ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΑΝΗΛΙΚΩΝ ΔΡΑΣΤΩΝ & ΘΥΜΑΤΩΝ
Ερμηνεία - Νομολογία
Ενημέρωση μέχρι και τον Ν 5232/2025 (ΦΕΚ Α’ 163/22.9.2025)
Κυκλοφορεί σύντομα
- Έκδοση: 2025
- Σχήμα: 17x24
- Βιβλιοδεσία: Σκληρόδετη
- Σελίδες: 608
- ISBN: 978-618-08-0824-7
Η αλματώδης, κατά τα τελευταία έτη, αύξηση της ανήλικης παραβατικότητας στη χώρα κατέστησε επίκαιρη την έκδοση του έργου «Ποινικό Δίκαιο Ανηλίκων Δραστών & Θυμάτων. Ερμηνεία – Νομολογία», ενημερωμένο μέχρι και τον Ν 5232/2025 (ΦΕΚ Α’ 163/22.9.2025).
Έμφαση δίνεται στην παράθεση και ερμηνευτική προσέγγιση των διατάξεων του Δικαίου των Ανηλίκων σε: Σύνταγμα, Ποινικό Κώδικα, Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, Σωφρονιστικό Κώδικα, Ν 4689/2020. Αναλύεται η συγκρότηση και η δικαιοδοσία των Δικαστηρίων Ανηλίκων, η λειτουργία της Εισαγγελίας Ανηλίκων, των Εταιρειών Προστασίας Ανηλίκων, καθώς και των Σωφρονιστικών Καταστημάτων. Ειδικό κεφάλαιο περιλαμβάνει τις ρυθμίσεις που αφορούν στην ποινική μεταχείριση του δράστη, όταν θύμα είναι ανήλικος.
Το έργο απευθύνεται σε δικαστές, δικηγόρους, επιμελητές ανηλίκων και γενικότερα στους ασχολούμενους με το δίκαιο της ανήλικης παραβατικότητας και της προστασίας του ανήλικου θύματος.
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ 1
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι
ΠΡΟΤΥΠΑ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΝΗΛΙΚΟΥ ΠΑΡΑΒΑΤΗ –
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΝΗΛΙΚΗΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΓΕΝΕΣΗΣ
– ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΑΝΗΛΙΚΟΥ ΠΑΡΑΒΑΤΗ
Α. ΠΡΟΤΥΠΑ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΝΗΛΙΚΟΥ ΠΑΡΑΒΑΤΗ 3
1. Ιστορική Επισκόπηση 3
i. Το τιμωρητικό πρότυπο 4
ii. Το προνοιακό πρότυπο 5
iii. Το δικαιϊκό πρότυπο 8
Β. ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΝΗΛΙΚΗΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΓΕΝΕΣΗΣ 9
1. Βιολογικοί παράγοντες 9
2. Ψυχολογικά – Ψυχαναλυτικά αίτια 10
3. Ψυχοπαθολογικά αίτια 12
4. Κοινωνιολογικά αίτια – θεωρίες 12
5. Μαρξιστικές προσεγγίσεις 15
6. Κριτική Εγκληματολογία 15
7. Παγκοσμιοποίηση – Εγκληματικότητα 17
8. Πολυπαραγοντική προσέγγιση 19
Γ. ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΑΝΗΛΙΚΟΥ ΠΑΡΑΒΑΤΗ 20
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ
ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΑΝΗΛΙΚΟΤΗΤΑΣ
Α. ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ 23
Β. ΕΘΝΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ 29
1. ΣΥΝΤΑΓΜΑ 29
Άρθρο 7 29
Άρθρο 16 32
Άρθρο 21 32
Άρθρο 96 33
2. ΠΟΙΝΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ 37
i. Ιστορική αναδρομή ποινικής μεταχείρισης των ανηλίκων δραστών 37
ii. Ισχύων Ποινικός Κώδικας (Ν 4619/2019) 39
Άρθρο 18 40
Άρθρο 36 41
Άρθρο 51 42
Άρθρο 54 43
Άρθρο 79 45
Άρθρο 83 46
Άρθρο 84 47
Άρθρο 94 50
Άρθρο 98 51
Άρθρο 118 52
Άρθρο 121 53
Άρθρο 122 54
Άρθρο 123 83
Άρθρο 124 87
Άρθρο 125 92
Άρθρο 126 93
Άρθρο 127 96
Άρθρο 128 [καταργήθηκε] 107
Άρθρο 129 107
Άρθρο 129Α 118
Άρθρο 130 124
Άρθρο 131 127
Άρθρο 132 128
Άρθρο 133 131
Άρθρο 339 133
Άρθρο 345 134
3. ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ (Ν 4620/2019) 134
Άρθρο 1 135
Άρθρο 6 136
Άρθρο 27 140
Άρθρο 31 140
Άρθρο 43 141
Άρθρο 46 142
Άρθρο 97 145
Άρθρο 99 147
Άρθρο 113 148
Άρθρο 114 151
Άρθρο 120 152
Άρθρο 121 153
Άρθρο 129 156
Άρθρο 130 158
Άρθρο 171 159
Άρθρο 222 160
Άρθρο 239 161
Άρθρο 242 162
Άρθρο 283 162
Άρθρο 284 164
Άρθρο 287 169
Άρθρο 305 172
Άρθρο 308 174
Άρθρο 316 177
Άρθρο 329 178
Άρθρο 340 180
Άρθρο 478 182
Άρθρο 489 184
Άρθρο 497 187
Άρθρο 504 191
Άρθρο 549 192
Άρθρο 551 193
Άρθρο 569 195
Άρθρο 573 197
– Δικαστικά έξοδα 198
4. Ν 4689/2020 [Ενσωμάτωση Οδηγίας (ΕΕ) 800/2016] 198
i. Γενικά 198
ii. Πεδίο εφαρμογής (άρθρο 2) 199
iii. Ιδιαίτερη μνεία και ανάλυση γίνεται στα κάτωθι δικαιώματα: 199
α. Ενημέρωση του ανηλίκου για τα δικαιώματά του στην προδικασία (άρθρο 4) 199
β. Δικαίωμα σε συνδρομή από δικηγόρο και σε νομική υποστήριξη (άρθρα 6 και 16) 201
γ. Η ατομική αξιολόγηση του ανηλίκου (άρθρο 7) 203
δ. Δικαίωμα ιατρικής εξέτασης/ιατρικής περίθαλψης (άρθρο 8) 206
ε. Οπτικοακουστική καταγραφή της κατάθεσης του ανηλίκου (άρθρο 9) 207
στ. Ειδική μεταχείριση στην περίπτωση στέρησης της ελευθερίας (άρθρο 11) 207
ζ. Έγκαιρη και επιμελής εξέταση των υποθέσεων (άρθρο 12) 208
η. Δικαίωμα προστασίας της ιδιωτικής ζωής (άρθρο 13) 210
iv. Τεκμήριο ανηλικότητας (άρθρο 3 τελ. εδ. Ν 4689/2020 και Οδηγίας) 211
v. Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης κατά ανηλίκου (άρθρο 15) 212
vi. Κατάρτιση επαγγελματιών (άρθρο 17) 213
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙI
ΦΟΡΕΙΣ – ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ
ΑΝΗΛΙΚΗΣ ΠΑΡΑΒΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ
Α. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ 215
Β. ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΑΝΗΛΙΚΩΝ 220
Γ. ΑΝΑΚΡΙΤΗΣ ΑΝΗΛΙΚΩΝ 225
Δ. ΔΙΚΑΣΤΗΣ ΑΝΗΛΙΚΩΝ/ΕΦΕΤΗΣ ΑΝΗΛΙΚΩΝ 226
Ε. ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ ΑΝΗΛΙΚΩΝ 227
ΣΤ. ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΕΠΙΜΕΛΗΤΩΝ ΑΝΗΛΙΚΩΝ 227
Ζ. ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΑΝΗΛΙΚΩΝ 248
ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV
ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΣΩΦΡΟΝΙΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
Α. Γενικά 253
Β. Ειδικές ρυθμίσεις για τους νεαρούς κρατούμενους
στον Σωφρονιστικό Κώδικα 255
Γ. Εσωτερικός Κανονισμός Λειτουργίας των Ειδικών Καταστημάτων
Κράτησης Νέων (ΕσωτΚανΛειτΕΚΚΝ) 263
Δ. Βασικές διατάξεις του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας
των Ειδικών Καταστημάτων Κράτησης Νέων σε συνδυασμό με αυτές
που περιλαμβάνονται στον Σωφρονιστικό Κώδικα 270
ΚΕΦΑΛΑΙΟ V
ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΠΟΙΝΙΚΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ
ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΣΤΟ ΑΝΗΛΙΚΟ ΘΥΜΑ
Α. ΠΟΙΝΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ 275
1. Γενικό Μέρος 275
Άρθρο 82Α 275
Άρθρο 113 276
Άρθρο 115 277
2. Ειδικό Μέρος 278
i. Παράθεση αδικημάτων τελούμενων σε βάρος ανηλίκου, που επισύρουν
επαυξημένες ποινές για τον δράστη. 278
Άρθρο 168 278
Άρθρο 312 280
Άρθρο 313 283
Άρθρο 323Α 285
Άρθρο 324 287
Άρθρο 330 291
Άρθρο 333 293
Άρθρο 336 297
Άρθρο 337 299
Άρθρο 339 301
Άρθρο 342 303
Άρθρο 346 304
Άρθρο 348 306
Άρθρο 348Α 308
Άρθρο 348Β 312
Άρθρο 348Γ 313
Άρθρο 349 316
Άρθρο 351Α 320
Άρθρο 352Β 321
Άρθρο 353 322
Άρθρο 360Α 324
ii. Ψυχοδιαγνωστική εξέταση και θεραπεία του δράστη
και του ανήλικου θύματος εγκλημάτων κατά της γενετήσιας ελευθερίας
και της οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής 326
Άρθρο 352Α 326
Β. ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ 328
Άρθρο 82 328
Άρθρο 108 330
Άρθρο 221 332
Άρθρο 226 333
Άρθρο 227 333
Άρθρο 330 346
Άρθρο 569 348
Γ. ΕΙΔΙΚΟΙ ΠΟΙΝΙΚΟΙ ΝΟΜΟΙ 350
1. Επιγραμματική παράθεση αδικημάτων τελούμενων σε βάρος ανηλίκου
και ειδικών ρυθμίσεων επί αυτών, που προβλέπονται σε ειδικούς
ποινικούς νόμους 350
i. Νόμος περί εξαρτησιογόνων ουσιών και άλλες διατάξεις (N 4139/2013) 350
Άρθρο 22 350
ii. Νόμος για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας (N 3500/2006) 351
Άρθρο 1 351
Άρθρο 4 352
Άρθρο 6 352
Άρθρο 7 353
Άρθρο 9 353
Άρθρο 11 354
Άρθρο 15 355
Άρθρο 16 355
Άρθρο 18 356
Άρθρο 19 357
Άρθρο 23 357
iii. Κώδικας Εργατικού Δικαίου [ΠΔ 62/2025 (ΦΕΚ Α’ 121/11.7.2025)] 358
Άρθρο 319 358
iv. Νόμος για την προστασία των ανηλίκων από προϊόντα καπνού και αλκοόλ
[Ν 5216/2025 (ΦΕΚ Α’ 118/7.7.2025)] 358
Άρθρο 1 358
Άρθρο 2 359
Άρθρο 3 359
Άρθρο 4 360
Άρθρο 5 361
Άρθρο 10 363
v. Κώδικας Μετανάστευσης [Ν 5038/2023 (ΦΕΚ Α’ 81/1.4.2023)] 363
Άρθρο 4 363
Άρθρο 23 364
Άρθρο 134 365
Άρθρο 135 367
