), το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα όμως έχει την υποχρέωση να την καταβάλει μία φορά. Στο σημείο αυτό ο N 5638/1932 εισάγει εξαίρεση από την ΑΚ 490, που παρέχει δικαίωμα στον οφειλέτη να καταβάλει σε οποιονδήποτε από τους δανειστές, καθόσον προβλέπεται ότι το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα οφείλει να καταβάλει το αντικείμενο της κατάθεσης σε εκείνον από τους συνδικαιούχους του κοινού λογαριασμού που τη ζήτησε πρώτος .

Σελ. 12

2. Καταβολή και άλλα γεγονότα που ενεργούν αντικειμενικά

Αντίστοιχα προς τα δάνεια και τις πιστώσεις προς του συζύγους/συντρόφους, η διάσταση ή το διαζύγιο καθαυτά δεν επηρεάζουν την τύχη των κοινών συμβάσεων των συζύγων/συντρόφων στις συναλλαγές ενεργητικού (καταθέσεις, επενδύσεις, διαχείριση χαρτοφυλακίου) των συζύγων/συντρόφων με χρηματοπιστωτικά ιδρύματα (εξωτερική σχέση).

Εντούτοις, η καταβολή από το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα σε έναν από τους συζύγους/συντρόφους, συνδικαιούχο του κοινού λογαριασμού, και οι λοιποί αποσβεστικοί λόγοι της ενοχής (η δόση ή υπόσχεση αντί καταβολής, η δημόσια κατάθεση, η ανανέωση ο συμψηφισμός και η σύγχυση) επιφέρουν απόσβεση της απαίτησης από τον κοινό λογαριασμό και ως προς τον άλλο σύζυγο/σύντροφο (ΑΚ 491). Η εκχώρηση ή ενεχύραση του κοινού λογαριασμού από τον έναν σύζυγο/σύντροφο πάντως, που δεν αναφέρονται στην ΑΚ 491, ανήκουν στα γεγονότα που ενεργούν υποκειμενικά και δεν δεσμεύουν τον άλλο σύζυγο/σύντροφο, συνδικαιούχο του κοινού λογαριασμού.

Σε περίπτωση καταβολής από το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα της κατάθεσης, εν όλω ή εν μέρει, σε έναν από τους συνδικαιούχος, σύζυγο/σύντροφο, ο άλλος σύζυγος/σύντροφος έχει έναντι του συζύγου/συντρόφου που εισέπραξε αναγωγικό δικαίωμα για το μερίδιο από τα εισπραχθέντα που του αναλογεί με βάση την εσωτερική σχέση (ΑΚ 493). Η εσωτερική σχέση μπορεί να είναι δωρεά μεταξύ των συζύγων, διαχείριση κατ’ ΑΚ 1399, εντολή κ.ο.κ.

Αν τα ποσά που τροφοδοτούν τον κοινό λογαριασμό προέρχονται από τον έναν σύζυγο/σύντροφο και τα εισέπραξε ο άλλος σύζυγος/σύντροφος, ακόμα και αν υπάρχει πρόθεση δωρεάς προς τον άλλο σύζυγο/σύντροφο, σύζυγο/σύντροφο, ανοίγει ο δρόμος μετά την τριετή διάσταση ή το διαζύγιο για την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, καθόσον η περιουσία του άλλου συζύγου/

Σελ. 13

συντρόφου, που εισέπραξε, προσαυξάνει με την -κατ’ αρχήν- συμβολή του συζύγου/συντρόφου που τροφοδοτεί τον κοινό λογαριασμό.

Δεν αποκλείεται πάντως να υπάρχει άλλη αιτία που να διέπει την εσωτερική σχέση των συζύγων/συντρόφων (όπως λ.χ. εταιρεία, εξόφληση δανείου του ενός συζύγου/συντρόφου προς τον άλλο κ.ο.κ.).

Αν και οι δύο σύζυγοι/σύντροφοι τροφοδοτούν τον κοινό λογαριασμό και δεν μπορεί να αποδειχθεί από αυτόν που φέρει το βάρος της αποδείξεως ποια ποσά κατέβαλε καθένας από τους συζύγους/συντρόφους, τότε δεν εφαρμόζεται στις μεταξύ τους σχέσεις η ΑΚ 493 και συνεπώς ο ένας σύζυγος/σύντροφος έχει έναντι του άλλου, που εισέπραξε την κατάθεση, αναγωγικό δικαίωμα για το 1/3 των εισπραχθέντων κατά τις διατάξεις για την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα (βλ. κατωτέρω υπό IIA1).

