ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
Κυκλοφορεί σύντομα
- Έκδοση: 2026
- Σχήμα: 17x24
- Βιβλιοδεσία: Εύκαμπτη
- Σελίδες: 248
- ISBN: 978-618-08-0878-0
Το σύγγραμμα φιλοδοξεί να αποτελέσει ένα εύχρηστο εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου για κάθε όργανο που ασκεί δημόσια διοίκηση και απευθύνεται κατά βάση στα στελέχη που φοιτούν στις Σχολές της Πυροσβεστικής Ακαδημίας ή αντίστοιχες, καλύπτοντας ένα κενό στη βιβλιογραφία.
ΠΡΟΛΟΓΟΣ VII
ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ ΧΙΧ
ΜΕΡΟΣ Α΄
ΚΕΦΑΛΑΙΟ I
ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
1. Η έννοια του δικαίου 1
α) Ρύθμιση εξωτερικής συμπεριφοράς 2
β) Ρύθμιση υποχρεωτική 2
γ) Ρύθμιση εξαναγκαστή 3
δ) Ρύθμιση ετερόνομη 3
2. Η έννοια του νόμου 4
3. Η νομολογία 4
4. Η ισχύς του νόμου 5
ΚΕΦΑΛΑΙΟ II
ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΟΙ ΠΗΓΕΣ ΤΟΥ
1. Οι πηγές του διοικητικού δικαίου 7
2. Το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης 14
3. Το Σύνταγμα 15
4. Οι κανόνες του Διεθνούς Δικαίου 16
5. Οι πράξεις του νομοθετικού οργάνου 16
α) Οι νόμοι 16
β) Οι πράξεις νομοθετικού περιεχομένου 17
γ) Οι αναγκαστικοί νόμοι 18
6. Οι διοικητικές πράξεις 18
7. Η νομολογία 25
8. Οι γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου 26
α) Η αρχή της χρηστής διοίκησης 27
β) Η αρχή της αναλογικότητας 27
γ) Η αρχή της αμεροληψίας 28
δ) Η αρχή της διαφάνειας 29
ε) Η αρχή της δικαιολογημένης (προστατευόμενης) εμπιστοσύνης του διοικουμένου 30
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ
Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΩΝ ΚΑΝΟΝΩΝ ΔΙΚΑΙΟΥ
1. Η έννοια της ερμηνείας των κανόνων δικαίου 31
2. Οι ερμηνευτικές μέθοδοι 32
α) Η γραμματική ερμηνεία 32
β) Η συστηματική ερμηνεία 33
γ) Η τελεολογική ερμηνεία 34
δ) Η ιστορική ερμηνεία 40
ε) Ο συνδυασμός των κριτηρίων ερμηνείας 40
3. Τα ερμηνευτικά επιχειρήματα 40
α) Επιχείρημα από το μείζον προς το έλασσον 41
β) Επιχείρημα από το έλασσον προς το μείζον 43
γ) Επιχείρημα εξ αντιδιαστολής 43
δ) Επιχείρημα από την σιωπή του νόμου 45
4. Τα κενά του δικαίου 47
5. Οι αντινομίες 49
6. Η σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνεία 52
7. Η σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία 54
ΜΕΡΟΣ Β΄
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι
ΤΑ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ
1. Διοικητικά όργανα - ορισμός 57
2. Η κατάταξη των διοικητικών οργάνων σε κατηγορίες 58
3. Τα συλλογικά όργανα της Διοίκησης 59
4. Σύνθετο διοικητικό όργανο 62
5. Νόμιμη υπόσταση του διοικητικού οργάνου – de facto διοικητικό όργανο 64
6. Ιεραρχικός έλεγχος – Διοικητική εποπτεία 65
α) Ο ιεραρχικός έλεγχος 65
β) Η διοικητική εποπτεία 67
ΚΕΦΑΛΑΙΟ II
Η ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ
1. Η έννοια της αρμοδιότητας των διοικητικών οργάνων 68
2. Οι διακρίσεις της αρμοδιότητας των διοικητικών οργάνων 71
3. Αποφασιστική και γνωμοδοτική αρμοδιότητα 73
4. Αποκλειστική ή συλλογική αρμοδιότητα 74
5. Δέσμια αρμοδιότητα και διακριτική ευχέρεια 75
6. Μεταβίβαση της αρμοδιότητας και εξουσιοδότηση υπογραφής 76
α) Η μεταβίβαση αρμοδιότητας 76
β) Η εξουσιοδότηση υπογραφής 77
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ
Η ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΠΡΑΞΗ
1. Πράξεις της Διοίκησης και διοικητικές πράξεις 79
2. Ορισμός της διοικητικής πράξης 80
3. Εννοιολογικά στοιχεία της διοικητικής πράξης 81
4. Η διάκριση των διοικητικών πράξεων σε κανονιστικές και ατομικές 81
α) Κανονιστικές πράξεις 81
β) Ατομικές πράξεις 84
γ) Η γενική ατομική διοικητική πράξη 85
5. Η σημασία της διάκρισης των κανονιστικών και ατομικών πράξεων 86
6. Η διάκριση των διοικητικών πράξεων σε ευμενείς - δυσμενείς 98
7. Η σημασία της διάκρισης ευμενών - δυσμενών διοικητικών πράξεων 99
8. Η διάκριση των διοικητικών πράξεων σε θετικές και αρνητικές 100
9. Η διάκριση των διοικητικών πράξεων σε συστατικές - διαπιστωτικές 101
10. Ρητές και σιωπηρές διοικητικές πράξεις 104
11. Η παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας 108
α) Η έννοια της παράλειψης οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας 108
β) Οι προϋποθέσεις θεμελίωσης της παράλειψης οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας 110
12. Οι εγκύκλιοι 115
13. Η σύνθετη διοικητική ενέργεια 116
14. Συναφείς πράξεις 118
ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV
ΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΩΝ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ
1. Η έννοια του τεκμηρίου της νομιμότητας 121
2. Οι προϋποθέσεις του τεκμηρίου της νομιμότητας 123
α) Ο ατομικός χαρακτήρας της διοικητικής πράξης 123
β) Το υποστατό της διοικητικής πράξης 124
3. Ο παρεμπίπτων έλεγχος των διοικητικών πράξεων 125
α) Ο διηνεκής παρεμπίπτων έλεγχος της κανονιστικής πράξης 125
β) Οι προϋποθέσεις άσκησης του παρεμπίπτοντος ελέγχου 126
γ) Ο παρεμπίπτων έλεγχος της ατομικής διοικητικής πράξης 127
4. Η εκτελεστότητα και ο διοικητικός καταναγκασμός 132
α) Η έννοια της εκτελεστότητας 132
β) Ο διοικητικός καταναγκασμός 133
γ) Οι προϋποθέσεις και η αρμοδιότητα για την επιβολή του διοικητικού
καταναγκασμού 137
ΚΕΦΑΛΑΙΟ V
Ο ΤΥΠΟΣ ΤΩΝ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ
1. Η ρύθμιση του άρθρου 16 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας 139
2. Η αιτιολογία της διοικητικής πράξης 141
3. Η ελαττωματική διοικητική πράξη 142
4. Οι συνέπειες της διάκρισης μεταξύ άκυρων και ανυπόστατων
διοικητικών πράξεων 152
5. Η γνωμοδοτική διαδικασία 154
6. Οι διακρίσεις της γνωμοδοτικής διαδικασίας 154
7. Η υποχρεωτική γνωμοδοτική διαδικασία 158
8. Η προαιρετική γνωμοδοτική διαδικασία 159
9. Το αντικείμενο της γνωμοδοτικής διαδικασίας: απλή και σύμφωνη γνώμη 160
α) Η απλή γνώμη 160
β) Η σύμφωνη γνώμη 162
10. Η πρόταση 165
α) Η έννοια της πρότασης 165
β) Τα είδη της πρότασης 167
γ) Η αρνητική πρόταση 167
11. Η επεξεργασία των κανονιστικών διαταγμάτων από το Συμβούλιο
της Επικρατείας (ΣτΕ) 168
12. Οι γνωμοδοτήσεις του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους 169
