ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ & ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
από 39,10 €
Έως 85,10 €
- Έκδοση: 2026
- Σχήμα: 17x24
- Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
- Σελίδες: 392
- ISBN: 978-618-08-0707-3
Το έργο αποτελεί την ελληνική έκδοση του βιβλίου "European Union Economic Law and Culture", επιμέλειας Evangelia Psychogiopoulou & Sarah Schoenmaekers. Εστιάζει στη θέση του πολιτισμού στο οικοδόμημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) και διερευνά τη σχέση του με το δίκαιο και τις πολιτικές της ΕΕ στο πεδίο της οικονομίας.
Συγκεντρώνοντας διαπρεπείς ακαδημαϊκούς και εμπειρογνώμονες, εξετάζονται κρίσιμα ερωτήματα όπως:
Ποια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της πολιτιστικής αρμοδιότητας της ΕΕ και πώς ασκείται στην πράξη;
Ποια είναι η σχέση της πολιτιστικής αρμοδιότητας της ΕΕ με εκείνη των κρατών μελών και ποιοι είναι οι βασικοί στόχοι και τα εργαλεία της πολιτιστικής πολιτικής της ΕΕ;
Ποια είναι η σχέση του πολιτισμού με το οικονομικό δίκαιο της Ένωσης και πώς ενσωματώνονται πολιτιστικές παράμετροι στην εσωτερική αγορά και στην κοινή εμπορική πολιτική; Επιτυγχάνεται εξισορρόπηση μεταξύ των πολιτιστικών και οικονομικών πτυχών;
Υπάρχει ανάγκη για «πολιτιστική διόρθωση» της οικονομίας της αγοράς της ΕΕ και αν ναι, πώς μπορεί να επιτευχθεί; Το βιβλίο απευθύνεται σε φοιτητές, ερευνητές και ακαδημαϊκούς που εξειδικεύονται στο δίκαιο και στις πολιτικές της ΕΕ, ενώ αποτελεί πολύτιμη πηγή και για φορείς χάραξης πολιτικής σε επίπεδο ΕΕ και κρατών μελών.
ΟΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΤΟΥ ΤΟΜΟΥ XIII
ΑΚΡΩΝΥΜΙΑ ΚΑΙ ΑΡΚΤΙΚΟΛΕΞΑ XV
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
▶ 1. Η ΕΕ ως πολιτιστική οικονομία της αγοράς:
Χρειάζεται «πολιτιστική διόρθωση»; 3
Ευαγγελία Ψυχογιοπούλου και Sarah Schoenmaekers
1. Εισαγωγή 3
2. Η πολιτιστική αρμοδιότητα της ΕΕ και η σχέση του πολιτισμού
με το οικονομικό δίκαιο και την οικονομική πολιτική της ΕΕ 7
3. «Πολιτιστική διόρθωση» και ευρωπαϊκές και εθνικές
οικονομικές πολιτικές 11
3.1 Η πολιτιστική αρμοδιότητα της ΕΕ (Α΄ μέρος) 11
3.2 Ο πολιτισμός στο πλαίσιο του οικονομικού δικαίου και των πολιτικών
της ΕΕ (Β΄ μέρος) 13
3.3 Σκέψεις (Γ΄ μέρος) 17
ΜΕΡΟΣ Α΄
Η ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ Ε
▶ 2. Το νομικό πλαίσιο της πολιτιστικής πολιτικής της ΕΕ 21
Bruno de Witte
1. Εισαγωγή 21
2. Οι τρεις ρόλοι της πολιτιστικής πολιτικής της ΕΕ 22
3. Οι δύο στόχοι της πολιτιστικής πολιτικής της ΕΕ 27
4. Οι νομικές βάσεις για τη δράση της ΕΕ στον τομέα της πολιτιστικής
πολιτικής 29
5. Συμπέρασμα 34
▶ 3. Η οικονομική λογική του πολιτιστικού εξευρωπαϊσμού:
Δημιουργία επωνυμίας (branding), ανταγωνισμός
και κοινωνικό κεφάλαιο 35
Tuuli Lähdesmäki
1. Εισαγωγή 35
2. Μεθοδολογία 38
3. Η αρμοδιότητα της ΕΕ στον τομέα του πολιτισμού 40
4. Οι στόχοι της ρητής πολιτιστικής πολιτικής της ΕΕ 42
5. Ο ανταγωνισμός και η καθιέρωση επωνυμίας (branding) ως μέσα
για την επίτευξη των στόχων της πολιτιστικής πολιτικής της ΕΕ 47
6. Το κοινωνικό κεφάλαιο που ενεργοποιείται από την πολιτιστική
πολιτική της ΕΕ 52
7. Συμπεράσματα 55
▶ 4. Συμμετοχή στη διακυβέρνηση της πολιτιστικής κληρονομιάς
στην ΕΕ: Θεμέλια, προκλήσεις και κοινωνικοοικονομική σημασία 58
Andrzej Jakubowski
1. Εισαγωγή 58
2. Ενωσιακή διακυβέρνηση της πολιτιστικής κληρονομιάς 60
2.1 Η έννοια της πολιτιστικής κληρονομιάς 61
2.2 Αρμοδιότητες και διακυβέρνηση της ΕΕ στον τομέα της πολιτιστικής
κληρονομιάς 63
3. Αποσαφήνιση της έννοιας της ενωσιακής διακυβέρνησης
της πολιτιστικής κληρονομιάς 68
3.1 Πολυεπίπεδη διακυβέρνηση της πολιτιστικής κληρονομιάς 68
3.2 Συμμετοχική διακυβέρνηση της πολιτιστικής κληρονομιάς 72
4. Προώθηση της πολυεπίπεδης και συμμετοχικής διακυβέρνησης
της πολιτιστικής κληρονομιάς: Οικονομικά και κοινωνικά οφέλη 78
5. Προκλήσεις της συμμετοχικής διακυβέρνησης της πολιτιστικής
κληρονομιάς στην ΕΕ 81
6. Τελικές παρατηρήσεις 84
▶ 5. Η αναθεώρηση του συστήματος υποβολής εκθέσεων της ΕΕ
για τη βιωσιμότητα: Μια ευκαιρία για την πολιτιστική
πολυμορφία; 86
Lilian Richieri Hanania
1. Εισαγωγή 86
2. Η ανεπαρκής ενσωμάτωση πολιτιστικών πτυχών στις εταιρικές
στρατηγικές και εκθέσεις βιωσιμότητας 90
2.1 Η ανάγκη ενίσχυσης της ευαισθητοποίησης σχετικά με τον πολιτισμό
και τη βιωσιμότητα 90
2.2 Η ανεπαρκής συνεκτίμηση των πολιτιστικών παραμέτρων στις εταιρικές στρατηγικές βιωσιμότητας και στην υποβολή σχετικών εκθέσεων 93
3. Η αναθεώρηση του ευρωπαϊκού συστήματος δημοσιοποίησης
μη χρηματοοικονομικών πληροφοριών ως ευκαιρία 99
3.1 Προσπάθειες για τη βελτίωση του ευρωπαϊκού συστήματος
δημοσιοποίησης μη χρηματοοικονομικών πληροφοριών 100
3.2 Η ανάγκη για πρότυπα υποβολής εκθέσεων που αφορούν
ειδικά τον πολιτισμό 102
4. Συμπέρασμα 106
ΜΕΡΟΣ Β΄
Ο ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΤΗΣ ΕΕ
▶ 6. Πολιτισμός και ολοκλήρωση της αγοράς: Ενότητα και
πολυμορφία στο δίκαιο της εσωτερικής αγοράς της ΕΕ 109
Ευαγγελία Ψυχογιοπούλου
1. Εισαγωγή 109
2. Ο πολιτισμός στη νομολογία για την εσωτερική αγορά πριν από
τη Συνθήκη της Λισαβόνας 112
3. Ο πολιτισμός στη νομολογία για την εσωτερική αγορά μετά
τη Συνθήκη της Λισαβόνας 122
4. Συμπέρασμα 130
▶ 7. Ελεύθερη κυκλοφορία, αποτυχία της αγοράς και προστασία
του πολιτισμού 134
Iris Goldner Lang και Maroje Lang
1. Εισαγωγή 134
2. Εσωτερική αγορά και αποτυχία της αγοράς 137
2.1 Αίτια αποτυχίας της αγοράς 138
2.1.1 Ισχύς στην αγορά 138
2.1.2 Δημόσια αγαθά 139
2.1.3 Εξωτερικότητες 140
2.1.4 Αγαθά ιδιαίτερης κοινωνικής αξίας (merit goods) 141
2.1.5 Διαθεσιμότητα πληροφοριών 142
2.2 Ελεύθερη κυκλοφορία και αποτυχία της αγοράς 142
2.2.1 Μπορεί η ελεύθερη κυκλοφορία να προκαλέσει αποτυχία
της αγοράς; 142
2.2.2 Περιορισμοί στην ελεύθερη κυκλοφορία και κρατική αστοχία 144
3. Τεκμηρίωση των αιτιολογήσεων των εθνικών περιορισμών μέσω
της αποτυχίας της αγοράς 145
3.1 Οι αιτιολογήσεις ως έκφραση των συμφερόντων της εσωτερικής αγοράς 145
3.2 Αιτιολόγηση των εθνικών περιορισμών μέσω του «κριτηρίου
της αποτυχίας της αγοράς» 147
4. Αποτυχία της αγοράς στον τομέα του πολιτισμού: Μελέτη περίπτωσης 152
5. Τελικές παρατηρήσεις 158
▶ 8. Ο καθοριστικός ρόλος της πολιτιστικής πολυμορφίας