Άρθρο 136 368
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI
ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΑ ΑΣΥΝΟΔΕΥΤΑ ΑΝΗΛΙΚΑ
A. Επιγραμματική παράθεση των βασικών διατάξεων
που ρυθμίζουν το ζήτημα των ασυνόδευτων ανηλίκων 369
1. Κώδικας Νομοθεσίας για την υποδοχή, τη διεθνή προστασία πολιτών
τρίτων χωρών και ανιθαγενών και την προσωρινή προστασία
σε περίπτωση μαζικής εισροής εκτοπισθέντων αλλοδαπών
[N 4939/2022 (ΦΕΚ Α’ 111/10.6.2022)] 369
Άρθρο 1 369
Άρθρο 8 372
Άρθρο 19 372
Άρθρο 27 373
Άρθρο 30 373
Άρθρο 41 373
Άρθρο 44 374
Άρθρο 52 375
Άρθρο 53 376
Άρθρο 55 376
Άρθρο 56 377
Άρθρο 59 377
Άρθρο 61 378
Άρθρο 62 379
Άρθρο 63 380
Άρθρο 64 380
Άρθρο 65 381
Άρθρο 66 383
Άρθρο 66Α 384
Άρθρο 66Β 384
Άρθρο 66Γ 385
Άρθρο 66Δ 386
Άρθρο 66Ε 387
Άρθρο 66ΣΤ 389
Άρθρο 66Ζ 390
Άρθρο 66Η 390
Άρθρο 66Θ 392
Άρθρο 66Ι 392
Άρθρο 66ΙΑ 393
Άρθρο 66ΙΒ 394
Άρθρο 66ΙΓ 394
Άρθρο 66ΙΔ 395
Άρθρο 66ΙΕ 396
Άρθρο 66ΙΣΤ 398
Άρθρο 66ΙΖ 398
Άρθρο 66ΙΗ 399
Άρθρο 66ΙΘ 400
Άρθρο 66Κ 402
Άρθρο 66ΚΑ 402
Άρθρο 66ΚΒ 403
Άρθρο 66ΚΓ 403
Άρθρο 66ΚΔ 404
Άρθρο 66ΚΕ 405
Άρθρο 66ΚΣΤ 405
Άρθρο 66ΚΖ 406
Άρθρο 66ΚΗ 407
Άρθρο 66ΚΘ 408
Άρθρο 66Λ 408
Άρθρο 66ΛΑ 410
Άρθρο 66ΛΒ 411
Άρθρο 66ΛΓ 412
Άρθρο 66ΛΔ 414
Άρθρο 79 416
Άρθρο 80 417
Άρθρο 82 418
Άρθρο 84 421
Άρθρο 88 422
Άρθρο 95 425
Άρθρο 97 427
Άρθρο 109 428
Άρθρο 129 428
Άρθρο 131 429
Άρθρο 132 430
Άρθρο 139 431
Άρθρο 147 431
2. Νόμος για την αναμόρφωση πλαισίου και διαδικασιών επιστροφών πολιτών τρίτων χωρών – Λοιπές ρυθμίσεις του Υπουργείου Μετανάστευσης
και Ασύλου [Ν 5226/2025 (ΦΕΚ Α’ 154/8.9.2025)] 432
Άρθρο 1 432
Άρθρο 3 433
Άρθρο 4 433
Άρθρο 11 434
Άρθρο 15 434
Άρθρο 18 435
Άρθρο 25 435
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII
ΠΑΡΑΜΕΛΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ ΑΝΗΛΙΚΟΥ –
ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΤΟΥΜΕΝΟΥ
Άρθρο 360 ΠΚ 437
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VΙII
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
1. ΟΔΗΓΙΑ (ΕΕ) 800/2016 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ
ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ 443
2. N 4689/2020 [άρθρα 1-20] 456
3. YA 62367/21.6.2005 470
4. YA 15461/17.6.2025 486
5. KYA 73461/9.10.2017 498
6. ΚΥΑ 7320/3.6.2019 511
7. KYA 1225/15.11.2024 527
8. ΚΥΑ 6288/5.12.2024 531
9. ΚΥΑ 2083/12.5.2025 540
10. ΕγκΕισΑΠ 7/2019 551
11. ΕγκΕισΑΠ 5/2021 560
12. ΓνωμΕισΑΠ 11/2022 565
13. ΕγκΕισΑΠ 2/2024 567
14. ΕγκΕισΑΠ 7/2025 569
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ – ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ 573
ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ 581
Σελ. 39
ii. Ισχύων Ποινικός Κώδικας (Ν 4619/2019)
12Γενικά. Ο Ποινικός Κώδικας του 1950 ίσχυσε μέχρι τις 30.6.2019, οπότε καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε με τον Ν 4619/2019 (ισχύων Ποινικός Κώδικας, με έναρξη ισχύος την 1η.7.2019).
Ομοίως, και στον, κατά την 1η.7.2019, ισχύοντα Ποινικό Κώδικα, όλες οι σχετικές διατάξεις εντάχθηκαν σε ιδιαίτερο κεφάλαιο, ήτοι, στο Όγδοο του Γενικού Μέρους αυτού, υπό τον ίδιο τίτλο «ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΑΝΗΛΙΚΟΥΣ» και τα άρθρα 121-133. Αυξήθηκε το κατώτατο όριο ποινικής ανηλικότητας, στο 12ο έτος και το ανώτατο, στο 18ο έτος, διαμορφώθηκαν τρεις (3) ηλικιακές κατηγορίες ανηλίκων [ποινικά αδιάφορων (έως 12 ετών), ποινικά ανεύθυνων (12-15 ετών) και ποινικά υπεύθυνων (15-18 ετών)].
13Και με τον Ν 4619/2019, παρατηρείται η επιεικέστερη ποινική μεταχείριση του ανηλίκου παραβάτη. Οι δε προβλεπόμενες κυρώσεις τείνουν, όχι στην τιμώρησή του, αλλά στην αναμόρφωση και θεραπεία αυτού, που θα επιτρέψουν την κοινωνική ένταξή του.
14Περαιτέρω, με τον Ν 4855/2021 (ΦΕΚ Α’ 215/12.11.2021), επήλθαν τροποποιήσεις που εστιάζονται σε δικαιοκρατικότερες προβλέψεις στο πεδίο της άρσης της υφ’ όρον απόλυσης και της απόλυσης υπό τον όρο του κατ’ οίκον περιορισμού, με ηλεκτρονική επιτήρηση των ανηλίκων δραστών (ΠΚ 129 και 129Α).
15Ακολούθως, με τον Ν 5090/2024 (ΦΕΚ Α’ 40/15.3.2024), τροποποιήθηκε ο ως άνω Ποινικός Κώδικας, στα άρθρα 54, 122, 127 και 133 αυτού. Ειδικότερα, προβλέφθηκε αύξηση του ανώτατου ορίου περιορισμού σε Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων, από τα οκτώ (8) στα δέκα (10) έτη, επί εγκλημάτων που επαπειλούνται με ποινή ισόβιας κάθειρξης ή πρόσκαιρης ανώτερης των δέκα (10) ετών (ΠΚ 54). Περαιτέρω, προβλέφθηκε η συμπερίληψη στον κατάλογο των αναμορφωτικών μέτρων που μπορούν να επιβληθούν σε ανήλικους δράστες και η παρακολούθηση ειδικών εκπαιδευτικών, καλλιτεχνικών ή πολιτιστικών προγραμμάτων σε κρατικούς, δημοτικούς, ή ιδιωτικούς φορείς, καθώς και η παρακολούθηση προγραμμάτων αθλητισμού και η συμμετοχή σε αθλητικά σωματεία (ΠΚ 122). Επιπλέον, περιλήφθησαν στις περιπτώσεις των εγκλημάτων ανηλίκων που επισύρουν, δυνητικά και με ειδική αιτιολογία, περιορισμό σε Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων, όλα τα κακουργήματα και όχι μόνο αυτά που στρέφονται κατά της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας ή εμπεριέχουν στοιχεία βίας (ΠΚ 127). Ακόμη, προβλέφθηκε, ως ηλικιακό όριο χαρακτηρισμού του δράστη, ως νεαρού ενήλικα, τα είκοσι ένα (21) έτη, αντί των είκοσι πέντε (25) ετών, κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης, ορίζοντας, ωστόσο, ότι οι νεαροί ενήλικες θα μπορούν να κρατούνται στο Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων, μέχρι τη συμπλήρωση των είκοσι πέντε (25) ετών (ΠΚ 133).
Σελ. 40
16Τέλος, με τον Ν 5172/2025 (ΦΕΚ Α’ 10/29.1.2025), τροποποιήθηκε εκ νέου ο ως άνω Ποινικός Κώδικας, στα άρθρα 124 και 130 αυτού. Ειδικότερα, προβλέφθηκε η δυνατότητα του Δικαστηρίου Ανηλίκων για αντικατάσταση των αναμορφωτικών μέτρων που έχει επιβάλει, όχι μόνο με άλλα αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα, αλλά και με κατ’ οίκον έκτιση ή με παροχή κοινωφελούς εργασίας και σε περίπτωση που τα παραπάνω δεν επαρκούν, με περιορισμό σε Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων με μέγιστη διάρκεια τα τρία (3) έτη (ΠΚ 124§5). Περαιτέρω, προβλέφθηκε τα αναμορφωτικά μέτρα να παύουν αυτοδικαίως, όταν ο δράστης συμπληρώσει το εικοστό τρίτο έτος (23ο) της ηλικίας του, αντί του εικοστού πέμπτου (25ου) που προβλεπόταν προηγουμένως (ΠΚ 130§1).
17Οι ανωτέρω διαχρονικά ρυθμίσεις, μέχρι τους νόμους 5090/2024 και 5172/2025, σηματοδοτούσαν τις σύγχρονες αντιλήψεις του δικαιϊκού προτύπου δικαιοσύνης, ως προς την ελαχιστοποίηση της επιβολής μέτρων εγκλεισμού σε βάρος των ανηλίκων, ωστόσο, με τους ως άνω νόμους, επήλθε αυστηροποίηση στη μεταχείρισή τους.
18Οι αρχές που διέπουν την ποινική μεταχείριση των ανηλίκων είναι: α) η αρχή της επικουρικότητας, σύμφωνα με την οποία, η επιβολή των μέτρων γίνεται, με ιεράρχηση, από τα ηπιότερα προς τα βαρύτερα και από τα εξωιδρυματικά προς τα ιδρυματικά και β) η αρχή της αναλογικότητας, σύμφωνα με την οποία, επιλέγεται το καταλληλότερο, αναγκαίο και αποτελεσματικό μέτρο που ταιριάζει στην κάθε κρινόμενη περίπτωση. Οι ανωτέρω αρχές, για πρώτη φορά, διατυπώνονται ευθέως, στη διάταξη του άρθρου 122§3 του ισχύοντος Ποινικού Κώδικα.
19Όλες οι διατάξεις του Ποινικού Κώδικα εφαρμόζονται και για τον ανήλικο παραβάτη, εφόσον δεν ρυθμίζεται κάτι διαφορετικά.
20Κατωτέρω παρατίθενται εκείνες οι διατάξεις, οι οποίες αφορούν ειδικότερα στην ποινική μεταχείριση του ανηλίκου παραβάτη:
Άρθρο 18
Κατηγορίες αξιοποίνων πράξεων
Οι αξιόποινες πράξεις διακρίνονται σε κακουργήματα και πλημμελήματα. Κάθε πράξη που τιμωρείται με κάθειρξη ισόβια ή πρόσκαιρη είναι κακούργημα. Κάθε πράξη που τιμωρείται με φυλάκιση ή περιορισμό σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων ή μόνο με χρηματική ποινή ή παροχή κοινωφελούς εργασίας είναι πλημμέλημα.
Σχετικές διατάξεις: άρθρα 6§3, 111§3, 113§2, 118περ.γ’ του ΠΚ και 113, 114, 340§1εδ.γ’ του ΚΠΔ.