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI
ΕΝΑΡΞΗ ΚΑΙ ΛΗΞΗ ΙΣΧΥΟΣ ΤΩΝ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ
1. Έναρξη της ισχύος των ατομικών πράξεων 170
2. Αναδρομική ισχύς των διοικητικών πράξεων 173
3. Λήξη της ισχύος των διοικητικών πράξεων 174
4. Κατάργηση και ανάκληση των διοικητικών πράξεων 175
α) Αναφορικά με τις παράνομες ευμενείς πράξεις 177
β) Αναφορικά με τις παράνομες δυσμενείς πράξεις 178
γ) Αναφορικά με τις νόμιμες ευμενείς πράξεις 178
δ) Αναφορικά με τις νόμιμες δυσμενείς πράξεις 179
ε) Αναφορικά με την ανάκληση των κανονιστικών πράξεων 179
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII
ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ ΣΤΑ ΕΓΓΡΑΦΑ
181
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII
ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΤΗΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗΣ ΑΚΡΟΑΣΗΣ
190
ΚΕΦΑΛΑΙΟ IX
ΟΙ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ
1. Η έννοια των διοικητικών προσφυγών 194
2. Οι απλές διοικητικές προσφυγές 195
α) Έννοια 195
β) Τρόπος άσκησης της αίτησης θεραπείας – ιεραρχικής προσφυγής 195
3. Οι ειδικές διοικητικές προσφυγές 199
α) Έννοια 199
4. Οι ενδικοφανείς διοικητικές προσφυγές 200
5. Οι διαφορές ειδικής - ενδικοφανούς προσφυγής 202
6. Η ειδικότερη περίπτωση της αναφοράς παραπόνων του άρθρου 80
του π.δ. 210/1992 (Κ.Ε.Υ.Π.Σ.). 203
7. Συμπεράσματα για τον θεσμό της ενδικοφανούς προσφυγής 204
8. Γενικές αρχές επί των διοικητικών προσφυγών κάθε είδους 204
ΚΕΦΑΛΑΙΟ X
Η ΕΞΩΣΥΜΒΑΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
1. Η έννοια της εξωσυμβατικής ευθύνης 206
2. Οι προϋποθέσεις της εξωσυμβατικής ευθύνης της Δημόσιας Διοίκησης 207
α) Η παράνομη ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη ή ενέργεια της Διοίκησης 207
β) Η πρόκληση ζημίας 210
γ) Η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης και της ζημίας 211
δ) Η παράβαση με την ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη συγκεκριμένου κανόνα δικαίου 212
ε) Ο καταλογισμός της πράξης 212
3. Η αποζημίωση 213
4. Η προσωπική ευθύνη του οργάνου 214
5. Η σχέση μεταξύ πειθαρχικής, ποινικής και αστικής ευθύνης του οργάνου 216
ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΟ ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ 221
Σελ. 1
ΜΕΡΟΣ Α΄
ΚΕΦΑΛΑΙΟ I
ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ
1. Η έννοια του δικαίου
Ο ορισμός της έννοιας του δικαίου αποτελεί δυσχερές εγχείρημα ακόμα και για έμπειρους νομικούς και αυτό παρά το γεγονός ότι όσοι είναι μέλη μιας κοινωνίας αναγκαστικά έρχονται σε επαφή με τις ρυθμίσεις του, σχεδόν καθημερινά.
Καθίσταται σαφές ότι αν ιδωθεί το δίκαιο υπό την φιλοσοφική του διάσταση, δεν μπορεί να υπάρξει καθολικά αποδεκτός ορισμός του. Αυτό εξάλλου συμβαίνει για όλα τα φιλοσοφικά ζητήματα, στα οποία δεν μπορούν να εφαρμοστούν οι κανόνες της απόδειξης, όπως αυτοί απαντώνται στις θετικές επιστήμες και ως εκ τούτου διέπονται από υποκειμενικότητα.
Σε κάθε περίπτωση ωστόσο, δύσκολα θα διαφωνούσε κάποιος στο ότι το δίκαιο αφορά στην κοινωνική συμβίωση των ανθρώπων, την οποία επιδιώκει να ρυθμίσει καθορίζοντας την συμπεριφορά των υποκείμενων του. Πράγματι, αν υποτεθεί ότι οι σχέσεις των κοινωνών αφήνονται αρρύθμιστες και ανεξέλεγκτες η κοινωνική συμβίωση καθίσταται αφόρητη αφού κάθε άνθρωπος εκ της φύσεως του επιδιώκει την μεγιστοποίηση των συμφερόντων του ακόμα και αν αυτό αποβαίνει σε βάρος των υπολοίπων κοινωνών. Ομοίως δε απαιτείται ρύθμιση και για την άσκηση της κρατικής εξουσίας η οποία όπως έχει καταδειχθεί από ιστορική άποψη, ελλείψει σχετικών κανόνων που να διασφαλίζουν τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα των κοινωνών, τείνει να αυθαιρετεί εις βάρος τους.
Τα ανωτέρω καταδεικνύουν ότι για την κοινωνική συνοχή απαιτείται αφενός ασφάλεια και εμπιστοσύνη και αφετέρου η εμπέδωση ότι ουδείς μπορεί να ενερ-
Σελ. 2
γεί αυθαίρετα εις βάρος του κοινωνικού συνόλου, δίχως να υφίσταται κυρώσεις για αυτό. Όλα τα ανωτέρω δεν μπορούν να επιτευχθούν πάρα μόνο με την θέσπιση δεσμευτικών κανόνων συμπεριφοράς.
Στα σύγχρονα κράτη λοιπόν, το δίκαιο εκπορεύεται από την κρατική εξουσία προκειμένου αφενός να προβλέψει και να οργανώσει την λειτουργία των οργάνων του και αφετέρου να ρυθμίσει, από το σύνολο των σχέσεων των κοινωνών, εκείνες οι οποίες είναι απαραίτητες για την διατήρηση της ομαλότητας και της κοινωνικής συνοχής. Στο πλαίσιο αυτό το κράτος δημιουργεί μηχανισμούς επιβολής του δικαίου υπό την απειλή κυρώσεων καθώς και αρμόδια κρατικά όργανα, τα δικαστήρια, τα οποία είναι επιφορτισμένα με την ερμηνεία, την εφαρμογή και την απονομή του δικαίου.
Συνοψίζοντας τα ανωτέρω, ως δίκαιο θα μπορούσε να οριστεί το σύνολο των κανόνων εκείνων, οι οποίοι ρυθμίζουν κατά τρόπο υποχρεωτικό τις σχέσεις των ανθρώπων που συμβιούν σε μια κοινωνία η οποία έχει οργανωθεί σε κράτος.
Με βάση τον ανωτέρω ορισμό διακρίνουμε τα κάτωθι στοιχεία της έννοιας του δικαίου:
α) Ρύθμιση εξωτερικής συμπεριφοράς
Για το δίκαιο αυτό που μετρά είναι η εξωτερική συμπεριφορά των υποκειμένων του χωρίς να ενδιαφέρει, κατά κανόνα, το εσωτερικό υπόβαθρο από το οποίο πηγάζει αυτή η συμπεριφορά. Αυτό σημαίνει ότι εφόσον τα πρόσωπα ακολουθούν τις επιταγές του δικαίου δεν ενδιαφέρει συνήθως αν το κάνουν επειδή συμφωνούν με αυτές ή διαφωνούν μεν, αλλά συμμορφώνονται υπό τον φόβο, ποινής, τιμωρίας ή καταναγκασμού. Σε αντιδιαστολή οι περισσότερες θρησκείες δεν αρκούνται στην ορθή εξωτερική συμπεριφορά αλλά αξιώνουν και την εσωτερική ταύτιση του ατόμου με την θρησκευτική επιταγή.
β) Ρύθμιση υποχρεωτική
Η ρύθμιση του δικαίου είναι υποχρεωτική για τα άτομα επί των οποίων ο συγκεκριμένος δικαιϊκός κανόνας έχει εφαρμογή. Αυτό σημαίνει ότι η συμμόρφωση των κοινωνών στις ρυθμίσεις του δικαίου δεν εξαρτάται από την βούλησή τους ή από την γνώση της ύπαρξης της ρύθμισης ενώ κατά κανόνα η μη συμμόρφωση συνεπάγεται κύρωση για τον παραβάτη, ήτοι στέρηση ή απομείωση ενός αγαθού του, συνήθως της ελευθερίας ή της περιουσίας του.
