ΟΡΓΑΝΩΣΗ & ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ
Στοιχεία Πολιτειολογίας, Συνταγματικού ∆ικαίου, Πολιτικής & ∆ιοικητικής Επιστήμης
Κυκλοφορεί σύντομα
από 52,70 €
Έως 114,70 €
- Έκδοση: 2026
- Σχήμα: 17x24
- Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
- Σελίδες: 640
- ISBN: 978-618-08-0902-2
Το ανά χείρας εγχειρίδιο προσφέρει μια εισαγωγική προσέγγιση στους θεσμούς και στη λειτουργία του κράτους σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, μέσα από μια δημιουργική συνάντηση της Πολιτειολογίας, του Συνταγματικού Δικαίου και της Πολιτικής και της Διοικητικής Επιστήμης. Με τον τρόπο αυτό, το βιβλίο παρέχει ένα χρήσιμο γνωστικό υπόβαθρο στους υποψηφίους της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (ΕΣΔΔΑ), στους σπουδαστές πολιτικής επιστήμης και δημόσιας διοίκησης, στους μεταπτυχιακούς φοιτητές και ερευνητές, στους δημοσίους υπαλλήλους, στους εκπαιδευτικούς και στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό, προκειμένου να γίνουν κατανοητά κρίσιμα ζητήματα της πολιτικής και διοικητικής επιστημονικής κοινότητας.
Με σαφή δομή και επιστημονική πληρότητα, το έργο απαντά σε κρίσιμα ερωτήματα:
- Ποιες είναι οι βασικές έννοιες και σύγχρονες τάσεις της Πολιτικής και της Διοικητικής Επιστήμης;
- Ποιες είναι οι βασικές Πολιτικές και Λειτουργίες του Κράτους;
- Πώς οργανώνεται σε συνταγματικό και διοικητικό επίπεδο το Ελληνικό Κράτος;
- Ποιες είναι οι Μεταρρυθμιστικές Τάσεις της Ελληνικής Δημόσιας Διοίκησης;
- Ποιοι θεσμοί διαμεσολαβούν μεταξύ του Πολιτικού Συστήματος και της Κοινωνίας;
- Ποια είναι τα βασικά στοιχεία της σύγχρονης Δημοκρατικής Διακυβέρνησης:
- Ποια είναι η θέση του έθνους-κράτους και της δημόσιας διοίκησης στην ΕΕ και στο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον;
Ο συγγραφέας του βιβλίου επιδιώκει να ενημερώσει, να προβληματίσει και, κυρίως, να καλλιεργήσει στους αναγνώστες μια κριτική αντίληψη για το πολιτικό και το διοικητικό φαινόμενο, ενώ παράλληλα, υπενθυμίζει ότι το κράτος, η δημοκρατία και η δημόσια διοίκηση παραμένουν πεδία ευθύνης, γνώσης και παρέμβασης.
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
ΒΑΣΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
Πολιτική
1.1 Η Εξέλιξη της Πολιτικής Επιστήμης 5
1.1.1 Η Κυριωτάτη των Επιστημών 6
1.1.2 Η Πραξεολογική Νοηματοδότηση της Πολιτικής Επιστήμης 7
1.1.3 Η Νεωτερική αναδιατύπωση της Πολιτικής Επιστήμης 8
1.1.4 Η Ευρύτητα της σύγχρονης Πολιτικής Επιστήμης 10
1.2 Οι βασικές προσεγγίσεις της Πολιτικής 11
1.2.1 Η Επιστήμη του Κράτους 11
1.2.2 Η Επιστήμη της Εξουσίας 14
1.2.3 Η Επιστήμη της Διαλεκτικής Εξισορρόπησης 16
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
Κράτος
2.1 Ορισμοί του Κράτους 24
2.2 Τα Στοιχεία του Κράτους 25
2.3 Παραδοσιακές Μορφές Κράτους 27
2.4 Σύγχρονες Μορφές Κρατικής Οργάνωσης 32
2.4.1 Το Ενιαίο Κράτος 33
2.4.2 Το Ομοσπονδιακό Κράτος 34
2.4.3 Η Συνομοσπονδία Κρατών 38
2.5 Θεωρίες του Κράτους 39
2.5.1 Η Φιλελεύθερη Παράδοση 41
2.5.2 Η Μαρξιστική Παράδοση 43
2.5.3 Η Βεμπεριανή Παράδοση 47
2.6 Παραδοσιακά και Σύγχρονα Χαρακτηριστικά του Κράτους 48
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
Εξουσία
3.1 Η Έννοια της Εξουσίας 58
3.2 Εξουσία, Επιρροή, Εξαναγκασμός 59
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4
Πολιτικό Σύστημα
4.1 Πολίτευμα 64
4.2 Κυβερνητικό Σύστημα 68
4.2.1 Κοινοβουλευτισμός 73
4.2.2 Ημιπροεδρικό 76
4.2.3 Προεδρικό 78
4.2.4 Το Σύστημα της Κυβερνώσης Βουλής 79
4.3 Το Κυβερνητικό Σύστημα της Ελλάδας 80
4.4 Η Παρακμή της Νομοθετικής Λειτουργίας 84
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5
Σύνταγμα
5.1 Οι Πηγές του Δικαίου 89
5.2 Η Έννοια του Συντάγματος 91
5.3 Οι Λειτουργίες του Συντάγματος 92
5.4 Οι Διακρίσεις του Συντάγματος 94
5.5 Η Συνταγματική ιστορία της Ελλάδας 95
5.6 Η Συνταγματική Αναθεώρηση 98
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6
Πολιτικές Ιδεολογίες
6.1 H Έννοια της Πολιτικής Ιδεολογίας 103
6.2 Συντηρητισμός 106
6.3 Φιλελευθερισμός 108
6.4 Χριστιανοδημοκρατία 110
6.5 Κομμουνισμός 111
6.6 Σοσιαλισμός και Σοσιαλδημοκρατία 111
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΕΝΝΟΙΕΣ ΚΑΙ ΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ
ΣΤΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΔΙΟΙΚΗΣΗ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7
Διοικητική Επιστήμη
7.1 Η Εξέλιξη της Διοικητικής Επιστήμης 117
7.1.1 Οι Απαρχές της Διοικητικής Επιστήμης 117
7.1.2 Οι Νεότερες Θεωρητικές Προσεγγίσεις της Διοικητικής Επιστήμης 119
7.1.2.1 Η διάκριση της Πολιτικής από τη Διοίκηση (Wilson) 120
7.1.2.2 Το Γραφειοκρατικό Πρότυπο Διοίκησης (Weber) 122
7.1.2.3 Η «Επιστημονική» Προσέγγιση της Διοίκησης (Taylor, Fayol) 127
7.1.2.4 H Σχολή των Ανθρωπίνων Σχέσεων (Mayo) 128
7.1.2.5 Η Οργανωτική Θεωρία (Barnard, Simon, Parsons) 129
7.1.2.6 Η Νέα Δημόσια Διοίκηση (New Public Administration) 130
7.1.2.7 Tο Νέο Δημόσιο Μάνατζμεντ (New Public Management) 131
7.1.2.8 Ηθική και Δεοντολογία στη Δημόσια Διοίκηση 133
7.1.2.9 H Νέα Δημόσια Υπηρεσία (New Public Service) 137
7.1.2.10 Η Διακυβέρνηση 138
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8
Δημόσια Διοίκηση και Δημόσιες Πολιτικές
8.1 Έννοια της Δημόσιας Διοίκησης 141
8.2 Η Αποστολή της Δημόσιας Διοίκησης 142
8.2.1 Περιοριστική διοίκηση 143
8.2.2 Παροχική διοίκηση 144
8.2.3 Ρυθμιστική διοίκηση 144
8.2.4 Συναλλακτική διοίκηση 145
8.2.5 Νέες Διοικητικές Αποστολές 145
8.3 Τύποι Δημόσιας Διοίκησης 146
8.4 Αρχές Διοικητικής Δράσης και Καλής Διακυβέρνησης 151
8.5 Μεταρρυθμιστικές Τάσεις στη Δημόσια Διοίκηση 154
8.5.1 Ρυθμιστική Διακυβέρνηση 155
8.5.2 Καλή Νομοθέτηση 156
8.5.3 Πολυεπίπεδη Διακυβέρνηση 157
8.5.4 Νέα Δημόσια Διακυβέρνηση 159
8.5.5 Ψηφιακή Διακυβέρνηση 160
8.5.6 Επιτελικό Κράτος 161
8.5.7 Διακυβέρνηση με βάση τα Δεδομένα 163
8.6 Η Ηγεσία στη Δημόσια Διοίκηση 164
8.7 Η Δημόσια Πολιτική 167
8.7.1 Τα Χαρακτηριστικά της Δημόσιας Πολιτικής 168
8.7.2 Οι Ιστορικοί Σταθμοί της Δημόσιας Πολιτικής 169
8.7.3 Τα Επίπεδα της Δημόσιας Πολιτικής 170
8.7.4 Μοντέλα Λήψης Αποφάσεων για Δημόσιες Πολιτικές 171
8.7.4.1 Μοντέλο ορθολογικών αποφάσεων 171
8.7.4.2 Προσαυξητικό μοντέλο 172
8.7.4.3 Μοντέλο γραφειοκρατικής οργάνωσης 172
8.7.4.4 Μοντέλο συστημάτων πεποιθήσεων 173
8.7.5 Τα Βασικά Στάδια της Δημόσιας Πολιτικής 173
8.7.5.1 Συγκρότηση κυβερνητικής ατζέντας 174
8.7.5.2 Διαμόρφωση πολιτικής 175
8.7.5.3 Λήψη αποφάσεων 175
8.7.5.4 Εφαρμογή πολιτικής 175
8.7.5.5 Αξιολόγηση πολιτικής 176
8.7.5.6 Πολιτική συντήρηση ή αναθεώρηση 176
ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ
Η ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ
ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9
Η Συνταγματική Οργάνωση του Ελληνικού Κράτους
9.1 Οι Θεμελιώδεις Αρχές του Συντάγματος 179
9.1.1 Αρχή της Προεδρευόμενης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας 179
9.1.2 Δημοκρατική Αρχή 180
9.1.3 Αρχή της Διάκρισης των Λειτουργιών 180
9.1.4 Αντιπροσωπευτική Αρχή 182
9.1.5 Κοινοβουλευτική Αρχή 183
9.1.6 Αρχή του Πολυκομματισμού 183
9.1.7 Αρχή του Κράτους Δικαίου 184
9.1.8 Αρχή του Κοινωνικού Κράτους Δικαίου 184
9.2 Τα Όργανα του Ελληνικού Κράτους 185
9.2.1 Το Εκλογικό Σώμα 186
9.2.2 Η Βουλή 188
9.2.3 Η Κυβέρνηση 192
9.2.4 Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας 196
9.2.5 Τα Δικαστήρια 198
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10
Η Διοικητική Οργάνωση του Ελληνικού Κράτους
10.1 Συστήματα Διοικητικής Οργάνωσης 206
10.1.1 Αποσυγκεντρωτικό 206
10.1.2 Συγκεντρωτικό 207
10.1.3 Αποκεντρωτικό 207
10.1.4 Σύστημα Αυτοδιοίκησης 208
10.1.5 Σύστημα εκχώρησης εξουσιών 209
10.2 Ο Δημόσιος Τομέας 209
10.2.1 Η Νομική Οριοθέτηση του Δημοσίου Τομέα 210
10.2.2 Οι Μεταρρυθμιστικές Τάσεις στο Δημόσιο Τομέα 213
10.3 Η Κεντρική Διοίκηση 216
10.3.1 Η Προεδρία της Δημοκρατίας 222
10.3.2 Η Προεδρία της Κυβέρνησης 222
10.3.3 Τα Υπουργεία 225
10.3.4 Οι Αποκεντρωμένες Διοικήσεις 228
10.3.5 Οι Ανεξάρτητες Αρχές 234
10.4 Η Τοπική Αυτοδιοίκηση 236
10.4.1 Οι Δήμοι 237
10.4.2 Οι Περιφέρειες 239
10.5 Το Ανθρώπινο Δυναμικό της Δημόσιας Διοίκησης 241
10.6 Οι Μορφές Ελέγχου της Δημόσιας Διοίκησης 245
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11
Χαρακτηριστικά και Μεταρρυθμιστικές Τάσεις
της Ελληνικής Δημόσιας Διοίκησης
11.1 Τα Χαρακτηριστικά της Ελληνικής Δημόσιας Διοίκησης 249
11.1.1 Πολυνομία και κακονομία 251
11.1.2 Αδυναμίες στη στελέχωση και διαχείριση του ανθρωπίνου δυναμικού 253
11.1.3 Απουσία Συντονισμού και Συγκεντρωτισμός 254
11.1.4 Διαφθορά 255
11.1.5 Απουσία προγραμματισμού 257
11.1.6 Σχέση Δημόσιας Διοίκησης και Πολιτικής Εξουσίας 258
11.2 Η προβληματική των Διοικητικών Μεταρρυθμίσεων στην Ελλάδα 261
11.2.1 1981-1989: Πολιτικοποίηση και Οργανωτικές Παρεμβάσεις 263
11.2.2 1990-1999: Εκσυγχρονισμός, ΑΣΕΠ και Καποδίστριας 264
11.2.3 2000-2009: Νέα Εργαλεία και Διαφάνεια 267
11.2.4 2010-2018: Μνημονιακές Υποχρεώσεις και Καλλικράτης 269
11.2.5 2019-2020: Επιτελικό Κράτος και Ψηφιακός Μετασχηματισμός 270
ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ
ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12
Η Νομιμοποίηση της Εξουσίας
12.1 Νομιμοποίηση και Νομιμότητα 277
12.2 Μορφές Νομιμοποιημένης Εξουσίας 279
12.3 Παραδοσιακοί τρόποι Διασφάλισης της Νομιμοποίησης 281
12.4 Σύγχρονοι Τρόποι Διασφάλισης της Νομιμοποίησης της Πολιτικής Εξουσίας:
Από τον «Μεγάλο Αδελφό» στον «Θαυμαστό Καινούργιο Κόσμο» 284
12.4.1 Το Πανοπτικό Μοντέλο Εξουσίας 286
12.4.1.1 Το μοντέλο εξουσίας του Μεγάλου Αδελφού 286
12.4.1.2 Η Διακυβέρνηση του Michel Foucault 288