στην ψηφιακή στρατηγική της ΕΕ για την εσωτερική αγορά 159
Matthias Zußner
1. Εισαγωγή 159
2. Πολιτιστική διόρθωση της (ψηφιακής) ενιαίας αγοράς της ΕΕ
μέσω εναρμόνισης; 164
2.1 Σχετικά με τις απαγορεύσεις... 164
2.2 ...και τα «παραθυράκια» 165
2.2.1 Γενικές προοπτικές 165
2.2.2 Οι προοπτικές της νέας ψηφιακής νομοθεσίας της ΕΕ
για την προστασία της πολιτιστικής πολυμορφίας 168
3. Τα μη εναρμονιστικά μέτρα και οι προοπτικές τους για την πολιτιστική διόρθωση της (ψηφιοποιούμενης) ενιαίας αγοράς της Ένωσης 174
3.1 Το άρθρο 167 παρ. 5 ως στρατηγικό σημείο εκκίνησης 174
3.2 Προγράμματα χρηματοδότησης 175
3.3 Μέτρα συντονισμού της ΕΕ για την ψηφιοποίηση του πολιτιστικού τομέα
και επιτεύγματα 177
4. Συμπεράσματα 182
▶ 9. Δημιουργώντας χώρο για πολιτιστικές πολιτικές
στο προσανατολισμένο στην αγορά δίκαιο πνευματικής
ιδιοκτησίας: Μια λειτουργική προσέγγιση 183
Caterina Sganga
1. Εισαγωγή 183
2. Λειτουργίες των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας
στις Συνθήκες: Προτάσεις από την πρώιμη νομολογία του ΔΕΕ 185
3. Λειτουργίες των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας στο παράγωγο
δίκαιο: Προς ποια εξισορρόπηση μεταξύ αγορακεντρικών και μη αγορακεντρικών στόχων; 188
3.1 Πριν από τη Συνθήκη της Λισαβόνας: Η κυριαρχία των αγορακεντρικών θεωρήσεων 189
3.2 Μετά τη Συνθήκη της Λισαβόνας: Μια πραγματική αλλαγή; 197
4. Το δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας της ΕΕ σε δράση: Αγορακεντρικοί
και μη αγορακεντρικοί στόχοι στη νομολογία του ΔΕΕ 208
5. Συμπεράσματα: Μια λειτουργική προσέγγιση για την εξισορρόπηση αγορακεντρικών και μη αγορακεντρικών στόχων στο δίκαιο
πνευματικής ιδιοκτησίας της ΕΕ 213
▶ 10. Δίκαιο ανταγωνισμού: Ένα αποτελεσματικό εργαλείο
για τη διασφάλιση της νομιμότητας του καθορισμού προτύπων
στην αγορά τέχνης; 217
Oliver Lenaerts
1. Εισαγωγή 217
2. Υιοθέτηση προτύπων και πιστοποίηση στην αγορά έργων τέχνης 219
2.1 Ο Catalogue Raisonné ως πρότυπο 219
2.2 Πιστοποίηση γνησιότητας 221
3. Πρότυπα, πιστοποίηση και ευρωπαϊκό δίκαιο ανταγωνισμού 222
3.1 Πεδίο εφαρμογής «ratione personae» - Η έννοια της «επιχείρησης» 222
3.2 Η σύνταξη ενός catalogue raisonné και η εφαρμογή του
άρθρου 101 της ΣΛΕΕ 224
3.2.1 Η υιοθέτηση του προτύπου ως οριζόντια συμφωνία ή εναρμονισμένη
πρακτική μεταξύ επιχειρήσεων 224
3.2.2 Ο ανταγωνισμός πρέπει να περιορίζεται σημαντικά στη σχετική
αγορά 226
3.2.3 Επίδραση στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών 231
3.3 Εφαρμογή του άρθρου 101 παρ. 3 της ΣΛΕΕ 231
3.4 Πιστοποίηση γνησιότητας και το άρθρο 102 της ΣΛΕΕ 232
3.5 Η πιστοποίηση ως έκφραση μονοπωλιακής συμπεριφοράς 233
3.5.1 Ορισμός της αγοράς 234
3.5.2 Απόδειξη δεσπόζουσας θέσης 234
3.5.3 Απόδειξη κατάχρησης 237
3.5.4 Επίδραση στη δομή της αγοράς 240
3.5.5 Δικαιολόγηση 240
4. Ενσωμάτωση της πολιτιστικής διάστασης 241
5. Συμπέρασμα 242
▶ 11. Κρατικές ενισχύσεις στον τομέα του πολιτισμού:
Μια πληθώρα προσεγγίσεων 244
Joris Gruyters και Lennard Michaux
1. Εισαγωγή 244
2. Ο πολιτισμός ως εξαίρεση 247
3. Ο πολιτισμός ως υπηρεσία γενικού οικονομικού συμφέροντος 252
4. Ο πολιτισμός ως απαλλαγή κατά κατηγορία 258
5. Ο πολιτισμός ως απαλλαγή βάσει της Συνθήκης 261
6. Επίλογος 268
▶ 12. Εξισορροπώντας τον πολιτισμό, την αγορά και την ασφάλεια:
Ανασκόπηση πρόσφατων εξελίξεων, συμπεριλαμβανομένων
των μέτρων ασφαλείας της ΕΕ και των επιπτώσεών τους
στις ευρωπαϊκές τέχνες και την αγορά τέχνης 272
Anna M. de Jong και Hildegard E.G.S. Schneider
1. Εισαγωγή 272
2. Ο Κανονισμός 2019/880 278
3. Η Πέμπτη Οδηγία για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων
από παράνομες δραστηριότητες 283
4. Επιπτώσεις στο ευρωπαϊκό εμπόριο έργων τέχνης 288
5. Αποτελεσματικότητα των μέτρων σε σχέση με τους επιδιωκόμενους
στόχους 289
6. Τελικές παρατηρήσεις 294
▶ 13. Η εξωτερική εμπορική πολιτική της ΕΕ στην ψηφιακή εποχή:
Έχει μείνει πίσω ο πολιτισμός; 296
Mira Burri
1. Εισαγωγή: Η ψηφιακή πρόκληση 296
2. Κανόνες σχετικοί με τον πολιτισμό στις Συμφωνίες Ελεύθερων
Συναλλαγών της ΕΕ 297
2.1 Το πλαίσιο: Εμπόριο εναντίον πολιτισμού 297
2.2 Διατάξεις πολιτιστικής εξαίρεσης 302
2.3 Διατάξεις για την πολιτιστική συνεργασία 306
2.3.1 Συμφωνία Οικονομικής Εταιρικής Σχέσης EE-CARIFORUM 307
2.3.2 Συμφωνία Ελεύθερων Συναλλαγών ΕΕ-Νότιας Κορέας 310
2.3.3 Μεταγενέστερες εξελίξεις 314
3. Οι κανόνες για το ψηφιακό εμπόριο στις Συμφωνίες Ελεύθερων
Συναλλαγών της ΕΕ 315
3.1 Εισαγωγή 315
3.2 Η προσέγγιση της ΕΕ στο ψηφιακό εμπόριο 317
4. Τελικές παρατηρήσεις: Έχει μείνει πίσω ο πολιτισμός; 321
ΜΕΡΟΣ Γ΄
ΣΚΕΨΕΙΣ
▶ 14. Το δίκαιο ως πηγή δυσφορίας: Ένα φιλοσοφικό πλαίσιο
για τον πολιτισμό στο δίκαιο της ΕΕ 327
Arthur Willemse
1. Εισαγωγή 327
2. Φιλελευθερισμός και δίκαιο 327
3. Δίκαιο και εγκατάλειψη 330
4. Δίκαιο και πολιτισμός 332
5. Συμπέρασμα: Η πρόκληση του λαϊκισμού 335
▶ 15. Η πολιτιστικά διορθωμένη οικονομία της αγοράς της ΕΕ:
Μια ιστορία δύο λαμπρών επιτευγμάτων! 338
Sarah Schoenmaekers
1. Εισαγωγή 338
2. Α΄ Μέρος 340
3. Β΄ Μέρος 347
4. Γ΄ Μέρος 361
5. Τελικές παρατηρήσεις 362
ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΟ ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ 363
Σελ. 1
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Σελ. 3
1. Η ΕΕ ως πολιτιστική οικονομία της αγοράς: Χρειάζεται «πολιτιστική διόρθωση»;
Ευαγγελία Ψυχογιοπούλου και Sarah Schoenmaekers
1. Εισαγωγή
Η θέση που κατέχει ο πολιτισμός στο οικοδόμημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής ΕΕ ή Ένωση) είναι γνωστή. Σύμφωνα με τη Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής ΣΛΕΕ), η Ένωση «συμβάλλει στην ανάπτυξη των πολιτισμών των κρατών μελών και σέβεται την εθνική και περιφερειακή πολυμορφία τους, ενώ ταυτόχρονα προβάλλει την κοινή πολιτιστική κληρονομιά». Ο πολιτισμός, ως αρμοδιότητα της ΕΕ, αποτελεί μέρος των συμπληρωματικών ή υποστηρικτικών αρμοδιοτήτων της Ένωσης. Η ΕΕ έχει αρμοδιότητα να αναλαμβάνει δράσεις για να υποστηρίζει, να συντονίζει ή να συμπληρώνει τη δράση των κρατών μελών, χωρίς ωστόσο να αντικαθιστά την αρμοδιότητά τους. Αυτό σημαίνει ότι οι πολιτιστικές πολιτικές των κρατών μελών κατ’ αρχήν δεν περιορίζονται από τα μέτρα πολιτιστικής πολιτικής που υιοθετούνται σε επίπεδο ΕΕ.