Σελ. 3
|
Παράδειγμα: Στην παρ. 7 του άρθρου 30 του π.δ. 210/92 (Α’99): «Κωδικοποίηση διατάξεων Προεδρικών Διαταγμάτων του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας του Πυροσβεστικού Σώματος» ορίζεται ότι: Τον Αρχιοδηγό υπηρεσίας όταν απουσιάζει ή κωλύεται αναπληρώνει ο αρχαιότερος από τους οδηγούς της φυλακής. Συνεπώς σε περίπτωση κωλύματος ή απουσίας του Αρχιοδηγού ο αρχαιοτέρος από τους οδηγούς της φυλακής υποχρεούται να τον αναπληρώσει είτε το επιθυμεί είτε όχι και δεν δύναται να οριστεί άλλος στην αναπλήρωση αυτού ακόμα και αν ο τελευταίος συμφωνεί σε αυτό. Τυχόν δε άρνησή του θα οδηγούσε στον πειθαρχικό έλεγχο και τιμωρία του κατά τις οικείες διατάξεις. |
γ) Ρύθμιση εξαναγκαστή
Η πρόβλεψη της υποχρεωτικότητας των ρυθμίσεων των κανόνων δικαίου, όπως αντιλαμβάνεται εύκολα κάνεις, δεν είναι αρκετή για την επίτευξη των σκοπών τους, στο βαθμό που δεν συνοδεύεται από έναν μηχανισμό επιβολής τους, σε όσους εκ των κοινωνών δεν συμμορφώνονται οικειοθελώς με τις ρυθμίσεις αυτές.
Για το λόγο αυτό κάθε ευνομούμενο κράτος ιδρύει και καθορίζει την δράση ειδικών οργάνων (π.χ. αστυνομία, δικαστήρια κτλ.) τα οποία είναι επιφορτισμένα με την επιβολή κυρώσεων σε όσους παραβαίνουν τους τεθέντες κανόνες δικαίου διασφαλίζοντας έτσι την υποχρεωτικότητά τους. Έτσι, τόσο η θέσπιση των κανόνων δικαίου όσο και ο καταναγκασμός στην εφαρμογή τους ανήκει στο κράτος το οποίο οφείλει και είναι σε θέση να διασφαλίζει την ορθή, αντικειμενική και αμερόληπτη εφαρμογή τους.
δ) Ρύθμιση ετερόνομη
Όταν γίνεται λόγος για ρύθμιση ετερόνομη εννοείται ότι το δίκαιο δεν προέρχεται από τη βούληση των κοινωνών, αλλά επιβάλλεται από το κράτος το οποίο θεσπίζει κανόνες δικαίου σύμφωνα με την διαδικασία που το ίδιο έχει προδιαγράψει. Έτσι, το ίδιο το Δίκαιο προβλέπει και ρυθμίζει την παραγωγή των κανόνων του. Ειδικότερα, στο Σύνταγμα στο οποίο εδράζεται συνήθως κάθε εθνική έννομη τάξη, προβλέπονται τα όργανα και η διαδικασία για την έκδοση των υπολοίπων κανόνων δικαίου καθώς και η μεταξύ τους ιεραρχία.
Σελ. 4
Σε συνέχεια των ανωτέρω γίνεται λόγος για πηγές του Δικαίου, η οποία ως έννοια μπορεί να λάβει περισσότερες από μια σημασίες. Ειδικότερα, μπορεί να σημαίνει τους τρόπους παραγωγής των κανόνων Δικαίου (π.χ. νόμος, έθιμο) ή το όργανο που θεσπίζει τους κανόνες δικαίου ή την εξωτερική μορφή με την οποία περιβάλλονται οι κανόνες δικαίου (π.χ. Σύνταγμα, Προεδρικό Διάταγμα, Κανονιστική Πράξη).
2. Η έννοια του νόμου
Ως τυπική έννοια του νόμου θα μπορούσε να οριστεί η προβλεπόμενη από το Σύνταγμα, δηλαδή ο κανόνας ο οποίος παράγεται από την νομοθετική εξουσία σύμφωνα με την νόμιμη διαδικασία και τους προβλεπόμενους τύπους. Παράδειγμα τυπικού νόμου κατά τα ανωτέρω είναι ο νόμος 4662/20 (Α΄ 27): Εθνικός Μηχανισμός Διαχείρισης Κρίσεων και Αντιμετώπισης Κινδύνων, αναδιάρθρωση της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας, αναβάθμιση συστήματος εθελοντισμού πολιτικής προστασίας, αναδιοργάνωση του Πυροσβεστικού και άλλες διατάξεις όπως ψηφίστηκε από την Βουλή των Ελλήνων και ισχύει.
Ευρύτερη του τυπικού νόμου είναι η έννοια του ουσιαστικού νόμου, ο οποίος ορίζεται ως κάθε γραπτή πράξη της Πολιτείας που θεσπίζει κανόνα δικαίου. Έτσι στην έννοια του ουσιαστικού νόμου εντάσσονται μεταξύ άλλων ο τυπικός νόμος, οι πράξεις νομοθετικού περιεχομένου και οι κανονιστικές διοικητικές πράξεις, δεδομένου ότι όλες αυτές οι γραπτές πράξεις περιέχουν κανόνα δικαίου. Βλέπουμε λοιπόν ότι ενώ ο τυπικός νόμος ψηφίζεται και εκδίδεται από την Βουλή (νομοθετικό όργανο), ο ουσιαστικός νόμος μπορεί να εκδίδεται και από τα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας (Διοίκηση) κατόπιν νομοθετικής εξουσιοδότησης. Έτσι παράδειγμα ουσιαστικού τέτοιου νόμου είναι το Π.Δ. 210/92 (Α΄ 99): Κωδικοποίηση διατάξεων Προεδρικών Διαταγμάτων του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας του Πυροσβεστικού Σώματος το οποίο εμπεριέχει κανόνες δικαίου αλλά έχει εκδοθεί από όργανα της εκτελεστικής εξουσίας κατόπιν εξουσιοδότησης του νομοθετικού οργάνου και όχι απευθείας από το ίδιο.
3. Η νομολογία
Ως νομολογία μπορεί να οριστεί ο τρόπος επίλυσης των νομικών διαφορών και προβλημάτων από τα Δικαστήρια. Αν η επίλυση αυτή είναι συνεχής χρονικά και ομοιόμορφη για το συγκεκριμένο νομικό πρόβλημα, τότε έχουμε πάγια νομολογία.
Η νομολογία στο ελληνικό δίκαιο, σε αντίθεση με αλλά εθνικά δίκαια, δεν δημιουργεί, κατά την επικρατέστερη άποψη, κανόνες δικαίου ωστόσο είναι γεγονός
Σελ. 5
ότι η πάγια νομολογία και κυρίως αυτή που προέρχεται από τα ανώτατα δικαστήρια ακολουθείται συνήθως από τα κατωτέρα με συνέπεια οι ενδιαφερόμενοι να προσαρμόζονται κατά κανόνα σε αυτήν.
Περαιτέρω, η νομολογία είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για τον εφαρμοστή του δικαίου, δεδομένου ότι από την επισκόπησή της μπορεί να κατανοήσει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται τα δικαστήρια κανόνες δικαίου, οι οποίοι είναι δύσκολο να ερμηνευτούν ή επιδέχονται περισσότερες ερμηνείες, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο εξειδικεύουν τα ως άνω δικαστήρια αόριστες νομικές έννοιες, όπως η καλή πιστή και τα χρηστά ήθη.
Τα ανωτέρω για τον εφαρμοστή του διοικητικού δικαίου σημαίνουν ότι, κατά την άσκηση διοίκησης, η νομολογία και ιδίως η πάγια πρέπει να λαμβάνεται υπόψη δεδομένου ότι η έκδοση διοικητικής πράξης η οποία αντιτίθεται σε κρίσεις που η νομολογία επεφύλαξε σε αντίστοιχες περιπτώσεις, συνεπάγεται αυξημένο κίνδυνο δικαστικής ακύρωσης της συγκεκριμένης πράξης.
4. Η ισχύς του νόμου
Ως ισχύς του νόμου (με την ουσιαστική έννοια) θα μπορούσε να οριστεί το χρονικό εκείνο διάστημα επί του οποίου επέρχονται τα αποτελέσματα της ρύθμισής του.
Στις περισσότερες των περιπτώσεων, στο τέλος των νόμων υφίσταται η διάταξη η οποία καθορίζει από πότε αρχίζει να ισχύει ο νόμος αυτός, συνήθως με την εξής διατύπωση: «Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως εκτός αν διαφορετικά ορίζεται στις επιμέρους διατάξεις του».
Παρατηρείται λοιπόν ότι κατά κανόνα η ισχύς του νόμου άρχεται από την ολοκλήρωση της έκδοσής του, εντούτοις είναι δυνατή τόσο η αναδρομική ισχύς του έτσι ώστε να καταλαμβάνει και χρονικό διάστημα το οποίο προηγείται της
Σελ. 6
έκδοσής του, όσο και η τοποθέτηση της έναρξης ισχύος του σε απώτερο χρονικό σημείο.
Όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, συχνά προκύπτει η ανάγκη τροποποίησης ή κατάργησης ενός νόμου κάθε φορά που μεταβάλλονται οι ανάγκες οι οποίες οδήγησαν στην δημιουργία του.
Αυτό μπορεί να γίνει με νεότερο νόμο ο οποίος είτε περιέχει διάταξη η οποία ορίζει άμεσα την κατάργηση του προηγουμένου (ρητή κατάργηση), είτε εμμέσως, όταν ο νεότερος νόμος ρυθμίζει το ίδιο θέμα κατά αντίθετο τρόπο που αντιτίθεται ευθέως ή δεν συνάδει με την προηγούμενη ρύθμιση (στην περίπτωση αυτή, γίνεται λόγος για σιωπηρή κατάργηση).
Σελ. 7
ΚΕΦΑΛΑΙΟ II
ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΟΙ ΠΗΓΕΣ ΤΟΥ
1. Οι πηγές του διοικητικού δικαίου
Ανωτέρω ορίσαμε το δίκαιο ως το σύνολο των κανόνων του δικαίου που ισχύουν σε μια κοινωνία. Ωστόσο το δίκαιο μπορεί να εννοηθεί και στενότερα ανάλογα με το αντικείμενο της ρύθμισής του. Έτσι γίνεται λόγος λ.χ. για Αστικό Δίκαιο το οποίο ρυθμίζει τις διαφορές μεταξύ ιδιωτών ή για Ποινικό Δίκαιο με το οποίο καθορίζεται ο τρόπος επιβολής ποινών σε περιπτώσεις διάπραξης εγκλημάτων.
Ως διοικητικό δίκαιο θα μπορούσε να οριστεί το σύνολο των κανόνων εκείνων οι οποίοι εφαρμόζονται στην Δημόσια Διοίκηση. Ως Δημόσια δε Διοίκηση νοείται το σύνολο των νομικών προσώπων στα οποία είναι οργανωμένα τα διοικητικά όργανα, που είναι αρμόδια για την άσκηση δημόσιας εξουσίας σύμφωνα πάντα με τις προβλέψεις των κανόνων του διοικητικού δικαίου.
Οι ως άνω κανόνες παρέχουν αρμοδιότητα στα διοικητικά όργανα είτε να θεσπίζουν κανόνες δικαίου προκειμένου να ρυθμίζουν την συμπεριφορά των διοικουμένων, είτε να ενεργούν για την εκπλήρωση ορισμένης αποστολής είτε να ενεργούν για την εκτέλεση ορισμένου έργου ή την διάθεση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών είτε τέλος να ενεργούν για την καταβολή περιοδικών ή μη παροχών.
Περαιτέρω ως πηγές του διοικητικού δικαίου, ορίζονται οι ειδικότεροι τρόποι με τους οποίους παράγονται οι κανόνες αυτοί, σύμφωνα πάντα με τις προβλέψεις του Συντάγματος το οποίο αποτελεί την βάση της έννομης τάξης μας και στο οποίο καθορίζονται τα όργανα και η διαδικασία έκδοσης των κανόνων δικαίου που ισχύουν στην χώρα μας καθώς και η μεταξύ τους ιεραρχία.
Σελ. 8
Συνήθως οι κανόνες του διοικητικού δικαίου διατυπώνονται γραπτώς σε συγκεκριμένα κείμενα, εντούτοις υφίστανται και πήγες άγραφου δικαίου. Έτσι οι κανόνες του Συντάγματος, οι πράξεις του νομοθετικού οργάνου και η άσκηση εκ μέρους της διοίκησης κανονιστικής αρμοδιότητας, αποτελούν συνήθεις πηγές γραπτού διοικητικού δικαίου. Από την άλλη πλευρά, οι γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου αποτελούν άγραφες πηγές δικαίου.
Σύμφωνα με τα ανωτέρω το π.δ. 210/92 (Α΄ 99) «Κωδικοποίηση διατάξεων Προεδρικών Διαταγμάτων του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας του Πυροσβεστικού Σώματος», αποτελεί γραπτό κανόνα δικαίου, ενώ η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου, αποτελεί πηγή άγραφου δικαίου.
Όπως έχει ήδη ειπωθεί, οι κανόνες του δικαίου δεν έχουν όλοι την ίδια δύναμη, με την έννοια ότι σε περίπτωση σύγκρουσης μεταξύ τους, το ποιος θα υπερισχύσει και θα εφαρμοστεί, καθορίζεται από την ίδια την έννομη τάξη και την ιεράρχηση στην οποία αυτή έχει προβεί, αποδίδοντας στον κάθε κανόνα δικαίου συγκεκριμένη τυπική ισχύ.
Στην δική μας έννομη τάξη, η ιεραρχία των κανόνων δικαίου έχει καθοριστεί ως εξής:
α) Στην κορυφή της ιεραρχίας, έχοντας την μεγαλύτερη τυπική ισχύ, ευρίσκονται οι κανόνες του πρωτογενούς και παράγωγου δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
β) Έπονται οι κανόνες του Συντάγματος και όσοι εξομοιώνονται από άποψη τυπικής ισχύος με αυτούς (συνταγματικά έθιμα και γενικές αρχές συνταγματικής ισχύος).
γ) Ακολουθούν οι γενικώς παραδεδεγμένοι κανόνες του διεθνούς δικαίου και οι διεθνείς συμβάσεις, οι οποίες κυρώθηκαν με νομοθετικές πράξεις και επικυρώθηκαν κατά το διεθνές δίκαιο.
δ) Επόμενοι στη ιεραρχία είναι οι κανόνες νομοθετικών πράξεων αυξημένης κατά το Σύνταγμα τυπικής ισχύος.
ε) Τους ανωτέρω κανόνες διαδέχονται οι κανόνες οι οποίοι θεσπίζονται με νομοθετικές πράξεις ή με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου.
στα) Ακολουθούν οι κανόνες κανονιστικών διοικητικών πράξεων βάσει παρεχόμενης αποκλειστικής αρμοδιότητας από το Σύνταγμα.
ζ) Έπονται οι κανόνες κανονιστικών διαταγμάτων που εκδοθήκαν βάσει εφάπαξ νομοθετικής εξουσιοδότησης.
Σελ. 9
η) Ακολουθούν οι κανόνες κανονιστικών διαταγμάτων (προεδρικά διατάγματα με κανονιστικό περιεχόμενο), βάσει νομοθετικής εξουσιοδότησης όπως αυτή παρέχεται δυνάμει του άρθρου 43 παρ. 2 του Συντάγματος.
θ) Έπονται οι κανόνες κανονιστικών πράξεων έπειτα από παροχή νομοθετικής εξουσιοδότησης σε αρμόδια διοικητικά όργανα όπως είναι οι Πράξεις Υπουργικού Συμβουλίου, Υπουργικές Αποφάσεις και οι Αποφάσεις κατωτέρων οργάνων της διοίκησης που εκδίδονται σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 43 του Συντάγματος.
ι) Τελευταίοι στην ιεραρχία των κανόνων δικαίου ευρίσκονται οι κανόνες διαταγμάτων που εκδίδονται σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 43 παρ. 1 κανονιστική αρμοδιότητα του Προέδρου της Δημοκρατίας.
Άμεση απόρροια της ως άνω ιεραρχίας των κανόνων του δικαίου, είναι το γεγονός ότι δεν μπορεί κανόνας υποδεέστερης τυπικής ισχύος κατά τα ανωτέρω να καταργήσει ή να τροποποιήσει κανόνα υπέρτερης τυπικής ισχύος.
Βεβαίως στο σημείο αυτό, θα πρέπει να τονιστεί ότι η διάγνωση της παρανομίας ή της αντισυνταγματικότητας μιας διάταξης στην δική μας έννομη τάξη επαφίεται στα ελληνικά δικαστήρια. Συνεπώς, η Διοίκηση δεν δύναται καταρχήν να μην εφαρμόσει διάταξη επειδή κρίνει ότι αυτή είναι παράνομη ή αντισυνταγματική ως αντιτιθέμενη σε υπέρτερης ισχύος κανόνα. Αντιθέτως, η Διοίκηση δεσμεύεται από την αρχή της νομιμότητας και ως εκ τούτου οφείλει να εφαρμόζει τις οικείες διατάξεις ακόμα και αν αυτές είναι παράνομες ή και αντισυνταγματικές έως την λήξη της ισχύος τους με οποιονδήποτε τρόπο. Οφείλει πάντως και στην περίπτωση αυτή, εφόσον μια διάταξη επιδέχεται περισσότερες από μια ερμηνείες, να την ερμηνεύσει και να την εφαρμόσει, σύμφωνα με την ερμηνεία εκείνη η οποία περισώζει την νομιμότητα ή την συνταγματικότητά της.