12.4.2 Το Συνοπτικό Μοντέλο Εξουσίας 291
12.4.2.1 Η Διαχείριση της Μαζικής Ορατότητας των Λίγων 292
12.4.2.2 Η Δημοκρατική Λογοκρισία 294
12.4.3 Το Υπερπανοπτικό Μοντέλο Εξουσίας 298
12.5 Κρίση Νομιμοποίησης και Κρίση Εξουσίας 300
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13
Το Κράτος Νυχτοφύλακας
13.1 Η Φιλελεύθερη Αρχή 303
13.1.1 Φιλελευθερισμός και Νεωτερικότητα: η Αποθέωση του Ατόμου 304
13.1.2 Φιλελευθερισμός και Κράτος Δικαίου 305
13.1.3 O Διαχωρισμός ‘Κράτους’ και ‘Κοινωνίας των Ιδιωτών’ 305
13.1.4 Ο ρόλος του Φιλελεύθερου Κράτους της Αγοράς 307
13.1.5 Η Αντινομία της Νεωτερικότητας: Η θέσπιση της μη αλληλέγγυας κοινωνίας 308
13.1.6 Ο Εκδημοκρατισμός του Φιλελεύθερου Κράτους 310
13.2 Πολιτικός Φιλελευθερισμός (Θεωρίες Κοινωνικού Συμβολαίου) 312
13.2.1 Η έννοια της Κυριαρχίας στη θεωρία του Hobbes και
η Αγγλική Επανάσταση (1640) 313
13.2.2 Η έννοια της Πολιτικής στη θεωρία του Locke και
η Αμερικανική Επανάσταση (1776) 317
13.2.3 Η έννοια της Γενικής Θέλησης στη θεωρία του Rousseau και
η Γαλλική Επανάσταση (1789) 321
13.3 Οικονομικός Φιλελευθερισμός (A. Smith) 326
13.4 Κοινωνικός Φιλελευθερισμός (J. Bentham -J.Mill, J.S.Mill) 330
13.5 Ο Φιλελευθερισμός στην Ελλάδα 333
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14
Το Κράτος Πρόνοιας
14.1 Από την Φιλελεύθερη Αρχή στην Κοινωνική Αρχή 337
14.1.1 Η Κοινωνική Αρχή μεταξύ Δημοκρατίας και Καπιταλισμού 340
14.1.2 Περίοδοι ανάπτυξης του Κράτους Πρόνοιας 342
14.2 Παράγοντες Ανάπτυξης του Κράτους Πρόνοιας 346
14.3 Μοντέλα Κράτους Πρόνοιας 349
14.4 Αίτια της Κρίσης του Κράτους Πρόνοιας 351
14.5 Θεσμικές Προσαρμογές του Κράτους Πρόνοιας 353
14.6 Το Ελληνικό Κράτος Πρόνοιας 358
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 15
Το Νεοφιλελεύθερο Κράτος
15.1 Τα Χαρακτηριστικά της Νεοφιλελεύθερης Συναίνεσης 362
15.2 Οι Διαστάσεις του Σύγχρονου Φιλελεύθερου επιχειρήματος 366
15.2.1 Η Αυστριακή Σχολή (F. Hayek) 369
15.2.2 Η Σχολή της Βιρτζίνιας (J.M. Buchanan, G. Tullock) 371
15.2.3 Η Σχολή του Σικάγου (M. Friedman) 372
15.2.4 Ελευθεριακός Φιλελευθερισμός και Ελάχιστο Κράτος (R. Nozick) 373
15.3 Κριτική του Νεοφιλελεύθερου επιχειρήματος 374
15.3.1 Κοινοτιστικός Φιλελευθερισμός (M. Walzer) 375
15.3.2 Εξισωτικός Φιλελευθερισμός (J. Rawls) 376
15.4 Απομυθοποίηση της Αγοράς και Επιστροφή του Κράτους 378
ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟ
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 16
Θεωρίες της Δημοκρατίας
16.1 Η Κλασική θεωρία της Δημοκρατίας: Το Αναπτυξιακό Μοντέλο
(Αριστοτέλης, Rousseau, Hegel) 385
16.2 Η Θεωρία του Kοινοβουλευτισμού και η Αντιπροσωπευτική Διακυβέρνηση:
Το Προστατευτικό Μοντέλο (Locke, Guizot, Ωφελιμιστές, Tocqueville) 388
16.3 Η «Νέα θεωρία της Δημοκρατίας»: Το Διαδικαστικό Μοντέλο
(Weber, Schumpeter, Downs) 392
16.4 Η Κρίση της Σύγχρονης Δημοκρατίας 397
16.5 Δημοκρατική Αρχή και Δικαιώματα των Εξουσιαζομένων 400
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 17
Κράτος Δικαίου και Θεμελιώδη Δικαιώματα
17.1 Η έννοια του Κράτους Δικαίου 403
17.1.1 Η θετικιστική εκδοχή 405
17.1.2 Η φιλελεύθερη εκδοχή 405
17.2 Εθνικά Πρότυπα Κράτους Δικαίου 406
17.2.1 Η Αρχή της Νομιμότητας (Γαλλία) 406
17.2.2 Rule of Law (Αγγλία) 407
17.2.3 Rechtsstaat (Γερμανία) 408
17.3 Το Τυπικό Κράτος Δικαίου 409
17.4 Το Ουσιαστικό Κράτος Δικαίου: το Κοινωνικό Κράτος Δικαίου 411
17.5 Θεμελιώδη Δικαιώματα 415
17.5.1 Έννοια και Κατηγορίες Δικαιωμάτων στο Ελληνικό Σύνταγμα 416
17.5.2 Η Αρχή της Αναλογικότητας 419
17.5.3 Η Αρχή της Εθνικής και Κοινωνικής Αλληλεγγύης 420
17.5.4 Η Ανθρώπινη Αξιοπρέπεια 420
17.5.5 Θετική και Αρνητική Ελευθερία 422
17.5.6 Η Αρχή της Ισότητας και οι Εκφάνσεις της 423
17.5.7 Η Τριτενέργεια των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων 425
17.5.8 Τα Θεμελιώδη Δικαιώματα στην ΕΣΔΑ και τον Χάρτη Θεμελιωδών
Δικαιωμάτων της ΕΕ 425
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 18
Κοινωνία Πολιτών και Διακυβέρνηση
18.1 Ο Τρίτος Δρόμος της Πολιτικής 428
18.1.1 Ιστορικές καταβολές και ορισμός της Κοινωνίας Πολιτών 429
18.1.2 Κοινωνία Πολιτών και Δημοκρατική Διακυβέρνηση 438
18.2 Η Ελληνική Κοινωνία Πολιτών 446
ΜΕΡΟΣ ΕΚΤΟ
ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 19
Πολιτικά Κόμματα
19.1 Η Έννοια του Πολιτικού Κόμματος 451
19.2 Τύποι Πολιτικών Κομμάτων 452
19.3 Τα Κομματικά Συστήματα 455
19.4 Η Κρίση και η οργανωτική ανασυγκρότηση του Κομματικού Φαινομένου 461
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 20
Εκλογές και Ψηφοφόροι
20.1 Η Έννοια του Εκλογικού Συστήματος 466
20.2 Τα Είδη των Εκλογικών Συστημάτων 468
20.2.1 Τα Αναλογικά Εκλογικά Συστήματα 468
20.2.2 Τα Πλειοψηφικά Εκλογικά Συστήματα 469
20.2.3 Τα Μικτά Εκλογικά Συστήματα 470
20.3 Η Έννοια της Εκλογικής Συμπεριφοράς 470
20.3.1 Προσεγγίσεις Εκλογικής Συμπεριφοράς 471
20.3.1.1 Η Κοινωνιολογική Προσέγγιση 471
20.3.1.2 Η Ανορθολογική Προσέγγιση 473
20.3.1.3 Η Ορθολογική Προσέγγιση 474
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 21
Ομάδες Συμφερόντων και Διαδικασίες Λήψης Αποφάσεων
21.1 Οι Έννοιες των Ομάδων Πίεσης και των Ομάδων Συμφερόντων 476
21.2 Οι Λειτουργίες και οι Μέθοδοι δράσης των Ομάδων Συμφερόντων 479
21.3 Τα Είδη των Ομάδων Συμφερόντων 480
21.4 Ομάδες Συμφερόντων και Δομές Χάραξης Πολιτικής 483
21.4.1 Πλουραλισμός 483
21.4.2 Κορπορατισμός 484
21.4.3 Τριμερείς Συνεργασίες 487
21.4.4 Κοινότητες Πολιτικής 488
21.4.5 Δίκτυα Πολιτικής 488
21.5 Η Ελληνική περίπτωση 491
21.6 Η διεθνής εμπειρία 493
21.7 Οι Ομάδες Πίεσης στη Δημοκρατία 496
ΜΕΡΟΣ ΕΒΔΟΜΟ
ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 22
Έθνος και Εθνικισμός
22.1 Εννοιολογικοί προσδιορισμοί: Έθνος, Εθνικό Κράτος, Εθνικισμός 503
22.2 Προσεγγίσεις του Εθνικισμού 507
22.3 Το σημασιολογικό πεδίο του Έθνους 512
22.4 Η Ελληνική Εθνική Ταυτότητα 519
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 23
Έθνος Κράτος και Παγκοσμιοποίηση
23.1 Έννοια και Διαστάσεις της Παγκοσμιοποίησης 525
23.1.1 Το Ιστορικό της Παγκοσμιοποίησης 525
23.1.2 Οι Προσεγγίσεις της Παγκοσμιοποίησης 528
23.1.3 Διαστάσεις και Περιεχόμενο της Παγκοσμιοποίησης 531
23.1.4 Χαρακτηριστικά της Παγκόσμιας Διακυβέρνησης 534
23.2 Εθνική ταυτότητα και Παγκοσμιοποίηση 535
23.3 Παγκοσμιοποίηση και ο ρόλος του Έθνους Κράτους 539
23.4 Το Δικτυακό Κράτος της Παγκοσμιοποίησης 541
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 24
Ευρωπαϊκή Ένωση
24.1 Η Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση 546
24.2 Οι Πηγές του Ενωσιακού Δικαίου 548
24.3 Οι Γενικές Αρχές του Ευρωπαϊκού Δικαίου 549
24.4 Η σχέση του Ελληνικού Συντάγματος και του Ευρωπαϊκού Δικαίου 550
24.5 Η Συνθήκη της Λισαβόνας 551
24.6 Οι Θεσμοί της ΕΕ 552
24.6.1 Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο 553
24.6.2 Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο 555
24.6.3 Το Συμβούλιο των Υπουργών της ΕΕ 556
24.6.4 Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή 557
24.6.5 Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα 558
24.6.6 Το Δικαστήριο της ΕΕ 559
24.6.7 Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο 560
24.7 Η Επιτροπή των Περιφερειών 561
24.8 Η θεσμική αρχιτεκτονική της ΕΕ και ο ρόλος των Δημοσίων Διοικήσεων 562
24.9 Οι εθνικές διοικήσεις στις διαδικασίες σχεδιασμού, λήψης και υλοποίησης αποφάσεων σε ενωσιακό επίπεδο 566
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ι. Ελληνική 571
ΙΙ. Ξενόγλωσση 592
ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ 607
Σελ. 1
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
ΒΑΣΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ
Σελ. 2
ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Σελ. 3
1 Πολιτική
Σε μια εποχή απαξίωσης των θεσμοποιημένων εκφράσεων της κοινωνικής και πολιτικής ζωής (πολιτικά κόμματα, συνδικάτα, Κοινοβούλιο κλπ.), το αίτημα της ‘επιστροφής της πολιτικής’ εμπεριέχει την καθημερινή αγωνία κάθε πολίτη. Ενώπιον της αποτυχίας των φορέων της πολιτικής εξουσίας να εγγυηθούν θεσμικά τις αξίες της αλληλεγγύης και της κοινωνικής συνοχής, επιλύοντας τα προβλήματα της φτώχειας και του αποκλεισμού, ο πολίτης φαίνεται ανυπεράσπιστος απέναντι στον ισοπεδωτικό λόγο της εικόνας, τη ‘μονόδρομη σκέψη’ του νεοφιλελεύθερου αγοραίου συστήματος οικονομικής ανάπτυξης, που σημειωτέον κατέρρευσε στο Δουβλίνο το 2009, την τεχνοκρατική γλώσσα των ειδικών που ‘φλερτάρουν’ με τους πολιτικούς αντιπροσώπους του λαού, την συνακόλουθη υποβάθμιση των νομοθετικών σωμάτων και των παραδοσιακών χώρων λήψης αποφάσεων, τη στεγανοποίηση και τον απρόσωπο χαρακτήρα των κρατικών μηχανισμών και της γραφειοκρατίας. Γίνεται μάλιστα λόγος για μια κατάσταση «μεταπολιτικής», «μετα-δημοκρατίας» , όπου οι εκλογικές αναμετρήσεις δεν αποκρύπτουν το γεγονός ότι «η πολιτική διαμορφώνεται στην πραγματικότητα παρασκηνιακά, από τη διάδραση μεταξύ εκλεγμένων Κυβερνήσεων και ελίτ που αντιπροσωπεύουν κυρίως επιχειρηματικά συμφέροντα», από τη στιγμή που η οικονομία τείνει να αντιμετωπίζεται ως κάτι που είναι ένα άβατο, για το οποίο δεν μπορεί να υπάρξει καμία δημοκρατική παρέμβαση. Μάλιστα, το κράτος, ως η κατεξοχήν δημόσια οντότητα, πλέον, υποτάσσεται σε ιδιωτικούς φορείς σε παγκόσμιο επίπεδο: Οι τράπεζες και ο σκιώδης χρηματοπιστωτικός τομέας δανείζουν τα κράτη και οι ιδιωτικοί οίκοι αξιολόγησης ελέγχουν την πιστοληπτική ικανότητα και άρα τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους. Με αυτόν τον τρόπο, οι οντότητες της αγοράς, δηλαδή οι τράπεζες και τα funds που δανείζουν τα κράτη, περιορίζουν την κυριαρχία τους.