Αυτό επιβεβαιώνεται και από το άρθρο 167 της ΣΛΕΕ, το οποίο αποτελεί το κύριο άρθρο της ΣΛΕΕ για τον πολιτισμό. Σε σχέση με τον καθορισμό των μέτρων που δύναται να λαμβάνει η Ένωση στο πλαίσιο της άσκησης της πολιτιστικής της αρμοδιότητας, το άρθρο 167 παρ. 5 της ΣΛΕΕ προβλέπει ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία, θεσπίζουν μόνο συστάσεις και μέτρα ενθάρρυνσης. Οι συστάσεις είναι μη δεσμευτικές νομικές πράξεις της Ένωσης. Όσον αφορά τα μέτρα ενθάρρυνσης, μολονό-
Σελ. 4
τι αυτά δεν ορίζονται ρητά στη ΣΛΕΕ, το άρθρο 167 παρ. 5 της ΣΛΕΕ προβλέπει ότι αποκλείεται κάθε εναρμόνιση των νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων των κρατών μελών. Από τη θεσμική πρακτική προκύπτει ότι τα μέτρα ενθάρρυνσης που έχουν θεσπιστεί από τα θεσμικά όργανα της ΕΕ είναι κυρίως μέτρα οικονομικής στήριξης με σκοπό την προώθηση της συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών, στο πλαίσιο της επιδίωξης των στόχων πολιτιστικής πολιτικής που ορίζονται στο άρθρο 167 παρ. 2 και 3 της ΣΛΕΕ. Οι στόχοι αυτοί είναι: η βελτίωση της γνώσης και της διάδοσης του πολιτισμού και της ιστορίας των ευρωπαϊκών λαών· η διατήρηση και η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς ευρωπαϊκής σημασίας· η προώθηση των μη εμπορικών πολιτιστικών ανταλλαγών· η ενίσχυση της καλλιτεχνικής και λογοτεχνικής δημιουργίας (συμπεριλαμβανομένης της δημιουργίας στον οπτικοακουστικό τομέα)· και η προώθηση της συνεργασίας με τρίτες χώρες και με τους αρμόδιους διεθνείς οργανισμούς στον πολιτιστικό τομέα.
Η περιχαράκωση της πολιτικής της Ένωσης στον τομέα του πολιτισμού αντικατοπτρίζεται επίσης στην έμφαση που δίνει το άρθρο 167 της ΣΛΕΕ στην αρχή της επικουρικότητας. Σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (εφεξής ΣΕΕ), κάθε μέτρο που λαμβάνει η Ένωση σε τομείς που δεν εμπίπτουν στην αποκλειστική της αρμοδιότητα πρέπει να είναι σύμφωνο με την αρχή της επικουρικότητας. Οι δράσεις της Ένωσης σε αυτούς τους τομείς μπορούν να υιοθετούνται μόνο εφόσον και στον βαθμό που οι στόχοι τους δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη, αλλά, αντιθέτως, μπορούν να επιτευχθούν καλύτερα στο επίπεδο της Ένωσης. Το άρθρο 5 παρ. 3 της ΣΕΕ καθιστά σαφές ότι η αρχή της επικουρικότητας εφαρμόζεται και στους τομείς που εμπίπτουν στις συμπληρωματικές ή υποστηρικτικές αρμοδιότητες της Ένωσης. Παρ’ όλα αυτά, οι συντάκτες της ΣΛΕΕ (όπως και οι συντάκτες της προγενέστερης Συνθήκης για την Ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (εφεξής ΣΕΚ)) επέλεξαν να αναφερθούν στην αρχή της επικουρικότητας και να υπογραμμίσουν τη σημασία της κατά τη διατύπωση των διατάξεων της Συνθήκης για τον πολιτισμό: η Ένωση έχει την εντολή να ενθαρρύνει τη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών και να υποστηρίζει και να συμπληρώνει τη δράση τους μόνο εάν αυτό είναι αναγκαίο.
Οι περιορισμοί που χαρακτηρίζουν την πολιτιστική αρμοδιότητα της ΕΕ, όπως αυτοί καθορίζονται στο πρωτογενές δίκαιο της ΕΕ, συνυπάρχουν με ένα ευρύ φάσμα πολιτικών της ΕΕ, στο πλαίσιο των οποίων πραγματοποιούνται σημαντικές επιλογές πολιτιστικής πολιτικής από τα θεσμικά όργανα της ΕΕ. Οι εν λόγω επιλογές δεν είναι μόνο υποστηρικτικής οικονομικής φύσης· διαθέτουν επίσης ρυθμιστικό χαρακτήρα και προκύπτουν εν μέρει από τις δυνατότητες που παρέχει η ΣΛΕΕ για τη σύνδεση του πολιτισμού με άλλους τομείς πολιτικής που υπάγονται στην αρμοδιότητα της ΕΕ. Η βασική διάταξη που δημιουργεί τέτοιες ευκαιρίες είναι το άρθρο 167 παρ. 4 της ΣΛΕΕ, η λεγόμενη «ρήτρα ενσωμάτωσης των πολιτιστικών πτυχών» ή «οριζόντια ρήτρα πολιτισμού» της ΣΛΕΕ, αν και στη ΣΛΕΕ υπάρχουν και άλλες παρόμοιες διατάξεις. Το άρθρο 167 παρ. 4 της ΣΛΕΕ διακηρύσσει ότι «[η] Ένωση, όταν αναλαμβάνει δράσεις δυνάμει άλλων διατάξεων των Συνθηκών, λαμβάνει υπόψη της τις πολιτιστικές πτυχές, αποβλέποντας ειδικότερα στον σεβασμό και στην προώθηση της πολυμορφίας των πολιτισμών της». Η συγκεκριμένη διάταξη, η οποία θεσπίστηκε για να κατευνάσει τις ανησυχίες των κρατών μελών σχετικά με τις επιπτώσεις της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης στις εγχώριες πολιτιστικές αρμοδιότητες και εξουσίες, επιτρέπει την ενσωμάτωση πολιτιστικών πτυχών στη δράση της ΕΕ γενικώς, θέτοντας την πολιτιστική πολυμορφία στο επίκεντρο. Αυτό επιτυγχάνεται με τη μετατροπή της πολιτιστικής πολυμορφίας σε οριζόντιο, διατομεακό στόχο πολιτικής της ΕΕ. Είναι μάλιστα σημαντικό να σημειωθεί ότι η πολιτιστική πολυμορφία προσεγγίζεται τόσο αρνητικά (σεβασμός της πολιτιστικής πολυμορφίας) όσο και θετικά (προώθηση της πολιτιστικής πολυμορφίας). Ως εκ τούτου, η ΕΕ όχι μόνο δεσμεύεται να μην παρεμβαίνει στην απόλαυση της πολιτιστικής πολυμορφίας, αλλά υποχρεούται επίσης να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για την ενίσχυσή της. Κατά συνέπεια, εκτός από το άρθρο 167 παρ. 5 της ΣΛΕΕ, υπάρχουν και άλλες διατάξεις του πρωτογενούς δικαίου της ΕΕ που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη θέσπιση πολιτιστικών μέτρων της ΕΕ. Η διαφορά μεταξύ αυτών των διατάξεων του δικαίου της ΕΕ και του άρθρου 167 παρ. 5 της ΣΛΕΕ έγκειται στο εξής: ενώ το άρθρο 167 παρ. 5 της ΣΛΕΕ μπορεί να χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά για τη θέσπιση μέτρων πολιτιστικής πολιτικής με τη στενή έννοια του όρου, οι υπόλοιπες διατάξεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη θέσπιση μέτρων που επιδιώκουν στόχους πολιτιστικής πολυμορφίας και άλλους θεμιτούς στόχους πολιτικής της ΕΕ. Οι εν λόγω θεμιτοί στόχοι αντιστοιχούν σε εκείνους που τα θεσπιζόμενα μέ-
Σελ. 6
τρα προβλέπεται να επιδιώκουν, σύμφωνα με το πρωτογενές δίκαιο της ΕΕ και τις προδιαγραφές που αυτό θέτει για τον τομέα πολιτικής στον οποίο δραστηριοποιείται η Ένωση. Η οριζοντιότητα της πολιτιστικής πολυμορφίας αποτυπώνεται και στο άρθρο 22 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ (εφεξής ΧΘΔΕΕ ή Χάρτης). Η διάταξη αυτή προβλέπει ότι η Ένωση σέβεται την πολιτιστική, θρησκευτική και γλωσσική πολυμορφία. Στον βαθμό που το άρθρο 51 παρ. 1 του ΧΘΔΕΕ απαιτεί από τα θεσμικά όργανα της ΕΕ – και από τα κράτη μέλη όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της ΕΕ – να σέβονται τα δικαιώματα του Χάρτη, να τηρούν τις αρχές του και να προάγουν την εφαρμογή τους, υφίσταται οριζόντια υποχρέωση ενσωμάτωσης των διατάξεων του Χάρτη κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της Ένωσης και επομένως, οριζόντια υποχρέωση σεβασμού της πολιτιστικής, θρησκευτικής και γλωσσικής πολυμορφίας στο πλαίσιο της άσκησης των αρμοδιοτήτων της Ένωσης.
Η αναγνώριση της πολιτιστικής πολυμορφίας ως διατομεακού στόχου πολιτικής και ως οριζόντιας αρχής του ΧΘΔΕΕ, σε συνδυασμό με την πολυπλοκότητα που περιβάλλει την πολιτιστική αρμοδιότητα της ΕΕ, δεδομένης της άμεσης (άρθρο 167 παρ. 5 της ΣΛΕΕ) και της έμμεσης ή σιωπηρής (άρθρο 167 παρ. 4 της ΣΛΕΕ) διάστασής της, έχουν από καιρό εγείρει ερωτήματα σχετικά με τη σχέση του πολιτισμού με την αγορά, ιδίως υπό το πρίσμα της κατεξοχήν οικονομικής εστίασης της ΕΕ. Ειδικότερα, έχουν εκφραστεί προβληματισμοί για το κατά πόσον οι οικονομικές πολιτικές της Ένωσης μπορούν να υιοθετούν και να ενσωματώνουν εθνικές (και περιφερειακές) πολιτιστικές προτιμήσεις, καθώς και για το αν εξακολουθεί να υφίσταται χώρος για τη χάραξη εθνικής (και περιφερειακής) πολιτιστικής πολιτικής ενόψει των βασικών οικονομικών προταγμάτων που βρίσκονται στον πυρήνα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Το παρόν βιβλίο επιδιώκει να προσφέρει μια νέα θεώρηση της σχέσης του πολιτισμού με το οικονομικό δίκαιο και τις πολιτικές της ΕΕ, καθώς και των τρόπων με τους οποίους αντιμετωπίζεται από αυτά. Εξετάζει επίσης εκ νέου ζητήματα που αφορούν τη φύση, το πεδίο εφαρμογής και την έκταση των αρμοδιοτήτων της ΕΕ και των κρατών μελών στον τομέα του πολιτισμού.