Εξαίρεση σε όσα αναφέρθηκαν εισάγεται μόνο στην περίπτωση που η αντισυνταγματικότητα ή η παρανομία μιας διάταξης είναι εξόφθαλμα αντιληπτή και συνεπώς η Διοίκηση οφείλει να απέχει από την εφαρμογή της. Τούτο δε προκύπτει σαφώς από την παρ. 3 του άρθρου 25 του ν. 3528/2007 (Α΄ 26): Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. όπου ορίζεται ρητά ότι: … Αν η διαταγή είναι προδήλως αντισυ-
Σελ. 10
νταγματική ή παράνομη, ο υπάλληλος οφείλει να μην την εκτελέσει και να το αναφέρει χωρίς αναβολή. Όταν σε διαταγή, η οποία προδήλως αντίκειται σε διατάξεις νόμων ή κανονιστικών πράξεων, διατυπώνονται επείγοντες και εξαιρετικοί λόγοι γενικότερου συμφέροντος ή όταν, ύστερα από άρνηση υπακοής σε πρώτη διαταγή που προδήλως αντίκειται σε τέτοιες διατάξεις, ακολουθήσει δεύτερη διαταγή που εκθέτει επείγοντες και εξαιρετικούς λόγους γενικότερου συμφέροντος, ο υπάλληλος οφείλει να εκτελέσει τη διαταγή και να αναφέρει συγχρόνως στην προϊσταμένη αρχή εκείνου που τον διέταξε. Επί νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, εφόσον εκείνος που διέταξε είναι το διοικητικό συμβούλιο ή το ανώτατο μονομελές όργανο διοίκησης, η αναφορά υποβάλλεται στον εποπτεύοντα Υπουργό. Εάν εκείνος που διέταξε είναι ο Υπουργός, η αναφορά υποβάλλεται στον Πρωθυπουργό.
|
Παραδείγματα: 1. Στην περ. γ΄ της παρ. 2 του άρθρου 32 του ν. 4412/2016 (Α΄ 147), ο οποίος αποτελεί προσαρμογή στις Οδηγίες 2014/24/ΕΕ και 2014/25/ΕΕ, έχει προβλεφθεί ότι για περιπτώσεις ανάθεσης δημοσίων έργων η προμηθειών σε περίπτωση κατεπείγουσας ανάγκης ισχύουν τα εξής: «2. Η διαδικασία με διαπραγμάτευση χωρίς προηγούμενη δημοσίευση μπορεί να χρησιμοποιείται για δημόσιες συμβάσεις έργων, προμηθειών και υπηρεσιών σε οποιαδήποτε από τις κατωτέρω περιπτώσεις: ... γ) στο μέτρο που είναι απολύτως απαραίτητο, εάν λόγω κατεπείγουσας ανάγκης οφειλόμενης σε γεγονότα απρόβλεπτα για την αναθέτουσα αρχή, δεν είναι δυνατή η τήρηση των προθεσμιών που προβλέπονται για τις ανοικτές, κλειστές ή ανταγωνιστικές διαδικασίες με διαπραγμάτευση. Οι περιστάσεις που επικαλούνται οι αναθέτουσες αρχές για την αιτιολόγηση της κατεπείγουσας ανάγκης δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να απορρέουν από δική τους ευθύνη». |
|
Περαιτέρω, στην διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 54 του ν. 4662/2020 (Α΄ 27): «Εθνικός Μηχανισμός Διαχείρισης Κρίσεων και Αντιμετώπισης Κινδύνων, αναδιάρθρωση της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας, αναβάθμιση συστήματος εθελοντισμού πολιτικής προστασίας, αναδιοργάνωση του Πυροσβεστικού και άλλες διατάξεις», ορίζεται ότι: 3. Εφόσον συντρέχει κατεπείγουσα ανάγκη, η οποία επιβάλλει την άμεση λήψη και εφαρμογή μέτρων για θέματα εθνικής ασφάλειας, προστασίας της δημόσιας τάξης και ασφάλειας, της υγείας |
|
και της ζωής των πολιτών, της περιουσίας τους και της προστασίας του φυσικού πλούτου της Χώρας, και μόνο στο μέτρο που είναι απολύτως απαραίτητο για την αντιμετώπιση της ανάγκης αυτής, η Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας δύναται να συνάπτει νέες συμβάσεις ή/και να τροποποιεί ισχύουσες συμβάσεις έργων, εργασιών, υπηρεσιών και προμηθειών κατά την απόλυτη κρίση της και προς άμεση αντιμετώπιση της ανάγκης αυτής κατά παρέκκλιση, κάθε πρόβλεψης του ν. 4412/2016 (Α΄ 147), όπως εκάστοτε ισχύει, και κάθε σχετικής διάταξης της κείμενης εθνικής νομοθεσίας περί δημοσίων συμβάσεων.» |
|
Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν για την ιεραρχία των κανόνων δικαίου, η ανωτέρω διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 54, κατά την άποψη των γραφόντων, θα πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο τέτοιο έτσι ώστε να μην προσκρούει στο Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τούτο καθίσταται δυνατό αν θεωρηθεί ότι η παρέκκλιση που αυτή εισάγει είναι δυνατή σε σχέση μόνο με τις διατάξεις αμιγώς εθνικού δικαίου του ν. 4412/2016 και όχι σε σχέση με τις διατάξεις του νόμου αυτού, δια των οποίων μεταφέρθηκαν οι Οδηγίες 2014/24/ΕΕ και 2014/25/ΕΕ στην ελληνική έννομη τάξη. Τούτο διότι οι διατάξεις του ν. 4412/16 με τις οποίες μεταφέρθηκε ευρωπαϊκή οδηγία στο εθνικό δίκαιο υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη τυπικού νόμου που ρυθμίζει το ίδιο ζήτημα διαφορετικά, ως ιεραρχικά ανώτερες και συνεπώς δεν δύναται με νόμο να καθοριστούν παρεκκλίσεις από αυτές. |
|
2. Το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η οποία έχει καταστεί Νόμος του Ελληνικού κράτους με το Νομοθετικό Διάταγμα 53/1974 (Α΄ 256), κατοχυρώνει το δικαίωμα στην δίκαιη δίκη, ορίζοντας στην παράγραφο 1, ως γενική αρχή, ότι το δικαίωμα στην δίκαιη δίκη ισχύει και εφαρμόζεται και σε ποινικά και σε αστικά δικαστήρια ενώ, στην παράγραφο 3γ ορίζει το δικαίωμα κάθε προσώπου «όπως υπερασπίσει ο ίδιος εαυτόν ή αναθέσει την υπεράσπισίν του εις συνήγορόν της εκλογής του», και τέλος στην παράγραφο 3δ προβλέπεται το δικαίωμα κάθε προσώπου «να εξετάσει ή ζητήσει όπως εξετασθώσιν οι μάρτυρες κατηγορίας». |
|
Περαιτέρω, στο άρθρο 28 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «1. Οι γενικά παραδεγμένοι κανόνες του διεθνούς δικαίου, καθώς και οι διεθνείς συμβάσεις, από την επικύρωσή τους με νόμο και τη θέση τους σε ισχύ σύμφωνα με τους όρους καθεμιάς, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και |
|
υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου», ενώ στο άρθρο 93 αυτού ορίζεται ότι: «4. Τα δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα.» |
|
Επιπλέον, στο άρθρο 20 του Συντάγματος κατοχυρώνεται το ατομικό δικαίωμα έννομης προστασίας και προηγουμένης ακροάσεως, έκφανση του οποίου αποτελεί και το ειδικότερο δικαίωμα εκπροσώπησης από συνήγορο. |
|
Επιπροσθέτως, στο άρθρο 25 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «1. Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. 2. H αναγνώριση και η προστασία των θεμελιωδών και απαράγραπτων δικαιωμάτων του ανθρώπου από την Πολιτεία αποβλέπει στην πραγμάτωση της κοινωνικής προόδου μέσα σε ελευθερία και δικαιοσύνη.» |
|
Τέλος, στην παρ. 3 του άρθρου 78 του Π.Δ. 210/1992 (Α΄ 99): «Κωδικοποίηση διατάξεων Προεδρικών Διαταγμάτων του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας του Πυροσβεστικού Σώματος» ορίζεται ότι: «Η παράσταση συνηγόρου κατά την ενέργεια της Ε.Δ.Ε. απαγορεύεται. Η διάταξη αυτή ισχύει και για την ενώπιον των Ανακριτικών Συμβουλίων διαδικασία». |
|