Χαρακτηριστικό, άλλωστε, το άρθρο 130 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου προβλέπεται η κατοχύρωση της ανεξαρτησίας των κεντρικών τραπεζών, σε μια επίδειξη ισχύος του κεφαλαίου, και, εν προκειμένω, ότι κατά την άσκηση των εξουσιών και την εκτέλεση των καθηκόντων και υποχρεώσεων που τους ανατίθενται από τις Συνθήκες και το καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ούτε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ούτε οι εθνικές κεντρικές τράπεζες, ούτε κανένα μέλος των οργάνων λήψης αποφάσεων των ιδρυμάτων αυτών, δεν ζητάει ούτε δέχεται υποδείξεις από τα θεσμικά ή λοιπά όργανα ή οργανισμούς, από την Κυβέρνηση κράτους-μέλους ή από άλλο οργανισμό. Τα θεσμικά και λοιπά όργανα ή οργανισμοί της Ένωσης, καθώς και οι Κυβερνήσεις των κρατών-μελών αναλαμβάνουν την υποχρέωση να τηρούν την αρχή αυτή και
Σελ. 4
να μην επιδιώκουν να επηρεάζουν τα μέλη των οργάνων λήψης αποφάσεων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ή των εθνικών κεντρικών τραπεζών, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Με αυτόν τον τρόπο, οι Κυβερνήσεις λειτουργούν περισσότερο ως μεταπράτες, πείθοντας το λαό να υπακούει και να συμμορφώνεται στους εκάστοτε δανειστές τους. Έτσι, το πεδίο της πολιτικής έχει δραστικά περιοριστεί στην ΕΕ με τη μεταφορά αρμοδιοτήτων σε μη πολιτικά ή μη αιρετά όργανα, όπως η διοίκηση της ΕΚΤ.
Όλα αυτά αφηγούνται ένα παρόν και προδιαγράφουν ένα μέλλον για τους ίδιους τους πολίτες, υποβαθμισμένους σε φιλοθεάμον κοινό της «στιγμιαίας δημοκρατίας» των ΜΜΕ, της «ψηφιακής δημοκρατίας» του διαδικτύου, της προκαταλαμβάνουσας «δημοκρατίας» των ερευνών της κοινής γνώμης, σε άθροισμα πολιτικά ακοινώνητων ατόμων, χειραγωγήσιμων από τους κατόχους των μέσων μαζικής επιβολής, αποδεσμευμένους από κάθε ηθική και πολιτική υποχρέωση να μετέχουν συνειδητά στην επιθυμητή αλλαγή ενός κόσμου, που δεν αποτελεί πλέον κόσμημα δημοκρατίας, διαλόγου και στοχασμού· κάτι που έχει οδηγήσει σύγχρονους διανοητές να υποστηρίζουν ότι σήμερα «αναζητούμε το πολιτικό (και, προφανώς, τις λύσεις στα καθημερινά μας προβλήματα) σε λάθος μέρος, με λανθασμένες έννοιες, σε λανθασμένα επίπεδα, σε λάθος σελίδες του ημερήσιου Τύπου».
Αρνούμενοι να συμπορευτούμε με εκείνους που επαγγέλλονται το ‘τέλος της πολιτικής’, την ‘οικονομοποίηση της πολιτικής’, την ‘απεμπόληση της πολιτικής’, την ‘πολιτική οπισθοδρόμηση’ και την, εν γένει, παραχώρηση των κρίσιμων αποφάσεων στην οικονομία, στην εθνική και διεθνή τεχνογραφειοκρατία, υποστηρίζουμε ότι η πολιτική δεν εξαντλείται στους παραδοσιακούς χώρους λήψης αποφάσεων του κράτους και της πολιτικής εξουσίας, αλλά συνιστά ένα μη καθησυχαστικό πεπρωμένο, μια, κατεξοχήν, διαλεκτική και εξισορροπητική διαδικασία μιας πάλης που εκτυλίσσεται δυναμικά και διαρκώς, ανάμεσα στις δυνάμεις της Ολοκλήρωσης και στις δυνάμεις της Αμφισβήτησης . Υπ’ αυτήν την έννοια, ο πολίτης θα πρέπει να αναζητήσει διεξόδους και απαντήσεις στα καθημερινά του προβλήματα στην αρένα όπου εκτυλίσσεται αυτή η πάλη μεταξύ των κρατικών και υπερεθνικών θεσμών, που προάγουν την παθητικότητα και την ιδιώτευση, το «φόβο της πολιτικής» και των δυνάμεων που εκφράζουν την αμφισβήτηση και την αντίσταση.
Σελ. 5
Από το κίνημα Occupy Wall Street το 2011, την Αραβική Άνοιξη μεταξύ 2010 και 2012, την Επανάσταση της Ομπρέλας στο Χονγκ Κονγκ το 2014, το κίνημα των Αγανακτισμένων στη χώρα μας την περίοδο της κρίσης και τα κίτρινα γιλέκα στη Γαλλία το 2018 μέχρι τους σύγχρονους διαδηλωτές της Gen Z (όσοι γεννήθηκαν περίπου μεταξύ 1996 και 2010) σε Μαδαγασκάρη, Νεπάλ, Φιλιππίνες, Ινδονησία, Κένυα, Περού και Μαρόκο, η πολιτική παράγεται και αναπαράγεται στην αρένα της ίδιας της κοινωνίας που εφαρμόζει και που αλλάζει τους κανόνες του παιχνιδιού. Επομένως, όταν κάνουμε λόγο για την ‘πολιτική’ εννοούμε, όχι μόνο την πολιτική των πολιτικών, αλλά, κατεξοχήν, την πολιτική της κοινωνίας, όχι μόνο την πολιτική της εξουσίας, αλλά την πολιτική της δημιουργίας που δεν αναπλάθει τις παλιές αντιπαλότητες, αλλά σφυρηλατεί νέα περιεχόμενα, μορφές και συνασπισμούς.
Άλλωστε, τα θέματα του παρόντος και του μέλλοντος (π.χ. γενετική τεχνολογία, τεχνητή νοημοσύνη) δεν έχουν προκύψει από τη διορατικότητα των Κυβερνήσεων ή την πάλη στο Κοινοβούλιο – ούτε καν στα κέντρα εξουσίας της οικονομίας, της επιστήμης και του κράτους. Αντιθέτως, τέθηκαν στην ημερήσια διάταξη της κοινωνίας από τις ταλαιπωρούμενες από τις αμφιβολίες και αμφισβητήσεις ομάδες και κινήματα που εναντιώνονται στη θεσμοποιημένη αδιαφορία των σύγχρονων πολιτικών συστημάτων. Πολιτική και πολιτικοί θεσμοί δεν μας δόθηκαν από αμετάβλητους φυσικούς νόμους, αλλά ήταν ακριβώς απόρροια αυτής της δυναμικής σχέσης που χαρακτηρίζει την πολιτική, δηλαδή της σχέσης μεταξύ της ‘εξατομίκευσης’ (απομόνωσης) και της ‘ενσωμάτωσης’ στο σύστημα, από τη μια μεριά, και, της ‘αυτοδημιουργίας’ και της ‘αμφισβήτησης’, από την άλλη.
Η δυναμική αυτή σχέση μεταξύ κοινωνικής αμφισβήτησης, πολιτικής πράξης και θεσμικής οργάνωσης δεν αφορά μόνο τη λειτουργία των σύγχρονων πολιτικών συστημάτων, αλλά αποτελεί διαχρονικό αντικείμενο θεωρητικής επεξεργασίας. Η ανάγκη κατανόησης του πολιτικού φαινομένου οδήγησε ιστορικά στη διαμόρφωση της πολιτικής επιστήμης ως διακριτού πεδίου γνώσης. Υπό το πρίσμα αυτό, καθίσταται αναγκαία η εξέταση της ιστορικής εξέλιξης της πολιτικής επιστήμης και, εν συνεχεία, των βασικών προσεγγίσεων μέσα από τις οποίες επιχειρήθηκε η ερμηνεία της πολιτικής πραγματικότητας.
1.1 Η Εξέλιξη της Πολιτικής Επιστήμης
Η εξέλιξη της πολιτικής επιστήμης συνιστά μια μακρά και σύνθετη διαδρομή ιδεών, η οποία εκτείνεται από την αρχαία φιλοσοφική αναζήτηση έως τις σύγχρονες επιστημονικές και κριτικές προσεγγίσεις. Ήδη από την κλασική αρχαιότητα, στο έργο του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, η πολιτική νοείται ως μορφή γνώσης που συνδέεται με την οργάνωση της πόλης και την επιδίωξη του κοινού αγαθού. Η θεμελιώδης αυτή σύλληψη, που αναδεικνύει την πολιτική ως «κυριωτάτη» των επιστημών, θα επηρεάσει καθοριστικά τη μεταγενέστερη σκέψη. Κατά το Μεσαίωνα, η έννοια της πολιτικής επιστήμης δεν εξαφανίζεται, αλλά επανανοηματοδοτείται μέσα από τη σχολαστική παράδοση και τη σύνδεσή της με την ηθική και τη θεολογία, όπως αποτυπώνεται στο έργο του Θωμά Ακινάτη. Στη νεωτερικότητα, ωστόσο, παρατηρείται μια σημαντική τομή: Η πολιτική επιστήμη αποσπάται σταδιακά από τη φιλοσοφία και τη θεολογία και
Σελ. 6
αποκτά πιο αυτόνομο, συστηματικό και «επιστημονικό» χαρακτήρα, ιδίως μέσα από τη συμβολή στοχαστών, όπως ο Hobbes και ο Bodin. Στις νεότερες και σύγχρονες προσεγγίσεις, η πολιτική επιστήμη διευρύνει περαιτέρω το αντικείμενό της, ενσωματώνοντας κοινωνιολογικές, οικονομικές και ιστορικές διαστάσεις. Έτσι, η πολιτική επιστήμη αναδεικνύεται σε πεδίο όπου συνυπάρχουν η κανονιστική θεωρία, η εμπειρική ανάλυση και η κριτική προσέγγιση, συγκροτώντας έναν αυτόνομο και πολυδιάστατο επιστημονικό κλάδο.
