ΠΙΣΤΩΤΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ - ΝΟΜΙΚΕΣ & ΘΕΣΜΙΚΕΣ ΟΨΕΙΣ
13ο Πανελλήνιο Συνέδριο e-ΘΕΜΙΣ
από 29,75 €
Έως 64,75 €
- Έκδοση: 2025
- Σχήμα: 17Χ24
- Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
- Σελίδες: 248
- ISBN: 978-618-08-0729-5
To βιβλίο εμπεριέχει εισηγήσεις από το 13ο Πανελλήνιο Συνέδριο της Ένωσης Ελλήνων Νομικών e-Θέμις με θέμα «Πιστωτικά Ιδρύματα – Νομικές & Θεσμικές Όψεις», το οποίο πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα στις 13 και 14 Δεκεμβρίου 2024 και το οποίο παρακολούθησαν εκατοντάδες δικηγόροι και νομικοί από όλη την Ελλάδα.
Ειδικότερα, περιλαμβάνει εισηγήσεις για σειρά επίκαιρων ζητημάτων στον χρηματοπιστωτικό τομέα, όπως η πορεία της εξυγίανσης των πιστωτικών ιδρυμάτων, οι προοπτικές του ψηφιακού ευρώ, η αστική πτώχευση, ο ηλεκτρονικός πλειστηριασμός, η αναπροσαρμογή και πρόωρη λύση των πιστωτικών συμβάσεων, το θεσμικό πλαίσιο της εταιρικής διακυβέρνησης των εισηγμένων πιστωτικών ιδρυμάτων, οι κίνδυνοι και οι υποχρεώσεις των τραπεζών ως υπευθύνων επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων και πολλά άλλα κρίσιμα ζητήματα.
Το βιβλίο απευθύνεται σε όλους τους δικηγόρους αλλά και σε όλους τους νομικούς ευρύτερα, που ασχολούνται, άμεσα ή έμμεσα, με τον πιστωτικό τομέα στη χώρα μας. Αποτελεί ένα χρήσιμο βοήθημα τόσο για τους δικηγόρους που τυχαίνει να αντιμετωπίζουν κάποιο ζήτημα έναντι ενός πιστωτικού ιδρύματος όσο και για τους δικηγόρους που συνεργάζονται με πιστωτικά ιδρύματα. Ταυτόχρονα μπορεί να υποβοηθήσει σημαντικά και το έργο ενός εφαρμοστή του νόμου.
Πρόκειται για ένα σημαντικό σύγγραμμα στον τομέα του, για ζητήματα τόσο πρακτικά όσο και θεωρητικά.
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
I. Θεσμικές εξελίξεις και επίκαιρα ζητήματα
στον Χρηματοπιστωτικό Τομέα
Προεδρεύων: Αντώνης Γ. Καραμπατζός
Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
Η πορεία της εξυγίανσης των πιστωτικών ιδρυμάτων
από την κρίση έως την επενδυτική βαθμίδα 3
Θεώνη Αλαμπάση
Γενική Γραμματέας Χρηματοπιστωτικού Τομέα και Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους, Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών
Ζητήματα ρύθμισης, διακυβέρνησης και προοπτικές
του ψηφιακού ευρώ 10
Ιωάννης Λιναρίτης
Επίκουρος Καθηγητής Εμπορικού Δικαίου Νομικής Σχολής ΔΠΘ
Ειδική εκκαθάριση πιστωτικών ιδρυμάτων - 14 χρόνια εξελίξεων 79
Βασίλης Α. Μαυρομμάτης
Εταίρος στη Δ.Ε. «Πλατής – Αναστασιάδης & Συνεργάτες»,
Τραπεζικό Δίκαιο και Δίκαιο Αφερεγγυότητας
Η εναλλακτική επίλυση διαφορών (ΕΕΔ) μεταξύ τραπεζών
και καταναλωτών στην ΕΕ και η συμβολή της στην διαδικασία
ολοκλήρωσης της ευρωπαϊκής τραπεζικής αγοράς 91
Θεόδωρος Κουτσούμπας
Επ. Δικηγόρος, ΔΝ, Πρώην Ελληνικός Χρηματοοικονομικός Μεσολαβητής
II. Επίκαιρα ζητήματα του δικαίου
της αναγκαστικής εκτέλεσης και της διαχείρισης απαιτήσεων & δανείων εν γένει
Προεδρεύων: Νικόλαος Κλαμαρής
Ομότιμος Καθηγητής Πολιτικής Δικονομίας Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
Αστική πτώχευση και απαλλαγή - παροχή Δεύτερης Ευκαιρίας.