Συνεστώτος του γάμου πάντως η εσωτερική σχέση των συζύγων, που διέπει την κατάθεση σε κοινό λογαριασμό, είναι κατ’ αρχήν η κοινή συμβολή για τις οικογενειακές ανάγκες (ΑΚ 1389), εκτός αν υπάρχει μεταξύ τους άλλη εσωτερική σχέση που να αφορά τη συγκεκριμένη κατάθεση (λ.χ. εντολή, εταιρεία κ.ο.κ.). Μετά το διαζύγιο ή την τριετή διάσταση την εσωτερική σχέση των συζύγων διέπουν οι διατάξεις για την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, ακόμα και πριν από την απόσβεση της αξίωσης από την κατάθεση (εξωτερική σχέση) με την είσπραξη αυτής από κάποιον από τους συνδικαιούχους συζύγους/συντρόφους (βλ. και κατωτέρω υπό ΙΙΒ2). Η φύση της εσωτερικής σχέσης των συνδικαιούχων έναντι αλλήλων δεν μεταβάλλεται, ανεξαρτήτως αν η εξωτερική σχέση έχει αποσβεστεί με την ανάληψη της κατάθεσης.

Σελ. 14

ΙΙ. Η τύχη των κοινών συμβάσεων των συζύγων/συντρόφων έναντι αλλήλων μετά τη διάσταση ή το διαζύγιο (εσωτερική σχέση)

Στην ανάλυση που προηγήθηκε έγινε προσπάθεια να καταδειχθεί ότι μετά τη διάσταση η το διαζύγιο, ενώ δεν επηρεάζεται η τύχη των κοινών συμβάσεων των συζύγων/συντρόφων με χρηματοπιστωτικά ιδρύματα έναντι αυτών (εξωτερική σχέση), επηρεάζεται εντούτοις η εσωτερική σχέση των συζύγων έναντι αλλήλων, καθόσον το δικαίωμα αναγωγής, με την επιφύλαξη της ύπαρξης κάποιας συμβατικής σχέσης (λ.χ. εντολή, διαχείριση κατ’ ΑΚ 1399, εταιρεία κ.ο.κ.), διέπεται από την εκ του νόμου αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα.

Τούτο συμβαίνει διότι, αφενός, η λειτουργία των προαναφερόμενων κοινών συμβάσεων συνεστώτος του γάμου ή του συμφώνου συμβίωσης συνεπάγεται περιουσιακές μεταβολές (αύξηση ή μείωση) της περιουσίας καθενός από τους συζύγους/συντρόφους και, αφετέρου, διότι η συνομολόγηση αυτή καθαυτή, αλλά κυρίως η λειτουργία των κοινών συμβάσεων συνεστώτος του γάμου ή του συμφώνου συμβίωσης ενδέχεται να αποτελεί συμβολή του ενός συζύγου/συντρόφου στην επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου/συντρόφου.

Α. Ο (συμ)προσδιορισμός των αποκτημάτων από τις κοινές συμβάσεις των συζύγων/συντρόφων με χρηματοπιστωτικά ιδρύματα

Οι κοινές συμβάσεις των συζύγων/συντρόφων με χρηματοπιστωτικά ιδρύματα προσδιορίζουν τα αποκτήματα των συζύγων/συντρόφων συνεστώτος του γάμου ή του συμφώνου συμβίωσης, καθόσον μέσω των συμβάσεων αυτών χρηματοδοτείται η απόκτηση ακινήτων (ιδίως πρώτης κατοικίας, εξοχικής κατοικίας), καταναλωτικών αγαθών (ιδίως οικιακού εξοπλισμού, αυτοκινήτου), χρηματοδοτείται η επαγγελματική/επιχειρηματική δραστηριότητα των συζύγων/συντρόφων ή του ενός από αυτούς, εξοικονομείται επίσης εισόδημα από άλλες πηγές για την κάλυψη οικογενειακών αναγκών (λ.χ. χρηματοδότηση εκπαίδευσης των κοινών τέκνων, των σχολικών και εξωσχολικών δραστηριοτήτων τους, ψυχαγωγίας κ.ο.κ.). Τούτο επιτυγχάνεται μέσω συναλλαγών παθητικού (στεγαστικών, επιχειρηματικών δανείων ή πιστώσεων, καταναλωτικών δανείων, πιστωτικών καρτών), αλλά και μέσω συναλλαγών ενεργητικού (ανάληψη αποταμιεύσεως από καταθετικούς λογαριασμούς, ανάληψη και εκποίηση μετοχών και άλλων επενδυτικών μέσω από λογαριασμούς επενδύσεων, ανάληψη προσόδων από τη διαχείριση επενδυτικών χαρτοφυλακίων).