Δεδομένου ότι η ΕΣΔΑ αποτελεί διεθνή σύμβαση, η οποία έχει κυρωθεί στην χώρα μας με νόμο, προκύπτει ότι έχει υπέρτερη τυπική ισχύ από κανονιστικό διάταγμα όπως είναι το π.δ. 210/1992. Κατά συνέπεια, οι διατάξεις της ΕΣΔΑ δεν μπορούν να τεθούν εκποδών από τις διατάξεις του π.δ. 210/1992. Το αυτό ισχύει και για την συνταγματική διάταξη που κατοχυρώνει το σχετικό δικαίωμα (άρθρο 20 Σ). |
|
Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω είναι καταφανές στο συγκεκριμένο παράδειγμα ότι η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 78 του π.δ. 210/1992 (Α΄ 99) έρχεται σε ευθεία αντίθεση με συνταγματική διάταξη (η παράσταση συνηγόρου προκύπτει απευθείας από τη συνταγματική διάταξη του άρθρου 20 Σ, καθώς και με υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη, ήτοι το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α). Πέραν αυτών η συγκεκριμένη διάταξη έρχεται σε αντίθεση και με το γενικότερο ισχύον σύστημα |
|
δικαίου στην χώρα μας και τις αρχές του, όπως θα καταδειχθεί στο αντίστοιχο κεφάλαιο περί συστηματικής ερμηνείας. |
|
Συνεπώς εν προκειμένω υφίσταται μια διάταξη που επιτάσσει στην Διοίκηση να μην επιτρέπει την παράσταση συνηγόρου κατά την ενέργεια της ΕΔΕ και ταυτόχρονα κανόνες μεγαλύτερης ισχύος από αυτήν την διάταξη επιτάσσουν το αντίθετο. Στο υπό κρίση παράδειγμα λοιπόν προκύπτει με σαφήνεια ότι η προς εφαρμογή διάταξη είναι προδήλως και καταφανώς παράνομη και αντισυνταγματική και συνεπώς τα διοικητικά όργανα οφείλουν να μην την εφαρμόζουν. |
|
3. Στην παρ. 6 του άρθρου 103Α του π.δ. 210/1992 (Α΄ 99) ορίζονται τα κάτωθι: «6. Σε όλες τις προαναφερόμενες περιπτώσεις η άδεια ανατροφής τέκνου, ολόκληρη ή μέρος αυτής, εξαντλείται αποκλειστικά μέχρι τη συμπλήρωση του τετάρτου (4) έτους του τέκνου, με τη ρητή εξαίρεση της υιοθεσίας τέκνου και δεν χορηγείται κατά το χρονικό διάστημα από την 15η Ιουνίου έως και την 15η Σεπτεμβρίου εκάστου έτους, λόγω αυξημένων επιχειρησιακών αναγκών της αντιπυρικής περιόδου. Σε περίπτωση που η ανωτέρω άδεια έχει χορηγηθεί, πλην όμως δεν έχει εξαντληθεί η διάρκεια αυτής πριν την 15η Ιουνίου, τότε η χορήγηση της αναστέλλεται κατά το χρονικό διάστημα από την 15η Ιουνίου έως και την 15η Σεπτεμβρίου και μετά την παρέλευση αυτού, συνεχίζεται ύστερα από αίτηση του δικαιούχου υπαλλήλου, η όποια υποβάλλεται αποκλειστικά μέχρι τη συμπλήρωση του τετάρτου (4) έτους του τέκνου. Oι ανωτέρω χρονικοί περιορισμοί που αφορούν στη μη χορήγηση ή αναστολή της άδειας ανατροφής, κατά το χρονικό διάστημα από την 15η Ιουνίου έως και την 15η Σεπτεμβρίου, δεν καταλαμβάνουν τις γαλουχούσες μητέρες, οι οποίες οφείλουν να προσκομίσουν βεβαίωση από αρμόδιο γιατρό του οικείου ασφαλιστικού φορέα, από την οποία να προκύπτει ότι γαλουχούν». |
|
Η ανωτέρω διάταξη μπορεί να υποστηριχθεί ότι εγείρει ζητήματα αντισυνταγματικότητας, ως αντιβαίνουσα τόσο στο άρθρο 21 του Συντάγματος δια του οποίου προστατεύεται ο θεσμός της οικογένειας όσο και στην κατοχυρωμένη στο άρθρο 4 του Συντάγματος αρχή της ισότητας στο βαθμό που |
|
χορηγεί ευεργέτημα στις γαλουχούσες μητέρες αποκλείοντας ωστόσο τους άρρενες πυροσβεστικούς υπάλληλους από την χορήγηση του ιδίου ευεργετήματος. Σε αντίθεση ωστόσο με το προηγούμενο παράδειγμα, η αντισυνταγματικότητα της διάταξης εν προκειμένω κατά την άποψη των συγγραφέων δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πρόδηλη. Τούτο διότι ναι μεν με αυτήν θίγονται συνταγματικά προστατευόμενα δικαιώματα αλλά από την άλλη πλευρά η θέσπιση της ομοίως κατατείνει στην διασφάλιση σημαντικότατων εννόμων αγαθών συνταγματικής περιωπής αφού δια της διασφάλισης του αξιόμαχου του Πυροσβεστικού Σώματος κατά την αντιπυρική περίοδο, που χαρακτηρίζεται από αυξημένες επιχειρησιακές απαιτήσεις, αποτρέπεται ή μειώνεται ή διακινδύνευση της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας των πολίτων ενώ προστατεύεται επαρκέστερα το περιβάλλον και η δημόσια και ιδιωτική περιουσία από τους κινδύνους φυσικών και τεχνολογικών καταστροφών. Συνεπώς εδώ δεν υφίσταται πρόδηλη αντισυνταγματικότητα που θα υποχρέωνε τα διοικητικά όργανα να απέχουν από την εφαρμογή της διάταξης και ως εκ τούτου αυτά οφείλουν να την εφαρμόζουν έως ότου πάψει η ισχύς της με οποιοδήποτε τρόπο. |
Σελ. 14
2. Το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης διακρίνεται σε πρωτογενές και παράγωγο και σύμφωνα με όσα έχουν ήδη αναφερθεί, υπερέχει του εθνικού δικαίου, ακόμα και σε ενδεχομένη σύγκρουσή του με συνταγματικές διατάξεις, όπως δέχεται εξάλλου και η κρατούσα άποψη.
Η υπεροχή του Δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει ως άμεση συνέπειά του, ότι τα ελληνικά δικαστήρια οφείλουν κατά την δικαιοδοτική τους κρίση, να ελέγχουν αν οι προς εφαρμογή εθνικοί κανόνες συνάδουν με το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και σε περίπτωση σύγκρουσης μεταξύ τους, οφείλουν να εφαρμόζουν, είτε τον αντίστοιχο κανόνα του Ευρωπαϊκού Δικαίου, είτε έτερο κανόνα της εθνικής έννομης τάξης που βρίσκεται σε συμφωνία με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο.
Το πρωτογενές Ευρωπαϊκό Δίκαιο απαρτίζεται από τους κανόνες που περιλαμβάνονται στις ιδρυτικές συνθήκες, ήτοι στην Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ), στη Συνθήκη για την Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), καθώς και στην Συνθήκη Ίδρυσης Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ).
Σελ. 15
Ως παράγωγο δε ευρωπαϊκό δίκαιο, ονομάζονται οι κανόνες οι οποίοι θεσπίζονται από τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με την νομοπαρασκευαστική διαδικασία που προβλέπεται στο πρωτογενές Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Οι νομικές πράξεις με τις οποίες θεσπίζονται οι κανόνες αυτοί, διακρίνονται σε:
α) Κανονισμούς οι οποίοι έχουν γενική ισχύ και δεσμευτικότητα και ισχύουν άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.
β) Οδηγίες οι οποίες δεσμεύουν κάθε κράτος-μέλος προς το οποίο απευθύνονται ως προς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αφήνοντας όμως τα κράτη μέλη να επιλέξουν τον τρόπο και τα μέσα για την επίτευξη του αποτελέσματος αυτού. Συνεπώς, οι οδηγίες δεν ισχύουν άμεσα στην έννομη τάξη μας σε αντίθεση με τους Κανονισμούς, αλλά αποκτούν ισχύ από την μεταφορά τους στο εθνικό δίκαιο και εντεύθεν με την επιφύλαξη των οδηγιών εκείνων οι οποίες περιέχουν σαφείς διατάξεις χωρίς όρους ή αιρέσεις, οπότε στην περίπτωση αυτή οι διατάξεις των οδηγιών θεωρείται ότι έχουν άμεση ισχύ στην έννομη τάξη μας.