Οι δύο βασικές καινοτομίες του Ν 4738/2020 107
Ιωάννα Καλαντζάκου-Τσατσαρώνη
Δικηγόρος, τ. Αντιπρόεδρος ΔΣΑ, Μέλος ΔΣ Συνδέσμου Ελλήνων Εμπορικολόγων, Μέλος Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής Πτωχευτικού Κώδικα
Ζητήματα ηλεκτρονικού πλειστηριασμού 119
Νικόλαος Μ. Κατηφόρης
Αναπληρωτής Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ, Δικηγόρος
III. Επίκαιρα νομικά ζητήματα
στον Χρηματοπιστωτικό Τομέα
Προεδρεύων: Γεώργιος Τριανταφυλλάκης
Καθηγητής Νομικής Σχολής ΔΠΘ
Αναπροσαρμογή και πρόωρη λύση πιστωτικών συμβάσεων 143
Ζαφείρης Ν. Τσολακίδης
Αναπληρωτής Καθηγητής Αστικού Δικαίου Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
Η διανομή ασφαλιστικών προϊόντων από τα πιστωτικά ιδρύματα 171
Ελένη Καραμανάκου
Επίκουρη Καθηγήτρια Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ, Δικηγόρος
IV. Σύγχρονες εξελίξεις και επίκαιρα πρακτικά
& νομικά ζητήματα στον Χρηματοπιστωτικό Τομέα
Προεδρεύων: Γεώργιος Κόντης
Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
Οι τράπεζες ως υπεύθυνοι επεξεργασίας δεδομένων:
κίνδυνοι και υποχρεώσεις 201
Χάρις Συμεωνίδου
Δικηγόρος, LLM, Ειδική Επιστήμονας ΑΠΔ
Δρ Ευφροσύνη Σιουγλέ
Ειδική Επιστήμονας, Προϊσταμένη Γνωμοδοτικού – Συμβουλευτικού Τμήματος ΑΠΔ
Το Θεσμικό Πλαίσιο για την Εταιρική Διακυβέρνηση των Εισηγμένων Πιστωτικών Ιδρυμάτων – Νομοθετικές Απαιτήσεις, Εποπτικές Συναρμοδιότητες και Σύγχρονες Προκλήσεις 222
Αναστασία Πετσινάρη, Δικηγόρος
LLM, ΜΒΑ, MSc., Νομική Σύμβουλος, Επικεφαλής Νομικών Υπηρεσιών
και Εταιρικής Διακυβέρνησης Optima bank
Σελ. 1
I. Θεσμικές εξελίξεις και επίκαιρα ζητήματα
στον Χρηματοπιστωτικό Τομέα
Προεδρεύων: Αντώνης Γ. Καραμπατζός
Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
Σελ. 3
Η πορεία της εξυγίανσης των πιστωτικών ιδρυμάτων από την κρίση έως την επενδυτική βαθμίδα
Θεώνη Αλαμπάση
Γενική Γραμματέας Χρηματοπιστωτικού Τομέα και Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους, Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών
Κυρίες και κύριοι,
Σκοπός της παρουσίασής μου είναι να κάνω μια ιστορική αναδρομή και στο πλαίσιο αυτό να παρουσιάσω τη διαδρομή που διήνυσε το ελληνικό τραπεζικό σύστημα από την βαθιά δημοσιονομική κρίση στην οποία εισήλθε η χώρα το 2008 μέχρι την εξυγίανσή του και τη συμβολή του στην ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας της χώρας.
Είναι γεγονός ότι στην επικαιρότητα ακούμε όρους όπως «επιδείνωση των ισολογισμών των τραπεζών από τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια», «εξυγίανση μέσω της απομάκρυνσης από τους ισολογισμούς των κόκκινων δανείων», «πρόγραμμα «Ηρακλής» που συνέβαλε αποφασιστικά στην εξυγίανση των τραπεζών» «επενδυτική βαθμίδα» κλπ. Τι είναι όμως όλα αυτά για έναν νομικό που δεν είναι απόλυτα εξοικειωμένος με οικονομικούς όρους;
Θα προσπαθήσω λοιπόν μέσα στο επόμενο εικοσάλεπτο της παρουσίασής μου να εξηγήσω με απλά λόγια πως οι τράπεζες βρέθηκαν μέσα στη δίνη της υπερδεκαετούς δημοσιονομικής κρίσης και με ποιον τρόπο εξήλθαν από αυτή, συμβάλλοντας έτσι στην ανάληψη της πολυπόθητης επενδυτικής βαθμίδας της χώρας, κάτι που της επιτρέπει να δανείζεται από τις παγκόσμιες χρηματαγορές με καλύτερους όρους.
Αξίζει να αναφέρουμε ως πρώτο στοιχείο της παρουσίασης, ότι με την είσοδο της χώρας στο κοινό νόμισμα, είδαμε τα επίπεδα δανεισμού να ανεβαίνουν σημαντικά, σχεδόν να διπλασιάζονται μέχρι και το 2008, που είναι και η αρχή της κρίσης στην Ελλάδα. Το σύνολο των πιστώσεων ως ποσοστό του ΑΕΠ ανήλθε από 55% το 2002 σε 107% μέσα σε 6 χρόνια. Μας βρίσκει επομένως η δημοσιονομική κρίση σε ένα σημείο χρονικά, όπου οι τράπεζες είχαν «ανοιχτεί» σημαντικά ως προς τον δανεισμό.
Σελ. 4

Το 2007 ξεκινάει η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση. Δεν ήταν όμως αυτή που οδήγησε τις εγχώριες τράπεζες σε δυσμενή θέση. Αντιθέτως θα μπορούσε κανείς να πει ότι ανταπεξήλθαν. Ωστόσο, η δημοσιονομική κρίση που ξέσπασε στην Ελλάδα το 2008 οδήγησε σταδιακά στην αποδυνάμωση των τραπεζών. Το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ άρχισε την ανοδική πορεία και το 2011 είχε φτάσει το 175%, δηλαδή είχε καταστεί μη βιώσιμο. Έτσι, τo 2012, σε μια πολιτική αναδιάρθρωσης του δημοσίου χρέους με κούρεμα προκειμένου να καταστεί βιώσιμο, οι ελληνικές τράπεζες συμμετείχαν στο πρόγραμμα PSI (Private Sector Involvement). Τι ήταν αυτό; Οι κάτοχοι ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου (GGBs) του ιδιωτικού τομέα –μεταξύ αυτών και οι τράπεζες που κατείχαν μεγάλο μέρος κρατικών ομολόγων- κλήθηκαν να ανταλλάξουν οικειοθελώς τις συμμετοχές τους σε υφιστάμενα ομόλογα με νέα, μεγαλύτερης διάρκειας, και χαμηλότερης εξόφλησης τοκομεριδίου, στοχεύοντας έτσι στην ελάφρυνση του χρέους. Με την ανταλλαγή αυτή οι τράπεζες μέτρησαν απώλειες Καθαρής Παρούσας Αξίας της τάξης του 78% της ονομαστικής αξίας των παλιών ομολόγων. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη χειροτέρευση της θέσης των τραπεζών με τις ζημιές να υπολογίζονται σε περίπου €40 δις.