2. Η πολιτιστική αρμοδιότητα της ΕΕ και η σχέση του πολιτισμού με το οικονομικό δίκαιο και την οικονομική πολιτική της ΕΕ
Το Α΄ μέρος του βιβλίου («Η πολιτιστική αρμοδιότητα της ΕΕ») στοχεύει σε μια βαθύτερη κατανόηση της πολιτιστικής αρμοδιότητας της ΕΕ και της αλληλεπίδρασής της με την πολιτιστική αρμοδιότητα των κρατών μελών – όχι μόνο όσον αφορά τη διάδραση και τις αλληλεξαρτήσεις τους, αλλά και τις συγκρούσεις και τις ασυμφωνίες που μπορεί να ανακύψουν. Η ανάλυση εξετάζει τα κύρια χαρακτηριστικά της πολιτιστικής αρμοδιότητας της Ένωσης, αλλά και την άσκησή της στην πράξη: πρόκειται για μια προσπάθεια επανεξέτασης της επιστημονικής συζήτησης σχετικά με το τι μπορεί (και τι δεν μπορεί) να πράττει η ΕΕ στον τομέα του πολιτισμού, και τι πράγματι πράττει (και τι δεν πράττει) στον τομέα αυτό. Η φύση και το πεδίο εφαρμογής της πολιτιστικής αρμοδιότητας της ΕΕ, καθώς και οι δυνατότητες πολιτιστικής δράσης σε επίπεδο ΕΕ καθορίζονται από τον τρόπο με τον οποίο προσδιορίζονται οι έννοιες του πολιτισμού και της πολιτιστικής πολυμορφίας στο πρωτογενές δίκαιο της ΕΕ, καθώς και από τον τρόπο με τον οποίο οι έννοιες αυτές γίνονται αντιληπτές και μεταφράζονται στη συνέχεια σε δράσεις της ΕΕ. Σχετίζονται επίσης με τον τρόπο με τον οποίο τα θεσμικά όργανα της ΕΕ ερμηνεύουν τα «μέτρα ενθάρρυνσης» (τα μόνα νομικά δεσμευτικά μέτρα που προβλέπει το άρθρο 167 παρ. 5 της ΣΛΕΕ), καθώς και με τον τρόπο με τον οποίο η ΕΕ αντιλαμβάνεται τον διττό της ρόλο, αφενός να «συμβάλλει στην ανάπτυξη των πολιτισμών των κρατών μελών» και αφετέρου να «προβάλλει την κοινή πολιτιστική κληρονομιά». Η κατανόηση της πολιτιστικής αρμοδιότητας της ΕΕ συνδέεται επίσης με ζητήματα συμμόρφωσης προς την αρχή της επικουρικότητας, με τη συμμετοχή διαφόρων δρώντων στη λήψη αποφάσεων, καθώς και με τον βαθμό και τον τρόπο με τον οποίο εθνικοί πολιτιστικοί στόχοι και θέματα εθνικής ταυτότητας ενσωματώνονται στη χάραξη πολιτιστικής πολιτικής της ΕΕ. Κρίσιμα στοιχεία προς εξέταση αποτελούν επίσης το κατά πόσον οι εθνικές πολιτιστικές πολιτικές μπορεί να θεωρηθεί ότι συμπληρώνουν την πολιτιστική πολιτική της ΕΕ, αλλά ταυτόχρονα αντιβαίνουν σε άλλους τομείς πολιτικής της ΕΕ, ο βαθμός στον οποίο οι πολιτικές της ΕΕ (πέραν της πολιτιστικής πολιτικής) μπορούν πράγματι να συνδεθούν με τον πολιτισμό και την πολιτιστική πολυμορφία, καθώς και το είδος των στόχων πολιτιστικής πολυμορφίας που οι πολιτικές αυτές είναι δυνατό (και επιθυμητό) να στηρίζουν και να προωθούν.
Το Β΄ μέρος του βιβλίου («Ο πολιτισμός στο πλαίσιο του οικονομικού δικαίου και των πολιτικών της ΕΕ») διερευνά τον τρόπο με τον οποίο ο πολιτισμός και η πολιτιστική πολυμορφία ενσωματώνονται στο οικονομικό δίκαιο και στις πολιτικές της
Σελ. 8
ΕΕ. Εξετάζει τους τρόπους με τους οποίους επιχειρείται η εξισορρόπηση πολιτιστικών και οικονομικών παραμέτρων σε επίπεδο ΕΕ και σε εθνικό επίπεδο, αναλύοντας τα χαρακτηριστικά των επιμέρους πολιτιστικών και οικονομικών ζητημάτων που γίνονται αποδεκτά (ή απορρίπτονται) από τα θεσμικά όργανα της ΕΕ, και παράλληλα, θέτει ερωτήματα σχετικά με το πώς είναι δυνατό και πώς θα πρέπει να επιτυγχάνεται η στάθμιση των πολιτιστικών και των οικονομικών ζητημάτων. Στο πλαίσιο αυτό, η έμφαση δίνεται στην εσωτερική αγορά ως κύριο συστατικό στοιχείο του οικονομικού δικαίου και των πολιτικών της ΕΕ, δεδομένου ότι η δημιουργία της αποτέλεσε βασικό χαρακτηριστικό της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης από τις απαρχές της. Η εσωτερική αγορά υπήρξε αναπόσπαστο στοιχείο της «Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας» και, παρόλο που έχουν περάσει αρκετά χρόνια από το 1992 – την «καταληκτική ημερομηνία» για την υλοποίησή της – παραμένει και σήμερα θεμελιώδες γνώρισμα της ΕΕ. Η εσωτερική αγορά επιδιώκει να διασφαλίσει την ελεύθερη κυκλοφορία αγαθών, προσώπων, υπηρεσιών και κεφαλαίων εντός της Ένωσης μέσω της άρσης των τεχνικών, νομικών και διοικητικών φραγμών στο ενδοενωσιακό εμπόριο. Αυτό επιτυγχάνεται αφενός με την κατάργηση εθνικών κανόνων που ισχύουν στα κράτη μέλη και θέτουν εμπόδια στο διασυνοριακό εμπόριο και αφετέρου με τη θέσπιση κοινών ευρωπαϊκών κανόνων, οι οποίοι προσεγγίζουν τις νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις των κρατών μελών και εγγυώνται την αμοιβαία αναγνώριση των απαιτήσεων για τα προϊόντα, των τεχνικών ρυθμίσεων και των επαγγελματικών προσόντων. Το πρωτογενές δίκαιο της ΕΕ προβλέπει ορισμένες εξαιρέσεις από την ελεύθερη κυκλοφορία· ωστόσο, κυρίως μέσω της νομολογίας του Δικαστηρίου της ΕΕ (ΔΕΕ), κατέστη δυνατή η αποδοχή ορισμένων πολιτιστικών μέτρων των κρατών μελών που περιορίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία.
Σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 1 της ΣΛΕΕ, η Ένωση είναι αρμόδια να «θεσπίζει τα μέτρα για την εγκαθίδρυση ή τη διασφάλιση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις των Συνθηκών». Ορισμένες από τις πιο γνωστές σχετικές διατάξεις είναι: το άρθρο 114 παρ. 1 της ΣΛΕΕ σχετικά με τη θέσπιση μέτρων που αφορούν την προσέγγιση των εθνικών νομοθεσιών με αντικείμενο την εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς· το άρθρο 46 της ΣΛΕΕ, το οποίο επιτρέπει την έκδοση Οδηγιών ή Κανονισμών που καθορίζουν τα αναγκαία μέτρα για την υλοποίηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων· και τα άρθρα 50 παρ. 1 και 53 παρ. 1 της ΣΛΕΕ σχετικά με την έκδοση Οδηγιών που αποσκοπούν, αντίστοιχα, στην υλοποίηση της ελευθερίας εγκατάστασης και στην αμοιβαία αναγνώριση των τυπικών προσόντων.