Σελ. 15

1. Η αύξηση της περιουσίας

Η αύξηση της περιουσίας στην αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα συντελείται μέσω αύξησης του ενεργητικού (λ.χ. απόκτηση περιουσιακού στοιχείου από τον υπόχρεο), μείωσης του παθητικού (λ.χ. εξόφληση δανειακής υποχρέωσης του υπόχρεου), αποτροπής μείωσης του ενεργητικού (λ.χ. κάλυψη έκτακτης ανάγκης με δανεισμό/εγγύηση αντί εκποίησης περιουσιακού στοιχείου του υπόχρεου), αποτροπής αύξηση του παθητικού (λ.χ. κάλυψη έκτακτης ανάγκης με εκποίηση περιουσιακού στοιχείου αντί για συνομολόγηση δανεισμού από τον υπόχρεο), ή εξοικονόμησης δαπάνης. Εφόσον η αύξηση κατά τα προαναφερόμενα συντελεστεί με τη συμβολή του δικαιούχου, αυτός έχει αξίωση στα αποκτήματα ισόποση της συμβολής του στην αύξηση (πραγματικός υπολογισμός της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα), άλλως τεκμαίρεται μαχητά ότι η συμβολή του δικαιούχου ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης (τεκμαρτός υπολογισμός της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα).

Η νομολογία δέχεται παγίως ότι, όταν ο ενάγων δεν περιορίζεται στο μαχητό τεκμήριο του άρθρου 1400 παρ. 1 εδ. β’ ΑΚ, αλλά θεμελιώνει την αγωγή του στον πραγματικό υπολογισμό και επικαλείται συμβολή στην αύξηση της περιουσίας του εναγόμενου συζύγου του με παροχές, οι οποίες συνιστούν ιδιαίτερους τρόπους εκπλήρωσης της υποχρέωσής του για συνεισφορά στην αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, τότε για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής του πρέπει, μεταξύ άλλων, να καθορίζει τη δαπάνη που απαιτήθηκε για την πραγματοποίηση της περιουσιακής αύξησης του εναγόμενου και να αποτιμά τις παροχές του προς τον εναγόμενο καθ’ όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο έγιναν.

Συνεπώς πρέπει να αναφέρεται στην αγωγή αν η αύξηση συντελέστηκε με δάνειο, το οποίο συνομολόγησε ή εγγυήθηκε και εξόφλησε ο ενάγων, ή αν συντελέστηκε με ανάληψη χρημάτων ή εκποίηση επενδύσεων του ενάγοντος κατατεθειμένων σε κοινό λογαριασμό με τον εναγόμενο ή αν με δάνειο το οποίο συνομολόγησε ή εγγυήθηκε και εξόφλησε ο ενάγων ή με ανάληψη χρημάτων ή εκποίηση επενδύσεων του ενάγοντος κατατεθειμένων σε κοινό λογαριασμό με τον εναγόμενο αποπληρώθηκαν δανειακές ή άλλες υποχρεώσεις του εναγομένου.

Η νομολογία δέχεται επίσης ότι εάν ως συμβολή προβάλλεται η διάθεση κεφαλαίου (λ.χ. εξόφληση δανειακής υποχρέωσης από τον ενάγοντα ή εκποίη-