Σελ. 5
Αυτό αυτόματα επέφερε την επιδείνωση της κεφαλαιακής τους βάσης. Παράλληλα, στην εικόνα αυτή έρχονται να προστεθούν η μείωση των καταθέσεων, το υψηλό επίπεδο μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ), η έλλειψη ρευστότητας, και η πιστωτική ασφυξία. Αυτά αποτέλεσαν μία σειρά από δυσμενείς επιπτώσεις, που συνιστούσαν κίνδυνο για την αποσταθεροποίηση της ελληνικής οικονομίας εν συνόλω. Ενδεικτικά οι καταθέσεις από το 2010 έως και το 2016 σημείωναν πτώση 9% κατά μ.ό. σε ετήσια βάση. Ταυτόχρονα τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια άρχισαν να αυξάνονται χρόνο με το χρόνο, και από 9,5% το 2009 έφτασαν σε ιστορικά υψηλά 48,5% το 2016.

Συνεπώς, η ανάγκη για πολιτικές διάσωσης και εξυγίανσης ήταν παραπάνω από ζωτικής σημασίας για την ανάκτηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και την αποφυγή των πλέον αρνητικών επιπτώσεων για τη χώρα. Στις συστημικές τράπεζες έγιναν 3 ανακεφαλαιοποιήσεις με δημόσιους και ιδιωτικούς πόρους. Το δημόσιο «μπήκε» στις τράπεζες μέσω του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, φτάνοντας στα χρόνια της κρίσης να κατέχει ποσοστό άνω του 81% στην καθεμία από αυτές. Το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας ιδρύθηκε με τον Ν 3864/2010 ως ΝΠΙΔ, με κάλυψη του συνόλου του κεφαλαίου του από το Ελληνικό Δημόσιο. Ωστόσο, ο χαρακτήρας του ήταν ιδιωτικός, με οικονομική και διοικητική αυτοτέλεια. Το ΤΧΣ παρείχε κεφαλαιακή ενίσχυση στα πιστωτικά ιδρύματα και ασκούσε τα δικαιώματα του μετόχου που απορρέουν από τη συμμετοχή αυτή. Λίγο πριν αρχίσει η αποεπένδυση, το ΤΧΣ κατείχε 27% στην Πειραιώς, 1,4% στη Eurobank, 8,9% στην Alpha και 40,4% στην Εθνική. Το 2019 η κυβέρνηση αποφάσισε την υλοποίηση του προγράμματος «ΗΡΑΚΛΗΣ» που είχε σαν στόχο την εξυγίανση των ισολογισμών των τραπεζών, προκειμένου να απαλλαγούν από τα κόκκινα δάνεια που είχαν στην κατοχή τους και που αποτελούσαν μείζον βαρίδιο για την εύρυθμη λειτουργία τους. Τι είναι όμως το πρόγραμμα αυτό; Ο «Ηρακλής» είναι ένα σχήμα παροχής κρατικής εγγύησης σε ομολογίες υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας (senior bonds) τιτλοποιημένων δανείων,
Σελ. 6
έναντι προμήθειας που λαμβάνει το Δημόσιο, η οποία υπολογίζεται με όρους αγοράς. Συνοπτικά, το σχήμα βασίζεται στα εξής στοιχεία:

§ Οι τράπεζες μεταβιβάζουν δάνεια μέσω τιτλοποίησης σε ένα όχημα ειδικού σκοπού (Special Purpose Vehicle – SPV).
§ Αυτό εκδίδει ομολογίες υψηλής (senior), μεσαίας (mezzanine) και χαμηλής (junior) εξοφλητικής προτεραιότητας.
§ Οι ομολογίες senior και mezzanine φέρουν κουπόνι (τοκομερίδιο) πληρωτέο στον κάτοχό τους.
§ Η διαχείριση των τιτλοποιημένων δανείων ανατίθεται σε ανεξάρτητη από την τράπεζα εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων (Servicer).
§ Οι senior ομολογίες, εφόσον αποκτήσουν πιστοληπτική αξιολόγηση τουλάχιστον BB-, λαμβάνουν έναντι προμήθειας που υπολογίζεται με όρους αγοράς, την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου και διακρατούνται αρχικά από τις τράπεζες με μηδενική στάθμιση κινδύνου, με δυνατότητα να πωληθούν σε τρίτους. Οι mezzanine και junior ομολογίες πωλούνται άμεσα σε ιδιώτες επενδυτές.
§ Μόλις πωληθεί σε θετική αξία το 50+1% των junior ομολογιών και επαρκές ποσοστό των mezzanine σε ιδιώτες επενδυτές, επέρχεται η λεγόμενη λογιστική απο-αναγνώριση, δηλαδή τα δάνεια που τιτλοποιήθηκαν φεύγουν οριστικά από τον ισολογισμό της τράπεζας κι έτσι επέρχεται η μείωση των κόκκινων δανείων.
§ Η διαχείριση των τιτλοποιημένων δανείων που έχουν μεταβιβαστεί από τις τράπεζες στον «Ηρακλή» μέσω SPVs γίνεται από ανεξάρτητους servicers,
Σελ. 7
οι οποίοι αμείβονται μέσω των ανακτήσεων που επιτυγχάνουν, δηλαδή από την είσπραξη των οφειλών.
§ Από τις εισπράξεις πληρώνεται μεταξύ άλλων και με προκαθορισμένη σειρά η προμήθεια του Δημοσίου και στη συνέχεια τα τοκομερίδια και το κεφάλαιο των ομολογιούχων των senior και mezzanine ομολογιών.
Οι εγγυήσεις του «Ηρακλή» είναι από τις ασφαλέστερες εγγυήσεις που έχει χορηγήσει το Ελληνικό Δημόσιο. Και αυτό διότι:
§ Παρέχονται μόνο για τις senior ομολογίες, δηλαδή για το ασφαλέστερο τμήμα της τιτλοποίησης και έχουν αξιολογηθεί με πιστοληπτική διαβάθμιση τουλάχιστον BB- από έναν οργανισμό πιστοληπτικής αξιολόγησης, αναγνωρισμένο από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ).
§ Το Ελληνικό Δημόσιο εισπράττει αποζημίωση (προμήθεια) η οποία αντικατοπτρίζει τους κινδύνους που αναλαμβάνει ως Εγγυητής και υπολογίζεται με βάση την τιμή των συμβάσεων αντιστάθμισης πιστωτικού κινδύνου (credit default swap - CDS) της Ελληνικής Δημοκρατίας.