1.1.1 Η Κυριωτάτη των Επιστημών
Η έννοια της «πολιτικής τέχνης» εμφανίζεται ήδη στους πρώιμους πλατωνικούς διαλόγους και συνδέεται με το ερώτημα αν η πολιτική μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο διδασκαλίας και συστηματικής γνώσης. Στον Πρωταγόρα του Πλάτωνα (319a-328d), η πολιτική παρουσιάζεται ως ικανότητα που αφορά τη συμμετοχή στα κοινά και τη διαχείριση των υποθέσεων της πόλης. Εκεί τίθεται το ερώτημα αν η «πολιτική αρετή» διδάσκεται, γεγονός που υποδηλώνει ότι η πολιτική δεν είναι απλώς πρακτική εμπειρία, αλλά συνδέεται με γνώση και παιδεία. Ο σοφιστής Πρωταγόρας υποστηρίζει ότι οι πολιτικές αρετές της «δίκης» και της «αιδούς» διανεμήθηκαν εξίσου από το Θεό σε όλους τους πολίτες, άρα είναι όλοι αρμόδιοι να συσκέπτονται και να συναποφασίζουν για τα κοινά. Αντίθετα, ο Σωκράτης υποστηρίζει στο διάλογο αυτό ότι η γνώση των πολλών δεν είναι εγγύηση ότι θα παρθούν οι σωστές αποφάσεις στην πόλη. Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, η πολιτική, όπως οι άλλες τέχνες, είναι υπόθεση, όχι «σύμπαντος του δήμου», αλλά «των σοφών και αγαθών ανδρών, των εμφρόντων αρχόντων, οι οποίοι διανέμουν στους πολίτες το μετά νου και τέχνης δικαιώτατο» (Πολιτεία, 297).
Στον Γοργία (448e-466a), η «πολιτική τέχνη» αντιπαρατίθεται προς τη ρητορική: Ο Σωκράτης υποστηρίζει ότι η ρητορική δεν αποτελεί αληθινή τέχνη (τέχνη με γνωστικό υπόβαθρο), αλλά εμπειρική δεξιότητα, σε αντίθεση με την πολιτική, η οποία προϋποθέτει γνώση του δικαίου και του αγαθού. Η πολιτική πρέπει να πραγματοποιεί τις αξίες που η φιλοσοφία έχει διαγνώσει ως έγκυρες. Η σωκρατική επιχειρηματολογία συνεπάγεται μια αριστοκρατική αντίληψη για την πολιτική, αφού ξεκινάει από την αντίληψη ότι μόνο οι λίγοι, οι φιλόσοφοι, είναι σε θέση να κυβερνήσουν την πόλη.
Η εννοιολογική αυτή εξέλιξη κορυφώνεται στον Πολιτικό (258b-311c), όπου για πρώτη φορά διατυπώνεται ρητά ο όρος «πολιτική επιστήμη». Εκεί η πολιτική δεν περιγράφεται απλώς ως τέχνη, αλλά ως ειδική μορφή γνώσης (ἐπιστήμη), που κατέχει ο «αληθινός πολιτικός» και η οποία αφορά την ορθή σύνθεση και διακυβέρνηση της πόλης. Η πολιτική επιστήμη ορίζεται ως γνώση κανονιστική και συνθετική, συντονίζει τα μέρη της κοινωνίας και στοχεύει στο κοινό συμφέρον. Πρόκειται για γνώση ασφαλή (βέβαιη) και έγκυρη, σε αντίθεση με τη δοξαστική ή δημαγωγική πρακτική. Τη σύλληψη αυτή συστηματοποιεί ο Αριστοτέλης στα Ηθικά Νικομάχεια (Α΄ 1, 1094a-1094b). Εκεί χαρακτηρίζει την πολιτική ως «κυριωτάτην» και «ἀρχιτεκτονικήν» των επιστημών, διότι καθορίζει τους σκοπούς στους οποίους αποβλέπουν όλες οι άλλες πρακτικές δραστηριότητες. Η πολιτική επιστήμη δεν είναι απλώς θεωρητική γνώση, αλλά πρακτική (πρακτική φιλοσοφία), αφού αποσκοπεί στην επίτευξη του ύψιστου αγαθού της πόλης, δηλαδή της ευδαιμονίας των πολιτών. Στα Πολιτικά (1252a κ.ε.), ο Αριστοτέλης θεμελιώνει πε-
Σελ. 7
ραιτέρω την άποψη ότι η πόλη υπάρχει «φύσει» και ότι η πολιτική επιστήμη έχει ως αντικείμενο την οργάνωση της κοινότητας με βάση τη δικαιοσύνη και το νόμο. Στον κλασικό ορισμό του, ο Αριστοτέλης κατανοεί την πολιτική κοινωνία ως αξία, ως αγαθό που πραγματοποιείται κοινωνικά. Πυρήνας της πολιτικής κοινωνίας είναι ο πολίτης (1275α), καθώς το πολιτικό ιδεώδες προϋποθέτει πολιτική συμμετοχή.
Με τη μετάβαση στον ρωμαϊκό κόσμο, η ελληνική αντίληψη για την πολιτική ως χώρος πραγμάτωσης αξιών και αρετής μεταφέρεται και μεταφράζεται και έμελλε να είναι πάνω από χίλια χρόνια σε όλη την αρχαιότητα και το Μεσαίωνα η μόνη παραδεκτή. Ο Κικέρωνας, ιδίως στα έργα De re publica και De legibus, χρησιμοποιεί τους όρους scientia politica και scientia civilis για να αποδώσει την ελληνική σύλληψη. Για τον Κικέρωνα, η πολιτική γνώση συνδέεται με τη σοφία του νομοθέτη και τη διατήρηση της res publica, διατηρώντας τον πρακτικό και ηθικό προσανατολισμό που είχε ήδη αποκτήσει στην ελληνική φιλοσοφία
1.1.2 Η Πραξεολογική Νοηματοδότηση της Πολιτικής Επιστήμης
Μετά τη διαμόρφωση και τη σχετική εδραίωση της έννοιας της «πολιτικής επιστήμης» στον αρχαίο ελληνικό και ρωμαϊκό κόσμο, με κορυφαίους σταθμούς τον Αριστοτέλη και τον Κικέρωνα, μεσολαβεί ένα εκτεταμένο χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο όρος ατονεί στη λατινική Δύση. Από την ύστερη αρχαιότητα έως την Αναγέννηση, η έννοια δεν εξαφανίζεται πλήρως, αλλά χρησιμοποιείται σπάνια, και κυρίως, στο πλαίσιο της μεσαιωνικής σχολαστικής φιλοσοφίας. Κατά τον 12ο αιώνα, στο πλαίσιο της μεταφραστικής δραστηριότητας της Ιβηρικής, ο Dominicus Gundissalinus, αρχιδιάκονος του Τολέδο, επανεισάγει τον όρο civilis scientia. Στα έργα του, όπου επιχειρεί μια συστηματική ταξινόμηση των επιστημών υπό την επίδραση αραβικών και αριστοτελικών πηγών, ο όρος χρησιμοποιείται με νόημα συγγενές προς εκείνο που είχε διαμορφωθεί στον Αριστοτέλη και στον Κικέρωνα: Πρόκειται για γνώση που αφορά την πράξη, τη ρύθμιση του συλλογικού βίου και την ορθή οργάνωση της πολιτικής κοινότητας. Η πολιτική επιστήμη εντάσσεται έτσι σε ένα πραξεολογικό πλαίσιο, δηλαδή σε ένα σχήμα όπου η γνώση αποσκοπεί στη δράση.
Στα μέσα του 13ου αιώνα, η έννοια αποκτά νέα ώθηση με την πρώτη πλήρη λατινική μετάφραση των Ηθικών Νικομαχείων από τον William of Moerbeke. Στη μετάφραση αυτή αποδίδεται ο αριστοτελικός όρος «πολιτική ἐπιστήμη» ως civilis scientia, καθιστώντας εκ νέου διαθέσιμη στη δυτική διανόηση τη συστηματική αριστοτελική θεώρηση της πολιτικής ως «αρχιτεκτονικής» πρακτικής επιστήμης (Ηθ. Νικ. Α΄ 1, 1094a). Τον ίδιο όρο υιοθετούν οι σημαντικότεροι εκπρόσωποι του πολιτικού αριστοτελισμού στο Δυτικό Μεσαίωνα. Ο Θωμάς Ακινάτης, ιδίως στα σχόλιά του στα Ηθικά Νικομάχεια και στη Summa Theologiae, παραμένει πιστός στο αριστοτελικό πνεύμα. Κατατάσσει ρητά την civilis scientia στις πρακτικές επιστήμες, σύμφωνα με τη διάκριση θεωρητικών, πρακτικών και ποιητικών επιστημών. Για τον Ακινάτη, η πολιτική επιστήμη αποσκοπεί στην επίτευξη του κοινού αγαθού (bonum commune) και συνδέεται οργανικά με την ηθική φιλοσοφία. Η γνώση αυτή δεν είναι αφηρημένη θεωρία, αλλά καθοδηγεί τη νομοθετική και κυβερνητική πράξη.
Από την άλλη πλευρά, ο Marsilius of Padua, στο έργο του Defensor Pacis (1324), χρησιμοποιεί επίσης τον όρο civilis scientia για να περιγράψει την πολιτική επιστήμη του Αριστοτέλη. Ωστόσο, προχωρεί σε ένα ριζικό μεθοδολογικό επαναπροσδιορισμό της αριστοτελικής τελο-
Σελ. 8
λογίας. Ενώ ο Αριστοτέλης δίνει έμφαση στο τελικό αίτιο (το σκοπό, δηλαδή το κοινό αγαθό), ο Marsilius αναδεικνύει το ποιητικό αίτιο, δηλαδή τον ανθρώπινο νομοθέτη ως πηγή της πολιτικής τάξης. Με τον τρόπο αυτό επιχειρεί να συνδυάσει τον πρακτικό προσανατολισμό της πολιτικής επιστήμης με χαρακτηριστικά που παραπέμπουν στις «βέβαιες» ή αποδεικτικές επιστήμες, προσδίδοντάς της μεγαλύτερη συστηματικότητα και μεθοδολογική αυστηρότητα. Παράλληλα, στον ανατολικό ρωμαϊκό κόσμο, η χρήση του όρου είναι εξαιρετικά περιορισμένη. Κατά την εποχή του Ιουστινιανού Α΄ (6ος αιώνας), σε κείμενο αγνώστου συγγραφέα απαντά μία μοναδική αναφορά στην «πολιτική επιστήμη». Εκεί ο όρος δεν αναπτύσσεται ως συστηματική θεωρία, αλλά δηλώνει τη γνώση που οφείλει να κατέχει ο βασιλεύς για την ορθή άσκηση των καθηκόντων του. Η έννοια συνδέεται, επομένως, με τη βασιλική σοφία και τη διοικητική επάρκεια, διατηρώντας τον πρακτικό και κανονιστικό της χαρακτήρα.
1.1.3 Η Νεωτερική αναδιατύπωση της Πολιτικής Επιστήμης
Στο μεταίχμιο μεταξύ Μεσαίωνα και Νεότερων Χρόνων, ο όρος «πολιτική επιστήμη» υποχωρεί αισθητά από το προσκήνιο της ευρωπαϊκής διανόησης. Όπως επισημαίνεται στη βιβλιογραφία, η απομάκρυνση αυτή συνδέεται με τη στενή του σύνδεση με τη σχολαστική παράδοση: Η civilis scientia είχε ενταχθεί σε ένα θεολογικά και μεταφυσικά δομημένο σύστημα γνώσης, το οποίο η Αναγέννηση και η πρώιμη νεωτερικότητα αντιμετώπισαν κριτικά. Η αναβίωση του όρου δεν θα γίνει ως απλή επανάληψη της σχολαστικής του σημασίας, αλλά ως αναδιατύπωση ενός νέου επιστημονικού προγράμματος.
Η πρώτη σαφής επαναδιακήρυξη της «πολιτικής επιστήμης» ως αυτόνομου γνωστικού εγχειρήματος εντοπίζεται στο έργο του Jean Bodin. Στα Six livres de la République (1576), ο Bodin δεν περιορίζεται σε πρακτικές οδηγίες διακυβέρνησης, όπως συνέβαινε στα μεσαιωνικά «κάτοπτρα ηγεμόνων», αλλά επιχειρεί μια συστηματική, συγκριτική και θεωρητική ανάλυση της πολιτικής κοινότητας. Η πολιτική επιστήμη, στο σχήμα του, απομακρύνεται από τον στενά πραξεολογικό της χαρακτήρα (ως τέχνη άσκησης εξουσίας) και μετασχηματίζεται σε κριτική και συνολική θεώρηση του συλλογικού βίου. Κεντρική έννοια στο έργο του είναι η κυριαρχία (souveraineté), η οποία ορίζεται με νομική και θεσμική ακρίβεια. Έτσι, η πολιτική επιστήμη αποκτά αντικείμενο σαφώς οριοθετημένο, δηλαδή τη μελέτη της δομής, της προέλευσης και των μορφών της κυρίαρχης εξουσίας μέσα στο κράτος.