Σελ. 16

ση επενδύσεων του ενάγοντα), δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής και το πώς αποκτήθηκε το κεφάλαιο αυτό, αλλά τούτο θα εκτιμηθεί ως στοιχείο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού είναι προφανές ότι εάν αποδειχθεί ότι καμία πηγή εισοδημάτων και γενικά απόκτησης κεφαλαίου δεν είχε εκείνος που αξιώνει συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου συζύγου, δεν μπορεί να εξαχθεί αποδεικτικό πόρισμα ότι αυτός διέθεσε κεφάλαιο για την αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου. Στην περίπτωση αυτή, καθώς επίσης και αν δεν αποδειχθεί συγκεκριμένη συμβολή, η αναγωγική αξίωση των συζύγων/συντρόφων θα διαμορφωθεί, όχι με βάση τον κανόνα των ΑΚ 487 ή ΑΚ 493 (εν αμφιβολία κατά ίσα μέρη), αλλά σύμφωνα με την ΑΚ 1400 παρ. 1 εδ. β’ ΑΚ, δηλαδή ο δικαιούχος θα μπορεί να αξιώσει το 1/3 της συνολικής αύξησης της περιουσίας του υποχρέου συνυπολογιζόμενης της διάθεσης κεφαλαίου από κοινές δανειακές ή επενδυτικές συμβάσεις (επιχ. «εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση»).

Διαφορετική αντιμετώπιση προσήκει και ως προς τις δωρεές και λοιπές χαριστικές επιδόσεις μεταξύ συζύγων/συντρόφων, οι οποίες – ενώ αποκλείουν τις αναγωγικές αξιώσεις μεταξύ εις ολόκληρον οφειλετών ή δανειστών – κατά την κρατούσα στη θεωρία και στη νομολογία άποψη συμπεριλαμβάνονται στα αποκτήματα, όπως και οι δωρεές που γίνονται στον ένα σύζυγο από στενούς συγγενείς του άλλου συζύγου, και μάλιστα ακόμα και αν έγιναν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας. Συνεπώς, η περιουσιακή αύξηση μπορεί να αναζητηθεί, ακόμα και εάν ως συμβολή προβάλλεται η διάθεση κεφαλαίου (λ.χ. εξόφληση δανειακής υποχρέωσης ή εκποίηση επένδυσης) λόγω δωρεάς προς τον άλλο σύζυγο.

Αν πάντως στις περιπτώσεις αυτές ο ενάγων περιορίζεται στο μαχητό τεκμήριο του άρθρου 1400 παρ. 1 εδ. β’ ΑΚ, αρκεί να επικαλεστεί και να αποδείξει την περιουσιακή αύξηση του εναγομένου χωρίς να απαιτείται να επικαλεστεί και να αποδείξει τη συμβολή του και το ύψος αυτής με τη μορφή διάθεσης κεφαλαίου (λ.χ. εξόφληση δανειακής υποχρέωσης ή εκποίηση επένδυσης).

Σελ. 17

2. Η αφαίρεση του παθητικού (ανεξόφλητων δανείων, χρεών κ.λπ.) από τα αποκτήματα

Γίνεται παγίως δεκτό από τη νομολογία ότι ο εναγόμενος μπορεί κατ’ ένσταση να ζητήσει, προκειμένου να εξευρεθεί η τελική καθαρή αύξηση της περιουσίας του, την αφαίρεση του παθητικού αυτής (χρεών, ανεξόφλητων δανείων κ.λπ.) κατά τον χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής.

Συνεπώς, εφόσον υπάρχουν ανεξόφλητες εις ολόκληρον δανειακές υποχρεώσεις των πρώην συζύγων/συντρόφων κατά τον χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής, αυτές δεν πρέπει να υπολογίζονται στην αύξηση του εναγόμενου εάν προβληθεί κατ’ ένσταση σχετικός ισχυρισμός.

Β. Η συμβολή του δικαιούχου συζύγου/συντρόφου στα αποκτήματα από τις κοινές συμβάσεις των συζύγων με χρηματοπιστωτικά ιδρύματα

Η συμβολή του δικαιούχου στα αποκτήματα (και συνακόλουθα η σχετική αξίωσή του) δεν είναι κατά νομική αναγκαιότητα ισόποση προς την δανειακή/εγγυητική υποχρέωση που εξοφλεί ούτε προς την αξία της κατάθεσης ή των επενδύσεών του που ρευστοποιούνται, αλλά υπολογίζεται αφού ληφθεί υπόψη η υποχρέωση του δικαιούχου να συνεισφέρει συνεστώτος του γάμου ή του συμφώνου συμβίωσης ανάλογα με τις δυνάμεις του από κοινού με τον άλλο σύζυγο/σύντροφο για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών (ΑΚ 1389). Η υποχρέωση αυτή προσδιορίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής (ΑΚ 1390), οι οποίες διαμορφώνονται συνεστώτος του γάμου ή του συμφώνου με από κοινού αποφάσεις (συναποφάσεις) των συζύγων/συντρόφων (ΑΚ 1387).