Έως τώρα, στα 3 προγράμματα έχουν πραγματοποιηθεί τιτλοποιήσεις ύψους €51,5 δις με εγγυήσεις ΕΔ €19,2 δις, ενώ είναι σε διαδικασία έγκρισης η επέκταση του προγράμματος Ηρακλής 3.
Με βάση τις ενέργειες που μόλις περιέγραψα, ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων έφτασε σε επίπεδα χαμηλότερα της προ-κρίσης περιόδου. Το 2016 τα ΜΕΔ στις τράπεζες έφτασαν σχεδόν στο 50% (σε απλή μετάφραση 1 στα 2 δάνεια ήταν κόκκινο) και σήμερα βρίσκεται κάτω από 7%. Παράλληλα, οι καταθέσεις από το 2019 και μετά έχουν αρχίσει να σημειώνουν άνοδο. To 2016 έφτασαν σε ιστορικά χαμηλά με €121 δις, ενώ σήμερα ανέρχονται σε €195 δις (δηλ. σημειώθηκε μια αύξηση 61%). Σε μια εικόνα του χρηματοπιστωτικού τομέα σε βάθος δεκαετίας, βλέπουμε την σαφώς βελτιωμένη κατάσταση στο σήμερα. Χαρακτηριστικά βλέπουμε στο τελευταίο γράφημα ότι το 2018 τα κόκκινα δάνεια στην οικονομία ήταν (σε αξία) περισσότερα από τα ενήμερα. Πράγμα που σήμερα έχει αντιστραφεί πλήρως και βλέπουμε μια σαφή υπεροχή του ενήμερου δανεισμού σε σχέση με τον μη-ενήμερο, και αυτό αφορά το σύνολο του χρηματοπιστωτικού τομέα (τράπεζες και servicers). Αυτό πρακτικά δείχνει αφενός την αποκατάσταση της εύρυθμης εξυπηρέτησης των οφειλών και την επάνοδο κάποιων παλαιών κόκκινων δανείων σε ενήμερο καθεστώς μέσω των εργαλείων ρύθμισης, και αφετέρου τη συνετή δανειοδότηση στη μετά κρίσης εποχή, γεγονός που αποτρέπει τη δημιουργία κόκκινων δανείων, μένοντας επί της ουσίας να αντιμετωπιστεί το στοκ των προηγούμενων ετών.
Σελ. 8

Στο σήμερα μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι ο τραπεζικός τομέας έχει γυρίσει σελίδα. Ο ΗΡΑΚΛΗΣ συμβάλει στην τόνωση της ελληνικής οικονομίας, αφού απελευθερώνει κεφάλαια από το τραπεζικό σύστημα για τη χρηματοδότηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων και άρα για την αναδιάρθρωση και την ανάπτυξη, καθώς η ύπαρξη μη εξυπηρετούμενων δανείων στους ισολογισμούς των τραπεζών, τις υποχρέωνε να πάρουν προβλέψεις. Με την εξυγίανσή τους από τα κόκκινα δάνεια, αναβαθμίστηκε η μετοχική αξία των ελληνικών τραπεζών, οι οποίες έγιναν ξανά ελκυστικές για τη διεθνή επενδυτική κοινότητα, αναβαθμίστηκαν από τους οίκους αξιολόγησης, γεγονός που αποτέλεσε καταλύτη για την αναβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης ολόκληρης της χώρας. Ταυτόχρονα, οι δείκτες απόδοσης που έχουν τεθεί από τους εποπτικούς μηχανισμούς έχουν επανέλθει σε επίπεδα που συγκλίνουν με τους μ.ό. της ΕΕ, συχνά δε, είναι και καλύτεροι. Η ιδιωτικοποίηση των τραπεζών μέσω της από-επένδυσης του ΤΧΣ ήταν αποτέλεσμα της προόδου αυτής. 3 στις 4 έχουν πλήρως «αποκρατικοποιηθεί», ενώ ένα μικρό ποσοστό (8,4%) μένει ακόμα στην Εθνική.

Σελ. 9
Όλα τα στοιχεία δείχνουν έναν τραπεζικό τομέα κερδοφόρο, ανθεκτικό και καθόλα ικανό να επιτελέσει τον βασικό του ρόλο, που δεν είναι άλλος από τη στήριξη της πραγματικής οικονομίας. Η περαιτέρω ενίσχυσή του επέρχεται με τη δημιουργία του 5ου τραπεζικού πυλώνα με την Τράπεζα Αττικής και τη συγχώνευση με την Παγκρήτια. Η νέα τάξη πραγμάτων στο τραπεζικό σχήμα αποσκοπεί στην ενίσχυση του ανταγωνισμού και τις καλύτερες υπηρεσίες προς τους πολίτες.
Στην επόμενη μέρα οι τράπεζες θα πρέπει να συμβάλλουν πιο ενεργά στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας μέσω συνετούς δανειοδότησης με βάση τα πιστοληπτικά κριτήρια των εποπτικών αρχών. Επομένως, θα πρέπει να προσμετρηθεί στην εικόνα αυτή η αποκατάσταση του πιστωτικού προφίλ των οφειλετών, μέσω της τήρησης των ρυθμίσεων, ώστε να ανταποκρίνεται στα κριτήρια πιστοληπτικής αξιολόγησης βάσει των κανόνων του SSM.
Σας ευχαριστώ πολύ.