Έναν αιώνα αργότερα, ο Johannes Althusius, στο έργο του Politica methodice digesta (1603), επιδιώκει μια ακόμη πιο αυστηρή μεθοδική συγκρότηση του αντικειμένου της πολιτικής. Ο Althusius προτείνει το σαφή διαχωρισμό της πολιτικής επιστήμης από τη θεολογία, τη νομική και τη φιλοσοφία, υποστηρίζοντας ότι η πολιτική διαθέτει δικό της αυτοτελές αντικείμενο, δηλαδή τη συγκρότηση και οργάνωση των κοινωνικών ενώσεων (consociationes), από την οικογένεια έως την πολιτική κοινότητα. Παρότι δεν αποκόπτεται πλήρως από τη θεολογική σκέψη της εποχής του, επιχειρεί να προσδώσει στην πολιτική επιστήμη μεθοδολογική αυτονομία, εντάσσοντάς την σε ένα συστηματικό και ορθολογικά οργανωμένο πλαίσιο.
Σελ. 9
Το αποφασιστικό βήμα προς μια νεωτερική σύλληψη της πολιτικής επιστήμης πραγματοποιείται με το πρώιμο έργο του Thomas Hobbes, ιδίως στα De Cive (1642) και Leviathan (1651). Ο Hobbes επιδιώκει να υπαγάγει τη μελέτη της πολιτικής στις αρχές του ορθού λόγου και της αποδεικτικής μεθόδου, αντιπαραθέτοντας τη λογική επιχειρηματολογία προς τη ρητορική παράδοση. Η πολιτική επιστήμη, σύμφωνα με τον Hobbes, πρέπει να συγκροτηθεί κατά το πρότυπο της γεωμετρίας, δηλαδή να στηρίζεται σε σαφείς ορισμούς και αναγκαία συμπεράσματα. Παράλληλα, οριοθετεί το αντικείμενό της στην ορθολογική μελέτη του δικαίου και της πολιτικής εξουσίας, θεμελιώνοντας την κρατική κυριαρχία σε ένα συμβολαιακό υπόβαθρο. Η έρευνα της δικαιοσύνης και της αρετής δεν αποτελεί πλέον απλώς ηθικό στοχασμό, αλλά εντάσσεται σε ένα ευρύτερο επιστημονικό εγχείρημα κατανόησης των νόμων που διέπουν την ανθρώπινη συμπεριφορά και τη συγκρότηση της πολιτικής τάξης. Στη θεωρία του Hobbes ότι νομιμοποιημένη πολιτική είναι η οποιαδήποτε έκφραση βούλησης του παντοδύναμου και ανεξέλεγκτου κράτους, αντιπαρατίθεται τον 18ο αιώνα η πολιτική φιλοσοφία του Rousseau, όπου στο Κοινωνικό Συμβόλαιο υποστηρίζεται ότι η πολιτική ισχύς πρέπει να νομιμοποιείται όταν πραγματοποιεί το δίκαιο, δηλαδή το αποτέλεσμα συμφωνίας πολιτών που είναι η πραγματοποίηση ελευθερίας και ισονομίας στην Πολιτεία.
Υπό αυτήν την οπτική, η πολιτική επιστήμη δεν είναι μόνο περιγραφική ή αναλυτική· είναι, όπως είδαμε, αξιολογική και πρακτικά προσανατολισμένη, καθώς συνδέεται με την καλλιέργεια πολιτικής κρίσης και τη διαμόρφωση στάσεων απέναντι στην εξουσία. Το διαχρονικό ερώτημα που τίθεται ήδη στο στοχασμό του Πλάτωνα, αν, δηλαδή, η πολιτική αποτελεί πραγμάτωση της αρετής και του κοινού αγαθού ή αν είναι μηχανισμός επιβολής ιδιοτελών συμφερόντων με επίφαση δικαιοσύνης, παραμένει ενεργό έως σήμερα. Το δίλημμα αυτό εμφανίζεται σε διαφορετικές ιστορικές μορφές και επανέρχεται σε κάθε εποχή ως βασικός άξονας θεωρητικής και πρακτικής αντιπαράθεσης. Με τη βιομηχανική επανάσταση και την εδραίωση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, η πολιτική δεν μπορεί πλέον να εξετάζεται ανεξάρτητα από τις οικονομικές δομές και τον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας. Η ανάδυση του βιομηχανικού προλεταριάτου, σε αντιπαράθεση προς την αστική τάξη και την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, έθεσε υπό αμφισβήτηση την παραδοσιακή αντίληψη περί τυπικής ελευθερίας και ισότητας των πολιτών. Ο Marx υποστήριξε ότι η θεωρία του Hobbes για τη συγκρότηση της πολιτικής κοινωνίας μέσω εγωιστικών πράξεων αντανακλά στην πραγματικότητα τη συμπεριφορά των αστών στην αγορά. Παράλληλα, θεώρησε ότι οι έννοιες της ελευθερίας και της ισότητας που διατύπωσε ο Rousseau λειτουργούν ως νομικές μορφές που καθιστούν δυνατή την ανταλλαγή εμπορευμάτων, χωρίς να αναιρούν τις ουσιαστικές κοινωνικές ανισότητες. Υπό αυτό το πρίσμα, τα ζητήματα της πολιτικής επιστήμης συνδέονται άμεσα με την πολιτική αγωγή και τις αξίες που διαμορφώνουν τους πολίτες, και, κατά συνέπεια, η μελέτη των θεσμών δεν μπορεί να αποσπαστεί από τα κοινωνικά συμφέροντα που αυτοί εκφράζουν ή εξυπηρετούν.
Ωστόσο, παρά τις πρώιμες απόπειρες των πρωτοπόρων, η ιδέα της civil science σταδιακά εκπίπτει. Ο θετικισμός του 19ου αιώνα διαμόρφωσε την κοινωνιολογία, ο ιμπεριαλισμός του 20ου αιώνα εισήγαγε την κοινωνική ανθρωπολογία και η πολιτική επιστήμη φαινόταν ξεχασμένη. Η μελέτη του κράτους, των πολιτικών θεσμών και της πολιτικής πράξης παρέμειναν αντικείμενα του δικαίου και της ιστορίας. Ούτως ή άλλως, η πολιτική φιλοσοφία παρέμενε εκτός πανε-
Σελ. 10
πιστημίων. Από τον Μακιαβέλι ως τον Μιλλ και τον Μαρξ, κανένας πολιτικός φιλόσοφος δεν υπήρξε καθηγητής πανεπιστημίου, με εξαίρεση τον Χέγκελ.
1.1.4 Η Ευρύτητα της σύγχρονης Πολιτικής Επιστήμης
Ο 20ός αιώνας σηματοδότησε μια βαθιά μεταμόρφωση της πολιτικής επιστήμης, καθώς το πεδίο απομακρύνεται από την αποκλειστικά φιλοσοφική και κανονιστική του παράδοση και συγκροτείται ως αυτόνομη κοινωνική επιστήμη με εμπειρικό και αναλυτικό προσανατολισμό. Στην ηπειρωτική Ευρώπη, οι αναλύσεις του Weber για τις σχέσεις κράτους και οικονομίας, θρησκείας και οικονομικής συμπεριφοράς, την ηγεσία, και το ζήτημα της γραφειοκρατίας συνιστούν σημείο αναφοράς για την πολιτική επιστήμη, όπως και το κλασικό δοκίμιό του για την πολιτική ως επάγγελμα (1918). Ωστόσο, στις Ηνωμένες Πολιτείες η πολιτική επιστήμη αναπτύχθηκε ως ακαδημαϊκό αντικείμενο, ιδιαίτερα κατά τις πρώτες τρεις δεκαετίες στα πανεπιστήμια Πρίνστον, Γέιλ και Τζονς Χόπκινς, όπου η λεγόμενη «συμπεριφορική επανάσταση» (behavioralism) επιδίωξε να καταστήσει την πολιτική επιστήμη πιο «επιστημονική», υιοθετώντας μεθόδους ποσοτικής ανάλυσης και εστιάζοντας στη μελέτη της πολιτικής συμπεριφοράς των ατόμων και των ομάδων. Η συμβολή του V.O. Key ήταν εδώ καθοριστική. Στο πλαίσιο αυτό, η έρευνα μετατοπίζεται από τους θεσμούς και τις έννοιες προς τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων, τις στάσεις των πολιτών και τη λειτουργία των πολιτικών συστημάτων.
Σε αυτό το ρεύμα του επιθετικού θετικισμού, το έργο του David Easton, ο οποίος εισηγήθηκε την ανάλυση της πολιτικής ως «σύστημα», όπου εισροές (αιτήματα) μετατρέπονται σε εκροές (αποφάσεις, πολιτικές), διαμόρφωσε την αμερικανική πολιτική επιστήμη τις δεκαετίες του 1950 και 1960. Αντίστοιχα, ο Gabriel Almond συνέβαλε στην ανάπτυξη της συγκριτικής πολιτικής, που είχε θεμελιώσει στις αρχές του αιώνα ο W. Wilson, δίνοντας έμφαση στη λειτουργική ανάλυση των πολιτικών δομών σε διαφορετικά κοινωνικά και πολιτισμικά περιβάλλοντα. Η πολιτική επιστήμη αποκτά έτσι πιο σαφή μεθοδολογικά εργαλεία και διευρύνει το αντικείμενό της.
Ωστόσο, από τη δεκαετία του 1960 και αργότερα, η υπερβολική έμφαση στον εμπειρισμό και τη μεθοδολογική ουδετερότητα προκαλεί αντιδράσεις. Η «μετα-συμπεριφορική» στροφή επαναφέρει στο προσκήνιο το κανονιστικό και κριτικό στοιχείο της πολιτικής επιστήμης, υποστηρίζοντας ότι η επιστήμη δεν μπορεί να είναι αδιάφορη απέναντι σε ζητήματα, όπως η δημοκρατία, η ισότητα και η κοινωνική δικαιοσύνη. Αυτή η επαναστάθμιση της γνωσιολογικής υπόστασης της πολιτικής ανάλυσης οδήγησε στην αναβίωση της πολιτικής θεωρίας κατά την τελευταία τριαντακονταετία του εικοστού αιώνα· αναβίωση που έγινε ευργετικά αισθητή και σε άλλους κλάδους της πολιτικής επιστήμης, όπως οι διεθνείς σχέσεις και η διοικητική επιστήμη. Η ανάπτυξη της μαρξιστικής και νεομαρξιστικής σκέψης μέσα από τα έργα των Gramsci, Althusser, Miliband, Wallerstein και Πουλαντζά, ανέδειξε τη σημασία των οικονομικών δομών, της εξουσίας και των κοινωνικών ανισοτήτων για την κατανόηση του πολιτικού φαινομένου. Η σύγχρονη πολιτική επιστήμη οφείλει να διερευνά κατά πόσο οι δημοκρατικοί θε-
Σελ. 11
σμοί διασφαλίζουν πραγματικά τα δικαιώματα όλων, και όχι μόνο την επικράτηση επιμέρους συμφερόντων.
Με αυτήν την εξέλιξη συνδέεται και η συνύπαρξη πολλών κλάδων και πολλών εναλλακτικών προσεγγίσεων στη θεραπεία του καθενός από αυτούς, όπως ο νεοθεσμισμός, η θεωρία της ορθολογικής επιλογής, και οι θεωρίες διακυβέρνησης, οι οποίες θα αναπτυχθούν στα επόμενα κεφάλαια του βιβλίου.
1.2 Οι βασικές προσεγγίσεις της Πολιτικής
Όπως έχει γίνει κατανοητό, η σύγχρονη πολιτική επιστήμη δεν μπορεί να διατηρεί στάση ουδετερότητας απέναντι στο πολιτικό φαινόμενο, προσεγγίζοντάς το αποκλειστικά και αποστασιωποιημένα, καταγράφοντας εκλογικές τάσεις, παρατηρώντας δημοσκοπικά μετατοπίσεις του εκλογικού σώματος, κάνοντας χρήση μαθηματικών μοντέλων και ποσοτικών μεθόδων. Αντιθέτως, καλείται να ενσωματώσει την κανονιστική διάσταση της πολιτικής, αναγνωρίζοντας ότι κάθε ανάλυση του πολιτικού φαινομένου ενέχει αξιολογικές προϋποθέσεις. Μια από τις παλαιότερες διενέξεις στους κόλπους της σύγχρονης πολιτικής επιστήμης αφορούσε, όπως είδαμε, τη φύση του πολιτικού φαινομένου. Η πλειοψηφία των πολιτικών επιστημόνων στράφηκαν σε δύο κύριες κατευθύνσεις: Η πρώτη θέτει σαν αντικείμενο της πολιτικής το κράτος· ενώ, σύμφωνα με τη δεύτερη, η πολιτική ορίζεται ως επιστήμη του φαινομένου της εξουσίας. Υπάρχει, βέβαια, και μια τρίτη αντίληψη της πολιτικής ως επιλογή των προσφορότερων μέσων για την επίτευξη πρακτικών σκοπών, στο πλαίσιο των οποιωνδήποτε κοινωνικών δομών και σχέσεων, που, όμως, απορρίπτεται επειδή επεκτείνει υπερβολικά το αντικείμενό της. Κάθε μία από αυτές αναδεικνύει διαφορετικές όψεις του πολιτικού φαινομένου και αντανακλά ιστορικά και επιστημολογικά στάδια εξέλιξης της πολιτικής σκέψης.