γ) Αποφάσεις, οι οποίες είναι δεσμευτικές προς όλους τους αποδέκτες στους οποίους απευθύνονται.
Τις διατάξεις του Δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ερμηνεύει και εφαρμόζει το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η νομολογία του Δικαστηρίου αυτού αποτελεί επίσης πηγή του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσής όπως ισχύει εξάλλου και για τις γενικές αρχές, οι οποίες διατυπώνονται στις Αποφάσεις του και οι οποίες θεωρείται ότι έχουν ισάξια τυπική ισχύ με τις διατάξεις των ιδρυτικών συνθήκων.
3. Το Σύνταγμα
Το Σύνταγμα όπως αναφέρθηκε, αποτελεί την βάση της εθνικής μας έννομης τάξης και περιέχει μεταξύ άλλων τους κανόνες που καθορίζουν την μορφή και την λειτουργία του πολιτεύματος, καθώς και τους κανόνες βάσει των οποίων καθορίζονται τα θεμελιωδέστερα δικαιώματα των πολιτών.
Από άποψη τυπικής ισχύος αποτελεί την πρώτη στην ιεραρχία πηγή του Διοικητικού Δικαίου, με την επιφύλαξη βεβαίως των διατάξεων του Δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίες κατά την κρατούσα άποψη και κατά την νομολογία του ΔΕΚ, υπερισχύουν ακόμα και του Συντάγματος.
Σελ. 16
4. Οι κανόνες του Διεθνούς Δικαίου
Σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, «Οι γενικά παραδεγμένοι κανόνες του διεθνούς δικαίου, καθώς και οι διεθνείς συμβάσεις, από την επικύρωσή τους με νόμο και τη θέση τους σε ισχύ σύμφωνα με τους όρους καθεμιάς, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου».
Ως πηγή του διοικητικού δικαίου ενδιαφέρουν κυρίως οι κυρωμένες με νόμο διεθνείς συμβάσεις, οι οποίες πολλές φορές περιέχουν ρυθμίσεις που αφορούν στην δράση της δημόσιας διοίκησης, όπως η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 ή το Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που κυρώθηκε με τον ν. 2642/1997.
5. Οι πράξεις του νομοθετικού οργάνου
α) Οι νόμοι
Επόμενη στην ιεραρχία πηγή κανόνων διοικητικού δικαίου αποτελεί η θέσπιση κανόνων με πράξεις του νομοθετικού οργάνου, ήτοι της Βουλής. Οι ως άνω πράξεις ονομάζονται τυπικοί νόμοι και η Βουλή κατά την θέσπισή τους δύναται να αποδίδει σε αυτούς οποιοδήποτε περιεχόμενο, εφόσον αυτό βεβαίως δεν αντιβαίνει σε διατάξεις του Ευρωπαϊκού Δικαίου, του διεθνούς συμβατικού και εθιμικού δικαίου ή των διατάξεων του Συντάγματος.
Διαθέτει δηλαδή κατά τα ανωτέρω το νομοθετικό όργανο τεκμήριο αρμοδιότητας, εφόσον μπορεί να νομοθετήσει επί οποιουδήποτε θέματος, σε αντίθεση με τα όργανα της εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας τα οποία έχουν σαφώς καθορισμένες αρμοδιότητες, όπως ειδικά αυτές καθορίζονται στους οικείους κανόνες και πέραν αυτών δεν διαθέτουν άλλη τεκμαιρόμενη αρμοδιότητα.
Τονίζεται πάντως ότι, ενδεχομένη υπέρβαση της αρμοδιότητας του νομοθετικού οργάνου με τη θέσπιση διάταξης νόμου που αντίκειται στο Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή το Σύνταγμα, ελέγχεται από τα δικαστήρια, τα οποία υποχρεούνται να ελέγχουν την συνταγματικότητα των νομών, καθώς και την μη αντίθεση των νόμων με το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), με αποτέλεσμα να μην εφαρμόζουν τους νόμους εκείνους που βρίσκονται σε σύγκρουση με τους υπέρτερης τυπικής ισχύος κανόνες του ΔΕΕ και του Συντάγματος.
Σελ. 17
|
Παράδειγμα: Η Βουλή δεν έχει την δυνατότητα να καταργήσει με νόμο την μονιμότητα των δημοσίων υπάλληλων γιατί με αυτό το περιεχόμενο τέτοιος νόμος αντίκειται στην παρ. 4 του άρθρου 103 του Συντάγματος όπου και ορίζεται ότι: «4. Oι δημόσιοι υπάλληλοι που κατέχουν οργανικές θέσεις είναι μόνιμοι εφόσον αυτές οι θέσεις υπάρχουν.» Αν τυχόν ψηφιζόταν τέτοιος νόμος η δικαστική εξουσία η οποία έχει την θεσμική αρμοδιότητα του ελέγχου της συνταγματικότητας των νομών θα όφειλε να μην τον εφαρμόσει. Συνεπώς, η άρση μονιμότητας των δημοσίων υπάλληλων κατά τα ανωτέρω θα απαιτούσε τροποποίηση του Συντάγματος και δεν είναι δυνατή δια της θέσπισης τυπικού νόμου. |
β) Οι πράξεις νομοθετικού περιεχομένου
Το Σύνταγμά μας αναγνωρίζοντας το δίκαιο της ανάγκης, επιτρέπει σε έκτακτες περιπτώσεις, εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης, την έκδοση πράξεων οι οποίες έχουν τυπική ισχύ νόμου από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας (ΠτΔ), ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου.
Οι πράξεις αυτές ονομάζονται πράξεις νομοθετικού περιεχομένου και πλήθος αυτών εκδοθήκαν στην χώρα μας κατά την κρίση της πανδημίας του κορονοϊού.
Οι πράξεις αυτές υποβάλλονται στη Βουλή για κύρωση, μέσα σε σαράντα ημέρες από την έκδοσή τους ή μέσα σε σαράντα ημέρες από τη σύγκληση της Βουλής σε σύνοδο. Αν δεν υποβληθούν στη Βουλή μέσα στις προαναφερόμενες προθεσμίες ή αν δεν εγκριθούν από αυτή μέσα σε τρεις μήνες από την υποβολή τους, παύουν να ισχύουν στο εξής.
Οι πράξεις αυτές της εκτελεστικής εξουσίας, θεσπίζουν κανόνες δικαίου που κανονικά κατά το Σύνταγμα μπορούν να θεσπιστούν μόνο με πράξη του νομοθετικού οργάνου, έχουν τυπική ισχύ νόμου και ως εκ τούτου μπορούν να καταργήσουν ή να τροποποιήσουν κανόνες που έχουν θεσπιστεί από το νομοθετικό όργανο. Τέλος, είναι δυνατή η αναδρομική κατάργησή τους με πράξη του νομοθετικού οργάνου ή κατόπιν νομοθετικής εξουσιοδότησης.
Σελ. 18
Οι εν λόγω πράξεις, εφόσον εγκριθούν από την Βουλή γίνονται πράξεις νομοθετικού οργάνου, ενώ σε περίπτωση που δεν εγκριθούν από την Βουλή και πάλι λογίζονται ως πράξεις νομοθετικού οργάνου των οποίων όμως η ισχύς έχει λήξει.
γ) Οι αναγκαστικοί νόμοι
Άλλη περίπτωση θέσπισης διατάξεων με ισχύ τυπικού νόμου αποτελούν οι αναγκαστικοί νόμοι ή αναγκαστικά διατάγματα ή νομοθετικά διατάγματα.
Πρόκειται για πράξεις οι οποίες εξέδωσαν οι κυβερνήσεις μετά την παύση των ανωμάλων περιόδων και πριν από τη σύγκληση της Βουλής και οι οποίες είχαν ως σκοπό την αποκατάσταση της καταλυθείσας έννομης τάξης.
Όλες οι προαναφερόμενες νομοθετικές πράξεις (νόμοι, πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, αναγκαστικοί νόμοι) έχουν την ίδια τυπική ισχύ. Εντούτοις είναι δυνατόν να θεσπιστούν και νομοθετικές πράξεις αυξημένης τυπικής ισχύος κατόπιν ρητής συνταγματικής εξουσιοδότησης. Όπως εύκολα συνάγεται, οι νομοθετικές πράξεις αυτές από την θέσπισή τους και εφεξής δεν μπορούν να καταργηθούν ή να τροποποιηθούν από διατάξεις φέρουσες τυπική ισχύ νόμου.