Ερμηνεία – Σχόλια
21Κατά τη διατύπωση της ανωτέρω διάταξης συνάγεται ότι ο ανήλικος τελεί, κατά πλάσμα δικαίου, πάντοτε πλημμέλημα, ακόμα κι αν η ίδια πράξη, τελούμενη από ενήλικα, είναι κακούργημα.
22Ο πλημμεληματικός πάντοτε χαρακτήρας των τελουμένων από τον ανήλικο πράξεων συνεπιφέρει τις κατωτέρω συνέπειες:
Σελ. 41
Α. ΣΕ ΕΠΙΠΕΔΟ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
23Έγκληση ή αίτηση της ξένης κυβέρνησης. Απαιτείται έγκληση ή αίτηση της ξένης κυβέρνησης επί αδικημάτων που τελέστηκαν στην αλλοδαπή [ΠΚ 6§3].
24Παραγραφή. Υπόκεινται στην πενταετή παραγραφή των πλημμελημάτων [ΠΚ 111§3].
25Αναστολή παραγραφής. Αναστέλλεται η προθεσμία της παραγραφής για τρία (3) επιπλέον έτη, ήτοι, η παραγραφή συμπληρώνεται, κατ’ ανώτατο όριο, στα οκτώ (8) έτη, από την τέλεση της πράξης [ΠΚ 113§2].
26Παραγραφή ποινής. Ο περιορισμός σε Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων παραγράφεται μετά από δέκα (10) έτη [ΠΚ 118 περ.γ’].
Β. ΣΕ ΕΠΙΠΕΔΟ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
27Αρμόδιο δικαστήριο. Οι πράξεις των ανηλίκων, έχουσες πάντοτε πλημμεληματικό χαρακτήρα, εκδικάζονται από τα Μονομελή και Τριμελή Δικαστήρια Ανηλίκων και, κατ’ έφεση, από το Εφετείο Ανηλίκων και όχι από τα κακουργιοδικεία [ΚΠΔ 113, 114].
28Κύρια ανάκριση - Πέρας ανάκρισης. Παρά τον, κατά πλάσμα δικαίου, πλημμεληματικό χαρακτήρα της πράξης του ανηλίκου που αν την τελούσε ενήλικος, θα ήταν κακούργημα, διεξάγεται γι’ αυτή κύρια ανάκριση, ωστόσο, όπως και στα αμιγώς πλημμελήματα, η κύρια ανάκριση περατώνεται και με απευθείας κλήση του ανηλίκου στο ακροατήριο του αρμόδιου Δικαστηρίου Ανηλίκων, με διαταγή του Εισαγγελέα, εφόσον υπάρχει η σύμφωνη γνώμη του Ανακριτή [ΚΠΔ 308§3].
Άρθρο 36
Μειωμένη ικανότητα καταλογισμού
1. Αν εξαιτίας κάποιας από τις καταστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 34, δεν έχει εκλείψει εντελώς, μειώθηκε όμως σημαντικά η ικανότητα για καταλογισμό, επιβάλλεται μειωμένη ποινή (άρθρο 83).
2. Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση υπαίτιας κατά την έννοια του άρθρου 35 πρόκλησης της μειωμένης ικανότητας.
Σχετικές διατάξεις: άρθρα 50, 51§1, 54, 83, 126, 127 του ΠΚ.
Ερμηνεία – Σχόλια
29Επίκληση μειωμένου καταλογισμού στο Δικαστήριο Ανηλίκων. Η επίκληση μειωμένης ικανότητας καταλογισμού στο Δικαστήριο Ανηλίκων δεν είναι συμβατή με το ποινικό δίκαιο
Σελ. 42
ανηλίκων, όταν ο ανήλικος κατηγορούμενος είναι ηλικίας κάτω των 15 ετών, κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης του, διότι θεωρείται ποινικά ανεύθυνος (ΠΚ 126§1) και άρα, η αξιόποινη πράξη που τέλεσε, δεν καταλογίζεται σ’ αυτόν. Ο ανήλικος, ηλικίας 12-15 ετών, ανεξάρτητα από το πραγματικό επίπεδο ωριμότητάς του, είναι, κατά αμάχητο τεκμήριο, ανίκανος προς καταλογισμό, ήτοι, ελλείπει η λεγόμενη «συνείδηση του αδίκου». Επομένως, δεν τελεί πλήρες έγκλημα, κατά την έννοια του άρθρου 14 ΠΚ και για τον λόγο αυτό δεν μπορεί να απαγγελθεί σε βάρος του καταδικαστική απόφαση ή να του καταγνωσθεί ενοχή, ούτε να του επιβληθεί οποιαδήποτε ποινή, παρά μόνο αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα (ΠΚ 122, 123), τα οποία δεν έχουν τιμωρητικό, αλλά παιδαγωγικό ή θεραπευτικό χαρακτήρα. Κατά λογική συνέπεια, η επίκληση του ισχυρισμού περί μειωμένου καταλογισμού του ανηλίκου είναι δυνατή, μόνο στην περίπτωση που εκδικάζεται υπόθεση προβλεπομένη στο άρθρο 127 ΠΚ και εφόσον επιβληθεί στον ανήλικο περιορισμός σε Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων. Στην περίπτωση αυτή, αυτός ο ισχυρισμός θα ληφθεί υπόψη για την επιμέτρηση της ποινής, ήτοι, τη διάρκεια του περιορισμού.
Άρθρο 51
Ποινές στερητικές της ελευθερίας
1. Ποινές στερητικές της ελευθερίας είναι η κάθειρξη, η φυλάκιση και ο περιορισμός σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων.
2. Για τις πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές, η ημέρα υπολογίζεται σε είκοσι τέσσερις ώρες, η εβδομάδα σε επτά ημέρες, ο μήνας και το έτος σύμφωνα με το ημερολόγιο που ισχύει.
3. Ο χρόνος της ποινής επιμετράται πάντοτε σε πλήρεις ημέρες, εβδομάδες, μήνες και έτη.
Σχετικές διατάξεις: άρθρα 18, 54, 127 του ΠΚ και 168, 549§4, 551§2 εδ. β’ του ΚΠΔ.
Ερμηνεία – Σχόλια
30Περισσότερα για τον περιορισμό σε Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων θα αναπτυχθούν κατωτέρω, υπό τα άρθρα 54 και 127 ΠΚ.
31Τρόπος υπολογισμού. Η ημέρα υπολογίζεται σε είκοσι τέσσερις (24) ώρες, η εβδομάδα σε επτά (7) ημέρες και ο μήνας και το έτος, κατά το ισχύον ημερολόγιο. Η ποινή ενός (1) μηνός ή ενός (1) έτους λήγει την αντίστοιχη ημερομηνία του επόμενου μηνός ή έτους, ανεξάρτητα από τον αριθμό των ημερών του συγκεκριμένου μήνα ή έτους.
Σελ. 43
Άρθρο 54
Περιορισμός σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων
Η διάρκεια του περιορισμού σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων δεν υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη ούτε είναι κατώτερη των έξι (6) μηνών, αν για την πράξη που τελέστηκε ο νόμος απειλεί κάθειρξη ως δέκα (10) έτη. Αν η απειλούμενη κάθειρξη είναι ισόβια ή πρόσκαιρη ανώτερη από αυτήν του προηγούμενου εδαφίου, η διάρκεια του περιορισμού σε ειδικό κατάστημα κράτησης δεν υπερβαίνει τα δέκα (10) έτη ούτε είναι κατώτερη από δύο (2).
Σχετικές διατάξεις: άρθρα 18, 118, 127, 130-132 του ΠΚ, 287, 569§2 περ. β’ υποπερ. ββ’ του ΚΠΔ και 12, 19, 55, 56, 58-60, 69 του Ν 2776/1999 (ΣωφρΚ).
Ερμηνεία – Σχόλια
32Γενικά. Είναι το επαχθέστερο μέτρο αντίδρασης της πολιτείας για τους ποινικά υπεύθυνους ανηλίκους παραβάτες, δηλαδή, για εκείνους που έχουν συμπληρώσει το 15ο έτος της ηλικίας τους και υπό της προϋποθέσεις του άρθρου 127 ΠΚ.
33Διαχρονικό δίκαιο. Κατά την αρχική ρύθμιση του άρθρου 54 ΠΚ/1950, η διάρκεια του περιορισμού σε Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων είχε, ως ανώτατο όριο, τα είκοσι (20) έτη και, ως κατώτατο όριο, τους έξι (6) μήνες, με τις εξής διακρίσεις: i) διάρκεια πέντε (5) έως είκοσι (20) ετών, αν για την πράξη που τελέστηκε, ο νόμος απειλεί ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη από δέκα (10) έτη και ii) διάρκεια έξι (6) μηνών έως δέκα (10) ετών, σε κάθε άλλη περίπτωση. Ακολούθως, με την τροποποίηση που επέφερε το άρθρο 1 του Ν 3860/2010, στη διάταξη του άρθρου 54 ΠΚ, προβλέφθηκε η μείωση του ανώτατου ορίου από τα είκοσι (20) στα δεκαπέντε (15) έτη. Περαιτέρω, προσδιορίστηκαν τρία (3) επιμέρους πλαίσια διάρκει-
Σελ. 44
ας του περιορισμού σε Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων, ως εξής: i) πλαίσιο από έξι (6) μήνες έως πέντε (5) έτη, για εγκλήματα που τιμωρούνται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών, ii) πλαίσιο από δύο (2) έως δέκα (10) έτη, για εγκλήματα που τιμωρούνται με πρόσκαιρη κάθειρξη (5-20 έτη) ή κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών ή με ισόβια κάθειρξη και iii) αύξηση του ανώτατου ορίου στα δεκαπέντε (15) έτη και μόνο, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, για εγκλήματα που τιμωρούνται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών ή ισόβια κάθειρξη. Στη συνέχεια, με το άρθρο 2 του Ν 4322/2015, τροποποιήθηκε εκ νέου το άρθρο 54 του Ποινικού Κώδικα και προβλέφθηκε ότι «η διάρκεια του περιορισμού σε Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων δεν υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη ούτε είναι μικρότερη από έξι (6) μήνες, αν για την πράξη που τελέστηκε ο νόμος απειλεί κάθειρξη μέχρι δέκα (10) έτη. Αν η απειλούμενη ποινή είναι ισόβια κάθειρξη ή πρόσκαιρη μεγαλύτερη της του προηγούμενου εδαφίου, η διάρκεια του περιορισμού σε Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων δεν υπερβαίνει τα δέκα (10) έτη ούτε είναι μικρότερη από δύο (2)». Περαιτέρω, ο Ποινικός Κώδικας (Ν 4619/2019) διατήρησε, στη διάταξη του άρθρου 54, τον βασικό πυρήνα των τελευταίων, κατά τα παραπάνω, νομοθετικών παρεμβάσεων και μείωσε τον μέγιστο προβλεπόμενο χρόνο διάρκειας του περιορισμού σε Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων, προβλέποντας ότι «Η διάρκεια του περιορισμού σε Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη ούτε είναι κατώτερη των έξι μηνών, αν για την πράξη που τελέστηκε ο νόμος απειλεί κάθειρξη ως δέκα έτη. Αν η απειλούμενη κάθειρξη είναι ισόβια ή πρόσκαιρη ανώτερη από αυτήν του προηγούμενου εδαφίου, η διάρκεια του περιορισμού σε ειδικό κατάστημα κράτησης δεν υπερβαίνει τα οκτώ έτη ούτε είναι κατώτερη από δύο». Με βάση, επομένως, τη ρύθμιση αυτή, προσδιορίστηκαν δύο (2) επιμέρους πλαίσια διάρκειας του περιορισμού σε Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων, ως εξής: i. Πλαίσιο από έξι (6) μήνες έως πέντε (5) έτη, για εγκλήματα που τιμωρούνται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών και ii. Πλαίσιο από δύο (2) έως οκτώ (8) έτη, για εγκλήματα που τιμωρούνται με ισόβια κάθειρξη ή πρόσκαιρη κάθειρξη πέντε (10) έως δεκαπέντε (15) ετών.