Η εσωτερική αγορά, η οποία αποτελεί κεντρικό άξονα του οικονομικού δικαίου της ΕΕ, είναι πλέον εδραιωμένη και λειτουργική. Παραμένει, όμως, το ερώτημα πώς λειτουργεί η εσωτερική αγορά και τι σημαίνει για την εσωτερική αγορά της ΕΕ να λειτουργεί ορθά ως ένας χώρος χωρίς εσωτερικά σύνορα. Η Συνθήκη της Λισαβόνας εισήγαγε νέα γλώσσα στη ΣΕΕ, η οποία αντανακλά τη φιλοδοξία της ΕΕ να επαναπροσδιορίσει ουσιαστικά την εσωτερική αγορά. Το άρθρο 3 παρ. 3 της ΣΕΕ, το οποίο αφορά τους στόχους της ΕΕ, προβλέπει ότι η Ένωση «εγκαθιδρύει εσωτερική αγορά», προσθέτοντας ότι η Ένωση εργάζεται επίσης «για την αειφόρο ανάπτυξη της Ευρώπης με γνώμονα την ισόρροπη οικονομική ανάπτυξη και τη σταθερότητα των τιμών, την κοινωνική οικονομία της αγοράς με υψηλό βαθμό ανταγωνιστικότητας, [...] και το υψηλό επίπεδο προστασίας και βελτίωσης της ποιότητας του περιβάλλοντος». Επιπλέον, η Ένωση «προάγει την επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο», «καταπολεμά τον κοινωνικό αποκλεισμό και τις διακρίσεις», προωθεί την «κοινωνική δικαιοσύνη και προστασία», «προάγει την οικονομική, κοινωνική και εδαφική συνοχή και την αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών μελών», «σέβεται τον πλούτο της πολιτιστικής και γλωσσικής της πολυμορφίας» και «μεριμνά για την προστασία και την ανάπτυξη της ευρωπαϊκής πολιτιστικής κληρονομιάς». Σε σύγκριση με προηγούμενες διατάξεις, και ιδίως με το άρθρο 4 παρ. 1 της ΣΕΚ, το οποίο απλώς συνέδεε την εσωτερική αγορά με την «αρχή της οικονομίας της ανοικτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό», το άρθρο 3 παρ. 1 της ΣΕΕ εμπλούτισε και εκσυγχρόνισε την έννοια της εσωτερικής αγοράς, επαναδιατυπώνοντας τους στόχους της. Η εσωτερική αγορά συνδυάζει πλέον απερίφραστα τους στόχους και τις αξίες της αγοράς με στόχους και αξίες που δε συνδέονται με την αγορά. Για την ακρίβεια, η Συνθήκη της Λισαβόνας υπαγορεύει μια στοχοθετημένη εσωτερική
Σελ. 10
αγορά, η οποία απαιτείται να επιδιώκει ενεργά στόχους ασύνδετους με την αγορά – και συνεπώς, να διαπλέκεται επίσης ενεργά με τις πολιτικές της ΕΕ που έχουν σχεδιαστεί ειδικά για την επίτευξη αυτών των μη αγορακεντρικών στόχων. Είναι σαφές λοιπόν ότι η Ένωση δεν είναι απλώς μια ανοικτή οικονομία της αγοράς, αλλά φιλοδοξεί να είναι μια βιώσιμη οικονομία της αγοράς, μια επιστημονική και τεχνολογική οικονομία της αγοράς, μια κοινωνική οικονομία της αγοράς, μια αλληλέγγυα οικονομία της αγοράς και μια πολιτιστική οικονομία της αγοράς. Ο βαθμός στον οποίο κατορθώνει να διασφαλίζει ότι η οικονομία της λειτουργεί σύμφωνα με αυτές τις κατεξοχήν συνταγματικού χαρακτήρα παραμέτρους αποτελεί το ευρύτερο πλαίσιο εντός του οποίου το παρόν βιβλίο εξετάζει τη σχέση του δικαίου της εσωτερικής αγοράς με τον πολιτισμό. Η ανάλυση επικεντρώνεται στον βαθμό στον οποίο η ανοικτή οικονομία της αγοράς της ΕΕ «διορθώνεται» μέσω πολιτιστικών θεωρήσεων και πολιτικών. Το βιβλίο ασχολείται κατά κύριο λόγο με το πώς η εσωτερική αγορά, ως ένας πολυπλόκαμος και εξελιγμένος τομέας του οικονομικού δικαίου της ΕΕ με πολλαπλούς στόχους, συνδιαλέγεται με τον πολιτισμό και τις πολιτιστικές πολιτικές των κρατών μελών. Από αυτή την άποψη, επιδιώκει να απαντήσει σε ερωτήματα σχετικά με το τι σημαίνει η εσωτερική αγορά πολιτιστικά και τι είναι (και μπορεί να είναι) πολιτιστικά.
Παρόμοια ερωτήματα προκύπτουν και σε άλλους τομείς του οικονομικού δικαίου της ΕΕ που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά, όπως το ευρωπαϊκό δίκαιο ανταγωνισμού. Οι κανόνες ανταγωνισμού της ΕΕ διασφαλίζουν τη μη στρέβλωση του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά και, ως εκ τούτου, συνδέονται στενά με τη λειτουργία της τελευταίας. Το βιβλίο εξετάζει επίσης την εξωτερική δράση της ΕΕ και τις οικονομικές και πολιτιστικές σχέσεις της με τρίτες χώρες και περιφέρειες. Λαμβάνοντας υπόψη τις προσπάθειες της ΕΕ για την «προοδευτική κατάργηση των περιορισμών στις διεθνείς συναλλαγές», η κοινή εμπορική πολιτική θα πρέπει ουσιαστικά να θεωρείται ως η εξωτερική όψη της εσωτερικής αγοράς της ΕΕ. Καθώς η εσωτερική αγορά έχει ενισχύσει τη θέση της ΕΕ ως πόλο έλξης και επιρροής, η Ένωση διαθέτει σήμερα ένα πυκνό δίκτυο εμπορικών σχέσεων παγκοσμίως, το οποίο υποστηρίζει και ενισχύει την πολυδιάστατη οικονομία της αγοράς της. Μάλιστα, η ΕΕ, ως διαπραγματευτής εμπορικών συμφωνιών από τη δεκαετία του 1960, έχει υποστηρίξει πολυμερείς εμπορικές συμφωνίες μέσω του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου και της παλαιότερης Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου (GATT), και έχει συνάψει μια σειρά διμερών και περιφερειακών οικονομικών συμφωνιών με χώρες εταίρους. Ο τρόπος με τον οποίο το δίκαιο και η πολιτική του εξωτερικού εμπορίου συνδέονται και αλληλεπιδρούν με τον πολιτισμό αποτελεί και αυτό κεντρικό θέμα του βιβλίου.
Υπό αυτό το πρίσμα, το Β΄ μέρος του βιβλίου διερευνά σε ποιον βαθμό το οικονομικό δίκαιο της ΕΕ ενσωματώνει, προστατεύει, τονώνει και ενθαρρύνει τον πολιτισμό και την πολιτιστική πολυμορφία. Με αυτόν τον τρόπο, το βιβλίο επιδιώκει να βελτιώσει την κατανόησή μας για το τι σημαίνει για την ΕΕ και τα κράτη μέλη της να αποτελούν και να λειτουργούν ως πολιτιστική οικονομία της αγοράς. Το βιβλίο στοχεύει ειδικότερα να εξετάσει κατά πόσον τα πολιτιστικά ζητήματα τυγχάνουν της προσοχής που τους αρμόζει στην ΕΕ, ιδίως στην εποχή της παγκοσμιοποίησης. Πιο συγκεκριμένα, ο κεντρικός στόχος του βιβλίου είναι να μελετήσει σε ποιον βαθμό η ΕΕ αποτελεί ήδη μια «αληθινή» πολιτιστική οικονομία της αγοράς και να διαπιστώσει αν υπάρχει ανάγκη να υιοθετηθούν μέτρα και στρατηγικές «πολιτιστικής διόρθωσης».
3. «Πολιτιστική διόρθωση» και ευρωπαϊκές και εθνικές οικονομικές πολιτικές
Τα βασικά κεφάλαια του παρόντος βιβλίου εξετάζουν όλα το εξής κύριο ερώτημα: «αν και σε ποιον βαθμό υπάρχει ανάγκη, επιθυμία ή/και περιθώριο για την ΕΕ ή/και τα κράτη μέλη της να υιοθετήσουν μέτρα και στρατηγικές πολιτιστικής διόρθωσης στις αντίστοιχες οικονομικές πολιτικές τους». Όπως προαναφέρθηκε, το ερώτημα αυτό απαντάται μέσω της εστίασης σε δύο κεντρικούς ερευνητικούς άξονες: την πολιτιστική αρμοδιότητα της ΕΕ (Α΄ μέρος) και τον πολιτισμό στο οικονομικό δίκαιο και στις πολιτικές της ΕΕ (Β΄ μέρος). Κάθε μια από τις συνεισφορές (κεφάλαια 2-13) συνδέεται με έναν από αυτούς τους ερευνητικούς άξονες. Το Γ΄ μέρος του βιβλίου έχει αναστοχαστικό χαρακτήρα και περιλαμβάνει μια φιλοσοφική συζήτηση σχετικά με την έννοια του πολιτισμού στο πλαίσιο του δικαίου της ΕΕ. Βάσει των πορισμάτων των επιμέρους κεφαλαίων, το τελευταίο κεφάλαιο παρέχει ένα γενικό συμπέρασμα σε σχέση με το βασικό ερευνητικό ερώτημα του βιβλίου: αν υπάρχει ανάγκη για πολιτιστική διόρθωση στο πλαίσιο της οικονομίας της αγοράς της ΕΕ.
3.1 Η πολιτιστική αρμοδιότητα της ΕΕ (Α΄ μέρος)
Το Α΄ μέρος αποτελείται από τα κεφάλαια 2 έως 5. Το κεφάλαιο 2 του Bruno de Witte επικεντρώνεται στα συνταγματικά θεμέλια που παρέχουν οι Ευρωπαϊκές Συνθήκες για την ανάπτυξη πολιτιστικής πολιτικής της ΕΕ. Με την παρουσίαση των διαφορετικών ρόλων που διαδραματίζει επί του παρόντος η ΕΕ στον τομέα της πολιτιστικής πολιτικής με σκοπό την επίτευξη συγκεκριμένων ευρωπαϊκών πολιτιστικών στόχων, και με τον προσδιορισμό των σχετικών νομικών βάσεων για τη δράση της ΕΕ, ο De Witte αποσαφηνίζει το νομικό πλαίσιο βάσει του οποίου μπορεί να αξιολογηθεί η δράση της Ένωσης ως προς τη συμμόρφωσή της με τις Συνθήκες. Εξετάζοντας πότε, πώς και σε ποιον βαθμό η Ένωση μπορεί να δραστηριοποιείται
Σελ. 12
στον τομέα του πολιτισμού, το κεφάλαιο 2 διεισδύει και στο ζήτημα των αρμοδιοτήτων των κρατών μελών σε αυτόν τον τομέα. Διερευνάται επίσης η αλληλεπίδραση μεταξύ του ευρωπαϊκού και του εθνικού επιπέδου όσον αφορά τις δράσεις στον τομέα του πολιτισμού. Συνολικά, η ανάλυση του De Witte συμβάλλει καθοριστικά στην κατανόηση της πολιτιστικής πολιτικής της Ένωσης.