1.2.1 Η Επιστήμη του Κράτους
Η Σχολή του Κράτους έχει τις ρίζες της στην αρχαιότητα. Ο Αριστοτέλης (384-322 π.Χ.), ο πατέρας της πολιτικής επιστήμης και κύριος θεωρητικός αυτής της αντίληψης, με αναφορά στα δύο επίπεδα της φρόνησης – κοινή και πολιτική φρόνηση – όρισε την πολιτική ως τη φροντίδα των κοινών συμφερόντων της Πόλης (Κράτους της αρχαιότητας). Επικαλούμενος τις ιδέες της ‘εντελέχειας’ («ο τελικός σκοπός κάθε πράγματος») και της ‘αυτάρκειας’ θεωρεί την Πόλη-Κράτος ως την αναγκαία οργανική απόληξη μιας φυσιολογικής ανάπτυξης που συντελείται κάτω από την επίδραση μιας φυσικής σκοπιμότητας ή τέλους (οικογένεια, κώμη, Πόλη). Η Πόλη αποτελεί την αυτάρκη, ολοκληρωτική μονάδα στους κόλπους της οποίας επιτυγχάνεται η σύνθεση ατομικών και μερικών συμφερόντων. Σύμφωνα με τον Σταγειρίτη, η πολιτική αφορά στην οργάνωση των κοινών υποθέσεων της αυτόνομης πόλης, δηλαδή της ευρύτερης κοινωνίας που αγκαλιάζει όλα τα άτομα και όλες τις μερικότερες οικογενειακές ή άλλες κοινότητες και ομάδες μέσα σε ένα γεωγραφικό και ιστορικό χώρο και σύμφωνα προς ορισμένες πρακτικές αξίες.
Σελ. 12
Με την ιδέα της ‘εντελέχειας’ ο Αριστοτέλης προσπαθεί να εξηγήσει την ανωτερότητα των κοινών συμφερόντων της πόλης απέναντι στα συμφέροντα των ατόμων και των υποκειμένων ή ενδιάμεσων οικογενειών, ομάδων και οικισμών. Πιο συγκεκριμένα, το περιεχόμενο της πολιτικής πράξης καθορίζεται από πέντε βασικά σημεία:
Πρώτον, η πολιτική δεν προσδιορίζεται από τον αυστηρά υποκειμενικό προσανατολισμό των ατόμων, χωρίς, ωστόσο, να παραγνωρίζεται η παράλληλη ύπαρξη εγωιστικών κινήτρων.
Δεύτερον, η πολιτική ως «πρακτική» δραστηριότητα προϋποθέτει την δια του «νου» και του «λόγου» σύνθεση του ατομικού και γενικού συμφέροντος.
Τρίτον, η πολιτική προϋποθέτει και απολήγει σε ένα επίπεδο κοινωνικής ολοκλήρωσης των ατόμων και των ομάδων στο οποίο ο «νους» παίρνει την τελική του σημασία υπό τη μορφή ενός συστήματος αντικειμενικών κανόνων και αξιών που ισχύουν για όλους.
Τέταρτον, η πολιτική δεν θα μπορούσε να ονομαστεί οποιοδήποτε βίαιο καθεστώς θα έφθανε στο σημείο να αποκλείσει ολότελα τις κοινωνικές αξίες και να στερήσει την ικανότητα πρακτικής αξιολόγησης.
Πέμπτον, η πολιτική δεν είναι δραστηριότητα που στρέφεται στις ειδικές ή ατομικές περιπτώσεις, αλλά και η ‘νομοθεσία’, δηλαδή αυτό το αρχιτεκτονικό σχέδιο της πολιτικής ολοκλήρωσης.
Με την επιφύλαξη των διαφορών, η ιδέα του εθνικού κράτους που αναπτύχθηκε στα τέλη του Μεσαίωνα ως απόληξη προηγούμενων εξελίξεων, συνιστώντας ένα είδος τέλειας κοινωνίας ανεξάρτητης από όλες τις άλλες και ταυτόχρονα κυρίαρχης πάνω στις άλλες μερικότερες κοινωνίες και απέναντι σε τρίτες κρατικές κοινωνίες, δεν διαφέρει ουσιαστικά από εκείνη την αριστοτελικής ιδέα για την Πόλη. Αυτή η αντίληψη ανταποκρίνεται στη θεωρία της κυριαρχίας που γεννήθηκε μαζί με το ίδιο το κράτος. Από τις πρώτες γραμμές του Ηγεμόνα (1513) ο Niccolo Μachiavelli (1469-1527) ταυτίζει την έννοια ‘κράτος’ με την έννοια της ‘κυριαρχίας’ και την έννοια της ‘κυριαρχίας’ με την έννοια της ‘αποτελεσματικής πολιτικής εξουσίας’. Η επίσημη καθιέρωση, στη θεωρία του κράτους, της ιδέας της κυριαρχίας οφείλεται στον Jean
Σελ. 13
Bodin (1530-1596), ο οποίος επηρεασμένος από τον Μachiavelli την περιέλαβε στον ορισμό της Πολιτείας. Πυρήνας αυτής της έννοιας υπήρξε η ιδέα της εδαφικής ενότητας κατ’ αποκλεισμό κάθε εξουσιαστικής επιβολής από το εξωτερικό. Η ‘κυριαρχία’ πράγματι επιβλήθηκε ως εξουσία αυτοπροσδιορισμού απέναντι άλλων δυνάμεων ή κρατών. Παράλληλα, διατηρήθηκε ο πολιτικο-κοινωνικός πλουραλισμός σύμφωνα με τον οποίο ο φορέας της κεντρικής εξουσίας δεν διέθετε ούτε το μονοπώλιο του νομικού καταναγκασμού, ούτε την αποκλειστικότητα της λήψης πολιτικών αποφάσεων. Ο μονάρχης συμβόλιζε την ιδέα της κυριαρχίας απέναντι στις άλλες πολιτικές κοινωνίες, αλλά αποτελούσε και το ενοποιητικό στοιχείο γύρω από το οποίο, με τη συνδρομή της αστικής τάξης, παραμερίστηκε ο πολιτικοκοινωνικός πλουραλισμός (ευγενείς, κλήρος, συντεχνίες) του παλαιού καθεστώτος.
Η ιδέα της κυριαρχίας του κράτους συνδυάστηκε στη Γερμανία με τη θεωρία της νομικής προσωπικότητας του κράτους κατά τον 19ο αιώνα. Για λόγους που σχετίζονται με τις εσωτερικές εξελίξεις της Γερμανίας εκείνη την περίοδο, δηλαδή, το εθνικό ενοποιητικό κίνημα της εποχής στη χώρα αυτή και το ισχυρό ολιγαρχικό στοιχείο των μεγάλων γαιοκτημόνων της Πρωσίας, η γερμανική θεωρία του κράτους υιοθέτησε τη νομική μέθοδο, αποκλείοντας τις κοινωνιολογικές και ψυχολογικές ή ιστορικές έννοιες. Από το 1865, όταν ο Gerber διατύπωσε την αντίληψή του για το λαϊκό Κράτος, μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα, όταν κυριάρχησε η σκέψη του G. Jellinek (1851-1911), η γερμανική νομική παράδοση διαμόρφωσε την οργανική θεωρία για την νομική προσωπικότητα του κράτους.
Τούτο οδήγησε στην αποκρυστάλλωση της αντίληψης της Πολιτικής Επιστήμης ως Επιστήμης του Κράτους (Πολιτειολογία), συνώνυμο της Πολιτείας. Σύμφωνα με αυτήν την αντίληψη που κυρι-
Σελ. 14
άρχησε και στην Ελλάδα, όπου μεταφυτεύτηκε από τους Ν. Ν. Σαρίπολο, Α. Σβώλο, Η. Κυριακόπουλο και Δ. Βεζάνη, το κράτος και οι θεσμοί του είναι το αποκλειστικό αντικείμενο της Πολιτειολογίας. Οπαδοί της αντίληψης για την Πολιτική Επιστήμη ως επιστήμης εξήγησης του κράτους υπήρξαν και σε άλλες χώρες. Για την Γαλλία αξίζει να αναφερθεί ο Marcel Prelot και στο Βέλγιο ο Jean Dabin. Στο ίδιο ρεύμα εντάσσονται και οι R. M. Soltau και Alfred de Grazia που εκπροσωπούν αυτές τις ιδέες στις ΗΠΑ. Γεγονός είναι ότι οι συμμετέχοντες στον πολιτειολογικό διάλογο από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα, τόσο στην κοιτίδα της πολιτειολογίας, δηλαδή στον γερμανόφωνο χώρο, όσο και στην Ελλάδα, είναι αποκλειστικά νομικοί και μάλιστα κατά βάση συνταγματολόγοι. Ωστόσο, η πολιτειολογία δεν πρέπει να θεωρηθεί μέρος της νομικής επιστήμης επειδή το ζητούμενό της είναι η διάγνωση της φύσης του κράτους ως πραγματικού κοινωνικού φαινομένου.
Συμπερασματικά, η συστηματική αναδρομή στην έννοια ‘κράτος’ για την έρευνα του πολιτικού φαινομένου δεν μπορεί να προσφέρει κάτι καινούριο στην επιστημονική έρευνα, καθόσον η πολιτική στον 21ου αιώνα δεν αναγνωρίζει με αποκλειστικό τρόπο τις εξουσίες που εκπορεύονται από το κράτος, αλλά και τις δυνάμεις οι οποίες είναι ανεξάρτητες από το κρατικό μόρφωμα και ενέχουν, ενδεχομένως, οι ίδιες καθαρά υπερεθνική δομή (διεθνείς οργανισμοί, υπερεθνικές εταιρείες, περιβαλλοντικές οργανώσεις κτλ.). Άρα, το να εξαρτήσει κανείς την πολιτικότητα των παρεμβάσεών αυτών των ομάδων στην εθνική και διεθνή πολιτική σκηνή από την ιδέα του θεσμού του κράτους θα αποτελούσε παραγνώριση της σύγχρονης πραγματικότητας.
1.2.2 Η Επιστήμη της Εξουσίας
Απέναντι στην υπόθεση ότι το κράτος είναι νομικά κυρίαρχο και πάνω από την κοινωνία και, συνακόλουθα, σε αντίθεση με την αντίληψη για την Πολιτική Επιστήμη ως Επιστήμης του Κράτους, άλλοι θεωρητικοί προβάλλουν την υπόθεση της ενότητας της εξουσίας και την υπεροχή της αντίληψης για την Πολιτική Επιστήμη ως Επιστήμης της Εξουσίας. Την αντίληψη αυτή κρίνει περισσότερο αποτελεσματική ο Maurice Duverger: «Αν μελετήσουμε συγκριτικά την εξουσία σε όλες τις ανθρώπινες ομάδες θα μπορέσουμε να ανακαλύψουμε τις ενδεχόμενες διαφορές χαρακτήρα ανάμεσα στην εξουσία μέσα στο κράτος και την εξουσία μέσα στις άλλες ομάδες. Αντίθετα, αν περιοριστούμε στη μελέτη της εξουσίας, στο πλαίσιο μόνο του κράτους, μας απαγορεύεται να την συγκρίνουμε με την εξουσία στις άλλες ομάδες και να διαπιστώσουμε έτσι ότι η διαφορά χαρακτήρα που τέθηκε a priori δεν υπάρχει ίσως μέσα στα πράγματα». Στη σχολή αυτή ο Duverger εντάσσει, παρά τις μεταξύ τους διαφορές, τον Max Weber, τον Raymond Aron, τον Georges Vedel και τον Georges Burdeau.