Σελ. 18

1. Ο ρόλος της (συν)απόφασης των συζύγων/συντρόφων και της υποχρέωσης συμβολής τους στις οικογενειακές ανάγκες ως καθοριστικός παράγων διαμόρφωσης της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα από τις κοινές συμβάσεις των συζύγων/συντρόφων με χρηματοπιστωτικά ιδρύματα

Το αν η οικογένεια θα αποκτήσει ιδιόκτητη οικογενειακή στέγη ή θα συνεχίσει να κατοικεί σε μίσθιο ακίνητο, αν θα αποκτήσει αυτοκίνητο, στο όνομα τίνος από τους συζύγους θα αποκτηθεί το περιουσιακό στοιχείο, αν τα κοινά τέκνα των συζύγων θα φοιτήσουν σε δημόσιο ή ιδιωτικό σχολείο, οι σχολικές και εξωσχολικές δραστηριότητες των κοινών τέκνων, η ψυχαγωγία, αποτελούν μερικά μόνο παραδείγματα θεμάτων του συζυγικού/συντροφικού βίου που αποτελούν αντικείμενο συναπόφασης των συζύγων/συντρόφων και διαμορφώνουν τις συνθήκες τις οικογενειακής ζωής, με βάση τις οποίες προσδιορίζεται το μέτρο της υποχρέωσης καθενός από τους συζύγους/συντρόφους στην από κοινού και ανάλογα με τις δυνάμεις του αντιμετώπιση των οικονομικών αναγκών που προκύπτουν από αυτές τις συνθήκες οικογενειακής ζωής.

Η συνεισφορά στις οικογενειακές ανάγκες (ΑΚ 1389 εδ. β’) γίνεται και από τα εισοδήματα και την περιουσία καθενός από τους συζύγους/συντρόφους (άρα και με την ρευστοποίηση καταθέσεων και λοιπών επενδύσεων, με την συνομολόγηση και εξόφληση δανειακών και άλλων υποχρεώσεων κ.ο.κ.). Γενικότερα περιουσιακή (υλική) συμβολή ιδίως υπάρχει όταν είτε μειώνεται το ενεργητικό της περιουσίας του δικαιούχου συζύγου είτε αυξάνεται το παθητικό της είτε εμποδίζεται η αύξηση του ενεργητικού της περιουσίας του δικαιούχου ή η μείωση του παθητικού της.

Γίνεται παγίως δεκτό από τη νομολογία ότι μόνο η πέραν από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του ενός συζύγου προς τον άλλο σύζυγο (που απορρέουν από τον νόμο ή από σύμβαση) συμβολή λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα.

Συνεπώς, όταν ο ενάγων σύζυγος επικαλείται συμβολή στην αύξηση της περιουσίας του εναγόμενου συζύγου με παροχές, οι οποίες συνιστούν ειδικότερους τρόπους εκπλήρωσης της υποχρέωσής του για συνεισφορά στην αντιμε-

Σελ. 19

τώπιση των αναγκών της οικογένειας, όπως μεταξύ άλλων είναι και η παροχή χρημάτων προερχομένων από την ρευστοποίηση καταθέσεων ή άλλων επενδύσεων, η παροχή χρημάτων για την εξόφληση δανειακών ή άλλων υποχρεώσεων του εναγόμενου, για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής του, με την οποία ζητά από τον εναγόμενο να του αποδώσει τη συμβολή του στην αύξηση της περιουσίας του, δεν αρκεί μόνον η εις χρήμα αποτίμηση των παροχών αυτών, αλλά πρέπει να καθορίσει στο δικόγραφο της αγωγής και το ποσό το οποίο όφειλε, με βάση τις δυνάμεις του, να συνεισφέρει στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, αφού οι παραπάνω παροχές μόνον κατά το μέρος που υπερβαίνουν το ποσό της οφειλόμενης συνεισφοράς συνιστούν συμβολή στην περιουσιακή επαύξηση του άλλου συζύγου και παρέχουν δικαίωμα απόδοσης και όχι στο σύνολο τους. Αμφισβητείται πάντως αν τα παραπάνω ισχύουν μόνον όταν η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα έχει ως βάση την πραγματική συμβολή του δικαιούχου συζύγου, στην αύξηση της περιουσίας του άλλου. Εντούτοις, γίνεται δεκτό ότι όταν γίνεται η επίκληση διάθεσης συγκεκριμένου χρηματικού ποσού, κατά το οποίο αυξάνεται η περιουσία του υπόχρεου συζύγου, για το ορισμένο της αγωγής δεν απαιτείται ο προσδιορισμός της υποχρέωσης συνεισφοράς στις οικογενειακές ανάγκες του δικαιούχου, αφού η διάθεση αυτή δεν εμπίπτει στο πραγματικό των ΑΚ 1389, ΑΚ 1390.