34Ισχύον δίκαιο. Αυτό το άρθρο αναφέρεται στη διάρκεια του περιορισμού σε Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων, όπως αυτή ισχύει και διαμορφώθηκε από το άρθρο 7 του Ν 5090/2024, με έναρξη ισχύος της διάταξης από την 1η.5.2024 (άρθρο 138§1).
Κατά την Αιτιολογική Έκθεση του Ν 5090/2024, η τροποποίηση της διάταξης του άρθρου 54, με την αύξηση του ανώτατου ορίου περιορισμού σε Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων, επί εγκλημάτων που επαπειλούνται με ποινή ισόβιας κάθειρξης ή πρόσκαιρης ανώτερης των δέκα (10) ετών, έγινε για λόγους νομοτεχνικής συνέπειας και αναλογικότητας, με τις τροποποιούμενες, με τον ως άνω Νόμο, διατάξεις των άρθρων 52 και 94 ΠΚ, αντίστοιχα, που αύξησαν το μέγιστο όριο της πρόσκαιρης κάθειρξης από τα δεκαπέντε (15) στα είκοσι (20) έτη, το μέγιστο όριο της συνολικής ποινής κάθειρξης από τα είκοσι (20) στα είκοσι πέντε (25) έτη και το μέγιστο όριο της συνολικής ποινής φυλάκισης από τα οκτώ (8) στα δέκα (10) έτη, αντίστοιχα, σε συνδυασμό με το άρθρο 18 του Ποινικού Κώδικα. Ωστόσο, πρέπει να επισημανθεί ότι το ανώ-
Σελ. 45
τατο όριο διάρκειας των οκτώ (8) ετών, της διάταξης του άρθρου 54 ΠΚ, ίσχυε ήδη από τον Ν 4322/2015, δηλαδή, πριν από την ισχύ του νέου ΠΚ (Ν 4619/2019), ο οποίος μείωσε τα κατά τα άνω ανώτατα όρια ποινών.
35Ποινή. Ο περιορισμός σε Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων είναι ποινή στερητική της ελευθερίας και μάλιστα πλημμεληματικού χαρακτήρα, σε κάθε περίπτωση, ανεξαρτήτως της διάρκειάς της (ΠΚ 18 εδ.γ’, 51§1).
36Διάρκεια. Στο παρόν άρθρο ορίζεται η διάρκεια του σχετικού περιορισμού, η οποία: α) δεν υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη, ούτε είναι κατώτερη των έξι (6) μηνών, αν για την πράξη που τελέστηκε ο νόμος απειλεί κάθειρξη έως δέκα (10) έτη και β) δεν υπερβαίνει τα δέκα (10) έτη, ούτε είναι κατώτερη από δύο (2) έτη, αν η απειλούμενη κάθειρξη είναι ισόβια ή πρόσκαιρη ανώτερη από δέκα (10) έτη.
37Πρόσκαιρη κάθειρξη 5-20 έτη. Η περίπτωση αυτή δεν ρυθμίζεται ρητά στη διάταξη του άρθρου 54 ΠΚ. Ωστόσο, με τον όρο «κάθειρξη ... πρόσκαιρη ανώτερη από αυτήν του προηγούμενου εδαφίου» [δηλαδή, κάθειρξη ανώτερη των δέκα (10) ετών], ο νόμος προσβλέπει στο ανώτερο επιτρεπόμενο όριο και είναι αδιάφορο το κατώτερο. Συνεπώς, αν ο νόμος προβλέπει ποινή πρόσκαιρης κάθειρξης, δηλαδή, 5-20 έτη (ΠΚ 52§2), τότε, για την πράξη αυτή, επιβάλλεται περιορισμός διάρκειας 2-10 ετών.
Άρθρο 79
Δικαστική επιμέτρηση της ποινής
1. Με την επιμέτρηση της ποινής καθορίζεται η ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του εγκλήματος με βάση τη βαρύτητα της πράξης και το βαθμό ενοχής του υπαιτίου γι’ αυτή. Το δικαστήριο σταθμίζει τα στοιχεία που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου και συνεκτιμά τις συνέπειες της ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του.
2. Για την εκτίμηση της βαρύτητας της πράξης το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του: α) τη βλάβη που αυτή προξένησε ή τον κίνδυνο που προκάλεσε, β) τη φύση, το είδος και το αντικείμενο της πράξης, καθώς επίσης όλες τις περιστάσεις χρόνου, τόπου, μέσων και τρόπου που συνόδευσαν την προπαρασκευή ή την εκτέλεσή της.
Σελ. 46
3. Για την εκτίμηση του βαθμού ενοχής του υπαιτίου, το δικαστήριο εξετάζει: α) την ένταση του δόλου ή το βαθμό της αμέλειάς του, β) τα αίτια που τον ώθησαν στην εκτέλεση του εγκλήματος, την αφορμή που του δόθηκε και τον σκοπό που επιδίωξε, γ) τον χαρακτήρα του και τον βαθμό της ανάπτυξής του που επηρέασαν την πράξη, δ) τις ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις και την προηγούμενη ζωή του στο μέτρο που σχετίζονται με την πράξη, ε) τον βαθμό της δυνατότητας και της ικανότητάς του να πράξει διαφορετικά, στ) τη διαγωγή του κατά τη διάρκεια της πράξης και μετά την πράξη και ιδίως τη μετάνοια που επέδειξε και την προθυμία του να επανορθώσει τις συνέπειες της πράξης του.
4. Στοιχεία που λειτουργούν υπέρ του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως: α) το ότι αυτός διαδραμάτισε έναν σαφώς υποδεέστερο ρόλο σε πράξη που τελέστηκε από πολλούς, β) το ότι τέλεσε την πράξη σε δικαιολογημένη συναισθηματική φόρτιση, γ) το ότι έθεσε τον εαυτό του στη διάθεση των αρχών χωρίς σημαντική καθυστέρηση, ενώ μπορούσε να διαφύγει, δ) το ότι διευκόλυνε ουσιωδώς την εξιχνίαση του εγκλήματος.
5. Στοιχεία που λειτουργούν σε βάρος του υπαιτίου θεωρούνται ιδίως: α) η κατ’ επάγγελμα τέλεση της πράξης, β) η ιδιαίτερη σκληρότητα, γ) η εκμετάλλευση της εμπιστοσύνης του θύματος, δ) το γεγονός ότι το θύμα δεν μπορούσε να προστατεύσει τον εαυτό του, ε) το ότι ο υπαίτιος διαδραμάτισε ιθύνοντα ρόλο σε πράξη που τελέστηκε με συμμετοχή πολλών.
6. Στοιχεία που έχουν αξιολογηθεί από τον νομοθέτη για τον προσδιορισμό της απειλούμενης ποινής δεν λαμβάνονται από το δικαστήριο επιπροσθέτως υπόψη κατά την επιμέτρησή της.
7. Στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε.
Ερμηνεία – Σχόλια
38Η επιμέτρηση της ποινής γίνεται, με βάση τα κριτήρια του άρθρου 79 ΠΚ, στο μέτρο, όμως, που τούτο συνάδει με την ratio legis του ποινικού δικαίου ανηλίκων, που είναι η ειδική πρόληψη και η διαπαιδαγώγησή τους.
Άρθρο 83
Μειωμένη ποινή
Όπου στον νόμο προβλέπεται μειωμένη ποινή χωρίς άλλον προσδιορισμό, το πλαίσιό της καθορίζεται ως εξής: α) αντί για την ποινή της ισόβιας κάθειρξης, επιβάλλεται κάθειρξη, β) αντί για την ποινή της κάθειρξης τουλάχιστον δέκα (10) ετών, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) ετών ή κάθειρξη έως δεκατέσσερα (14) έτη, γ) αντί για την ποινή της κάθειρξης, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών ή κάθειρξη έως δώδεκα (12) έτη, δ) αντί για την ποινή της κάθειρξης έως δέκα (10) έτη, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών ή κάθειρξη έως έξι (6) έτη, ε) σε κάθε άλλη περίπτωση, ο δικαστής μειώ-
Σελ. 47
νει την ποινή ελεύθερα έως το ελάχιστο όριό της. Αν ο νόμος προβλέπει σωρευτικά ποινή φυλάκισης και χρηματική ποινή, μπορεί να επιβληθεί και μόνο η τελευταία.
Σχετικές διατάξεις: άρθρα 36, 42§§1, 3, 46§2, 47, 49, 84, 85 του ΠΚ.
Ερμηνεία – Σχόλια
39Περιορισμός σε Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β’ και 51§1 του ΠΚ, ο περιορισμός σε Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων χαρακτηρίζεται ως ποινή στερητική της ελευθερίας. Ωστόσο, η περίπτωση αυτή δεν έχει ενταχθεί ρητά στο πλαίσιο ποινών που έχει καθορισθεί με τη διάταξη του άρθρου 83 ΠΚ. Κατά τη γνώμη μας, όπου στον νόμο προβλέπεται μειωμένη ποινή, χωρίς άλλο προσδιορισμό και απειλείται για την πράξη περιορισμός σε Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων, διάρκειας, είτε από έξι (6) μηνών έως πέντε (5) ετών, είτε από δύο (2) ετών έως δέκα (10) ετών, θα πρέπει να εφαρμόζεται η περίπτωση «ε» του άρθρου 83 ΠΚ, ήτοι, ο δικαστής να μειώνει την ποινή αυτή ελεύθερα έως το ελάχιστο όριο του είδους της, δηλαδή, τουλάχιστον έξι (6) μήνες (ΠΚ 54).
40Αναμορφωτικά/Θεραπευτικά Μέτρα. Στο Δικαστήριο Ανηλίκων, όταν είναι δυνατή η επιβολή μόνο αναμορφωτικών και θεραπευτικών μέτρων, δεν τίθεται θέμα επίκλησης και εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 83 ΠΚ, περί μείωσης της ποινής, καθόσον αυτά (μέτρα) δεν συνιστούν ποινές, αλλά αποσκοπούν στην ηθικοκοινωνική βελτίωση του ανηλίκου.
Άρθρο 84
Ελαφρυντικές περιστάσεις
1. Η ποινή μειώνεται επίσης κατά το μέτρο που προβλέπει το προηγούμενο άρθρο και στις περιπτώσεις που συντρέχουν ελαφρυντικές περιστάσεις.
2. Ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται ιδίως: α) το ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή, β) το ότι στην πράξη του ωθήθηκε από μη ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή υπό την επίδραση σοβαρής απειλής ή υπό την επιβολή προσώπου στο οποίο αυτός οφείλει υπακοή ή με το οποίο βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης, γ) το ότι στην πράξη του ωθήθηκε από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος ή παρασύρθηκε από οργή ή βίαιη θλίψη που του προκάλεσε άδικη εναντίον του πράξη, δ) το ότι επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του, ε) το ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, ακόμα και κατά την κράτησή του.
3. Ως ελαφρυντική περίπτωση λογίζεται και η μη εύλογη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του κατηγορουμένου.
Σχετικές διατάξεις: άρθρα 50, 51§1, 54, 83, 127 του ΠΚ και 284§7, 287 του ΚΠΔ.
Σελ. 48
Ερμηνεία – Σχόλια
41Επίκληση ελαφρυντικών περιστάσεων στο Δικαστήριο Ανηλίκων. Στο Δικαστήριο Ανηλίκων, όταν είναι δυνατή η επιβολή μόνο αναμορφωτικών και θεραπευτικών μέτρων, δεν τίθεται θέμα επίκλησης και εφαρμογής των ελαφρυντικών περιστάσεων της διάταξης του άρθρου 84 ΠΚ, καθόσον αυτά (μέτρα) δεν συνιστούν ποινές. Κατά λογική συνέπεια, η επίκληση των ελαφρυντικών περιστάσεων είναι δυνατή μόνο στην περίπτωση που εκδικάζεται υπόθεση προβλεπομένη στο άρθρο 127 ΠΚ και εφόσον επιβληθεί στον ανήλικο Περιορισμός σε Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων. Στην περίπτωση αυτή, οι ελαφρυντικές περιστάσεις θα ληφθούν υπόψη για την επιμέτρηση της ποινής, ήτοι, τη διάρκεια του περιορισμού.