Σελ. 10
Ζητήματα ρύθμισης, διακυβέρνησης και προοπτικές του ψηφιακού ευρώ
Ιωάννης Λιναρίτης
Επίκουρος Καθηγητής Εμπορικού Δικαίου Νομικής Σχολής ΔΠΘ
Ι. Εισαγωγή
1. Από την παροχή τραπεζικών υπηρεσιών μέσω ηλεκτρονικών δικτύων, στην ιδιωτική αμφισβήτηση της νομισματικής κρατικής κυριαρχίας και στα ψηφιακά νομίσματα των κεντρικών τραπεζών (CBDCs)
Στο πλαίσιο του καλπάζοντος ψηφιακού μετασχηματισμού της παγκόσμιας οικονομίας, των εφαρμογών χρηματοοικονομικής τεχνολογίας και της διαδεδομένης παροχής τραπεζικών υπηρεσιών στο ευρύ κοινό μέσω ηλεκτρονικών δικτύων, η σχεδιαζόμενη έκδοση κρατικών ψηφιακών νομισμάτων
Σελ. 11
(ακριβέστερα «ψηφιακών νομισμάτων κεντρικών τραπεζών», central bank digital currencies, CBDCs) αποτελεί νεότερη διακριτή εξέλιξη, με καταλυτικές συνέπειες για τον κλάδο των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών. Πρόκειται, κατά την εκτίμηση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, για το επόμενο σημαντικό στάδιο στην εξέλιξη του χρήματος («the next milestone in the evolution of money»). Αυτό το νέο είδος χρήματος γίνεται κατανοητό
Σελ. 12
ως οικονομική υποχρέωση μιας κεντρικής τράπεζας, που δεν ενσωματώνεται σε υλικό φορέα, αλλά έχει αποκλειστικά άυλη μορφή, και προορίζεται για μαζική χρήση (από φυσικά πρόσωπα, επιχειρήσεις και εν γένει δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς), συμπληρωματικά προς τα μετρητά και προς όλες τις υφιστάμενες μορφές ιδιωτικού λογιστικού χρήματος και μέσα πληρωμής (όπως οι τραπεζικές καταθέσεις, οι λογαριασμοί που τηρούνται σε ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος ή ιδρύματα πληρωμών, χρεωστικές, πιστωτικές ή προπληρωμένες κάρτες κα.).
Η πειραματική αξιολόγηση αυτού του νέου είδους χρήματος ξεκίνησε ως αντίδραση στρατηγικού χαρακτήρα των κυρίαρχων κρατών στη δημιουργία «κρυπτονομισμάτων» και παρόμοιων περιουσιακών στοιχείων από τον ιδιωτικό τομέα (ιδίως μετά την απόπειρα της Facebook για τη δημιουργία του ιδιωτικού ψηφιακού νομίσματος ευρύτατης εμβέλειας «Libra»). Μετά την πανδημία, και τη διαρκή υποχώρηση της χρήσης των μετρητών στις συναλλαγές, η έρευνα και οι σχεδιασμοί των διεθνών κεντρικών τραπεζών προχώρησαν σημαντικά. Οι προκαταρκτικές εκτιμήσεις, οι διαβουλεύσεις των ρυθμιστικών Αρχών του χρηματοπιστωτικού συστήματος και των νομοπαρασκευαστικών οργάνων και οι περαιτέρω αναλυτικές αξιολογήσεις επικεντρώθηκαν στις χρηματοοικονομικές, νομικές και τεχνικές πτυχές του φαι-
Σελ. 13
νομένου, στα οφέλη, στους κινδύνους και στις πιθανότερες συνέπειες στην άσκηση της νομισματικής πολιτικής, στην ασφάλεια των συναλλαγών και στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, που θα μπορούσε να επιφέρει η κυκλοφορία αυτού του είδους χρήματος.
Από τη σκοπιά της ρυθμιστικής πολιτικής, η έκδοση ψηφιακών νομισμάτων από τις κεντρικές τράπεζες φαίνεται ότι επιδιώκει αποτελεσματικά περισσότερους εφάμιλλης σπουδαιότητας σκοπούς, εξυπηρετώντας δημόσια και ιδιωτικά συμφέροντα: Τα κρατικά ψηφιακά νομίσματα επεκτείνουν την πρόσβαση του κοινού στο χρήμα των κεντρικών τραπεζών, οι οποίες δεν αντιμετωπίζουν κίνδυνο αφερεγγυότητας. Αυξάνουν τη χρηματοοικονομική συμπερίληψη, διευρύνοντας την πρόσβαση σε χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, ομάδων πληθυσμού και πολιτών που δεν εξυπηρετούνται σήμερα ικανοποιητικά (σε περισσότερα κράτη, αναπτυσσόμενες όσο και ανεπτυγμένες οικονομίες) από τις ιδιωτικές τράπεζες, εξαιτίας οικονομικών, κοινωνικών ή γεωγραφικών λόγων. Ικανοποιούν τις σύγχρονες και μελλοντικές ανάγκες επιχειρήσεων και ιδιωτών για ταχύτατες ανέπαφες και άυλες πληρωμές. Αυξάνουν τις συνθήκες ανταγωνισμού στον χρηματοπιστωτικό τομέα, δημιουργώντας μία δημόσια εναλλακτική, έναντι των πολυεθνικών ιδιωτικών επιχειρήσεων διαχείρισης πλαστικών και άυλων μέσων πληρωμής και μειώνοντας αισθητά τα συναλλακτικά έξοδα. Διευκολύνουν τη διανομή δημόσιων επιχορηγήσεων και παροχών στο κοινό. Συνεισφέρουν στην αντιμετώπιση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της φοροδιαφυγής. Αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο της σταδιακής υποκατάστασης των μετρητών (δηλ. του δημόσιου χρήματος) από «ιδιωτικά ψηφιακά νομίσματα» (κατεξοχήν κρυπτοστοιχεία), δηλαδή τον κίνδυνο ουσιαστικής απώλειας της νομισματικής κυριαρχίας. Δημιουργούν ένα αρτιότερο (και, υπό προϋποθέσεις, ασφαλέστερο) υπόβαθρο πληρωμών για την ανάπτυξη και υποστήριξη καινοτομιών και πρόσθετων εφαρμογών χρηματοοικονομικής τεχνολογίας.