2. Η προστασία της αξίωσης

Κατά την άποψη της θεωρίας που θεωρώ ορθότερη «από τη στιγμή που διαμορφώνεται η έννομη σχέση του γάμου, ή, έστω, από τη στιγμή που επέρχεται περιουσιακή επαύξηση, υπάρχει δικαίωμα προσδοκίας [συμμετοχής στα αποκτήματα]…». Κατά πάγια διατύπωση της νομολογία μάλιστα «[η αύξηση] δεν

Σελ. 20

αποκλείεται να αρχίζει με την αγωγή από μία μόνο ή περισσότερες μεν αλλά συγκεκριμένες κτήσεις του υπόχρεου».

Συνεπώς, σε περίπτωση συγκεκριμένης κτήσης περιουσιακού στοιχείου από τον υπόχρεο με δάνειο ή ρευστοποίηση επενδύσεων από κοινές συμβάσεις των συζύγων/συντρόφων με χρηματοπιστωτικά ιδρύματα είναι επιτρεπτή η λήψη ασφαλιστικών μέτρων για την προστασία των αναγωγικών αξιώσεων των συζύγων/συντρόφων έναντι αλλήλων από την λειτουργία των συμβάσεων αυτών, είτε ως ενεργητικών είτε ως παθητικών εις ολόκληρον ενοχών, η οποία διαμορφώνεται κατ’ αρχήν στις μεταξύ τους σχέσεις – με την επιφύλαξη τυχόν άλλης συμβατικής πρόβλεψης – με βάση τις διατάξεις για την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, και μάλιστα ακόμα και πριν από την άσκηση αγωγής για διαζύγιο ή ακύρωση του γάμου ή για συμμετοχή στα αποκτήματα κατά την ΑΚ 140249. Ήδη μάλιστα το θέμα επιλύθηκε νομοθετικά προς την κατεύθυνση αυτή με τον N 4335/2015, που προσέθεσε εδ. β’ στην ΚΠολΔ 682 § 1, σύμφωνα με το οποίο ασφαλιστικά μέτρα μπορούν να διαταχθούν και για την εξασφάλιση μέλλουσας απαίτησης.

Αντί επιλόγου

Μετά την ΟλΑΠ 6/2019 επιβεβαιώθηκε η ήδη υποστηριζόμενη σε θεωρία και νομολογία άποψη ότι είναι έγκυρες οι συμφωνίες μεταξύ των συζύγων που γίνονται μετά τη γέννηση της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα, καθώς επίσης και οι συμφωνίες μεταξύ των συζύγων που αφορούν στην αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα και καταρτίζονται στο πλαίσιο ενός γενικότερου διακανονισμού περιουσιακών σχέσεων των συζύγων υπό την αναβλητική αίρεση λύσης του γάμου ή ενόψει επικείμενης λύσης του γάμου με συναινετικό διαζύγιο. Η άποψη αυτή είχε υποστηριχθεί προηγουμένως και κρατούσε στη θεωρία.

Σελ. 21

Συνακόλουθα ενόψει του διαζυγίου οι σύζυγοι μπορούν να ρυθμίσουν συμβατικά την τύχη των κοινών συμβάσεων συζύγων/συντρόφων με χρηματοπιστωτικά ιδρύματα στις μεταξύ τους σχέσεις.

Για την ταυτότητα του νομικού λόγου θεωρώ ότι πρέπει να γίνει δεκτή η εγκυρότητα συμφωνιών μεταξύ συντρόφων με σύμφωνο συμβίωσης του N 4356/2015, που αφορούν στην αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα και καταρτίζονται στο πλαίσιο ενός γενικότερου διακανονισμού περιουσιακών σχέσεων των συντρόφων υπό την αναβλητική αίρεση λύσης του συμφώνου ή ενόψει επικείμενης λύσης του.

Back to Top