42ΠΚ 84§2 περ. ε’. Για να συντρέξει η ελαφρυντική περίσταση που προβλέπεται από το άρθρο 84§2περ.ε’ του ΠΚ, η συμπεριφορά του υπαιτίου πρέπει να είναι θετική και επωφελής, για μεγάλο χρονικό διάστημα, μετά την πράξη και να αναφέρονται πραγματικά περιστατικά δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής συμβίωσης του δράστη. Η αναγνώριση, δηλαδή, της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84§2 περ. ε΄ του ισχύοντος ΠΚ προϋποθέτει επίκληση και απόδειξη θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα, μετά την αξιόποινη πράξη, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης, ακόμα και κατά την κράτησή του. Ενόψει του εγκληματοπροληπτικού και σωφρονιστικού σκοπού της θέσπισης της οικείας διάταξης, που διατρέχει την όλη, και υπό καθεστώς ελευθερίας και υπό καθεστώς κράτησης, διαβίωση του υπαιτίου, μετά την τέλεση της πράξης, δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω ελαφρυντικού η καλή και συνήθης συμπεριφορά και μόνον, αλλά απαιτούνται πραγματικά περιστατικά θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβίωσής του και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Απαιτείται, δηλαδή, για την αναγνώριση του ανωτέρω ελαφρυντικού, συγκεκριμένη, μετά την πράξη, θετική προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική συμπεριφορά, η οποία να είναι ενδεικτική, όχι μόνον έλλειψης έκνομης συμπεριφοράς, διότι σε τέτοια περίπτωση αυτός που δεν τέλεσε κάποια αξιόποινη πράξη, μετά την αποκάλυψη της παράνομης δραστηριότητάς του, θα είχε εξασφαλισμένη την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, αλλά ατόμου, το οποίο αποτίναξε το παρελθόν, άλλαξε τρόπο ζωής, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει, όταν εξακολουθεί να ζει, όπως και πριν, εξαιρουμένης της παραβίασης των νόμων και ιδιαίτερα του Ποινικού Κώδικα.
43Κατά την κράτηση. Η δυνατότητα της κατάφασης των προϋποθέσεων του άρθρου 84§2 περ. ε’ ΠΚ, ακόμα και κατά την κράτηση του καταδικασθέντος, επιβάλλεται από τον ειδικοπροληπτικό σκοπό της ποινής κατά της ελευθερίας. Η παραδοχή δε της συνδρομής της ελαφρυντικής αυτής περίστασης του άρθρου 84§2 περ. ε’ του ΠΚ, αναμφιβόλως τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι η συμπεριφορά του, εντός του σωφρονιστικού καταστήματος, είναι προδήλως διακριτή της συνήθους συμπεριφοράς του κρατουμένου και η οποία συνέχεται με τη βελτίωση της συμπεριφοράς του. Η καλή, δηλαδή, συμπεριφορά δεν εννοείται, ως παθητικά καλή διαγωγή ή ως μη κακή ή μόνον, ως απουσία παραβατικότητας. Περιλαμβάνει και τη θετική δρα-
Σελ. 49
στηριότητα του υπαιτίου, η οποία εκδηλώνεται αυτοβούλως και όχι ως αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού και οπωσδήποτε πρέπει να υπάρχει βελτίωση της συμπεριφοράς του. Η μη πειθαρχική δε τιμώρησή του συνιστά τη συνηθισμένη διαγωγή του, ως κρατουμένου, και τη συνήθη και αναμενόμενη συμπεριφορά κάθε κρατουμένου, ο οποίος οφείλει υπακοή σε συγκεκριμένους κανόνες συμπεριφοράς, εντός του σωφρονιστικού καταστήματος. Συνεπώς, για να προβάλλεται ορισμένα αυτός ο ισχυρισμός, θα πρέπει να γίνεται επίκληση των πραγματικών περιστατικών που τον θεμελιώνουν και, ειδικότερα, περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση του κατηγορουμένου και τα οποία να δηλώνουν την ποιότητα του ήθους, την κοινωνική προδιάθεσή του και την αρμονική διαβίωσή του, μετά την πράξη, αφού, κατά την ως άνω σχετική σκέψη, μόνο η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητάς του, μετά την τέλεση της αξιόποινης πράξης και η συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά, με την άσκηση του επαγγέλματος προς βιοπορισμό, δεν αρκούν, χωρίς την επιπλέον επίκληση και απόδειξη πραγματικών περιστατικών που καταδεικνύουν ηθική μεταστροφή του χαρακτήρα του, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης υπό καθεστώς κοινωνικής διαβίωσης.
44«Σχετικά μεγάλο διάστημα». Νομολογιακά, ακόμη και χρονικό διάστημα περίπου δύο (2) ετών, εάν έχει παρέλθει από την τέλεση της αξιόποινης πράξης, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί, ως «σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα», όπως απαιτεί η ανωτέρω διάταξη, ώστε το Δικαστήριο να έχει την ευχέρεια να εκτιμήσει τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου. Ωστόσο, ενόψει της ιδιαιτερότητας του ποινικού δικαίου ανηλίκων και των περιορισμένων, κατ’ ανώτατο όριο, ποινών που μπορούν να επιβληθούν (ΠΚ 54), το «σχετικά μεγάλο διάστημα» που αξιώνει η διάταξη, θα πρέπει να ερμηνεύεται με την ratio legis του ποινικού δικαίου ανηλίκων.
45Κράτηση ανηλίκου. Στην περίπτωση επίκλησης της ελαφρυντικής περίστασης της διάταξης του άρθρου 84§2 περ. ε’ ΠΚ, κατά την ιδίως πρωτοδίκως εκδίκαση της αξιόποινης πράξης του ανηλίκου, η οποία επέφερε την προσωρινή κράτησή του, επισημαίνεται ότι, λόγω της, κατ’ ανώτατο χρονικό όριο, διάρκειας έξι (6) μηνών της προσωρινής κράτησής του (η οποία, μετά την τροποποίηση που επήλθε στο άρθρο 287§1 ΚΠΔ, με το άρθρο 36 του Ν 5172/2025, κατ’ εξαίρεση, μπορεί να παραταθεί από το δικαστήριο, για τρεις (3) μήνες και μόνο για έγκλημα που αν το τελούσε ενήλικος, θα ήταν κακούργημα), το χρονικό αυτό διάστημα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «σχετικά μεγάλο διάστημα», όπως αξιώνει η εν λόγω διάταξη, ώστε να μπορεί να διερευνηθεί εάν η συμπεριφορά του ανήλικου υπήρξε θετική και επωφελής, για μεγάλο χρονικό διάστημα, μετά τις επίδικες πράξεις του, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών τους και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης, ακόμα και κατά την περίοδο της προσωρινής κράτησής του. Κατ’ αποτέλεσμα, εκτιμάται ότι δεν είναι δυνατή η ευδοκίμηση αυτής της ελαφρυντικής περίστασης, υπό τις άνω προϋποθέσεις, ακόμη και κατά την εκδίκαση της υπόθεσης σε δεύτερο βαθμό, εφόσον δεν έχει παρέλθει σχετικά μεγάλο διάστημα έκτισης της ποινής, όπως αυτό έχει προσδιοριστεί ανωτέρω.
Σελ. 50
Άρθρο 94
Συνολική ποινή σε περίπτωση στερητικών της ελευθερίας ποινών
1. Κατά του υπαιτίου δύο (2) ή περισσότερων εγκλημάτων που τελέστηκαν με περισσότερες πράξεις και τιμωρούνται με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές, επιβάλλεται, μετά την επιμέτρησή τους, συνολική ποινή, η οποία αποτελείται από τη βαρύτερη από τις συντρέχουσες ποινές επαυξημένη. Αν οι συντρέχουσες ποινές είναι του ίδιου είδους και ίσης διάρκειας, η συνολική ποινή σχηματίζεται με την επαύξηση μιας από αυτές. Η επαύξηση της βαρύτερης ποινής για κάθε μία (1) από τις συντρέχουσες ποινές δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη από το ένα δεύτερο (1/2) κάθε συντρέχουσας ποινής, ούτε μπορεί η συνολική ποινή να ξεπεράσει τα είκοσι πέντε (25) έτη, όταν η βαρύτερη ποινή είναι κάθειρξη και τα δέκα (10) έτη όταν πρόκειται για φυλάκιση.
2. Αν τα εγκλήματα που συρρέουν τελέστηκαν με μία πράξη, το δικαστήριο επαυξάνει ελεύθερα τη βαρύτερη από τις συντρέχουσες ποινές, αλλά όχι πέρα από το ανώτατο όριο του είδους της ποινής.
Στην περίπτωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή, το δικαστήριο σε εξαιρετικές περιπτώσεις δύναται να επιβάλει συνολική ποινή σύμφωνα με την παρ. 1.
3. Αν χορηγήθηκε αμνηστία, χάρη, αναστολή δίωξης, απόλυση υπό όρο ή επήλθε παραγραφή ή αφέθηκε οπωσδήποτε η ποινή για ένα ή περισσότερα από τα εγκλήματα που συρρέουν και των οποίων οι ποινές προσμετρήθηκαν κατά τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, εξακολουθεί η εκτέλεση των υπόλοιπων ποινών και, αν συντρέχει περίπτωση, ο εισαγγελέας προκαλεί νέα προσμέτρηση γι’ αυτές, αυτεπαγγέλτως ή με αίτηση του καταδικασθέντος.
4. Ποινές στερητικές της ελευθερίας ανώτερες του ενός έτους που επιβάλλονται για κακούργημα ή πλημμέλημα με δόλο το οποίο τέλεσε κρατούμενος κατά τη διάρκεια της αδείας του εκτίονται ολόκληρες μετά την έκτιση της ποινής που επιβλήθηκε ή θα επιβληθεί για την πράξη για την οποία ήταν κρατούμενος.
Σχετικές διατάξεις: άρθρα 51, 54, 127, 132 του ΠΚ και 551 του ΚΠΔ.
Ερμηνεία – Σχόλια
46Συρροή ποινικών σωφρονισμών. Αν το Δικαστήριο Ανηλίκων εκδικάζει συγχρόνως περισσότερες συρρέουσες πράξεις του ανηλίκου, δηλαδή, σε περίπτωση συρροής περισσότερων ποινικών σωφρονισμών, εφαρμόζει το σύστημα της ενιαίας ποινής, σύμφωνα με το οποίο δεν επιβάλλεται ποινή για κάθε έγκλημα ξεχωριστά, αλλά μόνο μία ενιαία ποινή περιορισμού, η οποία έχει σκοπό τη διαπαιδαγώγηση του ανηλίκου, για την κατάγνωση της οποίας, λαμβά-
Σελ. 51
νεται υπόψη η συνολική απαξία όλων των επιμέρους πράξεων, όπως και στην περίπτωση του άρθρου 98 ΠΚ, καθώς και η προσωπικότητα του ανηλίκου.
47Ενηλικίωση επί συρροής εγκλημάτων. Έχει υποστηριχθεί ότι, επί συρροής εγκλημάτων, όταν κάποια εξ αυτών τελέστηκαν πριν την ενηλικίωση και κάποια, μετά την ενηλικίωση, αρμόδιο για την εκδίκαση όλων των επιμέρους πράξεων είναι το κοινό Δικαστήριο και όχι το Δικαστήριο Ανηλίκων. Κατά τη γνώμη μας, επί συρροής εγκλημάτων, θα πρέπει να διατάσσεται ο χωρισμός, προκειμένου ο ανήλικος να μην στερηθεί για το έγκλημα που διέπραξε, ως ανήλικος, τον φυσικό του Δικαστή, που είναι το Δικαστήριο Ανηλίκων.