Το κεφάλαιο 3, με συγγραφέα την Tuuli Lähdesmäki, επικεντρώνεται σε εμβληματικές πολιτιστικές πρωτοβουλίες της Ένωσης, όπως είναι το Σήμα Ευρωπαϊκής Πολιτιστικής Κληρονομιάς (European Heritage Label, EHL) και οι Πολιτιστικές Πρωτεύουσες της Ευρώπης (European Capitals of Culture, ECC). Οι πρωτοβουλίες αυτές, οι οποίες αποσκοπούν στην προώθηση της ιδέας της Ευρώπης, θεσπίζονται μέσω των μέτρων ενθάρρυνσης του άρθρου 167 παρ. 5 της ΣΛΕΕ, τα οποία περιλαμβάνουν μέτρα χρηματοδοτικής στήριξης της ΕΕ στον τομέα του πολιτισμού. Υποστηρίζεται ότι, λόγω της αλληλεπίδρασης μεταξύ διαφόρων φορέων κατά τη χάραξη και την εφαρμογή τέτοιων πολιτικών, οι εμβληματικές πολιτιστικές πρωτοβουλίες της Ένωσης δε θα πρέπει να χαρακτηρίζονται ως μέτρα που επιβάλλονται εκ των άνω προς τα κάτω, αλλά ως αποτέλεσμα σύνθετων σχέσεων εξουσίας μεταξύ φορέων σε διαφορετικά επίπεδα πολιτικής. Αυτό έχει άμεση σχέση με οποιαδήποτε εξέταση του τρόπου με τον οποίο η ΕΕ ασκεί την πολιτιστική της αρμοδιότητα και σχετίζεται επίσης και με την εφαρμογή της αρχής της επικουρικότητας. Η Lähdesmäki εστιάζει στον διττό ρόλο της ΕΕ, αφενός να στηρίζει την πολυμορφία και αφετέρου να αναδεικνύει την κοινή πολιτιστική κληρονομιά. Μολονότι έχει υποστηριχθεί ότι οι εμβληματικές πολιτιστικές πρωτοβουλίες της Ένωσης έχουν αποτύχει από αυτή την άποψη, καθώς οι υποψήφιες ή οι ανακηρυχθείσες τοποθεσίες υπερτονίζουν το εθνικό ή υποεθνικό αφήγημα, δίνοντας λιγότερη έως καθόλου έμφαση στην ευρωπαϊκή διάσταση, η Lähdesmäki θεωρεί ότι οι ευρείες και αφηρημένες επιδιώξεις του EHL και των ECC για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση αντανακλούν την εξισορροπητική δυναμική που διαθέτουν, ιδίως επειδή η προώθηση της πολιτιστικής πολυμορφίας μπορεί να προλειάνει το έδαφος για την αναγνώριση κοινών πολιτιστικών στοιχείων.
Στο κεφάλαιο 4, ο Andrzej Jakubowski εξετάζει την αρμοδιότητα της ΕΕ και των κρατών μελών της στον τομέα του πολιτισμού, εστιάζοντας στην αρχή της συμμετοχικής διακυβέρνησης της πολιτιστικής κληρονομιάς. Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι η συμμετοχή διαφόρων δρώντων συμβάλλει σε δημοκρατικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων και χάραξης πολιτικής και μπορεί να έχει θετική επίδραση στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της ΕΕ. Παρά τον καταμερισμό των αρμοδιοτήτων μεταξύ της Ένωσης και των κρατών μελών, ο Jakubowski καλεί σε στενότερο συντονισμό μεταξύ των θεσμικών οργάνων της ΕΕ, των κρατών μελών και των ενδιαφερόμενων φορέων σε θέματα πολιτιστικής κληρονομιάς. Αυτό φαίνεται εφικτό, δεδομένου ότι τίποτα δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη και την ΕΕ να ενισχύσουν την αρχή της συμμετοχικής διακυβέρνησης της πολιτιστικής κληρονομιάς εντός του πλαισίου των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους.
Το κεφάλαιο 5 της Lilian Richieri Hanania επικεντρώνεται στη συμβολή του ιδιωτικού τομέα στον κλάδο του πολιτισμού και στον ρόλο του στην προώθηση της πολιτισμικής κατανόησης. Δεδομένου ότι ο πολιτισμός και η πολιτιστική διάσταση της βιώσιμης ανάπτυξης εμφανίζονται ελάχιστα στα υφιστάμενα πλαίσια υποβολής εκθέσεων βιωσιμότητας των επιχειρήσεων, η συγγραφέας διερευνά τα οφέλη που θα μπορούσαν να προκύψουν – μεταξύ άλλων, ενίσχυση της δημιουργικότητας, της παραγωγικότητας και της καινοτομίας – από εταιρικές στρατηγικές βιωσιμότητας που λαμβάνουν υπόψη τον πολιτισμό. Αν τα εν λόγω πρότυπα εταιρικής αναφοράς δώσουν μεγαλύτερη προσοχή στον πολιτισμό, οι επιχειρήσεις θα έχουν κίνητρο να σχεδιάζουν στρατηγικές βιωσιμότητας που σχετίζονται με τον πολιτισμό, και έτσι είναι πιθανότερο να συμβάλλουν στην πολιτιστική πολυμορφία. Μαζί με την ΕΕ και τα κράτη μέλη, και οι εταιρείες μπορούν να συνεισφέρουν στην ενίσχυση των πολιτιστικών τομέων και στην εξισορρόπηση των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών συμφερόντων της ΕΕ και των κρατών μελών.
3.2 Ο πολιτισμός στο πλαίσιο του οικονομικού δικαίου και των πολιτικών της ΕΕ (Β΄ μέρος)
Το Β΄ μέρος αποτελείται από τα κεφάλαια 6 έως 13. Το κεφάλαιο 6 της Ευαγγελίας Ψυχογιοπούλου εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο το ΔΕΕ προβαίνει σε στάθμιση των απαιτήσεων της ΕΕ για την ολοκλήρωση της αγοράς με τους προβληματισμούς των κρατών μελών σε θέματα πολιτιστικής πολιτικής. Η διαδικασία αυτή απαιτεί τον συμβιβασμό της ενότητας υπό την έννοια της κοινής κανονιστικής γραμμής για την ολοκλήρωση της αγοράς με την πολυμορφία των εθνικών πολιτιστικών πολιτικών. Παρότι το ΔΕΕ διατηρεί μια διασταλτική αντίληψη για το τι μπορεί να συνιστά μέτρο που περιορίζει την ελεύθερη κυκλοφορία – διασφαλίζοντας έτσι για το ίδιο έναν ευρύ και ενδελεχή έλεγχο των μέτρων των κρατών μελών, η Συνθήκη της Λισαβόνας, η οποία ενίσχυσε τη συνταγματική αξία της πολιτιστικής πολυμορφίας στην έννομη τάξη της ΕΕ, φαίνεται να σηματοδοτεί ένα σημείο καμπής στην προσέγγιση του ΔΕΕ. Η συγγραφέας διαπιστώνει ότι, μετά τη Συνθήκη της Λισαβόνας, το ΔΕΕ είναι πιο πρόθυμο να επιδείξει μια διαλλακτική στάση απέναντι στις εθνικές πολιτιστικές πολιτικές και, κατά συνέπεια, απέναντι σε «πολιτιστικές διορθώσεις» και διευθετήσεις, ιδίως όταν πρόκειται για γλωσσικές πολιτικές. Αυτό μαρτυρεί το γεγονός ότι η πολιτιστική πολυμορφία βρίσκεται πλέον σε ισότιμη βάση με την εσωτερική αγορά και την ελεύθερη κυκλοφορία.
Το κεφάλαιο 7, από τις Iris Goldner Lang και Maroje Lang, εξετάζει τον βαθμό στον οποίο δυσλειτουργίες της αγοράς παίζουν ρόλο σε μεικτές καταστάσεις, δηλαδή σε
Σελ. 14
καταστάσεις στο σημείο τομής της εσωτερικής αγοράς και των εθνικών πολιτικών, όπως για παράδειγμα η ελεύθερη κυκλοφορία αγαθών ή υπηρεσιών που σχετίζονται με τον πολιτισμό. Οι συγγραφείς εξηγούν πώς η ελεύθερη κυκλοφορία μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να οδηγήσει σε αποτυχία της αγοράς και υπό ποιες προϋποθέσεις οι περιορισμοί στην ελεύθερη κυκλοφορία μπορούν να θεωρηθούν το τίμημα που απαιτείται, προκειμένου να «διορθωθεί» η δυσλειτουργία της αγοράς. Δεδομένου ότι, στη νομολογία του, το ΔΕΕ δεν έχει δείξει πάντοτε ανοχή ως προς ένα ευρύτερο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας για τη δικαιολόγηση εθνικών περιοριστικών μέτρων που αφορούν τον πολιτισμό ή άλλους τομείς στους οποίους η ΕΕ διαθέτει μόνο υποστηρικτική αρμοδιότητα, σε σύγκριση με τη διακριτική ευχέρεια που αναγνωρίζει σε τομείς στους οποίους η ΕΕ διαθέτει συντρέχουσα με τα κράτη μέλη αρμοδιότητα, οι συγγραφείς εστιάζουν στην προστιθέμενη αξία του κριτηρίου της αποτυχίας της αγοράς για την ενίσχυση της πειστικότητας των επιχειρημάτων των κρατών μελών, όταν επιχειρούν να δικαιολογήσουν εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία.