Την έννοια της εξουσίας, και, μάλιστα της κυρίαρχης εξουσίας, δεν αγνοούν ούτε υποτιμούν οι κλασικοί Έλληνες πολιτικοί στοχαστές, Πλάτωνας και Αριστοτέλης. Οι αναλύσεις τις οποί-
Σελ. 15
ες αφιέρωσαν μαρτυρούν τη μεγάλη σημασία την οποία κατέχει η έννοια της εξουσίας στην πλατωνική πολιτική θεωρία. Άλλωστε, από το είδος και τη φύση της εξουσίας ο Αριστοτέλης συνήγαγε την ιδιαίτερη μορφή του κράτους και του πολιτεύματος. Η έννοια της εξουσίας προσέλαβε ιδιαίτερη σημασία και σπουδαιότητα από τους χρόνους της Αναγέννησης, και, σε συνδυασμό με τις εξελίξεις του νεότερου συγκεντρωτικού κράτους, χρησίμευσε ως εφαλτήριο για τις θεωρίες του Μachiavelli και των οπαδών της Σχολής του Κράτους. Κράτος, πολιτική εξουσία και κυριαρχία έγιναν σιγά σιγά έννοιες που έτειναν να ταυτιστούν στους κόλπους του μοναρχικού συγκεντρωτικού συστήματος των νεότερων χρόνων. Οι κλασικοί της πολιτικής επιστήμης που εντάσσονται στην παράδοση της Σχολής του Φυσικού Δικαίου, από τον Hobbes ως τον Spinoza και τον Pufendorf, εμφανίζουν τις κοινωνικές και τις πολιτικές σχέσεις υπό το πρίσμα μιας σύνθεσης δυναμικών σχέσεων και «δυνάμεων». Τέλος, από τον Locke μέχρι τον Bolingbroke και τον Montesquieu και από αυτόν μέχρι τις επαναστατικές συνελεύσεις της Αμερικής και της Γαλλίας, η πολιτική ζωή ανάγεται σε σχέσεις εξισορρόπησης πραγματικά ή δυνάμει αντιμαχόμενων «εξουσιών».
Τη σημασία της εξουσίας, και ειδικότερα της οργανωμένης εξουσίας του κράτους, αναγνωρίζουν επίσης οι επαναστατικές θεωρίες, από τον Babeuf μέχρι τον Marx, τον Lenin και τον Mao, οι οποίοι παραδέχονται, μάλιστα ότι, μια νέα οργανωμένη επαναστατική μειοψηφία μπορεί να καθυποτάξει με τη βία τις καθιερωμένες εξουσίες. Πάντως, οι επαναστατικές θεωρίες στρέφονται τελικά κατά της εξουσίας την οποία θεωρούν μάλλον ως ιστορική ανωμαλία και ελπίζουν ότι, καταλύοντας τις σχέσεις πολιτικής εξουσιάσεως, μπορούν να εγκαθιδρύσουν πολιτικές σχέσεις νέου τύπου χωρίς το στοιχείο της επιβολής και του καταναγκασμού που εμπεριέχει η κλασική έννοια του κράτους.
Σύμφωνα με τον αείμνηστο Γεώργιο Βλάχο, ο οποίος πρώτος δίδαξε την Πολιτική Επιστήμη ως ανεξάρτητο επιστημονικό κλάδο στη νεώτερη Ελλάδα, η μεταστροφή του θεωρητικού ενδιαφέροντος από τους (κρατικούς) θεσμούς στην εξουσία εξηγείται ως ένα βαθμό από τον πολλαπλασιασμό των εξουσιαστικών επεμβάσεων, είτε υπό «ανώμαλες» ή «έκτακτες» περιστάσεις «επείγοντος», «εθνικής» ή άλλης ανάγκης, είτε, στο πλαίσιο του Κράτους Δικαίου, του «Διοικητικού Κράτους» ή του «Κοινωνικού Κράτους». Η διάδοση της τεχνολογίας και η πρόοδος της επιστήμης και των επικοινωνιακών μέσων, καθώς, και οι αναπόφευκτες μεταβολές τεχνικών μεθόδων και αναπροσαρμογές των κοινωνικών δομών εξηγούν την ανάγκη ταχείας λήψης αποφάσεων από υπεύθυνα πρόσωπα της πολιτικής ηγεσίας σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής. Αυτό, όμως, δεν απαντά γιατί οι παραδοσιακοί πολιτικοί θεσμοί πρέπει να παραβιάζονται ή να αλλοιώνονται αντί να μετασχηματίζονται και να αναπροσαρμόζονται στις νέες ανάγκες. Άλλωστε, το ποσοστό και το ειδικό βάρος της εξουσίας προσδιορίζεται από το συσχετισμό των κοινωνικών δυνάμεων που συναγωνίζονται για την πολιτική εξουσία.
Σελ. 16
Ωστόσο, το φαινόμενο της επιβολής και της κατεξουσίασης δεν είναι η αιτία της κοινωνικότητας των ατόμων ούτε ο γενεσιουργός λόγος των διαφοροποιήσεων (κυβερνώντων και κυβερνωμένων), αποτέλεσμα των οποίων είναι η διαρκώς ανανεωτική και ενοποιητική προσπάθεια που εγκλείει ο όρος «πολιτική». Το φαινόμενο της εξουσίας εμφανίζεται κατά τη διάρκεια αυτών των μεταβολών ως σύνδρομο, στην αρχή άτακτο, παγιότερο και μονιμότερο μετέπειτα, στο μέτρο που η αρχή του καταμερισμού κοινωνικής εργασίας καθιστά αναγκαία τη διάκριση κυβερνώντων και κυβερνωμένων. Από τη στιγμή που αυτή η διάκριση προκύπτει στην εν γένει κοινωνική διαδικασία, η έννοια της εξουσίας εισάγεται αναγκαστικά, όχι ως αποκλειστικό αντικείμενο της πολιτικής, αλλά ως ένα από τα στοιχεία που συνιστούν πολιτική πράξη. Με άλλα λόγια, η εξουσία δεν δημιουργεί ούτε επεξηγεί το φαινόμενο της πολιτικής· αντίστροφα, η πολιτική μπορεί να εξηγήσει το γιατί και το πώς της εμφάνισης της εξουσίας στους κόλπους των ανθρωπίνων κοινωνιών που ονομάζουμε πολιτικές.
Η ουσία της πολιτικής είναι ακριβώς εκείνο που μας επιτρέπει να κατανοήσουμε το γιατί και το πώς τόσο ανόμοια πράγματα, όπως ο εξουσιάζων και ο εξουσιαζόμενος, ο πλούσιος και ο φτωχός, συμμετέχουν όλοι μαζί, σαν πρωταγωνιστές ή σαν απλοί κομπάρσοι στο δράμα ή στην ιλαροτραγωδία της πολιτικής από την εποχή που οι Αθηναίοι του Θησέα διάνοιξαν το δρόμο στη δημοκρατία και στον πολιτικό στοχασμό. Το λάθος, όπως σημειώνει ο Βλάχος, είναι να νομίσει κανείς ότι οι ηθοποιοί φτιάχνουν το σενάριο και την υπόθεση και τη σκηνοθεσία. Διότι στην αλήθεια της πολιτικής η αρχή του δράματος είναι άγνωστη όπως και το τέλος.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το φαινόμενο της εξουσίας και το φαινόμενο του κράτους στερούνται οποιασδήποτε σημασίας για τον προσδιορισμό της έννοιας του πολιτικού φαινομένου. Απλά, υποδηλώνει ότι δεν μπορούν να εξηγήσουν το γιατί και το πώς της εκδήλωσης της πολιτικής. Η αριστοτελική έννοια της πολιτικής, η οποία αναφέρεται στην Πόλη, και, κατά προέκταση, στη συνολική εν γένει κοινωνία που εγκλείει στους κόλπους της ένα σύνθετο πλέγμα μερικότερων κοινωνιών, από την οικογένεια ως το συνοικισμό, και, η νεότερη κλασική έννοια της πολιτικής, ως δραστηριότητας που τείνει μονομερώς και σταθερώς στην επιδίωξη του «κοινού αγαθού», είναι ανεπαρκείς, διότι θεμέλιο της πολιτικής δεν είναι ακριβώς η ιδέα του κοινού συμφέροντος, αλλά η πρακτική δυνατότητα αμφισβήτησης αυτού του συμφέροντος και αυτών των αξιών που το υποστηρίζουν.
1.2.3 Η Επιστήμη της Διαλεκτικής Εξισορρόπησης
Η αριστοτελική έννοια του «κοινού αγαθού» που πραγματώνεται μέσα από τις «φυσικές» τάσεις της «εντελέχειας» και της «αυτάρκειας» γνωρίζει μια γόνιμη αναθεώρηση στο έργο του Γ. Κ. Βλάχου που στηρίζεται στην επίσης αριστοτελική ιδέα του «νου» ή του «λόγου», ως μιας φυσικής ανθρώπινης ιδιότητας που υπόκειται σε διαμορφωτικές επιδράσεις του χώρου και του χρόνου. Έτσι, θεμελιώνεται η ιδέα της διαλεκτικής φύσης του ανθρώπου που είναι αποτέλεσμα
Σελ. 17
της διαλεκτικής υπόστασης του ανθρωπίνου νου ή λόγου. Ο άνθρωπος είναι ένα ιστορικό διαλεκτικό ον: Διαθέτει μια ιδιαίτερη υπόσταση που εξαρτιέται από το χώρο και το χρόνο (ιστορικό) και αυτή η ιστορικότητά του είναι η αιτία της έντονης σχέσης ανθρώπου-ιστορίας-περιβάλλοντος που μορφοποιείται από την αμοιβαία και συνεχή αλληλεπίδραση των παραγόντων αυτών και την προοδευτική αλλαγή τους. Με άλλα λόγια, η σχέση ανθρώπου και κοινωνίας είναι πολυδιάστατη, διότι ο άνθρωπος επεμβαίνει μεν καθοριστικά στη διαμόρφωση της κοινωνικής οργάνωσης, αλλά και διαμορφώνεται απ’ αυτήν. Επομένως, η επέμβαση του ανθρώπου στις ιστορικές και κοινωνικές διεργασίες γίνεται μέσω της πολιτικής του δραστηριότητας.
Η πολιτική, με τη σειρά της, είναι μια διαλεκτική διαδικασία, δηλαδή μια προσπάθεια διαρκούς αναπροσαρμογής στις εναλλασσόμενες φάσεις της υλικής και πνευματικής ανάπτυξης, «ένας συνεχώς ανανεούμενος σκοπός, σύμφωνα με το δυναμικό χαρακτήρα των ανθρωπίνων κοινωνιών» και γι’ αυτό διαθέτει μια σχετική λογική και ουσιαστική αυθυπαρξία. Έτσι, η πολιτική γίνεται αντιληπτή ως πολιτική ολοκλήρωση, πράγμα που δίνει μια νέα διάσταση στο φαινόμενο της κοινωνικοποίησης του ανθρώπου.
Σύμφωνα με τον Βλάχο, η κοινωνικοποίηση του ανθρώπου διαπιστώνεται και στις πιο πρωτόγονες κοινωνίες ακόμη και σε ορισμένες ζωικές, είναι κατά βάση αποτέλεσμα της βιολογικής και ψυχολογικής ανάγκης, ενώ η πολιτική ολοκλήρωση αποτελεί τη συνισταμένη λόγου ή νου και της πολιτικής φρόνησης και καταλήγει στην προσαρμογή της δραστηριότητας του ατόμου σε μια συνολική κοινωνία που στηρίζεται σε ορισμένες αντικειμενικές αξίες. Η διαδικασία της πολιτικοποίησης αρχίζει όταν ο άνθρωπος εγκαταλείπει τη ζωώδη κατάσταση της αγέλης και ενταχθεί σε μια ειρηνική κοινωνία. Η μετάβαση αυτή είναι προϊόν της εμφάνισης της ατομικής συνείδησης, κάτι που συνιστά ένα βίαιο και τραγικό συμβάν, διότι το άτομο αμφισβητεί άμεσα τους βιολογικούς και ψυχολογικούς κανόνες της ομάδας προς την οποία παραμένει αλληλέγγυο. Αυτή η σύγχρονη αμφισβήτηση και αλληλεγγύη είναι η αιτία γένεσης μιας «δημιουργικής αταξίας» που δεν μπορεί να ζήσει χωρίς την τάξη. Η ατομική συνείδηση αποτελεί την προϋπόθεση της πολιτικής εξουσίας και της πολιτικής κοινωνίας. Το ανθρώπινο ζώο γίνεται «ζώον πολιτικόν» από τη στιγμή που αποκτά τη δυνατότητα να αμφισβητεί τους κανόνες της ομάδας στο όνομα της ομάδας. Με αυτόν τον τρόπο, η έννοια της πολιτικής, από την αρχή της ιστορικής της εμφάνισης, αποτελεί συνάρτηση δύο στοιχείων: Της αμφισβήτησης και της εξουσίας που αποτελούν τους δύο αντιτιθέμενους πόλους της πολιτικής και βρίσκονται σε μια συνεχή διαλεκτική σχέση και εξάρτηση. Η διαλεκτική φύση του ανθρώπου δημιουργεί την αμφισβήτηση που προκαλεί την εξουσία. Η αμφισβήτηση αποτελεί το συστατικό στοιχείο κάθε κοινωνίας και της πιο αυταρχικής. Σε αντίθεση με τις «παθολογικές» ή «ανομικές» μορφές αμφισβήτησης, η πολιτική αμφισβήτηση εμφανίζε-
Σελ. 18
ται ως το αντίθετο της απλής απόκλισης, άρνησης, αδιαφορίας, και παθητικότητας. Είναι εκδήλωση ενδιαφέροντος για τα κοινά, είναι συμμετοχή στη διαδικασία της συνεχούς αλλαγής και ανανέωσης της εξεταζόμενης κοινωνίας.