Άρθρο 98
Έγκλημα κατ’ εξακολούθηση
1. Αν περισσότερες από μία πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 96 Α παρ. 1, να επιβάλει μία και μόνο ποινή, για την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων.
2. Η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ’ εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και την συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε.
Σχετικές διατάξεις: άρθρα 113, 132 του ΚΠΔ.
Ερμηνεία – Σχόλια
48Ενηλικίωση στο κατ’ εξακολούθηση έγκλημα. Σε περίπτωση κατ’ εξακολούθηση εγκλήματος, κατά την οποία, κάποιες πράξεις τελέστηκαν, όταν ο κατηγορούμενος ήταν ανήλικος και κάποιες, όταν ήταν ενήλικος, αρμόδιο, για όλες τις επιμέρους πράξεις, είναι το κοινό ποινικό δικαστήριο. Σε διαφορετική περίπτωση, αν οι επιμέρους πράξεις χωρίζονταν και δικάζονταν, οι μεν τελεσθείσες, ως ανήλικος, από το Δικαστήριο Ανηλίκων, οι δε τελεσθείσες, ως ενήλικος, από το κοινό Δικαστήριο, θα καταλήγαμε στο δυσμενέστερο για τον ανήλικο απο-
Σελ. 52
τέλεσμα, να του επιβάλλονται είτε δύο (2) ποινές, είτε αναμορφωτικό μέτρο και ποινή, αντί μίας ενιαίας ποινής.
Άρθρο 118
Χρόνος παραγραφής των ποινών που επιβλήθηκαν
Οι ποινές που επιβλήθηκαν αμετάκλητα, αν έμειναν ανεκτέλεστες, παραγράφονται: ... γ) ... και ο περιορισμός σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων μετά δέκα έτη, ... .
Ερμηνεία – Σχόλια
49Γενικά. Με την παραγραφή της ποινής εξαλείφεται το δικαίωμα της Πολιτείας να εκτελέσει την ποινή. Είναι και αυτή δημόσιας τάξης και εξετάζεται αυτεπαγγέλτως.
50Παραγραφή ποινών υπό όρο. Πολλές φορές, ο νομοθέτης, προς αποφόρτιση του υπερπληθυσμού των φυλακών, εκδίδει ειδικούς νόμους, με βάση τους οποίους παραγράφονται (υπό όρο), μικρές ποινές που έχουν επιβληθεί με αποφάσεις, που δεν έχουν ακόμη καταστεί αμετάκλητες και οι οποίες (ποινές) δεν έχουν εκτιθεί με οποιονδήποτε τρόπο, ιδίως, σε ήσσονος σημασίας αδικήματα. Τέτοια ρύθμιση προβλέφθηκε διαχρονικά, με τις διατάξεις των άρθρων 32§1 του Ν 3346/2005, 2§1 του Ν 4043/2012, 8§4 περ. α’ του Ν 4198/2013, ένατο του Ν 4411/2016 και 64§1 του Ν 4689/2020. Πλην της τελευταίας διάταξης του άρθρου 64§1 του Ν 4689/2020, γινόταν λόγος, είτε για εν γένει «ποινές», είτε για «στερητικές της ελευθερίας ποινές», χωρίς ιδιαίτερο προσδιορισμό του είδους της ποινής. Αντιθέτως, με την τελευταία ρύθμιση της διάταξης του άρθρου 64§1 του Ν 4689/2020, προσδιορίστηκε το είδος των ποινών, με το κάτωθι περιεχόμενο: «1. Κύριες ποινές: α) φυλάκισης διάρκειας μέχρι έξι (6) μηνών ή β) χρηματικές ποινές ή γ) ποινές παροχής κοινωφελούς εργασίας, που έχουν επιβληθεί με αποφάσεις, οι οποίες έχουν εκδοθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος, εφόσον οι αποφάσεις δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες και οι ποινές αυτές δεν έχουν εκτιθεί με οποιονδήποτε τρόπο μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος, παραγράφονται και δεν εκτελούνται, υπό τον όρο ότι ο καταδικασθείς δεν θα τελέσει μέσα σε δύο (2) έτη από τη δημοσίευση του παρόντος νέα αξιόποινη πράξη από δόλο, για την οποία θα καταδικαστεί αμετάκλητα οποτεδήποτε σε ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι (6) μηνών. Σε περίπτωση νέας καταδίκης, ο καταδικασθείς εκτίει αθροιστικά, μετά την έκτιση της νέας ποινής και τη μη εκτιθείσα και δεν υπολογίζεται στον χρόνο παραγραφής της μη εκτιθείσας ποινής, ο διανυθείς χρόνος από τη δημοσίευση του νόμου αυτού μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη για τη νέα πράξη. Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται για χρηματικές ποινές που έχουν επιβληθεί σωρευτικά με ποινή στερητική της ελευθερίας ανώτερη των έξι (6) μηνών».
Σελ. 53
Άρθρο 121
Ορισμός
1. Στο κεφάλαιο αυτό με τον όρο ανήλικοι νοούνται αυτοί που κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης έχουν ηλικία μεταξύ του δωδέκατου και του δέκατου όγδοου έτους της ηλικίας τους συμπληρωμένων.
2. Οι ανήλικοι υποβάλλονται σε αναμορφωτικά ή θεραπευτικά μέτρα ή σε περιορισμό σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων σύμφωνα με τις διατάξεις των επόμενων άρθρων.
Σχετικές διατάξεις: άρθρα 113, 132 του ΚΠΔ, 127 του ΑΚ, 3 του Ν 4689/2020, 3 της Οδηγίας (ΕΕ) 800/2016.
Ερμηνεία – Σχόλια
51Γενικά. Με το παρόν άρθρο ορίζονται τα όρια της ανηλικότητας που έχουν ποινικό ενδιαφέρον. Κατά τον ισχύοντα Ποινικό Κώδικα (Ν 4619/2019), ως ανήλικοι νοούνται αυτοί που, κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης, έχουν ηλικία μεταξύ 12-18 ετών (κατά τον προισχύσαντα ΠΚ, τα όρια ήταν 8-18 ετών). Κατά την Αιτιολογική Έκθεση του νέου ΠΚ (Ν 4619/2019), η ηλικιακή μεταβολή από το 8ο έτος στο 12ο έτος είχε, ως άξονα, ότι «... νεότερες αντιλήψεις επέβαλαν να οριστεί το δωδέκατο ως κατώτατο όριο για την κινητοποίηση του μηχανισμού απονομής της ποινικής δικαιοσύνης. Οι πράξεις ανηλίκων νεότερων των δώδεκα ετών αποτελούν αντικείμενο ενασχόλησης των υπηρεσιών κοινωνικής πρόνοιας και όχι των ποινικών δικαστηρίων». Το ανώτατο όριο των 18 ετών είναι εναρμονισμένο με το άρθρο 1 της Διεθνούς Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού (Ν 2101/1992) και την εξίσωση της ποινικής με την αστική ανηλικότητα (ΑΚ 127).
52Συμπλήρωση ηλικίας. Η συμπλήρωση της ηλικίας επέρχεται, μόλις παρέλθει η αντίστοιχη ημερομηνία του τελευταίου έτους προς την ημερομηνία γέννησης. Δηλαδή το 12ο έτος συμπληρώνεται με την πάροδο δώδεκα (12) ετών και μίας (1) ημέρας από την ημεροχρονολογία γέννησης, ενώ το 18ο έτος συμπληρώνεται, μόλις ο ανήλικος εισέλθει στο 19ο έτος της ηλικίας του, ήτοι, αφού έχει ολοκληρωθεί η 18ετία από την αντίστοιχη ημέρα της ημερομηνίας γέννησης.
53Κρίσιμος χρόνος. Η ηλικία κρίνεται με βάση τον χρόνο τέλεσης της πράξης και όχι τον χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης. Ωστόσο, η, εν τω μεταξύ, ενηλικίωση επιφέρει κάποιες συνέπειες, όπως αυτές προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 125, 130, 131 του ΠΚ (διάρκεια μέτρων, έκτιση της ποινής σε σωφρονιστικό κατάστημα και όχι σε Ειδικό Κατάστημα Κράτησης Νέων).
54Έγκληση σε βάρος ανηλίκου κάτω των 12 ετών. Αν υποβληθεί έγκληση σε βάρος ανηλίκου κάτω των 12 ετών, απορρίπτεται ως νόμω αβάσιμη.
55Άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος ανηλίκου κάτω των 12 ετών. Εάν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη σε χρόνο που ίσχυε ο προϊσχύσας Ποινικός Κώδικας, κατά τον οποίο το κατώτατο όριο
Σελ. 54
της ποινικής ανηλικότητας οριζόταν στο 8ο έτος της ηλικίας και ο ανήλικος κατηγορούμενος δεν έχει ακόμη παραπεμφθεί στο ακροατήριο του αρμόδιου Δικαστηρίου Ανηλίκων, το Συμβούλιο, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 310§1 περ. α’ και 311§1 του ΚΠΔ, αποφαίνεται ότι δεν πρέπει να απαγγελθεί κατηγορία, ελλείψει καταλογισμού, καθώς, με τον νέο Ποινικό Κώδικα και την ανωτέρω διάταξη αυτού (ΠΚ 121§1), αποκλείεται η απόδοση μομφής στο πρόσωπο ανηλίκου, ηλικίας κάτω των 12 ετών.
Στην περίπτωση που, μετά την ισχύ του νέου Ποινικού Κώδικα, ο ανήλικος έχει παραπεμφθεί στο ακροατήριο του αρμόδιου Δικαστηρίου Ανηλίκων, για πράξη που φέρεται να τέλεσε σε ηλικία κάτω των 12 ετών, το Δικαστήριο, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 368περ.α’ ΚΠΔ, απαλλάσσει αυτόν, ελλείψει καταλογισμού, για τον ίδιο λόγο που αναφέρθηκε ανωτέρω.
Στην περίπτωση που μετά την ισχύ του νέου Ποινικού Κώδικα, ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος ανηλίκου κάτω των 12 ετών, το Δικαστήριο οφείλει να κηρύξει ως προς αυτόν την ασκηθείσα σε βάρος του ποινική δίωξη, ως μη γενομένη, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 79 ΚΠΔ, άλλως, υποπίπτει στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας (ΚΠΔ 510§1 στοιχ. Θ’).
56Τεκμήριο ανηλικότητας (άρθρο 3 τελ. εδ. Ν 4689/2020 και Οδηγίας). Όταν είναι αβέβαιο, βάσει εγγράφων ή ιατρικής εξέτασης ή άλλων αποδεικτικών στοιχείων, εάν το πρόσωπο είναι άνω ή κάτω των δεκαοκτώ (18) ετών, τότε τεκμαίρεται ότι είναι ανήλικο.