Σελ. 14
Ήδη πάνω από 130 χώρες και νομισματικές ενώσεις έχουν αναλάβει σχετικές πρωτοβουλίες. Μεταξύ των μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου πρωτοπόρος αναδεικνύεται ο ρόλος της Κίνας, όπου η έρευνα για την ενδεχόμενη ανάπτυξη ψηφιακού νομίσματος εκ μέρους της κεντρικής τράπεζας χρονολογείται ήδη από το 2014. Από το 2022 το ψηφιακό γουάν (e-CNY) διατίθεται πιλοτικά στους κατοίκους 23 κινεζικών πόλεων, μέσω σχετικής εφαρμογής κινητών τηλεφώνων (iOS & Android apps) και χρησιμοποιείται ακόμη και για καταναλωτικές συναλλαγές. Τέσσερις κεντρικές τράπεζες (Central Bank of The Bahamas, Eastern Caribbean Central Bank, Central Bank of Nigeria, Bank of Jamaica) εκδίδουν ήδη ψηφιακά νομίσματα, που χρησιμοποιούνται ακόμη και από φυσικά πρόσωπα, διαθέτοντας συστήματα σε πλήρη λειτουργία.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) δημοσίευσε τον Οκτώβριο 2020 την πρώτη Έκθεση που εξέταζε την πιθανή έκδοση ψηφιακού νομίσματος εκφρασμένου σε ευρώ από το Ευρωσύστημα, δηλαδή από τη νομισματική αρχή της ζώνης του ευρώ (Ευρωζώνη), που αποτελείται από την ΕΚΤ και τις λοιπές εθνικές κεντρικές τράπεζες των χωρών (ΕθνΚΤ) που έχουν υιοθετήσει το ευρώ. Στη συνέχεια, διεξήγαγε δημόσια διαβούλευση σχετικά με τα οφέ-
Σελ. 15
λη και τον πιθανό σχεδιασμό του. Τον Ιούλιο 2021, η ΕΚΤ δρομολόγησε τη «φάση διερεύνησης» του σχεδίου για το ψηφιακό ευρώ, που επικεντρώθηκε στα βασικά ζητήματα του σχεδιασμού και της διανομής του. Στόχος ήταν να διερευνηθεί, σε συνεργασία με άλλα θεσμικά όργανα της ΕΕ και αρμόδιους φορείς, ιδίως με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Eurogroup και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, πώς θα μπορούσε το ψηφιακό ευρώ να αποτελέσει ένα εύχρηστο μέσο πληρωμής, χάρη στο οποίο οι πολίτες θα μπορούν να πληρώνουν οπουδήποτε εντός της ευρωζώνης με ένα δημόσιο, απαλλαγμένο από κινδύνους νόμισμα που εκδίδει η ίδια. Στις επόμενες εκθέσεις προόδου της ΕΚΤ καταγράφονται ειδικότερα οι στόχοι του σχεδίου και οι «θεμελιώδεις επιλογές σχεδιασμού» που ενέκρινε το διοικητικό συμβούλιό της, κατά το στάδιο της διερεύνησης έως την ολοκλήρωσή του, τον Οκτώβριο 2023. Ήδη, η έκδοση του ψηφιακού ευρώ προβάλλεται ως ενδεδειγμένη λύση στο πρόβλημα της έλλειψης υφιστάμενου πανευρωπαϊκού σχήματος ψηφιακών πληρωμών και στην εξάρτηση της ευρωπαϊκής αγοράς πληρωμών από αλλοδαπές επιχειρήσεις (VISA, Mastercard), προκειμένου για τη διασφάλιση της αυτονομίας της ευρώπης. Εντωμεταξύ, στις 28.6.2023, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διατύπωσε νομοθετικές προτάσεις σχετικά με το ψηφιακό ευρώ κα-
Σελ. 16
θώς και σχετικά με το καθεστώς των τραπεζογραμματίων και των κερμάτων σε ευρώ ως νόμιμου χρήματος. Τον Οκτώβριο 2023, το διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ αποφάσισε να προχωρήσει στη «φάση προετοιμασίας και πειραματικής δοκιμής» του ψηφιακού ευρώ (ίσως έως το 2026). Αυτή δεν σηματοδοτεί απαραίτητα την έκδοση του ψηφιακού ευρώ, αφού η ΕΚΤ ενδέχεται να λάβει τη σχετική απόφαση, μόνο μετά την έγκριση του εξουσιοδοτικού νομοθετικού πλαισίου από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Παράλληλα, έχουν δρομολογηθεί δοκιμές σχετικά με τις λειτουργικές δυνατότητες ενός πιθανού ψηφιακού ευρώ για συναλλαγές χονδρικής, εντελώς ανεξάρτητα από το κύριο σχέδιο για το ψηφιακό ευρώ λιανικής χρήσης.
Από το Δεκέμβριο 2023, η Κεντρική Τράπεζα της Ελβετίας (SNB) διαθέτει ήδη το ψηφιακό νόμισμά της, σε επιλεγμένα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της χώρας για συγκεκριμένες επιχειρηματικές συναλλαγές χονδρικής («wholesale CBDC»). Η έκδοση και διάθεση αυτής της μορφής ψηφιακού ελβετικού φράγκου λαμβάνει χώρα με αξιοποίηση του ρυθμιζόμενου τόπου διαπραγμάτευσης και κεντρικού αποθετηρίου SIX Digital Exchange (SDX). Αυτό ιδρύθηκε το 2018 και παρέχει υπηρεσίες διαπραγμάτευσης, εκκαθάρισης και θεματοφυλακής συναλλαγών επί εν γένει ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων, με βάση την καινοτόμα τεχνολογία κατανεμημένου καθολικού (Distributed Ledger Technology, DLT, Blockchain). Στις αρχές Ιουνίου 2024, η SNB έγινε η πρώτη κεντρική τράπεζα στον κόσμο, που πραγματοποίησε συναλλαγές νομισματικής πολιτικής με χρήση τέτοιας τεχνολογίας. Ως καταρχήν συμπέρασμα των πολύπλευρων μελετών και πιλοτικών έργων, προβάλλε-
Σελ. 17
ται ότι η έκδοση των ψηφιακών νομισμάτων είναι σε θέση να συμβάλει στην ολοκλήρωση και την καινοτομία των χρηματοπιστωτικών αγορών, εξυπηρετώντας επίσης αποτελεσματικά τόσο το δημόσιο συμφέρον, όσο και τις σύγχρονες ανάγκες της κοινωνίας.