Το κεφάλαιο 8 του Matthias Zußner αναλύει τον ρόλο της πολιτιστικής πολυμορφίας στη νέα ψηφιακή στρατηγική της Ένωσης. Ο συγγραφέας επισημαίνει ότι το ποικιλόμορφο και αποκεντρωμένο περιεχόμενο αποτελεί βασικό στοιχείο για την ανάπτυξη των διαδικτυακών πλατφορμών και το κλειδί για μια υγιή οικονομία δεδομένων στο ψηφιακό περιβάλλον. Λόγω της δυναμικής εξέλιξης του ψηφιακού τοπίου στους τομείς των τεχνών και του πολιτισμού, κρίνεται απαραίτητη η περαιτέρω ανάπτυξη και εναρμόνιση της υφιστάμενης νομοθεσίας, καθώς και η θέσπιση νέων κανόνων βάσει της αρμοδιότητας για την εσωτερική αγορά. Η νομοθεσία αυτή δε θα πρέπει ωστόσο να παραβλέπει στοιχεία που δεν αφορούν την αγορά καθαυτή, όπως η πολιτιστική πολυμορφία. Τα μέτρα συντονισμού και τα χρηματοδοτικά προγράμματα που προωθούν τον ψηφιακό μετασχηματισμό στους τομείς των τεχνών και του πολιτισμού αποτελούν εξίσου σημαντικά εργαλεία για τη δημιουργία συνθηκών που ευνοούν την πολιτιστική πολυμορφία σε μια ψηφιοποιημένη Ένωση.
Το κεφάλαιο 9 της Caterina Sganga, επικεντρώνεται στο ερώτημα κατά πόσον το δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας της ΕΕ είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην πρόκληση της γεφύρωσης αγορακεντρικών λογικών και στόχων με λογικές και στόχους που δε συνδέονται με την αγορά. Αν και οι πολιτιστικές και κοινωνικές λειτουργίες της πνευματικής ιδιοκτησίας δεν έχουν ακόμη προσδιοριστεί με τρόπο σαφή και ανεξάρτητο στη δευτερογενή νομοθεσία της Ένωσης, σημειώνεται ότι από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισαβόνας βρίσκεται σε εξέλιξη μια σταδιακή αλλαγή παραδείγματος: το δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας απομακρύνεται από ένα κατεξοχήν οικονομικό πρότυπο προς ένα πιο σύνθετο μείγμα στόχων πολιτικής, ορισμένοι εκ των οποίων βασίζονται στην αγορά ενώ άλλοι όχι, περιλαμβάνοντας και στόχους πολιτιστικής πολιτικής. Η προσέγγιση αυτή έχει υιοθετηθεί και από το ΔΕΕ, το οποίο στη νομολογία του έχει αναγνωρίσει ότι η νομοθεσία της ΕΕ για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας επιδιώκει και μη οικονομικούς στόχους, όπως κοινωνικές και πολιτιστικές επιδιώξεις, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται η διάδοση των έργων, η πρόσβαση στον πολιτισμό και η προώθηση της πολιτιστικής πολυμορφίας και ταυτότητας. Έτσι οι πολιτιστικοί και κοινωνικοί στόχοι δε θεωρούνται πλέον παραπροϊόντα των πολιτικών της αγοράς, αλλά ολοένα και περισσότερο αυτοτελείς επιδιώξεις της νομοθεσίας πνευματικής ιδιοκτησίας της ΕΕ.
Το κεφάλαιο 10, από τον Oliver Lenaerts, εξετάζει το ευρωπαϊκό δίκαιο ανταγωνισμού σε σχέση με τη νομιμότητα των πρακτικών υιοθέτησης προτύπων και πιστοποίησης στην αγορά έργων τέχνης. Όσον αφορά την υιοθέτηση προτύπων, η ανάλυση επικεντρώνεται στους catalogues raisonnés. Η επιμέλεια αυτών των καταλόγων – πρόκειται για αναλυτικούς και σχολιασμένους καταλόγους έργων τέχνης – μπορεί να έχει άμεσο αντίκτυπο στην εμπορευσιμότητα ενός έργου, δεδομένου ότι η ένταξη σε έναν κατάλογο είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να πωληθεί ένα έργο τέχνης στη μέγιστη δυνατή τιμή της αγοράς. Ο συγγραφέας εξετάζει τον κίνδυνο σύναψης περιοριστικών συμφωνιών από τους επιμελητές των καταλόγων με την εφαρμογή ενός προτύπου που τους ευνοεί, γεγονός που θα μπορούσε να συνιστά παραβίαση του άρθρου 101 της ΣΛΕΕ στον βαθμό που ενδέχεται να περιορίζει τις πωλήσεις, επιτρέποντας στους επιμελητές να ασκούν έλεγχο στη ζήτηση. Προβλήματα μπορεί να προκύψουν και σε σχέση με τα πιστοποιητικά γνησιότητας, όταν πιστοποιούντες φορείς αρνούνται να πιστοποιήσουν ένα έργο τέχνης που δεν περιλαμβάνεται σε έναν catalogue raisonné, προκειμένου να αυξήσουν την αξία των δικών τους έργων τέχνης. Μια τέτοια περίπτωση θα μπορούσε να ενεργοποιήσει την εφαρμογή του άρθρου 102 της ΣΛΕΕ. Το κεφάλαιο αυτό αναδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο το δίκαιο ανταγωνισμού, παρότι έχει οικονομικό χαρακτήρα, μπορεί να συμβάλει στη διασφάλιση της νομιμότητας της υιοθέτησης προτύπων και της πιστοποίησης από τους φορείς της αγοράς έργων τέχνης.
Το κεφάλαιο 11, από τους Joris Gruyters και Lennard Michaux, εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο οι πολιτιστικές ενισχύσεις μπορούν να διαφύγουν της απαγόρευσης των κρατικών ενισχύσεων στην ΕΕ. Παρόλο που οι κρατικές ενισχύσεις είναι τυπικά μέτρα οικονομικής φύσης, οι συγγραφείς υπογραμμίζουν ότι το δίκαιο της ΕΕ για τις κρατικές ενισχύσεις έχει ενσωματώσει πτυχές για τον πολιτισμό και την πολιτιστική πολυμορφία. Έτσι πέρα από τη ρητή πολιτιστική εξαίρεση του άρθρου 107 παρ. 3 στοιχ. δ) της ΣΛΕΕ, οι ενισχύσεις στον τομέα του πολιτισμού μπορούν επίσης να εξαιρεθούν από την απαγόρευση της Συνθήκης όταν η πολιτιστική δραστηριότητα έχει καθαρά μη οικονομικό χαρακτήρα, όταν εμπίπτει στην περίπτωση πολιτιστικής υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος ή όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Γενικού Κανονισμού Απαλλαγής κατά Κατηγορία. Διερευνώ-
Σελ. 16
ντας αυτή την αλληλεπίδραση μεταξύ οικονομικών και μη οικονομικών παραμέτρων, το συγκεκριμένο κεφάλαιο διευκρινίζει πώς το δίκαιο των κρατικών ενισχύσεων προσφέρει στα κράτη μέλη το περιθώριο για τη λήψη πολιτιστικών μέτρων, χωρίς όμως να απομακρύνεται από τις οικονομικές αρχές.
Το κεφάλαιο 12, από τις Anna de Jong και Hildegard Schneider, εξετάζει τα νομικά εργαλεία της ΕΕ για τη διακίνηση και την προστασία των πολιτιστικών αγαθών. Πιο συγκεκριμένα, εστιάζει στην παγκόσμια πρόκληση της καταπολέμησης της καταστροφής της πολιτιστικής κληρονομιάς και του παράνομου εμπορίου πολιτιστικών αγαθών στο πλαίσιο των προσπαθειών της ΕΕ για την αντιμετώπιση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Οι συγγραφείς αρχικά παρουσιάζουν τα νομοθετικά μέτρα – τον Κανονισμό 3911/92 του Συμβουλίου σχετικά με την εξαγωγή πολιτιστικών αγαθών και την Οδηγία 93/7 του Συμβουλίου για την επιστροφή πολιτιστικών αγαθών που έχουν απομακρυνθεί παράνομα από το έδαφος κράτους μέλους – τα οποία θεσπίστηκαν για την προστασία πολιτιστικών αγαθών που προέρχονται από την ΕΕ ή έχουν απομακρυνθεί από αυτή στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς και της εξωτερικής της διάστασης, δηλαδή στο πλαίσιο της κοινής εμπορικής πολιτικής. Οι συγγραφείς εξετάζουν στη συνέχεια πώς η ΕΕ έχει στρέψει την προσοχή της στη διεθνή καταπολέμηση της καταστροφής της πολιτιστικής κληρονομιάς και του παράνομου εμπορίου πολιτιστικών αγαθών. Αναλύεται ειδικότερα ο Κανονισμός 2019/880 για την εισαγωγή πολιτιστικών αγαθών, ο οποίος υπάγεται στην κοινή εμπορική πολιτική της ΕΕ, και παρουσιάζεται η Οδηγία 2018/843 σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. Οι συγγραφείς εξετάζουν επίσης τον Κανονισμό 833/2014 του Συμβουλίου με τίτλο «Περιοριστικά μέτρα λόγω ενεργειών της Ρωσίας που αποσταθεροποιούν την κατάσταση στην Ουκρανία», ο οποίος επικαιροποιήθηκε το 2022. Το κεφάλαιο προωθεί την επιστημονική συζήτηση σχετικά με το κατά πόσον είναι αποτελεσματικές οι πρόσφατα θεσπισθείσες κυρώσεις που αφορούν τα πολιτιστικά αγαθά.