Άρθρο 122
Αναμορφωτικά μέτρα
1. Αναμορφωτικά μέτρα είναι: α) η επίπληξη του ανηλίκου, β) η ανάθεση της υπεύθυνης επιμέλειας του ανηλίκου στους γονείς ή στους επιτρόπους του, γ) η ανάθεση της υπεύθυνης επιμέλειας του ανηλίκου σε ανάδοχη οικογένεια, δ) η ανάθεση της επιμέλειας του ανηλίκου σε προστατευτικές εταιρείες ή σε ιδρύματα ανηλίκων ή σε επιμελητές ανηλίκων, ε) η συνδιαλλαγή μεταξύ ανήλικου δράστη και θύματος για έκφραση συγγνώμης και εν γένει για εξώδικη διευθέτηση των συνεπειών της πράξης, στ) η αποζημίωση του θύματος ή η κατ’ άλλον τρόπο άρση ή μείωση των συνεπειών της πράξης από τον ανήλικο, ζ) η παρακολούθηση κοινωνικών και ψυχολογικών προγραμμάτων σε κρατικούς, δημοτικούς, κοινοτικούς ή ιδιωτικούς φορείς, η) η φοίτηση σε σχολές επαγγελματικής ή άλλης εκπαίδευσης ή κατάρτισης, θ) η παρακολούθηση ειδικών προγραμμάτων κυκλοφοριακής αγωγής, θα) η παρακολούθηση ειδικών εκπαιδευτικών, καλλιτεχνικών ή πολιτιστικών προγραμμάτων σε κρατικούς, δημοτικούς ή ιδιωτικούς φορείς, θβ) η παρακολούθηση προγραμμάτων αθλητισμού και η συμμετοχή σε αθλητικά σωματεία, ι) η παροχή κοινωφελούς
Σελ. 55
εργασίας, ια) η ανάθεση της επιμέλειας και επιτήρησης του ανηλίκου σε προστατευτικές εταιρείες ή σε επιμελητές ανηλίκων και ιβ) η τοποθέτηση σε κατάλληλο κρατικό, δημοτικό, κοινοτικό ή ιδιωτικό ίδρυμα αγωγής.
2. Σε κάθε περίπτωση, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει ως πρόσθετα αναμορφωτικά μέτρα επιπλέον υποχρεώσεις που αφορούν στον τρόπο ζωής του ανηλίκου ή στη διαπαιδαγώγησή του. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να επιβάλει δύο ή περισσότερα από τα μέτρα που προβλέπονται στις περ. α’ έως και ια’ της παρ. 1.
3. Η επιλογή του αναμορφωτικού μέτρου που πρόκειται να επιβληθεί διέπεται από την αρχή της επικουρικότητας, για την εφαρμογή της οποίας τα αναμορφωτικά μέτρα που προβλέπονται στις περ. α΄ έως θβ΄ της παρ. 1 προτάσσονται των υπολοίπων. Το περιεχόμενο και η διάρκεια κάθε μέτρου πρέπει να είναι ανάλογα προς τη βαρύτητα της πράξης που έχει τελεστεί, την προσωπικότητα του ανηλίκου και τις βιοτικές του συνθήκες. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και των κατά περίπτωση συναρμόδιων Υπουργών, ρυθμίζονται όλα τα θέματα που αφορούν στην επιβολή και εκτέλεση των μέτρων της πρώτης παραγράφου.
4. Στην απόφαση του δικαστηρίου ορίζεται η μέγιστη διάρκεια του αναμορφωτικού μέτρου.
Σχετικές διατάξεις: άρθρα 69 του ΠΚ, 46, 283§1 εδ. στ’ του ΚΠΔ και 41Η§7 του Ν 2725/1999, Κ.Υ.Α. 73461/2017 (ΦΕΚ Β’ 3647/16.10.2017), 10 του Ν 4689/2020, 11 της Οδηγίας (ΕΕ) 800/2016, Ν 4307/2014.
Ερμηνεία – Σχόλια
57Φύση μέτρων. Τα αναμορφωτικά μέτρα αποτελούν μέτρα ασφαλείας αναπληρωματικά της ποινής. Τη θέση αυτή υιοθέτησε ο ισχύων Ποινικός Κώδικας, ο οποίος εντάσσει τα αναμορφωτικά μέτρα κατά των ανηλίκων, στο πεδίο των μέτρων ασφαλείας, όπως ρητά αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 69§1 του ΠΚ.
58Σκοπός μέτρων. Σκοπός των αναμορφωτικών μέτρων είναι η ηθικοκοινωνική βελτίωση του ανηλίκου, η διαπαιδαγώγησή του και η επανένταξή του στους κόλπους της κοινωνίας. Κατά την Αιτιολογική Έκθεση του ισχύοντος Ποινικού Κώδικα (Ν 4619/2019), «Τα αναµορφωτικά µέτρα διασφαλίζουν την παραµονή του ανηλίκου στο οικογενειακό, σχολικό και κοινωνικό περιβάλλον, ενώ το έσχατο από αυτά (τοποθέτηση σε ίδρυµα αγωγής ανηλίκων) επιβάλλεται µόνο όταν όλα τα ηπιότερα µέτρα απέτυχαν να τον αποτρέψουν από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων».
59Κριτήρια επιλογής. Βασικά κριτήρια για την επιλογή του κατάλληλου, αναγκαίου, σκόπιμου, αποτελεσματικού και πρόσφορου αναμορφωτικού μέτρου είναι οι αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, κατά την §3 της ως άνω διάταξης. Ως εκ τούτου, για την επιβολή των αναμορφωτικών μέτρων, θα πρέπει, κυρίαρχα, να λαμβάνεται υπόψη η ιεράρχηση των
Σελ. 56
μέτρων από τα ηπιότερα προς τα βαρύτερα και από τα εξωιδρυματικά προς το ιδρυματικό (ΠΚ 122§1 περ. ιβ’).
60Πρόσθετα αναμορφωτικά μέτρα. Κατά την §2 του άρθρου 122 ΠΚ, ως πρόσθετα αναμορφωτικά μέτρα μπορούν να επιβληθούν επιπλέον υποχρεώσεις που αφορούν στον τρόπο ζωής του ανηλίκου ή στη διαπαιδαγώγησή του και σε εξαιρετικές περιπτώσεις δύο (2) ή περισσότερα από τα μέτρα της §1, εκτός, όμως, της τοποθέτησης σε κατάλληλο ίδρυμα αγωγής.
61Ο νομοθέτης δεν ορίζει (ούτε ενδεικτικά) τις υποχρεώσεις που μπορεί να επιβληθούν επιπρόσθετα στον ανήλικο, ωστόσο, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι πρόσθετες αυτές υποχρεώσεις θα πρέπει, αρχικά, να είναι αναγκαίες, κατάλληλες και να εξυπηρετούν την υλοποίηση ή να συμπληρώνουν και να ολοκληρώνουν τη λειτουργία του κύριου αναμορφωτικού μέτρου που επιβλήθηκε στον ανήλικο. Περαιτέρω, αναζητώντας τα κριτήρια ή τα όρια των πρόσθετων (ρητών και αποσαφηνισμένων) υποχρεώσεων, επισημαίνεται ότι η δυνητική επιβολή τους και η επιλογή τους, θα πρέπει, αφενός να συνδέεται με το θεμιτό του σκοπού (και του μέσου), για τον οποίο επιβάλλεται η πρόσθετη υποχρέωση και αφετέρου να διέπεται από την αρχή της αναγκαίας αναλογίας της πρόσθετης υποχρέωσης και του σκοπού που αυτή εξυπηρετεί. Για την επιβολή των «πολλαπλών» κύριων αναμορφωτικών μέτρων ή των πρόσθετων αναμορφωτικών μέτρων, θα πρέπει να κρίνεται και να αιτιολογείται, ειδικά και εμπεριστατωμένα, η απόλυτη αναγκαιότητά τους, λόγω, είτε των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της πράξης που τελέστηκε, είτε της προσωπικότητας, είτε του κοινωνικού και οικογενειακού περιβάλλοντος του ανηλίκου.
62Αρχή επικουρικότητας. Στην §3 εδ. α’ του άρθρου 122 ΠΚ διευκρινίζεται ότι τα ένδεκα (11) πρώτα αναµορφωτικά µέτρα (ήτοι, από την επίπληξη έως την παρακολούθηση προγραμμάτων αθλητισμού και τη συμμετοχή σε αθλητικά σωματεία ειδικών προγραμμάτων), τα οποία θεωρούνται «κύρια», προτάσσονται των υπολοίπων, τα οποία θεωρούνται «δευτερεύοντα».
63Αρχή αναλογικότητας. Κατά την ίδια ως άνω §3 εδ. β’ του άρθρου 122 ΠΚ, τα αναμορφωτικά μέτρα πρέπει να είναι ανάλογα προς τη βαρύτητα της πράξης, την προσωπικότητα του ανηλίκου και τις βιοτικές του συνθήκες.
64Αποκαταστατική Δικαιοσύνη. Το δίκαιο των ανηλίκων αποτελεί πρόσφορο έδαφος εφαρμογής αποκαταστατικών – επανορθωτικών πρακτικών, λόγω του ότι στοχεύει στη διαπαιδαγώγηση και όχι στην τιμωρία του ανήλικου δράστη, με αντίστοιχο στιγματισμό του από την τυπική διαδικασία απονομής της ποινικής δικαιοσύνης. Η αποκαταστατική δικαιοσύνη, ως κύρια λειτουργία του ποινικού ελέγχου, αναγνωρίζει όχι την τιμωρία, αλλά την προώθηση της αποκατάστασης της βλάβης που προκλήθηκε από το έγκλημα, το οποίο αντιλαμβάνεται,
Σελ. 57
πρωτίστως, ως πράξη που διαρρηγνύει τις ανθρώπινες σχέσεις και, δευτερευόντως, ως παραβίαση του νόμου. Αυτή αποτελεί, κατά τον συχνότερα υιοθετούμενο ορισμό της [Marshall (1999)], «μία διαδικασία κατά την οποία όλα τα μέρη που αφορά ένα συγκεκριμένο αδίκημα συγκεντρώνονται, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τα επακόλουθα και τις επιπτώσεις του για το μέλλον». Ήδη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 της Οδηγίας (ΕΕ) 29/2012 (άρθρο 55§1περ.ε’ του Ν 4478/2017), ως «αποκαταστατική δικαιοσύνη» νοούνται «οι διαδικασίες που προβλέπονται ρητά σε διάταξη νόμου, μέσω των οποίων το θύμα και ο δράστης αξιόποινης πράξης μπορούν, εφόσον δώσουν την ελεύθερη συναίνεσή τους, ενώπιον της αρμόδιας δικαστικής ή εισαγγελικής αρχής, να συμμετάσχουν ενεργά στην επίλυση των μεταξύ τους διαφορών ή απαιτήσεων που απορρέουν από την αξιόποινη πράξη». Οι σκοποί της αποκαταστατικής δικαιοσύνης συμπυκνώνονται σε τρεις (3) λέξεις: «Ευθύνη», «Επανόρθωση», «Επανένταξη». Συγκεκριμένα, η αποκαταστατική δικαιοσύνη επιδιώκει: α) ο δράστης να αναλάβει την ευθύνη του από την άδικη πράξη που τέλεσε και να αντιληφθεί τις συνέπειές της, β) να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα επανόρθωσης της βλάβης των θυμάτων ή της κοινότητας, ως έμμεσου θύματος και γ) να οδηγήσει τα μέρη, δηλαδή, τον δράστη και το θύμα, σε συμφιλίωση, με επανένταξη του δράστη στην κοινότητα. Με τον νόμο 3189/2003, για την «Αναμόρφωση της ποινικής νομοθεσίας ανηλίκων και άλλες διατάξεις», εισήχθησαν νέοι θεσμοί, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται και ορισμένοι που σχετίζονται με την αποκαταστατική δικαιοσύνη. Έτσι, εκφάνσεις αποκαταστατικών – επανορθωτικών πρακτικών, που υιοθετήθηκαν στο δίκαιο των ανηλίκων, συναντούμε τόσο κατά το στάδιο πριν την άσκηση της ποινικής δίωξης από τον Εισαγγελέα, όσο και κατά το στάδιο που έπεται της ποινικής δίωξης και δη, κατά το στάδιο της εφαρμογής – επιβολής των ως άνω αναμορφωτικών μέτρων, κατά την κύρια διαδικασία στο ακροατήριο. Ο ρόλος του Επιμελητή Ανηλίκων, σε αμφότερα τα ανωτέρω στάδια, είναι ιδιαίτερα σημαντικός, εφόσον, όπως θα αναλύσουμε κατωτέρω, θα κληθεί να συντάξει σχετική έκθεση για την προσωπικότητα, τον χαρακτήρα, τις βιοτικές, οικογενειακές και κοινωνικές συνθήκες, στις οποίες διαβιεί ο ανήλικος, προκειμένου να διαφωτίσει, σε πρώτο στάδιο, τον Εισαγγελέα και μεταγενέστερα, το δικαστήριο, για τα εν γένει χαρακτηριστικά του ανηλίκου δράστη. Από τα στο ανωτέρω άρθρο 122 ΠΚ αναμορφωτικά μέτρα, τρία (3) είναι εκείνα που η εφαρμογή τους συνιστά έκφραση της λεγόμενης επανορθωτικής – αποκαταστατικής δικαιοσύνης: α] η συνδιαλλαγή μεταξύ θύματος και ανηλίκου δράστη για έκφραση συγγνώμης και για εν γένει εξώδικη διευθέτηση των συνεπειών της πράξης, β] η αποζημίωση του θύματος ή κατ’ άλλον τρόπο άρση ή μείωση των συνεπειών της πράξης από τον ανήλικο και γ] η παροχή κοινωφελούς εργασίας από τον ανήλικο, ως αναλύονται κατωτέρω.