6. Οι διοικητικές πράξεις
Όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, οι κανόνες που διέπουν την δράση της Δημόσιας Διοίκησης δεν μπορούν να καθοριστούν μόνο από πράξεις του νομοθετικού οργάνου.
Αυτό συμβαίνει διότι πολλές φορές δεν είναι εφικτή ή εξαντλητική ρύθμιση των σχετικών θεμάτων από το νομοθετικό όργανο, είτε λόγω έλλειψης χρόνου, είτε διότι πρέπει να ρυθμιστούν ειδικότερα ζητήματα τεχνικού ή λεπτομερειακού χαρακτήρα.
Στις περιπτώσεις αυτές, το νομοθετικό όργανο με πράξη του που ονομάζεται νομοθετική εξουσιοδότηση, καθιστά συγκεκριμένο διοικητικό όργανο αρμόδιο να θεσπίζει απρόσωπους κανόνες δικαίου, βάσει των οποίων απονέμονται δικαιώματα και καθορίζονται υποχρεώσεις.
Αντικείμενο της εξουσιοδότησης αυτής μπορεί να είναι κάθε ζήτημα το οποίο μπορεί να ρυθμιστεί με νομοθετική πράξη. Η αρμοδιότητα αυτή του διοικητικού οργάνου ονομάζεται κανονιστική αρμοδιότητα και οι παραγόμενες από αυτήν πράξεις ονομάζονται κανονιστικές διοικητικές πράξεις.
Σελ. 19
Δυνάμει της εξουσιοδότησης αυτής απαλλάσσεται το νομοθετικό όργανο από την ρύθμιση λεπτομερειακών ή τεχνικής φύσεως θεμάτων, ενώ πρόσθετο πλεονέκτημα της νομοθετικής εξουσιοδότησης εντοπίζεται στο γεγονός ότι δι’ αυτής παρέχεται η δυνατότητα στην Διοίκηση να προσαρμόζεται αμεσότερα και γρηγορότερα στις με αυξανομένη ταχύτητα μεταβαλλόμενες συνθήκες, δεδομένου ότι η θέσπιση της κανονιστικής διοικητικής πράξης ως διαδικασία είναι ταχύτερη και απλούστερη σε σχέση με την νομοπαρασκευαστική διαδικασία και συνεπώς η κατά αυτόν τον τρόπο παραγωγή κανόνων δικαίου επιτρέπει στην Διοίκηση μεταξύ άλλων να αντιμετωπίζει με επιτυχία τυχόν έκτακτες περιστάσεις.
Στην έννομη τάξη μας και για τους λόγους που ήδη αναφέρθηκαν, η παροχή νομοθετικής εξουσιοδότησης για την άσκηση κανονιστικής αρμοδιότητας παρίσταται ιδιαιτέρως εκτεταμένη.
|
Παραδείγματα νομοθετικής εξουσιοδότησης |
|
1) Στην παρ. 5 του άρθρου 109 του ν. 4662/20 ορίζεται ότι: «Οι τιθέμενοι στην κατάσταση Ε.Ο.Θ. δύνανται, με αίτησή τους και σύμφωνη γνώμη του φορέα υποδοχής, να διατίθενται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Πολιτικής Προστασίας, σε φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας και Εσωτερικών, κατόπιν πρότασης του Γενικού Γραμματέα Πολιτικής Προστασίας, εντός έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος, καθορίζονται οι θέσεις εκτέλεσης, τα καθήκοντα, η διαδικασία και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια». |
|
2) Στην παρ. 4 του άρθρου 101 Α του ν. 4662/20, ορίζεται ότι: «Με απόφαση του Αρχηγού του Π.Σ., ύστερα από εισήγηση της Διεύθυνσης Ανθρώπινων Πόρων του Αρχηγείου Π.Σ., για την κάλυψη κενών οργανικών θέσεων πυροσβεστικού προσωπικού ειδικών καθηκόντων, εκδίδονται προκηρύξεις για πρόσληψη πυροσβεστικού προσωπικού από ιδιώτες και προσκλήσεις ενδιαφέροντος για μετάταξη πυροσβεστικού προσωπικού γενικών καθηκόντων σε αυτές. Ομοίως, καθορίζονται ο αριθμός των προκηρυσσόμενων θέσεων ανά κατηγορία και ειδικότητα, σύμφωνα με το άρθρο 51 του ν. 4622/2019 (Α΄ 133), η διαδικασία κατάταξης, καθώς και τα θέματα που αφορούν στην εκπαίδευση του εν λόγω προσωπικού. Στην απόφαση του πρώτου εδαφίου δύνανται να προβλέπονται οι υπηρεσίες πρώτης τοποθέτησης και ο υποχρεωτικός χρόνος παραμονής σε αυτές. Η απόφαση του πρώτου εδαφίου δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, σε δύο (2) εφημερίδες πανελλήνιας κυκλοφορίας, αναρτάται στην ιστοσελίδα του Π.Σ. («www.fireservice.gr»), και κοινοποιείται σε όλες τις υπηρεσίες του, μέσω ηλεκτρονικής ανάρτησης στο «www.psnet.gr». |
Σελ. 20
Στα υπό κρίση παραδείγματα, ο νομοθέτης εξουσιοδοτεί όργανα της εκτελεστικής εξουσίας να θεσπίσουν κανόνες δίκαιου, τους οποίους δίχως τις ανωτέρω εξουσιοδοτήσεις θα όφειλε κατά λόγο αρμοδιότητας να θεσπίσει ο ίδιος, για την ρύθμιση των ειδικότερων θεμάτων λεπτομερειακού χαρακτήρα που περιγράφονται ειδικώς σε αυτές, ήτοι για τον καθορισμό των θέσεων εκτέλεσης, τα καθήκοντα, την διαδικασία και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εκτέλεση υπηρεσίας των τιθέμενων στην κατάσταση Εκτός Οργανικών Θέσεων (Ε.Ο.Θ.), καθώς και του τρόπου κάλυψης των κενών οργανικών θέσεων πυροσβεστικού προσωπικού ειδικών καθηκόντων στο Πυροσβεστικό Σώμα από ιδιώτες, τον προσδιορισμό των θέσεων, την εκπαίδευση, τις υπηρεσίες τοποθέτησης, όπως και της δυνατότητας για μετάταξη υπαλλήλων γενικών καθηκόντων στις κατηγορίες ειδικών καθηκόντων.
Η νομοθετική εξουσιοδότηση προβλέπεται σήμερα και ρυθμίζεται από συνταγματικές διατάξεις και ειδικότερα από τις παρ. 2 και 4 του άρθρου 43 του Συντάγματος όπου και ορίζεται ότι: 2. «Ύστερα από πρόταση του αρμόδιου Υπουργού επιτρέπεται η έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων, με ειδική εξουσιοδότηση νόμου και μέσα στα όριά της. Εξουσιοδότηση για έκδοση κανονιστικών πράξεων από άλλα όργανα της διοίκησης επιτρέπεται προκειμένου να ρυθμιστούν ειδικότερα θέματα ή θέματα με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό»… 3. ….4. Με νόμους που ψηφίζονται από την Ολομέλεια της Βουλής μπορεί να παρέχεται εξουσιοδότηση έκδοσης κανονιστικών διαταγμάτων για τη ρύθμιση των θεμάτων που καθορίζονται σ’ αυτούς σε γενικό πλαίσιο. Με τους νόμους αυτούς χαράζονται οι γενικές αρχές και οι κατευθύνσεις της ρύθμισης που πρέπει να ακολουθηθεί και τίθενται χρονικά όρια για τη χρήση της εξουσιοδότησης».
Όπως προκύπτει σαφώς από το γράμμα της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 43 του Συντάγματος, για να είναι συνταγματικά επιτρεπτή η νομοθετική εξουσιοδότηση θα πρέπει να είναι ειδική και ορισμένη. Σε αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή η νομοθετική εξουσιοδότηση είναι γενική και αόριστη, τότε η εξουσιοδότηση είναι αντισυνταγματική και οι εκδοθείσες βάσει αυτής κανονιστικές διοικητικές πράξεις πάσχουν από ακυρότητα, ήτοι δύνανται να ακυρωθούν κατόπιν άσκησης αιτήσεως ακυρώσεως κατά αυτών ενώπιον των αρμοδίων διοικητικών δικαστηρίων.