Το κεφάλαιο 13, από τη Mirra Burri, εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται τα πολιτιστικά ζητήματα στη νέα ψηφιακή στρατηγική της ΕΕ στο πλαίσιο της εξωτερικής εμπορικής πολιτικής της. Παρόλο που η ΕΕ έχει λάβει πολλά και διάφορα μέτρα για την επικαιροποίηση της εξωτερικής εμπορικής πολιτικής της, οι οικονομικοί στόχοι τυγχάνουν μεγαλύτερης προσοχής σε σχέση με τις μη οικονομικές αξίες, όπως ο πολιτισμός. Η εξισορρόπηση μεταξύ απελευθέρωσης του εμπορίου και πολιτιστικής πολιτικής έχει γενικά επιτευχθεί μέσω διατάξεων πολιτιστικής εξαίρεσης – για παράδειγμα, μέσω του ειδικού αποκλεισμού των οπτικοακουστικών υπηρεσιών από το πεδίο εφαρμογής όλων σχεδόν των Συμφωνιών Ελεύθερων Συναλλαγών της ΕΕ – και μέσω μέτρων προτιμησιακής μεταχείρισης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα των τελευταίων είναι η Συμφωνία Οικονομικής Εταιρικής Σχέσης μεταξύ ΕΕ-CARIFORUM του 2008 και η Συμφωνία Ελεύθερων Συναλλαγών ΕΕ-Νότιας Κορέας του 2010, οι οποίες επιχειρούν να συνδέσουν το εμπόριο με την πολιτιστική πολιτική. Πιο πρόσφατες συμφωνίες επιδιώκουν να δημιουργήσουν ένα πλαίσιο για την προώθηση της πολιτιστικής συνεργασίας μεταξύ των χωρών εταίρων που βασίζεται στη «γνήσια» πολιτιστική συνεργασία και όχι σε μέτρα απελευθέρωσης της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, οι τομείς του εμπορίου και του πολιτισμού έχουν αρχίσει να λειτουργούν και πάλι με περισσότερη ανεξαρτησία ο ένας από τον άλλο στις εξωτερικές πολιτικές της ΕΕ. Η Burri επισημαίνει επίσης ότι παρότι ολοένα και περισσότερες πρόσφατες προτιμησιακές εμπορικές συμφωνίες καταπιάνονται με το ψηφιακό εμπόριο, η πολιτιστική πολιτική της ΕΕ εξακολουθεί να είναι κατακερματισμένη στο πεδίο του διεθνούς εμπορικού δικαίου και ενδέχεται να μη λαμβάνει δεόντως υπόψη τους μετασχηματισμούς που επιφέρει η ψηφιοποίηση. Το κεφάλαιο ολοκληρώνεται με ορισμένες προτάσεις για το πώς μπορεί να επιτευχθεί καλύτερη ενσωμάτωση της ψηφιακής πολιτιστικής συνεργασίας στις διαπραγματεύσεις με τους εμπορικούς εταίρους της ΕΕ.
3.3 Σκέψεις (Γ΄ μέρος)
Το Γ΄ μέρος αποτελείται από τα κεφάλαια 14 και 15. Το κεφάλαιο 14, από τον Arthur Willemse, συνιστά έναν φιλοσοφικό αναστοχασμό σχετικά με το κατά πόσον το οικονομικό δίκαιο της ΕΕ μπορεί πράγματι να προσαρμοστεί στην ιδιοσυγκρασία και στην ιδιαιτερότητα του πολιτισμού. Ο συγγραφέας εστιάζει στον φιλελευθερισμό ως το κυρίαρχο πολιτικό αφήγημα στην ΕΕ, τον οποίο ορίζει ως πολιτική και ηθική φιλοσοφία που επικεντρώνεται στην προστασία και προαγωγή της ατομικής ελευθερίας. Ο φιλελευθερισμός φαίνεται να προκρίνει σταθερά τον τύπο έναντι του περιεχομένου, με την έννοια ότι οι φιλελεύθεροι υπερασπίζονται το δικαίωμα έκφρασης ως καθολική αξίωση σε επίπεδο τύπου, ακόμη κι αν απορρίπτουν την ίδια την εκφραζόμενη άποψη επί της ουσίας. Υποστηρίζεται ότι αυτή η διάκριση μεταξύ τύπου και περιεχομένου αντανακλάται στη διάκριση μεταξύ δικαίου και πολιτισμού: ενώ το δίκαιο επιδιώκει καθολικές αρχές, ο πολιτισμός ανήκει σε συγκεκριμένες κοινότητες και, ως εκ τούτου, είναι ιδιαίτερος και όχι καθολικός. Παρά ταύτα, η ΕΕ καταβάλλει σημαντικές προσπάθειες για να αγκαλιάσει την πολιτιστική πολυμορφία στη νομοθεσία και στις πολιτικές της, γεγονός που, από φιλοσοφική άποψη, μπορεί να ερμηνευθεί ως ευθυγράμμιση με τις διαπιστώσεις του σύγχρονου Ιταλού φιλοσόφου Agamben. Επίσης, υποστηρίζεται ότι οι εν λόγω πολιτιστικές εξισορροπήσεις και «διορθώσεις» είναι δικαιολογημένες, ιδίως λόγω της ανάγκης αντιμετώπισης λαϊκιστικών αντιλήψεων που συνήθως δεν επιδιώκουν την ισορροπία.
Σελ. 18
Στο Κεφάλαιο 15, η Sarah Schoenmaekers εξετάζει διεξοδικά τα ευρήματα των προηγούμενων κεφαλαίων και παρέχει ένα συνολικό συμπέρασμα. Μια κρίσιμη διαπίστωση είναι ότι ο πολιτισμός διαδραματίζει (ζωτικό) ρόλο σε όλες τις υπό έρευνα οικονομικές πολιτικές της ΕΕ, τόσο σε επίπεδο εσωτερικής όσο και εξωτερικής πολιτικής. Καθώς τα πολιτιστικά στοιχεία έχουν (ή αποκτούν) σημασία για πολλούς ενδιαφερόμενους φορείς, ακόμη και στο πλαίσιο εταιρικών στρατηγικών βιωσιμότητας, ο πολιτισμός αποτελεί έναν τομέα πολιτικής που η ΕΕ, τα κράτη μέλη, οι τρίτες χώρες και ακόμη και μεμονωμένοι φορείς, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων, οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη. Ο πολιτισμός συνδέεται με την εσωτερική αγορά και με το δίκαιο του διεθνούς εμπορίου με πολλούς τρόπους και συχνά λειτουργεί ως «διορθωτικός» παράγοντας έναντι των οικονομικών κανόνων. Ωστόσο, όπως καταδεικνύουν τα περισσότερα κεφάλαια, υπάρχει ακόμη σημαντικό περιθώριο βελτίωσης όσον αφορά την εξισορρόπηση οικονομικών και πολιτιστικών παραμέτρων.
Σελ. 19
ΜΕΡΟΣ Α΄
Η ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΕ
Σελ. 21
2. Το νομικό πλαίσιο της πολιτιστικής πολιτικής της ΕΕ
Bruno de Witte
1. Εισαγωγή
Το παρόν κεφάλαιο περιγράφει τους γενικούς άξονες ανάπτυξης της πολιτιστικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής ΕΕ ή Ένωση) εντός του νομικού πλαισίου και των νομικών περιορισμών των Ευρωπαϊκών Συνθηκών. Αποτελείται από τρεις ενότητες. Η πρώτη ενότητα παρουσιάζει τους τρεις κύριους ρόλους που διαδραματίζει σήμερα η ΕΕ στον τομέα της πολιτιστικής πολιτικής: (1) χρηματοδοτεί έργα στον πολιτιστικό τομέα τα οποία διαθέτουν «ευρωπαϊκή προστιθέμενη αξία»· (2) οργανώνει ή υποστηρίζει εμβληματικές πολιτιστικές πρωτοβουλίες που (ενδεχομένως) ενισχύουν την αίσθηση του ευρωπαϊκού ανήκειν· και (3) προβαίνει σε επιλογές πολιτιστικής πολιτικής κατά τη ρύθμιση των οικονομικών αγορών. Η δεύτερη ενότητα εξετάζει τους δύο στόχους πολιτικής οι οποίοι, σύμφωνα με το κείμενο της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής ΣΛΕΕ), πρέπει να διέπουν τις δραστηριότητες της ΕΕ στον τομέα της πολιτιστικής πολιτικής: αφενός η ΕΕ καλείται να αναδεικνύει την κοινή πολιτιστική κληρονομιά της Ευρώπης και αφετέρου να σέβεται και να προάγει την πολυμορφία των πολιτισμών εντός της Ευρώπης. Στη συνέχεια, η τρίτη ενότητα στρέφεται στο κεντρικό θέμα του κεφαλαίου, δηλαδή στο ζήτημα της νομικής βάσης για τη δράση της ΕΕ στον τομέα του πολιτισμού. Η συγκεκριμένη ενότητα αναλύει εν συντομία το πεδίο εφαρμογής και τα όρια της δράσης της ΕΕ, όπως ορίζονται στο άρθρο 167 της ΣΛΕΕ, και επισημαίνει τη σημασία και άλλων αρμοδιοτήτων της ΕΕ για τη λήψη μέτρων πολιτιστικής πολιτικής. Η θεματική αλληλουχία που υιοθετείται στο κεφάλαιο αυτό μπορεί να φαίνεται κάπως ασυνήθιστη από δογματική νομική σκοπιά. Πράγματι, θα ήταν λογικό να ξεκινήσει κανείς με την αρχή της δοτής αρμοδιότητας, παρουσιάζοντας τις νομικές βάσεις στις Συνθήκες που επιτρέπουν στην ΕΕ να ενεργεί στον πολιτιστικό τομέα, προτού αναλυθεί ο τρόπος άσκησης των αρμοδιοτήτων αυτών στην πράξη. Το κεφάλαιο αντιστρέφει αυτή τη λογική σειρά με το σκεπτικό ότι η θεσμική πρακτική προηγήθηκε, σε κάποιον βαθμό, της επίσημης ένταξης των νομικών βάσεων για τη δράση της ΕΕ στις Συνθήκες και ότι, ακόμη και σήμερα, οι εν λόγω νομικές βάσεις δεν παρέχουν παρά μια μερική και μάλλον ασαφή εικόνα της πραγματικής δραστηριότητας της ΕΕ στον τομέα του πολιτισμού.