65Διάρκεια μέτρων. Στην απόφαση του δικαστηρίου ορίζεται η μέγιστη διάρκεια του αναμορφωτικού μέτρου (§4). Κατά τη διάταξη του άρθρου 125§1 του ΠΚ, τα αναμορφωτικά μέτρα παύουν αυτοδικαίως, όταν ο ανήλικος συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας, ενώ το δικαστήριο μπορεί, με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή του, να τα παρατείνει έως τη συμπλήρωση του 21ου έτους. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 130§1 του ΠΚ, σε περίπτωση εκδίκασης της υπό-
Σελ. 58
θεσης μετά τη συμπλήρωση του 18ου έτους, τα αναμορφωτικά μέτρα παύουν αυτοδικαίως, όταν ο υπαίτιος συμπληρώσει το 23ο έτος της ηλικίας του.
66Αρχή αµοιβαίας αναγνώρισης ποινικών αποφάσεων. Με τον Ν 4307/2014 ενσωματώθηκαν στο εθνικό δίκαιο: α) η Απόφαση – Πλαίσιο 2008/909/ΔΕΥ του Συµβουλίου της 27ης.11.2008, όπως τροποποιήθηκε µε την Απόφαση – Πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συµβουλίου της 26ης.2.2009, σχετικά µε την εφαρµογή της αρχής της αµοιβαίας αναγνώρισης σε ποινικές αποφάσεις, οι οποίες επιβάλλουν ποινές ή µέτρα στερητικά της ελευθερίας, για τον σκοπό της εκτέλεσής τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, β) η Απόφαση – Πλαίσιο 2008/947/ΔΕΥ του Συµβουλίου της 27ης.11.2008, όπως τροποποιήθηκε µε την Απόφαση – Πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συµβουλίου της 26ης.2.2009, σχετικά µε την εφαρµογή της αρχής της αµοιβαίας αναγνώρισης σε ποινικές αποφάσεις που προβλέπουν την αναστολή εκτέλεσης της ποινής ή απόλυση υπό όρο, µε σκοπό την επιτήρηση των µέτρων αναστολής και των εναλλακτικών κυρώσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και γ) η Απόφαση – Πλαίσιο 2009/829/ΔΕΥ του Συµβουλίου της 23ης.10.2009, σχετικά µε την εφαρµογή, µεταξύ των κρατών - µελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της αρχής της αµοιβαίας αναγνώρισης στις αποφάσεις περί µέτρων επιτήρησης εναλλακτικά προς την προσωρινή κράτηση. Οι αποφάσεις αυτές εντάσσονται σε µία σειρά νοµικών µέσων που συµβάλλουν στη διαµόρφωση ενός ενιαίου ευρωπαϊκού δικαστικού χώρου. Στα συµπεράσµατα του Ευρωπαϊκού Συµβουλίου του Τάµπερε της 15ης/16ης.10.1999, τονίσθηκε η σηµασία της αρχής της αµοιβαίας αναγνώρισης ως ο ακρογωνιαίος λίθος της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές και σε ποινικές υποθέσεις στο πλαίσιο της Ένωσης. Στις 29.11.2000, το Συµβούλιο, σύµφωνα µε τα παραπάνω συµπεράσµατά, ενέκρινε πρόγραµµα µέτρων για την εφαρµογή της αρχής της αµοιβαίας αναγνώρισης των ποινικών αποφάσεων, µε το οποίο ζητούσε: i) να επιτραπεί στους κατοίκους ενός κράτους - µέλους να εκτίσουν την ποινή τους στο κράτος διαµονής τους (µέτρο 16), ii) να ενισχυθεί η συνεργασία µεταξύ κρατών - µελών, στην περίπτωση που ένα πρόσωπο υπόκειται σε υποχρεώσεις ή σε µέτρα επίβλεψης και στήριξης, ιδίως, στο πλαίσιο αναστολής της εκτέλεσης της ποινής ή της υπό όρο απόλυσης (µέτρο 23) και iii) να εκτιµηθεί η ανάγκη θέσπισης σύγχρονων µηχανισµών αµοιβαίας αναγνώρισης των ποινικών αποφάσεων που προβλέπουν µέτρα επιτήρησης (µέτρο 10). Τέλος, το 2004, µε το πρόγραµµα της Χάγης για την ενίσχυση της ελευθερίας, της ασφάλειας και της δικαιοσύνης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τα κράτη - µέλη κλήθηκαν να ολοκληρώσουν το συνολικό πρόγραµµα µέτρων για την εφαρµογή της αρχής της αµοιβαίας αναγνώρισης των δικαστικών αποφάσεων σε ποινικές υποθέσεις. Να σηµειωθεί ότι: 1) Όλα τα κράτη - µέλη έχουν κυρώσει τη σύµβαση του Συµβουλίου της Ευρώπης της 21ης.3.1983 για τη µεταφορά των καταδίκων, σύµφωνα µε την οποία είναι δυνατή η µεταφορά καταδίκου για τη συνέχιση της έκτισης της ποινής του µόνο στο κράτος του οποίου είναι υπήκοος και µόνο µε τη συγκατάθεσή του, καθώς και µε τη συγκατάθεση των ενδιαφερόµενων κρατών, το δε πρόσθετο πρωτόκολλο της σύµβασης της 18ης.12.1997, που προβλέπει τη µεταφορά του καταδίκου υπό όρους, ακόµη και χωρίς τη συγκατάθεσή του, δεν έχει επικυρωθεί από όλα τα κράτη - µέλη. Ωστόσο, ουδεμία από τις δύο πράξεις επιβάλλει την κατά κανόνα υποχρέωση παραλαβής του καταδί-
Σελ. 59
κου, µε σκοπό την εκτέλεση της ποινής ή του µέτρου ασφαλείας. 2) Η σύµβαση του Συµβουλίου της Ευρώπης της 30ης.11.1964, περί επιτήρησης των υφ’ όρον καταδικασθέντων ή απολυθέντων προσώπων έχει κυρωθεί από 12 κράτη - µέλη και, σε ορισµένες περιπτώσεις, µε αρκετές επιφυλάξεις. Εποµένως, είναι αναγκαία η θέσπιση κοινοτικών διατάξεων για την επίτευξη των ανωτέρω στόχων αµοιβαίας αναγνώρισης ποινικών αποφάσεων. Σκοπός των Αποφάσεων - Πλαίσιο που ενσωµατώνονται, µε τον ανωτέρω νόµο, είναι: Α) Η αναγνώριση και η εκτέλεση ποινών στερητικών της ελευθερίας σε ένα κράτος διαφορετικό εκείνου της καταδίκης, µε σκοπό να διευκολυνθεί η κοινωνική επανένταξη του καταδικασθέντος. Προκειµένου να βεβαιωθεί ότι η εκτέλεση της ποινής από το κράτος εκτέλεσης θα εξυπηρετήσει τον σκοπό της κοινωνικής επανένταξης, η αρµόδια αρχή του κράτους έκδοσης λαµβάνει υπόψη της στοιχεία, όπως ο δεσµός του καταδικασθέντος µε το κράτος εκτέλεσης, εφόσον ο ίδιος το θεωρεί ως έδρα των οικογενειακών, γλωσσικών, πολιτισµικών, κοινωνικών, οικονοµικών ή άλλων δεσµών του. Β) Η αναγνώριση και η εκτέλεση αποφάσεων, µε τις οποίες αναστέλλεται η εκτέλεση της ποινής ή διατάσσεται η υφ’ όρον απόλυση ή επιβάλλονται εναλλακτικές κυρώσεις, όταν ο καταδικασθείς έχει επιστρέψει ή θέλει να επιστρέψει στο κράτος διαµονής του, µε σκοπό, και στην περίπτωση αυτή, να διευκολυνθεί η κοινωνική επανένταξη του καταδικασθέντος, αλλά και να βελτιωθεί η προστασία των θυµάτων και εν γένει του κοινωνικού συνόλου. Με τον τρόπο αυτόν, επιτρέποντας, δηλαδή, στον καταδικασθέντα - επιτηρούµενο τη διατήρηση οικογενειακών, γλωσσικών και πολιτισµικών δεσµών, βελτιώνεται η συµµόρφωσή του προς τα µέσα αναστολής και τις εναλλακτικές κυρώσεις και έτσι, προλαµβάνεται η υποτροπή. Γ) Η αναγνώριση και η εκτέλεση αποφάσεων κατά το στάδιο της προδικασίας της ποινικής δίκης, µε τις οποίες επιβάλλονται µέτρα επιτήρησης εναλλακτικά προς την προσωρινή κράτηση, µε σκοπό την παρακολούθηση των κινήσεων του προσώπου που κατοικεί σε κράτος - µέλος, αλλά διώκεται ποινικά σε άλλο κράτος - µέλος. Με τον τρόπο αυτόν, επιτρέποντας, δηλαδή, στον υπόδικο να τεθεί υπό επιτήρηση στον τόπο κατοικίας του, διασφαλίζεται ότι ένα πρόσωπο που διώκεται ποινικά και δεν κατοικεί µόνιµα στο κράτος της δίκης, δεν θα αντιµετωπίζεται διαφορετικά από ένα πρόσωπο που διώκεται ποινικά και είναι µόνιµος κάτοικος του κράτους της δίκης του. Δεδοµένου ότι οι ανωτέρω στόχοι των Αποφάσεων – Πλαίσιο δεν µπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα ίδια τα κράτη - µέλη και είναι δυνατόν, συνεπώς, λόγω της διασυνοριακής φύσης των συγκεκριµένων καταστάσεων, να επιτευχθούν καλύτερα στο επίπεδο της Ένωσης, λόγω της εµβέλειας της δράσης, η Ένωση δύναται να θεσπίσει µέτρα, σύµφωνα µε την αρχή της επικουρικότητας, όπως ορίζεται από το άρθρο 5 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, όπως αυτό εφαρµόζεται, σύµφωνα µε το άρθρο 2 δεύτερο εδάφιο της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύµφωνα µε την αρχή της αναλογικότητας, όπως ορίζεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, οι Αποφάσεις - Πλαίσιο δεν υπερβαίνουν τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των εν λόγω στόχων. Λαµβάνοντας υπόψη την αρχή της αµοιβαίας αναγνώρισης των ποινικών αποφάσεων, στην οποία βασίζονται οι Αποφάσεις - Πλαίσιο, τα κράτη - µέλη έκδοσης και εκτέλεσης θα πρέπει να µεριµνούν ούτως ώστε οι αρµόδιες αρχές τους να έχουν άµεση επαφή µεταξύ τους κατά την εφαρµογή τους.