2. Ανακατατάξεις συσχετισμών στο χρηματοπιστωτικό σύστημα
Η έκδοση ψηφιακών νομισμάτων των κεντρικών τραπεζών αναμένεται να επιφέρει ανακατατάξεις συσχετισμών στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Δίπλα στις παραδοσιακές τράπεζες, επενδυτικές και ασφαλιστικές εταιρίες αναδύονται και ενισχύονται νέοι ανταγωνιστές, με συγκριτικά πλεονεκτήματα κόστους και τεχνογνωσίας, απειλώντας τις οικονομικές προοπτικές των πρώτων. Κατά την κυκλοφορία των ψηφιακών νομισμάτων διαγράφονται πρόσθετα αντικρουόμενα συμφέροντα και κίνητρα. Από τη μία πλευρά, οι κεντρικές τράπεζες, ως εκδότες, επιδιώκουν δημόσιους σκοπούς νομισματικής και οικονομικής πολιτικής. Παράλληλα, όμως, πιθανότατα θα διαδραματίζουν ιδιαίτερο ρόλο ως ρυθμιστικές αρχές και κύριοι εποπτικοί μηχανισμοί των αντίστοιχων συστημάτων. Από την άλλη πλευρά, εμπορικές τράπεζες, ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος, ιδρύματα πληρωμών και άλλες επιχειρήσεις, πρόκειται να διαγκωνίζονται, προσφέροντας πλήθος υπηρεσιών σχετικών με τα κρατικά ψηφιακά νομίσματα, προκειμένου να διευρύνουν ή έστω συγκρατήσουν τις πηγές εσόδων τους, σε συνεργασία αλλά και, ταυτόχρονα, υπό την εποπτεία των κεντρικών τραπεζών. Οι τελικοί χρήστες
Σελ. 18
των ψηφιακών νομισμάτων, συμπεριλαμβανομένων μεγάλων, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων και καταναλωτών, θα αποκτούν και χρησιμοποιούν τη νέα μορφή νομίσματος, ως εναλλακτική λύση ρευστότητας και για τη διευκόλυνση των συναλλαγών τους (ενδεχομένως, εντελώς περιορισμένα, και ως «ακίνδυνο» επενδυτικό αγαθό). Τόσο οι εδραιωμένοι, όσο και οι εξειδικευμένοι προμηθευτές τεχνολογικών υπηρεσιών (συμπεριλαμβανομένων επιχειρήσεων Fintech) θα διεκδικήσουν επίμονα συναλλακτικές ευκαιρίες εξωτερικών αναθέσεων, έρευνας και ανάπτυξης κα., τόσο από τις κεντρικές τράπεζες, όσο και από τους ιδιωτικούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς.
Οι προαναφερθείσες ανακατατάξεις, συγκρούσεις και εξελίξεις προκαλούν την προσοχή, έως και ανησυχία, των δημόσιων φορέων και του κοινού, συμπεριλαμβανομένων κυρίαρχων κρατών, υπερεθνικών ενώσεων και ρυθμιστικών αρχών. Στο ριζικά μεταβαλλόμενο χρηματοοικονομικό περιβάλλον, ανακύπτουν με ένταση ερωτήματα, όπως: Ευρίσκονται πράγματι σε θέση οι δημόσιοι και ιδιωτικοί οργανισμοί, που ή θα εκδίδουν τα ψηφιακά νομίσματα ή θα παρέχουν χρηματοοικονομικές υπηρεσίες κατά τη διάθεσή τους, ή αναπτύσσουν σχετικές εφαρμογές χρηματοοικονομικής τεχνολογίας, να αντιμετωπίσουν τους τεχνολογικούς κινδύνους από την κυκλοφορία του δημόσιου ψηφιακού χρήματος; Ειδικότερα, στην περίπτωση του ψηφιακού ευρώ, ποιος θα έχει την «ιδιοκτησία» και ποιος θα ελέγχει στην πραγματικότητα το σύστημά του; Πώς πρόκειται να καταμερίζονται οι λειτουργίες εντός του οικοσυστήματός του; Πώς θα εποπτεύονται οι ιδιωτικές επιχειρήσεις που θα δραστηριοποιηθούν σε αυτό; Σε αυτό το πλαίσιο, αντικείμενο της εισήγησης αποτελεί η ανάδειξη των κυριότερων νομικών ζητημάτων και μια πρώτη εκτίμηση των προοπτικών του ευρωπαϊκού ψηφιακού νομίσματος, με έμφαση στην προτεινόμενη ρύθμισή του και σε πρακτικές καλής διακυβέρνησης. Αφετηρία της έρευνας αποτελεί η καταγραφή των σημαντικότερων κινδύνων και προκλήσεων που θέτει γενικότερα η έκδοση και κυκλοφορία κρατικών ψηφιακών νομισμάτων, για τα μέλη της «χρηματοοικονομικής κοινότητας» και το συναλλακτικό κοινό (Κεφ. ΙΙ). Στο επόμενο κεφάλαιο,
Σελ. 19
εντοπίζονται ορισμένες στρατηγικές κατευθύνσεις διακυβέρνησης για τα μελετώμενα ζητήματα, προκειμένου να υπηρετηθούν οι προεξάρχοντες στόχοι δημόσιας πολιτικής του χρηματοπιστωτικού τομέα, και παρουσιάζονται οι προτάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το ψηφιακό ευρώ (Κεφ. IΙΙ). Ακολουθούν ορισμένες προτάσεις και μέτρα διακυβέρνησης (Κεφ. IV), και εξάγονται τα συμπεράσματα (Κεφ. V).