Η πολιτική αποτελεί, λοιπόν, τη συνισταμένη της πρακτικής δραστηριότητας του ανθρώπου και είναι συνυφασμένη με τη δημιουργική του φύση. Εύστοχα ο Beck σημειώνει ότι «η πολιτική και η τέχνη, αλλά και η τεχνική χαρακτηρίζονται από το στοιχείο της αυτοδημιουργίας. Η ιστορία του πολιτικού είναι, με αυτήν την έννοια, η ιστορία της επινόησης του πολιτικού». Επομένως, η βασικά αριστοτελική στροφή προς τον άνθρωπο προσανατολίζει την προσοχή της Πολιτικής Επιστήμης σε όλες εκείνες τις εκδηλώσεις στην κοινωνία που αποτελούν δημιούργημα της ανθρώπινης δραστηριότητας.
Ο αείμνηστος Νίκος Πουλαντζάς (1936-1979) επισημαίνει ότι ο όρος αμφισβήτηση «δεν είναι παρά η σημερινή μορφή φυσιολογικής έκφρασης κριτικής αντίστασης στο κατεστημένο και αντιθέσεων που αποτελούν ανέκαθεν οργανικό και λειτουργικό στοιχείο κάθε ζωντανής πνευματικής, κοινωνικής και πολιτικής διαδικασίας». Η αμφισβήτηση της εποχής μας δεν είναι, σύμφωνα τον Πουλαντζά, παρά μια άλλη ονομασία της ταξικής πάλης ή μια άλλη σύγχρονη μορφή παλιών συγκρούσεων και αντιθέσεων στον πολιτικο-ιδεολογικό τομέα ή κάποτε μια άσκηση κριτικής. Ωστόσο, παραδέχεται ότι υπάρχουν καινούρια φαινόμενα που αφορούν κυρίως ουτοπιστικές και ιδεολογικές συνιστώσες και εκφράζουν μια ολοκληρωτική και απόλυτη άρνηση των «παραδοσιακών» θεσμών και σκέψης όσο και της σκέψης και των οργανώσεων της αριστεράς. Άρνηση που ξεκινάει από την αντίδραση μιας μερίδας νεολαίας και των διανοουμένων σε μια μακροχρόνια συγκυρία αποστέωσης και δογματισμού. Στο τελευταίο του βιβλίο, το Κράτος, η Εξουσία, ο Σοσιαλισμός, επισημαίνει το φαινόμενο της διαφοροποίησης στην εποχής μας, όπως εκφράζεται μέσα από τα κινήματα της αμφισβήτησης: «Ο (σύγχρονος) αυταρχικός κρατισμός γεννά ο ίδιος νέες μορφές λαϊκών αγώνων…οι αγώνες αυτοί σημαδεύονται από έναν χαρακτηριστικό αντικρατισμό και εκφράζονται με την εξάπλωση αυτοδιαχειριστικών εστιών και δικτύων άμεσης παρέμβασης των μαζών στις αποφάσεις που τους αφορούν…Αν και η κίνηση αυτή βρίσκεται σε απόσταση από το Κράτος έχει, ωστόσο, σημαντικές εξαρθρωτικές επιπτώσεις μέσα στο ίδιο το Κράτος. Φαινόμενο που σημαδεύει ιδιαίτερα τόσο τους παραδοσιακούς αγώνες, όσο και τους εντελώς ιδιαίτερα νέους αγώνες».
Παρατηρούμε ότι η ενσωμάτωση (ολοκλήρωση) και η προσαρμογή του ατόμου, στο πλαίσιο ενός αυταρχικού κρατισμού, η «εξατομίκευση (απομόνωση) και ιδιωτικοποίηση του κοινωνικού σώματος» κυριαρχούνται ή συμβαδίζουν διαρκώς με το φαινόμενο της αμφισβήτησης των σύγχρονων κινημάτων, τα οποία εξισορροπούν τη λειτουργία ενσωμάτωσης των κρατι-
Σελ. 19
κών μηχανισμών. Η έννοια της «πολιτικής εξισορρόπησης» περιλαμβάνει όλη την κλίμακα των πολιτικών εκδηλώσεων και η λειτουργία της τροφοδοτείται με όλα τα στοιχεία που προσφέρει το ηθικό, οικονομικό και πολιτικό επίπεδο της αντίστοιχης πολιτικής κοινωνίας.
Κυρίως, όμως, αυτές οι δραστήριες μειοψηφίες των κινημάτων κάνουν να κινηθεί η κοινωνία πολύ περισσότερο απ’ όσο οι οργανώσεις και τα Κοινοβούλια και πολύ πιο γρήγορα. Ασκούν μια λειτουργία εξερεύνησης και διασάλευσης, συνειδητοποίησης και αφύπνισης απέναντι στην ύπνωση των θεσμών. Επηρεάζουν και εμπνέουν την εξουσία, αφού «εξουσία και αγώνες αλληλοπροκαλούνται και αλληλοκαθορίζονται». Η συλλογική τους δράση θέτει επί τάπητος το αίτημα της ανθρώπινης ολοκλήρωσης ως κατεξοχήν αντικείμενο της πολιτικής. Μιας νέας όσο και παλιάς όμως πολιτικής τόσο στον τύπο όσο και στην ουσία της, υπερβαίνοντας διακρίσεις ανάμεσα σε ιδιωτικό και δημόσιο, ανάμεσα σε Δεξιά και Αριστερά.
Αν μη τι άλλο, τα κινήματα αυτά (των γυναικών, των νέων, των αναπήρων, των μεταναστών, του περιβάλλοντος κλπ.) αποτελούν την πιο ζωντανή μαρτυρία για το ότι η πολιτική είναι φαινόμενο ευρύτερο του κράτους και της εξουσίας, και μπορεί να προσεγγιστεί καλύτερα με αναφορά στα πολύπλοκα και πολύπλευρα φαινόμενα της διαφοροποίησης/αμφισβήτησης, της ολοκλήρωσης-αποδοχής, εκκένωσης ή αλλαγής και της μεταξύ τους διαμορφούμενης δυναμικής ισορροπίας.
Ενδεικτικά, ο Καλογεράτος αναφέρει μερικούς τρόπους εκδήλωσης αμφισβήτησης και ορισμένα από τα είδη της:
• Υποκείμενο της αμφισβήτησης μπορεί να είναι άτομο ή ομάδα.
• Οι ομάδες μπορεί να είναι οργανωμένες ή ανοργάνωτες, τυπικές ή άτυπες, αναγνωρισμένες ή μη, νόμιμες ή παράνομες, φανερές ή κρυφές.
• Η αμφισβήτηση μπορεί να πάρει αυθόρμητο και περαστικό ή λιγότερο ή περισσότερο διαρκή και μόνιμο χαρακτήρα.
• Η αμφισβήτηση μπορεί να αφορά στην ίδια την οργάνωση της εξουσίας και στον τύπο του Πολιτεύματος ή στον τρόπο και στα πρόσωπα άσκησης της εξουσίας. Μπορεί να αφορά στις αξίες και πεποιθήσεις. Και γενικά στις ιδεολογικές, αλλά και οικονομικές βάσεις της κοινωνίας.
• Αντίστοιχα με τα παραπάνω, η αμφισβήτηση μπορεί να αποβλέπει στην αλλαγή μέρους ή συνόλου θεσμών, δομών, προσώπων και ιδεών.
• Η αμφισβήτηση μπορεί να επιδιώκει τη λήψη μιας απόφασης ή την παρεμπόδιση απόφασης από τα κέντρα εξουσίας.
• Οι αμφισβητίες μπορεί να περιορίζονται στον επηρεασμό της εξουσίας ή να επιδιώκουν συμμετοχή σ’ αυτήν ή και ‘κατάληψή’ της.
• Η αμφισβήτηση μπορεί να πάρει τη μορφή βίας ή να περιοριστεί σε ειρηνικά μέσα δράσης.
Σελ. 20
Συνεπώς, η αναγνώριση της λειτουργικότητας του λόγου ή του νου και της ιστορικής-διαλεκτικής φύσης του ανθρώπου, αποκλείει μονομερείς και μονοδιάστατες εξουσιάσεις του ενός παράγοντα (άτομο-ομάδα κλπ.) επί του άλλου και αποκαθιστά τη διαλεκτική τους σχέση που είναι ανταγωνιστική, αλληλέγγυα, αλλά και εξισορροπητική συγχρόνως. Για τον ίδιο λόγο, οι πολιτικές δυνάμεις δεν αποτελούν κάτι το δεδομένο και στατικό, αλλά βρίσκονται σε μια συνεχή αλληλεπίδραση, έλεγχο και εξισορρόπηση που κάνουν δυνατή τη λειτουργία της πολιτικής στην κοινωνία και εξασφαλίζουν την (σχετική) αυτονομία και ανεξαρτησία της απέναντι στις άλλες παραπλήσιες και συγγενείς λειτουργίες της κοινωνίας. Έτσι, η πολιτική οριοθετεί το αντικείμενό της και καθιερώνεται ως μια σύγχρονη και ανεξάρτητη κοινωνική επιστήμη. Τα άτομα, σαν έμπρακτοι δυναμικοί φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων είναι, συνεπώς, βασικός παράγοντας της πολιτικής ζωής και απαραίτητο συμπλήρωμα της ανάλυσης των ‘πολιτικών’ δυνάμεων.
Φυσικά, ο βαθμός παρέμβασης και αμφισβήτησης των κοινωνικών ομάδων ποικίλλει ανάλογα με το χαρακτήρα του πολιτικού συστήματος, το οποίο διαβαθμίζει τη δυνατότητα αμφισβήτησης των ατόμων και των ομάδων που διαβιώνουν σε αυτό και επινοεί τρόπους εκκένωσης της αμφισβήτησης και οργανώνει διαδικασίες καταστολής της. Τα σύγχρονα καθεστώτα τελειοποιούν ένα σύνολο μέσων που ήδη διαθέτουν, επινοούν νέα (βλ. κεφ.12), δηλαδή προσφεύγουν σε ότι ονομάζουμε κρατικούς μηχανισμούς – ιδεολογικούς, κατασταλτικούς, προληπτικούς – που αποσκοπούν ακριβώς στην πρόληψη, στην καταστολή και στην εκκένωση της αμφισβήτησης. Σχολείο, εκκλησία, στρατός, αστυνομία, ΜΜΕ, μέσα κοινωνικής δικτύωσης κλπ. συνδυάζονται με καθαρά και τυπικά πολιτικότερες διαδικασίες, όπως ο πολυκομματισμός, η διάκριση των λειτουργιών, οι εκλογές, η νομοθεσία, με άλλες μεθόδους, όπως η ιδεολογική προπαγάνδα, η ιδέα της εθνικής συναίνεσης ή ομοθυμίας, η ιδέα του γενικού συμφέροντος, η ιδέα της κοινής γνώμης κλπ. που στοχεύουν στην ολοκλήρωση/ενσωμάτωση ατόμων και ομάδων στο «σύστημα». Οι τρόποι αυτοί δεν αποτελούν απλά μηχανισμούς πολιτικής κοινωνικοποίησης και ενσωμάτωσης, αλλά αποσκοπούν στο ακριβώς αντίθετο: Στην αποπολιτικοποίηση, στην «εξατομίκευση», στον αποπροσανατολισμό, στη «μη εκδήλωση», στον εκφυλισμό, στη «βουβαμάρα», στην ύπνωση.
Επομένως, από την αυτόνομη Πόλη ως την αυτοκρατορία, από την κοινότητα ως το εθνικό κράτος, την ομοσπονδία κρατών, και τις διεθνείς κοινότητες η πολιτική εκδηλώνεται υπό ποικίλες μορφές και με διαφορετική κάθε φορά ένταση. Η κοινότητα, το κράτος, η ομοσπονδία, η συνομοσπονδία είναι απλά παθητικά υποκείμενα ή διαλεκτικοί σταθμοί, χωρίς να είναι φορείς της πολιτικής ή ανυπέρβλητα όρια για την πολιτική δράση. Φορείς της πολιτικής είναι οι άνθρωποι σαν άτομα-μέλη ομάδων ή οργανώσεων, υπό τον όρο ότι δρουν πολιτικά κατά την εκτεθείσα έννοια και επηρεάζουν άμεσα ή έμμεσα τις αποφάσεις που χαρακτηρίζονται ως πολιτικές.