II. Κίνδυνοι και προκλήσεις για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα
1. Προκλήσεις
Η έκδοση των ψηφιακών νομισμάτων των κεντρικών τραπεζών εγείρει σημαντικές προκλήσεις για τις ίδιες και για το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα. Αποτελεί, πράγματι, πρόσθετη διεύρυνση του παραδοσιακού ρόλου τους, που εστιάζεται κυρίως στην άσκηση της νομισματικής πολιτικής, στη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας των συστημάτων πληρωμών και στη διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Συνεπώς, ανακύπτει εξαρχής το ζήτημα επιβεβαίωσης της νομικής αρμοδιότητας να προχωρήσουν στην έκδοση και διάθεση των ψηφιακών νομισμάτων: ζήτημα που συναρτάται ιδίως με το σχεδιασμό, τα κατ’ ιδίαν χαρακτηριστικά και τις επιθυμητές λειτουργίες των τελευταίων, κατεξοχήν τη λειτουργία τους ως νόμιμου χρήματος. Επιπρόσθετα, αντιμετωπίζουν την πρόκληση της απαραίτητης τεχνογνωσίας, υποδομών πληροφορικής, ανθρώπινου δυναμικού και εσωτερικών μηχανισμών, ώστε να υλοποιήσουν αυτό το πρωτόγνωρο εγχείρημα. Την ίδια πρόκληση αντιμετωπίζουν, παράλληλα, οι επιχειρήσεις του χρη-
Σελ. 20
ματοπιστωτικού κλάδου, που θα συνεργαστούν με τις κεντρικές τράπεζες, ανταγωνιζόμενες ταυτόχρονα μεταξύ τους, προκειμένου για τη διανομή των νομισμάτων μέχρι τους τελικούς χρήστες (δηλ. τις συναλλαγές μετατροπής λογιστικού χρήματος ή μετρητών σε ψηφιακό νόμισμα, και αντιστρόφως), καθώς ο όγκος των μελλοντικών καθημερινών συναλλαγών σε ψηφιακά νομίσματα και οι αντίστοιχες υλικοτεχνικές απαιτήσεις είναι δύσκολο να εκτιμηθούν. Η πρόκληση καθίσταται ακόμη μεγαλύτερη, καθώς τα σχέδια των περισσότερων κεντρικών τραπεζών (και της ΕΚΤ), περιλαμβάνουν αφενός την έκδοση και θέση σε κυκλοφορία «μαρκών» κρατικών ψηφιακών νομισμάτων (digital tokens), που είναι πιθανό να αναπαρίστανται, αποθηκεύονται και μεταβιβάζονται ηλεκτρονικά, μέσω εφαρμογών αποκεντρωμένων συστημάτων, ιδίως με βάση την τεχνολογία κατανεμημένου καθολικού (DLT), αφετέρου ακόμη και τον άμεσο διακανονισμό συναλλαγών των καταναλωτών και πολιτών εκτός σύνδεσης δικτύου (off line), που μοιάζει ακόμη περισσότερο με τη χαρακτηριστική χρήση των μετρητών.
Η επιτυχία των σχετικών πρωτοβουλιών απαιτεί την ομαλή ενσωμάτωσή τους στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα. Συνακόλουθα, οι κεντρικές τράπεζες και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα αντιμετωπίζουν την πρόκληση να εξασφαλίσουν γρήγορη διαλειτουργικότητα με τα υφιστάμενα συστήματα και ρυθμίσεις πληρωμών. Η ενίσχυση της χρηματοοικονομικής καινοτομίας και η ανάδειξη νέων τεχνολογικών λύσεων και υπηρεσιών ενισχύει τον ανταγωνισμό, αλλά δεν αποκλείεται να απειλήσει τη βιωσιμότητα ορισμένων επι-
Σελ. 21
χειρήσεων του χρηματοπιστωτικού τομέα. Εξάλλου, οι περισσότερες νέες εφαρμογές και τα ψηφιακά νομίσματα σχεδιάζονται με τον απώτερο στόχο να καταστούν διαθέσιμα για διασυνοριακή χρήση. Από αυτή την άποψη, η αποτελεσματική δρομολόγηση τους απαιτεί τη συνεργασία περισσότερων παραγόντων, διεθνών κεντρικών τραπεζών και πολυμερών συστημάτων πληρωμών. Αυτοί οι παράγοντες πρέπει σταδιακά να συγκλίνουν και να συμφωνήσουν σε κοινά πρότυπα και κανόνες, ειδικά σε τομείς όπως η κοινή χρήση δεδομένων, η ανταλλαγή ξένων νομισμάτων, το ενδεχόμενο επιβολής κρατικών περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων (capital controls) κα., ώστε να αποτραπεί η κυριαρχία ενός ψηφιακού νομίσματος έναντι των άλλων και οι συλλογικές προσπάθειες να μην αποδειχθούν μάταιες, εξαιτίας της επέλευσης σημαντικών κινδύνων, όπως επεξηγείται στην επόμενη ενότητα.
2. Επίταση των τυπικών τραπεζικών κινδύνων
Οι ανωτέρω εξελίξεις επιτείνουν τους τυπικούς κινδύνους που αντιμετωπίζουν οι φορείς του χρηματοοικονομικού κλάδου. Ο πιστωτικός κίνδυνος ενδέχεται να αυξηθεί, εάν η χρηματοδότηση ορισμένων επιχειρήσεων αντιμετωπίσει απρόβλεπτες δυσκολίες αποπληρωμής, εξαιτίας των ανακατατάξεων στην αγορά, έντασης του διασυνοριακού ανταγωνισμού και μεταβολών των καταναλωτικών συνηθειών. Η κυκλοφορία των κρατικών ψηφιακών νομισμάτων ενδέχεται να οδηγήσει μεγάλη μερίδα του κοινού να αντικαταστήσει (έστω εν μέρει) τις καταθέσεις που τηρούν στις τράπεζες με τη νέα μορφή νομίσματος, χωρίς να ανησυχούν πλέον για το ενδεχόμενο τραπεζικής αφερεγγυότητας και για την αποτελεσματικότητα των συστημάτων εγγύησης καταθέσεων.



















